Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Η αγία Θεοδώρα από την Σύχλα (17ος-18ος αιών)



site analysis



[el]image1
Η αγία Θεοδώρα από την Σύχλα
(17ος-18ος αιών)
Α) Η ζωή της
Η Οσία Θεοδώρα της Σύχλας είναι η σπουδαιότερη αγίας μοναχή ανάμεσα στις άλλες, που έζησαν στα ρουμανικά μοναστήρια. Γεννήθηκε στο χωριό Βινατόρι της επαρχίας Νεάμτς το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνος. Ο πατήρ Στέφανος Γιώλντεα ήταν φύλακας του φρουρίου Νεάμτς. Μετά τον θάνατο της αδελφής της Μαργαρίτας, η Θεοδώρα παντρεύθηκε ένα νεαρό από το Ισμαήλ (πόλις της Ρουμανίας). Μα επειδή δεν έκαναν παιδιά, επήγαν και οι δύο σε μοναστήρια. Η μακαρία Θεοδώρα εφόρεσε το μοναχικό ένδυμα στην σκήτη Βαρζαρέστ της επαρχίας Ρίμνικ Σαράτ, ενώ ο σύζυγός της Ελευθέριος στην σκήτη Μάρε Ποϊάνα (Μεγάλο Ξέφωτο). Επειδή καταστράφηκε η σκήτη από τους τούρκους, η Θεοδώρα έγινε ησυχάστρια στα βουνά του Μπουζάου. Κατόπιν, αναχωρώντας για την περιοχή του Νεάμτς, ησύχασε μόνη της επί 30 χρόνια μέσα σε μια σπηλιά του βουνού Σύχλα, όπως η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευαρεστώντας τον Θεό, μετώκισε απ’ αυτή την ζωή τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνος και ενταφιάσθηκε στην σπηλιά. Στα χρόνια 1828-1834, τα Λείψανα της αγίας Θεοδώρας μετεφέρθησαν στο μοναστήρι Πετσέρσκα του Κιέβου, όπου και ευρίσκονται μέχρι σήμερα.
Β) Έργα και λόγοι διδασκαλίας
1) Αυτό το μακάριο βλαστάρι του Ρουμανικού μοναχισμού, ήταν από βρεφικής ηλικίας επίλεκτο και φυτεύθηκε στον Οίκο του Θεού. Αν και ήταν συνδεδεμένη με άνδρα η μακαρία Θεοδώρα, δεν εύρισκε ανάπαυσι στην ψυχή της, έως ότου έγινε νύμφη του Χριστού. Εγκατέλειψε τα μάταια και, φορώντας το ένδυμα της μετανοίας, ασκήτευσε σε μια από τις σκήτες, που είναι στην κοιλάδα του Μπουζάου.
2) Εδώ προώδευσε πάρα πολύ η οσία Θεοδώρα στην σιωπή, την προσευχή και την υπακοή. Σε λίγα χρόνια έφθασε στα μέτρα των παλαιών αγίων, αφού αξιώθηκε να λάβη την καρδιακή προσευχή και να γνωρίζη το πλήθος των μεθοδειών του νοητού εχθρού. Για όλα αυτά οι μοναχές την αγάπησαν και ωφελούντο από την ταπείνωσι, την άσκησι και τον ζήλο της.
3) Όταν εισέβαλαν οι τούρκοι στην κοιλάδα του Μπουζάου, η οσία Θεοδώρα κρύφθηκε στα όρη με την πνευματική της Μητέρα, την Μεγαλόσχημη μοναχή Παϊσία. Εκεί αγωνίσθηκαν μερικά χρόνια με νηστεία και αγρυπνία, υπομένοντας με ανδρικό φρόνημα την πείνα, το ψύχος και άλλους, αγνώστους σ’ εμάς, πειρασμους του διαβόλου. Αλλά αντιπαλαίοντας η μακαρία με την φλογερή προσευχή της, τα υπέμενε όλα, αφού γευόταν τις μυστικές παρηγοριές του Αγίου Πνεύματος.
4) Σαν εκοιμήθη στο όρος η πνευματική της Μητέρα μεταξύ των ετών 1670-1675, η οσία Θεοδώρα έλαβε πληροφορία από τον Θεό για τα βουνά του Νεάμτς. Εδώ, αφού επροσκύνησε την θαυματουργό Εικόνα της Μητέρας του Κυρίου που ήταν στην μεγάλη Λαύρα, επήγε να συμβουλευθή τον ηγούμενο της σκήτης Συχαστρίας, ιερομόναχο μεγαλόσχημο Βαρσανούφιο. Αυτός πληροφορήθηκε στην καρδιά του ότι η Θεοδώρα επιθυμεί την ερημική ζωή και εγνώρισε από το Άγιο Πνεύμα την αρετή της. Πρώτα της μετέδωσε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Κατόπιν, δίνοντάς της για πνευματικό οδηγό τον Πνευματικό Παύλο, της είπε: «Πήγαινε στην έρημο για ένα χρόνο, στα δάση των βουνών της Σύχλας. Εάν ημπορέσης με την Χάρι του Θεού να υπομείνης τις δυσκολίες και τους φοβερούς πειρασμούς του διαβόλου, μείνε εκεί μέχρι του θανάτου σου. Εάν όμως δεν ημπορέσης να υπομείνης, να επιστρέψης σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι και εκεί να εργάζεσαι με ταπείνωσι την σωτηρία της ψυχής σου».
5) Αναζητώντας ο όσιος Παύλος ένα ερημικό κελλί για την μακαρία Θεοδώρα και μη ευρίσκοντας, συνάντησε ένα γέροντα ησυχαστή, που ασκήτευε κάτω από κάτι βράχους της Σύχλας. Αυτός, έχοντας το προορατικό χάρισμα, είπε στη Θεοδώρα:
― Αγωνίσου, μοναχή Θεοδώρα στο κελλί μου, διότι εγώ θα πάω σ’ άλλο ερημικώτερο καλυβόσπιτο. Ως εκ τούτου, αφού εγκατέστησε ο ιερομόναχος και μεγαλόσχημος Παύλος την οσία Θεοδώρα στα βουνά της Σύχλας και την ευλόγησε, επέστρεψε πάλι στην σκήτη.
6) Σ’ αυτό το κελλί αγωνίσθηκε η οσία Θεοδώρα περίπου 30 χρόνια, δοξάζοντας ακατάπαυστα τον Θεό και υπερνικώντας με υπομονή και ταπείνωσι όλες τις παγίδες του εχθρού. Επειδή ενισχύετο με την άνωθεν δύναμι, δεν κατέβηκε πλέον από το βουνό, ούτε ανθρώπινη βοήθεια δέχθηκε από κανέναν. Μόνο ο μακάριος Παύλος, ο Πνευματικός της, ανέβαινε μόνος του από καιρό σε καιρό στο κελλί της με τα Άχραντα Μυστήρια και έτσι πάντοτε αγωνίσθηκε σ’ όλη την ζωή της. Μ’ αυτή την αγγελική πολιτεία τόσο πολύ προώδευσε η οσία, ώστε έκανε αγρυπνίες όλες τις νύκτες με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι να έλθουν τα χαράματα και το πρόσωπό της έλαμπε. Ύστερα αναπαυόταν δύο ώρες και πάλι άρχιζε. Τροφή ελάμβανε μόνο μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα, λίγο παξιμάδι με χόρτα του δάσους, φτέρη και ξυνήθρα (λάπαθο), το οποίο μέχρι τώρα ονομάζεται «Το λάπαθο της αγίας Θεοδώρας». Νερό συγκέντρωνε από το βρόχινο, μέσα σ’ ένα κοίλωμα ενός βράχου, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Το πηγάδι της οσίας Θεοδώρας». Και ένα παράδοξο θαύμα είναι ότι, το νερό δεν τελειώνει ουδέποτε απ’ αυτό το κοίλωμα του βράχου.
Αργότερα όταν εκοιμήθη ο όσιος Παύλος, η μακαρία Θεοδώρα απέμεινε μόνη της, έχοντας μόνο την πρόνοια του Θεού.
7) Κάποτε, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι μέσα στα χωριά και τα μοναστήρια της περιοχής Νεάμτς, τα δάση εγέμισαν από χωρικούς και μοναχούς. Τότε έφθασαν και μερικές μοναχές στο κελλί της οσίας Θεοδώρας. Η μακαρία Θεοδώρα τους είπε:
― Μείνετε εσείς στο κελλί μου, διότι εγώ έχω άλλο τόπο πιο κατάλληλο για καταφύγιο. Από εκείνη την στιγμή μετέβη σε μια άλλη κοντινή σπηλιά και συνέχισε μόνη της την άσκηση, άγνωστη απ’ όλους. Την νύκτα αναπαυόταν λίγο επάνω σε μια πέτρινη πλάκα, η οποία φαίνεται μέχρι σήμερα.
8) Κάποτε μια συμμορία από τούρκους περιπλανιόταν στα βουνά της Σύχλας για σατανικές δουλειές και έφθασαν και στην σπηλιά της οσίας Θεοδώρας. Τότε ώρμησαν κατ’ επάνω της για να την εξοντώσουν. Μα η αγία έπεσε στα γόνατα, εσήκωσε τα χέρια της προς τον Θεό και είπε: Λύτρωσέ με Κύριε, από τα χέρια των φονευτών μου! Εκείνη την στιγμή άνοιξε θαυματουργικά ο τοίχος της σπηλιάς. Αμέσως η νύμφη του Χριστού έφυγε από εκεί, κρύφθηκε στα δάση και έτσι εγλύτωσε από τον θάνατο.
9) Ξεχασμένη απ’ όλους τους ανθρώπους, ως τα γεράματά της χωρίς καμμιά συντροφιά, άφησε όλη την ελπίδα της μόνο στον Θεό. Αφού εγκατέλειψε το κελλί η οσία Θεοδώρα, αγωνίσθηκε στην σπηλιά σαν ένας ενσώματος άγγελος. Τώρα πλέον ούτε κρύο ούτε πείνα αισθάνεται καθόλου, ούτε ο διάβολος πλέον την ταλαιπωρεί. Προσεύχεται αδιάκοπα στον Θεό με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι ν’ αρπαγή με τον νου σ’ αυτά τα ουράνια μυστήρια, ενώ με το σώμα υψώνεται επάνω από το έδαφος. Τότε φωτίζεται το πρόσωπό της, ενώ από το στόμα εξέρχεται και ανεβαίνει υψηλά μια φλόγα πυρός, όπως στους μεγάλους αγίους. Διότι είχε φθάσει η μακαρία με την προσευχή πολύ υψηλά, σε έκστασι, και γλυκαινόταν το πρόσωπό της με μια απερίγραπτη θεϊκή Χάρι.
10) Τα ενδύματα της αγίας Θεοδώρας είχαν φθάσει τώρα να είναι μερικά κουρέλια, με τα οποία μετά δυσκολίας εσκέπαζε το αδύνατο από την πολλή άσκησι σώμα της. Ακόμη και η τροφή τελείωσε. Γι’ αυτό ανέλαβαν τα πουλιά του ουρανού, κατόπιν εντολής του Δημιουργού των, να της φέρνουν καθημερινά ψίχουλα και φλούδες από ψωμί που τα έπαιρναν από την τράπεζα της σκήτης Συχαστρίας. Η μακαρία Θεοδώρα προσευχόταν ακατάπαυστα για τον κόσμο και χαιρόταν διότι σε λίγο θα αποδημούσε από το θνητό σώμα της.
Σαράντα ημέρες πριν από το μακάριο τέλος της, προσευχήθηκε στον Θεό να της αποστείλη ένα ιερέα, για να μεταλάβη τα Πανάχραντα Μυστήρια. Και ο Κύριος δεν άφησε απαρατήρητη την ψυχική της επιθυμία.
11) Κάποια φορά παρετήρησε ο ηγούμενος της Συχαστρίας κοπάδια από πουλιά να φέρνουν ψίχουλα στο ράμφος των και να πετούν προς το βουνό της Σύχλας. Συλλογίστηκε λοιπόν κατ’ ιδίαν μήπως εκεί ζη κανένας άγιος ησυχαστής. Γι’ αυτό έστειλε δύο αδελφούς να παρακολουθήσουν πού πηγαίνουν αυτά τα πουλιά. Εβάδιζαν πλέον οι αδελφοί αυτοί στην περιοχή εκείνη και, περιπλανώμενοι την νύκτα μέσα στο δάσος, προσεύχονταν και περίμεναν να φωτίση. Κατόπιν, παρατηρώντας μπροστά των μια στήλη φωτός να υψώνεται στον ουρανό, την επλησίασαν και είδαν μια γυναίκα να λάμπη σαν ήλιος στο πρόσωπο, να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα και να μη στηρίζεται στο έδαφος. Ήταν η αγία Θεοδώρα.
― Σ’ ευχαριστώ, Κύριε που με άκουσες! Είπε η μακαρία. Μετά επρόσθεσε: Μη φοβάσθε, αδελφοί, διότι είμαι μια ταπεινή δούλη του Θεού. Αλλά, σας παρακαλώ, να μου ρίξετε ένα επανωφόριο να σκεπασθώ διότι είμαι στο σώμα γυμνή. Αφού κατόπιν τους εκάλεσε να πλησιάσουν, τους διηγήθηκε τη ζωή της, το τέλος της που πλησίαζε, και τους έδωσε την εξής εντολή:
― Κατεβήτε στην σκήτη και πέστε στον ηγούμενο να στείλη τον Πνευματικό Αντώνιο και τον ιεροδιάκονο Λαυρέντιο εδώ, με το σώμα και το Αίμα του Χριστού.
― Πώς να πάμε με τέτοια νύκτα στην σκήτη, απάντησαν οι αδελφοί, αφού δεν γνωρίζουμε τον δρόμο;
― Πηγαίνετε με το φως που βλέπετε μπροστά σας και αμέσως θα φθάσετε.
12) Τα χαράματα της επομένης ημέρας έφθασαν στην Σύχλα ο Πνευματικός Αντώνιος με τον διάκονο Λαυρέντιο και τους δύο αδελφούς και ευρήκαν την αγία Θεοδώρα μπροστά στην σπηλιά της, κάτω από τους κλώνους ενός ελάτου. Στην αρχή η οσία τους αφηγήθηκε την ζωή της, κατόπιν απήγγειλε το «Πιστεύω», μετέλαβε τα Θεία Μυστήρια και, ζητώντας ευλογία από τον ιερέα, είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, πάντων ένεκεν». Την ίδια στιγμή η αγία Θεοδώρα παρέδωσε την μακαρία ψυχή της στην αγκαλιά του Χριστού, ενώ το σώμα της ευωδίασε. Κηδεύθηκε και τοποθετήθηκε τιμητικώς από τους πατέρας στην σπηλιά, όπου ασκήτευσε.
13) Η είδησις για την ζωή και τον θάνατο της αγίας Θεοδώρας της Σύχλας διαδόθηκε γρήγορα σ’ όλα τα μοναστήρια, στα χωριά της Μολδαβίας, μέχρι ακόμη και το άλλο μέρος των συνόρων. Γι’ αυτό έτρεχαν στην σπηλιά της πιστοί από τα χωριά, προ παντός ασθενείς, και εθεραπεύοντο από τις διάφορες αρρώστειές των. Διότι το σώμα της δοξάσθηκε με αφθαρσία, ανέβλυσε ευωδία και έκανε θαύματα. Μερικοί προσκυνούσαν τα Λείψανά της, άλλοι ασθενείς άγγιζαν το φέρετρό της, ενώ πολλοί πλένονταν με νερό από το πηγάδι της και ελάμβαναν βοήθεια και παρηγοριά.
14) Το άγιο σώμα της οσίας Θεοδώρας της Σύχλας έμεινε στην σπηλιά επί εκατό χρόνια, αφού απήλαυσε μια βαθειά ευλάβεια και τιμή, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους πατέρας. Μα ως θνητό και κρίμασιν οις οίδε Κύριος, το σώμα αποσυνετέθη. Στα χρόνια 1828-1834 τα άγια Λείψανά της μετεφέρθηκαν στο Κίεβο και τοποθετήθηκαν στις κατακόμβες του μοναστηριού Πετσέρσκα με το όνομα σε μια επιγραφή «Η αγία Θεοδώρα των Καρπαθίων», όπου και υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η ψυχή της όμως τώρα προσεύχεται πάντοτε μπροστά στην Παναγία Τριάδα για όλο τον κόσμο.
Οσιωτάτη Μήτηρ ημών Θεοδώρα, πρέσβευε τω Κυρίω υπέρ ημών!
Ρουμανικό Γεροντικό
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Λόγος ἐπικήδειος στὴ μητέρα του, κ. Μηλιὰ Μασοῦρα (Ἱερὸς ναὸς Ἁγίου Ἐλευθερίου, Συνοικισμὸς Λατσιῶν, 06.09.2014) -(Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου)



site analysis


Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Πατέρες καὶ ἀδελφοί μου,
Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος με την κεκοιμημένη μητέρα του Μηλιά







Μεταβαίνει σήμερον «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» ὁ πλέον δικός μας ἄνθρωπος: ἡ μάνα μας! Γιὰ τὸν καθένα ἡ μάνα εἶναι «μάννα» καί, βεβαίως, καὶ ἡ Μηλιὰ γιὰ μένα. Ἡ Μηλιὰ τοῦ Θεοχάρη Ἀκρίτα, τῆς Μυροφόρας τοῦ Πρωτόπαπα καὶ τῶν Πρωτοπαπάδων. Ἡ Μηλιὰ ὕστερα τοῦ Νικόλα τοῦ Μασοῦρα, τοῦ ἀλετράρη, ποὺ τὴ νυμφεύθηκε μετὰ τὴν πρόωρη χηρεία του.
Πρὶν πῶ ὁτιδήποτε γιὰ τὴ μάνα μας, πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας, ὅτι ἡ Μηλιὰ ἦταν κόρη τῆς Μυροφόρας, ποὺ προαναφέραμε, τῆς γνωστῆς ὡςΘεοχάραινας τῆς Κάτω Ζώδειας. Καὶ τοῦτο, γιατί ἡ γιαγιά μου Μυροφόρα ἄφησε μνήμη ὁσίας γυναικός. Καί, ὅπως ἡ ἴδια εἶπε στὴν ἀδελφή της Μάρθα (σήμερα 99 ἐτῶν!), σὲ μεταθανάτια ὁλοφώτεινη ἐμφάνισή της σ᾽αυτήν· «Ὁ Χριστὸς μὲ κατέταξε μὲ τὶς παρθένες, κι ἃς ἔκαμα τέσσερα παιδιά. Ἡ παρθενία δὲν εἶναι αὐτό, ποὺ νομίζετε! Ἔγκειται στὸν νού!  Κι ἐγὼ πρόσεχα τὸν νού μου ἀπὸ τὰ 33 μου χρόνια, ὁπόταν ἔχασα τὸν ἄνδρα μου.»

Ἡ μάνα μου, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τοῦ μακαριστοῦ πατέρα μας, ἔμελλε νὰ γίνει μητέρα, μητέρα τῶν δύο ὀρφανῶν παιδιῶν του, τοῦ Ἀνδρέα μας καὶ τοῦ Μιχάλη μας. Μιὰ λεπτομέρεια, τὴν ὁποία εἶναι καλὰ νὰ τὴν ἔχουν ὑπόψη τους οἱ σύγχρονες γυναῖκες τῆς Κύπρου. Ἡ μάνα μου δὲν εἶχε μόνο νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιὰ τοῦ πατέρα μου ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ τὸν πενθερό του. Στὸ σπίτι μέσα βρῆκε καὶ τὴν πενθερὰ τοῦ πατέρα μου ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ τὸν πενθερό του. Ὅταν τὰ πενθερικὰ τοῦ πατέρα μου εἶδαν πόσο καλὸς ἄνθρωπος, πόσο καλὴ χριστιανὴ ἦταν ἡ Μηλιά, ἄνκαι εἶχαν κόρες, εἶπαν, καλύτερα στὴν Μηλιὰ νὰ μείνουμε· καὶ ἔτσι τοὺς γηροκόμησε καὶ αὐτούς. Ὅταν κάποτε πῆγα νὰ ἐξομολογηθῶ, νέος διάκος τότε, στὸν Γέροντα τοῦ Σταυροβουνίου, π. Ἀθανάσιο, μὲ ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ εἶσαι, γυιέ μου;» «Ἀπὸ τὴν Πάνω Ζώδεια», τοῦ ἀπάντησα. «Ἀπὸ τὴν Πάνω Ζώδεια», μοῦ εἶπε τότε, «γνώρισα μιὰ γυναίκα, ποὺ ἔκανε κάτι τὸ σπάνιο: μεγάλωσε, ὄχι μόνο τὰ δικά της παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἄνδρα της ἀπὸ τὸν πρῶτο του γάμο καὶ γηροκόμησε καὶ τὰ πενθερικά της!» Χαμογέλασα, καὶ τοῦ λέω· «Ἡ μάνα μου εἶναι αὐτή, Γέροντα!» «Εἶσαι εὐλογημένος, ποὺ ἔχεις αὐτὴ τὴ μάνα», μοῦ εἶπε. «Πρόσεχε, γιατί εὐλογημένες μάνες, σημαίνει εὐλογημένες ὑποχρεώσεις.»
Μεγαλώσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ αὐτὴ τὴ γυναίκα. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ μεγαλύτερη προίκα, ποὺ ἔδωσε στὰ παιδιά της, στὰ ἐγγόνια της, στὰ δισέγγονα καὶ στὰ τρισέγγονά της, εἶναι ἡ πίστη. Μᾶς ἔδωσε πίστη βαθιά, ποὺ νὰ μὴν στερεύει ποτὲ ἐνώπιον ὁποιασδήποτε δυσκολίας. Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία ἀπὸ τὸν θάνατο! Καὶ τὸν γεύτηκε ἡ Μηλιὰ τὸν θάνατο ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια μέχρι τὰ ὕστερά της, ὅταν πρῶτα, στὰ ἑφτὰ τῆς χρόνια, κήδευσε τὸν πατέρα της, στὰ πενήντα της τὸν ἄνδρα της Νικόλα, ὕστερα τὸν γυιό της Πέτρο, 24 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς, καὶ κατόπιν τὸν πλέον ἀγαπημένο της «γυιό», ποὺ γι᾽ αὐτὴν δὲν ἦταν κατὰ σάρκα γυιός της, τὸν ἀγαπημένο μας γαμπρὸ Ἀνδρέα. Ἀλλά, μάνα, σημαίνει νὰ ἔχεις παιδιά, τὰ ὁποῖα ἀντέχουν αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν αἰώνια ζωή· δὲν τὴν ἀπολυτοποίουν αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ τὴν ἐξασκοῦν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ. Αὐτὸ ἔζησε, αὐτὸ μᾶς μετέδωσε ἡ μάνα μας.
Θὰ ἤθελα, ὡς εὐχαριστία γιὰ τὴν παρουσία σας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς πῶ μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς μάνας μας, γιὰ νὰ δοῦμε αὐτό, ποὺ ὁ ἅγιος Γέροντάς μας π. Συμεών, Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, μᾶς περιέγραψε προηγουμένως στὸν λόγο του, ὡς λαϊκὴ εὐσέβεια. «Ἔχεις λαόν; ´Εχεις Θεόν!»
Ὅταν τῆς εἶπα κάποτε, «Μάνα, ἡ Στέλλα ἀγάπησε τὸν Ἀνδρέα καὶ παντρεύτηκαν, ὁ Χάρης ἀγάπησε τὴν Εὐδοκία καὶ παντρεύτηκαν», τότε ἐκείνη μοῦ λέει· «Ἀγάπησες κι ἐσὺ καμμιάν, γυιέ μου; Πές μου το, καὶ εἶναι καλὸ πράμα!» Τῆς λέω· «Ἀγάπησα τὴν πιὸ ὄμορφη, τὴν Ἐκκλησία!» «Μά, θὰ γίνεις μοναχός;» Τῆς λέω, «Ναί». Δὲν μοῦ ἔφερε καμμιὰ ἀντίδραση κοσμική. Ἡ ἀντίδρασή της ἦταν πνευματικοῦ χαρακτήρα. Μοῦ εἶπε μόνο· «Ξέρεις, ἐσὺ ὁ ἐνθουσιώδης, τί σημαίνει μοναχός; Καὶ μάλιστα καλὸς μονάχος;»
Τὴν ἐρωτῶ· «Ἐσὺ ξέρεις;» Μοῦ λέει· «Ξέρω, ὅτι ὁ καλὸς μοναχός, γυιέ μου, μέχρι νὰ πεθάνει εἶναι τσακωμένος μὲ τὸ κορμί του. Εἶσαι διατεθειμένος γι᾽ αὐτὸ τὸν καβγὰ ἢ τελικὰ θὰ μᾶς προσβάλεις;» Θυμήθηκα τότε τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, περὶ τοῦ τί ἐστὶ μοναχός· «Μοναχὸς ἐστι, βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπὴς» (Κλῖμάξ, Λόγος Α´, ι´). Ἡ Μηλιὰ ἀπὸ ποῦ τὸ ἔμαθε αὐτό; Ποιὰ ἄνωθεν σοφία τὴ φώτιζε; Ἀπὸ τότε δὲν τὴν ξαναφώναξα μάνα. Τὴ φώναζα, εἴτε γερόντισσα, εἴτε σκέτα, Μηλιά. Αἰσθανόμουν, ὅτι δὲν μοῦ ἀνήκει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ποὺ κουβαλοῦσε τὴ σοφία ἀρχαίων χρόνων. Θὰ μοῦ πεῖτε, μέχρι ποὺ φτάνουν αὐτοὶ οἱ χρόνοι; Μέχρι τοὺς πρώτους χρόνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἐποχὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων! Διότι, ἂν δοῦμε ποιὰ εἶναι ἡ πρώτη λαϊκὴ εὐσέβεια, εἶναι ἡ λαϊκὴ εὐσέβεια αὐτῶν τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ ἀγραμμάτων ψαράδων τῆς Τιβεριάδος. Καὶ ἀπὸ τότε οἱ ἄνθρωποι τὴ διαδέχονται, τὴν παραλαμβάνουν καὶ τὴν παραδίδουν ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ἂν ἑνωθεῖ καὶ μὲ τὴν ἱερωσύνη αὐτό, γίνεται καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Χάριτι Θεοῦ, σ᾽ ἐμᾶς τοὺς ἀναξίους συνέβη! Ἀλλά, τί κουβαλοῦμε στὰ κηρύγματά μας, στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν λαό; Ὅλοι μας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς, κουβαλοῦμε τὴ σχέση τοῦ πατέρα μας καὶ τῆς μάνας μας μὲ τὸν Θεό. Ἂν βρήκαμε καὶ κανένα καλὸ ἅγιο Γέροντα στὴ νεανική μας ζωή, τότε κουβαλοῦμε καὶ τὴ σχέση αὐτοῦ μὲ τὸν Θεὸ τὸν Τριαδικό· αὐτὸ μεταδίδουμε! Ἄρα, πόσα πολλὰ ὀφείλω, σκεφτεῖτε, σὲ ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο; Ἀργότερα, εἶπα στὴ μάνα μου· «Νὰ μοῦ δώσεις τὴν εὐχή σου, νὰ πάω νὰ γίνω μοναχός!» «Ἅ!», μοῦ λέει, «δὲν θὰ σοῦ δώσω τὴν εὐχή μου νὰ γίνεις μοναχός, ἐὰν δὲν δῶ πρῶτα τὸν δάσκαλό σου.» Τὸν Γέροντά μας, ἐννοοῦσε! Ὅταν τὴν πῆγα στὸν π. Συμεὼν καὶ τὸν πρωτοεῖδε, μοῦ εἶπε, πρὶν ἀκόμα τῆς μιλήσει· «Ὁ δάσκαλός σου εἶναι τοῦτος ὁ παστὸς (=αδύνατος);» «Ναί», τῆς λέω. Μοῦ λέει τότε· «Νὰ ἔχεις τὴν εὐχή μου, γυιέ μου. Τουλάχιστον ξέρεις νὰ διαλέγεις δασκάλους!» Τί ἔκαμε νομίζετε κατόπιν, ὡς πρώτη της κίνηση; Ἐγκατέλειψε τὸν καλὸ τῆς ἐδῶ Πνευματικό, τὸν π. Σωτήριο ἀπὸ τὴν Ἄσσια, καὶ ἔκαμε Πνευματικό της τὸν π. Συμεών. Τῆς εἶπα τότε· «Γιατί ἔκαμες Πνευματικὸ τὸν π. Συμεών;» «Γιὰ νὰ σὲ κατηγορῶ», μοῦ λέει, «καὶ νὰ βοηθήσω ἔτσι αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ καταλάβει μιὰν ὥρα γρηγορότερα, γιὰ νὰ συνεργαζόμαστε μαζί του γιὰ τὴ σωτηρία σου.» Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Μηλιά! Σπάνια μᾶς ἐπαινοῦσε! Πολὺ πιὸ σπάνια μᾶς χάιδευε! Παρόλο τοῦτο, ὅλοι μας, καὶ παιδιά της καὶ ἐγγόνια της καὶ δισέγγονα καὶ τρισέγγονά της καὶ ὅλοι ὅσοι τὴν πλησίαζαν, αἰσθανόμαστε τὴν πνευματικὴ ἀγάπη της, νὰ χαϊδεύει τὴν καρδιά μας καὶ ὅλο μας τὸ εἶναι. Ἡ μάνα μας δὲν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ γλυκοῦ λόγου. Ἐνίοτε αὐτὸς γινόταν καὶ πικρός. Ὅταν κάποτε τῆς εἶπα· «Μάνα, ὅλοι μοῦ λένε ὅτι εἶμαι ἀπότομος! Ὁ πατέρας μου ἦταν γλυκύς, ἐσὺ δὲν εἶσαι ἀπότομη. Ἀπὸ ποιὸν πῆρα;» Δαχτυλόδειξε τότε μὲ μιὰ μεγαλοπρέπεια τὸν ἑαυτό της καὶ εἶπε· «Ἀπὸ μένα πῆρες!» «Μά, δὲν εἶσαι ἀπότομη!» Μοῦ λέει· «Ἤμουν, γυιέ μου, μέχρι τὰ πενήντα μου! Μετὰ μὲ ἐπισκέφθηκε ὁ θάνατος, καὶ κατάλαβα, ὅτι τὸ νὰ ἐπιβάλλω τὴ γνώμη μου μὲ τὸ ἔξυπνο μυαλό μου, ποὺ κληρονόμησα ἀπὸ τὴ γενιὰ τῶν Ἀκριτῶν, δὲν εἶναι εὐλογημένο ἀπὸ τὸν Θεό. Καλύτερα νὰ τοὺς φωτίζει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, παρὰ νὰ τοὺς ἐπιβάλλουμε ἐμεῖς τὴν ἄποψή μας.» Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν ἡ μάνα μας!
Νὰ σᾶς πῶ ἀκόμη γιὰ τὶς ἐπισκέψεις, ποὺ εἶχε ἀπὸ ἁγίους σὲ δύσκολες ὧρες τῶν παιδιῶν της: Ὅταν ἦταν νὰ γεννήσει ἐμένα, εἶδε τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὅταν θὰ γινόμουν μοναχός, τὴν ἔπεισε γιὰ τὴν ἐπιλογή μου ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ποὺ συνομίλησε μαζί της. Ὅταν κινδύνευσε ὁ ἀδελφός μου Χάρης μὲ δύσκολη ἀσθένεια, κι ἐμεῖς τῆς κρύβαμε τὴν ἀσθένειά του, τῆς τὴν ἀποκάλυψε ἕνας ἅγιος! Μοῦ εἶπε μιὰ μέρα· «Δεσπότη, μὰ ὁ ἅγιος Νικήτας ἦταν ξανθός;» Τῆς λέω, «Ναί. Ἦταν Γότθος. Ἡ πατρίδα του ἦταν ἐκεῖ, ποὺ σήμερα εἶναι ἡ Ρουμανία. Ἀλλά, γιατί μὲ ἐρωτᾶς;» «Τὸν εἶδα», μοῦ λέει «ὅταν πῆγα νὰ προσκυνήσω ἕνα ἀπόγευμα, καὶ μοῦ εἶπε· ‘’Να μὴν στεναχωριέσαι γιὰ τὸν Χάρη! Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια οὐ πρὸς θάνατον, ἀλλὰ παιδαγωγία Χριστοῦ’’. Τί σημαίνει ὅμως αὐτὸ τὸ τελευταῖο;» «Εἶναι γιὰ νὰ τὸν φέρει κοντά του ὁ Χριστός, μάνα.» Τότε ἀναφώνησε· «Δόξα σοι, ὁ Θεός! Νὰ μᾶς δώσει ὅ,τι δοκιμασία θέλει! Φτάνει νὰ εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό!» Καὶ τῆς λέω· «Γιατί, μάνα, νὰ νιώθουμε τόσην ἀγάπη, ὅταν εἴμαστε κοντὰ στὸν Χριστό;» «Εἶσαι Δεσπότης, γυιέ μου, καὶ μ᾽ ἐρωτᾶς ἐμένα; Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος· τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι προσωρινά!» Νὰ ἀναφέρω ἀκόμη γιὰ τὴν αἴσθηση τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ποὺ εἶχε, ὅταν συμμετεῖχε σ᾽ αὐτά. Πόση σοβαρότητα καὶ εὐλάβεια αἰσθανόταν ἀπέναντι στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας!
Καὶ ἕνα τελευταῖο: Μὲ εἶδε μιὰ φορὰ νὰ γογγύζω καὶ νὰ ἔχω θυμό, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ περιπετειώδη Σύνοδο, ποὺ εἴχαμε. Καί, τί νομίζετε μοῦ εἶπε, ὅταν μὲ εἶδε στὴ Μητρόπολη ἐκνευρισμένο; «Μά, εἶσαι ἐκνευρισμένος;» Τῆς λέω, «Ναί, ἀπὸ ὁρισμένα διατρέξαντα στὴ Σύνοδο, ποὺ εἴχαμε.» «Δὲν μοῦ λές, παιδί μου, ὅταν εἶσαι ἐπάνω στὸν θρόνο καὶ σὲ θυμιατίζουν δύο διάκοι κι ἐσὺ καμαρώνεις, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω, «Ναί, μοῦ ἀρέσει!» «Κι ὅταν σὲ μνημονεύουν συνεχῶς στὸν ναὸ καὶ λένε· ‘‘υπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Νεοφύτου’’, κι ἐσὺ εὐλογὰς καμαρωτός, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω, «Μοῦ ἀρέσει.» «Κι ὅταν προσκυνὰ τὸ χέρι σου ὁ λαός, σοῦ ἀρέσει;» Τῆς λέω καὶ πάλιν, «Ναί, μοῦ ἀρέσει!» «Ἔ, λοιπόν! Τὰ καλὰ δεχούμενα, τὰ κακὰ οὐχί; Αὐτὸ σὲ μάθαμε;»
Πρὶν τέσσερα χρόνια, ἀντιλήφθηκα ὅτι ἡ μνήμη τῆς μάνας μας ἄρχισε νὰ ἀδυνατίζει. Τὴ ρώτησα· «Ἔζησες πολλοὺς πόνους στὴ ζωή σου. Ποιὸς ἦταν ὁ πιὸ μεγάλος πόνος;» Μοῦ ἀπάντησε· «Ὅταν κατέβασα τὸν γυιό μου τὸν Πέτρο στὸν τάφο. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος πόνος ἡ μάνα νὰ θάβει τὸ σπλάχνο της!» Ἀμέσως ὅμως μετά, γιὰ νὰ μὴν τὴ νικήσει ἡ θλίψη, πρόσθεσε μὲ βιασύνη• «Ἀλλά, δόξα σοι, ὁ Θεός· δόξα σοι, ὁ Θεός! Ὁ Θεὸς ξέρει τὸ γιατί!» Ὕστερα, τῆς ζήτησα νὰ μοῦ δώσει μιὰ νουθεσία, δίκην παρακαταθήκης, τί νὰ προσέξω στὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου μου. Καὶ μοῦ ἀπάντησε· «Ὁ Θεὸς σὲ ἀνέβασε πολὺ ψηλά. Πρόσεχε, νὰ μὴ ‘‘γείρει’’ ὁ νούς σου!» Ἐννοοῦσε, νὰ μὴν μὲ κυριεύσει ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅλος ὁ ἀγώνας τῆς μάνας μας ἦταν νὰ μᾶς μάθει τὴν ταπείνωση, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός!
Ὡς ἐπιστέγασμα τῶν πτωχῶν μου τούτων λόγων γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς μάνας μου, ἐπιτρέψετέ μου νὰ καταθέσω κάτι, ποὺ μοῦ εἶπε πρὶν λίγο ἕνας παλαιὸς γνωστός μας δάσκαλος, ποὺ γνώριζε καὶ τὴ Μηλιά: «Ἡ μάνα σοῦ ἦταν ἡ μοῦσα σου, ποὺ σὲ ἐνέπνεε. Φρόντισε νὰ συνεχιστεῖ τοῦτο τὸ ὡραῖο ποὺ νιώθαμε κοντά της καὶ κοντά σου. Νὰ εἶσαι σὲ συνεχὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ πνεῦμα της, γιὰ νὰ συνεχισθεῖ αὐτὴ ἡ ἔμπνευση!»
Αὐτά, ἀγαπητοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, ὡς δεῖγμα εὐχαριστίας γιὰ τὴ δική σας παρουσία, καὶ ἐξαιρέτως τὴ δική σας, ἅγιοι ἀρχιερεῖς καὶ ἀγαπητὲ ἀρχιεπίσκοπε τῶν Μαρωνιτῶν. Αὐτὰ καὶ γιὰ σᾶς, λαὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἤρθατε νὰ δεῖτε ἕνα κομμάτι τῆς δικῆς σας ψυχῆς νὰ φεύγει, ἕνα κομμάτι ποὺ φαίνεται ὅτι φεύγει ἀπὸ τὴ σύγχρονη Κύπρο, καὶ μένει ἡ Κύπρος ἡ μοντέρνα, ἡ μεταλλαγμένη, ποὺ ἀναζητᾶ τὸ καινούργιο νόημα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Κοντὰ στὴ μάνα μας μάθαμε, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἔχει νόημα καὶ ἡ ἄλλη ζωὴ ἔχει νόημα καὶ ὁ θάνατος ἔχει νόημα· εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς Ἀναστάσεως! Αὐτὰ μάθαμε κοντὰ στὴ μάνα μας. Εὔχομαι ὅλη ἡ Κύπρος νὰ εἶναι κοντὰ σὲ τέτοιους ἀνθρώπους. Δόξα τῷ Θέῷ, κάθε γενιὰ ἔχει τέτοιους ἀνθρώπους! Τὸ ζητούμενο, νὰ μπορέσουμε νὰ μαθητεύσουμε καὶ νὰ μεταδώσουμε αὐτὴ τὴ μαθητεία καὶ στὰ τέκνα καὶ στὰ ἔκγονά μας.
Παρακαλῶ, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μου, ἀρχιερεῖς καὶ πατέρες, νὰ μνημονεύετε τακτικὰ στὶς προσευχὲς καὶ τὶς Λειτουργίες σας τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Μηλιά. Εὐχαριστοῦμε ἀπὸ καρδιᾶς!
Τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ Μηλιάς, εἴη αἰωνία ἡ μνήμη! Ἀμήν!
ΠΗΓΗ.ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΟΡΦΟΥ

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Μοναχή Θεοκλήτη Μνήσθητι Κύριε



Η αδελφή Θεοκλήτη από την αδελφότητα της μονής του Αγίου Παύλου. Κοιμήθηκε στις 18/8/2014 και κατά την διάρκεια της νοσηλείας της συνέβαιναν πολλά θαυμαστά στο νοσοκομείο της Λάρισας που νοσηλευόταν και η κοίμησή της ήταν επίσης θαυμαστή.
ήταν αμερικανίδα, καμία σχέση με την ορθοδοξία, ένα ταξίδι ήρθε Ελλάδα και έμεινε. Σε ένα χρόνο έγινε μεγαλόσχημη και πνεύμα Θεού και περίσσευμα Αγάπης.
 
Ας γίνει παράδειγμα για όλους μας 

Μοναχή Χριστοδούλη, η έγκλειστος



site analysis


 
Zoom in (real dimensions: 800 x 533)Εικόνα
ΠΗΓΗ.xristianos.gr

Την γνώρισα στα ύστερνά της. Το εργόχειρό της ήταν ιεροράπτρια. Δεν ήτανε σπουδαία στο εργόχειρό της, αλλ’ η φτωχολογιά εκεί κατέφευγε. Σ’ όλους τους μαθητές της Πατμιάδος Σχολής αυτή έρραβε τα ρασάκια. Με τα λίγα έσοδά της συντηρείτο, γιατί το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο και δεν εκάλυπτε τις ανάγκες των αδελφών της Μονής.
Κάθε φορά που πήγαινα στην γυναικεία Μονή, η Χριστοδούλη πίσω από την πύλη περίμενε κάποιον να βρη να αγγαρεύση είτε για λίγο ψωμί είτε για διάφορα τρόφιμα. Έβαζα κακό λογισμό: «Μα πέντε βήματα είναι ο φούρνος και το μαγαζί και περιμένει εμένα να της ψωνίσω;». Κάθε φορά έδινε και φιλοδώρημα. Προσπαθούσα να το αποφύγω. Λίγες φορές το πέτυχα . Επιμένοντας πως είναι ευλογία της Παναγίας , με έκαμπτε να το πάρω.
Η Χριστοδούλη ήταν ασκητικός άνθρωπος. Η στρωμνή της ήταν καταγής , στοιβές πατικωμένες , με προσκέφαλο μια πέτρα. Μια παλιοκουβέρτα τα σκέπαζε όλα. Λιτό ήταν και το φαγητό της.
Σαν κοιμήθηκε λύθηκε η απορία μου, γιατί η Χριστοδούλη μ’ έστελνε σε θελήματα. Μίλησε ο πατήρ Παύλος Νικηταράς και ελάλησε τα εξής:
- Η γερόντισσα Χριστοδούλη εισήλθε στο μοναστήρι της Παναγίας πριν από εξήντα χρόνια και σήμερα εξέρχεται για πρώτη και τελευταία φορά , βασταζόμενη υπό τεσσάρων, για το κοιμητήριο της Μονής.
Εξήκοντα χρόνια στο μοναστήρι, δίπλα στο σπίτι της, και ποτέ δεν εξήλθε της πύλης! Δοξασμένος ο Θεός. Υπάρχουν και σήμερα καλόγριες σαν του παλιού καιρού. Αν βάλουμε κανόνα στον εαυτό μας , και τον πιο σκληρό, και τον κρατήσουμε μυστικά και από τους Αγγέλους, ο Κύριος θα βοηθήση να τον εκτελέσουμε μέχρι το τέλος. Όταν τον έβαζε η απαλή κόρη, άραγε να μη σκέφθηκε πως κάποτε θα αρρωστήσουν οι γείτονες γονείς της και θα πρέπει να τους παρασταθή, ή ακόμα και οι στενοί της συγγενείς; Θα γιορτάση το μοναστήρι τον Θεολόγο και τον Όσιο∙ δεν θα δημιουργηθή μέσα της ο πόθος να προσκυνήση; Αν αρρωστήση βαριά, δεν θα πρέπει να ταξιδέψη εκτός νησιού για γιατρούς και θεραπείες; Όλα τα νίκησε ο κανόνας της άσκησης , και θεία και ανθρώπινα και ανάγκες, και έμεινε έγκλειστος ,του Θεού συνεργούντος , εξήντα χρόνια! 
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμ
ψηστον

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Βίος της Αγίας Μάρτυρος Σουσανίκης της εκ Γεωργίας



site analysis

 


Η αποστασία του βασιλιά.
Η ευσεβής Σουσανίκη έζησε τον 5ο αιώνα. Ήταν κόρη ενός Αρμένιου στρατηγού, του Βαρδάν, και γυναίκα του ηγεμόνα της Κάρτλης Βαρσκέν, γιου του Αρσουσά, με τον οποίο είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά, τρεις γιους και μία θυγατέρα.
Ο Βαρσκέν, μολονότι βαπτισμένος χριστιανός, ήταν πολύ ασεβής. Η Σουσανίκη θλιβόταν για την ασέβεια του συζύγου της, αλλά σήκωνε υπομονετικά το σταυρό της με αδιάλειπτη προσευχή.
Τελικά ο Βαρσκέν αλλαξοπίστησε. Το 466 πήγε στο βασιλιά της Περσίας Φερούζ Μουρντανάχ (459-484), από τον οποίο ήταν τότε εξαρτημένη η Κάρτλη, και, θέλοντας να κερδίσει την εύνοιά του, αρνήθηκε τον Χριστό κι έγινε πυρολάτρης, όπως οι Πέρσες.
Ο Φερούζ, γεμάτος χαρά, πρόσφερε πλούσια δώρα στον Βαρσκέν και τον κατευόδωσε για την πατρίδα του. Κι εκείνος, φτάνοντας στην περιοχή της Ερέτης, στα σύνορα της Κάρτλης, έστειλε κάποιον υπηρέτη του με γρήγορο άλογο, για να ειδοποιήσει τους υπηκόους του, που θα του έκαναν επίσημη υποδοχή.
Εγκατάλειψη του αποστάτη.
Ο καβαλάρης έφτασε στην Τσουρτάβη, ζήτησε ακρόαση από την αρχόντισσα Σουσανίκη και, αφού τη χαιρέτησε, της ανάγγειλε την επιστροφή του συζύγου της.
-Αν παραμένει στην πίστη του, είπε εκείνη, τότε με το καλό να έρθει. Αν όχι, τότε δεν θέλω ούτε να τον δω ούτε ν’ ακούσω γι’ αυτόν.
Προαισθανόταν η αρχόντισσα κάτι δυσάρεστο, γι’ αυτό ζήτησε επίμονα από τον υπηρέτη να της φανερώσει την αλήθεια. Όταν άκουσε ότι ο Βαρσκέν αλλαξοπίστησε, ταράχτηκε και είπε με δάκρυα:
-Πόσο αξιολύπητος είναι! Αρνήθηκε το Χριστό, τον αληθινό Θεό, και πήγε με τους απίστους!
Ύστερα σηκώθηκε, πήρε τους γιους και την κόρη της κι έτρεξε στην εκκλησία. Έβαλε τα παιδιά να σταθούν μπροστά στο ιερό και άρχισε να προσεύχεται:
-Κύριε και Θεέ μου! Εσύ μου έδωσες αυτά τα παιδιά. Εσύ φύλαξέ τα στην αγία πίστη. Μην τα στερήσεις από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, για να μην τα απομακρύνουν από την ποίμνη Σου.
Τελειώνοντας, έστειλε τα παιδιά στο παλάτι, ενώ η ίδια μπήκε σ’ ένα κελλάκι, κοντά στο ναό, και βυθίστηκε σε βαρύ πένθος.
Την ώρα εκείνη ο επίσκοπος του παλατιού Φώτιος απουσίαζε στο σπίτι κάποιου πιστού μαζί με τον πρεσβύτερο Ιάκωβο, μετέπειτα επίσκοπο Τσουρτάβης, πνευματικό της αγίας Σουσανίκης και βιογράφο της. Ο διάκος του επισκόπου έτρεξε ως εκεί και τους διηγήθηκε τα καθέκαστα – ότι ο ηγεμόνας ερχόταν και ότι η γυναίκα του εγκατέλειψε το παλάτι.
«Λυπηθήκαμε πολύ», σημειώνει ο π. Ιάκωβος. «Άφησα τον επίσκοπο και πήγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο κελλάκι, όπου είχε κλειστεί η Σουσανίκη. Τη βρήκα πικραμένη.
»-Αρχόντισσά μου, της είπα, έχεις μπροστά σου σκληρό αγώνα. Θα παλέψεις με τις πανουργίες του εχθρού, για να φυλάξεις την πίστη σου. Οπλίσου, λοιπόν, με θάρρος και υπομονή.
»-Γνωρίζω πως με περιμένει μεγάλη δοκιμασία, είπε η αγία. Είμαι όμως έτοιμη για όλα.
»-Η θλίψη σου είναι θλίψη μας και η χαρά σου χαρά μας. Τί σκέφτεσαι σχετικά με το μαρτύριο;…
Από το βιβλίο: Οι Αγιοι της Γεωργίας. Έκδοσις: Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής. 2004.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

Βίος Οσίας Κασσιανής της Υμνογράφου



site analysis


Η Οσίας Κασσιανή η Υμνογράφος εορτάζει στις 7 ΣεπτεμβρίουZoom in (real dimensions: 460 x 650)Εικόνα

Πρόλογος
«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή....» Ποιος Χριστιανός δεν έχει ακούσει το θαυμάσιο και κατανυκτικό αυτό τροπάριο της Κασιανής και το όνομα της μεγάλης αυτής υμνωδού και μελωδού της Εκκλησίας μας; Όλοι μας περιμένουμε το βράδυ της Μ. Τρίτης (Όρθρος της Μ. Τετάρτης) για να ακούσουμε τον υπέροχο αυτόν ύμνο της μετανοημένης ψυχής, πού παρακαλεί τον Κύριο να την συγχώρηση!
«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή....» Και περιπεσούσα γυνή δεν είναι η ίδια η υμνογράφος, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά η κάθε ψυχή, πού μετανοεί και αναζητεί τον αιώνιο Νυμφίο της Ιησού Χριστό. 

Βίος και πολιτεία της Υμνωδού Κασσιανής
Αηδόνι της εκκλησιαστικής υμνογραφίας η Κασιανή, γεννήθηκε στο Βυζάντιο, πιθανόν στα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως, από αρχοντική οικογένεια και έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Θεοφίλου του εικονομάχου και των διαδόχων του (9ος - 10ος αιώνας), σε μια ταραγμένη για το Βυζάντιο εποχή. Δεν είναι γνωστός ο ακριβής τόπος και χρόνος της γεννήσεως της, αλλά μόνον κατά προσέγγισιν. Βέβαιον είναι μόνον το ζήτημα της προελεύσεώς της από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια, εκ των ευπατριδών, όπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές. Ήταν δηλαδή κόρη, και μάλλον μοναχοκόρη, πλούσιας και αριστοκρατικής οικογενείας γι’ αυτό και είχε τους πόρους να τύχη καλής παιδείας και να μορφωθεί πολύ καλά.

Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν ορφανή κόρη, πιθανόν να είχε χάσει τον έναν ή και τους δύο γονείς της, και ότι ο πατέρας της ήταν αυλικός και πλούσιος πολύ, αλλά δεν είχε παιδί. Καημός των γονιών της Κασιανής ήταν να αποκτήσουν απόγονο, ένα δικό τους παιδί. Και επειδή ήταν θεοσεβείς, παρακαλούσαν τον Θεό και την μεγάλη Μητέρα των Χριστιανών την Παναγία Θεοτόκο, να τους χαρίσει ένα τέκνο.

Πρέπει να πούμε ότι το όνομά της γράφεται με πολλές παραλλαγές και συνήθως με δύο σίγμα. Το σωστό είναι με ένα σίγμα, διότι προέρχεται από την Εικασία η Κασία η Ικασία, όπως το αναφέρουν διάφορα χειρόγραφα της εποχής της.

Η Κασιανή μεγάλωνε και γινόταν μια ωραία κοπέλα, πού είχε στην καρδιά της δύο πολύ μεγάλους πόθους. Πρώτον την αγάπη προς τον Θεό και την λατρεία του και δεύτερον την αγάπη προς την ποίηση και την αξιοποίηση του πηγαίου λογοτεχνικού ταλέντου της.

Πως έχασε την βασιλείαν του κόσμου
Το έτος 830 μ.Χ. η βασιλομήτωρ (ήταν μητριά του) του αυτοκράτορα Θεοφίλου, κάλεσε στο τρικλίνιο των ανακτόρων δώδεκα καλλίστους παρθένους, δώδεκα ωραιότατα κορίτσια, για να διαλέξει ο Θεόφιλος την μέλλουσα σύζυγο του. Ανάμεσα σε αυτές τις δώδεκα εκλεκτές και πανέμορφες κοπέλες ήταν και η Κασιανή, πού ξεχώριζε από όλες για την ομορφιά της και την προσωπικότητά της. Ήταν εξαίρετη από κάθε άποψη και η όλη εμφάνιση της έδειχνε αρχοντιά και μεγαλείο σπάνιο. Έμοιαζε με άγγελο στην ομορφιά και με βασίλισσα στην εμφάνιση. Επόμενο λοιπόν ήταν να γοητευτεί ο Θεόφιλος από την Κασιανή, σχεδόν συγκλονίστηκε, αλλά συγκράτησε τον εαυτόν του για να μην εκδηλώσει την προτίμηση του άκαιρα.

Όταν τελείωσε την εξέταση των δέκα πρώτων νεανίδων, έμειναν ακόμη δύο, η Κασιανή και η Θεοδώρα από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας. Θέλησε όμως να δοκιμάσει τον χαρακτήρα και την εξυπνάδα της Κασιανής πριν από την εκλογή της ως συζύγου του. Με αργά βήματα πλησίασε την Κασιανή και αφού έδειξε να θαυμάζει την εκθαμβωτική ομορφιά της, την κοίταξε στα μάτια και της είπε την φράση:
— Ὡς ἄρα διά γυναικός ἐρρύη τά φαῦλα.
Δηλαδή, όπως λέγεται, όλα τα κακά, πού βρήκαν το ανθρώπινο γένος, πηγάζουν από την γυναίκα, και εννοούσε την πρώτη γυναίκα, την Εύα.

Τότε η Κασιανή, «μετ’ αἰδοῦς ἀντέφησε», λένε οι χρονικογράφοι, δηλαδή με σεμνότητα του ανταπάντησε:
— Ἀλλά καί διά γυναικός πηγάζει τά κρείτονα.
Δηλαδή, και από την γυναίκα επίσης πηγάζουν και όλα τα αγαθά, εννοώντας την Παναγία Θεοτόκο, η οποία με την γέννηση του Θεανθρώπου έγινε πηγή των αγαθών της συγχωρήσεως και της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων.

Η γενναία αυτή απόκριση της Κασιανής, πού είναι και μια ομολογία πίστεως στην κορυφαία μορφή της Θεοτόκου Μαρίας, συγκλόνισε αρνητικά τον Θεόφιλο. Θεώρησε προσβλητική την απάντηση της Κασιανής, πού τόλμησε να διαφωνήσει μαζί του και να τον διορθώσει, λέγοντας την αλήθεια κατά πρόσωπον, χωρίς κανένα φόβο για τις συνέπειες. Άρα, δεν ταίριαζε για βασίλισσα. Έτσι προσέφερε το μήλο της προτιμήσεώς του στην Θεοδώρα, της Παφλαγονίας της Μικράς Ασίας.
Zoom in (real dimensions: 200 x 292)Εικόνα

Πως κέρδισε την βασιλείαν των ουρανών
Κατά βάθος η Κασιανή δεν έχασε. Κέρδισε. Βγήκε νικήτρια από αυτήν την αναμέτρηση της με τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Διότι μπορεί να απώλεσε την βασιλεία του κόσμου τούτου, άλλα κέρδισε την αιώνια βασιλεία του Θεού, την βασιλεία των ουρανών.

Δεν ένοιωσε η ψυχή της ότι έχασε. Μάλλον ελευθερώθηκε. Μάλλον χάρηκε. Διότι νίκησε την μεγάλη νίκη της ζωής. Γιατί βρήκε οριστικά τον αληθινό Κύριο της υπάρξεως της, τον Νυμφίο της ψυχής της. Και χωρίς δεύτερη σκέψη αναχώρησε εκ του κόσμου. Διότι ο κόσμος χαίρεται να ζει μέσα στην υποκρισία και την πονηρία.

Έχτισε ένα Μοναστήρι και αφού εκάρη Μοναχή, άρχισε την κατά Θεό άσκηση και ασχολείτο με τα πνευματικά θέματα, ζώντας μόνον για τον Κύριο, σε όλον της τον Βίο μέχρι της τελευταίας της πνοής.

Η ωραία ψυχή της Κασιανής, αλλά και η ζωή της ολόκληρη αφιερώνεται στην ασκητική ζωή και λατρεύει τον Θεό εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος της. Ο κόσμος γι’ αυτήν έγινε παρελθόν και η ζωή της μια διαρκής αιωνιότητα. Ζει την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, μελετά την Άγια Γραφή συνεχώς και τούς Βίους των Αγίων, συνθέτει ύμνους αγάπης και μετανοίας προς τον Κύριο του ελέους και ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για τις παραστρατημένες γυναίκες, για τις χήρες, για τα ορφανά και για κάθε δυστυχισμένη ύπαρξη. Η αγάπη της δεν είναι τυπική , αλλά ουσιαστική. Με έργα, όχι με λόγια. Μοιράζει τα πλούτη της στους φτωχούς και τούς ασθενείς. Μέρα και νύχτα αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της σωτηρίας. Δεν σταματά ούτε λεπτό.

Η Κασιανή μας άφησε υποδείγματα βίου, με το έργον και την ζωή της. Και μάλιστα πολλά πρότυπα βίου. Από αυτά θα επιλέξουμε τρία, τα σημαντικότερα, πού μπορούν να θεωρηθούν και ως η καίρια πνευματική προσφορά της. Έκτος λοιπόν από το πολύτιμο έργον των ποιητικών υμνογραφιών της, πού δεν μπορεί ο καθένας μας να το φτάσει, διότι προαπαιτεί το Θεοδώρητο τάλαντο, πρώτον και κύριο είναι το πρότυπο του θάρρους της καλής ομολογίας της πίστεώς μας.

Δεύτερον πρότυπο ζωής και υπόδειγμα για όλους μας είναι η ολοκληρωτική αφιέρωση της στον Κύριο, με την επιλογή του ασκητικού βίου.

Τρίτον πρότυπο και παράδειγμα βίου είναι η αδιάκοπη προσπάθειά της υπέρ της Εκκλησίας και των ανθρώπων. Διότι η Κασιανή δεν απεσύρθη από την κοσμική ζωή στην ησυχία και την απομόνωση για να ζήση ήσυχα και ξεκούραστα, αλλά για να παλέψει και να αγωνιστεί με κάθε τρόπο τον καλόν αγώνα και να νικήσει και τον κόσμο και τούς κοσμοκράτορες, πού πολεμούν εναντίον των ανθρώπων και της σωτηρίας τους.

Για το ζήτημα της αγιοποιήσεως της Κασιανής δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες και κάθε άλλο συμπέρασμα είναι αυθαίρετο. Καταφεύγουμε στα όσα γράφει ένας γνωστός αγιολόγος, πού έχει κάνει σχετικές έρευνες και κατέθεσε γραπτώς την γνώμη του. Πρόκειται για τον Μητροπολίτη πρώην Λεοντοπόλεως Σωφρόνιο.

Με λίγα λόγια ο Μητροπολίτης Σωφρόνιος λέγει ότι δεν υπάρχει καμία επίσημη ανακήρυξης της Κασιανής ως Άγιας της Εκκλησίας, κατά την κανονική τάξη, αλλά μόνον οι Κάσιοι, για λόγους συναισθηματικούς και λόγω τού ονόματος της νήσου και της Κασιανής, ως δήθεν παραγόμενο από την Κάσο, θέλησαν να την συνδέσουν με το μικρόν αυτό νησί. Δεν υπάρχουν όμως σχετικές μαρτυρίες, όχι μόνον ότι γεννήθηκε ή εκοιμήθη στην Κάσον, αλλά ούτε καν εάν επεσκέφθηκε η υμνογράφος το νησί αυτό. Συνεπώς δεν υπάρχει θέμα αγιοποιήσεως της Κασιανής. Άλλωστε πλήθος Αγίων παραμένουν έξω από το επίσημο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, το όποιον θεοφώτιστος το προστατεύει και το διατηρεί για να μην αλλοιωθεί και εισαχθούν σ’ αυτό αλλότρια στοιχεία στερούμενα των προϋποθέσεων της αγιότητος, όπως είναι η μυροβλυσία η θαυματοποιία η αφθαρσία των ιερών λειψάνων κ.λ.π.

Τροπάρια
— «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»
— «Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον.»
— «Αὐγούστου μοναχήσαντος ἐπί τῆς γής....»
Και πλήθος άλλα τροπάρια, δοξαστικά και ύμνους, όπως σημειώνουν οι Βυζαντινές πηγές: πολλά ίδια συγγράμματα αυτής καταλυπούσα. Διότι έκτος από τα γνωστά υμνογραφήματά της υπάρχουν και άλλα, πού μένουν χειρόγραφα σε μοναστηριακές βιβλιοθήκες και παραμένουν ανέκδοτα.

Το Τροπάριο της Κασιανής που το Βράδυ της Μεγάλης Τρίτης (Ορθός της Μεγάλης Τετάρτης)
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

ΠΗΓΗ.xristianos.gr

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Mια ηρωίδα, σύμβολο



site analysis




​Ο Τολιόπουλος, το ανθρωπόμορφο τέρας, ο ταγματάρχης των γερμανοτσολιάδων, της είχε πει ότι θα την πήγαιναν στη φυλακή, για να συνεχιστεί την επομένη η πολύωρη νυχτερινή ανάκριση…

Οι γερμανοτσολιάδες, που τη συνόδευαν όμως, όταν έφτασαν μπροστά στη φυλακή, ξαφνικά άλλαξαν πορεία. Τότε η Μαρία με ήρεμη φωνή τους είπε: «Σας παρακαλώ από εδώ είναι η φυλακή, γιατί με πηγαίνετε προς τα εκεί»!  Αλλά, όταν είδε να τη σπρώχνουν, να τη σβαρνίζουν και να τη βρίζουν τότε κατάλαβε ότι την ξεγέλασαν και την παγίδεψαν. Στο μεταξύ το εκτελεστικό απόσπασμα με βάση το δολοφονικό σχέδιο του σατανικού Τολιόπουλου είχε προπορευτεί. Και όταν η Μαρία το αντίκρυσε, κατάλαβε ότι χανόταν και η τελευταία ελπίδα και πως έφτασε το τέλος της. Σταμάτησε στύλωσε τα πόδια της κι έβγαλε λυπητερές φωνές. Κραυγάζοντας απελπισμένα: «Θέλω να ιδώ τον κύριο Τολιόπουλο»!
Στο μεταξύ καταφτάνει ο ανθυπολοχαγός Αποστολίδης, αφρίζοντας από θυμό και κραυγάζοντας: «Μωρή στάσου αυτού και θα σου φέρω τον κύριο Τολιόπουλο»! Και με μιας έδωσε διαταγή στο απόσπασμα: «Επί σκοπόν, πυρ»!«Μαννούλα»! κραύγασε η Μαρία και σωριάστηκε νεκρή. Και ο ταγματαλήτης ανθυπολοχαγός  της έδωσε τη χαριστική βολή»…
Και βέβαια πρόκειται για τη μεγάλη ηρωίδα της εθνικής αντίστασης, τη  Μαρία ΔΗΜΑΔΗ, στην οποία τα παλικάρια των ταγμάτων αλητείας  επιφύλαξαν στις 31 Αυγούστου 1944, πριν από 70 χρόνια, έναν τόσο «ρομαντικό» επίλογο της ζωής της! Όπως μας τον περιγράφει στο βιβλίο του Φίλιππα Γελαδόπουλου «Ντοκουμέντα, Μαρία Δημάδη» ο αρχιφύλακας των φυλακών Αγίας Τριάδας Αγρινίου, Ευάγγελος Κουκούλης, ο οποίος ήταν  αυτόπτης μάρτυρας.
Η Μαρία γεννήθηκε στα 1907 στο Αγρίνιο, όπου ο πατέρας της, ήταν μεγαλογιατρός και της έδωσε την καλύτερη δυνατή για την εποχή εκείνη μόρφωση. Αλλά η κατοχή την έφερε κοντά στο λαό, για τα δεινοπαθήματα του οποίου υπέφερε κυριολεκτικά kαι ήθελε γι’ αυτό να κάνει ο, τι ήταν δυνατόν προκειμένου να τον ανακουφίσει. Αρχικά στράφηκε στον «καλό κόσμο» του περιβάλλοντός της. Αλλά συνάντησε τη γνωστή σε όλες, σχεδόν, τις εποχές αδιαφορία των βολεμένων. Γεγονός, που την έκανε να νιώσει για όλους αυτούς ντροπή και αηδία. Και δεν δίστασε να προσχωρήσει στο ΕΑΜ. Παρά τις έντονες αντιδράσεις του περιβάλλοντός της, που της τόνιζαν  ότι ο χώρος του ΕΑΜ ήταν, κατά κύριο λόγο, κομμουνιστικός. Ωστόσο η Μαρία, μη δίνοντας καμιά σημασία στους μεγαλοαστικούς καθωσπρεπισμούς, πήρε αποφασιστικά θέση ανάμεσα σ’ αυτούς που αγωνίζονταν και θυσιάζονταν για την πατρίδα και το λαό της!...
Αρχικά συμμετείχε στην φιλανθρωπική οργάνωση Εθνική Αλληλεγγύη, που ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1941) και η οποία προσπαθούσε, κάτω απ’ τις αντίξοες συνθήκες, να επουλώσει τις ανάγκες του λαού, αλλά και των ανταρτών. Όμως η Μαρία ήθελε να κάνει κάτι πολύ περισσότερο. Και η ευκαιρία της δόθηκε. Γνώριζε γερμανικά και γαλλικά. Και οι Γερμανοί, με δεδομένη την πλούσια και αρχοντική προέλευσή  της, θέλησαν να την προσεταιριστούν. Και γι αυτό επανειλημμένα ζήτησαν τη συνεργασία της με την ιδιότητα της μεταφράστριας.
Αλλά πώς θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την απέχθεια, που αισθανόταν γι’ αυτούς, όταν από το άλλο μέρος ήδη είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ! Κι όμως βρήκε τη δύναμη να υπερνικήσει και τις εσωτερικές της αναστολές αλλά και τις εξωτερικές της δεσμεύσεις. Δεδομένου ότι τελικά δεν είχε άλλη επιλογή, αφού την επιστράτευσαν. Μάλιστα θεώρησε την εξέλιξη αυτή ευκαιρία, προκειμένου να προσφέρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες υπηρεσίες στην πατρίδα. Προσποιήθηκε, λοιπόν, τη θαυμάστρια του Χίτλερ και του Γ.΄ Ράιχ και προσαρμόστηκε στο τόσο αποκρουστικό γι’ αυτήν  περιβάλλον της κομαντατούρας (γερμανικού φρουραρχείου). Με αποτέλεσμα να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη των Γερμανών. Έτσι ώστε να μπορεί κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες να παρακολουθεί, μέσα απ’ τα έγγραφά και τις συζητήσεις τις οποιεσδήποτε κινήσεις τους. Γεγονός, που έδωσε τη δυνατότητα στο ΕΑΜ να δημιουργήσει δίκτυο πληροφοριών (Φλεβάρης του 1942) και να στήνει ενέδρες στους Γερμανούς, με άκρως οδυνηρά γι’ αυτούς αποτελέσματα.
Έτσι, λοιπόν, είχαν τα πράγματα, μέχρις ότου στις αρχές του 1944 ήρθαν στο Αγρίνιο οι ταγματασφαλίτες. Αυτοί, δηλαδή, που επαγρυπνούσαν, όχι φυσικά για την ασφάλεια των Ελλήνων, αλλά των Γερμανών και των δικών τους συμφερόντων. Όπως, πάνω κάτω,  κάνουν και οι τωρινοί ταγματαλήτες του 4ουράιχ. Οι ταγματασφαλίτες, λοιπόν, εστίασαν την αιτία των αλλεπάλληλων γερμανικών αποτυχιών στη Μαρία Δημάδη. Και περίμεναν να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, για να τη βγάλουν απ’ τη μέση και να της κλείσουν το στόμα». Δεδομένου ότι, εκτός απ’ τα μυστικά των Γερμανών, ήξερε πολλά και για τα δικά τους κακουργήματα, τα οποία θα έρχονταν στο φως, εφόσον η κατάσταση άλλαζε. Το σκοπό των γερμανοτσολιάδων είχε πληροφορηθεί  και το ΕΑΜ, το οποίο έστειλε επανειλημμένα μηνύματα στη Μαρία να φύγει, για να πάει στον τομέα των ανταρτών, αλλά εκείνη στερεότυπα απαντούσε: «Δεν κινδυνεύω. Κάνω το χρέος μου στο λαό»!
Και είχε το αποτέλεσμα, που έχουν οι περισσότεροι απ’ αυτούς, που κάνουν το χρέος τους. Που, τελικά δολοφονούνται και  σταυρώνονται απ’ τους προδότες και τους σταυρωτές της πατρίδας και του λαού!...
Για να γίνει έτσι η Μαρία Δημάδη η μεγάλη ηρωίδα της εθνικής αντίστασης. Σύμβολο της πατρίδας μας, που και σήμερα σύρεται στο εκτελεστικό απόσπασμα απ’ τη συμμορία των τοκογλύφων και δολοφονείται απ’ τους ταγματαλήτες του 4ου ράιχ…

παπα-Ηλίας


Η ιστορία της Κυράς της Ρήνειας.: Η γυναίκα που ζούσε μόνη της επί 54 χρόνια σε ακατοίκητο νησί απέναντι απ' τη Μύκονο



site analysis


Η ιστορία της Κυράς της Ρήνειας. Δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησί της, ακόμα και όταν χρειάστηκε να μείνει μόνη.

Η Κατερίνα Σαντοριναίου (1915-1990) είναι γνωστή με το προσωνύμιο «Κυρά της Ρήνειας» ή «Διαφεντού της Μεγάλης Δήλου». Η Ρήνεια είναι ένα μικρό νησί κοντά στη Μύκονο και σχεδόν «κολλημένο» με τη Δήλο. Στο παρελθόν είχε πλούσια ιστορία και συνέδεσε το όνομα της με τη γειτονική Δήλο. Οι παλιοί Μυκονιάτες ακόμα ταυτίζουν τα δύο νησιά και τα αποκαλούν με την ονομασία «Δήλες».

Η γυναίκα που δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησί
Η Κατερίνα Σαντοριναίου πέρασε όλη της ζωή στη Ρήνεια. Τα πρώτα χρόνια ζούσε με τον σύζυγό της και μεγάλωσαν εκεί τα εφτά παιδιά τους. Συντροφιά της οικογένειας ήταν οι καλλιεργητές και οι βοσκοί που επισκέπτονταν το νησί αυθημερόν και το βράδυ επέστρεφαν στη Μύκονο. Φυσικά αν τους το επέτρεπε ο καιρός. Τις ημέρες που το καΐκι κατάφερνε να δέσει στη Ρήνεια, η Κατερίνα κατέβαινε στο λιμανάκι να πάρει κάποιες προμήθειες, αλλά και να υποδεχτεί τους λιγοστούς επισκέπτες.
Με χαρά τους ξεναγούσε στο νησί της και δεν ήταν λίγες οι φορές που τους φιλοξενούσε στο σπίτι της. Εκτός από φύλακας και ξεναγός, η γυναίκα φρόντιζε και τις πέντε εκκλησίες του νησιού. Άναβε τα καντήλια, καθάριζε τους χώρους και τις αυλές και περιποιούνταν τους κήπους. Όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή και τα παιδιά της εγκατέλειψαν το νησί, η ίδια δε θέλησε να φύγει. Έμεινε μόνη της στην έρημη Ρήνεια με μόνη συντροφιά τα δύο σκυλιά της. Τον πρώτο καιρό συνέχισε τις παλιές της δραστηριότητες.

Όταν τα κατάφερνε μάλιστα, παρήγαγε και δικό της τυρί. Με το πέρασμα του χρόνου απέκτησε και το μοναδικό τηλέφωνο του νησιού, που ήταν για εκείνη σημαντική συντροφιά, ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα βράδια με κακοκαιρία που κανείς δεν μπορούσε να προσεγγίσει τη Ρήνεια. Όσο κι αν οι βοσκοί και οι καλλιεργητές που επισκέπτονταν το νησί την παρότρυναν να το εγκαταλείψει, εκείνη αρνιόταν πεισματικά.
Η Κατερίνα Σαντοριναίου έμεινε τελικά στην αγαπημένη της Ρήνεια για 54 συνεχή χρόνια, μέχρι που έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 1990. Ετάφη στη Μύκονο με την παραδοσιακή της φορεσιά την οποία επίσης αρνούνταν να εγκαταλείψει. Ένας από τους γιους της φροντίζει μέχρι σήμερα την περιουσία της οικογένειας στο νησί, καθώς και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Η ιστορία της Ρήνειας
Το 530 π.Χ. ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης κατέλαβε τη Ρήνεια και τη «δώρισε» στη Δήλο, που ήταν το ιερό νησί του Απόλλωνα. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μυθολογία ο τύραννος έδεσε τα δύο νησιά μεταξύ τους με μια αλυσίδα γι’ αυτό βρίσκονται τόσο κοντά το ένα με το άλλο. Στις μέρες μας χρησιμοποιείται σαν χώρος βοσκής ζώων από τη Μύκονο. Τα τελευταία χρόνια τα μικρό νησί έχει συζητηθεί πολύ λόγω καταγγελιών για παράνομη ανοικοδόμηση, ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα ακατοίκητο.

Η Ρήνεια είναι σχεδόν κολλημένη με τη Δήλο γι αυτό και τα δύο νησιά ονομάζονταν παλιά Δήλες.

πηγή : Μηχανή του Χρόνου

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Βίος Αγίας Ιερουσαλήμ και των τέκνων αυτής των μαρτύρων



site analysis


Η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τέκνα αυτής Κέγουρος, Σεκενδίνος και Σέκενδος οι Μάρτυρες εορτάζουν στις 4 Σεπτεμβρίου
Zoom in (real dimensions: 250 x 491)Εικόνα

Ένδοξος καταγωγή
Η Αγία έζησε και μαρτύρησε τότε, που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος (276-282 μ.Χ.). Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από πλούσια οικογένεια. Οι γονείς της ήσαν Χριστιανοί και την ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Την έβαλαν εις ένα Παρθενώνα. Εκεί έμαθε τα Ιερά Γράμματα και εννόησε την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Καίτοι ήθελε να μείνει αφιερωμένη παρθένος εις τον Θεό, εν τούτοις οι γονείς της και χωρίς να θέλει την παντρέψανε. Γέννησε τρία παιδιά τον Σεκένδο, Σεκένδικο και Κήγορο. Τα παιδιά της η Αγία τα οδηγούσε με επιμέλεια στο δρόμο του Θεού. Αλλά και εκείνα ήσαν καλόγνωμα. Έπειτα όμως από οκτώ χρόνια, πέθανε ο 
σύζυγός της και αυτή έμεινε χήρα σε νεαρή σχετικά ηλικία. Ζούσε, όπως ήθελε ο Θεός, ζωήν αγία.

Αποφασίζει να κηρύξει τον Χριστό
Μετά το θάνατο του συζύγου της, γύρισε πολλούς τόπους κηρύττοντας τον Χριστό και όπου έφτασε στη Ρώμη. Εκεί στην πρώτευουσα του Ρωμαϊκού κράτους, η αγία της ζωή, οι κόποι της, οι νηστείες της, οι προσευχές, οι διδασκαλίες, η πραότητα, η ταπείνωσις και άλλες αρετές της, τράβηξαν πολλούς στον Χριστιανισμό. Επισκεπτόταν τους αρρώστους, τους φυλακισμένους και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Τα παιδιά της τα συμβούλευε κάθε μέρα να μισήσουν τα φθαρτά και μάταια και γήινα και ν’ αγαπήσουν τα άφθαρτα και αιώνια.
Την εποχή εκείνη ο Αυτοκράτωρ Αυρηλιανός γιόρταζε τα γενέθλιά του. Έκανε θυσίες γι’ αυτό διέταξε να τιμώνται και να διευκολύνονται όσοι θα δέχονταν την λατρεία του πυρός του ήλιου. Αφ’ ετέρου να τιμωρούνται και να εξοντώνονται όσοι λάτρευαν τον Χριστό. Άναψε παντού ο διωγμός. Η Άγια τότε ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Αψηφούσε τους κινδύνους και τους επισκεπτόταν στις φυλακές ή πήγαινε κοντά τους εις τα μαρτύρια και τους τόνωνε να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου, για την αγάπη του Χριστού. Επίσης παρελάμβανε τα λείψανα των μαρτύρων και τα ενταφίαζε με αρώματα και πολλή ευλάβεια.
Η Άγια είχε μαζί της και μία συγγενή της, που τη λέγανε Σεβαστιανή. Αυτή ήταν εξαιρετικά όμορφη Ο βασιλιάς πληροφορήθηκε για το κάλλος της και έστειλε ανθρώπους να την φέρουν μπροστά του. Έτσι και έγινε. Ο αυτοκράτωρ, όταν είδε το κάλλος της, εξεπλάγη. Συζήτησε αρκετή ώρα κι έμαθε από την Σεβαστιανή για την Ιερουσαλήμ, για την ευγένεια της καταγωγής της, τις αρετές της και τα φυσικά προτερήματα της.
Έστειλε τότε ο βασιλεύς το παιδί του με στρατιώτες να συλλάβουν την Αγία και να την φέρουν μπροστά του. Στο δρόμο όμως, που πήγαιναν, εξαγριώθηκε τ’ άλογο του Φιλοδώρου, έτσι τον έλεγαν το υιό του βασιλέως, και τον έριξε κάτω σε ένα γκρεμό. Συντρίφτηκε το ένα του πόδι και είχε σφοδρούς πόνους. Τον έφεραν επάνω σ' ένα αμάξι στον βασιλέα. Ο βασιλεύς, λυπήθηκε πολύ. Η Σεβαστιανή είπε, ότι η Ιερουσαλήμ μπορεί με τις προσευχές της να κάμει καλά τον υιό του. Αυτό, όταν το άκουσε ο Φιλόδωρος, ο υιός του, τον παρεκάλεσε να στείλει και να την φέρει. Πράγματι, ο βασιλεύς έστειλε ανθρώπους με δώρα για την Αγία και να την παρακαλέσουν να έλθει να προσευχηθεί, για να λάβει ο Φιλόδωρος την υγεία του. Η Αγία δεν πήγε, αλλά έγραψε στον βασιλέα το εξής γράμμα:
-Βασιλεύ, Αυρηλιανέ, αν πιστέψεις στον Κύριον μου Ιησούν Χριστόν τον επουράνιον βασιλέα και Θεόν των απάντων, θα ιατρευθεί ο υιός σου Φιλόδωρος.
Ο βασιλεύς έλαβε το γράμμα με ευλάβεια και με πίστη, το έβαλε επάνω εις το συντριμμένο πόδι του γιου του, που πονούσε φοβερά. Αμέσως τότε ο Φιλόδωρος έγινε τελείς καλά, όπως προηγουμένως και περπατούσε χαρούμενος. Ο βασιλεύς, η Σεβαστιανή, ο θεραπευθείς Φιλόδωρος και πολλοί μεγιστάνες πήγαν στην Ιερουσαλήμ. να την ευχαριστήσουν. 
Τότε βρήκε ευκαιρία η Αγία και τους μίλησε για τον Χριστόν και πως θα σωθούν και να κερδίσουν την ευτυχία της άλλης ζωής. Πολλοί από αυτούς βαπτίσθηκαν.

Στη Βέροια
Η Αγία κατόπιν ξεκίνησε από την Ρώμη και από πόλι, σε πόλι, αφού πέρασε από τα μέρη των Αθηνών, της Βοιωτίας και της Θεσσαλίας έφθασε στη Βέροια της Μακεδονίας. Στο δρόμο της πολλούς έκανε με την διδαχή της να πιστέψουν εις τον Χριστόν. Αλλά και στη Βέροια εξακολουθούσε να διδάσκει με θάρρος για την πίστη του Χριστού. Το 276 μ.Χ. 
όμως πέθανε ο Αυρηλιανός κι έγινε αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος. Αυτός καίτοι φαινόταν άνθρωπος των γραμμάτων, εν τούτοις κατεδίωξε τους Χριστιανούς. 
Έστειλε διαταγές στους Τοπάρχες του και σε όλα τα Κάστρα, που διοικούσαν, να εξοντώσουν όλους τους Χριστιανούς, αφού προηγουμένως τους βασανίζουν σκληρά. Πολλοί μαρτύρησαν για την πίστη υπέρ του Χριστού.

Καταγγέλλεται στο Δούκα
Δούκας, δηλαδή ηγεμόνας της Θεσσαλονίκης, ήταν ένας, Κιντιανός ονόματι. Μερικοί κόλακες για να αρέσουν στον Δούκα, κατήγγειλαν την Αγία Ιερουσαλήμ με τα εξής λόγια:
- Είναι κάποια γυναίκα στη Βέροια, του είπαν, Χριστιανή. Την λένε Ιερουσαλήμ. Έχει τρία καλά παιδιά. Αυτή ομολογεί θαρρετά, ότι είναι Χριστιανή. Γιατρεύει και πολλούς κατά 
φαντασία ασθενείς με την δύναμιν του Χριστού δήθεν, αλλά κατ' ουσίαν με μαγείες. Και έτσι τραβάει πολλούς από την θρησκεία μας στη πίστη τη δική της. Αυτήν, αν δεν διατάξεις να εξοντωθεί υπάρχει φόβος με τις μαγείες της και μας και σένα να παραπλανήσει.
Σαν τ' άκουσε αυτό ο θηριόψυχος εκείνος άρχοντας, έγινε έξω φρένων. Και έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να πάνε στην Βέροια μαζί του. Η Αγία Ιερουσαλήμ, μόλις έμαθε τον ερχομό του, δεν φοβήθηκε καθόλου τον θάνατον. Τουναντίον χάρηκε, διότι της δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει τον Χριστόν και να μαρτυρήσει γι’ Αυτόν. Φοβήθηκε μόνον δια τα παιδιά της, μήπως από τις υποσχέσεις και τα δώρα του άρχοντα, ή από τα σκληρά βασανιστήρια δειλιάσουν και χάσουν τον στέφανον του μαρτυρίου. Γι’ αυτό τα αγκάλιασε, τα ασπάσθηκε και τους είπε:
- Παιδιά μου και σπλάγχνα μου, ξέρετε με τι κόπους και πόνους και βάσανα σας έθρεψα, σας μεγάλωσα και σας δίδαξα την πίστη του Χριστού. Τώρα ακούστε με: Περιφρονήστε τα βασανιστήρια. Μη φανείται κατώτεροι από τους τρεις παίδες, τους παλαιούς, σεις οι νέοι παίδες. Μη δειλιάσετε, ούτε να φοβηθείτε τα σπαθιά, τους αγριεμένους τυράννους και τα άγρια θηρία. Δώστε ένα γερό μάθημα στον Τύραννο, για να μάθει ποιοι είναι οι στρατιώτες του Χριστού. Λίγο θα πονέσουμε, αιώνια θα χαρούμε. Ακουστέ με, παιδιά μου. 
Αγαπήστε τον Χριστό και ντροπιάστε τον διάβολο.
Η μακαρία με αυτά τα λόγια προσπαθούσε να τονώσει και να δυναμώσει τα παιδιά της.
Zoom in (real dimensions: 286 x 345)Εικόνα

Έψησαν τον μικρότερο στη σχάρα
Ο Κιντιανός όμως ήταν γεμάτος θυμό και λύσσα κατά των Αγίων διατάζει να τους χωρίσουν, το δε πιο μικρό παιδί, τον Κήγορον, να τον φέρουν μπροστά του. Νόμιζε ο δυστυχής, ότι θα τον δελεάσει με τις υποσχέσεις, ή με τις φοβέρες θα τον τρομάξει και θα τον έκανε να αρνηθεί τον Χριστό και την πίστη του.
Μόλις άκουσε το ευλογημένο παιδί τις υποσχέσεις και τις φοβέρες του τυράννου του είπε:
- Εάν δεν ήσουνα ένας ασεβής, άπιστος και ειδωλολάτρης και ήσουνα ένας πιστός Χριστιανός, θα με έπειθες να σε αγαπώ και χωρίς τα δώρα αυτά. Αλλ’ επειδή συ είσαι εχθρός του Χριστού και λατρεύεις τους δαίμονες, εγώ δε τουναντίον είμαι φίλος του Χριστού, δεν θα με καταφέρεις ποτέ να με ξεκόψεις από την πίστη μου, έστω και αν με κάμεις βασιλιά. 
Αυτά τα αγαθά, η μητέρα μου τα έλεγε όνειρο και σκιά και αέρα και μάταια και χαμένα πράγματα.
Έπειτα από αυτά γύρισε προς την μητέρα του και της είπε:
- Δεν θα ξεχάσω, μητέρα ποτέ τις συμβουλές σου. Θα υπομείνω κι ένας τάφος θα μας δεχτεί. Δεν θα πάθω κανένα κακό. Ούτε θέλω να με κλάψεις. Μείνε ήσυχη. Ο δικαστής 
πιστεύει, ότι θα με πλανέψει από την πίστη του Χριστού. Άδικα κοπιάζει. Ας έλθουν και άλλοι δέκα Κιντιανοί. Δεν θα μπορέσουν ποτέ να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού μας.
- Άκουσε, Τύραννε, είπε κατόπιν, με πήρες εμένα σαν μικρότερο, αλλά δεν ξέρεις, ότι ο Θεός τους μικρότερους δυναμώνει. Εμπρός, λοιπόν, κάνε ότι βασανιστήρια σκέφθηκες. 
Είμαι έτοιμος με την δύναμιν του Κυρίου μου να τα βαστάξω.
Σαν τα άκουσε αυτά ο Κιντιανός, άναψε από το θυμό του και σηκώθηκε ορθός από τον θρόνο του. Διέταξε δε ν’ ανάψουν μεγάλη φωτιά και να τον κάψουν ζωντανό. Πράγματι, ανάψανε τη φωτιά! Έβαλαν μέσα σ' αυτή ένα σιδερένιο κρεββάτι να κοκκινίσει. Κατόπιν πέταξαν επάνω τον Κήγορον να καεί. Την ώρα δε, που ψηνόταν, τον ετόξευαν με ψιλά και μυτερά βέλη. Όλα δε αυτά τα έκαναν για να φοβηθούν τ’ αδέλφια του. Σε λίγο το σώμα του μάρτυρος έγινε παρανάλωμα του πυρός και η Αγία του ψυχή πήγαινε στον Παράδεισο, με την συνοδεία των Αγγέλων, για να ευφραίνεται παντοτινά κοντά στον Θεό. Από το φρικτό μαρτύριο, που υπέμεινε ο μικρότερος, πήραν πιο πολύ θάρρος οι άλλοι μεγαλύτεροι 
αδελφοί του. Η Αγία μητέρα του πονούσε, βεβαίως, σαν μητέρα, αλλά χαιρόταν, διότι εξασφαλίσθηκε ο ένας της υιός για πάντα στον Παράδεισο. Τι ευλογημένη και γενναία μητέρα!

Το φρικτό μαρτύριο του Σεκένδου
Κατόπιν έφεραν και παρουσίασαν μπροστά στον τύραννο τον Σέκενδον. Αυτός πήγαινε με το κεφάλι ψηλά και με χαρούμενο το πρόσωπο, λες και πήγαινε σε γιορτή και πανηγύρι και όχι σε εξέταση για μαρτύριο. ΟΔούκας τον φοβερίζει, κι αυτός με γενναιότητα του αποκρίνεται:
- Μη πλανάσαι, παράνομε, ότι με δαρμούς και ξίφη, με άγρια θηρία και φωτιά θα μπόρεσης να με χωρίσεις από τον Παντοδύναμο Θεό. Δεν σου έβαλε μυαλό η υπομονή του μικρού μου αδελφού και επιχειρείς τώρα να με κάμεις να αλλαξοπιστήσω εγώ, που είμαι μεγαλύτερος; Σου τονίζω, ότι δεν θα φανώ κατώτερος από εκείνον και δεν θα σε κάμω να χαρείς εσύ και ο πατέρας σου διάβολος. Όχι. Πάρε το απόφαση.
Ο τύραννος στα λόγια αυτά του μάρτυρος αναψοκοκκίνισε από το θυμό του και διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Πρώτα τον ξαπλώσανε κατά γης και του καρφώσανε με μεγάλα καρφιά τα χέρια και τα πόδια. Κατόπιν άρχισαν να τον δέρνουν με σιδερένιες ράβδους. Και εν συνεχεία του περάσανε στο κεφάλι μια περικεφαλαία πυρακτωμένη και κατακόκκινη. Έπειτα και από αυτήν την τιμωρία δεν άντεξε άλλο το σώμα του και παρέδωσε τη αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Το μαρτυρικό τέλος του Σεκένδικου
Κατόπιν διέταξε να του φέρουν εις το κριτήριο και τον τρίτον αδελφό, τον Σεκένδικο. Το παρότρυνε να θυσιάσει στους θεούς γιατί αλλιώς την περίμεναν περισσότερα βασανιστήρια σαν μεγαλύτερος που ήταν. Τότε με παρησία ο Σεκένδικος είπε:
- Γιατί, κακονούστατε Κιντιανέ, με αναγκάζεις να θυσιάσω στους δαίμονες; Δεν είδες ποιους αδελφούς είχα; Σου το είπα και στο επαναλαμβάνω πάλι. Εγώ σε δαίμονες δεν θυσιάζω, ξόανα και είδωλα δεν προσκυνώ, οι βασιλείς άπιστους και αντίχριστους δεν υπακούω, βάσανα και τιμωρίες δεν φοβούμαι. Αρκούν αυτά. Τίποτε άλλο δεν σου λέγω. 
Ότι θέλεις κάμε. Τότε ο Τύραννος έγινε έξω φρένων και έβγαλε μια απόφαση. Διέταξε, λοιπόν, ο κακόψυχος και έφεραν άλογα άγρια. Τα έζεψαν σε ξύλο. Κατόπιν τρύπησαν τους αστραγάλους του μάρτυρος και έδεσαν με σχοινιά τα πόδια από το ξύλο. Τα άλογα, με τον μάρτυρα πίσω, τα απέλυσαν κι εκείνα κεντούμενα από τα μηχανήματα και φοβούμενα από τον κρότον, έφευγαν σε τόπους κακοτράχαλους. Με φρικτό μαρτύριο, ο Σεκένδικος παρέδωσε την αγία του ψυχή εις τον Θεό.

Τα βασανιστήρια της Αγίας
Την άλλη ήμερα ο άγριος τύραννος κάθισε πάλι στο Κριτήριο. Διέταξε να φέρουν μπροστά του την μητέρα των μαρτύρων, την Αγία Ιερουσαλήμ. Όταν την έφεραν, της είπε ο ασεβέστατος με θυμό.
- Δε μου λες, βρωμογύναιο, με ποιες μαγείες έπεισες τα παιδιά σου να αρνηθούν ετούτη την ευχάριστη ζωή και να πεθάνουν για έναν Σταυρωμένο; Είσαι κακούργα και σκληρή μάννα. Άλλες μητέρες, για τα παιδιά τους, κινδύνεψαν και την ζωή τους ακόμη. Συ όμως ενώ τα έβλεπες να πεθαίνουν με τόσες σκληρές τιμωρίες και βάσανα, δεν τα λυπήθηκες. 
Τουναντίον χαιρόσουνα. Και τώρα παρουσιάστηκες μπροστά μου με πρόσωπο χαρούμενο. Λες και βρήκες ξαφνικά κανένα θησαυρό. Μα τι Μητέρα είσαι συ; Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Άκουσέ με τώρα καλά. Αν δεν θυσιάσεις στους μεγάλους θεούς, θα σου κάνω τέτοια βάσανα και τόσες τιμωρίες, που σε κανέναν άλλον από όσους θανάτωσα, δεν έκαμα.
Αυτά τα άκουσε η μακαρία Ιερουσαλήμ, χωρίς να δειλιάσει καθόλου. Του αποκρίθηκε δε ταπεινά και με θάρρος τα έξης:
- Εγώ, άρχοντα μου, του είπε, τους υιούς μου δεν τους στέρησα τη παρούσα ζωή, με μαγείες και γητεύματα. Εγώ, με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος τους χάρισα αθάνατη ζωή 
και παντοτινά ευτυχισμένη. Αυτή τη ζωή θα μπορούσες και συ ν’ αποκτήσεις αν έδιωχνες τον δαίμονα της απιστίας, που κατοικεί μέσα σου. Σ’ αυτήν την ατέλειωτη ευτυχισμένη ζωή, θέλω κι εγώ να υπάγω. Επομένως μη βραδύνεις. Εμπρός προχώρησε στο έργο σου. Βασάνισε με, όσο θέλεις.
Ο Κιντιανός θύμωσε πολύ με την απόκριση της Μάρτυρος και διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Πρώτον την κρέμασαν και άρχισαν με σιδερένια νύχια να ξύνουν τις σάρκες της. Κατόπιν πήραν σάκους τρίχινους και της έδεσαν τις πληγωμένες σάρκες της. Το χώμα κοκκίνισε από το αίμα της, που έτρεχε. Φαινόταν τα κόκκαλά της. Πολλές γυναίκες,που έτρεξαν εκεί, την λυπόταν κι έκλαιγαν. Κατόπιν της έκοψαν οι δήμιοι τα κεφάλι της κι έτσι επήρε τον στέφανον του μαρτυρίου και κέρδησε το παν, το μεγάλο, μοναδικό και ασύγκριτο θησαυρό της αιώνιας ευτυχίας του Παραδείσου.
Μερικοί τότε ευσεβείς και φιλόχριστοι άνδρες πήραν το άγιο και βασανισμένο σώμα της και το έθαψαν εις τον Νότιον μέρος της Βερροίας. Αργότερα έκεί χτίστηκε Ναός έπ'όνόματι της Αγίας Τερουσαλήμ. Έγίνοντο δε πολλά θαύματα σε όσους πήγαιναν και την παρακαλούσαν με πίστι. Ο ναός όμως αυτός κάηκε σε μια μεγάλη πυρκαίά της Βερροίας.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος ἅ'.
Τήν σπουδήν σου τή κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τήν ὁμώνυμόν σου δόξαν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Ἱερουσαλήμ ἀθληφόρε, σύν τοῖς τέκνοις Πανένδοξε. 
Ὅθεν προχέεις ἰάματα καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον. Τά ἄνω ζητῶν...
Ἀσκήσει θερμή τά πάθη θανατώσασα, ἀθλήσει στερρά τυράννους καταισχύνασα, σύν τοῖς τέκνοις, ἔνδοξε. Τό ἀρχαῖον, Μάρτυς ἀντίπαλον, πτερνιστήν ἠμῶν καταβέβληκας 
νεανικῶς, καί νίκης οὐρανόθεν στέφος εἴληφας.
ΠΗΓΗ.xristianos.gr



Πηγή: Από το βιβλίο «Η Αγία Ιερουσαλήμ

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η κυρα- Σταυρούλα από την Άτταλη της Εύβοιας



site analysis


Zoom in (real dimensions: 160 x 258)Εικόνα
Διακρινόταν για την βαθειά της ευλάβεια στα πράγματα της εκκλησίας , την υπομονή και το φίλεργο. Προερχόταν από έναν άγιο πατέρα, τον οποίο οι συμμορίτες έπνιξαν στο Αιγαίο, κρεμώντας στον λαιμό του μεγάλη πέτρα, γιατί είχε γιο στον στρατό. Μετά από μέρες βρέθηκε το λείψανό του όρθιο στην θάλασσα, όπως του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Ήτανε μάννα πέντε παιδιών. Δεν κάθισε ποτέ στο τραπέζι να πιάση ψωμί, χωρίς κόπους και ιδρώτες. «Γέροντά μου» και «Θεόκτιστέ μου» ήταν οι προσφωνήσεις της. Το αγαπητικό αυτό «μου» ήταν πάντα κάτω από την γλώσσα της. Ο σύζυγος, κομμάτι σκληρός και μεμψίμοιρος , δεν άφηνε περιθώρια για πολλές χαρές.
Κάπου – κάπου μας έπαιρνε και κάποιο τηλέφωνο.
- Τι κάνεις , κυρα- Σταυρούλα;
- Προσπαθώ να αναπληρώνω τα υστερήματα, τα κενά της νύφης, για να μην οργίζεται ο πεθερός και δημιουργήται παροξυσμός στην οικογένεια. 
Όταν κάποτε ο αδελφός της προσπάθησε να την πληγώση, του έδωσε την απάντηση των Αγίων.
- Έμαθε και γράμματα ο γυιός σου, αλλά, αδελφή μου, τι έγινε; Καλογεράκος. Μήπως έγινε δεσπότης;
- Άκουσε, αδελφέ μου∙ το δικό μου το παιδί ήταν άξιο να γίνη μοναχός.
Καύχημα ήτανε για την κυρά- Σταυρούλα πως ο γυιός της ήταν μοναχός και παντού το διεκήρυττε:
- Έχω και γιο μοναχό στο Άγιον Όρος.
Όταν καθόμασταν κατ’ ιδίαν, μου εκμυστηρεύετο:
- Πολλές βολές την νύχτα ξυπνώ και αναρωτιέμαι: «Άραγε αυτά τα παιδιά έχουνε να πορευθούνε; Εγώ απόψε έβαλα κουτάλι στο στόμα μου∙ αυτά πως πορευθήκανε;».
Χρόνια οι χυλοπίτες και ο τραχανάς ήταν δικά της παρασκευάσματα και ευλογίες στο μοναστήρι, μαζί με τα ξερά σύκα για την Σαρακοστή. Κι εμείς οι μοναχοί θέλουμε κάποτε-κάποτε ν’ ακουμπούμε στην θύμηση κάποιας ταπεινής μάννας.
Είχε διάκριση και ντροπαλότητα σαν να ήταν μικρή παιδίσκη. Ήρθε μια νύχτα με τον σύζυγό της στο κονάκι , στην Θεσσαλονίκη και προτιμήσανε να μείνουν όλη την νύχτα πίσω από την πόρτα, να μη μας ενοχλήσουν.
Η τραχειά ύπαιθρος με την σκληρή δουλειά αγιάζει. Μας έδωσε πολλές φορές τρυφερώτερους και γλυκύτερους ανθρώπους από τα σαλόνια και τα σπουδαστήρια των μεγάλων πόλεων. Γι’ αυτό , με όλη μου την καρδιά μπορώ να φωνάζω και να παιανίζω: «Χαίρε έρημος∙ χαίρετε , δάση και βουνά, πλαγιές και κορφοβούνια, για τα καλά σας θρέμματα».

Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψη
στον

ΠΗΓΗ.www.xristianos.gr»