Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

« Κυράννα παθών και βασάνων κυρία φανείσ’απήλθεν εις Κύριον κυρίων…»



site analysis


« Κυράννα παθών και βασάνων κυρία φανείσ’απήλθεν εις Κύριον κυρίων…»

Βρισκόμαστε στην σκλαβωμένη Ελλάδα του 1751. Κάπου εκεί σ’ένα χωριουδάκι, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, στη Βυσσώκα (σημερινή Όσσα), ζεί μια οικογένεια. Δεν έχει βιός. Ο πατέρας εργάζεται τη γή, η μάνα τον παραστέκει. Μια κόρη, αυτή μοναδικός της θησαυρός. Η θερμή πίστη, η ολόψυχη αφοσίωση στον Θεό είναι βαθιά ριζωμένες στην καρδιά των γωνέων. Τούτη την πίστη την ανυπόκριτη εμπνέουν στον τρυφερό τους βλαστό. Η Κυράννα, έτσι ονομάζουν την Κόρη, είναι πλέον στο άνθος της νειότης της. Η έκφραση της γεμάτη καλοσύνη. Η αγάπη της υπέραγνη στον Χριστό και τους γύρω της. Γνέθει, υφαίνει, πλέκει κι όλο ετοιμάζει τα προικιά της. Ώρα την ώρα περιμένει το μελλοντικό της σύντροφο. Θα τον φαντάζεται έναν ευγενικό νέο με ζέουσα πίστη, με αγνή κι ηρωική ψυχή, άξιο για την αρμονική ένωση των δύο ψυχών με θεμέλιον Εκείνον, που « άλλον ουδείς δύναται θείναι».
Κάποιος μια ημέρα εμφανίζεται. Γνώριμη μορφή : ο σούμπασης, ο φοροεισπράκτορας του χωριού. Τι να ζητά άραγε; Το φόρο τον εισπράτει. Τι να ζητά; Την απορία την λύει ο ίδιος. « Ζητώ την θυγατέρα σου», λέγει της μάνας. Υπόσχεται στην κοπέλα πλούτη, δόξες, μεγαλεία..

Η απάντηση είναι σκληρή για το γενίτσαρο: Όχι. Έρχεται κατόπιν απειλητικός. Τρίζει τα δόντια του. Οι γονείς κλονίζονται. Να γίνει γαμπρός τους ένας αντίχρηστος! Αυτό ούτε να το φαντασθούν ποτέ. Οι απειλές εντείνονται.Υποχωρούν, παρακαλούν, καθικετεύουν την παρθένο να ενδώση, να δεχθή. Μάταιος κόπος. Η μεγάλη απόφαση έχει παρθή.
«Χριστιανή γεννήθηκα, Χριστιανή θα αποθάνω». Ο αγαρηνός διψά για εκδίκηση. Ουρλιάζει σαν θεριό, θα ξεπλύνη την προσβολή. Τον καίει σατανικός έρωτας. Θα την κάνη δική του. Ποιος τον εμποδίζει άλλωστε; Τα πάντα βρίσκονται στη διάθεση του κατακτητού. Είναι αφέντης και αυτή σκλάβα. Την αρπάζει βίαια και την οδηγεί στην Θεσσαλονίκη. Της υπόσχεται μεγαλεία και δόξες, της υπόσχεται πολλά, μια παίρνει πάντα την ίδια απάντηση: Όχι.
Την φέρνει μπρός στον Κριτή. Λέει πως τάχα τον θέλει άνδρα της, ακόμα πως και την πίστη της αρνιέται…
Η κόρη στέκει ατάραχη. Η όψη της δεν χάνει τίποτε από τη φαιδρότητα της, ενώ οι λέξεις αργά και σταθερά βγαίνουν από τα χείλη της: Εγώ είμαι Χριστιανή. Έχω νυμφίο τον Χριστό, τον Κύριο μου, στον οποίο προσφέρω σαν προίκα την αγνότητα μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ από τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι έτοιμη για την αγάπη Του να χύσσω το αίμα μου, για ν’ αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε την απόκριση μου και μην περιμένετε πλέον από εμένα άλλο λόγο.
Αυτές ήταν οι ύστατες λέξεις που πρόφεραν τα χείλη της Αγίας. Έγειρε κατόπιν την κεφαλήν της αισχυνόμενη να βλέπη και τα πρόσωπα ακόμη των απίστων.
Αντικρύζει κατάματα τη θυσία. ΕΚΕΙΝΟΣ στον οποίο πιστεύει πρώτος ανέβηκε το Γολγοθά, κι ύστερα εκατομμύρια μάρτυρες Του σήκωσαν το Σταυρό του Μαρτυρίου. Αυτή πιστή του Ναζωραίου, δεν θα διστάση να Τον ακολουθήση.
Τα βαριά σίδερα της φυλακής σημαίνουν τα δικό της Γολγοθά.
Ο γενίτσαρος κοχλάζει από το πάθος του. Πρέπει να εκδικηθεί. Βρίσκει κάποιον που μπορεί να τον βοηθήσει σε αυτό. Είναι ο Αλή μπέης. Έχει θέση σημαίνουσα. Προστάζει λοιπόν το δεσμοφύλακα της φυλακής να μπαίνουν ελεύθερα ο αγαρηνός με την συντροφιά του. Οι βασανιστές συχνά – πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους στο δεσμωτήριο. Παριστάνουν πότε τον κόλακα και πότε εκδηλώνουν όλη τους την κτηνωδία, όταν πείθωνται για την αμετάκλητη απόφαση της Αγίας. Τότε άλλοι με ξύλα και με μαστίγια και άλλοι με γρόνθους και με κλωτσιές χτυπούν αλύπητα την παρθένο, ύστερα την εγκαταλείπουν μισοπεθαμένη. Ο δεσμοφύλακας, ένας μοχθηρός και απαίσιος άνθρωπος, διαδέχεται τη συντροφιά στο ρόλο του βασανιστού.
Κρεμά την ετοιμοθάνατη Αγία, αλυσοδεμένη καθώς είναι, από τις μασχάλες κι ανελέητα την χτυπά με ότι αντικείμενο βρίσκει μπροστά του, μέχρι να αποκάμη. Κρεμασμένη έτσι, την αφήνει στη ψυχρή φυλακή, μέσα στις παγωμένες νύχτες του Φλεβάρη, το έτος 1751.
Κανένα όμως παράπονο δεν εκφράζει. Καμιά κατάρα δεν εκστομίζει. Την εμπνέει Εκείνος για τον οποίο πάσχει, Εκείνος που για τους σταυρωτές του παρακαλούσε : « Πάτερ άφες αυτοίς ου γάρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσες φορές θα ψιθύρισε λόγια σαν αυτά του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου : « Κύριε μην τους καταλογίσης αυτή τους την αμαρτία…»! Νομίζει κανείς πως δεν πάσχει αυτή. Να, το πρόσωπο της λάμπει σαν αγγελικό. Νιώθει πως είναι ψηλά κοντά στον Νυμφίο.
Στην φυλακή βρίσκεται και κάποιος χριστιανός. Θεατής όλων αυτών των συνταρακτικών γεγονότων. Παίρνει το θάρρος και παρουσιάζεται στο δεσμοφύλακα. Τον ημερώνει και τον γαληνεύει και του αποσπά την άδεια να κατεβάσει την κρεμασμένη Αγία. Μόλις αντικρύζουν οι άλλοι συγκρατούμενοι το φρικτό θέαμα αρχίζουν να ελέγχουν τον δεσμοφύλακα για την ασπλαχνία του. Ανάμεσα του Εβραίοι, Τούρκοι και Τουρκάλες. Οι βασανιστές ανησυχούν. Μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο από την πόρτα της φυλακής. Στέλνουν αρνησίθρησκες γυναίκες να την πείσουν να αλλάξη την πίστη της, όπως έπραξαν και οι ίδιες.

Άδικος κόπος.

Η Αγία Κυράννα προσεύχεται αδιάλειπτα. Προσεύχεται ακόμη και για τους δημίους της. Εκείνοι φέρονται σαν δαιμονισμένοι. Φουντώνει η μανία τους, μπροστά στο θάρρος της παρθένου κόρης. Ορμούν ως ατίθασα τέρατα στην ετοιμοθάνατη Αγία. Τώρα διαβλέπουν το γρήγορο θάνατό της. Έτσι θα κορέσουν τα εκδικητικά τους αισθήματα και θα διασκεδάσουν.
Ο χριστιανός σκέφτεται πώς κάτι μπορεί να κάνει. Απειλεί τον δεσμοφύλακα, οτί θα τον καταγγείλει στον πασά, πως επιτρέπει σε ανθρώπους που δεν έχουν καμιά εργασία, να πηγαινοέρχονται στη φυλακή;
Νάσου όμως πάλι οι γενίτσαροι! Βρίσκουν την πόρτα της φυλακής κλειστή. Δεν χάνουν καιρό, αναφέρονται στο μεγάλο τους προστάτη, τον Αλή μπέη. Αυτός με τη σειρά του καλεί τον δεσμοφύλακα και τον επιπλήττει δριμύτατα.
Ο δεσμοφύλακας αφρίζει από το θυμό του. Επιστρέφει έξαλλος στο δεσμωτήριο. Αρπάζει την ετοιμοθάνατη Αγία, την κρέμα κι αρχίζει ασυναίσθητα να την δέρνη με μια σχίζα που βρίσκεται μπρός του.
Η δύστυχής παρθένος δεν λέγει ούτε λέξη, σαν να πονά άλλη κι όχι αυτή. Είναι τόση η βαρβαρότητα του, οι συγκρατούμενοι ταράσσονται, εξεγείρονται, βάζουν τις φωνές. Ο δήμιος χόρτασε…
Αφήνει την Αγία για να απολαύσει τον καφέ που πρόσταξε να του ετοιμάσουν. Ο χριστιανός βρίσκει την ευκαιρία να τον παρατηρήση για την σκληρότητά που έδειξε σ’ ένα τόσο αθώο πλάσμα. Ο άπιστος συνέρχεται, αρχίζει να συναισθάνεται κάπως. Πέφτει κατόπιν μπρούμητα και κλαίει από την ντροπή σαν μικρό παιδί…
Αιφνής ένα εκτυφλωτικό φώς περιβάλλει τη μάρτυρα. Η λάμψη πλημμύρισε τη φυλακή λες και μπήκε μέσα όλος ο ήλιος. Ήταν δεν ήταν τούτη τη στιγμή η ώρα 10 το βράδυ. Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, φώς, φώς γέμισε το δεσμωτήριο. Κραυγές δέους ακούονται τότε από τους συγκρατουμένους. Οι Εβραίοι πέφτουν μπούμητα για να μη βλέπουν το φώς. Οι Τουρκάλες βγάζουν τρεμάμενες φωνές, ω!ω! το κρίμα της φτωχής ρωμηάς έπεσε ως αστραπή να μας κάψη.
Ο δεσμοφύλακας τρέμει σύγκορμος σαν το φύλλο από το φόβο του. Παραγγέλνει στο χριστιανό να την ξεκρεμάση. Δεν την προλαβαίνει όμως. Η μάρτυς δεν υπάρχει πιά. Η νύμφη του Κυρίου πέταξε ψηλά κοντά στο Νυμφίο πολύ τόσο πόθησε. Το φώς έφυγε και μια άρρητη θεία ευωδία διαχύθηκε για αρκετή ώρα. Ο χριστιανός ξεκρέμασε ευλαβικά το σεπτό της σκήνωμα. Άναψε μερικά κεριά και το θυμίασε. ‘Εντρομοι οι Τούρκοι μάθαιναν την επομένη το θαύμα. Οι χριστιανοί με άδεια της τουρκικής αρχής έθαψαν το άγιο σώμα έξω από την πόλη.
Το 1868 στήθηκε στη γενέτειρα της Αγίας Κυράννας ένας μεγαλοπρεπής ναός, αφιερωμένος σε εκείνη που διάλεξε τη θυσία στο βωμό της πίστης, αντί τις δόξες και τα μεγαλεία που πλούσια της πρόσφερε η απιστία.
Να τι διασώζει η παράδοση γύρω από την ανέγερση της Εκκλησίας.

Ένα φώς κόκκινο από την τοποθεσία « Παλιό Κουρί» έκανε τρείς γύρους κάθε βράδυ εκεί οπού σήμερα υψώνεται ο ναός. Το φώς το έβλεπαν μόνον οι χριστιανοί. Το ίδιο χρονικό διάστημα η Αγία παρουσιαζόταν στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Κ.Τζιώρτζη κάθε νύκτα ζητώντας του να παραχωρήση τον τόπο να κτίσθη η Εκκλησία, ενώ η εικόνα της με αναμμένο καντηλάκι εμφανιζόταν κάπου στο σπίτι του. Ύστερα από ιδιοτελείς δισταγμούς ( θα έχανε το οικόπεδο) και αρκετά φαινόμενα, ο Τζιώρτζης, σε συνδιασμό και με το φώς που εμφανιζόταν, αναφέρει στην επιτροπή τα γινόμενα. Έτσι αποφασίζεται η ανέγερση του ναού, μέσα σε μια συγκινητική εξόρμηση μικρών και μεγάλων Βυσσωκινών και μη ( όπως δείχνει το σημειωματάριο που πρόσφατα βρέθηκε).
Σήμερα σεμνοπρεπώς υψώνεται ο ναός της Αγίας και πάμπολλοι είναι οι προσκυνητές. Αλήθεια! Εκείνη πρόσφερε τη ζωή της για Χριστό. Σήμερα δεν ζητεί από μας ο Κύριος να πεθάνουμε γι’ Αυτόν μας καλεί να ζήσουμε γι’ Αυτόν.
Είναι η μικρότερη προσφορά από μας, κι η μεγαλύτερη τιμή για την Αγία που γιορτάζουμε.

Τι λέτε, θα το αρνηθούμε; 
Πηγή 

γία Κυράννα

« Κυράννα παθών και βασάνων κυρία φανείσ’απήλθεν εις Κύριον κυρίων…»

Βρισκόμαστε στην σκλαβωμένη Ελλάδα του 1751. Κάπου εκεί σ’ένα χωριουδάκι, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, στη Βυσσώκα (σημερινή Όσσα), ζεί μια οικογένεια. Δεν έχει βιός. Ο πατέρας εργάζεται τη γή, η μάνα τον παραστέκει. Μια κόρη, αυτή μοναδικός της θησαυρός. Η θερμή πίστη, η ολόψυχη αφοσίωση στον Θεό είναι βαθιά ριζωμένες στην καρδιά των γωνέων. Τούτη την πίστη την ανυπόκριτη εμπνέουν στον τρυφερό τους βλαστό. Η Κυράννα, έτσι ονομάζουν την Κόρη, είναι πλέον στο άνθος της νειότης της. Η έκφραση της γεμάτη καλοσύνη. Η αγάπη της υπέραγνη στον Χριστό και τους γύρω της. Γνέθει, υφαίνει, πλέκει κι όλο ετοιμάζει τα προικιά της. Ώρα την ώρα περιμένει το μελλοντικό της σύντροφο. Θα τον φαντάζεται έναν ευγενικό νέο με ζέουσα πίστη, με αγνή κι ηρωική ψυχή, άξιο για την αρμονική ένωση των δύο ψυχών με θεμέλιον Εκείνον, που « άλλον ουδείς δύναται θείναι».
Κάποιος μια ημέρα εμφανίζεται. Γνώριμη μορφή : ο σούμπασης, ο φοροεισπράκτορας του χωριού. Τι να ζητά άραγε; Το φόρο τον εισπράτει. Τι να ζητά; Την απορία την λύει ο ίδιος. « Ζητώ την θυγατέρα σου», λέγει της μάνας. Υπόσχεται στην κοπέλα πλούτη, δόξες, μεγαλεία..

Η απάντηση είναι σκληρή για το γενίτσαρο: Όχι. Έρχεται κατόπιν απειλητικός. Τρίζει τα δόντια του. Οι γονείς κλονίζονται. Να γίνει γαμπρός τους ένας αντίχρηστος! Αυτό ούτε να το φαντασθούν ποτέ. Οι απειλές εντείνονται.Υποχωρούν, παρακαλούν, καθικετεύουν την παρθένο να ενδώση, να δεχθή. Μάταιος κόπος. Η μεγάλη απόφαση έχει παρθή.
«Χριστιανή γεννήθηκα, Χριστιανή θα αποθάνω».

Ο αγαρηνός διψά για εκδίκηση. Ουρλιάζει σαν θεριό, θα ξεπλύνη την προσβολή. Τον καίει σατανικός έρωτας. Θα την κάνη δική του. Ποιος τον εμποδίζει άλλωστε; Τα πάντα βρίσκονται στη διάθεση του κατακτητού. Είναι αφέντης και αυτή σκλάβα. Την αρπάζει βίαια και την οδηγεί στην Θεσσαλονίκη. Της υπόσχεται μεγαλεία και δόξες, της υπόσχεται πολλά, μια παίρνει πάντα την ίδια απάντηση: Όχι.

Την φέρνει μπρός στον Κριτή. Λέει πως τάχα τον θέλει άνδρα της, ακόμα πως και την πίστη της αρνιέται…

Η κόρη στέκει ατάραχη. Η όψη της δεν χάνει τίποτε από τη φαιδρότητα της, ενώ οι λέξεις αργά και σταθερά βγαίνουν από τα χείλη της: Εγώ είμαι Χριστιανή. Έχω νυμφίο τον Χριστό, τον Κύριο μου, στον οποίο προσφέρω σαν προίκα την αγνότητα μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ από τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι έτοιμη για την αγάπη Του να χύσσω το αίμα μου, για ν’ αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε την απόκριση μου και μην περιμένετε πλέον από εμένα άλλο λόγο.

Αυτές ήταν οι ύστατες λέξεις που πρόφεραν τα χείλη της Αγίας. Έγειρε κατόπιν την κεφαλήν της αισχυνόμενη να βλέπη και τα πρόσωπα ακόμη των απίστων.

Αντικρύζει κατάματα τη θυσία. ΕΚΕΙΝΟΣ στον οποίο πιστεύει πρώτος ανέβηκε το Γολγοθά, κι ύστερα εκατομμύρια μάρτυρες Του σήκωσαν το Σταυρό του Μαρτυρίου. Αυτή πιστή του Ναζωραίου, δεν θα διστάση να Τον ακολουθήση.

Τα βαριά σίδερα της φυλακής σημαίνουν τα δικό της Γολγοθά.

Ο γενίτσαρος κοχλάζει από το πάθος του. Πρέπει να εκδικηθεί. Βρίσκει κάποιον που μπορεί να τον βοηθήσει σε αυτό. Είναι ο Αλή μπέης. Έχει θέση σημαίνουσα. Προστάζει λοιπόν το δεσμοφύλακα της φυλακής να μπαίνουν ελεύθερα ο αγαρηνός με την συντροφιά του. Οι βασανιστές συχνά – πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους στο δεσμωτήριο. Παριστάνουν πότε τον κόλακα και πότε εκδηλώνουν όλη τους την κτηνωδία, όταν πείθωνται για την αμετάκλητη απόφαση της Αγίας. Τότε άλλοι με ξύλα και με μαστίγια και άλλοι με γρόνθους και με κλωτσιές χτυπούν αλύπητα την παρθένο, ύστερα την εγκαταλείπουν μισοπεθαμένη. Ο δεσμοφύλακας, ένας μοχθηρός και απαίσιος άνθρωπος, διαδέχεται τη συντροφιά στο ρόλο του βασανιστού.
Κρεμά την ετοιμοθάνατη Αγία, αλυσοδεμένη καθώς είναι, από τις μασχάλες κι ανελέητα την χτυπά με ότι αντικείμενο βρίσκει μπροστά του, μέχρι να αποκάμη. Κρεμασμένη έτσι, την αφήνει στη ψυχρή φυλακή, μέσα στις παγωμένες νύχτες του Φλεβάρη, το έτος 1751.

Κανένα όμως παράπονο δεν εκφράζει. Καμιά κατάρα δεν εκστομίζει. Την εμπνέει Εκείνος για τον οποίο πάσχει, Εκείνος που για τους σταυρωτές του παρακαλούσε : « Πάτερ άφες αυτοίς ου γάρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσες φορές θα ψιθύρισε λόγια σαν αυτά του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου : « Κύριε μην τους καταλογίσης αυτή τους την αμαρτία…»! Νομίζει κανείς πως δεν πάσχει αυτή. Να, το πρόσωπο της λάμπει σαν αγγελικό. Νιώθει πως είναι ψηλά κοντά στον Νυμφίο.

Στην φυλακή βρίσκεται και κάποιος χριστιανός. Θεατής όλων αυτών των συνταρακτικών γεγονότων. Παίρνει το θάρρος και παρουσιάζεται στο δεσμοφύλακα. Τον ημερώνει και τον γαληνεύει και του αποσπά την άδεια να κατεβάσει την κρεμασμένη Αγία. Μόλις αντικρύζουν οι άλλοι συγκρατούμενοι το φρικτό θέαμα αρχίζουν να ελέγχουν τον δεσμοφύλακα για την ασπλαχνία του. Ανάμεσα του Εβραίοι, Τούρκοι και Τουρκάλες. Οι βασανιστές ανησυχούν. Μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο από την πόρτα της φυλακής. Στέλνουν αρνησίθρησκες γυναίκες να την πείσουν να αλλάξη την πίστη της, όπως έπραξαν και οι ίδιες.

Άδικος κόπος.

Η Αγία Κυράννα προσεύχεται αδιάλειπτα. Προσεύχεται ακόμη και για τους δημίους της. Εκείνοι φέρονται σαν δαιμονισμένοι. Φουντώνει η μανία τους, μπροστά στο θάρρος της παρθένου κόρης. Ορμούν ως ατίθασα τέρατα στην ετοιμοθάνατη Αγία. Τώρα διαβλέπουν το γρήγορο θάνατό της. Έτσι θα κορέσουν τα εκδικητικά τους αισθήματα και θα διασκεδάσουν.
Ο χριστιανός σκέφτεται πώς κάτι μπορεί να κάνει. Απειλεί τον δεσμοφύλακα, οτί θα τον καταγγείλει στον πασά, πως επιτρέπει σε ανθρώπους που δεν έχουν καμιά εργασία, να πηγαινοέρχονται στη φυλακή;

Νάσου όμως πάλι οι γενίτσαροι! Βρίσκουν την πόρτα της φυλακής κλειστή. Δεν χάνουν καιρό, αναφέρονται στο μεγάλο τους προστάτη, τον Αλή μπέη. Αυτός με τη σειρά του καλεί τον δεσμοφύλακα και τον επιπλήττει δριμύτατα.

Ο δεσμοφύλακας αφρίζει από το θυμό του. Επιστρέφει έξαλλος στο δεσμωτήριο. Αρπάζει την ετοιμοθάνατη Αγία, την κρέμα κι αρχίζει ασυναίσθητα να την δέρνη με μια σχίζα που βρίσκεται μπρός του.

Η δύστυχής παρθένος δεν λέγει ούτε λέξη, σαν να πονά άλλη κι όχι αυτή. Είναι τόση η βαρβαρότητα του, οι συγκρατούμενοι ταράσσονται, εξεγείρονται, βάζουν τις φωνές. Ο δήμιος χόρτασε…

Αφήνει την Αγία για να απολαύσει τον καφέ που πρόσταξε να του ετοιμάσουν. Ο χριστιανός βρίσκει την ευκαιρία να τον παρατηρήση για την σκληρότητά που έδειξε σ’ ένα τόσο αθώο πλάσμα. Ο άπιστος συνέρχεται, αρχίζει να συναισθάνεται κάπως. Πέφτει κατόπιν μπρούμητα και κλαίει από την ντροπή σαν μικρό παιδί…
Αιφνής ένα εκτυφλωτικό φώς περιβάλλει τη μάρτυρα. Η λάμψη πλημμύρισε τη φυλακή λες και μπήκε μέσα όλος ο ήλιος. Ήταν δεν ήταν τούτη τη στιγμή η ώρα 10 το βράδυ. Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, φώς, φώς γέμισε το δεσμωτήριο. Κραυγές δέους ακούονται τότε από τους συγκρατουμένους. Οι Εβραίοι πέφτουν μπούμητα για να μη βλέπουν το φώς. Οι Τουρκάλες βγάζουν τρεμάμενες φωνές, ω!ω! το κρίμα της φτωχής ρωμηάς έπεσε ως αστραπή να μας κάψη.

Ο δεσμοφύλακας τρέμει σύγκορμος σαν το φύλλο από το φόβο του. Παραγγέλνει στο χριστιανό να την ξεκρεμάση. Δεν την προλαβαίνει όμως. Η μάρτυς δεν υπάρχει πιά. Η νύμφη του Κυρίου πέταξε ψηλά κοντά στο Νυμφίο πολύ τόσο πόθησε. Το φώς έφυγε και μια άρρητη θεία ευωδία διαχύθηκε για αρκετή ώρα. Ο χριστιανός ξεκρέμασε ευλαβικά το σεπτό της σκήνωμα. Άναψε μερικά κεριά και το θυμίασε. ‘Εντρομοι οι Τούρκοι μάθαιναν την επομένη το θαύμα. Οι χριστιανοί με άδεια της τουρκικής αρχής έθαψαν το άγιο σώμα έξω από την πόλη.

Το 1868 στήθηκε στη γενέτειρα της Αγίας Κυράννας ένας μεγαλοπρεπής ναός, αφιερωμένος σε εκείνη που διάλεξε τη θυσία στο βωμό της πίστης, αντί τις δόξες και τα μεγαλεία που πλούσια της πρόσφερε η απιστία.

Να τι διασώζει η παράδοση γύρω από την ανέγερση της Εκκλησίας.

Ένα φώς κόκκινο από την τοποθεσία « Παλιό Κουρί» έκανε τρείς γύρους κάθε βράδυ εκεί οπού σήμερα υψώνεται ο ναός. Το φώς το έβλεπαν μόνον οι χριστιανοί. Το ίδιο χρονικό διάστημα η Αγία παρουσιαζόταν στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Κ.Τζιώρτζη κάθε νύκτα ζητώντας του να παραχωρήση τον τόπο να κτίσθη η Εκκλησία, ενώ η εικόνα της με αναμμένο καντηλάκι εμφανιζόταν κάπου στο σπίτι του. Ύστερα από ιδιοτελείς δισταγμούς ( θα έχανε το οικόπεδο) και αρκετά φαινόμενα, ο Τζιώρτζης, σε συνδιασμό και με το φώς που εμφανιζόταν, αναφέρει στην επιτροπή τα γινόμενα. Έτσι αποφασίζεται η ανέγερση του ναού, μέσα σε μια συγκινητική εξόρμηση μικρών και μεγάλων Βυσσωκινών και μη ( όπως δείχνει το σημειωματάριο που πρόσφατα βρέθηκε).

Σήμερα σεμνοπρεπώς υψώνεται ο ναός της Αγίας και πάμπολλοι είναι οι προσκυνητές. Αλήθεια! Εκείνη πρόσφερε τη ζωή της για Χριστό. Σήμερα δεν ζητεί από μας ο Κύριος να πεθάνουμε γι’ Αυτόν μας καλεί να ζήσουμε γι’ Αυτόν.

Είναι η μικρότερη προσφορά από μας, κι η μεγαλύτερη τιμή για την Αγία που γιορτάζουμε.

Τι λέτε, θα το αρνηθούμε;

Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών (1 Μαρτίου)



site analysis



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Η οσία Ευδοκία ήταν από την Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας της Φοινίκης, κατά τους καιρούς της βασιλείας του Τραϊανού, που έζησε πρώτα ακόλαστη ζωή, παρασύροντας πολλούς εραστές με την ομορφιά της και μαζεύοντας πολύ πλούτο. Ύστερα όμως προσήλθε στον Χριστό, όταν άκουσε κάποιο μοναχό Γερμανό στο όνομα, ο οποίος κήρυσσε λόγους ευσεβείας και μετανοίας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον επίσκοπο Θεόδοτο, καθώς πείστηκε σε θείες αποκαλύψεις. Διότι της φάνηκε ότι ανήλθε στους ουρανούς, σαν να είχε βγει από τον εαυτό της και καθοδηγείτο από άγγελο, και ότι οι άγγελοι τη συνέχαιραν για την επιστροφή της, όπως και ότι κάποιος μαύρος και φοβερός στην όψη βρυχιόταν και κραύγαζε ότι τάχα αδικείται, αν του την έπαιρναν.
Η Ευδοκία λοιπόν μοίρασε τον πλούτο της, τον έδωσε σε πτωχούς και πήγε σε μοναστήρι. Εκεί ζούσε τον δρόμο της ασκήσεως θεάρεστα, έως ότου οι πρώην εραστές της την κατήγγειλαν και την οδήγησαν στον Αυρηλιανό, που είχε τότε ανέβει στον βασιλικό θρόνο. Όταν όμως θαυματούργησε και ανέστησε τον υιό του βασιλιά που είχε πεθάνει, οδήγησε και τον βασιλιά στην πίστη του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια δικάζεται από τον Διογένη τον ηγεμόνα της Ηλιούπολης, αλλά καθώς θαυματούργησε και πάλι, ελευθερώνεται. Τέλος ο Βικέντιος, που διαδέχτηκε τον Διογένη, έδωσε διαταγή και την έκοψαν το κεφάλι».

Η αγία Ευδοκία αποτελεί τύπο και σύμβολο της δύναμης της μετανοίας, όπως και άλλες μεγάλες άγιες της Εκκλησίας μας, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία για παράδειγμα. Και θα ‘λεγε κανείς ότι όπως η Εκκλησία μας προβάλλει στο τέλος της Σαρακοστής την οσία Μαρία, για να δώσει θάρρος στους ραθύμους, ώστε, έστω και την τελευταία στιγμή, να μετανοήσουν – ο Κύριος έχει πει δέχεται τον εργάτη της τελευταίας ώρας όπως τον εργάτη της πρώτης, αρκεί να μην υπάρχει πονηρία μετάθεσης της ώρας της μετάνοιας – έτσι και τώρα, ήδη στην αρχή της Σαρακοστής, δίνει ισχυρή ώθηση μετανοίας, με την ευκαιρία της μνήμης της συγκεκριμένης οσίας. Διότι και αυτή, σαν την πόρνη του Ευαγγελίου που ο Κύριος συγχώρησε λόγω της μετανοίας της, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία που είπαμε, ενώ η ζωή της ήταν βουτηγμένη στην ασωτία, ευθύς ως άκουσε λόγο πίστεως και μετανοίας, πίστεψε κι άλλαξε τρόπο ζωής τόσο, ώστε να γίνει καλόγρια, να κάνει θαύματα, να δώσει και την ίδια τη ζωή της προς χάρη του Κυρίου της.
Ο υμνογράφος μάλιστα Ιωάννης ο μοναχός, στο Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της ακολουθίας της, κινούμενος στα χνάρια της ποιητικής έμπνευσης της αγίας υμνογράφου Κασσιανής, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ίδιες εκφράσεις, μας φέρνει ενώπιον του μεγαλείου της καρδιακής συντριβής της: «Άφησε τα ωραία και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, σήκωσε τον σταυρό στους ώμους της και προσήλθε να σε νυμφευθεί, Χριστέ. Και με θρηνητικά δάκρυα φώναζε: Μη με απορρίψεις την πόρνη, συ που καθαρίζεις τους ασώτους. Μη περιφρονήσεις τα δάκρυα που χύνω για τις φοβερές αμαρτίες μου. Αλλά δέξου με, όπως την πόρνη εκείνη που σου πρόσφερε το μύρο, και να ακούσω κι εγώ: η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στον δρόμο της ειρήνης» («Καταλιπούσα τα τερπνά και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, και τον σταυρόν αραμένη επ’ ώμων, προσήλθε του νυμφευθήναί σοι, Χριστέ, και σηυν οιμωγαίς δακρύων εβόα∙ Μη με την πόρνης απορρίψης, ο ασώτους καθαίρων∙ μη μου τα δάκρυα παρίδης των δεινών οφλημάτων∙ αλλά δέξαι με, ώσπερ την πόρνην εκείνην, την το μύρον σοι προσενέγκασαν, και ακούσω καγώ∙ η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην»). Ο υμνογράφος πράγματι μας κατανύσσει περιγράφοντας τον εσωτερικό αγώνα της οσίας Ευδοκίας και μας ανάγει στην πνευματική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, τότε που το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, αιρόμενοι στα φτερά της ποίησης της αγίας Κασσιανής, γινόμαστε μέτοχοι και εμείς της συντριβής της γυναίκας εκείνης του Ευαγγελίου, που έλουσε με τα δάκρυα της αγάπης της τα πόδια του Κυρίου. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό στον Ιωάννη τον μοναχό, τον άγιο υμνογράφο.
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας βέβαια μας τονίζουν και άλλες όψεις της αγιασμένης ζωής της οσιομάρτυρος. Κι αξίζει κανείς πρώτον να σταθεί στο πώς η οσία μπόρεσε να ξεπεράσει την παθολογική στροφή της στα αμαρτωλά πάθη της. Μας λέει λοιπόν ότι μόνο η δύναμη της αγάπης του Χριστού ήταν εκείνη που της έδωσε τη δύναμη. Με άλλα λόγια, κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πάθη του και τη γοητεία που ασκεί ο αμαρτωλός κόσμος πάνω σ’ αυτά, αν δεν υπάρξει η μεγαλύτερη δύναμη ελευθερίας στον κόσμο, η δύναμη και η αγάπη του Χριστού. «Προτίμησες, Ευδοκία, τον σεμνό Νυμφίο Χριστό, αντί της αγάπης των εραστών που φθείρουν την ψυχή, και απόθεσες τον εαυτό σου στον άφθαρτο έρωτά Του» («Αγάπης εραστών των φθαρτικών σεμνόν προτιμήσασα Νυμφίον, τω έρωτι, Ευδοκία, τω αφθάρτω επανέθου σαυτήν») (ωδή ς΄). Και δεύτερον, ο υμνογράφος μας παραλληλίζει την οσία, λόγω της καταγωγής της από τη Σαμάρεια, με τη Σαμαρείτιδα του Ευαγγελίου του αγίου Ιωάννου, τη μετέπειτα αγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή. Για να πει: «η Σαμαρείτις Ευδοκία δεν σου πρόσφερε, Σωτήρα Κύριε, νερό, σαν εκείνην του Ευαγγελίου παρά το φρέαρ του Ιακώβ, αλλά το αίμα της που έρρευσε από τον τράχηλό της, όταν αποκόπηκε για χάρη Σου η αγία κεφαλή της» («Η Σαμαρείτις ουχ ύδωρ Ευδοκία, αλλ’ αίμα, Σώτερ, εκ τραχήλου σοι φέρει») (στίχοι κοντακίου). Πράγματι: δεν υπάρχει ανώτερο δώρο προς τον Χριστό από την προσφορά του ίδιου μας του εαυτού. Διότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί αντιδώρου, αφού Εκείνος πρώτος μας πρόσφερε ως δώρο το δικό Του αίμα. Όταν Εκείνος μας τα έχει δώσει όλα, δεν μπορούμε εμείς να κινηθούμε σε μικρότερη κλίμακα. Απλώς το γνωρίζουμε: η προσφορά η δική μας γίνεται με τη χάρη και πάλι Εκείνου και κατανοείται ως συμμετοχή στη δική Του θυσία. 

Ακολουθείν

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Σαμαρείτιδα Φωτεινή και η συνάντηση που της άλλαξε τη ζωή .



site analysis




"Η συνάντηση αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την ταλαιπωρημένη γυναίκα. 
Ο Χριστός συναντάται με όλο τον ξεπεσμένο κόσμο, ακόμη και τον σημερινό. Δεν ξεσυνερίζεται, δεν απορρίπτει και αποδιώχνει κανένα. Θέλει να επικοινωνήσει με όλους, ακόμη και τους πιο παρακατιανούς. Ο Χριστός, το είπε, κυρίως ήλθε για τους αμαρτωλούς. Αρκεί να τον δεχθούν, να του ανοίξουν τα φύλλα της κλειστής καρδιάς τους. Δεν ζητά κάτι το πολύ. Λίγο νερό. Κάτι ελάχιστο, για να γίνει αφορμή εξόδου από το κλουβί της αυτοφυλάκισής μας. 
Η Σαμαρείτιδα στην αρχή είναι αρκετά επιφυλακτική. Είναι δέσμια λαθεμένων απόψεων, φανατικών ιδεών, χρόνιων προκαταλήψεων και ως εκ τούτου εγκλωβισμένη, παγιδευμένη, μπλοκαρισμένη και καχύποπτη. Αδυνατεί να δώσει, κατά την παράδοσή της, νερό σ’ έναν Ιουδαίο, σ’ έναν εχθρό. Ο Χριστός δεν είναι αλήθεια πως διψά πολύ για νερό. Διψά για απελευθέρωση της ταλαιπωρημένης συνομιλήτριάς του. Η συζήτηση αρχίζει να γίνεται συναρπαστική και αποκαλυπτική. 
Ο Χριστός δεν επιθυμεί να την εκθέσει, να την ντροπιάσει, να της στραπατσάρει την προσωπικότητα. Αντίθετα, μάλιστα, τη λυπάται που πέντε φορές προσπάθησε να βρει αγάπη, να δημιουργήσει οικογένεια και δεν τα κατάφερε. Η Σαμαρείτιδα δεν αντιδρά, δεν νευριάζει, δεν δικαιολογείται, αλλά ταπεινώνεται, μετανοεί, παραδέχεται την ήττα της. Αποδέχεται τον Ιησού ως προφήτη μέγα, καρδιογνώστη και θαυματοδότη. Ο Χριστός τής εμπιστεύεται ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η Σαμαρείτιδα σώθηκε, γέμισε από χαρά αληθινή για πρώτη φορά στην ταραγμένη ζωή της. 
Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν καμιά σπουδαία γυναίκα. Ήταν μια όχι και τόσο καλής φήμης γυναίκα και ως εκ τούτου καταφρονεμένη. Συγκαταβαίνει ο Σωτήρας στην ανθρώπινη αθλιότητα, τον ξεπεσμό, την αήθεια. Καθαρίζει, φωτίζει, υιοθετεί και διορθώνει την ανθρώπινη αδυναμία. Η συζήτηση με τον Ιησού θα λέγαμε ξεναρκώνει τη Σαμαρείτιδα και της θυμίζει την παιδική της αθωότητα. Της εμπιστεύεται μάλιστα ο Χριστός σπάνιες και υψηλές αλήθειες. Η Σαμαρείτιδα ήταν μια φεμινίστρια της εποχής της. Θα τη διευκόλυνε μάλιστα το πολυσυζητημένο συμβόλαιο ελεύθερης συμβίωσης. Η Σαμαρείτιδα όμως μετά την εξαίσια συζήτηση με τον Χριστό μετατρέπει το σαρκικό έρωτα σε θείο. Αναγεννάται, μεταμορφώνεται, ανίσταται. 
Πέντε άνδρες δεν μπόρεσαν να της δώσουν χαρά. Έγινε Ευαγγελίστρια, Ισαπόστολος και Μεγαλομάρτυρα. Μαρτύρησε με τα παιδιά της για την αγάπη του Χριστού. Πρόκειται για την αγία Φωτεινή. Η ζωή της γέμισε χαρά και ειρήνη. Ο ιερός Χρυσόστομος λέει με τη μετάνοια γίνεται και ο λύκος αρνί. " Μοναχος Μωυσης Αγιορειτης

πηγή 
http://www.catichisis.gr

Βίος Αγίας Κυράννας της Νεομάρτυρος(28 Φεβρουαρίου)



site analysis

Η Αγία Κυράννα η Νεομάρτυς εορτάζει στις 28 Φεβρουαρίου


Η σωφρονέστατη της Θεσσαλονίκης

Η Κυράννα η κυριώνυμη και πάγκαλη νύμφη του Χριστού καταγόταν από ένα χωριό της Θεσσαλονίκης που λέγεται Αβυσσώκα. Ήταν κόρη χριστιανών γονέων ωραιότατη και 
σεμνή. Ζούσε σύμφωνα με την Χριστιανική της ανατροφή σεμνά και φρόνιμα. Ο μισόκαλος όμως διάβολος την φθόνησε για τις αρετές της. Η δύναμις όμως της πίστεως της 
ήταν πολύ δυνατή και δεν μπορούσε όπως ήθελε να την μολύνει με αισχρούς λογισμούς και άτοπες και κρυφές πράξεις.



Ο διάβολος μεταχειρίζεται ως όργανον του έναν Αγαρηνό
Στο χωριό της Κυράννας πήγαινε ένας Αγαρηνός Γενίτσαρος για να εισπράττει τους φόρους από τα εισοδήματα. Αυτός ο άπιστος, όταν είδε την ωραία Κυράννα με την έμπνευση 
του διαβόλου κεραυνοβολήθηκε από έρωτα γι’ αυτήν σατανικό και άρχισε να την κολακεύει, με διαφόρους τρόπους για να την φέρει στον σκοπόν του. Η κόρη όμως δεν εδέχετο 
με κανένα τρόπον. Άρχισε να της υπόσχεται να της δώσει όσα χρήματα θέλει. Της υποσχόταν ωραία φορέματα, κοσμήματα και ότι άλλο μπορεί να επιθυμήσει μια κοπέλα. 
Επειδή εκείνη δεν του έδινε σημασία, άρχισε να την απειλεί ότι θα την βασανίσει σκληρά, αν δεν δεχθεί και τέλος να την θανατώσει. Αλλά η Κυράννα είχε όλον της τον πόθον 
προς τον Χριστόν. Δεν φρόντιζε καθόλου ούτε για χαρίσματα, ούτε για τις υποσχέσεις του, ούτε για τις απειλές του.



Η απαγωγή της
Βλέποντας λοιπόν ο Γενίτσαρος ότι δεν πετυχαίνει ο σκοπός του, συμφωνεί με άλλους Γενίτσαρους του ιδίου τάγματος και αρπάζουν έξαφνα την κόρην. Την έφεραν δια της βίας 
στον κριτή της Θεσσαλονίκης. Εκεί άρχισαν να ψευδομαρτυρούν και να λέγουν, ότι δήθεν εκείνη είπε ότι θέλει να τον πάρει για άνδρα της και να αλλάξει την πίστη της. Τότε οι 
Τούρκοι έκαμαν πολλά για την φέρουν στο σκοπό τους, πότε με κολακείες και υποσχέσεις και πότε με απειλές. 
Αλλά η μακαρία στάθηκε ακλόνητη. Μόνο ένα λόγο είπε προς αυτούς: «Εγώ είμαι Χριστιανή και νυμφίον μου έχω τον Κύριον Ιησού Χριστόν στον οποίον προσφέρω ως προίκα 
την παρθενία μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ από μικρή. Για την αγάπη του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, για να αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε λοιπόν, την 
απόφαση μου. Άλλο λόγο μη περιμένετε να σας ειπώ». Αυτά είπε και σώπασε και δεν θέλησε κατόπιν να απαντήσει σε όσα την ρωτούσαν. Μόνον προσευχόταν με το νου, 
και παρακαλούσε τον Θεό να τη δυναμώσει ως το τέλος. Επιθυμούσε πολύ να αποθάνει το συντομότερο για τον Χριστό.



Η Κυράννα στη φυλακή
Είδαν λοιπόν οι Αγαρηνοί ότι δεν είναι δυνατόν να της αλλάξουν τη γνώμη και την έστειλαν στη φυλακή και την έκλεισαν στα σίδερα. Ο Γενίτσαρος όμως καιγόταν από το 
δαιμονικό έρωτα. Δεν μπορούσε να ησυχάσει. Γι’ αυτό πήγε στον αγά της Θεσσαλονίκης, τον Αλή εφέντη, και τον παρακάλεσε να προστάξει τον δεσμοφύλακα να τον αφήσει να 
μπαίνει στη φυλακή, όποτε θέλει. Πήγαινε λοιπόν ο μιαρός κάθε ώρα και της έκανε πολλές τυραννίες, με πείσμα, ή να την φέρει στο θέλημα του, ή να την θανατώσει. Δεν έφθανε 
δε μόνον ο ίδιος, αλλά έπαιρνε και άλλους Γενίτσαρους, για να την ενοχλούν περισσότερο.



Η Κυράννα βασανίζεται
Η Κυράννα όταν τους έβλεπε, έσκυβε κάτω το κεφάλι, σταύρωνε τα χέρια της και ούτε τους κοίταζε, ούτε τους απαντούσε. Εκείνοι δε οι αλιτήριοι πρώτα άρχιζαν με κολακείες και 
υποσχέσεις να παρακινούν την Αγία. Ύστερα αφού έβλεπαν ότι ήταν στερεά και ασάλευτη στην πίστη της, άρχιζαν τις τιμωρίες. Ο ένας την κτυπούσε με ξύλο, ο άλλος με μαχαίρι, 
άλλος με κλωτσιές και άλλος με γροθιές, έως ότου την άφηναν μισοπεθαμένη. Κατόπιν έφευγαν, για να έχει τον καιρόν να συνέλθει, και να ξαναρχίσουν και πάλι να την 
παιδεύουν.
Αυτά έκαναν οι Γενίτσαροι την ημέρα. Την νύκτα ο δεσμοφύλακας την κρεμούσε από τις μασχάλες με τα χέρια αλυσοδεμένα και άρπαζε ότι ξύλο εύρισκε και την κτυπούσε έως 
ότου κουραζόταν. Τότε ο άσπλαχνος την άφηνε κρεμασμένη, να τη δέρνει το κρύο της χειμωνιάτικης νύχτας. Ένας δε χριστιανός φυλακισμένος και αυτός παρακολουθούσε το 
Μαρτύριο της κόρης με λύπη, χωρίς να τολμά να την βοηθήσει. Όταν καταλάβαινε ότι περνούσε ο θυμός του δεσμοφύλακα, πήγαινε και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να την 
κατεβάσει. Όταν δε του το επέτρεπε την κατέβαζε. Η δε Αγία είχε τόση υπομονή, ησυχία και σιωπή, που νόμιζες ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη. Όλος ο νους της και η προσοχή 
της βρισκόταν στους ουρανούς.




Οι φυλακισμένοι την υπερασπίζονται
Κατά την εποχή εκείνη που βασανιζόταν η Κυράννα στη φυλακή, ήταν εκεί και άλλοι φυλακισμένοι χριστιανοί, Εβραίοι και μερικές τούρκισσες, για πράξεις άτιμες. Αυτές 
κατηγορούσαν τον δεσμοφύλακα ότι είναι άσπλαχνος. Του έλεγαν ότι δεν φοβάται τον Θεό, που βασανίζεται και τυραννεί με αυτόν τον τρόπον μια γυναίκα, που δεν έσφαλε σε 
τίποτε. Αλλά και ο Χριστιανός εκείνος, δεν έπαυε, πότε με το καλό, πότε επειδή είχε το θάρρος, με μέτριους ελέγχους να του θυμίζει την κρίση του Θεού και να προσπαθεί να 
τον καταπραΰνει λέγοντας σ’ αυτόν να μην βασανίζει την Αγία. Αλλά ο σατανάς σκλήρυνε την καρδιά του και όσο οι άλλοι τον παρακαλούσαν τόσο περισσότερο την βασάνιζε 
εκείνος.
Αλλά και οι Γενίτσαροι πήγαιναν πολλές φορές. Όταν πήγαιναν άφηναν τις τιμωρίες και προσπαθούσαν να της δώσουν να φάγει, για να μη πεθάνει από την ασιτία. Πότε της 
έδιναν σταφίδες, πότε της έδιναν φοίνικες. Αλλά η Άγια δεν δεχόταν τίποτε. Εκείνοι τότε προσπαθούσαν να της ανοίξουν το στόμα δια της βίας, χωρίς να το κατορθώνουν. 
Μα και οι χριστιανοί της φυλακής που την παρακαλούσαν να φάει λίγο, η μακαρία δε δεχόταν να βάλει τίποτα στο στόμα της. Είχε μέσα στην καρδιά της τη φλόγα της αγάπης 
του Κυρίου της και Νυμφίου Χριστού, ο οποίος την έτρεφε και την δυνάμωνε.



Οι φυλακισμένοι ελέγχουν τον δεσμοφύλακα
Την εβδόμη ημέρα επήγαν οι Γενίτσαροι και την τυραννούσαν σκληρά: Τότε ο χριστιανός από ενδιαφέρον προς την κόρην άρχισε να ελέγχει το δεσμοφύλακα και να τον απειλεί 
ότι θα τον καταγγείλει στον πασά, γιατί αφήνει και έρχονται απ' έξω άνθρωποι και βασανίζουν τους φυλακισμένους. Αυτό ήταν αντίθετο από τον νόμον και ποτέ άλλοτε δεν είχε 
γίνει. Αλλά και οι τούρκισσες εκείνες πολύ τον έλεγχαν και άρχιζαν να φωνάζουν δυνατά. Σε λίγη ώρα έφθασαν και οι Γενίτσαροι. Αλλά ο δεσμοφύλακας φοβισμένος από τις 
φωνές των φυλακισμένων δεν τους άφησε να μπουν. Τότε αμέσως εκείνοι πήγαν στον Αλή-μπεη και παραπονέθηκαν. Ο Αλή-μπεης, κάλεσε αμέσως τον δεσμοφύλακα και τον 
έβρισε, γιατί τόλμησε να παρακούσει σε κείνο που τον πρόσταξε.



Το τελευταίο μαρτύριο της Αγίας
Ο δεσμοφύλακας ύστερα από αυτά γύρισε στη φυλακή πολύ θυμωμένος και ξέσπασε στη μακαρία την Κυράννα. Την άρπαξε άγρια και την κρέμασε. Κατόπιν πήρε μια μεγάλη 
σχίζα ξύλινη που βρέθηκε εκεί και άρχισε να την κτυπά, κρατώντας τη σχίζα και με τα δυο του χέρια. Την κτυπούσε αλύπητα, όπου έφτανε, τόσο, που οι φυλακισμένοι άρχισαν 
να φωνάζουν. Αλλά και οι Τούρκισες φώναζαν ακόμη περισσότερο. Με την ταραχή εκείνη ο κατάρατος την άφησε κρεμασμένη και πήγε στο δωμάτιο του πολύ ταραγμένος και με 
μεγάλη σύγχυση λέγοντας στον χριστιανό να του κάμει καφέ. Ενώ έκανε τον καφέ ο Χριστιανός, άρχισε πάλι να τον ελέγχει ήρεμα και να τον κατηγορεί για την ασπλαχνία του, 
τόσο που τον έκαμε να πέσει μπρούμητα και να κλαίει, ή από έλεγχο, ή από ντροπή.



Το τέλος της Αγίας
Κατά τον χρόνον που ήταν η Αγία κρεμασμένη, ω του θαύματος, ξαφνικά έλαμψε φως μεγάλο στη φυλακή, που κατέβαινε επάνω από τη σκεπή, σαν αστραπή και τη φώτιζε σαν 
να μπήκε μέσα όλος ο ήλιος, αν και ήταν τέσσερις η ώρα της νύχτας. Οι χριστιανοί κατατρομαγμένοι φώναζαν: Κύριε ελέησον! Τότε ο δεσμοφύλακας τρέμοντας ολόκληρος από 
τον φόβον του, είπε στον χριστιανό να κατεβάσει την Αγία. Έτρεξε ο χριστιανός να κατεβάσει την Αγία, αλλά την βρήκε τελειωμένη. Το φως χάθηκε, και έμεινε μια ευωδιά επί 
πολλή ώρα. Πήρε κατόπιν ο χριστιανός τα κλειδιά από τα χέρια του δεσμοφύλακα και άνοιξε τα σίδερα με τα οποία ήταν δεμένα τα Άγια χέρια της. Μάζεψε με σεβασμό το άγιο 
λείψανο, και αφού άναψε φώτα και θύμιασε, κατόπιν καθόταν κοντά. Περίμενε με χαρά την ημέρα και δόξαζε τον Θεό, που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμάσια και να περιποιηθεί 
μαρτυρικό λείψανο.
Το πρωί διαδόθηκε στην πόλι η φήμη του θανάτου της Αγίας και η εμφάνηση του Αγίου Φωτός. Οι Αγαρηνοί ντροπιασμένοι σιωπούσαν κι’ έδωκαν άδεια στους χριστιανούς να 
πάρουν το λείψανο και να το κάμουν ότι επιθυμούν. Οι χριστιανοί ευχαριστήθηκαν και πολλοί έτρεξαν στη φυλακή. Επήραν λοιπόν το λείψανο με πολλή ευλάβεια και το έθαψαν 
έξω από την πόλι όπου ενταφίαζαν και τους άλλους χριστιανούς. Τα δε φορέματα της Αγίας τα διαμοίρασαν μεταξύ τους πολλοί χριστιανοί για αγιασμό και σωτηρία τους.



Στο χωριό Όσσα, βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυράννας, που είναι και πολιούχος της κοινότητας, αφιερωμένος στη μνήμη της νεομάρτυρος Κυράννας. 
Ο ναός κτίστηκε το 1840 μ.Χ., όπως αναφέρει ο Αστέριος Θηλυκός ή το 1868 μ.Χ. σύμφωνα με επιγραφή κτίσεως. Σε αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Αγίας 
Κυράννας, φιλοτεχνημένη γύρω στο 1870, από τον Χριστόδουλο Ιωάννου Ζωγράφο από την Σιάτιστα.






Στίχος
Κυράννα παθῶν καί βασάνων κυρία Φανείσ’ ἀπῆλθε πρός Κύριον κυρίων.

Ἀπολυτίκιον Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον
Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, 
και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθερά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν.
xristianos.gr

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Αγία Γοργονία: Ένας πρότυπος βίος για όλες τις γυναίκες



site analysis




Η μακαρία Γοργονία [23 Φεβ.] ήταν αδελφή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (*) [25 Ιαν.] και θυγατέρα του Γρηγορίου Ναζιανζηνου του Πρεσβυτέρου [1η Ιαν.] και της αγίας Νόννας [5 Αυγ.]. Από το υποδειγμα­τικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Νυμφευμένη με έναν κάτοικο του Ικονίου, τον Αλύπιο, με τον οποίο έκανε τρεις κόρες, επεδείκνυε στον γάμο την διάθεση των παρθένων αποκλειστικά προς τον Θεό και συμπαρέσυρε πίσω της τον σύ­ζυγό της ως συναθλητή στους αγώνες της αρετής.


Διαφυλάσσοντας το βλέμμα της από κάθε άσεμνο θέαμα, κλείνοντας τα αυτιά της στις μάταιες συζητήσεις ώστε να ακούν μονάχα τα θεία και σωτήρια λόγια, έλεγχε τα ανάρμοστα γέλια μεταμορφώνοντάς τα σε ένα χαμόγελο που φώτιζε ειρηνικά την όψη της και γνώριζε, όπως κανείς άλλος, να συγκρατεί την γλώσσα της και να νοστιμεύει με άλας τα λόγια της ώστε να αποτελούν αίνους στον Κύριο. Αντίθετα με τόσες άλλες γυναίκες, δεν έχανε τον καιρό της σε επιπολαιότητεςούτε αντενεργούσε στην φυσική τάξη των πραγμάτων που θέλησε ο Θεός, φροντί­ζοντας για ενδύματα και στολίδια και παραμορφώνοντας το πρόσωπο της, εικόνα του Θεού, με πούδρες και ψιμύθια. Ένα καλλώπισμα μόνο γνώριζε, εκείνο της ψυχής από τις άγιες αρετές και το μόνο κοκκινάδι που έβαζε στο ωχρό από την νηστεία πρόσωπο της ήταν το ερυθρίασμα της αιδημοσύνης.
Πρότυπο χριστιανής συζύγου, με την σοφία και την ευλάβειά της, ήταν για τους συγγενείς της, τους συμπολίτες αλλά και πολλούς ξένους, σύμβουλος εμβριθής σε πολλά λεπτά ζητήματα που αφορούν την συμ­περιφορά των χριστιανών στον κόσμο. Κανείς άλλος τα χρόνια εκείνα δεν μεριμνούσε τόσο για τους ναούς του Θεού, κανείς δεν απέτινε τόση τιμή στους ιερείς και στους κληρικούς, έχοντας πάντα γι’ αυτούς ορθάνοιχτη την θύρα της κατοικίας της. Δεν είχε εξάλλου τον όμοιό της στις ελεη­μοσύνες και στηνσυμπόνια για τους τεθλιμμένους, σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν σαν τον δίκαιο Ιώβ: «οφθαλ­μός τυφλών, πους χωλών, η μητέρα των ορφανών...» (πρβλ. Ιώβ 29, 15). Μοίραζε όλα τα αγαθά της σε ελεημοσύνες κι έτσι όταν εξεδήμησε από την ζωή αυτή δεν άφησε πίσω της παρά μόνο το σώμα της· φρόν­τιζε, ωστόσο, πάντοτε να κρατά μυστικές τις αγαθοεργίες της.
Μία ημέρα είχε ένα τρομερό ατύχημα: ανατράπηκε η άμαξά της που την έσυρε στο χώμα για πολύ μεγάλη απόσταση· παρά ταύτα η αγία αρνήθηκε από αιδώ να δείξει το καταμωλωπισμένο σώμα της στον για­τρό, εναποθέτοντας την ελπίδα της στον Θεό ο οποίος την θεράπευσε τότε θαυματουργικώς.
Μιαν άλλη φορά που υπέφερε από μια αρρώστια μπροστά στην οποία οι γιατροί έμεναν ανίσχυροι, σηκώθηκε την νύχτα και πήγε στην εκκλη­σία να προσπέσει στην αγία Τράπεζα, υπενθυμίζοντας στον Θεό τα προη­γούμενα θαύματά Του προς όφελος των δούλων Του. Σαν την γυναίκα του Ευαγγελίου που έλουσε με τα δάκρυα της τα πόδια του Κυρίου, η Γοργονία πότισε με τα δικά της δάκρυα το ιερό θυσιαστήριο και βρήκε την ιατρειά της.
Όταν έλαβε όψιμα, όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, το άγιο Βά­πτισμα, τίποτε πια δεν την κρατούσε στην ζωή αυτή και παρακαλούσε για νύκτες τον Χριστό να πορευθεί προς συνάντησή Του χωρίς άλλη χρο­νοτριβή. Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας αγρυπνίας της αποκαλύφθηκε η ημέρα του θανάτου της και το μόνο που της απέμενε πια ήταν να φροντίσει να βαπτισθεί ο σύζυγός της, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το έργο της ωςμαθήτριας του Χριστού και εφάμιλλης των αγίων Αποστόλων. Όταν έφθασε η ημέρα, έπεσε άρρωστη και αφού συγκέντρωσε γύρω της συγγενείς και φίλους για να τους μεταδώσει την τελευταία διδαχή της για την αιώνια ζωή, εξεδήμησε προς τον χορό των αγίων ψιθυρίζοντας ανεπαίσθητα σχεδόν τον στίχο του ψαλμού: Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω (Ψαλμ. 4, 9).

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου
Εκδόσεις «Ίνδικτος», 2006

(*) Συνοψίζεται εδώ ο Εις Γοργονίαν επιτάφιος, που εξεφώνησε ο άγιος Γρηγόριος προς τιμήν της αδελφής του· Λόγος 8, ΕΠΕ 6, Θεσσαλονίκη 1980, 346-381.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σωφροσύνη στο Γάμο
Η άγια Γοργονία μολονότι ήταν, παντρεμένη, εν τούτοις ξεπέρασε στη σωφροσύνη όλες τις γυναίκες της εποχής. Ξεπέρασε ακόμη και τις πιο παλαιές, που ήσαν ξακουστές και αυτές για την σωφροσύνη τους. Με την αρετή της σωφροσύνης η αγία Γοργονία έδειξε, ότι ούτε μόνη της η παρθενία ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό, ούτε πάλιν ο γάμος εμποδίζει την ένωση με τον Θεό. Με την ζωή της μας έδειξε, πως το καλό της παρθενίας συνδυάζεται με το γάμο. Γι' αυτό, λοιπόν δεν πρέπει να αποφεύγεται ο γάμος ως κακός, αλλά ούτε και η παρθενία μόνη εξασφαλίζει την ένωση με τον Θεό. Διότι και στο γάμο και στην παρθενία ο νους είναι αυτός, που κυβερνά και, ή μας ενώνει με τον Θεό ή μας χωρίζει. Η Αγία Γοργονία, αν και ήταν παντρεμένη, δεν χωρίσθηκε από τον Θεό. Αν και είχε κεφαλή τον άνδρας της, εν τούτοις ποτέ δεν σταμάτησε να είναι ενωμένη με την πρώτη κεφαλή τον Χριστόν. Και σύμφωνα με τους νόμους του Θεού υπηρέτησε τον κόσμο και την φύσιν. Ολόκληρον όμως τον εαυτόν της τον αφιέρωσε στο Θεό. Το μεγάλο κατόρθωμα της Αγίας Γοργονίας ήταν, ότι έφερε τον άνδρα της στη χριστιανική γνώμη της, ώστε και οι δύο μαζί να αγωνίζονται και να κάμουν έργα θεάρεστα . Και, όπως αυτή διδάχθηκε από τους γονείς της τις αρετές του Χριστού, έτσι τώρα και αυτή με την σειρά της δίδαξε τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Αν και ήλθε σε γάμο, εν τούτοις έζησε αγία ζωή και ευαρέστησε εις τον Θεό.

Τα στολίδια της
Η αξιοθαύμαστη Γοργονία δεν στολιζόταν με χρυσά στολίδια. Στο σώμα της δεν έβαζε ακριβά και πολυέξοδα φορέματα. Ούτε πάλι έβαζε αρώματα. Δεν παραμόρφωνε το σώμα της, όπως έκαμναν πολλές γυναίκες της εποχής της. Όπως ο δημιουργός της δημιούργησε το ανθρώπινο σώμα, έτσι η αγία Γοργονία το διατήρησε.

Η αγάπη της στην Εκκλησία
Πολλοί πήγαιναν για να την συμβουλευθούν, να πάρουν την γνώμη της. Πήγαιναν να βρουν παράδειγμα να μιμηθούν. Έκτος από αυτά η μακαρία Γοργονία ήταν αξιοζήλευτη, για την ευλάβεια και ευσέβεια της. Δεν συγκρίνεται με καμία γυναίκα της εποχής της. Κανένας δεν έδωκε στους Ναούς τόσα αφιερώματα, όσα αφιέρωσε η Αγία. Κανένας δεν σεβάστηκε τόσο πολύ τους Ναούς, όσο αυτή. Κανένας δεν φιλοξένησε στο σπίτι του τόσους πολλούς, όσους η Γοργονία. Κανένας δεν έδειξε τόση συμπάθεια και δεν λυπήθηκε τους πάσχοντας τόσο πολύ, όσο αυτή.

Πάσαν αρετήν
Διάβαζε επίσης πάντοτε τις Αγίες Γραφές. Με καρδιά ταπεινή και συντετριμμένη και με δάκρυα στα μάτια μέρα και νύχτα προσευχόταν στο Θεό. Έτσι λοιπόν, στολισμένη η μακαρία Γοργονία ξεπερνούσε στις αρετές όχι μόνο τις γυναίκες, αλλά και τους άνδρες.



Θεραπεύεται θαυματουργικά
Κάποτε η Αγία Γοργονία καθόταν σε ένα αμάξι, που το έσερναν δύο γαϊδουράκια. Καθώς όμως τα ζώα βάδιζαν εις τον δρόμο τους, έξαφνα και απότομα τα ζώα αυτά εξαγριώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν με τόση γρηγοράδα, ώστε να αναποδογυρισθεί το αμάξι και η Αγία να πέσει. Μόλις έπεσε δεν έμεινε στο έδαφος, αλλά βρέθηκε κάτω από τις ρόδες του αμαξιού. Μαζί με το αμάξι τα ζώα έσερναν και την Αγία. Τα μέλη του σώματος της κόπηκαν και τα οστά της τσακίσθηκαν. Το φρικιαστικό αυτό γεγονός σκανδάλισε πάρα πολύ ακόμα και τους άριστους, οι οποίοι αμέσως είπαν: «Αφού αυτή ήταν Αγία γυναίκα, γιατί ο Θεός την άφησε να πάθη αυτό το κακό;» Η Αγία όμως, αν και βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, που είχε ανάγκη γιατρού, εν τούτοις για να μην δη το σώμα της ανθρώπινο μάτι δεν θέλησε να 'ρθει γιατρός να την θεραπεύσει. Όλη την ελπίδα της και την φροντίδα της την άφησε στα χέρια του Θεού. Το γιατί ο Θεός επέτρεψε να πάθη αυτά η Αγία, δεν γνωρίζουμε, διότι οι βουλές του Θεού είναι ανεξερεύνητες. Πράγματι η Αγία δεν διαψεύστηκε στις ελπίδες της. Ο Θεός ο Παντοδύναμος την γιάτρεψε, χωρίς καν να παρουσιασθεί εκεί γιατρός. Ο Θεός, που επέτρεψε να πάθη αυτά η Αγία ως άνθρωπος, ο ίδιος κατά τρόπον θαυματουργικό την έκανε καλά. Η θεραπεία της Αγίας προξένησε μεγάλη χαρά και έγινε αφορμή να δοξασθεί το όνομα του Θεού. Και αυτοί οι ολιγόπιστοι, που προηγουμένως σκανδαλίσθηκαν, θαύμασαν τώρα το γεγονός αυτό. Παντού δε έγινε το θαύμα αυτό γνωστό.

Προείδε τον θάνατο της
Τέτοια ήταν η ζωή της μακαρίας Γοργονίας. Πάντοτε η ευλογημένη ποθούσε τον θάνατο, και προτιμούσε αντί γηΐνων τα ουράνια. Ήθελε να ενωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα με τον Κύριο, που τον αγαπούσε πάνω από όλα. Και να, πως ο Θεός απάντησε στην επιθυμία της Αγίας. Μια νύχτα η Αγία δεν έπεσε καθόλου για ύπνο. Κάθισε όλη τη νύχτα άγρυπνη και προσευχόταν. Για μια στιγμή της ήλθε ένας γλυκύτατος ύπνος. Μέσα στον ύπνο αυτόν βλέπει μια οπτασία, είδε δηλ. πότε και ποια ημέρα επρόκειτο να πεθάνει και να πάει κοντά στον Χριστό.

Φεύγει καθ' όλα ετοιμασμένη
Η Αγία όμως δεν είχε ανάγκη για να προετοιμασθεί. Προ ολίγου ακόμη είχε πάρει το άγιο Βάπτισμα και έτσι είχε καθαρισθεί από κάθε αμαρτία. Η ζωή άλλωστε της Αγίας ήταν μία συνεχής κάθαρσις και τελείωσις. Η Αγία τα είχε όλα. Ένα μόνο της έλειπε. Αυτό ποθούσε να ετοιμάσει και να το προσθέσει κοντά στα άλλα της έργα. Και αυτό το έργο, που της έλειπε, ήταν η βάπτισις του ανδρός της. Έπρεπε οπωσδήποτε να βαπτίσει τον άνδρα της. Στην προσπάθειά της να τον βαπτίσει πολλές φορές κατέφευγε στον Θεό και τον παρακαλούσε. Και ο Θεός άκουσε τις προσευχές της και εξεπλήρωσε την επιθυμία της. Ο άνδρας της βαπτίσθηκε και έγινε Χριστιανός! Όταν λοιπόν, η Αγία τα ετοίμασε όλα και τίποτε δεν της έλειπε από αυτά που ποθούσε, ήλθε και ημέρα, που έπρεπε να φύγει και να πάει κοντά στον αγαπημένο της Χριστό. Τότε έπεσε στο κρεββάτι άρρωστη. Αφού έδωσε τις τελευταίες συμβολές της στον άνδρα της, στα παιδιά της και τους γνωστούς της, έκλεισε τα μάτια της και η ψυχή της επέταξε στα ουράνια. Δεν ήταν γρια. Δεν ήθελε όμως να ζήσει πολλά χρόνια μακρυά από τον Ουρανό. Εν τούτοις όμως τα καλά της έργα και οι αρετές της ήσαν περισσότερες από πολλών άλλων, που έφθασαν εις μεγάλη ηλικία.


Στίχος
Τιμῶ τελευτὴν σὴν σιγῇ, Γοργονία, Γρηγορίου μέλψαντος αὐτὴν ἐκ λόγων.