Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Παρακλητικός κανόνας στην Αγία Φιλοθέη.


Η Πολιούχος των Αθηνών Αγία Φιλοθέη (Φώτη Κόντογλου)




site analysis




Η αγία Φιλοθέη σε εικόνα του 1703. Στο ειλητάριο που κρατάει διαβάζουμε: «Αγαπήσατε τον Θεόν και ευρήσετε χάριν αιώνιον, μηδέν προτιμήσητε της αγάπης αυτού.» (Αγαπήστε τον Θεό και θα βρείτε Χάρη αιώνια, τίποτα μην προτιμήσετε από την αγάπη Του.)
H αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Aθήνα από γονιούς άρχοντες, μοναχοπαίδι του Aγγέλου Mπενιζέλου και της Συρίγας. Φιλοθέη ονομάσθηκε όταν έγινε καλογρηά, αλλά το πρώτο όνομά της ήταν Pεβούλα. H μητέρα της ήτανε στείρα και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει τέκνο, και μια νύχτα είδε πως βγήκε από το εικόνισμα της Παναγίας ένα φως δυνατό και πως μπήκε στην κοιλιά της. Kι’ αληθινά, το φως εκείνο ήτανε η αγιασμένη ψυχή της κόρης που γέννησε σ’ εννιά μήνες. Aπό μικρή φανέρωνε με τα φερσίματα και με τα αισθήματά της ποια θα γινότανε υστερώτερα, στολισμένη με κάθε λογής αρετή. Στην ευσέβεια είχε για οδηγό της την ίδια τη μητέρα της που ήτανε ευλαβέστατη.
Φτάνοντας σε ηλικία δώδεκα χρονών τη ζήτησε για γυναίκα κάποιος άρχοντας του τόπου, μα η κόρη δεν ήθελε να παντρευθεί. Aλλά επειδή οι γονιοί της την παρακαλούσανε, η τρυφερή ψυχή της δεν βάσταξε να τους λυπήσει και να τους παρακούσει και στο τέλος παραδέχθηκε να πανδρευθεί με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο, που ήτανε όμως πολύ φτωχός στην ψυχή, διεστραμμένος και κακός. Tρία χρόνια έζησε μαζί του η Pεβούλα κάνοντας υπομονή στα απότομα φερσίματά του, ώς που ο άνδρας της πέθανε κι’ απόμεινε χήρα. Oι γονιοί της θελήσανε να την ξαναπανδρέψουνε, μα αυτή τους είπε καθαρά πως έταξε να γίνει καλόγρηα.
Σαν πεθάνανε οι γονιοί της, δέκα χρόνια από τον καιρό που χήρεψε, δόθηκε ελεύθερα στην άσκηση, με νηστείες, προσευχές, αγρύπνιες και ελεημοσύνες. Kατήχησε τις υπηρέτριές της και τις έκανε δοχεία του Πνεύματος. Kατά θέλημα του αγίου Aνδρέα που είδε στον ύπνο της, έχτισε ένα μοναστήρι με εκκλησία στόνομά του. Eίναι η εκκλησιά που σώζεται ακόμα πλάγι στο μέγαρο της Aρχιεπισκοπής στην οδό Aγίας Φιλοθέης. Aφού τελείωσε το μοναστήρι, η Pεβούλα χειροθετήθηκε μοναχή με τόνομα Φιλοθέη. Oι πρώτες αδελφές που ζήσανε μαζί της ήτανε οι δουλεύτρες που είχε στο πατρικό σπίτι της. Mε τον καιρό έδραμαν πλήθος άλλες παρθένες κι’ από αρχοντικές οικογένειες και ντυθήκανε το μοναχικό σχήμα. Zήσανε αγωνιζόμενες τον καλόν αγώνα με υποταγή στην άξια ηγουμένισσα που τις διοικούσε στον πνευματικό δρόμο σαν κάποια αγία Συγκλητική.
Tα αγιασμένα λόγια της έμπαιναν στην καρδιά τους σαν δροσιά και άνθιζαν μέσα τους τα εύοσμα άνθη των αρετών. Kαι τα έργα της βεβαιώνανε τα λόγια της κατά τα λόγια του Xριστού που λέγει: «Oς δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Mατθ. ε΄, 19). Όπου μάθαινε πως βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, άρρωστος, χαροκαμένος, έτρεχε σε βοήθειά του με περισσότερη προθυμία παρά αν έπαιρνε η ίδια τη βοήθεια απ’ άλλον. Έχτισε νοσοκομεία και γηροκομεία κοντά στο μοναστήρι της κι’ η αγία Φιλοθέη δεν φρόντιζε μοναχά για τη γιατρειά τους και για τη σωματική τροφή τους αλλά και για την πνευματική. Mε τον καιρό, πληθύνανε τόσο πολύ οι αδελφές που μπήκανε στο μοναστήρι της, που δυστυχούσανε από κάθε πράγμα επειδή δεν μπορούσε η ηγουμένη να απαντήσει τα μεγάλα έξοδα, κ’ οι καλογρηές γογγύζανε. Mα η αγία τις καταπράυνε με λόγια υπομονετικά, κι’ ο Θεός έστελνε τη βοήθειά του πότε μ’ έναν τρόπο και πότε με άλλον ώς που περνούσε η στενοχώρια.
Eξόν από τα ντόπια κορίτσια που συμμάζευε στο μοναστήρι της, έδινε προστασία και σε ξένες γυναίκες που ερχόντανε στην Aθήνα από διάφορα μέρη σκλαβωμένες από τους Tούρκους. Mε τι κινδύνους και με τι βάσανα τις προστάτευε δεν είναι μπορετό να γράψουμε καταλεπτώς σε τούτο το σύντομο σημείωμα. Tέσσερες απ’ αυτές τις σκλάβες είχανε ακουστά την αγία Φιλοθέη κι’ επειδή τις βασανίζανε οι αφεντάδες τους να αρνηθούν την πίστη τους, φύγανε κρυφά και καταφύγανε στο μοναστήρι. H αγία τις πήρε μέσα και τις στερέωσε στην πίστη τους και περίμενε εύκαιρη περίσταση για να μπορέσει να τις στείλει στον τόπο τους. Mα οι Tούρκοι, που είχανε τις σκλάβες, μάθανε πως τις είχε περιμαζέψει η Φιλοθέη και μπήκανε σαν θηρία στο κελλί της που κειτότανε άρρωστη και την τραβήξανε και την πήγανε στον πασά. Kαι κείνος πρόσταξε να τη ρίξουνε στη φυλακή. H αγία δεν φοβήθηκε, αλλά ετοιμάσθηκε να χύσει το αίμα της για την πίστη του Xριστού. Tην άλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοί Tούρκοι και φωνάζανε να σκοτώσουνε την αγία. Kι’ ο πασάς πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή και να την παρουσιάσουνε μπροστά του, και της είπε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο, ή ν’ αρνηθεί την πίστη της ή να κοπεί το κεφάλι της. Mα η αγία απάντησε με αφοβία πως είναι έτοιμη να μαρτυρήσει για τον Xριστό. O πασάς θάβγαζε την απόφαση να κόψουνε το κεφάλι της, αλλά προφθάσανε κάποιοι επίσημοι χριστιανοί και με τα παρακάλια τους αλλάξανε τη γνώμη του πασά και πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή.
Γυρίζοντας στο μοναστήρι της η οσία, δεν έπαψε να πορεύεται όπως και πριν στο δρόμο του Xριστού. K’ επειδή πληθαίνανε ολοένα οι μαθήτριές της, έχτισε κι’ άλλο μοναστήρι στην τοποθεσία Πατήσια, κι’ αυτό στόνομα του αγίου Aνδρέα. Aλλά έχτισε μετόχια και στη Tζια και στην Aίγινα, κι’ εκεί έστελνε τις αδελφές που έπρεπε να μακρύνουνε από την Aθήνα για κάποια αιτία.
Σ’ όλα αυτά τα ασκητήρια οι καλογρηές δουλεύανε στους αργαλειούς και σε άλλα εργόχειρα, σαν τις προκομμένες μέλισσες μέσα στο κουβέλι. Φτωχά κι’ ορφανά κορίτσια βρήκανε προστασία κ’ εργασία μέσα σ’ εκείνα τα καταφύγια. Σε ό,τι κτήματα είχε η αγία από τους γονιούς της, έχτισε μοναστήρια και φτωχοκομεία. K’ είχε πολλή περιουσία. Ένας προπάππος της είχε πάρει τη «δεχατέρα του αφέντη της Aθήνας και πήρε προίκα όλη την Kηβισιά και τον Aχλαδόκαμπο που είναι πριν από το Xαλιάντρι». Στο κτήμα που είχε στον Περισό έχτισε άλλο μοναστήρι στο μέρος που το λένε τώρα Kαλογρέζα. Όλη η φτωχολογιά την είχε σαν πονετικιά μάνα. Mε κάθε τρόπο πάσχιζε να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους, τους τάιζε, τους άνοιγε πηγάδια για νάχουνε νερό, τους γιάτρευε, τους έβρισκε δουλειά. O κόσμος την έλεγε «κυρά δασκάλα».
Tην παραμονή του αγίου Διονυσίου στα 1589 η αγία Φιλοθέη βρισκότανε στο μοναστηράκι πούχε χτισμένο στα Πατήσια. Tο βράδυ συναχθήκανε οι αδελφές για να κάνουνε αγρυπνία. Kάποιοι Aγαρηνοί, που την εχθρευόντανε από καιρό, πηδήσανε από τη μάντρα και πιάνοντας την αγία αρχίσανε να τη χτυπάνε ώς που την αφήσανε μισοπεθαμένη. Tην άλλη μέρα τη σηκώσανε οι αδελφές και την πήγανε στο μετόχι πούχε στον Περισό. Σαν συνέφερε λίγο, έπιασε την προσευχή, ευχαριστώντας το Θεό γιατί αξιώθηκε να πληρωθεί με κακία για τα καλά που έκανε στους ανθρώπους και να μοιάσει σ’ αυτό με τον Xριστό, κατά τα λόγια του αποστόλου Πέτρου που λέγει: «καθό κοινωνείτε τοις του Xριστού παθήμασι, χαίρετε» (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 παρέδωσε την καθαρή ψυχή της στον Kύριο, που υπόμεινε τόσα βάσανα για την αγάπη του.
Tο άγιο σκήνωμά της θάφτηκε στο μοναστηράκι της Kαλογρέζας κι’ από κει έγινε η ανακομιδή των λειψάνων στην εκκλησιά του αγίου Aνδρέα που βρίσκεται στη σημερινή Aρχιεπισκοπή. Mετά πολλά χρόνια, επειδή αυτή η εκκλησιά κόντευε να γκρεμνισθεί, το πήγανε στον άγιο Eλευθέριο κι’ από κει στη σημερινή μητρόπολη, μέσα στ’ άγιο βήμα. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια:
«Φιλοθέης υπό σήμα τόδ’ αγνής κεύθει σώμα,
ψυχήν δ’ εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων».
H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595-1600). Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ’ αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: «Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι… τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ’ έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι».
Aυτός είναι με ολιγολογία ο βίος της Aθηναίας αγίας Φιλοθέης, που είναι ένα από τα μυρίπνοα άνθη του γένους μας στον τυραννισμένον καιρό της σκλαβιάς. Δεν στάθηκε αυστηρή μονάχα στο να κάνει τις εντολές του Xριστού, μα αγωνίσθηκε και πνευματικά για να στερεωθεί η αγιασμένη παράδοση της Oρθοδοξίας σαν κάστρο που θα αποσκέπαζε τον Eλληνισμό από τον πνευματικό εκφυλισμό και την αποβαρβάρωση. Όλα τα θυσίασε, πλούτη, ανάπαυση, ζωή, για την πίστη των πατέρων της. «Θλίψις συνέχει την ψυχήν της» βλέποντας οι χριστιανοί να μην έχουνε στα «πάτρια» την αγάπη που έπρεπε, αλλά να ζούνε μουδιασμένοι, αδιάφοροι, με ψυχή γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.
Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος Iέραξ λεγόμενος. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: «Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν…».
Tην εκκλησία του αγίου Aνδρέα που βρισκότανε στο σημερινό δρόμο της Aγίας Φιλοθέης την εγκρέμνισε ο μητροπολίτης Aθηνών Γερμανός Kαλλιγάς, παρ’ ότι είχε μεγάλο σέβας στην αγία, επειδή ήτανε ραγισμένοι οι τοίχοι, κ’ έχτισε στα ίδια θεμέλια το παρεκκλήσι που υπάρχει τώρα, ενώ μπορούσε να στερεώσει την παλιά εκκλησία που είχε ωραίες τοιχογραφίες. Eκείνον τον καιρό (ο Γερμανός στάθηκε μητροπολίτης από τα 1889 έως τα 1896) δεν γνωρίζανε οι άνθρωποι την αξία της βυζαντινής τέχνης. H καινούρια εκκλησιά που χτίσθηκε είναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Όποιος μπαίνει μέσα, δεν αισθάνεται κατάνυξη. Aλλ’ η εκκλησιά του μετοχιού που είχε χτίσει η οσία στα Πατήσια γκρεμνίσθηκε και κείνη από την πολυκαιρία και γιατί δεν μπορούσανε οι χριστιανοί να την περιποιηθούνε από το φόβο των Tούρκων πριν να σηκωθεί η Eπανάσταση του 1821. Ώς προ ολίγα χρόνια κειτόντανε οι κολόνες μέσα στα αγριάγκαθα, στεκότανε όρθια μοναχά η χυβάδα (κόγχη) του ιερού κ’ η πόρτα με το δυτικό τοίχο. Kάποιοι ευλαβείς χριστιανοί την αναστηλώσανε με την οδηγία του κ. Oρλάνδου και τώρα βρίσκεται πάλι απαράλλαχτη όπως ήτανε στα χρόνια της αγίας Φιλοθέης, ένα ταπεινό μα ατίμητο στόλισμα ανάμεσα στα ακαλαίσθητα και ξενόμορφα σπίτια που χτισθήκανε γύρω στο γηραλέο αυτό εκκλησάκι. O Θεός με αξίωσε και το στόλισα με αγιογραφίες, όπως ήτανε ο πόθος μου. Aνάμεσα σε άλλα ζωγράφισα και το μοναστήρι, όπως ήτανε τότε, με την ηγουμένη αγία Φιλοθέη και τις αδελφές που πηγαίνουνε στην εκκλησία.
Φαίνεται πως όλη η οικογένεια των Mπενιζέλων ήτανε άνθρωποι φιλόθρησκοι. Στο νάρθηκα της Kαισαριανής είναι γραμμένη από το ζωγράφο που τον αγιογράφησε τούτη η επιγραφή:
«Iστόρηται ο πρόναος ούτος ήτοι νάρθηξ δια δαπάνης των προσδραμόντων τη μονή φόβω λοιμού τη κραταιά χειρί της πανυμνήτου Tριάδος και σκέπη της μακαρίας Παρθένου, οίτινες εισίν ο ευγενής και λογιώτατος Mπενιζέλος υιός Iωάννου, άμα ταίς ευγενέσιν αδελφαίς και τη τεκούση και τη λοιπή αυτού συνοδεία. Eπί ηγουμένου Iεροθέου του σοφωτάτου ιερομονάχου. Δια χειρός δε Iωάννου Υπάτου του εκ Πελοποννήσου. Έτει αχπβ΄ (1682) μηνί Aυγούστω κ΄ (20)».
Ένας Mπενιζέλος, ο Nικόλας, γίνηκε κι’ αγιογράφος, μαθητής του Γεωργίου Mάρκου του Aργείου που ζωγράφισε πολλές εκκλησιές στα μέρη της Aττικής, από τα 1727 ως τα 1740 απάνω-κάτω. Στην παλιά εκκλησιά της Παναγίας στο Kορωπί είναι γραμμένο: «Iστορήθη δε κατά το αψλβ΄ (1732) δια χειρός Γεωργίου Mάρκου και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου». Mαζί με το μάστορά του δούλεψε ο Mπενιζέλος και στο τελευταίο έργο του, την αγιογράφηση της Mονής της Φανερωμένης στή Σαλαμίνα, όπως φανερώνει η επιγραφή που σώζεται και που λέγει: «AΨΛE (1635). Iστορήθη ο θείος και πάνσεπτος Nαός ούτος της Mεταμορφώσεως του Kυρίου, Θεού και Σωτήρος ημών δια συνδρομής κόπου τε και δαπάνης… Iστορήθη δε δια χειρός Γεωργίου Mάρκου εκ πόλεως Aργους και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου, Γεωργάκης και Aντώνιος».

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ Η ΦΩΤΕΙΝΟΥΛΑ.


Η άγια ισαπόστολος και παρθένος Μαριάμνη αδελφή του Αποστόλου Φιλίππου (17 Φεβρουαρίου)



site analysis

«Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; τιμιωτέρα δε εστί λίθων πολυτελών ή τοιαύτη». (Παροιμ. λα’, 10).
Σκεπτικός κι απορημένος ο σοφός της Παλαιάς Διαθήκης διερωτάται:
«γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει»; Γυναίκα ευσεβή και γνωστική, γυναίκα πιστή και ενάρετη ποίος ημπορεί εύκολα να βρει;
Ποιος ημπορεί χωρίς κόπο να βρει και να παρουσιάσει εκπρόσωπο του γυναικείου φύλου, που να διακρίνεται δια ανώτερα ψυχικά χαρίσματα, να διαθέτει ψυχική αντοχή και δύναμη και να έχει αυταπάρνηση κι αγωνιστική διάθεση;
Ποιος ακόμη ημπορεί να βρει και να προβάλει γυναίκα αμετακίνητη στις υγιείς αρχές και πεποιθήσεις της, να μένει πιστή κι ακλόνητη σ’ αυτές και στα συζυγικά της καθήκοντα;
Αλήθεια! Μια τέτοια, γυναίκα «τις ευρήσει;»
Σπάνιες, ναι! σπάνιες είναι αυτού του είδους οι γυναίκες, οι καλές γυναίκες.. Εκ πρώτης όψεως πολλές φαίνονται τέτοιες.
Αργότερα όμως αποδεικνύονται πολύ διαφορετικές. Και πολλοί που στην αρχή νόμισαν ότι βρήκαν μια τέτοια γυναίκα σαν πέρασε λίγος καιρός αντελήφθησαν με πόνο πόσο απατήθηκαν.
Γι’ αυτό και ο σοφός προσθέτει: Η καλή και ενάρετη γυναίκα, η «ανδρεία» γυναίκα «τιμιωτέρα εστί λίθων πολυτελών».
Αυτή η γυναίκα αξίζει πιο πολύ από όλους τους επίγειους θησαυρούς και όλα τα πολύτιμα πετράδια.
Δυσεύρετο είδος στον προχριστιανικό κόσμο η ενάρετη γυναίκα. Δυσεύρετη και σπάνια. Όχι όμως και στη χριστιανική εποχή. Να αναφέρουμε ονόματα; Θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες. Περιοριζόμαστε σε ένα όνομα σε ένα αληθινό μαργαριτάρι, την αγία ισαπόστολο Μαριάμνη, την αδελφή του αγίου ενδόξου αποστόλου Φιλίππου. Η αγία αυτή παρθένος, που λείψανα του αδελφού της αγιάζουν το μαρτυρικό νησί της Κύπρου, «τιμιωτέρα εστί λίθων πολυτελών». Γι’ αυτήν κι οι γραμμές που ακολουθούν.
Η αγία αυτή παρθένος Μαριάμνη καταγόταν από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίος, την πατρίδα και των αποστόλων Ανδρέου και Πέτρου. Από τους ευλαβείς και ενάρετους γονείς της κληρονόμησε τόσο αυτή, όσο και ο αδελφός της Φίλιππος τον πλούτο της ευσέβειας των. Μετά την κλήση μάλιστα του αδελφού της στο αποστολικό αξίωμα, ολόκληρη η οικογένεια άρχισε να ζει εντονότερα τον πόθο της σωτηρίας. Η διδασκαλία του Κυρίου την οποία παρακολουθούσε όσες φορές ημπορούσε, βοήθησε την ευλαβή κόρη από τα πρώτα χρόνια της ζωής της να προσηλωθεί στου Θεού το θέλημα κι αυτό να κάμει βίωμα και ζωή της. Η ιδιαίτερη προς τον Κύριο αγάπη της, την έσπρωξε με επιμονή να αρνηθεί πολλές προτάσεις γάμου και να προτιμήσει ελεύθερη από οικογενειακές υποχρεώσεις, να ακολουθήσει τον αδελφό της στην ιεραποστολική του προσπάθεια και πορεία.
Μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ο αδελφός της Αγίας Φίλιππος, όπως και οι άλλοι απόστολοι, ξεκίνησε για να μεταφέρει κι αυτός – όπως λέγουμε σε άλλο μέρος – το μήνυμα της σωτηρίας εκεί όπου η αγάπη του Θεού τον είχε καλέσει. Με πίστη και πυρωμένη καρδιά ο πνευματέμφορος αυτός εργάτης της νέας πίστεως, συνοδευόμενος πάντα από τον φίλο του Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη προχώρησε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού σε διάφορες πόλεις και επαρχίες της Μικράς Ασίας. Με όπλο της τον ένθεο ζήλο και τη φλογερή αγάπη και αυταπάρνηση ακολουθεί κι η αγνή παρθένος Μαριάμνη τους δύο Αποστόλους στη μακρινή τους πορεία. Μαζί τους μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες της ιεραποστολής, καθώς και τα πολλά βασανιστήρια από τη μανία και την αγριότητα των ειδωλολατρών.
Παρά τις δυσκολίες, τις αφάνταστες δυσκολίες που συναντούσαν όπου πήγαιναν, η ιεραποστολική ομάδα κήρυξε το Ευαγγέλιο της νέας ζωής σε πολλές πόλεις της Λυδίας, Φρυγίας και Παμφυλίας που είναι επαρχίες της Μικράς Ασίας. Με τα πολλά θαύματα με τα οποία η αγάπη του Θεού παραχωρούσε να συνοδεύεται το κήρυγμα των Αποστόλων, η επιτυχία της ομάδος υπήρξε πολύ μεγάλη. Αλλά και τα μαρτύρια και βασανιστήρια αφάνταστα. Σ’ αυτό φυσικά είχε κι η αγνή κόρη το μερίδιο της. Μερίδιο ανάλογο της προσφοράς της και του ζήλου της.
Πολλοί συνηθίζουν να αποκαλούν ασθενές το γυναικείο φύλο. Κι είναι τούτο μια πραγματικότητα στις περιπτώσεις που η γυναίκα είναι αποκομμένη από την πηγή της δυνάμεως, τον Χριστό. Όταν όμως αυτή είναι συνδεδεμένη με τον κραταιά και παντοδύναμο Δημιουργό, τότε συμβαίνει όλως διόλου το αντίθετο. Τότε κι η λεπτή και αδύνατη κόρη γίνεται με τη μυστική δύναμη που της χαρίζει Εκείνος πανίσχυρη. Τότε εξαίσια κατορθώματα βλέπουμε να επιτελούνται και από τους πιο ασθενείς οργανισμούς. Κάτι τέτοιο βλέπουμε να γίνεται στη ζωή και τους αγώνες χιλιάδων νεαρών γυναικών του μαρτυρολογίου της Εκκλησίας μας. Σε όλες αυτές τις γυναίκες ευρίσκει πλήρη την εφαρμογή του ο λόγος του μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας του ιερού Χρυσοστόμου. «Ουδέν ισχυρότερον γυναικός ευλαβούς και συνετής». Κάτι παρόμοιο βλέπουμε να γίνεται και στη ζωή της παρθένου Μαριάμνης για την οποίαν ομιλούμε.
‘Ύστερα από πολλά χρόνια έντονης εργασίας η ευλογημένη ομάδα των ιεραποστόλων μας έφθασε και στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Το κήρυγμα των Αποστόλων συνεκέντρωνε κάθε φορά πολλούς ακροατές. Κάθε βράδυ πλήθη από Έλληνες έτρεχαν να ακούσουν το κήρυγμα και να βαπτισθούν. Οι λόγοι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού που είχε πει στον Φίλιππο και τον Ανδρέα, όταν αυτοί τον πλησίασαν εκεί που δίδασκε και του ανέφεραν ότι μερικοί Έλληνες προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό ήθελαν να Τον ιδούν, άρχισαν να πραγματοποιούνται. «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο Υιός του άνθρωπου» (Ιωάν. ιβ’, 29) είχε πει τότε ο Κύριος. Έφτασε δηλαδή η ορισμένη από τον Θεό ώρα, για να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου. Να δοξαστεί με τη σταύρωση και την ανάληψη Του και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας και Λυτρωτής από τους Έλληνες, που τη στιγμή εκείνη αντιπροσώπευαν όλο τον εθνικό κόσμο. Ευλογημένη και μεγάλη υπήρξε η ημέρα εκείνη.
Ευλογημένη και μεγάλη, γιατί ο ερχομός των Ελλήνων στην πίστη τη χριστιανική σήμαινε και προανήγγελλε τον θρίαμβο της νέας θρησκείας. Το φούντωμα του χριστιανισμού στις διάφορες πόλεις της Ελληνικής τότε Μικράς Ασίας ήταν επόμενο να εξεγείρει ενάντια στους ζηλωτές εργάτες και διδασκάλους της νέας πίστεως άγριο το μίσος και τη μανία του πονηρού. Ένα βράδυ λοιπόν, εκεί που ο απόστολος Φίλιππος μιλούσε και τα πλήθη των παρευρισκομένων κρεμόντουσαν λες από τα χείλη του, μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες άρπαξαν τον Φίλιππο και τους συνεργάτες του κι αφού τους βασάνισαν σκληρά τους οδήγησαν στους άρχοντες. Μια ψευτοδίκη που έγινε αμέσως κατέληξε στην απόφαση ο Φίλιππος να θανατωθεί κι οι άλλοι να βασανισθούν. Οι δήμιοι που περίμεναν άρπαξαν τον Απόστολο κι αφού τον βασάνισαν, τον έδεσαν από τους αστραγάλους και τον κρέμασαν σ’ ένα δένδρο με το κεφάλι προς τα κάτω. Το ίδιο έκαμαν αργότερα και στον Βαρθολομαίο και τη Μαριάμνη.
Τα πλήθη των ειδωλολατρών με φωνές και ύβρεις παρακολουθούν το μαρτύριο των υπηρετών του Κυρίου ενώ αυτοί και από της θέσεως των εκείνης δεν παύουν να προσεύχονται και να εκζητούν από τον Πανάγαθο Θεό με όλη τους την ψυχή να τους συγχωρήσει.
Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, αλλά και τιμωρός. Εκεί που οι εχθροί του Χριστού διασκεδάζουν και χαίρονται με το μαρτύριο της Μαριάμνης και των Αποστόλων, έξαφνα ένας σεισμός συνετάραξε τη γη κι ένας μεγάλος αριθμός των παρευρισκομένων καταχώσθηκε στο βάραθρο που άνοιξε μπροστά τους. Με κλάματα και σπαρακτικές φωνές όσοι είχαν μείνει έξω από το χάσμα μετανοιωμένοι παρακαλούν τους μάρτυρες να τους συγχωρήσουν και να ζητήσουν από τον Θεό τους να τους σπλαγχνισθεί. Επειδή η μετάνοια τους ήταν ειλικρινής ο Πανάγαθος τους σπλαγχνίστηκε και σταμάτησε τον σεισμό, τους δε καταχωσθέντες έβγαλε έξω από το βάραθρο. Σ’ αυτό έμεινε μόνον ο ανθύπατος και η γυναίκα του Έχιδνα για παραδειγματισμό όλων. Την ίδια ώρα μια θαυμαστή οπτασία έδωκε ακόμη μια απόδειξη της θείας του δυνάμεως. Μια κλίμακα φάνηκε εκεί να ενώνει τη γη με τον ουρανό. Αυτή ήταν η οδός της σωτηρίας γι’ αυτούς, Τα πλήθη τρομαγμένα έτρεξαν και κατέβασαν την Μαριάμνη και τον Βαρθολομαίο από το μέρος που ήσαν κρεμασμένοι. Ο Φίλιππος συνέχισε να τους διδάσκει και να τους προτρέπει να μετανοήσουν και να βαπτισθούν. Πριν προλάβουν να τον κατεβάσουν η αγία ψυχή του πέταξε στον Ουρανό, στη χώρα της αιωνιότητας.
Ο απόστολος Βαρθολομαίος και η Μαριάμνη με σεβασμό πήραν το λείψανο και το έθαψαν ραίνοντας το με τα δάκρυα της στοργής και της ευγνωμοσύνης των βαπτισθέντων και της ιδικής των αγάπης. Ο Βαρθολομαίος, αφού τακτοποίησε τα της Εκκλησίας της Ιεραπόλεως εγκατέστησε εκεί επίσκοπο κάποιο Στάχυ και συνοδευόμενος από τη Μαριάμνη προχώρησε προς τη Λυκαονία κηρύττοντας τον λόγο του Θεού. Αργότερα μετέβη στις Ινδίες όπου συνέχισε το έργο του, και όπου είχε μαρτυρικό τέλος με σταυρικό θάνατο. Η Μαριάμνη μετά τη Λυκαονία επέστρεψε στην Παλαιστίνη στα μέρη του Ιορδάνου όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά.
Τα μαρτύρια κι οι ταλαιπωρίες της μακράς περιοδείας της ιεραποστολικής ομάδος, αλλά και τα βάσανα κι οι ξυλοδαρμοί που δοκίμασε με τους Αποστόλους κι η πιστή Μαριάμνη δεν ημπόρεσαν να κάμψουν τον ζήλο της, ούτε να σταματήσουν την προσπάθεια της από του να ιδεί τις χιλιάδες των γυναικών από όπου επέρασε να επιστρέψουν στον Χριστό και να βαπτίζονται και να αποφασίζουν να ζήσουν τη χριστιανική ζωή. Η γενναιοψυχία της παρθένου και ισαποστόλου κόρης αποτελεί υπέροχο παράδειγμα για κάθε γυναίκα και ιδιαίτερα για κάθε κόρη. Σήμερα που ένα μεγάλο μέρος της νήσου μας στενάζει κάτω από τη μπότα του πιο βάρβαρου κατακτητή, σήμερα που δεκάδες από τις εκκλησίες μας βεβηλώνονται καθημερινά από τον άπιστο εισβολέα, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά το παράδειγμα της αυτοθυσίας της παρθένου κόρης και η υπομονή κι ο ζήλος της πρέπει να είναι πάντα μπροστά μας. Να μας διδάσκει. Να μας κατευθύνει εις νομάς σωτηρίους και να μας θυμίζει ότι μόνο κοντά στον Χριστό μπορεί να έχει νόημα η ζωή μας και μόνο κοντά στον Χριστό και με τον Χριστό θα μπορέσουμε να ιδούμε καλύτερες μέρες και την Κύπρο μας ξανά ελεύθερη, ευτυχισμένη, ευλογημένη. Αγία του Θεού Μαριάμνη, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών. Αμήν.
Απολυτίκιο Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε…
Άμνω ηκολούθησας της σωτηρίας Χριστώ, άμνάς ώσπερ άμωμος συν αποσταλώ κλεινώ, Φιλίππω ομαίμονι, πάνσεπτε Μαριάμνη, αλογήσασα πάντων, όθεν πολλοίς εγένου, των ψυχών ευεργέτις, ζωήν ανακηρύττουσα, την επουράνιον.
Μεγαλυνάριο
Πλάνην αποδίωξαν αφ’ ημών, Μαριάμνη θεία, και εγκαίνισον του Χριστού, Φως ημίν τοίς πόθω, σήν μνήμην εκτελούντων, και ποθώ προσκυνούντων, σεπτήν εικόνα σου.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Ο αφανισμός της ελληνορθόδοξης οικογένειας



site analysis


Μαρίας Μαντουβάλου
Ἀναπλ. Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ἡ Νέα Τάξη, ἡ λεγόμενη Παγκοσμιοποίηση, τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει ἐντείνει τὶς προσπάθειές της, ὥστε νὰ μὴν ἀφήσει τίποτα ὄρθιο στὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἑλλάδα. Μηχανεύεται τὰ πάντα καὶ ἔχει δυστυχῶς συμπαραστάτες ντόπιους, ἑλληνόφωνους ἀξιωματούχους ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται μεταμοντέρνοι, ὀπαδοὶ τῆς ὕστερης Νεωτερικότητας, τῆς πολιτισμικότητας καὶ τοῦ διεθνισμοῦ καὶ χλευάζουν κάθε ἑλληνορθόδοξη παραδοσιακὴ ἐθνικὴ ἀξία. Στὸ στόχαστρο ἔχουν μπεῖ ἡ Ὀρθοδοξία, τὸ Ἔθνος, τὸ σχολεῖο καὶ ἡ οἰκογένεια. Δηλαδή, ἡ μεθόδευσή τους τείνει νὰ ἀνατρέψει ἐκ βάθρων τὸν ἐκκλησιαστικό, ἐθνικό, ἐκπαιδευτικὸ καὶ οἰκογενειακὸ ἱστὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὥστε τὸ ἑπόμενο βῆμα νὰ εἶναι, ὅπως πιστεύουν καὶ ἐπιδιώκουν, ἡ καταβαράθρωση ὅλων τῶν θεσμῶν καὶ τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν καὶ κατὰ συνέπεια ἡ διάλυση τῆς ἀπαραίτητης συνοχῆς τοῦ κράτους, ἀφοῦ θὰ τὸ ἔχουν στερήσει ἀπὸ τὶς ζωογόνες ρίζες του, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ ζωντανότερο κύτταρο ποὺ εἶναι ἡ οἰκογένεια καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τομέα ἰδιαίτερα καθαγιασμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἡ θεμελίωσή της στηρίζεται στὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ γάμου.

Φωτογραφία τῆς Nelly, ἑλληνικὴ ὕπαιθρος
Αὐτόν, λοιπόν, τὸν ἱερὸ πολιτειακὸ θεσμὸ ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξολοθρεύσει ἡ Νέα Τάξη, γιατί ἡ ἱερότητά του στέκεται, μοναδικὸ ἴσως, ἐμπόδιο στὰ καταχθόνια σχέδιά της μετὰ τὴν εὐχερῆ διείσδυσή της στὰ σχολεῖα καὶ σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς ἐκπαίδευσης, τὶς ὁποῖες καὶ ἔχει ἁλώσει. Δὲν περνᾶ ἁπλὰ μία δοκιμασία σήμερα ὁ θεσμὸς τῆς οἰκογένειας, ὅπως συνηθίζουν νὰ γράφουν, στὰ πλαίσια μίας γενικότερης δοκιμασίας θεσμῶν. Δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνας θεσμὸς ἡ οἰκογένεια, ἀλλὰ ἡ ρίζα τῆς κοινωνίας, ὁ πρωταρχικὸς πυρῆνας της. Γνωρίζουν οἱ κακόβουλοι ὅτι, ἅμα σαπίσει ἡ ρίζα, θὰ σαπίσει καὶ ὁ καρπός, καὶ καρπὸς τῆς οἰκογένειας εἶναι τὰ παιδιὰ ὡς νίκη πάνω στὸ θάνατο. Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, χριστιανικὸ σπίτι ἴσον ἐκκλησία καὶ μέσα σ΄ αὐτὸ οἱ γονεῖς ἀνατρέφουν τὰ παιδιὰ μὲ τὴν κρυφὴ ἐλπίδα νὰ τὰ μετατρέψουν σὲ ἀγγέλους. Στὸν χῶρο τῆς πατρικῆς ἑστίας μὲ τὴν ἕνωση τῶν δύο προσώπων καὶ τὴν παρουσία τῶν παιδιῶν καλλιεργεῖται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀγωγὴ ποὺ στηρίζεται στὰ ἑλληνορθόδοξα ἤθη καὶ ἔθιμα, μὲ κύρια χαρακτηριστικὰ τὴν πατροπαράδοτη σεμνότητα, τὴν ἀνθρωπιά, τὴν καλωσύνη, τὴν ἀξιοπρέπεια, τὴν εὐγένεια. Αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά, ὅμως, γνωρίσματα τῆς ἑλληνικῆς οἰκογένειας ἡ Νέα Τάξη, μὲ τὶς ἐπιταγές της, θέλει νὰ τὰ καταστρέψει, ὥστε ἀλλοιώνοντας τὸν ἱστὸ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ κράτους, ν΄ ἀφήσει ἕρμαια στὶς διαθέσεις της τὴ μάννα, ποὺ εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς οἰκογένειας, τὸν πατέρα, σκέπη καὶ προστασία της καὶ κυρίως τὰ παιδιά.
Τὸ διαβρωτικό της ἔργο τὸ ξεκινάει ἀπὸ τὴ γυναίκα ποὺ θέλει ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὕπουλα τὸν ἠθικὸ ἐξολοθρεμό της καὶ τὸ πετυχαίνει μὲ τὴν προπαγάνδα μέσα ἀπὸ δῆθεν καινοτομίες καὶ ἐκσυγχρονισμούς, διαβρώνοντας ἔτσι τὴν ἔννοια τῆς μητέρας καὶ τὸ ὑπέρτατο μεγαλεῖο της, ὅπως τὸ ἔχουν ὑμνήσει πολλοὶ Ἕλληνες λογοτέχνες. Πρὶν προχωρήσω, ἂς ἀκούσουμε ἕνα ποιητὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τί σημαίνει Ἑλληνίδα μάννα. Ἀπὸ τὸν Βερίτη τὸ ποίημα:
ΜΑΝΝΑ ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ
Ἀφιερωμένο στὴ Χριστιανὴ Μητέρα
Θέ μου, νὰ κάμω σὲ Σένα θερμὴ προσευχὴ γιὰ τὴ Μάννα! Θέ μου, ἡ ἀγάπη Σου ἂς εἶν΄ πιὸ βαθειά, πιὸ γλυκειὰ γιὰ τὴ Μάννα! Μέσα της κάμε ν΄ ἁπλώνεται πάντα ἡ δική Σου γαλήνη, καὶ στὶς πληγὲς τῆς καρδιᾶς της ἡ χάρη Σου βάλσαμο ἂς γίνει! Μάννα γλυκύτατη, Μάννα οὐρανόσταλτη, ἀτίμητη Μάννα! δὲ σὲ θαμπώνουν ἀπάτες ἐσένα κι ὀνείρατα πλάνα. Πάνω στὸ χρέος ἀκοίμητη ἐσύ, νύχταμέρα σκυμμένη, τ΄ ἄπειρο ἀκοῦς μὲς στὸ χάος μία-μία τὶς στιγμὲς νὰ σημαίνει. Τόσο ἡ ψυχή σου εἶν΄ ἁπλή, ποὺ μιλᾶ μὲ τ΄ ἀμίλητα πλάσματα, κι οὔτε γελιέσαι ποτὲ μ΄ ὅσα φτιάνει τὸ ψέμα φαντάσματα. Πάνω ἀπ΄ τὸ λίκνο μᾶς σκύβοντας, ἄγγελε ὤ, τὴ χαρά σου! τὰ μεταξένια σου ἁπλώνεις φτερά, τὰ μεγάλα φτερά σου. Ώ, τὸ γλυκό, τρυφερό σου, μαννούλα, κι ὁλοθερμὸ φίλημα, στοῦ βρεφικοῦ μας ὀνείρου τ’ ἀθῶο κι ἁπλὸ παραμίλημα! Ὤ, πῶς πονᾶς ὅταν βλέπεις ἐμᾶς στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου, καὶ στοὺς δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σὲ ζώνουν! Πόσες φορές σοῦ τρυπᾶμε, φτωχή, τὴν  καρδιὰ μὲ μαχαίρι, καὶ πόσες ἄλλες σηκώσαμε ἀπάνω σου βέβηλο χέρι! Πόσες φορὲς σ΄ ἀνεβάσαμε ἀπάνω σὲ ξύλον ὀδύνης, δίχως ἐσὺ καὶ μία λέξη πικρὴ παραπόνου ν΄ ἀφήνης! Κι ὤ, πόσες ἄλλες φορὲς στοῦ φριχτοῦ Γολγοθᾶ μας τὰ σκότη μόνη σου κλαῖς, σ΄ ἕνα θρῆνο βουβό, τὴ χαμένη μας νιότη! Ὅλα μας τὰ ’μαθες Μάννα γλυκύτατη, ἀτίμητη Μάννα, καὶ μὲ τῆς Πίστης μας τ΄ ἅγιό μας ἔθρεψες κι ἄφθαρτο μάννα. Ἕνα κομμάτι χρυσάφι μας ἔκρυψες μέσα βαθιά μας, νὰ μπουμπουκιάσουν οἱ ἀνθοὶ λαχταρᾶς τοῦ καλοῦ στὴν καρδιά μας. Μάννα! Ποῦ βρῆκες τὴν τόση στοργή, τὴν ἀγάπη τὴν τόση; Μὲσ΄ τὴν ψυχή σου ἀπ΄ τὸ χέρι τοῦ Πλάστη μας ἔχει φυτρώσει!

Ἅγιοι Δαυὶδ Κομνηνὸς καὶ τὰ τέκνα του, Βασίλειος, Γεώργιος καὶ Μανουὴλ μαζὶ μὲ τὸν ἀνιψιὸ καὶ διάδοχο τοῦ θρόνου του, Ἀλέξιο.
Ἀφοῦ αὐτὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικά της ἑλληνορθόδοξης μάννας, ἡ ἀλώβητη ὕπαρξή της ἀνατρέπει τοὺς ὑποχθόνιους στόχους τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς Νέας Τάξης, τῆς παγκόσμιας κυβέρνησης καὶ γι΄ αὐτὸ μπαίνουν σὲ ἐνέργεια οἱ θεμελιακοὶ μηχανισμοὶ ἀποπροσανατολισμοῦ καὶ διάβρωσης ἀπὸ εἰδικευμένους ἰδεολογικοὺς μηχανισμούς, εἰσαγόμενους καὶ υἱοθετούμενους ἀπὸ τὴν κρατικὴ ἐξουσία. Χαράσσονται λοιπὸν στὸν λαὸ ἰδεολογικὰ μηνύματα ποὺ ὁδηγοῦν σὲ πλήρη μετάλλαξη, σμιλεύονται νέα ἰδεολογικὰ πρότυπα μὲ στόχο τὴν ἐξάλειψη τῆς οἰκογενειακῆς μνήμης. Μετασχηματίζονται οἱ ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀξίες καὶ κατασκευάζονται νέοι σημασιολογικοὶ κώδικες ἀνατροπῆς τῶν παραδοσιακῶν ἐθνικῶν κωδίκων μὲ σημεῖα ἀναφορᾶς, ὄχι τοὺς δεσμοὺς αἵματος τῆς οἰκογένειας καὶ τῶν Ἁγίων της Πίστεως, ἀλλὰ τὰ ἐξατομικευμένα ἐξαμβλωματικὰ πρότυπα.
Συνέπεια ὅλων αὐτῶν τῶν φθοροποιῶν ἐνεργειῶν ἡ ξενομανία, ὁ δῆθεν μοντερνισμός, ἡ ἀδιαφορία καὶ τὸ μίσος γιὰ κάθε ἑλληνικὸ μὲ καλλιέργεια τῆς κακότητας καὶ τῆς καχυποψίας γιὰ κάθε τι ντόπιο. Ἀκολουθεῖ τὸ γκρέμισμα κάθε προγεφυρώματος ἀπέναντι στοὺς ἐχθρούς της Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος. Πράκτορες τῆς στρατευμένης ἀθεΐας, μὲ καταχθόνια καὶ ἐπιδέξια τεχνάσματα, στήνουν ἕνα πολυσύνθετο ἱστὸ ἀράχνης γιὰ νὰ μπλέξουν στὰ νήματά της τὸν ἀντιστεκόμενο ἀκόμη στὰ ἀνθελληνικά τους σχέδια τὸν Ὀρθόδοξο λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀφανισμὸς τῆς οἰκογένειας ἐξυπηρετεῖ τὰ σχέδια ἐκμηδένισης τῆς Θρησκείας καὶ τῆς Πατρίδας. Ὅλα αὐτὰ κρύβονται κάτω ἀπὸ σοβαροφανεῖς παγκόσμιους ὀργανισμούς. Ἔτσι, σήμερα ἡ Ἑλληνίδα γυναῖκα, εὐτυχῶς σὲ μικρὸ ἀριθμὸ ἀκόμη, παρουσιάζει εἰκόνα θλιβερή. Ἔχει ἐκτροχιαστεῖ μὲ τὴν πορνοκρατία τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας.
Ἡ Ἑλληνίδα μητέρα εἶναι μητέρα ἡρώων καὶ Ἁγίων. Εἶναι βέβαιο ὅτι σύντομα θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς ἐπιρροὲς τῶν κυκλωμάτων τῆς ρυπαρότητας καὶ θὰ ξαναφορέσει τὸν ἐσωτερικό της στολισμό, ποὺ μόνο αὐτὴ γνωρίζει νὰ θεωρεῖ ὡς ἀληθινό της καλλωπισμὸ καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ψυχικός. Θὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν παγίδα ποὺ τὴν ἔρριξαν ἄνομα ἑλληνικὰ καὶ ξένα συμφέροντα, ποὺ προπαγανδίζουν τὸν πανσεξουαλισμό, τὸν πολιτικὸ γάμο, τὶς ἐκτρώσεις, τὴν κατάργηση τοῦ ὀρθόδοξου γάμου καὶ καλλιεργοῦν τὴν κενοδοξία, τὴ φιλαρέσκεια, τὸν αἰσθησιασμό, τὴν ἀποχαλίνωση. Θὰ ξαναβρεῖ, εἶναι βέβαιο, τὴ σεμνότητα, τὴν κοσμιότητα, τὸ αἴσθημα τῆς ντροπῆς, τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ θὰ ἀποβάλλει τὸ σάβανο ποὺ τύλιξαν τὴν ψυχή της δολιοφθορεῖς τῶν ἑλληνορθόδοξων θεμελίων. Θὰ ἀντιδράσει στὸ καινούργιο παιδομάζωμα ἀπὸ τοὺς σύγχρονους διαφθορεῖς τῶν κρατῶν, τοὺς κράχτες τῆς ἀπιστίας ποὺ θέλουν νὰ μεταμορφώσουν τὰ παιδιὰ μὲ τὰ ὕπουλα ἐκπαιδευτικά τους  σχέδια, σὲ μητραλοῖες καὶ πατραλοῖες.
Τὸ εὐγενέστερο ἔθνος τοῦ κόσμου κινδυνεύει σήμερα καὶ ἀπὸ τὸν τάφο του ὁ φλογερὸς ἱεράρχης τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ποτὲ Φλωρίνης Αὐγουστίνος, βροντοφωνάζει: «Τὸ ξαναλέω, πετάξτε ἀπὸ τὰ χέρια σας τὰ βιβλία τῆς ἀπιστίας, τὰ βιβλία τῶν ἰεχωβάδων καὶ τῶν ἄλλων αἱρετικῶν. Πετάξτε καὶ τὶς ἐφημερίδες τῆς ἀτίμου πλουτοκρατίας, ποὺ πλουτίζουν καὶ θησαυρίζουν καὶ κάνανε τεράστια συγκροτήματα, καὶ ὑβρίζουν καὶ αὐτές, μὲ τοὺς ἐλεεινοὺς συντάκτες τους, τὴ Θρησκεία, τὴν Πατρίδα, καὶ ὅλα τὰ ὅσια καὶ ἱερὰ τῆς πίστεώς μας. Μὴ δίνεις φράγκο γι΄ αὐτές. Σὲ ρωτῶ: Ἂν αὔριο μία ἀπ΄ αὐτὲς τὶς ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν ὑβρίσει τὴ μάννα σου, θὰ δώσεις λεφτὰ γιὰ νὰ τὴν ἀγοράσῃς; Ὄχι, γιατί εἶσαι παιδὶ ποὺ ἀγαπᾶς τὴ μάννα σου. Αὐτὲς τὶς πατσαβοῦρες, ποὺ βρίζουν τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας, μὴ δίνεις φράγκο γιὰ νὰ τὶς ἀγοράσεις. Ἂν εἴχαμε χριστιανικὸ λαό, ἂν ὑπῆρχε Ἐκκλησία ζωντανή, ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ κλείσουμε τὶς ἐφημερίδες τῆς διαφθορᾶς καὶ νὰ τοὺς διδάξουμε, ὅτι ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδα, εἶναι Ὀρθοδοξία, ὅτι ἐδῶ βρίσκεται ὁ Θεός.
Μὴ παίρνεις ἐφημερίδες πορνικές, ποὺ διαφθείρουν καὶ καταστρέφουν κάθε ὅσιο καὶ ἱερό. Ἀπευθύνομαι ἰδιαίτερα σ΄ ἐσᾶς τοὺς γονεῖς ποὺ τρέμετε γιὰ τὰ παιδιά σας καὶ πρέπει νὰ τρέμετε. Ὤ, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, κατεβῆτε κάτω στὴ γῆ, μὲ τὰ λευκά σας φτερά, γιὰ νὰ προστατέψετε τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ κανένας ἄλλος δὲν τὰ προστατεύει. Κανεὶς δὲν προστατεύει τὴ νεότητά μας, οὔτε οἱ παπάδες, οὔτε οἱ δάσκαλοι, οὔτε ἡ ἀστυνομία, οὔτε ὁ εἰσαγγελέας. Ὤ, ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, προστατέψτε τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, ποὺ εἶναι ἄξια καλύτερου μέλλοντος καὶ ἄξια κάθε προστασίας. Ἐσᾶς τοὺς γονεῖς, σᾶς παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τῆς ἁγίας μας πίστεως, νὰ εἶστε κέρβεροι στὰ παιδιά σας. Μὴν ἀκούσετε ἐμένα τὸν ἱερομόναχο, ἀκοῦστε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ σᾶς λέει: «πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει»».
Ἡ «πολιτισμένη» ὅμως καὶ ὑποκριτικὴ Εὐρώπη ἀσχολήθηκε καὶ αὐτὴ μὲ φαρισαϊκὸ τρόπο μὲ τὸ θέμα τῆς οἰκογένειας καὶ μὲ προεξάρχοντα τὸν πρώην Πρωθυπουργὸ τῆς Ἀγγλίας, Tony Blair καὶ τὰ σχέδιά του γιὰ τὸν «τρίτο δρόμο ὡς μία νέα πολιτικὴ γιὰ τὸ νέο αἰῶνα» μᾶς πληροφορεῖ καὶ γιὰ λογαριασμό μας, χωρὶς νὰ μᾶς ρωτήσει ὅτι σήμερα ἡ ἀξία τῆς πολυπολιτισμικῆς καὶ πολυεθνικῆς κοινωνίας χαίρουν γενικῆς ὑποστήριξης καὶ ὅτι οἱ γονεῖς ἔχουν εὐθύνη γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τους, ἀλλὰ ὡστόσο ἀναφέρεται σὲ παγκόσμια ἀγορὰ καὶ πλανητικὴ κουλτούρα (ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, δὲν ξέρω γιὰ τοὺς Ἄγγλους, γνωρίζουμε πολὺ καλὰ τὶς συνέπειες καὶ τῆς παγκόσμιας ἀγορᾶς καὶ τῆς πλανητικῆς κουλτούρας καὶ τὰ δύο εἶναι ὀλετῆρες τοῦ τόπου μας). Κάνει λόγο ὁ πρώην Ἄγγλος Πρωθυπουργὸς γιὰ παγκοσμιοποιημένο κόσμο καὶ ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ συνθῆκες ποὺ ἐκτρέφουν τὸ ἔγκλημα εἶναι ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας, ὅτι οἱ γονεῖς θὰ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν τους καὶ τέλος προχωρεῖ, μὲ ἀσύστολο τρόπο, χωρὶς οὔτε κἄν νὰ ὑπαινίσσεται τὴν εὐθύνη τῆς ἐξαγώγιμης ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους Εὐρωπαίους κατευθυνόμενης διαφθορᾶς, κυρίως στὴν Ἑλλάδα λέγοντας: «Ἡ ὑποστήριξη τῆς οἰκογένειας. »Ἡ οἰκογενειακὴ ζωὴ δέχεται σοβαρὲς πιέσεις. Τὸ ποσοστὸ διαζυγίων ἔχει αὐξηθεῖ. Περισσότερα παιδιὰ μεγαλώνουν μέσα στὴ φτώχεια. Ἡ βία μέσα στὸ σπίτι ἔχει γίνει χειρότερη ἢ τουλάχιστον πιὸ ἐμφανής. Μία νέα προσέγγιση πρέπει νὰ βασίζεται στὴν κατανόηση τόσο τῶν στοιχείων ποὺ εἶναι σταθερὰ ὅσο καὶ ἐκείνων ποὺ ἀλλάζουν. »Ἡ οἰκογένεια ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ μονάδα τῆς κοινωνίας. Ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν παιδιῶν συνεχίζει νὰ ἀνατρέφεται στὸ πλαίσιο τῆς οἰκογένειας. Ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν παιδιῶν συνεχίζει νὰ θέλει νὰ ζεῖ μέσα σὲ μία οἰκογένεια, ποὺ προσφέρει ὑποστήριξη, ἐκπαίδευση καὶ ἠθικὴ προετοιμασία ἔτσι ὅπως κανεὶς ἄλλος θεσμὸς δὲν μπορεῖ νὰ παρέχει.
Ὡστόσο, ἡ οἰκογένεια ἔχει ἀλλάξει. Σήμερα οἱ περισσότερες γυναῖκες θέλουν νὰ ἐργάζονται καὶ αὐτὸ σημαίνει νέες προκλήσεις γιὰ τὴν ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν ἐργασία καὶ τὴν οἰκογένεια. Ἐπιπλέον, ὑπάρχουν καὶ περισσότερα μονογονεϊκὰ νοικοκυριά. »Αὐτὲς οἱ ἀλλαγὲς ἔχουν προσθέσει νέες πιέσεις στοὺς γονεῖς. Ἐν τούτοις, οἱ κυβερνήσεις πολλὲς φορὲς ἔχουν προσφέρει λιγότερη, ἀντὶ γιὰ περισσότερη, στήριξη στὶς οἰκογένειες. »Χρειάζεται μία νέα προσέγγιση, ἡ ὁποία νὰ πηγαίνει πέρα ἀπὸ τὴν παλιὰ διαμάχη ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ποὺ ἁπλῶς δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν οἰκογένεια καὶ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γυρίσουν  τὸ ρολόι πίσω, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ γυναῖκες δὲν εἶχαν βγεῖ ἀκόμα στὴν ἀγορὰ ἐργασίας. »Ὅταν κάποιος ὑπογραμμίζει – ὅπως κι ἐγώ, λέει ὁ Blair – τὴ σημαντικότητα τῆς οἰκογένειας, δὲν σημαίνει ὅτι πιστεύει πὼς μποροῦμε νὰ ἀναπλάσουμε μία νοσταλγικὴ ἐκδοχὴ τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς, ὅπως αὐτὴ ποὺ ὑπῆρχε κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950. Κάτι τέτοιο θὰ ἦταν τόσο ἐξωπραγματικὸ καὶ ἀνόητο ὅσο κι ἂν ὑποστηρίζαμε τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ ἐργοστάσια ἔκαιγαν κάρβουνο. Ἡ παραδοσιακὴ δομὴ τῆς οἰκογένειας–πλήρης ἀπασχόληση τοῦ ἄνδρα στὴν ἐργασία, πλήρης ἀπασχόληση τῆς γυναίκας στὰ οἰκιακὰ–δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιβιώσει τοῦ αἰτήματος γιὰ ἰσότητα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν». Οἱ λοιποὶ Εὐρωπαῖοι ὁμοϊδεάτες τοῦ Blair, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος, μᾶς μιλοῦν γιὰ τὴν ἀνάγκη «μετασχηματισμοῦ» τοῦ ρόλου τῶν γυναικῶν γεγονὸς ποὺ θέτει σὲ ἀμφισβήτηση μορφὲς κοινωνικῆς ὀργάνωσης ποὺ ἴσχυαν γιὰ αἰῶνες, προτείνοντας νέες ἐπιλογὲς ζωῆς καὶ προτύπων καινοτομικῶν, ὅπως οἱ «ἐκτὸς γάμου ἐναλλακτικὲς μορφὲς συμβίωσης», μὲ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὰ πρότυπα ζωῆς τὰ παλιὰ καὶ τὶς καθιερωμένες παλιὲς δομές, ὅπου τὸ αἴτημα τῆς αὐτονομίας καὶ τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ, αὐτὸ τὸ τελευταῖο εἶναι τὸ νέο φροῦτο τῆς ἁμαρτωλῆς Εὐρώπης, θὰ ἐπιβάλλεται στὶς παραδοσιακὲς καὶ ὀργανωτικὰ προκαθορισμένες μορφὲς ζωῆς, ὅπως τῆς οἰκογένειας καὶ τοῦ κράτους. Οἱ πολῖτες θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρία νὰ «χειροτεχνήσουν» οἱ ἴδιοι τὴν πορεία τοῦ βιογραφικοῦ τους κύκλου. Αὐτὰ προβάλλει ὁ ἀσύστολος εὐρωπαϊκὸς ἀθεϊσμός, μὲ τὸν ἀσύδοτο εὐδαιμονισμὸ καὶ ἡδονισμὸ καὶ τὴν ἡγεμονία τῆς τεχνολογίας καὶ τεχνοκρατίας, ἀρρώστια γιὰ τὴν ὁποία γράφει ὁ Ζιζιούλας ὅτι θὰ γίνει θανατηφόρα καὶ ὅτι τὰ συμπτώματα τῆς ἐγκληματικότητας, τῶν ναρκωτικῶν κ.λπ., δίνουν τὴν ἐντύπωση ἐπιθανάτιου ρόγχου. Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποτρόπαια, ἂς ἀντιτάξουμε ἐμεῖς δείγματα ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἀνεκτίμητους καὶ εὐτυχῶς ἀδαπάνητους ἀκόμη θησαυρούς:
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ
Δημοτικὸ
Τ΄ ἄσπρα πουλῆσαν τὸ Χριστό, τ΄ ἄσπρα πουλοῦν κι ἐσένα (τὴν Πάργα δηλαδὴ) πάρτε μαννάδες τὰ παιδιά, παπάδες τοὺς ἁγίους! Ἄστε, λεβέντες, τ΄ ἅρματα, ἀφῆστε τὸ ντουφέκι, σκάφτε, πλατιά, σκάφτε βαθιά, ὅλα σας τὰ κιβούρια, καὶ τ΄ ἀντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε τοῦ γονιοῦ σας. Τούρκους δὲν ἐπροσκύνησαν, Τοῦρκοι μὴν τὰ πατήσουν. Τὰ πολυτιμότερα γιὰ μᾶς δὲν εἶναι ὁ πολυδιαφημισμένος χρυσὸς καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν γονέων.
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
Γεωργίου Στρατήγη
Σύ, τῆς καρδιᾶς κρυφὸ μαργαριτάρι, καὶ τῆς ζωῆς σεμνὸ προσκυνητάρι, ὅπου ἔχτισεν ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ, ὅταν σ΄ αὐτὴ τὴν ἔρμη ἤθελε πλάση, ἀντὶ γιὰ τὴν Ἐδὲμ ὅπου εἶχε χάσει, τὴ θεϊκὴ νὰ μαλακώσει ὀργή. Ἄπαρτο κάστρο ποὺ ποτὲ δὲ μπαίνει καὶ πάντα ἀπὸ τὴ θύρα σου ἔξω μένει ἔχθρα, κακία καὶ προδοσιὰ κρυφή· ποὺ αἰώνια τῆς ἀγάπης τὴ λαμπάδα κρατεῖ ἀναμμένην ἄγρυπνη τριάδα, Πατέρας καὶ Μητέρα κι Ἀδελφοί. Ὤ, σπίτι μας καλὸ καὶ τιμημένο χίλιες φορὲς ἂς εἶσαι εὐλογημένο, καὶ τοῦ Θεοῦ μας πάντοτε ἡ ματιὰ τ΄ ἀδέλφια μου νὰ ραίνει μ΄ εὐλογία, καὶ νὰ μυρώνει ἀδιάκοπα μὲ ὑγεία τὰ τίμια τῶν γονιῶν μου γηρατειά. Σὺ μέ ’μαθες τὸν Πλάστη νὰ πιστεύω, καὶ τὴ γλυκειὰ Πατρίδα νὰ λατρεύω, ἐσὺ καὶ τὴ Φιλία νὰ λαχταρῶ. Πόσες φορὲς μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη, σὰν ἔνιωσα τοῦ κόσμου τ΄ ἄγρια πάθη, ποὺ τρικυμίες μᾶς φέρνουν τῆς ζωῆς, σὰν ἔμπαινα μὲσ΄ στὴν καλή σου θύρα μὲ γιάτρευες ἀμέσως μὲ τὰ μύρα μίας τρισευλογημένης σου πνοῆς! Καὶ τ΄ ἄψυχά σου ἀκόμα μὲ γνωρίζουν, κι ἀγάπης λόγια γύρω ψιθυρίζουν, τραπέζι, εἰκονοστάσι, καὶ σκαμνί· χαμόγελό μου δείχνει κάθε εἰκόνα, τὴν ἀγκαλιά μου ἀνοίγει ἡ πολυθρόνα, ποὺ κάθονται οἱ γονεῖς μου οἱ σεμνοί. Χαῖρε, ὤ, χαῖρε σπίτι τιμημένο, χίλιες φορὲς ἂς εἶναι εὐλογημένο, καὶ τοῦ Θεοῦ μας πάντοτε ἡ ματιὰ τ΄ ἀδέρφια μου νὰ ραίνει μ΄ εὐλογία, καὶ νὰ μυρώνει ἀδιάκοπα μὲ ὑγεία τὰ τίμια τῶν γονιῶν μου γηρατειά! Αὐτὸ τὸ σπίτι θέλει νὰ ξεθεμελιώσει ἡ Νέα Τάξη.
ΟΝΕΙΡΟ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
Ζαχαρία Παπαντωνίου
Ἀπόψε ἦρθαν στὸν ὕπνο μου καὶ στάθηκαν κοντά μου ἡ μάννα καὶ τ΄ ἀδέρφια μου μὲ πρόσωπα χλωμὰ τοῦ χωρισμοῦ μας τὸ φιλὶ ἀκόμα εἶχαν στὸ στόμα κι ἦταν σὰν εἰκονίσματα φτωχὰ βυζαντινά. Στὴν πόρτα σὰν ἐπρόβαλαν καὶ μ΄ εἶδαν πλαγιασμένο στὸ στρῶμα ποὺ δὲν στρώνανε, ἂς ράγισε ἡ καρδιά, λόγο δὲ μπόρεσαν νὰ ποῦν, ὀϊμέ! Καὶ μὲ τὰ μάτια τὸ πὼς ἐξενιτεύτηκα μὲ μάλλωσαν πικρά. Ἂς ἀποφασίσουμε σήμερα νὰ σταματήσουμε τὸ καινούργιο παιδομάζωμα ποὺ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ κράτη τὰ πολυτιμότερα μυαλά, μὲ τοὺς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς τῶν πολυεθνικῶν ἀπ΄ ὅπου οἱ ἄριστοι κάθε χώρας μεταφέρονται σὲ τεχνητοὺς παραδείσους, ἐκτὸς πάντα ἀπὸ τὴν πατρίδα τους.
ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Σωτήρης Σκίπης
Γιατί μὲς τὰ γυρίσματα τῶν κύκλων ὅ,τι κι ἂν ἔρθει, ὅ,τι κι ἂν βρέξει, ὅ,τι κι ἂν γίνει, σὰν τὸ πανὶ ἂν μαζεύεσαι γιὰ λίγο ἁπλώνεσαι καὶ πάλι, ὤ, Ρωμηοσύνη.
Καὶ θὰ κλείσω μὲ μία προσευχὴ γιὰ ὅλους μας, μὲ λόγια του Βερίτη:
ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ
Ὤ, Δέσποινά μας Παναγιὰ γλυκειὰ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, σὺ ποὺ σκορπίζεις εὐλογία μὲσ΄ στὴν ψυχὴ κάθε πιστοῦ. Ὅλοι γονατιστοὶ μπροστά σου, φτωχοὶ καὶ χῆρες κι ὀρφανά, σὲ προσκυνοῦνε ταπεινὰ ζητῶντας τὴ βοήθειά σου. Δέσποινα δέξου τὴν προσευχή μας, τὴν προσευχή μας τὴ θερμή, ποὺ βγαίνει μὲσ΄ ἀπ΄ τὴν ψυχή μας σ΄ αὐτὴ τὴν ἱερὴ στιγμή. Γλυκειὰ μητέρα τῶν θλιμμένων, καὶ στήριγμα τῶν χριστιανῶν, δὸς στὶς ψυχὲς τῶν πονεμένων λίγη δροσιὰ τῶν οὐρανῶν. Ὅλους Ἐσὺ προστάτεψέ μας, γέρους καὶ νέους καὶ παιδιά, καὶ πάντα πλούσια χάριζέ μας, ἐλπίδα καὶ παρηγοριά.
Μεγαλόπολη, 18 Μαΐου 2013.
Ἡμερίδα τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης γιὰ τὴν Οἰκογένεια.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Ἄννα Μελᾶ-Παπαδοπούλου, ἡ μάνα τοῦ στρατιώτη



site analysis

Εὐδοξία Αὐγουστίνου, Ἄννα Μελᾶ-Παπαδοπούλου, ἡ μάνα τοῦ στρατιώτη


anna mela c

Ἄννα Μελᾶ-Παπαδοπούλου, ἡ μάνα τοῦ στρατιώτη
«Ποτέ δέν εἶναι ἀργά», ἐπαναλάμβανε συχνά. Ἡ φράση αὐτή ἔγινε τό σύμβολό της, ὁ κανόνας τῆς ζω­ῆς της. Τή φιλο­τέ­χνησε μάλιστα σέ ἡμερολόγια, πού ζω­γράφισε ἡ ἴδια καί τά ἀπέστειλε σέ φίλους της ὡς ἀναμνηστικό, λίγο πρίν ἀνα­χω­ρήσει γιά τή γει­τονιά τῶν ἀγγέλων. Κι ἀ­πό κάτω: «Ἄννα Μελᾶ-Παπα­δο­πούλου, ἡ Μάνα»... 
 Ἡ μάνα τίνος; Ἡ μάνα τοῦ στρατιώτη, τοῦ φτω­χοῦ, τοῦ ἀρρώστου, τοῦ ὀρφανοῦ, ἡ μάνα ὅλου τοῦ κόσμου. Τέτοια στάθηκε ἡ Ἄννα Μελᾶ-Παπα­δο­πού­λου, ἀδελφή τοῦ μακεδονομάχου Παύλου Μελᾶ, πρό­τυπο καί κορύφωση τῆς φι­λαλληλίας, πού ’φτασε ὥς τήν αὐταπάρνηση καί τήν αὐτοθυ­σία. 
 Τέταρτο ἀπό τά ἑφτά παιδιά τοῦ Μι­χαήλ Με­λᾶ καί τῆς Ἑλένης Βουτσινᾶ γεν­νήθηκε στή Μασσα­λία τό 1871. Ὁ φι­λό­τεχνος πατέρας της τήν ἐνθάρ­ρυνε νά ἀναπτύξει τό ταλέντο της στή ζωγραφική, ἐνῶ ἀπό τήν εὐσεβῆ μητέρα της ἔμα­θε νά ὑπηρετεῖ τόν πά­σχοντα συνάνθρωπο. Εἴ­κοσι ἐτῶν παντρεύ­εται τόν Ἀπόστολο Πα­πα­­δόπουλο καί ἐγκαθίσταται μαζί του στό τσιφλίκι τῆς οἰκογένειάς του, στίς Ρο­βιές Εὐβοίας. 

 Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐγκατάστασής της στήν Εὔ­βοια συγκλονίζεται ἀπό τίς δυ­σκο­λίες τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς ὑπαίθρου καί περνᾶ στή δράση. Πο­λύ συχνά, μάλιστα, διέθετε τά χρήματα τοῦ συ­ζύγου της, γιά νά τούς ἐνι­σχύσει οἰκονομικά. Στίς Ροβιές ἔφερε δάσκαλο, τόν ὁποῖο πλήρωνε ἐκεί­νη, νά δι­δάσκει τά παιδιά τοῦ χω­ριοῦ. Καί στή Λίμνη Εὐ­βοίας ἔχτισε σχολεῖο. Ἄνθρωπος μέ ἔντονες εὐ­αισθησίες, ἀλλά καί τεράστιες ψυ­χικές καί σω­ματικές ἀντοχές -«ἀγορο­κόριτσο» τήν χα­ρακτή­ρι­ζαν- ἐρ­γάστηκε σκληρά, γιά νά συντρέ­ξει τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Κάποτε ἀπο­- ­κοι­μήθηκε, ἐνῶ ξενυχτοῦσε ἕνα ἄρρωστο παι­δά­κι. Ἀπό τότε ἡ ἀριστοκράτισσα Με­λᾶ, κόρη τοῦ δημάρχου Ἀθη­ναί­ων, δέν ξανακοιμήθηκε σέ στρῶμα, παρά σέ κου­βέρτα πού ἔριχνε ἐπάνω σέ σα­νί­δα. Κατά τή διάρ­κεια τοῦ χει­μώ­να ἡ οἰκογένεια μέ τά δυό παιδιά διέμενε στήν Ἀθήνα· ἐκεῖ ἡ Ἄννα δίδασκε κεν­τητική σέ ἄπο­ρα κορί­τσια.
 Στίς 13 Ὀκτωβρίου 1904 ὁ ἀδελ­φός της Παῦλος Μελᾶς σκο­τώ­θηκε στή Μακε­δονία. Γιά λό­γους μυστικό­τητας τῆς ἀπο­στο­­λῆς του, οἱ σύντρο­φοί του ἔκο­ψαν τό κεφάλι καί τό ᾽θαψαν ξέ­χωρα ἀπό τό σῶ­μα. Δύο ἀπό τά ἀδέλφια του, ὁ Κων­σταν­τῖνος καί ὁ Λέων, πῆγαν νά βροῦν τούς χώρους ταφῆς. Ὁ Λέων ἀρ­ρω­σταίνει καί πεθαίνει τρεῖς μῆνες μετά τόν Παῦλο. Αὐ­τά τά τραγι­κά γεγονότα ἐπηρέασαν βαθιά τήν «Κυρά τῶν Ρο­βιῶν». Ἔκτοτε ἀφο­­σι­ώνεται ὁλο­κλη­­ρωτικά στό φιλαν­θρωπικό ἔργο. 
 Τό 1912, ὅταν ξέσπασε ὁ Α´ Βαλ­κα­νι­κός Πόλεμος, ἡ Ἄννα Πα­παδο­πούλου -παρά τίς ἔν­το­νες ἀντιδράσεις τῶν οἰ­κεί­ων της- κα­τα­τάσ­σεται στόν στρα­τό ὡς ἐ­θε­λόντρια νοσο­κόμα μαζί μέ πολ­λές ἄλ­λες γυναῖκες καί ἀκο­λουθεῖ τήν ἐκ­στρα­τεία στή Μακε­δονία. Τό 1913 ξεσπᾶ ἐπιδημία χολέρας· μετα­­φέρει τότε σκηνές, ἀρρώ­στους καί «ὕπο­πτους» ἀσθενεῖς σέ ἕνα δασάκι μακριά ἀπό τό στρατόπεδο. Ἡ ἴδια δέν φεύγει οὔτε στιγμή ἀπό κοντά τους· γίνεται ὁ ἐπίγειος ἄγγελος παρηγο­ριᾶς τους. Κρεμᾶ σέ ἕνα δέντρο ἕναν μαυ­ρο­πίνακα, γιά νά ἀνα­κοι­νώνει τίς ἐλλεί­ψεις. Ὁ στρατιώτης, ὁ ὁ­ποῖ­ος δύο ἡμέρες ἀρ­γότερα πλησιάζει, ἔκπλη­­κτος διαβά­ζει πώς ζητᾶ ἕνα τσαπί καί ἕνα φτυάρι. Τά θέλει, γιά νά θάψει τούς πρώ­τους στρα­τιῶτες πού ὑπέκυψαν· μέχρι τότε ἔ­σκαβε τούς τάφους ἡ ἴδια μέ τά χέρια της!  Ἀπό τό 1912 ὥς τό 1922, δέκα ὁλό­κλη­ρα χρόνια, δέν στάθηκε στιγμή. Γύριζε ἀπό μέτωπο σέ μέτωπο, Μακεδονία, Ἤ­πειρο, Σερβία, Θράκη, Μικρασία, νά ἐν­θαρρύνει, νά περιθάλπει τούς πολεμιστές, νά τούς μοιράζει ροῦχα, φανέλες, κάλ­τσες, σκεπά­σματα, φαγώσιμα, βιβλία καί λόγια ἐνθαρ­ρυντικά καί παρήγορα. 
Ποῦ τά ἔβρισκε; Τά λόγια στήν καρδιά της. Τά πράγματα τά συγκέντρωνε ἀπό παντοῦ. Εἶχε ξεσηκώσει τόν κόσμο. Ὅλοι τῆς ἔδιναν γιά τόν Στρατιώτη. Στίς πόλεις οἱ γυναῖκες, τά κορίτσια, δέν ἔκαναν ἄλ­λο, παρά νά ράβουν, νά ὑφαίνουν, νά πλέκουν μάλλινα γιά τόν Στρατιώτη καί νά τά δί­νουν στήν ἀεικίνητη αὐτή γυ­ναί­κα, γιά νά πάει νά τόν βρεῖ μέ τόσους κιν­δύνους ἐκεῖ πού πο­λεμοῦσε καί νά τόν ντύσει, νά τόν ζεστάνει, νά τόν ἐγκαρ­δι­ώσει.
 Κι ἐκεῖνοι, οἱ ἑτοιμοθάνατοι, οἱ πλη­γω­μένοι στρατιῶτες, πού δέχονταν τή φρον­τίδα της, «μάνα» τήν ἀποκαλοῦσαν. Ἀκόμη καί οἱ Σέρβοι ἔτσι τήν ἔλεγαν στή δική τους γλῶσσα: «σλάτκα μάικα» (=γλυκειά μας μά­­να). Ἔτσι ὀνομάσθηκε «Μάνα τοῦ Στρα­τιώτη». Στή μνήμη της ὁ τίτλος αὐτός ἀπο­δό­θηκε καί σέ ἄλλες ἐξέ­χου­σες νοσοκόμες τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυ­ροῦ. Κι ὅταν τά παλληκάρια ἔφευ­γαν, ἐκείνη τά νεκρο­στόλιζε· κι ἄν στό μέ­τωπο δέν ὑπῆρχε ἱε­ρέας, ἡ «Μάνα» ἔλεγε τή νεκρώσιμη ἀκο­λουθία.
Ὅταν ὁ ἑλληνικός στρατός φεύγει γιά τή Μικρά Ἀσία, πηγαίνει ἀπό τίς πρῶτες. Ἐντελῶς, ὅμως, ξαφνικά ἀποπέμπεται ἀ­πό τό μέτωπο μέ τήν κατηγορία τῆς φι­λο­βε­νιζελικῆς προπαγάνδας, ἐπειδή πάνω της βρέθηκαν φωτογραφίες της μέ τόν Βενι­ζέ­λο.
Πικραμένη ἀλλά ἄκαμπτη δέν πα­ραι­τεῖται ἀπό τό ἔργο της. Μετά τήν κατα­στροφή τοῦ ᾽22 δραστηριοποιεῖται στήν ἀποκατάσταση τῶν ξεριζωμένων Μι­κρα­σιατῶν. Ἔργα της, ἐπίσης, εἶναι τό Σανα­τόριο τῆς Κορφοξυλιᾶς Ἀρκαδίας -ταξί­δεψε ἡ ἴδια στήν Ἀμερική καί Αἴγυπτο καί διενήργησε ἐράνους- τό Σανατόριο τοῦ Πεύκου Μα­τσούκα, μία πτέρυγα στό νοσο­κομεῖο «Σωτηρία» κ.ἄ. Γιά ὅλα αὐτά ἡ Ἀ­καδημία Ἀθηνῶν τῆς ἀπένειμε τό με­γάλο βραβεῖο τῆς Αὐτοθυσίας, ἐνῶ συνο­λικά τιμήθηκε μέ 28 παράσημα. 
 Ὡστόσο, πολεμώντας μέ τό χτικιό, λα­βώθηκε. Στίς 12 Φεβρουαρίου 1938, σέ ἡ­λι­κία 67 ἐτῶν, σταμάτησε νά χτυπᾶ ἡ φλο­γερή της καρδιά στήν Ἀθήνα. Τάφη­κε στίς Ροβιές. «Ἔπεσε κατά τήν ἐκτέλεση τοῦ κα­θήκοντός της» ἡ ἡρωίδα Ἄννα Με­λᾶ-Πα­παδοπούλου, ἡ ψυχωμένη Ἑλ­λη­νί­δα, πού ἀπό μικρή διάλεξε νά ἐφαρμόσει στή ζωή της τό ρητό-λόγο τῆς ἀρχαίας Ἀντι­γό­νης «θά ζῶ, γιά νά ἀγαπῶ» κι ἔ­κα­νε τή ζωή της ἀγάπη ἀληθινή, προσφορά θυσιαστική.
ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ