Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Οσία Μελάνη η Ρωμαία



site analysis

Εορτάζει στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Oυχ’ υλική σε χειρ Mελάνη και μέλαν,
Xριστός δε καν τέθνηκας εν ζώσι γράφει.
Πρώτη εν τριακοστή απήρε βίοιο Mελάνη.
Βιογραφία
Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία έζησε στα χρόνια που βασιλιάς ήταν ο Ονώριος, δεύτερος γιος του Μεγάλου Θεοδοσίου. Οι γονείς της, ευγενείς και πλούσιοι, την πάντρεψαν σε μικρή ηλικία και απέκτησε δύο παιδιά.
Όμως μεγάλες δοκιμασίες την περίμεναν. Την μητρική της καρδιά σπάραξε ο θάνατος των δύο παιδιών της. Μετά από λίγο και εντελώς ξαφνικά, πέθανε ο σύζυγος της. Και για να γεμίσει το πικρό ποτήρι της λύπης, χάνει και τους γονείς της. Οι στιγμές δύσκολες. Ποιος θα την παρηγορήσει; Μα ποιος άλλος; Ο λόγος του Θεού, που λέει: «τη έλπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτεροϋντες» (Προς Ρωμαίους, ιθ’ 12). Δηλαδή, η ακλόνητη ελπίδα σας στα μέλλοντα αγαθά, να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, συνεχίζει ο λόγος του Θεού, από την οποία θα λαμβάνετε σπουδαία βοήθεια στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής σας. Έτσι και η Μελάνη, αδιάφορη για τις κοσμικές απολαύσεις, αποσύρθηκε σε ένα εξοχικό της κτήμα, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και την προσευχή.
Εκεί επίσης καλλιγραφούσε Ιερά βιβλία και τα έδινε να τα διαβάζουν οι πιστοί. Διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των φτωχών και ασθενών. Και αφού επισκέφθηκε πολλούς τόπους βοηθώντας τους πάσχοντες, κατέληξε στην Ιερουσαλήμ, όπου και πέθανε από πλευρίτιδα. O δε Σ. Ευστρατιάδης γράφει τα εξής για την Άγια αυτή: «…Αυτή ην επί της βασιλείας Ονωρίου (395 – 423) Ρωμαία πλούσια και εκ γένους περιφανούς και ενδόξου. Συζευχθείσα παρά την θέλησιν αυτής, απεσύρθη μετά τον θάνατον του ανδρός και των δύο αυτής τέκνων εις εν προάστειον της Ρώμης, επιμελουμένη των πτωχών, υποδεχόμενη τους ξένους, επισκεπτόμενη τους εξόριστους και εν φυλακαίς και θεραπεύουσα τους νοσούντας. Μετά την εκποίησιν των κτημάτων αυτής και διανομήν των προσόντων εις μονάς και εκκλησίας, δια της Αφρικής και Αλεξανδρείας κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα και ενεκλείσθη εις πενιχρόν κελλίον εκεί έκτισε και μονήν εις ην συνήγαγεν ενενήκοντα παρθένους, εξ ιδίων δια την διατροφήν αυτών δαπανώσα· μικρόν ασθενήσασα εκ πλευρίτιδας, μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων εκ των χειρών του επισκόπου Ελευθερουπόλεως και ανεπαύθη εν Κυρίω».
Το Απολυτίκιο της είναι το ίδιο με αυτό της Αγίας Ανυσίας (30 Δεκεμβρίου).
Απολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίως ανύσασα, των αρετών την οδόν, τω Λόγω νενύμφευσαι, ω Ανυσία σεμνή, και χαίρουσα ήθλησας, αίγλη δε απαθείας, λαμπρυνθείσα Μελάνη, ήστραψας εν τω κόσμω, αρετών λαμπηδόνας, και νυν ημίν ιλεούσθε, Χριστόν τον Κύριον.

Κοντάκιον
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Καταυγασθείσα την ψυχήν φρυκτωρίαις, του αναλάμψαντος ημίν εκ Παρθένου, εν αρεταίς διέλαμψας Πανεύφημε, πλούτον γαρ σκορπίσασα, επί γην εφθαρμένον, εναπεθησαύρισας, τον ουράνιον πλούτον, και εν ασκήσει έλαμψας φαιδρώς, Όθεν Μελάνη, σε πόθω.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Η οσιομάρτυς Αγία Ανυσία



site analysis


     Η οσιομάρτυςΑνυσία γεννήθηκε στην αγιοτόκο πόλη της Θεσσαλονίκης, την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Οι γονείς της, ευγενείς στην καταγωγή και την ανέθρεψαν γαλουχώντας την με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως. Γι’ αυτούς μεγαλύτερος πλούτος ήταν η ευγένεια της ψυχής και το όνομα του χριστιανού, που με μεγάλο καμάρι έφεραν. Τους διέκρινε η μεγάλη ταπείνωση, η σφραγίδα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, που πάντοτε κατοικούσε μέσα τους και το μεγάλο κεφαλαιώδες για τους χριστιανούς χάρισμα της ελεημοσύνης. Ο μεγάλος πλούτος δεν έγινε γι’ αυτούς το αξεπέραστο εμπόδιο, όπως στον πλούσιο της γνωστής ευαγγελικής περικοπής, αλλά το μέσον και η οδός, για να κληρονομήσουν την αιώνια βασιλεία.
     Τέτοια λαμπρά παραδείγματα είχε να μιμηθεί και να ακολουθήσει και η μικρή Ανυσία, ξεπερνώντας μάλιστα κατά πολύ αργότερα την αρετή των γονέων της με τους ασκητικούς αγώνες της, την ελεημοσύνη της και το μαρτύριό της.
     Δικαίως λοιπόν ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος στον γνωστό λόγο του περί του βίου της ετυμολογεί το όνομά της από το αρχαίο ρήμα «ανύω» που σημαίνει τελειοποιώ ή φέρω εις πέρας. Η μάρτυς λοιπόν Ανυσία, αφού έλαβε ανατροφή χριστιανική και εφόδια πνευματικά, όπως και τα τάλαντα της γνωστής παραβολής του Κυρίου, δεν τα έκρυψε στη γη, για να μην τα απολέσει, αλλά εργάστηκε φιλότιμα αγαπώντας υπερβαλλόντως τον Δεσπότη Χριστό.
     Με τους κόπους των αγώνων της, τα δάκρυα των προσευχών της και τις αγαθοεργίες που πραγματοποίησε, πολλαπλασίασε την περιουσία των πνευματικών της ταλάντων, σκορπίζοντας το θησαυρό των υλικών της αγαθών για να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Έδωσε μάλιστα πέρα από τα υλικά της πράγματα και το αγνό μαρτυρικό της αίμα ομολογώντας με μεγάλη παρρησία την χριστιανική της πίστη.
     Η επιρρεπής στην αμαρτία νεανική ηλικία δεν την εμπόδισε να διάγει μέχρι τέλους σεμνή βιοτή  και πολιτεία. Μάλιστα η Αγία πολλές φορές ειρωνευόταν τη νεανική της ιδιότητα λέγοντας: « ύπουλη και βλαπτική νεότητα! Τα γηρατειά με τη σοφία και την πείρα της ζωής που,είναιπροικισμένα,είναι ανώτερα και πιο ζηλευτά». Έτσι πριν φθάσει στην ώριμη ηλικία με γεροντική σύνεση σκεφτόταν και αποδείκνυε με κάθε ενέργειά της τα λόγια του σοφού Σολομώντα ότι το γήρας δεν μετριέται με τα γυρίσματα του χρόνου, αλλά με την πνευματική σύνεση και την κλίση της ψυχής προς την αρετή.
      Οι γονείς της Αγίας Ανυσίας αρκετά πρόωρα, όταν η κόρη τους βρισκόταν σε νεανική ηλικία, εγκαταλείπουν την πρόσκαιρη ζωή, για να μεταβούν στην αιώνια και να γίνουν κληρονόμοι της επουρανίου βασιλείας. Έφυγαν  όμως από τον κόσμο αυτό ευαρεστημένοι, για το ευλογημένο τέκνο που άφησαν πίσω τους, το οποίο με το μαρτύριο και την ισάγγελη βιοτή του θα γίνει αργότερα η αιτία για να μείνει και το όνομά τους μαζί με το δικό της στην χριστιανική ιστορία και τα ιερά συναξάρια.
     Μετά την αναχώρηση των γονέων της από την ματαιότητα αυτού του κόσμου η Αγία Ανυσία κατέστη κληρονόμος της μεγάλης γονικής περιουσίας. Αντικρίζοντας η Αγία το πλήθος των υλικών της αγαθών αναρωτιόταν εύλογα: πώς με τέτοια περιουσία θα μπορέσω να σώσω την ψυχή μου. Αυτός ο πλούτος τους ανθρώπους  που τον κατέχουν με αφροσύνη τους οδηγεί στην αμαρτία, όταν δεν μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν για την πνευματική τους ωφέλεια. Ας σπαταλήσω λοιπόν με ευσέβεια τα υλικά επίγεια αγαθά και ας απολαύσω τα επουράνια με ασφάλεια.Και διαλογιζόμενη αυτά με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, το φως το αληθινόν, η πηγή της αθανασίας, η ρίζα της αφθαρσίας,κάνε, Κύριε, να μην αποκλειστώ έξω του νυμφώνος. Συναρίθμησέ με με τις πέντε φρόνιμες παρθένες και αξίωσέ με όπλο τον αγώνα της αγνότητας να νικήσω και να σε δοξάσω!».
     Αφού προσευχήθηκε με ζέση ψυχής, πήρε ευθύς την απόφαση να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά της. Ρευστοποίησε λοιπόν την περιουσία της,την διέθεσε με μεγάλες ευκολίες στους αγοραστές και έτσι αποδείχθηκε η ίδια τέλεια και άριστη έμπορος της επουρανίου Βασιλείας, που στην θέση όλων των φθαρτών αγοράζει πολύτιμο και κρυμμένο μαργαρίτη.
     Αφού αποχωρίστηκε συνειδητά τα πολυτελή ενδύματα, ντύθηκε ένα ταπεινό και ευτελές φόρεμα, για να καλύψει και να υποβαθμίσει ταυτόχρονα την νεανική και απαστράπτουσα εμφάνισή της, που θα ήταν επιρρεπής στην αμαρτία. Με τούτο τον τρόπο ξεκίνησε το κορυφαίο φιλανθρωπικό διακόνημά της για τις χήρες και τα ορφανά, τους γυμνούς, τους πεινασμένους και τους ανήμπορους της πόλεως. Η φροντίδα της στρεφόταν ως επί το πλείστον προς τους μάρτυρες του Κυρίου, που κλεισμένοι στις φυλακές βάδιζαν καρτερικά τον δρόμο που οδηγούσε στον προσωπικό τους Γολγοθά. Εξαγόραζε με χρήματα τους φρουρούς και έμπαινε κρυφά στις φυλακές, για να επικοινωνήσει μαζί τους και να γίνει μέτοχος των παθημάτων τους και της εν Χριστώ αθλήσεώς τους.Ξαπλωμένη στα πατώματα των υγρών και στενών φυλακών, δίπλα στα ταλαιπωρημένα πόδια των αγίων μαρτύρων, καταφιλούσε και περιποιότανε τα τραύματά τους, χριομένη με το αίμα, που άφθονο έτρεχε. Μακάριζε τους αθλητές και τα παθήματά τους για τον Χριστό, για τον ζήλο και το μεγαλείο της ψυχής τους και τους παρότρυνε να μη λυγίσουν και οπισθοχωρήσουν, αλλά με καρτερικότητα να υπομείνουν τη βάσανο του δημίου, για να κληρονομήσουν την επουράνιο βασιλεία.
      Στην προσωπική της ζωή η αγία εφάρμοζε το τέλειο ασκητικό πρόγραμμα με μεγάλες νηστείες, ολονύκτιες αγρυπνίες και θερμότατες προς τον ουράνιο Νυμφίο της προσευχές. Ζώντας περιορισμένη σε ένα στενότατο σπιτάκι «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος», κατά το ψαλμικόν, και παραδίνοντας τον εαυτό της στην υποδειγματική αυτή ησυχαστική ζωή, εξαϋλώθηκε σε τέτοιο βαθμό, που να ομοιάζει με επίγειο άγγελο. Και ήταν τόσο μεγάλη η προσκόλληση και η αγάπη της προς τον Χριστό, ώστε απέκτησε την τέλεια αισθητή κοινωνία μαζί του. Γονατισμένη στο υγρό πάτωμα του σπιτιού της, έμοιαζε να περιποιείται και να αποπλύνει με τα δάκρυά της τα πόδια του Ιησού, όπως και άλλοτε η Μαρία με το μύρο μέσα στην οικία του Λαζάρου.
     Ο μισόκαλος διάβολος φανερά ενοχλημένος από τους αγώνες της αγίας έτριζε τα δόντια του εναντίον της και απειλούσε με μανία ότι θα θέσει σε εφαρμογή την πιο τέλεια κατά μέτωπο επίθεση. Μάζεψε λοιπόν τους πιο μοχθηρούς κακούς της συνοδείας του και επιχειρούσε να γκρεμίσει από τα θεμέλια το κελλί της αγίας. Δυναμωμένη όμως η Ανυσία στεκόταν αμετακίνητη στο σώμα και στην ψυχή με ατσάλινο φρόνημα και με το βλέμμα σταθερά προσηλωμένο στον θείο έρωτα, που είχε κατακλύσει την ύπαρξή της. Συγκεντρώνει λοιπόν εκ νέου ο Σατανάς και άλλες δυνάμεις φανερά ταπεινωμένος και επιτίθεται στην αγωνίστρια οσία. Αντιλήφθηκε όμως η Αγία έγκαιρα τον εκνευρισμό του Διαβόλου και ενέτεινε την προσευχή της κατατροπώνοντας τον μισόκαλο
      Ο αιώνιος όμως εχθρός της πίστεως ανασυντάσσει και πάλι τις δυνάμεις του και εγκαθίσταται στην ψυχή του Μαξιμιανού σχεδιάζοντας με εξαιρετική εχθρότητα και κακία μέσα στο μυαλό του Ρωμαίου άρχοντα την εξόντωση των χριστιανών της Θεσσαλονίκης. Τον πείθει λοιπόν να διώξει όλους τους χριστιανούς έξω από τα τείχη και την οργανωμένη ζωή της πόλης. Απομονωμένοι με αυτόν τον τρόπο οι πιστοί με τη ζωή τους που ευωδίαζε από τη χάρη του Χριστού ξεχώρισαν από τους ακάθαρτους ειδωλολάτρες, που το σώμα τους ανέδιδε την μυρωδιά του αίματος των ειδωλοθύτων και την κάπνα των μιαρών θυσιών στους βωμούς των ψεύτικων θεών.
Συμπληρωματικά ο Μαξιμιανός ερεθισμένος από τις ενάντιες δυνάμεις αποφασίζει και διατάσσει προτρέποντας κάθε Ρωμαίο στρατιώτη,αλλά και κάθε ειδωλολάτρη,να φονεύει ελεύθερα όποιον χριστιανό πιθυμεί.
     Έρχεται τώρα η ευλογημένη ώρα του μαρτυρίου της Αγίας Ανυσίας κι της θαρραλέας ομολογίας της χριστιανικής της ιδιότητας. Εξαγνισμένη από τους οσιακούς αγώνες και τα πνευματικά γυμνάσματα της ψυχής της και ενωμένη μέσα από την καθαρή προσευχή και την τέλεια αγάπη της με το ακρότατο των εφετών ζητούσε να γίνει ένα με τον ποθητό της Νυμφίο. Με τον πόθο αυτό πλημμυρισμένη προσευχόταν χύνοντας θερμά δάκρυα: «Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μου, Εσύ που πήρες μορφή δούλου, για να σώσεις τον άνθρωπο και υπέμεινες ταπεινώσεις και σταυρικό θάνατο τελικά. Εσύ που επισκέφθηκες εμένα τη φτωχή και ανάξια δούλη σου από την κοιλία της μητέρας μου και με ανέδειξες πρόβατο της λογικής Σου ποίμνης απαλλάσσοντάς με από την απάτη του κόσμου και τις μάταιες φροντίδες…. Εσύ και τώρα με τη χάρη της αμέτρητης φιλανθρωπίας Σου αξίωσέ με να γίνω μέτοχος στα πάθη Σου και στον εκούσιο Σταυρικό Σου θάνατο.Ναι, Σε παρακαλώ, μονογενή Υιέ του Θεού, μη παραβλέψεις τη δέηση της συντετριμμένης ψυχής μου. Διότι γνωρίζεις καλά ότι Εσένα μόνο ποθώ και η δική Σου αξιέραστη ωραιότητα έχει καταλάβει γα πάντα τη σκέψη μου και όλη η ύπαρξή μου καταφλέγεται και το μυαλό βρίσκεται σε θεία έκσταση, γιατί προσκολλήθηκε η ψυχή μου σε Σένα, Κύριε, και Σε υμνώ και δοξάζω στους αιώνες. Αμήν».Αυτά λοιπόν ζητούσε η μάρτυς μέσα από τη φλεγόμενη καρδιά της από τον Θεό κι Εκείνος από τον ουρανό αποδεχόμενος την ειλικρινή δέησή της της ετοίμαζε τους νυφικούς θαλάμους και όριζε τιμητική συνοδεία της ωραίας νύμφης, φωτεινούς αγγέλους, για να τη συνοδέψουν κατά την ανάβασή της στους ουρανούς.
     Με έναν λογισμό που μπήκε στη σκέψη της Ανυσίας να επισκεφθεί τον ναό του Θεού,την Κυριακή ημέρα,άρχισε να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη της επίγειας ζωής της. Εισέρχεται λοιπόν η μάρτυς στην πόλη, γιατί ήταν κι αυτή απομονωμένη μαζί τους με τους υπόλοιπους χριστιανούς, μέσα από την Κασσανδρεώτικη πύλη, προσπερνώντας το πλήθος των ειδωλολατρών εμπόρων με το γενναίο και άτρεπτο παράστημά της. Βλέποντας αυτή την ηρωική και αποφασιστική στάση της οσίας οι ειδωλολάτρες άρχισαν να γογγύζουν εναντίον της με εξαιρετικές κακές διαθέσεις. Κάποιος από τους υπασπιστές του τυράννου, αφού ξεκόβει από την πομπή του, με αναίδεια πλησιάζει την Ανυσία και την ταρακουνά με τα μιαρά χέρια του ρωτώντας την ποια είναι και πού πηγαίνει. Η παρθένος αγνοώντας τον παντελώς βυθίζεται σε θερμή και παρακλητική προς τον Κύριο προσευχή επικαλούμενη την βοήθειά Του. Καθώς όμως εκείνος συνέχιζε να την ενοχλεί και να επιμένει με αναίδεια, η γενναία κόρη με την χαρακτηριστική της συστολή κηρύττει δημόσια τον εαυτό της δούλη του Χριστού «του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην» και προσθέτει με θάρρος ότι κατευθύνεται στον ναό Του για να Τον λατρεύσει.Ο υπασπιστής όμως με κτηνώδη συμπεριφορά απειλώντας την,επικαλούμενος τη διαταγή του βασιλιά πως θα τη φονεύσει την τραβούσε περισσότερο προκλητικά προς τους βωμούς, για να θυσιάσει στα είδωλα. Προσπαθώντας μάλιστα να αποκαλύψει την καλύπτρα της κεφαλής της με τα βέβηλα χέρια του η Ανυσία με λεβεντιά τον περιφρονεί,εξευτελίζοντας στο πρόσωπό του τον μισάνθρωπο διάβολο που θόλωσε το μυαλό του και δίνοντας την αμοιβή που ταίριαζε στην ανόσια και μιαρή συμπεριφοράτου.Αυτό όμως ήταν για τον Ρωμαίο η αφορμή να γίνει ένα θηρίο ανήμερο έτοιμο να κατασπαράξει την λεία του και με ένα καίριο χτύπημα με το σπαθί στα πλευρά της οσίας παρθένου την αφήνει νεκρή ο νεκρωμένος στην ψυχή ειδωλολάτρης και της χαρίζει το στεφάνι του μαρτυρίου.      Η οσιομάρτυς Ανυσία ευθύς μεταβαίνει στους ουρανούς κοντά στον ποθητό της Νυμφίο, για να κατοικήσει στους ετοιμασμένους γι’ αυτήν νυφικούς θαλάμους και να καταταγεί στη χορεία των φρονίμων παρθένων, που προσπαθούσε σε όλη της τη ζωή να τις φτάσει και που έτυχε να τις ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό χύνοντας και το αίμα με το μαρτυρικό της τέλος. Κατέκτησε με τους αγώνες της τρία λαμπερά στεφάνια της παρθένου, της οσίας και της μάρτυρος. Και με το λουτρό του αίματος στολίστηκε στο πρόσωπό της λαμπρότερα και μονιμότερα από κάθε πρόσκαιρο και ψεύτικο φτιασίδι αυτού του κόσμου.      Το ταλαιπωρημένο από τους οσιακούς αγώνες και μαρτυρικό άγιο σώμα της εκκόμισαν και ενταφίασαν οι χριστιανοί της Θεσσαλονίκης. Αργότερα, όταν υποχώρησε ο διωγμός, υψώθηκε πάνω στον τάφο της μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν της έξω από την Κασσανδρώτικη πύλη, σε απόσταση δύο σταδίων (500 μέτρων, από το σημερινό Συντριβάνι).
     Το καλοκαίρι του 1980 αρχιερατεύοντος του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου κυρού Παντελεήμονος του Β’ και επί υπουργείας Δημοσίων έργων Νικ. Ζαρντινίδη έγινε προσπάθεια διανοίξεως της νέας λεωφόρου Γ’ Σεπτεμβρίου που ενώνει τα Πανεπιστήμια με την παραλία. Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος ενός παλαιοχριστιανικού μνημείου καθώς και λείψανα χριστιανών της εποχή εκείνης. Η ανακοίνωση της ανακαλύψεως προκάλεσε έντονο το ενδιαφέρον εκκλησιαστικών και πανεπιστημιακών κύκλων. Έγινε μάλιστα κα μια έκτατη ανακοίνωση στο 10ο Διεθνές Συνέδριο Χριστιανικής Αρχαιολογίας από τον καθηγητή Θ. Ζήση. Παρά τις αντιρρήσεις της ομάδας του καθηγητή Δ. Τσάμη τελικά μάλλον συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν ανήκουν στη μονή της Αγίας Ανυσίας και τα ευρεθέντα εντός του κεντρικού κλίτους και πλησίον του Ιερού Βήματος ιερά λείψανα αποδίδονται στη μάρτυρα.
      Έγκριτοι θεολόγοι καθηγητές του Πανεπιστημίου όπως οι Θ. Γιάγκου και π. Θ. Ζήσης μελετώντας το θέμα της βασιλικής της Αγίας Ανυσίας αποφαίνονται θετικώς περί του ευρεθέντος παλαιοχριστιανικού μνημείου διατυπώνοντας τις απόψεις τους και υποστηρίζοντας πως είναι αδύνατον  στο σημείο εκείνο έξω από τα τείχη της πόλεως να υπάρχει και άλλη βασιλική που να βρίσκεται σε απόσταση 500 μέτρων από την περιοχή «Συντριβάνι» της σημερινής Θεσσαλονίκης, όπου η Κασσανδρεώτικη πύλη, και να έχει τόση μεγάλη έκταση κτισμάτων όσο αυτή που ανακαλύφθηκε και περιγράφεται στα εκκλησιαστικά κείμενα. Συνεπώς το παλαιοχριστιανικό μνημείο και το ιερόν λείψανον πρέπει να αποδοθούν με βεβαιότητα σχεδόν στη μάρτυρα Ανυσία.
     Εν κατακλείδι έχοντας την εξαιρετική τιμή και ευλογία να έχουμε κοντά μας οι Θεσσαλονικείς ως παραμυθία και το ιερό λείψανο της μάρτυρος Αγίας Ανυσίας την παρακαλούμε θερμά να ικετεύει υπέρ ημών των αμαρτωλών στον Ύψιστο Θεό ενώνοντας τις δεήσεις της μαζί με τον πολιούχο Άγιο Δημήτριο και πάντας τους εν Θεσσαλονίκη Αγίους για τη σωτηρία και τη δική μας και της αγαπημένης μας πατρίδος,της Μακεδονίας και ολόκληρης της Ελλάδος. Αμήν.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Πρωτ.π.Γεωργίου Θεοδωρή «Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου-Πολιούχου.Προσκυνηματικόςοδηγός».Θεσσαλονίκη.
2. «Ασματικήακολουθία.Βίος και πολιτεία της αγίας ενδόξου Μάρτυρος Ανυσίας της εν Θεσσαλονίκη» Επιμέλεια: ΑντώνιοςΠατρικίου. Έκδοσις Ι.Ν.Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Η Αγία Ραδεγούνδη η βασίλισσα των Φράγγων που έζησε θαυμαστό βίο τον 6ο αιώνα και κοιμήθηκε στο Πουατιέ.



site analysis

   
 Η Ραδεγούνδη γεννήθηκε στην Ερφούρτη γύρω στο 520, κόρη του Βερθάριου, ο οποίος ήταν ένας από τους τρεις βασιλιάδες της γερμανικής γης της Θουριγγίας. Ο θείος της Ερμενεφρέδος, σφετερίστηκε το βασίλειο του Βερθάριου και τον σκότωσε σε μια μάχη. Έπειτα πήρε την  Ραδεγούνδη στο σπίτι του. Μετά σε συνεργασία με τον Φράγκο Βασιλιά Θεουδέρικο, ο Ερμενεφρέδος νίκησε και τον άλλο αδερφό του (Baderic). Ωστόσο, έχοντας συντρίψει τους αδελφούς του, απέκτησε τον έλεγχο της Θουριγγίας. Έπειτα αρνήθηκε τη συμφωνία του με τον Θεουδέρικο για να μοιραστεί μαζί του την κυριαρχία.

     Το 531, ο Θεουδέρικος επέστρεψε στη Θουριγγία με τον αδελφό του Κλοταίρο (Clotaire I). Μαζί νίκησαν τον Ερμενεφρέδο  και κατέκτησαν το βασίλειό του. Ο Κλοταίρος τότε ανάμεσα στα λάφυρά του πήρε και την Ραδεγούνδη της οποίας ανέλαβε την προστασία, φέρνοντάς την στη Σουασόν που ήταν το παλάτι του. Κατόπιν την έστειλε στη βασιλική έπαυλη του Ατίς  στο Βερμαντουά στην Πικαρδία (βορειοδυτική Γαλλία) για να ολοκληρώσει τις σπουδές της μέχρι να ενηλικιωθεί. Απέκτησε σημαντική μόρφωση για την εποχή της και υψηλή φιλολογική παιδεία, μέχρι  το 540 που την κάλεσε πίσω ο Κλοταίρος για να την νυμφευθεί αφού είχε χηρέψει μετά από αρκετούς γάμους.. Η Ραδεγούνδη η οποία από μικρή ήθελε να αφιερωθεί στον Θεό, υπέκυψε στο θέλημα του Θεού και διήγε πλέον μέσα στο παλάτι ασκητική ζωή, ώστε να λένε στον Βασιλιά ότι δεν παντρεύτηκε βασίλισσα αλλά καλόγρια. Ήταν δε διαβόητη για την ομορφιά της, αλλά έγινε περισσότερο γνωστή για την αγαθή και φιλεύσπλαχνη καρδιά της και τις πολλές  ελεημοσύνες της.

    Ο αδελφός της Ραδεγούνδης ήταν ο τελευταίος άντρας της βασιλικής οικογένειας της Θουριγγίας. Ο Κλοταίρος, καταστέλλοντας ένα στασιαστικό κίνημα εναντίον του, τον δολοφόνησε το 555 στην Θουριγγία. Η Ραδεγούνδη  βρήκε τότε την ευκαιρία, να εγκαταλείψει το παλάτι μετά από αυτό και ζήτησε την προστασία της Εκκλησίας. Κατάφερε να πείσει τον επίσκοπο της Noυαγιόν, Άγιο Μεδάρδο να την κείρει μοναχή, ο οποίος τελικά  την χειροτόνησε διακόνισσα. Αφού πέρασε πολλές περιπέτειες από τον πρώην σύζυγό της ο οποίος συνέχισε να την διεκδικεί, ίδρυσε κατόπιν το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού στο Πικτάβιο (σημερινό Poitiers) γύρω στο 560. Οι αδιάκοπες προσευχές της και η συνεχής νηστεία της, της χάρισαν την περιπόθητη ελευθερία της και την ίδρυση της μονής από τον ίδιο τον σύζυγό της. Εκεί σε ιδιαίτερο εξωτερικό χώρο είχε και την φροντίδα των ασθενών και των λεπρών. Δεν έτρωγε τίποτα παρά μόνο τα όσπρια και τα πράσινα λαχανικά: ούτε φρούτα ούτε ψάρια ούτε αυγά. Απέφυγε την  ηγουμενεία και εγκατέστησε ηγουμένη την Αγνή, η οποία ήταν αφοσιωμένη φίλη της από παλιά, με τα ίδια ιδανικά. Εισήγαγε στο μοναστήρι  τον Κανόνα για τις Παρθένους του Αγίου Καισαρίου της Αρελάτης. Έτσι  οι μοναχές έπρεπε να είναι σε θέση να διαβάζουν και να γράφουν και να αφιερώνουν αρκετές ώρες της ημέρας στην ανάγνωση των γραφών και την αντιγραφή χειρογράφων, καθώς και σε παραδοσιακά διακονήματα όπως η ύφανση και το κέντημα. Αυτός ο κανόνας τηρούσε σε αυστηρό εγκλεισμό τις παρθένους, σε σημείο που οι μοναχές του Τιμίου Σταυρού δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν αργότερα την κηδεία της Ραδεγούνδης.
   Ζώντας μια άκρως ασκητική βιωτή με μεγάλη ταπείνωση και υπηρετώντας στις πλέον ευτελείς εργασίες του κοινοβίου, απέκτησε το χάρισμα των ιαμάτων. Εκτός από τις θεραπείες των σωματικών ασθενειών ήταν και παράδειγμα οσιότητας για τις διακόσιες μοναχές που συναθροίστηκαν στο μοναστήρι της.  Η  φήμη της ξεπέρασε τα τείχη της μονής και της πόλης και προκάλεσε τον φθόνο του τοπικού επισκόπου Μαροβίου.
       

  Η μονή της φημιζόταν για το τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού που έλαβε η Ραδεγούνδη από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστίνο τον Β '. Παρόλο που ο επίσκοπος Μαρόβιος αρνήθηκε να το εγκαταστήσει στο μοναστήρι, κατόπιν αιτήματος τηςΡαδεγούνδης, ο βασιλιάς Σιγιβέρτος έστειλε τον Ευφρόνιο επίσκοπο της Τουρώνης στο Πικτάβιο (Πουατιέ), για να πραγματοποιήσει και να εορτάσει  την εγκατάσταση του κειμηλίου στην Μονή του Τιμίου Σταυρού.  Ο Βενάντιος Φορτουνάτος συνέθεσε μια σειρά από ύμνους, για την περίσταση, που θεωρούνται από τους σημαντικότερους χριστιανικούς ύμνους που γράφτηκαν ποτέ (λατινικά) για την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

    Μετά από μια ζωή πολλών θλίψεων από την παιδική ακόμη ηλικία και  πλήρη αγώνων πνευματικών και αγαθών έργων, η Ραδεγούνδη κοιμήθηκε στις  13 Αυγούστου του  587. Λίγες μέρες πριν, είχε δεί σε όραση τα κάλλη του Παραδείσου και άκουσε κάποιον να την καλεί να τα απολαύσει. Το πρόσωπό της έλαμψε και φάνηκε πάνω του μια υπερκόσμια ομορφιά ώστε ο άγιος Γρηγόριος Τουρώνης που την κήδεψε, να ομολογεί ότι τα κρίνα και τα ρόδα με τα οποία είχαν στολίσει το σκήνωμά της οι μοναχές που την θρηνούσαν απαρηγόρητα, ωχριούσαν μπροστά στο κάλλος της μορφής της. 
    Ετάφη έξω από τα τείχη της μονής από τον άγιο και πάνω από τον τάφο της χτίστηκε λίγο αργότερα μεγαλοπρεπής ναός λόγω των πολλών της θαυμάτων.
   

π. Γεώργιος Αθανασάκης
πηγή

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Η οσιότατη αδελφή Μαρία Μαγδαληνή (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller)



site analysis


                                  

 Μαρία Μαγδαληνή
   Η  οσιότατη  αδελφή  Μαρία Μαγδαληνή  (κατά κόσμον MarieMadeleine Le Beller)  εκοιμήθη εν Κυρίω  σε ηλικία 67-68 ετών, την 12ην Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00 μ.μ. στο ερημητήριό της πλησίον του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά. Απώλεσε  την επαφή με το περιβάλλον λίγες ώρες προ της τελευτής της και είχε ένα ειρηνικό τέλος στα χέρια του γέροντός της π. Παύλου Σιναϊτου που έσπευσε να της δώσει την τελευταία Θεία Μετάληψη.
   Bαπτίστηκε σε ηλικία 40 ετών περίπου στον Ιορδάνη, το έτος 1986. Έζησε στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος  δεκαοχτώ (18) χρόνια, με πολλούς πειρασμούς και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες. Έξι μήνες στην αρχή διανυκτέρευε έξω ανάμεσα στα βράχια, άστεγη με ένα υπνόσακο, σ`εκείνη την απαράκλητη έρημο συντροφιά με σκορπιούς και δηλητηριώδη φίδια.  Έζησε μεγάλη απόρριψη, πολλοί την θεωρούσαν τρελή και πλανεμένη. Πούλησε το σπίτι της στο Παρίσι κι αγόρασε ένα κομμάτι γη από ένα βεδουίνο κάτω ακριβώς από το σπήλαιο του Άγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Εκεί υπήρχε μια χαρουπιά κι ένα πηγάδι. Έχτισε σταδιακά πέντε αυτόνομα κελλάκια, ένα μικρό ναύδριο πάνω σ`ένα βράχο, φύτεψε δένδρα, λίγες ελιές, δυο-τρεις μηλιές και ένα κλήμα και έφτιαξε μικρή στέρνα και κήπο. Όλη την σκήτη της την περιέφραξε με τείχος. Ζούσε απλά καλλιεργώντας τον κήπο της πλέκοντας κομποσχοίνια και ασχολούμενη τα τελευταία χρόνια με την ξυλογλυπτική οπού σημείωσε μεγάλη πρόοδο κατασκευάζοντας εικόνες για το εκκλησάκι της. Στην μονή κατέβαινε κάθε Κυριακή αρχικά και αργότερα κάθε δεκαπέντε και τις μεγάλες εορτές για να μεταλαμβάνει. 
Κάποιοι πατέρες την συμπαθούσαν και την προστάτευαν αλλά οι πολλοί την απέρριπταν και σε πολλά την δυσκόλευαν. Κάποτε απαγόρευσαν στον π. Παύλο να την δέχεται για εξομολόγηση και δεν της επέτρεπαν την δωρεάν φιλοξενία στον ξενώνα των γυναικών. Είχε μεγάλη δύναμη ψυχής που την αντλούσε από την ακράδαντη πίστη της και την ευλογία που της είχαν δώσει για εγκαταβίωση στην έρημο του Σινά, ο π. Πορφύριος (νύν Άγιος Πορφύριος) και η μάτουσκα Λουμπούσκα η δια ΧΝ Σαλή της Αγίας Πετρουπόλεως. Όλος ο πειρασμός ξεκίνησε από την αγάπη της στην έρημο, ενώ οι πατέρες την ήθελαν να ζεί εντός της γυναικείας μονής της Φαράν στην οποία είχε ζήσει δοκιμαστικά ένα χρόνο και μισό στην αρχή. Όμως δεν αναπαύθηκε και όταν ο Γέρων Παϊσιος  επίσκεφθηκε τελευταία φορά το Σινά και πέρασε από την Φαράν της έδωσε την ευλογία του να ζήσει στην έρημο αφού την εξέτασε και ευλόγησε το τυπικό της προσευχής της.
   Κάθε Πάσχα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα πού περνούσε όλη την μεγάλη εβδομάδα και την Διακαινήσιμο επέστρεφε στο αγαπημένο της ασκητήριο. Μετά το Πάσχα του 2009  δεν πήγε ξανά στα Ιεροσόλυμα.
   Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 (Κυριακή) ήρθε στη Κρήτη άρρωστη πλέον και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο διεγνώσθη προχωρημένος καρκίνος του εντέρου.      
    
 Έφυγε για την Μόσχα που είχε γνωστό της τον επίσκοπο που διοικούσε το νοσοκομείο της ρωσικής εκκλησίας. Εκεί τις έκαναν παρατεταμένες ιατρικές εξετάσεις και της ζήτησαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπείες, στο μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο κατά του καρκίνου, της Ρωσίας. Όμως δεν δέχθηκε επιθυμώντας να πεθάνει στην αγαπημένη της σκήτη. Πήγε για προσκύνημα στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, λούστηκε στην πηγή του και πήρε μεγάλο θάρρος. Επέστρεψε στο Σινά μέσω Ιταλίας όπου προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο στο Μπάρι κι εκεί γνώρισε την ρωσίδα Ευφροσύνη, την οποία κάλεσε για να την διακονήσει όταν επέστρεψε στο Σινά κι εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα.  Ήρθε κοντά της και την υπηρέτησε μέχρι το τέλος, χωρίς κανένα υλικό όφελος. Η Ευφροσύνη ήταν δώρο του Θεού γιατί ομιλούσε μόνο ρωσικά τα οποία η Μαρία ελάχιστα ομιλούσε και καταλάβαινε. Όμως είχαν άριστη συνεργασία και την περιποιήθηκε σαν καλή υποταχτική (για δέκα μήνες περίπου), ώστε να κερδίσει και την αγάπη και τον σεβασμό των πατέρων.  
   Από το Πάσχα του 2013 δεν μετακινήθηκε πλέον ούτε μέχρι την μονή της Αγίας Αικατερίνης, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή εβάστασε τον σταυρό της πολυώδυνης νόσου, χωρίς ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή περίθαλψη. 
   Την επόμενη της κοίμησής της, η κυρίαρχος μονή της Αγίας Αικατερίνης, μετά την θεία Λειτουργία που έκαναν στο εκκλησάκι της σκήτης της, την μετέφερε με φορείο στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής  όπου διεγνώσθη ο θάνατός της και τοποθετήθηκε σε ψύξη μέχρι την έκδοση άδειας ταφής από το Γαλλικό Προξενείο. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός που σχολιάστηκε με θαυμασμό από όσους παραβρέθηκαν εκεί. Από την προηγούμενη το βράδυ είχε ξεσπάσει χιονοθύελλα και κάλυψε στα λευκά όλη την γύρω περιοχή. Το μοναστήρι έστειλε 14 εργάτες (χριστιανούς κόπτες) για να μεταφέρουν εναλλάξ το σκήνωμά της λόγω της μαινόμενης χιονοθύελλας και του δύσβατου τόπου. Κι ενώ έκαναν περίπου δύο ώρες για να διανύσουν  την απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο έως το ασκητήριό της (πορεία μίας ώρας το πολύ, υπό κανονικές συνθήκες), όταν σήκωσαν το τίμιο λείψανό της, διήνυσαν την ίδια απόσταση σε σαράντα πέντε λεπτά χωρίς να τους αγγίξει ούτε μια νιφάδα χιονιού, ενώ τα πάντα ήταν ολόλευκα και φωτεινά γύρω τους. Όταν έφθασαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο και την απόθεσαν στο αυτοκίνητο που περίμενε εκεί, σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν πάλι μέσα στην χιονοθύελλα και τους κάλυψε το χιόνι. 
  Η άδεια ταφής δόθηκε στις 17-12-2013 το βράδυ.
  Ετάφη την 18η Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Τετάρτη μετά το μεσημέρι, στο κοιμητήριο της γυναικείας μονής του Προφήτου Μωϋσέως της Φαράν με απόφαση της συνάξεως των πατέρων της μονής της Αγίας Αικατερίνης. (όχι στο ασκητήριό της όπως επιθυμούσε). Δεν παρέστη κανείς γνωστός κι αγαπητός της εκτός την ρωσίδα Ευφροσύνη που την υπηρέτησε με μεγάλη αυταπάρνηση. Ακόμη και μιά γνωστή της γερμανίδα προσήλυτη που βρέθηκε στην θανή της, την άλλαξε και την ξενύχτησε διαβάζοντας της ψαλτήρι, είχε φύγει για τα Ιεροσόλυμα.
   Την κήδεψαν ο επίσκοπος Σιναίου κ.κ. Δαμιανός και οι Ιερομόναχοι Μιχαήλ και Ευγένιος της ιδίας μονής. Παρέστησαν και οι  4  μοναχές της μονής Φαράν.

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς - Τά Χριστούγεννα μιᾶς μοναχικῆς γυναίκας.



site analysis

«Παραπονιέσαι για τη μοναξιά στη μέση μεγάλης πόλης. Τόσος λαός γύρω σου κοχλάζει σαν μυρμηγκοφωλιά, και εσύ και πάλι αισθάνεσαι σαν στην έρημο. Στις μεγάλες γιορτές η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Παντού πλημμυρίζει η χαρά, ενώ εσένα σε πιέζει η λύπη. Οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της Ανάστασης σου φαίνονται σαν κάποια άδεια δοχεία, τα οποία εσύ γεμίζεις με δάκρυα. Όταν αυτές οι άγιες γιορτές βρίσκονται μακριά πίσω ή μπροστά σου, αισθάνεσαι πιο ήρεμη. Αλλά όταν πλησιάσουν και έρθουν, η θλίψη και η ερημιά κυριεύουν την ψυχή σου.

Τί να σου κάνω; Θα σου διηγηθώ την ιστορία για τα Χριστούγεννα της Ιωάννας διότι ίσως σε ωφελήσει. Θα αφήσω όμως να σου διηγείται εκείνη όπως τα είχε διηγηθεί σε μένα.

«Σαράντα και κάτι χρόνια βλέπω εγώ αυτό τον κόσμο σαν γυναίκα. Ποτέ καμιά χαρά, εκτός από 

λίγη σαν παιδί στο σπίτι των γονέων μου. Αλλά μπροστά στον κόσμο δεν έδειχνα λυπημένη. Μπροστά στους ανθρώπους υποδυόμουν τη χαρούμενη, και στη μοναξιά έκλαιγα. Όλοι με θεωρούσαν ένα ευτυχισμένο πλάσμα, αφού ως τέτοια έδειχνα. Ακούω, όλοι γύρω μου παραπονούνται, και οι έγγαμοι και οι άγαμοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι. Και σκέφτομαι, γιατί κι εγώ να παραπονιέμαι στους δυστυχισμένους για τη δική μου δυστυχία, και μόνο να αυξάνω τη λύπη γύρω μου; Θεέ, να δείχνω χαρούμενη έτσι θα είμαι πιο χρήσιμη στον δυστυχισμένο κόσμο, ενώ το μυστικό μου θα το κρύβω μεσα μου και θα κλαίω στη μοναξιά μου. Προσευχόμουν στον Θεό, για να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ. Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη. Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία. Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. 9, 24). Επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.

Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση. Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα. Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου. Ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν: Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς! Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο! Που και που μου ερχόταν η σκέψη: τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα! Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα; Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα… Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.

Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο. Θεέ μου, μην με εγκαταλείψεις! Πάλι προσευχόμουν. Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα! Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη. Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς! Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς! Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή! Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι. Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου! φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε! κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας. Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας! Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι: «Γιατί κλαις, κυρία;». Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά! Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’ Εκείνον και ευχαριστία! «Αμήν», απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες. Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα».

Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας. Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο -και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα. Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη.



[Από το βιβλίο «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται» βιβλίο με επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ο οποίος υπήρξε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας και θεολόγος. Έζησε από το 1881 μέχρι το 1956. Το Μάιο του 2003, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Σερβίας τον διεκήρυξε Άγιο και τον ενέταξε στο Αγιολόγιό της στις 18 Μαρτίου (Κοίμηση) και στις 3 Μαΐου (Μεταφορά Λειψάνων)]

πηγή 

Μνήμη της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας



site analysis



(24 Δεκεμβρίου)


ag-Eygenia

   Αυτή η Αγία Ευγενία γεννήθηκε από γένος ευγενικό, σαν ένα ευγενές κλωνάρι και μία δόξα του γένους της, καταγόμενη από την παλαιά Ρώμη, στα χρόνια του βασιλιά Κομμόδου, το έτος 270. Οι γονείς της ονομάζονταν Φίλιππος και Ευγενία. Οι οποίοι έλαβαν από τον τότε βασιλιά, ως τιμή και αξίωμα, το να πάνε στην Αλεξάνδρεια και να κατοικήσουν σε αυτήν μαζί με την θυγατέρα τους την Ευγενία. Αυτή λοιπόν η μακαρία έφυγε κρυφά από τους γονείς και όλους τους συγγενείς της. Και αφού πήρε δύο υπηρέτες, βγήκε την νύχτα έξω από το σπίτι των γονέων της. Και πηγαίνοντας σε έναν Επίσκοπο με ανδρικά ρούχα, έλαβε από εκείνον το Άγιο Βάπτισμα. Έπειτα, αφού έκειρε τις τρίχες της κεφαλής, ώνομάσθηκε Ευγένιος. Έτσι πήγε σε ένα Μοναστήρι κατά τα βαθειά χαράματα και εκεί ασκούσε η μακαρία κάθε αρετή με πόνους και μόχθους. Με ασκητικούς αγώνες και με στάσεις και με αγρυπνίες ολονύχτιες. Τί να πολυλογώ; Τόσο πολύ έλαμψε στις 
αρετές η Αγία αυτή, σαν άλλος μέγας φωστήρας ήλιος, ώστε με την παράκληση όλων των αδελφών του Μοναστηρίου, δέχθηκε την προστασία τους και την ηγουμενία, αφού πέθανε ο πρωτύτερος Ηγούμενος. Και μολονότι αυτή δεν το ήθελε αυτό στην αρχή, επειδή πιέσθηκε όμως και πτοήθηκε από τα λόγια και από τον πόθο των αδελφών, δέχτηκε αν και δεν ήθελε.
Με τέτοιον τρόπο ανέδειξε σε όλους τον Ευγένιο αυτόν μέγα και λαμπρό, όχι με απλά λόγια και ξερή φήμη, αλλά με πράξεις και έργα μεγάλα και θαυμαστά. Γι’ αυτό και αυτή μονάχα η όψη του προσέλκυε με παράδοξο τρόπο αυτούς που τον έβλεπαν, όπως ο μαγνήτης το σίδερο, προκειμένου να απολαύσουν τα καλά και τις αρετές του.
Αλλά όμως μία μοναχή, που ονομαζόταν Μελανθία, η οποία ήταν μελανή και μαύρη στην ψυχή, όπως φανερώνει και το όνομά της, αυτή λέω, βλέποντας τον Ευγένιο, πως ήταν ωραίος φυσικά, κυριεύθηκε από έναν έντονο και σατανικό έρωτα από την όψη του. Έτσι βρίσκοντας μία πρόφαση, ότι είχε μία μακρά ασθένεια, τον παρακαλούσε να πάει να του την φανερώσει κρυφά και ιδιαιτέρως Γιατί έλεγε η μιαρή, ότι με άλλον τρόπο δεν ήταν δυνατό να ελευθερωθεί από εκείνη την ασθένεια.
Ο Ευγένιος με συντριβή και λύπη στην καρδιά πείσθηκε από απλότητα στα δόλια λόγια της Μελανθίας και συμφώνησε να πάει σ’ αυτήν, μη γνωρίζοντας τον κρυμμένο δόλο. Ο δε διαβολικός έρωτας της Μελαν­θίας, άναψε φλόγα στην καρδιά της προς τον Ευγένιο. Και καθώς αυτός είναι τυφλός, όπως τον ονομάζουν οι σοφοί, έτσι τύφλωσε και τα ψυχικά μάτια της Μελανθίας και της προξένησε μία φλόγα πορνικού πάθους. Επειδή όμως δεν πέτυχε τον διαβολικό σκοπό, που είχε, αλλά απομακρύνθηκε από τον Ευγένιο, γι’ αυτό από το κακό της μηχανεύθηκε αυτή την συκοφαντία λέγοντας, δηλαδή, ότι «ο Ηγούμενος του τάδε Μοναστηριού Ευγένιος, εξαπατώντας με τα λόγια του τις σώφρονες και καθαρές γυναίκες, ζήτησε να εξαπατήσει και εμένα ο πόρνος και ο τολμηρός, αλλά όμως δεν το πέτυχε».
Μόλις τα άκουσε αυτά ο πατέρας της Ευγενίας και έπαρχος, αμέσως θύμωσε. Έτσι έστειλε στο Μοναστήρι και έφεραν γρήγορα τον Ηγούμενο Ευγένιο και τους Μοναχούς του Μοναστηριού δεμένους, ως ψευδολάτρες και κακοποιούς. Και τους παρουσίασε στο δικαστήριο, για να απολογηθούν σχετικά με την υπόθεση αυτή. Όταν λοιπόν παρουσιάσθηκαν και τα δύο μέρη, άρχισε η συκοφάντρια Μελανθία να μιλά εναντίον του Ευγένιου να βρίζει, να περιγελά, να χλευάζει, να φωνάζει με θρασύτητα και να τον δείχνει με το δάχτυλο στους παρευρισκομένους ως εργάτη της αμαρτίας. Ομοίως και τους υποτασσόμενους σ’ αυτόν Μοναχούς, ονομάζοντάς τους φθορείς. Έλεγε δε και τα εξής η τολμηρή, για να τα ακούσουν όλοι· «Ακούστε όλοι εσείς οι παρευρισκόμενοι τα λόγια μου, τα οποία είναι αληθινά και βέβαια». Ω της ανοχής σου Δέσποτα, Κύριε, με την οποία υπέμεινες την συκοφάντρια, και δεν έσχισες την γη, για να την καταπιεί!
Μόλις τα άκουσε αυτά η Ευγενία, αμέσως έσχισε το φόρεμά της και έδειξε στους παρόντες θέαμα φρικτό και εξαίσιο. Και στην συνέχεια λέει με παρρησία στους παρευρισκομένους· «Έπρεπε εμείς οι Μοναχοί να υποφέρουμε ύβρεις και κοροϊδίες και ξυλοδαρμούς του σώματος και γι’ αυτά όλα να ευχαριστούμε. Όμως για να μην χλευάζεται το σεμνό και αγγελικό σχήμα των Μοναχών, ακούστε. Εγώ ως προς την φύση είμαι γυναίκα, θυγατέρα του φίλτατου πατέρα μου αυτού και δικαστή, μπροστά στον οποίο κρίνομαι σήμερα. Μητέρα μου είναι η σύζυγός του, ενώ αυτοί οι παριστάμενοι αδελφοί είναι δούλοι μου». Όταν άκουσαν αυτά τα λόγια της καλής Ευγενίας, έμειναν όλοι έκπληκτοι. Με ποιόν όμως τρόπο τιμώρησε η θεία δίκη την Μελανθία, μπορεί βέβαια να θαυμάσει, όποιος θελήσει να τον ακούσει. Παρακινούμενος λοιπόν από αυτή την αιτία ο πατέρας της Αγίας Ευγενίας άφησε αμέσως την δόξα του κόσμου μαζί και τον πλούτο και όλη την φαντασία της ζωής και αναγεννήθηκε μέσω του Αγίου Βαπτίσματος. Και ο πρώην λύκος γίνεται ποιμένας των Χριστιανών της πόλεως Έτσι, αφού έζησε καλώς την ζωή του, στα στερνά του τέλειωσε με μαρτύριο. Διότι, αφού καταπληγώθηκε από τους απίστους για την πίστη στον Χριστό, χαρούμενος ανέβηκε στις ουράνιες Μονές Η μητέρα της Οσίας αφήνοντας την γη της Αλεξάνδρειας επέστρεψε στην πατρίδα της την Ρώμη, μαζί με τις θυγατέρες της και εκεί πάλι κατοικεί συμφωνά με τον πόθο της. Επειδή όμως τότε βγήκε βασιλική διαταγή, ή να θυσιάζουν οι Χριστιανοί στα είδωλα ή να θανατώνονται κακώς εξαιτίας αυτού η Αγία αυτή Ευγενία, αφού έλαμψε σε όλους με τις αρετές της τέλος πάντων καταφλεγόμενη από τον πνευματικό έρωτα του Χριστού, έλαβε θάρρος και κήρυξε την ευσέβεια. Γι’ αυτό αφού την έδεσαν από μία πέτρα βαρύτατη, την έρριξαν στην θάλασσα. Επειδή όμως έμεινε αβλαβής, γι’ αυτό αποκεφαλίσθηκε και έτσι χαρούμενη έφυγε η μακάρια προς αυτόν που ποθούσε τον νυμφίο Χριστό. Για να συμβασιλεύει μαζί του αιώνια.

(Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής», τ. Β΄, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη “Άγιος Σπυρίδων Α”, Ν. Σκήτη – Άγιον Όρος, σ. 374-376)

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Η Αγία Θεοφανώ η βασίλισσα (μνήμη 16 Δεκεμβρίου)



site analysis




Η αγία Θεοφανώ η βασίλισσα. Μηνολόγιον Βασιλείου Β΄, φ. 249.
Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη της Αγίας και θαυματουργής Θεοφανούς. Ήταν σύζυγος του βασιλιά Λέοντα του επονομαζόμενου σοφού. Η Θεοφανώ, καταγόταν από επιφανή οικογένεια της Ανατολής, και κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη. Αναδείχθηκε βασίλισσα και παρ’ όλο τα μεγαλεία και τον πλούτο που την πλαισίωνε, διατήρησε τη ταπεινοφροσύνη και την μετριοφροσύνη που την χαρακτήριζε πριν. Προτιμούσε να είναι απλά ντυμένη και να βρίσκεται δίπλα στους ανθρώπους που την χρειαζόντουσαν. Γι’ αυτό ντυνόταν απλά για να μην αναγνωρίζεται και με την συνοδεία δύο έμπιστων υπηρετριών της, γύρναγε στα σπίτια των φτωχών και κατατρεγμένων και πρόσφερε την βοήθειά της. Ήταν τόση η πίστη της, που αξιώθηκε να θαυματουργήσει. Όταν εγκατέλειπε η ιατρική επιστήμη κάποιον ασθενή διότι δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει, του επανέφερε την υγεία του η Αγία με την δύναμη της ψυχής της. Παρ’ όλο τις πίκρες που δέχθηκε στη ζωή της η Αγία Θεοφανώ υμνούσε τον Κύριο με μία άσβεστη φλόγα. Αναπαύθηκε εν ειρήνη και το άγιο λείψανό της βρίσκεται στο πατριαρχείο Κων/πόλεως.
Κείμενο: Http://Www.Synaxari.Com/
Εικόνα: «Νέος Συναξαριστής Της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Εκδ. Ίνδικτος (Τόμος Τέταρτος – Δεκέμβριος).
---------------------------------------------------

Μια προδομένη σύζυγος… Αγία…


10 Ιούν, 2013
862 μ.Χ  και  στον  κόσμο  έρχεται  μια  υπέροχη  ύπαρξη.  Η  κορούλα  του  πατρίκιου  Κωνσταντίνου  και  της  Άννας, που  κατοικούν  στη   Βασιλεύουσα  πόλη, την  Κωνσταντινούπολη.
Είχαν  χρόνια  που  δεν  έκαναν  παιδί, αλλά, ευλαβέστατοι  και  άνθρωποι  της  προσευχής  καθώς  ήταν  και  οι  δυο, εισακούστηκαν  από  το  Θεό.
Έτσι  γεννήθηκε   η  μικρή  Θεοφανώ.
Δεν  πρόλαβαν  όμως  οι  γονείς  της  να  χαρούν  τον  ερχομό  της  και  η  μητέρα  της  από  δυστοκία  πεθαίνει.
Ευτυχώς  που  μια  άλλη  γυναίκα  του  αρχοντικού  σπιτιού  τους  γίνεται  τροφός  της, ακριβή  παραμάνα, και  αφοσιωμένη  στη  μνήμη  της  μητέρας  της.
Η  Θεοφανώ  ήταν  προικισμένη  με  πολλές  χάρες. Σωματικές, ψυχικές, διανοητικές.
Ο  Κωνσταντίνος  τής  εξασφάλισε, καθώς  μεγάλωνε, άριστη  παιδεία  μ΄έναν  ευλαβή  και  σοφό  δάσκαλο. Κι  αυτή  ρουφούσε  ό,τι  της  δίδασκε  ο  δάσκαλός  της, μα  ιδιαίτερα  ό,τι  είχε  σχέση  με  το  Χριστό.
Έφτασε  σιγά σιγά  σε  ηλικία  για  γάμο.
Στον  αυτοκρατορικό  θρόνο  της  Βασιλεύουσας  βρίσκεται  ο  Βασίλειος  ο  Μακεδόνας.
Σύζυγός  του, δεύτερη, η  Ευδοκία.
Από  τα  τρία  τους  παιδιά  πρωτότοκος  είναι  ο  Λέων, που  η  ιστορία  θα  του  προσδώσει  τον  τίτλο »ο  σοφός’,’ και  ο  οποίος  είναι  ο  διάδοχος  του  θρόνου.
Είναι  καιρός  να  παντρευτεί  όμως  και  αυτό  το  διάστημα  προβληματίζονται  οι  γονείς  του  ποια  νύφη  να  του  επιλέξουν.
Και  δεν  άργησαν  να  τη  βρουν. Η  πανέμορφη  και ενάρετη, συνετή  και  πανέξυπνη  Θεοφανώ  ήταν  αυτή  που  έκανε  για  Αυγούστα…
Ο  Λέων  διαμαρτύρεται  στον  αυτοκράτορα: όχι, πατέρα, τη  Ζωή  συμπαθώ…
Ούτε  καταδέχεται  να  το  ψάξει  ο  Βασίλειος. Κι  ο  γιος  αναγκάζεται  να  υποταχθεί.
Έτσι  ορίστηκε  και  έγινε  ο  γάμος  του  Λέοντα  με  τη  Θεοφανώ,  χωρίς  εκείνος  να  τη  θέλει  και  χωρίς  αυτή  να  το  ξέρει…
Ωστόσο  η  μεγαλοπρέπεια  ήταν  θαυμαστή. Αυτοκρατορική.
Όλοι  καλοτύχιζαν  τη  Θεοφανώ. Η  ίδια  όμως  από  την  ώρα  του  γάμου  ένιωσε  ένα  πλάκωμα  στην  ψυχή, γιατί  της  έλειπε  συναισθηματικά  ο  Λέων της.
Το  ένστικτό  της  την  πληροφορούσε  ότι  ο  γάμος  της  άρχιζε  δυσοίωνα. ΄
Πήγε  κιόλας  να  απελπιστεί, αλλά  το  πρόλαβε  με  τη  σκέψη  ότι  θα  το  συζητούσε  με  τον  πνευματικό  της. Ήταν  το  μόνο  πια  αξιόπιστο  στήριγμα  που  της  είχε  μείνει  στη  ζωή.
Ο  πνευματικός  της  γέροντας  Ευσέβιος,  μια  οσιακή  αγία  μορφή,  όταν  τον  συναντάει, την  ενθαρρύνει : να  του  είσαι  περιποιητική, υπάκουη, να  τον  αγαπάς, Θεοφανώ. Ο  χρόνος  θα  φέρει  και οικογένεια…και  τότε  όλα  μπορεί  να  αλλάξουν. Και  πάνω  απ΄όλα  την  προσευχή  σου. Ο  Θεός  μακάρι  να  μη  σου  επιτρέψει  το  σταυρό  που  βλέπω  να  σου  ετοιμάζει…
Κι  η  Θεοφανώ  προσπαθούσε  να  διώξει  κάθε  ανησυχία  και  να  προσφέρει  τον  εαυτό της  στον  άντρα  της.
Ο  Λέων  από  την  άλλη  της  ενέκρινε  ό,τι  του  ζητούσε, αλλά  κρατούσε  τη  θέρμη  της  καρδιάς  του  για  τη  Ζωή, την  κόρη  ενός  αυλικού  στο  παλάτι.
Το  διαπίστωνε  η  ευαίσθητη  και  ευγενέστατη  Θεοφανώ  κι ήταν  πολλές  οι  φορές  που  πάνω  στο  λόγο  ο  Λέων  αντί  για  το  δικό  της  όνομα  πρόφερε  εκείνης  και  μετά  προσπαθούσε  να  διαλύσει  την  »παρεξήγηση».
Μια  χαρά  όμως  σε  λίγο  έρχεται  να  δώσει  ελπίδα. ¨Η  Θεοφανώ  φέρει  στα  σπλάχνα  της  μωρό.
Και  σε  λίγους  μήνες  γεννιέται  ένα  χαριτωμένο  κοριτσάκι.
Ο  Βασίλειος  και  η  Ευδοκία  πανηγυρίζουν.  Ο  Λέων  καμαρώνει. Χαίρεται. Κι  η  Θεοφανώ  συγκινείται  βαθιά  και  παίρνει  ανάσα.
Να  όμως  που  και  τώρα  κάτι  ήρθε  να  σκιάσει  τη  χαρά  της.
Όταν  έσκυψε  ο  Λέων  να  δώσει  το  πρώτο  πατρικό  και  τόσο  τρυφερό  φιλί  στην  κορούλα  του, έκανε  μια  κίνηση  να  σκύψει  και  στη  Θεοφανώ,  που  έφερε  στον  κόσμο  αυτή  τη  χαριτωμένη  ύπαρξη,  μα  κάτι  τον  συγκράτησε. ..
Το  πρόσεξε  η  Θεοφανώ  και  πληγώθηκε.

Καθημερινά  πλήθαιναν  και  πάλι  τα  σημάδια  ότι  ο  Λέων  συναισθηματικά  δεν  της  ανήκει. Συναισθηματικά  την  πρόδιδε.
Αλλά,  αν  και  θλιβόταν  κατάβαθα  και  με  τη  σκέψη  της  ακύρωνε  αυτό  το  γάμο, αφού  κάθε  τόσο  διαπίστωνε  ότι  ο  σύζυγός  της  δεν  είχε  συγκινηθεί  από  αυτήν, ξεκουραζόταν  κοντά  στον  πνευματικό  της  Ευσέβιο, που  της  ενίσχυε  την  υπομονή  και  την  προσπάθειά  της  για  θεάρεστη  ζωή.

Επίσης  ώρες  πολλές  μιλούσε  με την  προσευχή  της  στην  Παναγία. Τα  δάκρυά  της  ποτάμι.

Ο  προσωπικός  της  όμως  αυτός  σταυρός  την  έκανε  να  συμπονεί  και  τους  πονεμένους  ανθρώπους  και  με  κάθε  ευκαιρία  να  βρίσκεται  κοντά  τους.
Είχε  όλη  την  άνεση  ως  βασίλισσα  να  τους  απαλλάσσει  από  κάθε  οικονομική  ανάγκη  και  με  την  χαριτόβρυτη  αγάπη  της  να  τους  ενισχύει  ψυχολογικά  και  ηθικά

Έτσι  ο  λαός  τη  λάτρευε. .

Στο  μεταξύ  στο  παλάτι  καταφθάνει  ένας  μάγος, προσποιούμενος  τον  άγιο  μοναχό, που  καταφέρνει  να  κερδίσει  την  εμπιστοσύνη  του  αυτοκράτορα  Βασιλείου  και, επειδή  πικραίνεται  απ΄το  Λέοντα,  του  στήνει  πλεκτάνη, τον  διαβάλλει  στον  πατέρα  του  ότι  συνωμοτεί  εναντίον  του  και  γίνεται ]αυτό  αιτία  να  εξοριστεί  τελικά  ο  Λέων  στη  Θεσσαλονίκη, όπου  οικειοθελώς  τον  ακολουθεί  και  η  Θεοφανώ  με  την  κορούλα  τους, την  Ευδοκία.

Ο  γέροντας  Ευσέβιος  αυτοεξορίζεται  κι  αυτός  στη  Θεσσαλονίκη, για  να  είναι  κοντά  στο  ανδρόγυνο.

Εκεί  στην  εξορία  ο  Λέων  εύχεται  να  μην  είχε  γεννηθεί, αλλά  η  Θεοφανώ  του  συμπαραστέκεται. Τον  στηρίζει  ψυχολογικά  με  κάθε  τρόπο  και  η  ίδια  αναλώνεται  στην  αγρυπνία  και  στην  προσευχή.

Πράγματι,  η  αλήθεια  σε  τρία  χρόνια  αποκαλύπτεται  και  ο  Λέων  με  την  οικογένειά  του  γυρίζει  περιχαρής  στη  Βασιλεύουσα, ενώ  ο  Βασίλειος  υποδέχεται  με  λαμπρότητα  το  γιο  του  ζητώντας  συγγνώμη  για  το  λάθος  του.

Στο  μεταξύ  πεθαίνει  η  Αυγούστα  Ευδοκία  και  τα  καθήκοντά  της  στο  παλάτι  αναλαμβάνει  η  Θεοφανώ.

Κι  άλλη  όμως  αφορμή  δίνεται  για  να  πληγωθεί  βαθύτερα  τώρα  η  Θεοφανώ.
Ο  Λέων  στο  παλάτι  ερωτοτροπεί  με  τη  Ζωή. Συναντιέται  κρυφά  μαζί  της  ξανά  και  ξανά.

Ο  πατέρας  του, όταν  το  διαπιστώνει, διατάσσει  να  μαστιγωθεί  ο  γιος  του.
Η  Θεοφανώ  το  αντιλαμβάνεται  και  θες  από  την  ευγένεια  του  χαρακτήρα  της, θες  επειδή  εκτιμούσε  ως  καλύτερο  χειρισμό  του  προβλήματος  την  καλοσύνη, θες  επειδή  φοβόταν  ότι  δεν  θα  άντεχε  ωμή  την  αλήθεια  από  μέρους  του, αν  του  ζητούσε  συνεξήγηση, γιατί  τον  αγαπούσε  πολύ,  δεν  μίλησε  και  πάλι  στο  Λέοντα.

Έδωσε  την  ίδια  απάντηση  στον  εαυτό  της: είναι  ένας  σταυρός, που  ο  Θεός –ποιος  ξέρει  γιατί –μου  τον  επιτρέπει.

Ο  Βασίλειος  στο  μεταξύ, για  να  δώσει  ένα  τέλος  στο  σκάνδαλο, παντρεύει  αναγκαστικά  την  αγαπημένη  Ζωή  του  Λέοντα  με  κάποιον  άλλο  και  την  εξαποστέλλει  από  το  παλάτι.
Ο  ίδιος  όμως  ο  Βασίλειος,  ύστερα  από  ένα  ατύχημα  σε  κυνήγι,  πεθαίνει.

Μετά  το  θάνατο  του  πατέρα  του  ο  Λέων  νιώθει  ελεύθερος  να  κάνει  ό,τι  θέλει.

Το  πρώτο  του  μέλημα  είναι  να  ανακηρύξει  τον  πατέρα  της  ερωμένης  του  Ζωής  Βασιλειοπάτορα  και  πρωθυπουργό.

Απ΄τη  Θεοφανώ  ζητάει  να  μείνει  στο  πλευρό  του  σύμβουλος  πολύτιμη  για  την  οξύτητα  του  πνεύματός  της  και  την  αγάπη  της  για  το  λαό.

Ωστόσο  διάδοχο  αγόρι  απ΄τη  Θεοφανώ  δεν  έχει  ο  αυτοκράτορας  τώρα   Λέων  ο  σοφός,  και  βρίσκει  έναν  επί  πλέον  λόγο  να  έχει  στο  νου  του  τη  Ζωή, αν  και  ήταν  παντρεμένη.
Κι  αυτή  όμως  το  ίδιο. Και  τώρα  που  ο  πατέρας  της  είναι  πρωθυπουργός  έχει  όλη  την  άνεση  να  μπαινοβγαίνει  στο  παλάτι.

Στο  μεταξύ  νέα  δοκιμασία  για  τη  Θεοφανώ. Αρρωσταίνει  βαριά  η  κορούλα  τους  Ευδοκία  και  πολύ  γρήγορα   παρόλες  τις  φροντίδες  τους  πεθαίνει, εγκαταλείποντας  τη  μητέρα  της  σε  μια  κόλαση, που  τη  δημιουργεί  η  απιστία  του  πατέρα  της.

Ως  εδώ  η  παρουσία  της  μικρής  μετρίαζε  και  απάλυνε  τον  πόνο  της  Θεοφανώς. Βάλσαμο  τής  ήταν  η  αγάπη  της.
Τώρα  όμως  και  αυτήν  ο  Θεός  τής  την  αφαιρεί.

Αλλά  και  ο  Λέων, παρόλο  που  για  τη  Θεοφανώ  μένει  ψυχρός  και  ασυγκίνητος,  για  την  κορούλα  του, που  της  είχε  μεγάλη  αδυναμία  και  που  τώρα  τους  φεύγει,  θρηνεί  και  θλίβεται  βαθιά.

Η  μητέρα  της,  την  ώρα  που   κατεβάζουν στο  μνήμα  το  σπλάχνο  της, μόλις  προλαβαίνει  να  της  ευχηθεί: ώρα  καλή  σου  και καλή  αντάμωση, ακριβό  μου  παιδί, και  πέφτει  λιπόθυμη.

Η  Ευδοκία  της  ήταν  μόλις  εννέα  ετών.

Με  το  θάνατό  της  ο  Λέων  ένιωσε  να  ξεκόβεται  οριστικά  απ΄τη  Θεοφανώ.
Η  Ζωή  άρχισε  να  επηρεάζει  εγκληματικά  το  Λέοντα  σε  βάρος  της.

Ο  πνευματικός  της, γέροντας  Ευσέβιος, αποφασίζει  να  μιλήσει  στον  αυτοκράτορα.
Συνέπεια,  να  εξοριστεί.

Η  Θεοφανώ  στη  νέα  της  δοκιμασία  ψάχνει  και  δε  βρίσκει  μέσα  της  κουράγιο. Νιώθει   να  έχουν  εξαντληθεί  της  ψυχής  της  τα  αποθέματα, Έχει  κουραστεί.

»Φτάνει, Κύριέ  μου», κραυγάζει  στο  Θεό,  »με   ξέχασες; γιατί  τόσα  πολλά  βάσανα  σε  μένα;  δεν  μου  άφησες  τίποτε  δικό  μου. Μόνο  πίκρες  πήρα  απ΄αυτή  τη  ζωή. Σε  παρακαλώ  πάρε  με  και  μένα  κοντά  Σου  και  κοντά  σ΄αυτούς  που  αγαπώ  και  που  τώρα  αναπαύονται  εκεί  μαζί  Σου ».
Συγγνώμη  που  Σου  παραπονιέμαι…όμως, Πατέρα  μου, δεν  αντέχω  άλλο…..

Η  προσευχή  της  είναι  κραυγαλέα. Αλλά  δεν  της  φτάνει. Κατευθύνεται  στον  τάφο  της  κορούλας  της  και  της  ζητάει  να  την  προσευχηθεί  κι  αυτή  από  κει  που  είναι.

Μια  άφατη  αγαλλίαση  περιλούζει  την  ύπαρξή  της. Μια  θεία  γαλήνη  πλημμυρίζει  την  ψυχή  της.

Από  δω  και  πέρα  όλα  παίρνουν  διαφορετική  τροπή. Νιώθει  να  ανήκει  σε  άλλον  κόσμο, του  Θεού  ολοκληρωτικά.  Μια  χαρμολύπη  εγκαταστάθηκε  μόνιμα  στην  ψυχή  της  και  η  προσευχή  έγινε  η  ζωή  της.

Γίνεται  και  το  πρώτο  της  θαύμα: ένα  ετοιμοθάνατο  κοριτσάκι, όταν  το  επισκέπτεται  και  το  σφίγγει  στην  αγκαλιά  της, αμέσως  ζωηρεύει, συνέρχεται, ενώ  του  ετοίμαζαν  τα  σχετικά  με  την  κηδεία  του.
Άρχισε  να  μιλάει  χαρούμενο, να  αγκαλιάζει  με  ευγνωμοσύνη  την  Αυγούστα  Θεοφανώ, να  περπατάει…

Το  θαύμα  διαδόθηκε  αστραπιαία  σ΄όλη  την  επικράτεια. Όλοι  μιλούν  για  την »αγία »αυτοκράτειρα…
Η  ίδια  όμως  μένει  ταπεινή, αν  και  βλέπει  και  συνομιλεί  με  αγίους.
Προπαντός  είναι  εσωτερικά  ήρεμη, χαρούμενη.

Και  δίνεται  ολόψυχα  στους  αναξιοπαθούντες. Φτωχούς, πεινασμένους, ανάπηρους, αρρώστους, ορφανά, χήρες, αθώους  κατάδικους, ξένους, χρεώστες, δούλους, πενθούντες.

Επισκέπτεται  νοσοκομεία, γηροκομεία, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, λεπροκομεία, πτωχοκομεία, φυλακές, ιδρύματα  όπου  στεγάζονται  παραστρατημένες  γυναίκες.

Και  πριν  πάει  σ΄οτιδήποτε  από  αυτά,   περνάει  απ τόν  τάφο  της  κόρης  της  και  πιάνει  κουβέντα  μαζί  της.   Τη  νιώθει  τόσο  κοντά.  Σαν  να  μην  έφυγε  ποτέ   μακριά  της.  Δεν  είναι  ψευδαίσθηση, αλλά  πραγματική  επικοινωνία, που  τη  γεμίζει  αγαλλίαση  πνευματική  και  χαριτωμένη  γλυκύτητα.
Και  ελπίδα  και  φως  και  ειρήνη.

Τελική  φάση  της  ζωής  της  η  αρρώστια  της.

Από  τις  εντάσεις  που  πέρασε  και  τις  θλίψεις  το  σώμα  της  εξαντλήθηκε, ενώ  η  ψυχή  της  εξαγνισμένη   ποθούσε  τον  ουρανό.

Και  ο  Θεός, τη  Θεοφανώ  που  »ενήθλησε  λαμπρώς»  και  επιτυχώς  πέρασε  όλες  τις  δοκιμασίες  της  στη  γη, την  καλεί  πλέον  οριστικά  κοντά  Του.

Η  Θεοφανώ  αρρωσταίνει  βαριά.

Το  νέο  μαθεύτηκε  στη  Βασιλεύουσα  ταχύτατα . Όλοι  συγκλονισμένοι  την  προσεύχονται. Όμως  η  αγαπημένη  Αυγούστα  ετοιμάζεται  με  σπουδή  για  το  αιώνιο  ταξίδι.

Βλέπει  τον  Κύριό  της  να  την  περιμένει  μέσα  σε  εκτυφλωτική  λαμπρότητα  κι  ένα  φως  τη  λούζει, ενώ  η  κορούλα  της  Ευδοκία  τής  εμφανίζεται  χαρούμενη  που  θα  ανταμώσουν  παντοτινά  εκεί  πάνω.

Κι  εκείνη  έτοιμη  γι΄αυτό  το  ξεκίνημα, δεν  ξεχνάει  να  ζητήσει  να  δει  το  Λέοντα.

Όταν  έρχεται,  τον  φιλάει, φιλάει  τα  χέρια  του, του  ζητάει  συγγνώμη  για  όποια  τυχόν  παράλειψή  της, του  εύχεται  καλή  συνέχεια  στο  έργο  του, του  δίνει  τη  συγγνώμη  της  που  την  πόνεσε  τόσο  πολύ  στη  ζωή  της  και  τον  παρακαλεί  να  φροντίσει  και  για  την  αιώνια  ψυχή  του, για  να  είναι  τουλάχιστον  εκεί…

Δεν  πρόλαβε  να  τελειώσει  το  λόγο  της…σαν  να  επρόκειτο  να  συμπληρώσει  αυτός  τη  συνέχεια  με  το  υπόλοιπο  της  ζωής  του. .

Η  Θεοφανώ  κοιμήθηκε  εν  Κυρίω. Ήταν  μόλις  31  ετών.
Το  πρόσωπό  της  έλαμπε  κι  όλη  ακτινοβολούσε  μια  υπερκόσμια  χάρη, ενώ  ο  Θεός  πιστοποιούσε  την  αγιότητά  της  αμέσως  με  θαύμα.

Την  ώρα  της  εκφοράς  της, ενώ  έξω  έκανε  τσουχτερό  κρύο  και  παγωνιά, όταν  ξεκίνησαν  για  το  ναό, ξαφνικά  βγήκε  ο  ήλιος, απλώθηκε  ζεστασιά  κι  όλοι  μπόρεσαν  να  τη  συνοδέψουν  με  προσευχές  και  δάκρυα. ΄
Μόλις  μπήκαν  στο  ναό,  ο  καιρός  έγινε  όπως  πριν.

Δε  μπορούσες  να  το  χαρακτηρίσεις  τυχαίο.
Άλλα  θαύματά  της  αναφέρει  ο  σύγχρονός  της  βιογράφος  Λέων  ο  Γραμματικός  και  μάλιστα  με  πρώτα  όσα  έγιναν  στο  άμεσο  περιβάλλον  του.

Διηγείται  ότι   θαυματουργούσε  η  αγία  σε  ανθρώπους  είτε  τοποθετώντας  πάνω  τους  την  εσάρπα  της  είτε  φορώντας  τό  από  ίασπι  δαχτυλίδι  της  είτε  με  το  να  τους  εμφανίζεται  και  να   ανταποκρίνεται  σ΄ό,τι  της  ζητούσαν.

Η   Θεοφανώ  τι  κι  αν  δεν  την  έριξαν  δήμιοι  στα  θηρία  να  την  κατασπαράξουν. Πέρασε  φρικτό  μαρτύριο,  ψυχικό  και  χρόνιο.
Άντεξε  χάρη  στην  πίστη  της  και  την  αγάπη  της  που  δε  γνώριζε  σύνορα  και  διακρίσεις.
Αλλά  και  χάρη  στην  υπομονή  της  πέρασε  στην  αιωνιότητα. .

Ας  είναι  παράδειγμα  για  όλους  μας  και  ιδιαίτερα  για  πολλές  και  πολλούς  συζύγους  σήμερα, που  σηκώνουν  το  δικό  τους  προσωπικό  βαρύ  σταυρό,  σαν  το  δικό  της.
Και  νομίζουμε  είναι  τόσοι  πολλοί.

Την  αγία  Θεοφανώ  η  Εκκλησία  μας  τη  γιορτάζει  στις  16  Δεκεμβρίου.
Να  έχουμε  την  πρεσβεία  της.
Αμήν

Ζιώγα  Κατερίνα
Εκπαιδευτικός