Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΝΥΣΙΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (30 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



site analysis


«Η αγία έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και οι γονείς της που ήταν ευσεβείς και πιστοί στον Χριστό, είχαν αρκετή περιουσία. Όταν αυτοί έφυγαν από τη ζωή, η αγία ζούσε μόνη της, ευαρεστώντας τον Θεό με τον βίο και τις πράξεις της. Κάποια φορά που πήγαινε στην Εκκλησία κατά τη συνήθειά της, την σταμάτησε ένας ειδωλολάτρης στρατιώτης, ο οποίος την τραβούσε με τη βία στους βωμούς των ειδώλων  και την προέτρεπε να προσφέρει θυσίες στους δαίμονες. Επειδή όμως η Ανυσία ομολογούσε την πίστη της στον Χριστό, τότε ο στρατιώτης εξοργίστηκε (διότι η αγία μάρτυς φύσηξε και έφτυσε στο πρόσωπό του) και με το ξίφος του διεπέρασε την πλευρά της. Έτσι η αξιοσέβαστη μάρτυς δέχτηκε το μακάριο τέλος».
Η πόλη  της Θεσσαλονίκης καυχάται όχι μόνον για τον πολιούχο της, μεγαλομάρτυρα και μυροβλήτη άγιο Δημήτριο, όχι μόνον για τον δεύτερο πολιούχο της μεγάλο Πατέρα και Οικουμενικό Διδάσκαλο άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αλλά και για την αγία μάρτυρα Ανυσία, της οποίας το σεπτό λείψανο αναπαύεται στον ναό του αγίου Δημητρίου. Κατά τον άγιο Θεοφάνη μάλιστα τον υμνογράφο, η μεν Θεσσαλονίκη καυχάται για τα σπάργανα και τους άθλους της αγίας, η δε θριαμβεύουσα Εκκλησία έχει το πνεύμα της και χαίρεται γι’ αυτό, που σημαίνει ότι η αγία Ανυσία αποτελεί πηγή χαράς για ολόκληρη την Εκκλησία, και την επί γης και την εν ουρανοίς. «Θεσσαλονικέων η πόλις, σου τοις σπαργάνοις και τοις άθλοις, μάρτυς, εγκαυχάται Παρθένε η Εκκλησία των πρωτοτόκων δε, μετά δικαίων έχει σου πνεύμα το θείον ευφραινόμενον» (Η πόλη των Θεσσαλονικέων, μάρτυς παρθένε, καυχιέται για τα σπάργανά σου και τους άθλους σου. Η Εκκλησία δε των πρωτοτόκων κατέχει με χαρά το θεϊκό πνεύμα σου).
Αιτία βεβαίως για την καθολική αυτή χαρά της Εκκλησίας είναι το γεγονός ότι η αγία με το μαρτύριό της φανέρωσε «τον εγκάρδιον έρωτά» της προς τον Χριστό, τόσο που η έμπνευση του αγίου υμνογράφου την βάζει στη θέση της γυναίκας που προσήγγισε τον Χριστό λίγο πριν από το πάθος Του και εξέφρασε την αγάπη της προς Εκείνον  με το μύρο που έχυσε στα πόδια Του, σπογγίζοντάς Τα με τους πλοκάμους της κεφαλής της. Κι ενώ το γεγονός της Καινής Διαθήκης ενέπνευσε την αγία υμνογράφο Κασσιανή (με το γνωστό μεγαλοφυές άσμα της του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, ψαλλόμενο το εσπέρας της Μεγάλης Τρίτης), το ίδιο γίνεται πρότυπο για ανάλογη έμπνευση του αγίου Θεοφάνη, αλλά σε σχέση με την αγία Ανυσία. «Τον εγκάρδιον έρωτα, υποφαίνουσα δάκρυσι, κατανύξει Ένδοξε, γην κατέβρεχες, και ταις θριξίν εναπέσμηχες, Χριστού υποπόδιον» (Φανερώνοντας τον έρωτα που είχες μέσα στην καρδιά σου, ένδοξε μάρτυς, κατάβρεχες από την κατάνυξή σου με δάκρυα τη γη και σκούπιζες με τις τρίχες της κεφαλής σου τα πόδια του Χριστού).
Η ένσταση βεβαίως εν προκειμένω είναι προφανής. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα ιστορικό γεγονός: είναι η γυναίκα που προσήλθε στον Χριστό και προέβη στο ξέσπασμα της καρδιάς της. Στην περίπτωση όμως της αγίας Ανυσίας; Πώς αγκάλιαζε και σκούπιζε τα πόδια του Χριστού; Ο υμνογράφος μας δεν μας αφήνει μετέωρους. Η αγία Ανυσία μπόρεσε και άντεξε τα μαρτύριά της, βρήκε το κουράγιο να ομολογήσει την πίστη της, έστω και με απώλεια της ζωής της, γιατί η αγάπη της προς τον Χριστό την έκανε με νοερό τρόπο να Τον έχει παρόντα μπροστά της και με τη διάνοιά της να αγγίζει τα ίχνη των ποδών Του. «Εννοούσα – λέει - και Αυτόν ως παρόντα προβλέπουσα, ον εποθησας και ιχνών απτομένη διανοία, θεωρίαις θειοτάταις την σην ψυχήν κατελάμπρυνας» (Σπόγγιζες τα πόδια του Χριστού, εννοώντας Τον και βλέποντάς Τον σαν να ήταν παρών, Αυτός τον Οποίο πόθησες. Και αγγίζοντας τα ίχνη των ποδών Του με τη διάνοιά σου, λάμπρυνες την ψυχή σου με θειότατες θεωρίες). Με άλλα λόγια, η αγία την ώρα του μαρτυρίου της, με τη χάρη του Χριστού, βρισκόταν σε κατάσταση θεοπτίας. Ο Χριστός της έδινε τη δύναμη να Τον βλέπει και να Τον εναγκαλίζεται, όπως παρομοίως είχε δώσει τη χάρη και σε άλλους μάρτυρες, όπως μεταξύ άλλων και στην αγία Ερμιόνη. Η θεωρία του Χριστού την ώρα του μαρτυρίου ή της ετοιμασίας προς αυτό είναι κάτι που το διαπιστώνουμε συχνά στα συναξάρια των μαρτύρων της πίστεώς μας.
Και βεβαίως ο άγιος υμνογράφος «εκμεταλλεύεται», όπως όλοι οι υμνογράφοι, τον τρόπο που άφησε την τελευταία της πνοή: την διά ξίφους διαπέραση της πλευράς της. Αμέσως ο νους του αγίου Θεοφάνη πηγαίνει στη λογχευμένη πλευρά του Κυρίου, συνεπώς συσχετίζει το μαρτύριο της αγίας με το πάθος Του: «Ζωηφόροις σου τοις ίχνεσιν επομένη, λόγχη πλευράν τιτρώσκεται» (Ακολουθώντας τα ίχνη Σου που φέρουν τη ζωή, πληγώνεται με λόγχη την πλευρά της η αγία). Ο υμνογράφος δηλαδή σαν να μας λέει, ότι όποιος αγαπά τον Χριστό και θέλει να Τον ακολουθεί κατά πόδας – «επακολουθών τοις ίχνεσιν Αυτού» κατά τον απόστολο Πέτρο – δέχεται τη χάρη και να πάθει υπέρ Χριστού με τον ίδιο τρόπο που έπαθε Εκείνος. Τα πάθη του Χριστού γίνονται πάθη και του πιστού, δείγμα της πλημμύρας της χάρης του Χριστού στον πιστό. Ακολουθία του Χριστού και μαρτύριο υπέρ Αυτού τελικώς είναι έννοιες ταυτόσημες.
ΠΗΓΗ.ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ-ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Αγ. Αναστασία η Φαρμακολύτρια, μια δραστήρια και γενναία γυναίκα



site analysis


Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια (†22 Δεκεμβρίου)
Η αγία και γενναιότατη μάρτυς Αναστασία ζούσε στη Ρώμη κατά την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.). Ήταν θυγατέρα ενός ειδωλολάτρη, ονόματι Πραιτεξτάτου. Η μητέρα της όμως, ονόματι Φαύστα, ήταν χριστιανή, και, έτσι, η Αγία διδάχτηκε από αυτήν την πίστη στο Χριστό. Και όχι μόνο αυτό· η μητέρα της, επιπλέον, την παρέδωσε στο Χρυσόγονο, άνδρα θεόπνευστο και ευσεβή, και εκπαιδεύτηκε από αυτόν στα ιερά γράμματα.
ag. anastasia
Η Αναστασία παντρεύτηκε έναν ειδωλολάτρη, ονόματι Πούπλιο. Όμως η Αγία δεν ένιωθε αγάπη συζυγική προς αυτόν, για το λόγο ότι αυτός δεν πίστευε στο Χριστό. Έτσι λοιπόν δεν καταδεχόταν να έχει σαρκική συνάφεια μαζί του προφασιζόμενη συνεχώς ότι ήταν άρρωστη. Χωρίς δε να την παίρνει εκείνος είδηση, η Αγία επιτελούσε έργα κατ’ εξοχήν θεάρεστα: Φορώντας μια στολή απλή και φτη­νή, συναστρεφόταν με γυναίκες που είχαν διάφορες ανάγκες και παρείχε σ’ αυτές κάθε δυνατή βοήθεια. Επίσης, ακολουθούμενη από μια και μόνο θεραπαινίδα, έμπαινε κρυφά στις φυλακές, στις οποίες ήταν κλεισμένοι χριστιανοί αθλούντες για το Χριστό, και πρόσφερε σ’ αυτούς μεγάλη ανακού­φιση. Δηλαδή τους έλυνε από τα δεσμά, με τα οποία αυτοί ήταν δεμένοι· άλειφε με λάδι τις πληγές τους και σπόγγιζε απαλά τα αίματα· παρείχε σ’ αυ­τούς τις κατάλληλες και αναγκαίες τροφές.
Αλλά μια ημέρα όλα αυτά τα πληροφορήθηκε ο Πούπλιος, ο άνδρας της, και την έκλεισε στη φυλακή. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη θλίψη στην Αγία, διότι της ανέκοψε το θεάρεστο έργο. Τελικά όμως ο Πούπλιος, ταξιδεύοντας κάποτε με πλοίο, καταποντίστηκε και πνίγηκε, επειδή το πλοίο ναυά­γησε εξαιτίας μεγάλης θαλασσοταραχής. Έτσι λοιπόν η αγία Αναστασία, όντας πλέον ελεύθερη από κάθε εμπόδιο, διένειμε πρώτα-πρώτα όλα τα υπάρχοντά της στους φτω­χούς. Έπειτα, περισσότερο αφόβως, υπηρετούσε και πρόσ­φερε τις υπηρεσίες στους αθλούντες για το Χριστό· περι­συνέλεγε τα ιερά λείψανα των τελειωθέντων και τα εντα­φίαζε σεμνοπρεπώς· στήριζε στην πίστη πολλούς και τους προετοίμαζε για το μαρτύριο υπέρ του Χριστού.
Η αγία Αναστασία, για τη δραστηριότητά της αυτή και την πίστη της στο Χριστό, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και, αφού ανακρίθηκε και βασανίστηκε από διάφορους ηγεμόνες, ρίχτηκε μαζί με άλλες γυναίκες στη θάλασσα. Όμως, με τη θαυματουργική επέμβαση του Θεού, διασώ­θηκε και βγήκε στην παραλία. Ο ηγεμόνας που έδωσε την προσταγή για τον καταποντισμό της εξαγριώθηκε, όταν πληροφορήθηκε ότι η Αγία δεν έπαθε τίποτε. Για το λόγο αυτό πρόσταξε τους δημίους να τη δέσουν σε πασσάλους και να ανάψουν ολόγυρά της φωτιά να την κάψουν. Οι δήμιοι εκτέλεσαν κατά γράμμα την προσταγή του τυράν­νου. Έτσι λοιπόν, η αγία μάρτυς Αναστασία ετελειώθη και στεφανώθηκε από τον Κύριο με τον αμάραντο στέφα­νο του μαρτυρίου. Η Σύναξη δε αυτής τελείται στο Μαρτύρειό της, που βρίσκεται πλησίον των κιονοστοιχιών του Δομνίνου.
(Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Θεολόγου-Φιλολόγου-Λυκειάρχου, Με τους Αγίους μας, Δεκέμβριος, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 211-213).

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Αγία Θεοφανώ η Θαυματουργή σύζυγος του βασιλιά Λέοντα του σοφού



site analysis



4971Εορτάζει στις 16 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

Εγγύς Βασιλίς Θεοφανὼ Κυρίου,
ταις αρεταίς έστηκεν εστιλβωμένη.
Βιογραφία
Η Αγία Θεοφανώ ήταν μια ευσεβέστατη και ενάρετη βασίλισσα, που εξυμνήθηκε πολύ από τους χρονογράφους της εποχής εκείνης, για την ευαγγελική της ζωή, τις ελεημοσύνες της και την άκρα ευσέβειά της.
Ήταν κόρη του Κωνσταντίνου του Μαρτινακίου, του Ιλλουστρίου και της Άννας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ανατράφηκε με επιμέλεια.
Σε κατάλληλη ηλικία, ο βασιλιάς Βασίλειος ο Μακεδόνας την έδωσε για σύζυγο στον γιό του Λέοντα τον Σοφό (886 – 912 μ.Χ.), με τον οποίο για 12 χρόνια ζούσε με αφοσίωση συζυγική και αναγνωρίστηκε αμέσως από τους συγχρόνους της σαν αγία και θαυματουργή για τα πολλά έργα αγάπης που έκανε.
Παρ’ όλο τα μεγαλεία και τον πλούτο που την πλαισίωνε, διατήρησε τη ταπεινοφροσύνη και την μετριοφροσύνη που την χαρακτήριζε πριν. Προτιμούσε να είναι απλά ντυμένη και να βρίσκεται δίπλα στους ανθρώπους που την χρειαζόντουσαν. Γι’ αυτό ντυνόταν απλά για να μην αναγνωρίζεται και με την συνοδεία δύο έμπιστων υπηρετριών της, γύρναγε στα σπίτια των φτωχών και κατατρεγμένων και πρόσφερε την βοήθειά της. Ήταν τόση η πίστη της, που αξιώθηκε να θαυματουργήσει. Όταν εγκατέλειπε η ιατρική επιστήμη κάποιον ασθενή διότι δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει, του επανέφερε την υγεία του η Αγία με την δύναμη της ψυχής της. Παρ’ όλο τις πίκρες που δέχθηκε στη ζωή της η Αγία Θεοφανώ υμνούσε τον Κύριο με μία άσβεστη φλόγα.
Όταν πέθανε, ο σύζυγός της, έκτισε ωραιότατο ναό, κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου εναποτέθηκε το τίμιο λείψανό της. Αυτό μετακόμισε ο Πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και από ‘κεί αργότερα μεταφέρθηκε στο Πατριαρχείο, όπου μέχρι σήμερα σώζεται.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Προελομένη τὰ οὐράνια πόθω, Θεοφανῶ τὴν βιοτὴν διεξῆλθες, ἀγγελικῶς ἐν γῇ περιπολεύουσα• ὅθεν κατηξίωσαι, οὐρανίων χαρίτων, σὺν Ἀγγέλων τόξεσι, καὶ Ἁγίων χορείαις, παριστάμενη τῷ Παμβασιλεῖ ὂν ἐκδυσώπει, εὐρεὶν ἠμᾶς ἔλεος.
Κοντάκιον
Ήχος δ’. Επεφάνη σήμερον.
Εορτήν σου σήμερον, την λαμπροτάτην, εκτελούντες κράζομεν, Θεοφανώ, πανευσεβώς, τους σε υμνούντας διάσωσον, από παντοίων κινδύνων τους δούλους σου.
Ὁ Οἶκος
Ο των απάντων Πλαστουργός, και βασιλεύς των όλων, το της ψυχής ειλικρινές, της σης ω πανοσία, προγνούς πανσόφως, των φθαρτών, υψώσε σε, λαμπρύνας σε των αρετών ακτίσιν, ώσπερ δέον νυν εν ουρανοίς αυτώ συμβασιλεύουσαν, υμνούμεν σε κράζοντες μετά πόθου, διάσωσον από παντοίων κινδύνων τους δούλους σου.
Ιερά Λείψανα: Το Ιερό Λείψανο της Αγίας βρίσκεται αδιάφθορο στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου, Φαναρίου Κωνσταντινουπόλεως.
Μέρος της Κάρας της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ ἀσκητικὴ καὶ ἡ νηστεία τῆς Γεροντίσσης Ἀναστασίας



site analysis

Νηστεύει ὑπὲρ μέτρον. Κάνει συχνότατα τριήμερα. Ἐσθίει μία φορὰ τὴν ἡμέρα μετὰ τὴν δύσι τοῦ ἡλίου. Συνήθως ἄρτον ἐξηραμμένον ἄνευ ἐλαίου ἀκόμη καὶ τὰ Σαββατοκύριακα καὶ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ποτὲ της δὲν χορταίνει τὸ φαγητὸ της ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ εἶναι ὀλίγα νερόβραστα ἀγριολάχανα. Ἀπὸ τὴν ἀδιάκοπη νηστεία παθαίνει θυρεοειδῆ καὶ ἀβιταμίνωσι. Ἡ ὑγεία της κλονίζεται κι ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φλογίζει τὸ εἶναι της. Κατὰ τὴν μαρτυρία τῆς ὑποτακτικῆς της μοναχῆς Ἀναστασίας Καστρινοῦ, τὸ σῶμα της ἦταν ἕνα ξύλο τετυλιγμένο στὰ ράσα. Στὸν λαιμὸ της ἔφερε μία τεράστια κοίλη σὲ μέγεθος πορτοκαλιοῦ ἐξαιτίας τοῦ θυρεοειδοῦς. Οὐδέποτε ἔκαμε παράπονο γιὰ τὴν ἀσθένειά της οὔτε καὶ ἐπισκέφθηκε ἰατρὸ γιὰ νὰ ὑποβληθῆ στὴν ἀναγκαία ἐγχείρησι ἢ νὰ τῆς χορήγηση φάρμακα. Ἕνας ἰατρὸς προσπάθησε νὰ τὴν ἐξετάση καὶ ἐκείνη τὸν ἐπετίμησε λέγουσα: «Κοίταξε νὰ ἀλλάξης τὴν ζωήν σου διότι εἶσαι βουτηγμένος εἰς τὴν ἁμαρτίαν».
Ἐλέγχει τοὺς καταλύοντας τὴν νηστεία
Εὑρέθη κάποτε σὲ ταξείδι στὴν Ἠγουμενίτσα γιὰ κάποια ὑπόθεσι τῆς Μονῆς καὶ ἐφιλοξενήθη σὲ γνωστά της πρόσωπα τὰ ὁποῖα κατέλυαν κρέας σὲ ἥμερα Παρασκευή. Ἀφοῦ τοὺς ἤλεγξε αὐστηρότατα, συνέλεξε ἀπὸ τὸ χωράφι χόρτα καὶ τὰ ἐμαγείρευσε γιὰ νὰ φᾶνε ὅλοι. Στὸν ἑαυτό της καὶ μόνον ἦταν ἐγκρατὴς ὑπὲρ μέτρον. Στὶς μοναχές της ἐφέρετο μετὰ διακρίσεως καὶ...

ἀναλόγως τῶν ἀσθενειῶν των ἐπέτρεπε νὰ ἐσθίουν ἰχθύας (βακαλάο) ἢ κρέας. «Ἐσὺ δουλεύεις εἰς τὸ κτῆμα καὶ κοπιάζεις καὶ δικαιοῦσαι νὰ τρῶς καλὰ διὰ νὰ ἔχης τὴν ὑγειᾶν σου», συνήθιζε νὰ τοὺς λέγη.
Ὅλοι ἐνθυμοῦνται τὰ νερόβραστα μὰ νοστιμότατα φαγητά της. Ἐμαγείρευε μὲ ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ γιὰ τοὺς προσκυνητᾶς οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο γιὰ νὰ τὴν συμβουλευθοῦν...
Ἄλλη ἀσκητικὴ πρακτική τῆς Γεροντίσσης
Ἡ ἴδια κατὰ κανόνα συνετηρεῖτο ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία. Ἐτηροῦσε τὴν ἀλουσία καὶ τὴν χαμαικοιτία. Μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της ἐτήρει τὸ ἀνυπόδητον ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς μεγαλύτερους παγετούς. (Ἔτσι τὴν βλέπομε καὶ στὶς σχετικὲς φωτογραφίες τῆς ἐποχῆς). Ἀπὸ τότε ποὺ στρώθηκε μουσαμὰς στὸ πάτωμα οὐδέποτε ἐπάτησε ἐπάνω ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐπλησίασε ποτὲ της τὸ ψυγεῖο. Τὶς ἐλάχιστες ὧρες ἀναπαύσεως «ἔκλεβε» τὸν ὀλιγοστό της ὕπνο ἐπάνω σὲ δύο χονδροκομμένα σανίδια, τοποθετημένα τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο ὅπου καὶ ἔστρωνε μία κουρελοῦ, τὸ δὲ προσκέφαλό της ἦταν μία πέτρα. Τὰ ἐνδύματά της ἤσαν πάντοτε πεπαλαιωμένα καὶ ἐφθαρμένα πλήρη ἐπιδιορθωμάτων ὥστε δὲν ἐγνώριζε κανείς, ποιὸ ἦταν τὸ ἀρχικὸ ὕφασμα!
Κατόπιν παρελεύσεως εἴκοσι ἐποικοδομητικῶν γιὰ τὸ πνεῦμα της χρόνων, προσῆλθε στὴν Μονὴ ἡ πρώτη της ὑποτακτικὴ καὶ σταδιακῶς ἡ συνοδεία της ἔγινε ἑπταμελῆς. Ἡ διδαχή της γιὰ τὶς μοναχές της δὲν ἀφεώρα ἁπλῶς στὴν τέλεσι τῶν τριῶν βασικῶν ἀρετῶν ἀλλὰ κυρίως τὴν ταπείνωσι, τὴν ἀφάνεια, τὴν καταπολέμησι τῆς φιλαυτίας, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν ἀπόλυτη πτωχεία. Πλούσιες ἤσαν οἱ πνευματικὲς δωρεὲς οἱ ὁποῖες τῆς ἐδόθησαν ἄνωθεν γιὰ τὴν μεγάλη της αὐταπάρνησι καὶ τὴν ὑπέρμετρη ἄσκησί της. Τῆς ἐδόθησαν ἄνωθεν τὸ προορατικὸ καὶ τὸ διορατικό, χαρίσματα τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε μὲ κεκαλυμμένο τρόπο πρὸς δόξαν Θεοῦ γιὰ νὰ ὠφελήση τὴν συνοδεία της καὶ τοὺς πάσχοντας πνευματικῶς συνανθρώπους της καὶ ὄχι γι' ἐντυπωσιασμὸ καὶ αὐτοπροβολή.

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ βάδιζε τότε μέσα στούς δρόμους, τήν πιάναμε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ…»( ΔιδαχέςτῆςἀείμνηστηςΓερόντισσαςΜακρίνας)



site analysis


    


 Καθῆστε. Αὐτά τά πράγματα πού θά ποῦμε δέν θά τά ξανακούσετε. 
Τότε πού ἔμενα γιά λίγα χρόνια στήν Ἀθήνα, μοῦ εἶχε πῆ ὁ π. Ἐφραίμ πώς ὑπάρχει στό Παγκράτι μιά μοναχή Ξένη πού εἶχε Γέροντα τόν π. Σάββα τόν πνευματικό, ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, γιά τόν ὁποῖο μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας. Πῆγα καί τή γνώρισα. Δέν θά ξεχάσω τήν τάξι της καί τή νοικοκυροσύνη της, μοῦ ἔχει μείνει στή διάνοιά μου. Εἶχε ἕνα δωμάτιο ὅλο κι ὅλο· ἐκεῖ ἦταν τό κρεββάτι της, τό προσευχητάριό της καί ὁ μπουφές της. Τά εἶχε ὅλα ἕνα κι ἕνα. Σέ μιά γωνιά τοῦ δωματίου εἶχε τό μαγειρεῖο της, μιά γκαζιερούλα, καί στήν ἄλλη γωνιά τά σκεύη πού χρησιμοποιοῦσε. Εἶχε σαρανταπέντε χρόνια στό κρεββάτι καί ἀπό τίς πολλές ἀσθένειες πού εἶχε τή λέγανε «Ἰώβ». Ὅπως εἶχε τό κάθε πρᾶγμα στή θέσι του, ἔτσι εἶχε ἀκρίβεια καί στήν προσευχή της. Οἱ πατέρες πήγαιναν καί ἔπαιρναν τήν εὐλογία της, πολύ τήν ἀγαποῦσαν, τήν εἶχαν ὑπόδειγμα. Τῆς ἔστελνε ὁ π. Σάββας ἐπιστολές καί τήν βοηθοῦσε. Ὅταν πῆγα ἦταν καί ἕνας κύριος καί διάβαζαν μιά ἐπιστολή. Τί ὡραῖες ἐπιστολές!Ὅπως ἔβλεπε ὁ π. Σάββας σέ ὀπτασία τήν κάθε ψυχή, τόν καθένα πού πήγαινε γιά ἐξομολόγησι, ἔτσι ἔβλεπε σέ ὀπτασία καί τή μοναχή Ξένη. Τί ἁγιασμένες ψυχές!
Σούρνονταν νά πάη νά ἑτοιμάση γιά νά φιλέψη. Πρόσεχε τίς κοῦπες, τά φλιτζάνια νά εἶναι ὁμοιόμορφα· ἕνα εἶδος κουτάλια, ἕνα εἶδος φλιτζάνια, ὅλα ὅμοια. Μοῦ ἔλεγε ἕνας πνευματικός πού τόν εἶχα συναντήσει ἐκεῖ:
«Ὅπως εἶναι στήν ψυχή της, παιδί μου, ἔτσι εἶναι καί στά σωματικά της· κοιτάζει νά πάρη τό ἴδιο πιάτο, τό ἴδιο ποτήρι, γιά νά προσφέρη στόν καθένα πού ἔρχεται». 
Μέσα σ᾿ ἕνα δωμάτιο εἶχε ὅλα τά ἀπαραίτητα. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πῶς τά ἔφερνε βόλτα. Τήν ἔβλεπες μέ τό μπαστουνάκι της νά συγυρίζη καί μέ τό στόμα της νά λέη κάτι λογάκια! Ὡραῖα, μεγαλεῖα! Οὐράνιος ἄνθρωπος! Πῶς τόν κάνει ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο οὐράνιο, ἅμα θέλει ὁ ἄνθρωπος! 
Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά γνωρίσω τέτοιους ἁγίους ἀνθρώπους, καί ἐγώ ἀκόμη ἀρχή δέν ἔχω βάλει. Λέω, ἐκείνη τήν ἐποχή ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἦταν πολλή. Βάδιζε μέσα στό δρόμο καί ο καθένας τήν ἔβρισκε· μέ μιά ἁπλότητα, μέ μιά προσευχή λάμβανε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ· τότε ἦταν ἡ ἀπλότητα, καί ἡ ἁμαρτία δέν εἶχε πληθύνει, ὅπως ἔχει γίνει σήμερα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶχε πολλή πίστι καί ἔκανε ἄσκησι, ὅπως ἡ Γερόντισσα Θεοφανώ πού ἔκανε ὅ,τι ἔκαναν καί οἱ ἐρημῖτες. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τούς βοηθοῦσε. Ζοῦσαν μέ τά ἀπαραίτητα, περνοῦσαν μέ τό τίποτε, δέν εἶχαν αὐτό τό πλεόνασμα πού ὑπάρχει τώρα, καί γι᾿ αὐτό εἶχαν καί πολλή αὐταπάρνησι. Σκοπός τῆς ζωῆς τους ἦταν πῶς νά ἐργασθοῦν τόν Θεό, πῶς νά λατρεύσουν τόν Θεό. Δέν εἶχαν μανία μέ τά ντουβάρια1, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα.
Θυμᾶμαι παλαιότερα πῶς ἤμασταν! Τότε ἦταν στή ζωή μας πολύ ζωντανός ὁ Θεός! Μοῦ φαινόταν ὅτι θά Τόν πιάναμε μέ τά χέρια. Ἔλεγα, ἄν ἁπλώναμε τά χέρια, θά φτάναμε τόν Θεό. Μεμψιμοιρία; Οὔτε κατά διάνοια! Μόνο τόν Θεό σκεφτόμασταν, πῶς νά δοῦμε τόν Θεό καί τούς Ἀγγέλους, πῶς εἶναι τά κάλλη τοῦ Παραδείσου. Μόνο τά οὐράνια, τίποτε ἐπίγειο. Αὐτή ἦταν ζωή! Μᾶς ἔστελνε καί ὁ παππούς Ἰωσήφ ἐπιστολές μέ ὀπτασίες, ὁράματα, ὡραῖα πράγματα· τά διαβάζαμε καί μᾶς ἀνέβαζαν πνευματικά. Ἦταν οὐράνια πράγματα! Μικρά παιδιά μαζευόμασταν καί μαθαίναμε τά τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, πῶς περνάει ἡ «εὐχή» ἀπό τό στόμα στό νοῦ καί στήν καρδιά. Μία ὥρα βαδίζαμε, γιά νά πᾶμε στό Σαρανταλείτουργο πού ἔκανε ὁ π. Ἐφραίμ ὁ παλαιός. Τίποτε δέν λογαριάζαμε, οὔτε χιόνια οὔτε βροχές οὔτε ἀέρα. Τώρα βλέπουμε χιόνι καί φοβόμαστε. Βάζαμε στό κεφάλι μιά κουβερτούλα καί πηγαίναμε μέσα στή νύχτα.
  • Μιά μοναχή: Τί ὥρα;
  • Γερόντισσα: Στίς τρεῖς τή νύχτα. Μία ὥρα περπατούσαμε, γιά νά φθάσουμε· ἀκούγαμε τήν Θεία Λειτουργία καί κοινωνούσαμε. Ἐμεῖς λέγαμε τήν «εὐχή», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν ἡμᾶς»καί ἐκεῖνος ἔκανε τήν προσκομιδή. Ἀκούγαμε,«ἐξηγόρασας ἡμᾶς…»2,ὕστερα ὁ π. Ἐφραίμ φώναζε,«λόγχῃ αὐτοῦ τήν πλευράν ἔνυξε, καί εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ»3Τί ἦταν καί ἐκεῖνο! Δάκρυα κατανύξεως πού χύναμε ὅλοι! Ἡσυχία! Ἐμεῖς πολύ σιγά,«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς»·καί ἀκούγαμε ὅλες τίς μυστικές εὐχές νά τίς λέη μεγαλοφώνως. Ἐκεῖ ἦταν τό μεγαλεῖο! Ὅλες φεύγαμε ἀλλοιωμένες. Πηγαίναμε νά ψωνίσουμε στά μαγαζιά καί ἀναρωτιόντουσαν οἱ ἄνθρωποι, «μά γιατί μυρίζουν, λιβάνι ἔχουν ἐπάνω τους καί εὐωδιάζουν;».Συνέχεια στήν Ἐκκλησία! Ὅλα μέ τό ρολόι, ὅλη μέρα μέ τό ρολόι στό χέρι, ὅλα μέ τό λεπτό. Δέκα λεπτά φαγητό, δέκα λεπτά ξεκούρασι, δέκα λεπτά ἀνάγνωσι, ὅλα μέ ἀκρίβεια. Ἑσπερινός; Ὅλα τά κορίτσια μαζευόμασταν. Ἐργαζόμασταν, καί τό βράδυ συγκεντρωνόμασταν ὅλοι στόν Ἑσπερινό. Ὅ,τι δουλειά καί νά εἴχαμε, ὅσο ἐπείγουσες καί νά ἦταν οἱ δουλειές μας, πηγαίναμε στόν Ἑσπερινό. Ἔβλεπες, κάθε βράδυ βαδίζαμε μισή ὤρα ἕως τρία τέταρτα, γιά νά φτάσουμε στόν Ἑσπερινό. Ὁ πατήρ ἔκανε τήν προετοιμασία, ἔψελνε τόν Ἑσπερινό, τό Θεοτοκάριο καί μετά φεύγαμε.
  • Μιά μοναχή: Στόν ἅγιο Ἀπόστολο πηγαίνατε;
  • Γερόντισσα: Ναί, μέ τά πόδια ἀπό τή Νέα Ἰωνία! Τώρα ὅλα εἶναι στά πόδια μας· νά καί ἡ ἐκκλησία, νά καί ἡ Λειτουργία, ἀλλά φοβόμαστε τό κρύο, ὅλα τά φοβόμαστε! Ἄντε λέω, πᾶνε αὐτά τά μεγαλεῖα!
  • Μιά μοναχή: Ὁ Γέροντάς μας σᾶς χαιρέτησε, ὅταν ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος;
  • Γερόντισσα: Ναί, πως δέν μέ χαιρέτησε; Τοῦ εὐχήθηκα νά πάη μέ τό καλό καί νά ἐργασθῆ τόν Θεό. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἤμασταν μέ τό Γέροντα μαζί μέρα – νύχτα. Ὅταν ἤθελε ἡσυχία, γιά νά ἀσκήση τήν Νοερά προσευχή, ἔφευγε ἀπό τό σπίτι του καί ἐρχόταν σέ μένα. Καθόταν μέσα σ᾿ ἕνα δωμάτιο καί ἐκεῖ προσευχόταν. Ἐγώ ἔκλεινα τήν πόρτα καί ἔφευγα. Ἄλλοτε πήγαινα στήν ἐργασία μου καί ἄλλοτε στήν ἀγορά, γιά νά ψωνίσω. Ποῦ νά ἤξερα ὅτι τόν Γιαννάκη πού εἶχα στό σπίτι μου, θά τόν ἔκανα καί Γέροντά μου μετά ἀπό τόσα χρόνια! Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ βάδιζε τότε μέσα στούς δρόμους, τήν πιάναμε τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ…
Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Ορθόδοξες μοναχές.
   Κεντρική διάθεσις:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ἀπό
τόβιβλίο:«Λόγια καρδιᾶς»

COPYRIGHT2012
Ἱ.
Μ.Παναγίας Ὁδηγήτριας Πορταριᾶς Βόλου.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Εγκώμιο στην Αγία Μάρτυρα Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου)



site analysis

“Βαρβάρα, τυράννων ου κατέπτηξας απειλάς”



Εκείνο τον καιρό που βασίλευε ο ασεβής Μαξιμιανός και ηγεμόνευε ο Μαρκιανός, ήταν κάποιος τοπάρχης που λεγόταν Διόσκορος, εξαιρετικά πλούσιος, και μανιακός στην προ­σκύνηση των ειδώλων. Αυτός είχε μια μοναχογέννητη κορούλα, με το όνομα Βαρβάρα, που ξεχώριζε για την ομορφιά της κι έλα­μπε με τη σεμνότητα της συμπεριφοράς της. Έκτισε λοιπόν ένα ψηλό πύργο κι έκλεισε μέσα την παρθένο, ώστε να μην βλέπουν οι άνθρωποι τη φωτεινότητα και τη λάμψη της ομορφιάς της που ανθούσε και άστραφτε. Ζώντας λοιπόν εκεί μέσα, ήσυχη από τους έξω θορύβους, έκανε θεοσεβείς λογισμούς, τους καλλιερ­γούσε και τους έτρεφε.
agia_varvara_861
Γιατί γνωρίζει η ερημία να γίνεται μητέ­ρα λεπτών και μεγαλόπρεπων εννοιών. Μισούσε την πλάνη και την προσκύνηση των ειδώλων, επειδή οδηγούσε στην παγίδα του άδη, ενώ αποδεχόταν κι αγαπούσε την αληθινή πίστη των Χριστιανών και την ομολογία τη σεπτή της άγιας και ομοούσιας Τριάδος, επειδή ανεβάζει στους ουρανούς. Ζωγράφιζε και ξεδί­πλωνε με το νου της τους συλλογισμούς για την αθανασία της ψυχής, για τη βασιλεία των ουρανών, για την απόλαυση των αθάνατων αγαθών, για τη γέεννα και την ατελεύτητη εκεί κόλα­ση, καθώς και την άστατη και αβέβαιη περιφορά των άστατων πραγμάτων αυτού του κόσμου, κι έβλεπε πάντα με τη φαντασία της τις παρθένες με τις λαμπάδες, που ενώνονται με τον άφθαρτο νυμφίο Χριστό στην ουράνια παστάδα και απολαμβάνουν εκεί μέσα την άρρητη μακαριότητα, και γι’ αυτό λαχταρούσε και πο­θούσε κι ευχόταν να καταξιωθεί κι αυτή την πανόλβια τύχη και την ανέκφραστη χαρά και την ανεκλάλητη δόξα.
          Ενώ λοιπόν απασχολούσε το νου της η φρόνιμη κι αγνή παρθένα με τέτοιες φαντασίες, έρχεται ο πατέρας της. Επειδή πολλοί μεγιστάνες του δήλωναν ότι ποθούσαν πολύ να την κά­νουν σύζυγο και να έρθουν σε γάμου κοινωνία μαζί της, την προέτρεπε να δώσει τη συγκατάθεσή της σ’ αυτό. Αυτή όμως απέκρουε τούς λόγους αυτούς σαν ενοχλητικές φλυαρίες και κοιτά­ζοντας αυστηρά και θυμωμένη τον πατέρα της απορρίπτει ολότελα τη βλαβερή αυτή για την ψυχή συμβουλή, δηλώνοντας να μην της ξαναθυμίσει ένα τέτοιο πράγμα. Γιατί η κοπέλα θεώρησε γελοίο και τελείως ανακόλουθο, έχοντας αφιερώσει μια για πά­ντα τον εαυτό της στον ουράνιο κι αθάνατο νυμφίο κι έχοντας ενωθεί μαζί του, να υποταχτεί στον ελληνικό βόρβορο όμοια με τα σκουλήκια που σέρνονται στο βούρκο. Ο πατέ­ρας της λοιπόν που έκτιζε τότε με πολλή βιασύνη ένα λουτρό έδωσε εντολή στους τεχνίτες να κατασκευάσουν νότια δύο θυρί­δες για φωταγωγούς, κι έφυγε σε ταξίδι.
          Η Βαρβάρα όμως, δούλη της Τριάδος και νύμφη, επισκέφθηκε την οικοδομή κι ανάγκασε τους τεχνίτες ν’ ανοίξουν στο κτήριο τρεις θυρίδες. Επιστρέφοντας και γυρίζοντας η καλή κόρη στον πύργο της, βλέπει τ’ άψυχα κι αναίσθητα είδωλα, που ο Πατέρας της τιμούσε με το σεβασμό του, και πλημμυρισμένη από άγιο Πνεύμα, με ζήλο ένθεο και φλογερό φτύνει στα περιφρονημένα πρόσωπά τους λέγοντας πολύ επίκαιρα τα ψαλμικά λόγια του Δαβίδ «όμοιοι μ’ εσάς να γίνουν όποιοι σας κατα­σκευάζουν και όσοι έχουν σ’ εσάς εμπιστοσύνη». Ω μακάρια αληθινά και φιλόθεη ψυχή! Ω κόρη με φλογερή πίστη, με πίστη στολισμένη! Ω κόρη με θεία σύνεση που μυκτήρισες την αφρο­σύνη και την ανοησία του πατέρα σου! Ω θυγατέρα που έσβη­σες με το καθαρό φρόνημά σου την ανοησία και την εξαπάτηση της προμήτοράς μας Εύας! Μια μικρή προσβολή του εχθρού δέ­χτηκε εκείνη κι αμέσως άλλαξε γνώμη, ενώ αυτή όχι μόνο απέκρουσε τα θέλγητρά του με αδιαλλαξία, αλλά και τον ίδιο έφτυ­σε στο πρόσωπο φτύνοντας τα είδωλα. Γιατί την προσβολή του φτυσίματός της την απέδιδε σ’ εκείνον που ενεργούσε μέσω των ειδώλων, και σ’ αυτόν την εκτόξευσε και την κάρφωσε.
          Όταν γύρισε ο πατέρας της από το ταξίδι θύμωσε κι αγανάκτησε με τους οικοδόμους για τη μεταβολή της διαταγής του και την πρόσθεση και τρίτης θυρίδας, εκείνοι όμως μετέθεσαν την ευθύνη στην κόρη του που τους έδωσε αυτή τη διαταγή. Ζήτησε τότε να μάθει από αυτήν τον αφορμή της κατασκευής τριπλής θυρίδας· αρπάζοντας η πανεύφημη την πρόφαση που της παρουσιαζόταν επίκαιρη, θεολογούσε πανηγυρικά τη δόξα της Τριά­δος παρακινώντας τον άπιστο πατέρα της στη σωτήρια πίστη.
«Ναι, του λέει, γιατί η Τριάδα φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Γιατί το αισθητό τούτο φως τυχαί­νει να είναι κτίσμα και δημιούργημα του φωτός, που νοού­με και προσκυνούμε ως τρεις ενωμένους μεταξύ τους ήλιους, και πολύ θαμπό κι αχνό απεικόνισμα και αποσκίασμά του.
          Ο αναθρεφτής όμως της ασέβειας και συνήγορος του σκότους σαν να τον χτύπησε κατά πρόσωπο η αστραπή της τρίφωτης θεό­τητας με την τρανή και απροκάλυπτη ομολογία της πανένδοξης κόρης και τυφλωμένος μάλλον από τη σκληρή αναλαμπή, ξεχει­λίζοντας από μανία και κοχλάζοντας από θυμό, τράβηξε το ξίφος κι όρμησε ο παραλογισμένος να κατασφάξει την μοναδική κορούλα του, βγαίνοντας ταυτόχρονα έξω από τα όρια και της ευσέβειας και της φύσης, επειδή του είχε δείξει το δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσει στη ζωή του. Πραγματικά εκπληρώθηκε και στην περί­πτωση αυτή η θεία πρόρρηση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που ξεσηκώνει την κόρη και τη νύφη ενάντια στον πατέρα και στη μητέρα και την πεθερά, τα νέα δηλαδή και πρόσφατα ενάντια στα παλαιά μωρολογήματα, και που χωρίζει το χειρότερο από το καλύτερο.
Τί κάνει λοιπόν η πανένδοξη Βαρβάρα; Βλέποντας το αδιάντροπο τόλμημα του πατέρα της, τον λυπήθηκε περισσότερο για τον ανόσιο φόνο που επιχειρούσε κι ανοίγοντας με την προσευ­χή της μια πελώρια πέτρα που ήταν εκεί όρμησε ανάμεσα της στο άλλο μέρος του βουνού. Ω θαύμα! Να σχίζεται στα δύο η πέτρα και να δέχεται στην αγκαλιά της την αμνάδα, ενώ ο πατέ­ρας και διώκτης της, από την πέτρα πιο αναίσθητος, πέτρωνε πιο πολύ με την πώρωση της καρδιάς του και γινόταν σαν πέτρα σκληρή. Και ούτε το παράδοξο θαύμα μπόρεσε να μαλακώσει τη σκληρότητα κι απανθρωπιά της ψυχής του, αλλά διασχίζοντας το βουνό προσπαθούσε ρωτώντας να τη βρει. Κι αφού τη βρήκε και τη μαστίγωσε, τραβώντας την από τα μαλλιά και σέρνοντας την από το βουνό, γυρίζει πίσω και κλείνει τη μακαριστή κόρη σ’ ένα μικρό σπιτάκι. Αφού κατάγγειλε στον ηγεμόνα τα σχετι­κά με τη Βαρβάρα, την παραδίνει για να βασανιστεί, ορκίζοντας τον στους θεούς να την εξαντλήσει με σκληρά βασανιστήρια.
Αφού λοιπόν κάθισε ο ηγεμόνας στην πρώτη θέση του βήματος, πρόσταξε να φέρουν τη μάρτυρα. Όταν είδε την ανθη­ρή ομορφιά του προσώπου της, έμεινε έκπληκτος και θαύμασε το χαρούμενο βλέμμα της. Άρχισε τότε να τη δοκιμάζει με φιλο­φρονήσεις, θέλοντας να την πείσει και να την κερδίσει με κολα­κείες. Γιατί αυτό ήταν το πρώτο τέχνασμα του διαβόλου. Ή δηλαδή δοκιμάζει να γοητεύσει και να λυγίσει τον άνθρωπο με τις ηδονές και τους επαίνους, ή να τον εκφοβίσει και να τον τρο­μάξει με απειλές και βασανιστήρια. Όταν λοιπόν άδειασε όλη την πρώτη φαρέτρα του κι έβλεπε ότι η αθλοφόρος περιφρονούσε τα κοσμικά γόητρα κι όλη τη δόξα κι όλη την τρυφή της γης τη θεωρούσε σαν λουλούδι πού μαραίνεται και φυλλορροεί κι ότι μισούσε τις προτροπές και τα γητέματα του σαν δηλητήριο φιδιού κι άλλα δηλητήρια που πρέπει ν’ αποφεύγουμε, στρέφεται αμέσως στο άλλο είδος των πειρασμών. Όταν όμως είδε να πε­ριγελά το ίδιο και τις απειλές, γεμάτος θυμό, επειδή δεν πετύχαι­νε το σκοπό του, τη ρωτάει·
-Τί θέλεις λοιπόν, κορίτσι μου; Να θυσιάσεις στους θεούς, ή να πεθάνεις με σκληρές τιμωρίες;
Η μάρτυς τότε με φρόνημα σταθερό και θαρραλέα στάση με λίγα λόγια και την ευσεβή πίστη της διατρανώνει και την ανοησία των άθεων τυράννων στηλιτεύει. Και τί λέγει;
-Εγώ, του λέει, είμαι έτοιμη να θυσιάσω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον ποιητή του ουρανού και της γης και της θάλασσας κι όλων όσα περιέχουν. Τους δικούς σας θεούς πολύ σωστά τους περιγέλασε ο προφήτης λέγοντας· «στό­μα έχουν και δεν θα μιλήσουν· έχουν μάτια αλλά δεν θα δουν· μύτες και δεν θα νιώσουν μυρωδιά· χέρια έχουν και δεν θα πιάσουν· πόδια θ’ αποκτήσουν, αλλά δεν θα περπατήσουν· δεν θα βγάλουν φωνή από το λάρυγγά τους. Είθε να γίνουν όμοιοι τους όσοι τα πράττουν αυτά, κι όλοι όσοι έχουν πιστέψει σ’ αυτούς». Γιατί όπως τους έχετε αποδώσει το σεβαστό όνομα του θεού ψευδώνυμα, έτσι μένουν άμοιροι και ορφανοί από τη ζωτική ενέργεια.
Κυριευμένος από κατάπληξη ο βουτηγμένος στο μίασμα και θρασύτατος ηγεμόνας με θυμό που κόχλαζε προστάζει να γυ­μνώσουν τη μάρτυρα και να ξεσκίσουν αλύπητα τις σάρκες της με τα βούκεντρα και να σκουπίζουν τις πληγές που θα της κά­νουν με υφάσματα και κουρέλια από τρίχα, ώστε να κοκκινίσει από το αίμα όλο το σώμα της. Ω η σεπτή και ιερή ομολογία σου, Βαρβάρα του Χριστού καλλίνικη μάρτυς, που έκανες χωρίς φόβο και δειλία μπροστά σε όλους με τη χάρη του Πνεύματος και θεολόγησες, ώστε ν’ ακούν άνθρωποι και οι άγγελοι που έβλεπαν την άθλησή σου και οι δαίμονες που αόρατα συστρατεύονταν εναντίον σου με τους ορατούς αντιπάλους.
agiavarv
Σε έγραψε ο Κύριος στα βιβλία του ουρανού και σε ομολόγησε μπροστά στον αρχίφωτο και θεαρχικό Πατέρα του και πάλι θα σπεύσει να σε ομολογήσει και να σε ανακηρύξει. Ω η γενναιότατη υπομονή και καρτερία σου, με την οποία κατατρόμαξες τον διάβολο και τους αποστάτες αυτού δαίμονες, κι έκανες τους αγίους αγγέλους να σε θαυμάσουν και να σ’ επαινέσουν, με την οποία διάλυσες σαν αράχνη την πλάνη των ειδώλων, και κραταίωσες κι επιβεβαίωσες την αληθινή πίστη.
Βλέποντας ο δικαστής πόσο αμετακίνητη και καρτερική ήταν η αγία, προστάζει να τη ρίξουν στη φυλακή, ώσπου να σκεφτεί με τι οδυνηρότερα βασανιστήρια να τη βασανίσει. Τα μεσά­νυχτα όμως της ημέρας εκείνης την περιέλαμψε ένα υπέρλαμπρο φως, μέσα στο οποίο ξεχώριζε ολόλαμπρος ο Κύριος της δόξας παρηγορώντας τη μεγάλη οδύνη και λύπη που φαινόταν στο πρό­σωπό της και στηρίζοντάς την με λόγια ενθαρρυντικά στους μελ­λοντικούς αγώνες της με τα λόγια·
-Έχε θάρρος, Βαρβάρα, γιατί μεγάλη χαρά θα συμβεί στον ουρανό και τη γη για την άθλησή σου. Μη φοβάσαι τις απειλές του τυράννου, ούτε να τις υπολογίζεις. Εγώ είμαι μαζί σου και θα σε απαλλάξω από όλα τα τραύματα που σου προξενούν.
Κι ευθύς εξαφανίστηκαν οι πληγές από το σώμα της. Έπειτα από αυτά τα λόγια, έφυγε πάλι στους ουρανούς των ουρανών ο Κύριος. Είχε δοκιμάσει μεγάλη αγαλλίαση η γνήσια μάρτυς και δούλη του Χριστού και γέμιζε με ευφορία ψυχής και χαρά κι ευ­φροσύνη για την ενθάρρυνση του Χριστού. Κι αληθινά δικαιο­λογημένα είχες χαρεί, ω τρισευτυχισμένη κόρη! Γιατί η αιτία της χαράς σου είναι η μόνη αληθινή ευφροσύνη και ψυχική ικα­νοποίηση αναλλοίωτη κι αναφαίρετη. Ω τα καλότυχα στ’ αλή­θεια μάτια σου, που αξιώθηκαν να δουν τον Κύριο που δεν τολ­μούν ν’ ατενίσουν στον ουρανό τα Χερουβίμ και τα πολυόμματα τάγματα!
Ω αυτιά τρισόλβια, που δέχτηκαν τον ήχο από τα λό­για του Θεού! Ω αξιαγάπητη ψυχή και τρισευτυχισμένη που την παρηγόρησε με λόγια από το ίδιο του το στόμα ο Δεσπότης των ουρανίων και επιγείων και Θεός κάθε παρηγοριάς! Εσύ όντας μέσα στη σάρκα ακόμα, η νύφη του Χριστού, ως απόδειξη όλης της προίκας σου έχεις δεχτεί τον αρραβώνα της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό τη δοκιμασία των αλγεινών τη θεώρησες και τη λόγιασες σαν βέλη νηπίων ή δαγκώματα ψύλλων, ενώ γοη­τευμένη από τον έρωτα του Χριστού που σου φανερώθηκε και με στερεά ψυχή έλεγες· «ποιος θα με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Η θλίψη ή η στενοχώρια ή η πείνα ή ο διωγμός ή οι μά­στιγες ή οι κίνδυνοι; Έχω πειστεί ότι ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος ούτε άγγελος ούτε τα παρόντα ούτε τα μελλοντικά ούτε κανένα άλλο πλάσμα θα μπορέσουν να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού».
Το πρωί οδηγήθηκε η μάρτυς στο βήμα, με σχετική προστα­γή του άρχοντα. Όταν είδε ότι τα χτυπήματα είχαν εξαφανιστεί και το σώμα της ήταν απείραχτο και ακέραιο χωρίς την παραμι­κρή αμυχή, λέει ο φρενοβλαβής και φρενοπαρμένος·
-Βλέπεις πως οι θεοί σε θέλουν δική τους και σ’ αγαπούν, αφού θεράπευσαν και τις πληγές σου.
Η μάρτυς αφού γέλασε με την παραφροσύνη και την κατάπληξη και τη σύγχυση εκείνου, του αποκρίθηκε.
 -Οι θεοί σου είναι όμοιοι μ’ εσένα, κουφοί, τυφλοί αναίσθη­τοι κι ασάλευτοι, αδύναμοι να βοηθήσουν τον εαυτό τους· πώς θα μπορούσαν λοιπόν να θεραπεύσουν εμένα που αφα­νίζω την ματαιότητά τους που ξεγελά τον κόσμο; Αυτός που με θεράπευσε είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού που ζει, τον οποίο εσύ με τα βέβηλα μάτια σου και την πωρωμένη ψυχή δεν είσαι άξιος να δεις.
Σαν θηρίο αναμμένος από το θυμό με αυτά τα λόγια ο βρομερός προστάζει να ξύσουν βαθιά τα πλευρά της και να βάλουν στις πληγές της αναμμένους δαυλούς και να χτυπούν με σφυρί το κε­φάλι της όπως το αμόνι.
Εκείνη τότε, αφού έστρεψε το βλέμμα της στον ουρανό, είπε: «Εσύ, Κύριε, καρδιογνώστη, γνωρίζεις ότι ήρθα σ’ εσένα επειδή σε ποθούσα· μη μ’ εγκαταλείψεις ως το τέλος.
Υπέφερε λοιπόν η γενναία μάρτυς του Χριστού κι αυτό το μαρ­τύριο με γενναιότητα, ξεπερνώντας όχι μόνο τη γυναικεία αδυ­ναμία, αλλά και την ανθρώπινη φύση. Πώς θα μπορούσε να υπομείνει καρτερικά τόσες κακώσεις και σκληρές και επώδυνες τι­μωρίες, αν δεν είχε ξεπεράσει αυτό το σώμα της ταπείνωσης με τη δύναμη του Πνεύματος που την τόνωνε και τη δυνάμωνε αόρατα;
Αλλ’ ούτε με όλα αυτά που έγιναν χόρτασε ο υπηρέτης και συνήγορος του διαβόλου, αλλά στρέφει τη γόνιμη σε κακία διάνοιά του σε άλλο είδος βασανιστηρίων, έχοντας θρονιασμένο μέσα του της κάθε κακίας τον αρχηγό δράκοντα και γεννήτορα και εφευρέτη, που από την αρχή στάθηκε ανθρωποκτόνος και μι­σάνθρωπος. Πρόσταξε λοιπόν, λένε, ο ηγεμόνας να κοπούν με το ξίφος οι μαστοί της μάρτυρος. Την ώρα εκείνη που κόβονταν οι μαστοί της, η αμνάδα του Χριστού έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό και έλεγε: «Μη με απορρίψεις μακριά από το πρόσωπό σου και μη πάρεις από εμένα το άγιό σου Πνεύμα».
Κι αυτή λοιπόν την πληγή τη δέχτηκε η μάρτυς με καρτερία και ευχαριστώντας. Έχεις άραγε, παγκάκιστε δαίμονα, κρυμμένη σαν θησαυρό στα βάθη της ψυχής σου κι άλλη επινόηση κακίας χειρότερη απ’ αυτή; Σου έχει άραγε απομείνει ή θεωρείς καμιά κακοποίηση οδυνηρότερη για τη γυναικεία φύση; Δεν απόκαμε ο νους σου προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει βασανιστήρια για τη μάρτυρα; Πρόσθεσε, αν νομίζεις, κι άλλα. Θα βρεις απέναντι σου διαμάντι ή καλύτερα ψυχή που δεν ραγίζει, κι από αυτό το διαμάντι στερεότερη, αμόνι ικανό να ανταποδίδει τα χτυπήματα από τα σφυριά σου· «είναι σκληρό για σένα να κλωτσάς τα καρ­φιά».
Γιατί όσο πληθαίνεις τις τιμωρίες, τόσο αυξάνεις και χωρίς να θέλεις τα στεφάνια για τη μάρτυρα και πανεύφημη κόρη και χωρίς να το θέλεις θα της προσφέρεις τα έπαθλα της νί­κης λαμπρότερα. Ενώ για τον εαυτό σου, καθώς θα νικιέσαι και θα πέφτεις και θ’ ανατρέπεσαι θα πληθύνεις την αισχύνη σου νι­κημένος και τρεπόμενος σε φυγή ύστερα από κάθε αγώνα και επίθεσή σου, και θα σωρεύσεις περισσότερα και τ’ αναμμένα κι άσβηστα κάρβουνα και τ’ ατελεύτητα βασανιστήρια στο γεμάτο από κάθε κακία κεφάλι σου.
Αλλά μου προξενεί θαυμασμό και ο απάνθρωπος κι αποθηριωμένος τρόπος του σαρκικού γονιού της μακαριστής, ξένος από το ευσεβές πνευματικό φρόνημα και μακριά από την πατρι­κή στοργή. Αληθινά κι αυτά τα άλογα θηρία, άσπλαχνε πατέρα, τα ξεπέρασες με την απανθρωπιά σου. Γιατί εκείνα υπερασπίζονται τα παιδιά τους μέχρι θανάτου αν βλέπουν να θέλει κάποιος να τα βλάψει, ενώ εσύ της δικής σου, μοναδικής κόρης, βλέπο­ντας χωρίς λύπη να κατακόβουν με το σπαθί τα γυναικεία μέλη που πηγάζουν το γάλα της ζωής, δεν ντράπηκες καν την προσβολή κατά της φύσης ούτε και λύγισες μπροστά στις τόσες πληγές έχοντας πέτρινη καρδιά κι αναίσθητη.
Αλλά γιατί θαυμάζομε, αδελφοί μου, τους μολυσμένους κυ­ριολεκτικά από την πλάνη της ασέβειας και παραδομένους στη βακχική μανία του Σατανά; Γιατί, όπως οι καλλίνικοι μάρτυρες, αφού με την αγάπη τους προς το Χριστό έλαβαν το θειο Πνεύμα και νίκησαν και ξεπέρασαν τη φύση, βρέθηκαν μέσα στα υπερφυσικά, έτσι ακριβώς και οι διώκτες του Χριστού και τούτων, γεμάτοι όντας από το πονηρό πνεύμα και υποδουλωμένοι στη δύ­ναμη της αποστασίας, ξεγλίστρησαν κι αυτοί και ξέπεσαν έξω από τη φύση, όχι βέβαια στο καλύτερο, αλλά στο χειρότερο.
Κι όπως εκείνοι ανυψώθηκαν πάνω από την ανθρώπινη κατάσταση, τόσο περισσότερο κι αυτοί βούλιαξαν πιο κάτω από αυτήν κι έγιναν όμοιοι με τους ανθρωποκτόνους δαίμονες. Και είναι πολύ φυσικό. Γιατί όποιοι προσέρχονται στο Χριστό, μιμούνται με την ίδια την αρετή το Χριστό, όσοι όμως υποδούλωσαν τον εαυτό τους στο ζυγό του διαβόλου, γίνονται κατά κάποιο τρόπο παρόμοιοι κι εφάμιλλοι μ’ αυτόν. Αλλά ας δούμε τι σοφίζεται πάλι και μηχανεύεται ο αντίδικος κι αντίπαλος μας μέσω των ιδίων των υπασπιστών του εναντίον της σεμνής και φρόνιμης παρθένας.
Βλέποντας δηλαδή ότι υποφέρει τις κακοποιήσεις του σώματος και τις υπομένει με ανδρεία, χρησιμοποιεί ένα αφόρητο βασανισμό της ψυχής κι άξιο, όπως νομίζει, να της προκαλέσει ντροπή. Κι είναι τέτοιος στ’ αλήθεια και βαρύτερος από τους προηγούμενους. Το να πάσχει όμως κανείς για χάρη του Χρι­στού, ακόμα κι αν φαίνεται κάτι πως έχει κάτι το επονείδιστο και άσχημο, είναι ωστόσο από κάθε καλλωπισμό ευγενικότερο και ωραιότερο και αξιοπρεπέστερο. Προστάζει λοιπόν, όπως λέ­γεται, ο ηγεμόνας να την διαπομπεύσουν γυμνή σ’ όλη εκείνη την περιοχή και να τη μαστιγώνουν ταυτόχρονα με ανυπόφορα μαστιγώματα.
agia-barbara-eikova
Γνωρίζετε οπωσδήποτε, αγαπητοί μου, πόση ντροπή και συστολή προκαλεί το πράγμα στις παρθένες και μά­λιστα στις όμοιες με την οσία αυτή κόρη, που, όπως θα λέγαμε, ούτε ο ήλιος δεν μπόρεσε ν’ απολαύσει ικανοποιητικά το θέαμά της πρωτύτερα. Και δεν τους υποχρέωσε να τη γυρίσουν σε μια μόνο αγορά και πλατεία, ή και σε δύο έστω, αλλά να τη γυρίσουν στα χωριά και τις πόλεις και τους δήμους. Γιατί είπε να τη γυρί­σουν σ’ όλη εκείνη την περιοχή. Πράγματι αυτή η δοκιμασία εί­ναι για τις ντροπαλές και σεμνές κοπέλες πολύ βαρύτερη και δυσκολότερη από νόθε πόνο φωτιάς και μαστιγώματος.
Υπόμεινε όμως κι αυτή τη ντροπή για χάρη της αγάπης και του έρωτά της προς το Χριστό, που υπέμεινε για χάρη μας το σταυρό και καταφρόνησε τη ντροπή. Γιατί, αφού πριν από το φόρεμά της η παρθένα είχε αποβάλει τον παλαιό άνθρωπο με τα πάθη του στα οποία συγκαταλέγεται και η ντροπή του είδους αυτού, γι’ αυτό ούτε καν σκέφτηκε πως έκανε κάτι κακό. Αλλά, όπως μέσα στον παράδεισο οι πρωτόπλαστοι πριν από τα πάθη της αμαρτίας ζούσαν γυμνοί και δεν ένιωθαν ντροπή, όταν όμως με την παρακοή κινήθηκαν μέσα τους τα πάθη νόμισαν ότι ασχημονούσαν, αν δεν έντυναν τη γύμνια τους με φύλλα συκής, έτσι και η παρθένα αυτή επιστρέφοντας σ’ εκείνη την κατάσταση την πριν από την αμαρτία, μαζί με τ’ άλλα πάθη ξεντύθηκε και τη ντροπή. Αλλά όμως για να μη θελήσουν να περιγελάσουν οι μιαροί βλέποντας να περιφέρεται χωρίς κάλυμμα το πανίερο σώμα της, στρέφοντας τα βλέμματά της στον ουρανό είπε: Κύριε, εσύ που περιβάλλεις τον ουρανό με τα σύννεφα, σκέπασέ μου το σώμα το γυμνωμένο για χάρη σου, για να μην το βλέπουν τούτοι οι ασεβείς.
Μόλις είπε αυτά τα λόγια, έστειλε ο Κύριος άγγελό του και την έντυσε με λευκή στολή, και έτσι περιφερόταν σαν νύφη στολι­σμένη και καλλωπισμένη, από το πατρικό της σπίτι στην καταστόλιστη νυφική παστάδα πήγαινε με φρουρά τιμητική σε πο­μπή γιορτινή, στεφανωμένη με το διάδημα του μαρτυρίου και σημάδια της άθλησής της για χάρη του Χριστού, στολισμένη με τη ματωμένη πορφύρα και ξεχωρίζοντας με λάμψη ανώτερη από των μαργαριταριών και των σμαραγδιών και των υακίνθων και των πολυτίμων πετραδιών των δεμένων με το χρυσάφι. Ω θαύ­μα! Οι παθιασμένοι αυτοί και φίλοι της ηδονής, χωρίς καθόλου ντροπή και σεβασμό, περικύκλωναν ολόγυμνες τις παρθένες που αθλούσαν για χάρη του Χριστού, για να τις γελοιοποιήσουν, όπως νόμιζαν, και μαζί να ικανοποιήσουν το πάθος της ακόλαστης όρασής τους. Ο Χριστός όμως, αφού έντυσε την αθλήτριά του από πάνω ως κάτω με το φόρεμα της χάριτός του, την εξασφάλισε από το κοίταγμα των ασελγών και βρομερών εχθρών, απέδειξε άπρακτη την επινόησή τους και τους έβγαλε από τις προσδοκίες τους παραπλανώντας τους.
Αφού τη γύρισαν σ’ όλη εκείνη την περιοχή, την οδήγησαν σε μια κωμόπολη, όπου βρήκαν και τον ηγεμόνα. Μη γνωρίζο­ντας λοιπόν ο ηγεμόνας τι άλλο να της κάνει, γιατί όλη η εφευρετικότητά του στάθηκε άχρηστη κι ανώφελη κι οι ελπίδες του δεν πραγματοποιούνταν, βγάζει απόφαση για την πολύαθλη μάρ­τυρα να τη θανατώσουν με αποκεφαλισμό. Ο πατέρας της τότε κυριαρχημένος από πολύ θυμό κι εγκυμονώντας μέσα του τον ίδιο τον απ’ αρχής ανθρωποκτόνο διάβολο, για να φανεί ότι πρόσφερε τέλεια λατρεία στα βδελυρά είδωλα που προσκυνούσε ή μάλλον στα πνεύματα της πονηριάς και τους δαίμονες που ενεργούσαν μέσω αυτών, τραβώντας το ξίφος του, την ανέβασε στο όρος, ποθώντας και θέλοντας να εκτελέσει ο ίδιος με τα ίδια του τα χέρια το φοβερό έγκλημα.
Γεμάτη χαρά η ωραία και καλή περιστέρα δέχτηκε τη σφαγή της για χάρη του Χριστού κι έπεσε σε προσευχή και ικεσία. Γιατί έτρεχε προς το βραβείο της κλήσης της στον ουρανό και βιαζόταν ν’ ανέβει στα ουράνια. Αλλά δεν εμποδίζει καθόλου ν’ ακούσουμε τα ίδια τα λόγια της προσευχής της μάρτυρος, για ν’ αγιάσουμε μ’ αυτά και την ακοή μας:
«Άναρχε, αχειρόπλεχτο στεφάνι των μαρτύρων, Κύριε Ιη­σού Χριστέ, εσύ που άπλωσες τον ουρανό και θεμελίω­σες τη γη, εσύ που τις αβύσσους περιέκλεισες και περι­τείχισες τη θάλασσα, εσύ που πρόσταζες τα σύννεφα που φέρνουν τη βροχή να βρέχουν σε κακούς και αγαθούς, που περπάτησες πάνω στη θάλασσα σαν να ήταν στεριά χωρίς να βρέξεις τα πόδια σου, που επιτίμησες τον άνεμο και τη θάλασσα κι έφερες τη γαλήνη, γιατί όλα, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, υπακούουν στο πρόσταγμά σου, γιατί είναι έργα σου, κάνε, Κύριε, αυτή την αίτησή μου και δώσε τη χάρη σου στη δούλη σου, ώστε, όποιος με μνημονεύει στο όνομα το άγιο το δικό σου και τελεί τη μνήμη των ημερών του μαρτυρίου μου, Κύριε, να μη θυμηθείς τις αμαρτίες του κατά την ημέρα της κρίσης, αλλά να φανείς σ’ αυτόν σπλα­χνικός. Γιατί γνωρίζεις, Κύριε, ότι είμαστε σάρκα και αίμα, έργο των αχράντων χεριών σου.
Κι αφού είπε το «Αμήν» πάλι προσευχήθηκε και είπε:
«Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, ο δημιουργός κάθε πνοής και κάθε σάρκας, ο ιατρός κάθε αρρώστιας και κάθε ασθέ­νειας, δώσε στη δούλη σου τη χάρη, σε όσους προσέλθουν στον τόπο όπου θα βρίσκεται το λείψανό μου και αναβλύζουν τα αγιασμένα νερά, να δωρίσεις την ίαση της ψυχής και του σώματος, ώστε και μ’ αυτά να δοξάζεται το πανάγιό σου όνομα μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύ­μα».
Κι αφού είπε το «Αμήν», ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Έλα, εσύ η αθλοφόρος μου που αγίασες, αναπαύου στα ουράνια δώματα του Πατέρα μου. Όσα κι αν ζήτησες, τα έλαβες δώρο από έμενα».
Όταν τα άκουσε αυτά η μακάρια μάρτυς του Χριστού, ήρθε στο μέρος που την έσερνε και αποκεφαλίστηκε από το ξίφος του πα­τέρα της, στον ίδιο τόπο μαζί με την αγία Ιουλιανή. Κατεβαίνο­ντας όμως ο πατέρας της Διόσκορος από το βουνό, έπεσε φωτιά από τον ουρανό και τον κατέφαγε, ώστε ούτε η στάχτη του να φαίνεται ούτε να βρεθεί ο τόπος όπου έπεσε.
Πράγματι καλό τέλος έβαλε η αγία στο μαρτύριό της. Γιατί την προσευχή έβαλε μπροστά στους άθλους της και την προσευ­χή πάλι έστησε κορωνίδα σ’ αυτούς. Και ποιό είναι το περιεχό­μενο της προσευχής; Ζήτησε ο νυμφίος της Χριστός να φανεί σπλαχνικός σε όσους επιτελούν τη μνήμη της, και να τους δώσει την άφεση των σφαλμάτων και την ίαση των νοσημάτων τους. Εκείνος, αφού δέχτηκε την παράκληση, υπόσχεται να εκπληρώσει την επιθυμία της και με την ίδια του τη φωνή την πληροφο­ρεί και της δίνει τη διαβεβαίωση. Εκείνη έσκυψε τον αυχένα της ολόψυχα στο ξίφος, ενώ ο παιδοκτόνος πατέρας έδωσε το χτύπημα δίχως έλεος.
Αυτή με συνοδεία από δορυφόρους οδηγούνταν στις ουράνιες κατοικίες και σε ετοιμασμένη ανάπαυση, ενώ εκείνος κατέβαινε στα τάρταρα και τους κόλπους του άδη και στα ζοφερά δώματά του και την ετοιμασμένη κόλαση. Εκεί­νη είχε φωτεινούς αγγέλους να οδηγούν τα βήματά της στο ανέβασμά της, ενώ εκείνος είχε δαίμονες αγέλαστους και φοβερούς που τον έσερναν χωρίς τη θέλησή του στον γκρεμό.
( Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Ε.Π.Ε, Έργα, τ. 9, σ. 379-405, αποσπάσματα)

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Η Αγία Παρθενομάρτυς Καικιλία, προστάτις της μουσικής τέχνης



site analysis


Η Αγία Καικιλία (ή Κικιλία), η προστάτις της (Εκκλησιαστικής) μουσικής τέχνης εγεννήθη στην Ρώμη κατά τις αρχές του τρίτου αιώνος από γονείς ευγενείς (ανήκαν στην ευγενή τάξη των «Καικιλίων») και πλουσίους πλήν όμως ειδωλολάτρες. Από νεαράς ηλικίας εβαπτίσθηκε Χριστιανή και διέθετε το χρόνο της στην προσευχή, την μελέτη των Θείων Γραφών και την ελεημοσύνη. Ακολουθούσε ασκητική πρακτική στην ζωή της νηστεύοντας, αγρυπνώντας και φορώντας τρίχινο ένδυμα για να δαμάζει τις κινήσεις της σαρκός.
kekilis23
Το μαρτύριο των Αγίων Καικιλίας και της συνοδείας αυτής, Μηνολόγιον Βασιλείου Β’, φ. 201.
Η ψυχή της διακατεχόταν από τον ιερό πόθο να φυλάξει την αγνότητά της και να αφιερωθεί στον Χριστό, τον εκλεκτό Νυμφίο της καρδιάς της. Όλα αυτά όμως εγίνοντο εν αγνοία των γονέων της οι οποίοι όταν ήλθε σε νόμιμη ηλικία και παρά την θέλησή της την αρραβώνιασαν με ένα νέο ονόματι Βαλεριανό που ήταν ειδωλολάτρης. Αυτή όμως η μακαρία αντί να του προσφέρει την συναισθηματική αγάπη, του απεκάλυψε ένα μυστήριο, ότι δηλαδή Άγγελος Κυρίου εφύλασσε ζηλότυπα την παρθενία της και ότι θα αξιωνόταν και εκείνος να τον δει, μόνον εάν δεχόταν την σφραγίδα του Αγίου Βαπτίσματος.
Κατ’εκείνα τα χρόνια οι χριστιανοί εβρίσκοντο ακόμη υπό διωγμόν. Έτσι ο πάπας της Ρώμης Άγιος Ουρβανός τελούσε τα καθήκοντά του κρυφά και κρυφά εβάπτισε τον καλόγνωμο Βαλεριανό. Όταν εκείνος γεμάτος χαρά επέστρεψε στο σπίτι βρήκε την Καικιλία να προσεύχεται μαζί με ένα ολοφώτεινο Άγιο Άγγελο. Ο απεσταλμένος λοιπόν του Θεού τους εστεφάνωσε με στέφανο δόξης και αφθαρσίας και τους προέτρεψε στο εξής να χωρίσουν για την αγάπη του Χριστού και να ακολουθήσουν τον βίο της εγκρατείας και της σωφροσύνης. Η διάνοια του Βαλεριανού εφωτίσθηκε τόσο ώστε επεθύμησε να δει και τον αδελφό του Τιβούρτιο στολισμένο με κάθε δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Βαπτίσθηκε λοιπόν και ο Τιβούρτιος αφού μετενόησε και εξαγορεύθηκε τα βάρη της ψυχής του∙ χάρη δε στην μετάνοιά του αξιώθηκε πολλές φορές να δει Αγίους Αγγέλους και να συνομιλήσει μαζί τους.
kekilia25
Έργο Σπυριδούλας Δεγαΐτη, κτήμα του γράφοντος (Αρχιμ, Δημητρίου Καββαδία).
Ωστόσο οι διωγμοί εναντίον των Χριστιανών εντάθηκαν όταν την διοίκηση της πόλεως ανέλαβε ο έπαρχος Τούσκιος Αλμάτιος. Οι χριστιανοί μαρτυρούσαν με φρικτό τρόπο και με διάταγμα του επάρχου δεν είχαν δικαίωμα ταφής. Όμως οι δύο άνδρες και η Αγία περιφρονούσαν το διάταγμα και με κίνδυνο της ζωής τους την μεν νύκτα περιποιούνταν τα σώματα των μαρτύρων και τα έθαβαν προσευχόμενοι την δε ημέρα συμπαραστέκονταν παντοειδώς στους διωκόμενους ομοπίστους τους που εκρύβοντο. Ο Βαλεριανός και ο Τιβούρτιος όμως έγιναν αντιληπτοί και συνελήφθησαν. Η Αγία τους επισκέφθηκε στην φυλακή, προσευχήθηκε μαζί τους και τους ενθάρρυνε να μην εγκαταλείψουν το μαρτύριο για να κερδίσουν την προσωρινή ζωή τους και να επιδιώξουν το τέλος τους για να κερδίσουν την αιωνιότητα. Οι δύο νέοι καταδικάστηκαν σε αποκεφαλισμό. Την ποινή εκτέλεσε ο δήμιός τους καπικλάριος (ή καπηλάριος) Μάξιμος αφού τους οδήγησε σε ειδωλολατρικό ναό για να θυσιάσουν μήπως και σώσουν την ζωή τους. Κατά την ώρα του αποκεφαλισμού τους και καθώς έμενε εκστατικός από το θάρρος και την γενναιότητα των δύο αυταδέλφων μαρτύρων, είδε ανεωγμένους τους ουρανούς και πλήθος Αγίων Αγγέλων να παραλαμβάνουν τις ψυχές των Μαρτύρων και να τις οδηγούν ψάλλοντας στον ουρανό. Τότε υπέστη στην ψυχή του την καλήν αλλοίωσιν και αφού πίστευσε ολόθερμα στον Ιησού Χριστό, μαρτύρησε για να λάβει την δόξα των Αγίων Βαλεριανού και Τιβουρτίου που εζήλωσε να αποκτήσει. Το παράδειγμά του ακολούθησε η συνοδεία του και πλήθος ειδωλολατρών που παρακολουθούσαν το μαρτύριο. Την νύκτα εκείνη η Καικιλία ετέλεσε και πάλι το θεάρεστο έργο της προβαίνοντας στον ενταφιασμό του μνηστήρος της και του αδελφού του.
Με τον ίδιο αμείωτο ζήλο συνέχισε την ιεραποστολική διακονία της στην Ρώμη, θάβοντας τους Αγίους Μάρτυρες, διανέμοντας την περιουσία της στους πτωχούς και διαδίδοντας τον λόγο του Θεού. Επάνω της έφερε πάντοτε ένα Άγιο Ευαγγέλιο, το οποίο κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη της χρησίμευε «προς αμυντήριον αυτής και φυλακτήριον».
Η Αγία συνέχιζε την αποστολή της όπως και ο έπαρχος το αποτρόπαιο έργο του. Κάποτε λοιπόν που συγκέντρωνε τα υπάρχοντα των θυμάτων για να τα δημεύσει, ανεκάλυψε την χριστιανική ταυτότητα της παρθένου. Διέταξε αμέσως την σύλληψη και μαστίγωσή της. Η πίστη της στον Θεό, η καρτερία , το αμείωτο θάρρος της και η προσευχή για τους δημίους της προβλημάτισαν πολλούς από τους παρόντες ώστε κατ’εκείνη την νύκτα ο πάπας Ουρβανός βάπτισε τετρακόσια άτομα.
kekilia22
Πίνακας του 10 Blanchard Jacques (17ος αι.).
Στην συνέχεια ο Αλμάτιος διέταξε να δέσουν μαρμάρινη πλάκα στο στήθος της για να πεθάνει από ασφυξία, όμως δεν πέτυχε τον σκοπό του. Μανιασμένος τότε την έκλεισε στο βαλανείο (λουτρό) της οικίας της και διέταξε να την ρίξουν σε πυρακτωμένο λέβητα. Το μαρτύριο αυτό κράτησε τρεις ημέρες αλλά η Αγία εξήλθε πάλι σώα και αβλαβής. Έτσι διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Ο δήμιος την έσφαξε μπήγοντας ανελέητα το μαχαίρι του επί τρεις φορές στον παρθενικό λαιμό της χωρίς να καταφέρει να την θανατώσει. Η Αγία αιμορραγώντας έζησε ακόμη τρεις ημέρες, ενισχύοντας τους χριστιανούς με την προσευχή της. Εκείνοι δε με ιδιαίτερη ευλάβεια άλειφαν με το τίμιο αίμα της υφάσματα με τα οποία ετελέσθησαν πάμπολλα θαύματα σε όσους «σταυρώνονται» με αυτά.
Δοξάζοντας τον Κύριο, παρέδωσε το πνεύμα της την 22α Νοεμβρίου του 230 επί Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Σεβήρου και Επάρχου Τουσκίου Αλματίου (ή του 288 επί Αυτοκράτορος Διοκλητιανού κατ’άλλους).
kekilia28
Η Σαρκοφάγος με το λείψανο της Αγίας Καικιλίας.
Το λείψανο της Αγίας Καικιλίας, παρέλαβαν αμέσως ευλαβείς χριστιανοί που ευεργετήθηκαν από την προσευχή της και είδαν από κοντά το μαρτύριό της και το ενταφίασαν με ιδιαίτερες τιμές στην Κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου αφού το ενέδυσαν με χρυσοΰφαντο χιτώνα, μανδύα και καλύπτρα και τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από κυπαρισσένιο ξύλο.
Μετά την λήξη των διωγμών ανηγέρθη επ’ονόματι της Αγίας Βασιλική στην θέση του μαρτυρίου της (στο βαλανείο της οικείας της) από τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Το έτος 817 ή 821 ο ορθόδοξος Πάπας Ρώμης Πασχάλης ο Α’, θέλησε να αναστηλώσει τον Ναό και να τον εξωραΐσει κινούμενος από ευλάβεια για την μορφή, το μαρτύριο και την θαυματουργία της Αγίας. Στόχος ήταν να ανεύρει τα λείψανά της και να τα εναποθέσει στον ανακαινισμένο Ναό αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει τον τάφο της. Ο Πάπας επιδόθηκε σε εκτενή προσευχή και η Αγία του εμφανίσθηκε σε όνειρο υποδεικνύοντάς του τον ιερό τόπο του ενταφιασμού της. Τότε ο Πάπας με την συνοδεία του έσπευσε στην Κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου, στην κρύπτη των Παπών, όπου εκστατικοί ανεκάλυψαν το αδιάλυτο και ευωδιάζον λείψανο της Αγίας Καικιλίας ως και τους σκελετούς των συμμαρτυρησάντων μετ’αυτής Βαλεριανού, Τιβουρτίου και Μαξίμου. Με ιδιαίτερη ευλάβεια συνέστειλαν τα ιερά λείψανα και τα απέθεσαν με τιμές κάτω από την Αγία Τράπεζα του Ναού όπως και το λείψανο του Αγίου Ουρβανού εντός του ιδίου Ναού.
kaikilia34
Ψηφιδωτό στην αψίδα της Βασιλικής του Trastevere (η Αγία διακρίνεται στα αριστερά).
Επίσης το έτος 1599 ανεκομίσθησαν εκ νέου τα ιερά λείψανα της Αγίας Καικιλίας και της συνοδείας της. Τότε ο Καρδινάλιος Σφονδράτο με την στήριξη του Πάπα Κλήμεντος του Η’ προέβη σε μερική αναστήλωση της Βασιλικής της Αγίας. Κατά την διάνοιξη του δαπέδου κάτω από την Αγία Τράπεζα βρέθηκαν οι δύο σαρκοφάγοι  με τα λείψανα όλων των Αγίων. Η μια βέβαια περιείχε το αδιάφθορο και ευωδιάζον μικρού αναστήματος λείψανο της Αγίας σε πλάγια θέση και καλυμμένο με ολόσωμη μεταξωτή μπόλια.
Η Αγία είχε μαρτυρήσει προ 1422 ετών και μαζί με το άφθαρτο σκήνωμά της εσώζοντο άσηπτα τα χρυσοΰφαντα ενδύματά της, ο αιματοβαμμένος χιτώνας της και το κυπαρισσένιο φέρετρό της ενώ διακρινόταν η θανάσιμη μαχαιριά στον λαιμό της, το όμορφο πρόσωπό της καθώς και τα τρία δάκτυλα της μιας παλάμης της απλωμένα και της άλλης ήταν τα δύο (δείχνοντας την πίστη στην Αγία Τριάδα και τις δύο φύσεις του Χριστού) κατά τις τελευταίες επί γης ώρες της που δεν μπορούσε να μιλά.
kekilia29
Πίνακας του Vouet Simon (1626).
Ενθουσιασμένος ο Πάπας έδωσε εντολή να εκτεθεί το λείψανο της Αγίας σε προσκύνημα μέχρι την μνήμη της στις 22 Νοεμβρίου σε διακοσμημένο τετραπόδιο. Ακολούθως μετά την λαμπρή λειτουργία στην μνήμη της και ενώπιον του Πάπα, 42 Καρδιναλίων, πολιτικών και διπλωματικών αρχών διαφόρων χωρών, το σκήνωμα τοποθετήθηκε στο κυπαρισσένιο φέρετρο και αυτό σε αργυρόγλυπτη λάρνακα η οποία ενταφιάσθηκε κάτω από την Αγία Τράπεζα εκ νέου.
Ο φημισμένος ανά την Ευρώπη γλύπτης Stephano Maderno (1576-1636) με την εντολή του Πάπα έφτιαξε το άγαλμα της Αγίας-αριστούργημα γλυπτικής-που παρουσιάζει το λείψανο της Αγίας στην στάση που βρέθηκε κατά την ανακομιδή. Στήθηκε δε προ του ιερού βήματος και ενώπιον της Αγίας Τραπέζης για να δίνει στους πιστούς την δυνατότητα να προσεύχονται στον ιερό χώρο.
Η μαρμάρινη πλάκα με την οποία οι δήμιοι πλάκωσαν ζωντανή την Αγία για να πεθάνει από ασφυξία, σήμερα χρησιμοποιείται ως το κεντρικό μάρμαρο της Αγίας Τραπέζης ενώ το δεύτερο παρεκκλήσιο στο δεξιό κλίτος της Βασιλικής είναι το δωμάτιο στο οποίο καταδικάστηκε σε θάνατο η Αγία. Πλησίον του τόπου βρέθηκαν υπολείμματα του Ρωμαϊκού λουτρού (βαλανείου) όπου μαρτύρησε η Αγία.
Η Βασιλική της Αγίας αποτελεί κόσμημα του προαστείου Trastevere της Ρώμης που βρίσκεται στην όχθη του Τίβερη και είναι πόλος έλξης για προσκυνητές από όλο τον κόσμο.
kekilia26
Η Βασιλική της Αγίας Καικιλίας στο Trastevere της Ρώμης.
Στο πρωτότυπο λατινικό κείμενο του Μαρτυρίου της Αγίας αναφέρεται ότι κατά τους γάμους της όταν ηχούσε η μελωδία της κοσμικής μουσικής, η Αγία έψαλλε στην καρδιά της ύμνους αγάπης στον εκλεκτό Νυμφίο της ψυχής της Ιησού Χριστό. Κατά την παράδοση τα πρώτα λόγια των ύμνων ήταν :
«Άγνισον Κύριε την καρδίαν μου ίνα μη εισέλθω εις πειρασμόν». Έτσι η Αγία σχετίσθηκε με την μουσική και την εξύψωσή της σε θρησκευτική τέχνη και έκτοτε θεωρήθηκε προστάτιδά της. Γι’αυτό και στην αγιογραφία, την ζωγραφική και την γλυπτική παρουσιάζεται μαζί με το εκκλησιαστικό όργανο κλειδοκύμβαλο (clavichord), την λύρα ή την άρπα ή την κιννύρα του προφητάνακτος Δαυίδ ή το βιολί.
Η μνήμη της τιμάται και από τις δύο Εκκλησίες την 22α Νοεμβρίου εκάστου έτους ομού μετά των τριών συμμαρτυρησάντων με αυτήν Αγίων Βαλεριανού, Τιβουρτίου και Μαξίμου. Η πιο παλιά απεικόνιση της Αγίας είναι σε ψηφιδωτό στον Άγιο Απολλινάριο της Ραβέννας (6ος αι.) όπου η Αγία παρουσιάζεται στην χορεία των παρθενομαρτύρων και κρατά στεφάνι.
Τοιχογραφίες με την μορφή ή το μαρτύριό της συνηθέστερα κοσμούν Ναούς και Μονές της πατρίδος μας όπως στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου και την Ιερά Μονή Φιλανθρωπηνών στο Νησάκι Ιωαννίνων.
Με ιδιαίτερη ευλάβεια τιμάται η μνήμη της στην Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου όπου σώζεται φορητή εικόνα της στο Καθολικό και είναι έργο της αδελφότητος Ιωασαφαίων.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στην ιστορική αυτή Ιερά Μονή (έτος κτίσεως 1147) που είναι κτιτορικό έργο του Αγίου Λέοντος Αργοναυπλίας, ηγουμένευσε η οσιακής μνήμης Μοναχή Καικιλία, η κατά κόσμον Κωνσταντινοπολίτισσα αρχόντισσα των Αθηνών Αυρηλία Πομόνη, η οποία ευεργέτησε ποικιλοτρόπως το μοναστήρι αναδεικνύοντάς το για έργα πολιτισμού και κοινωνικής ευποιίας (π.χ. ίδρυση εντός της Μονής δημοτικού σχολείου και οικοκυρικής σχολής). Επιπλέον ανεύρε την θαυματουργή εικόνα του Φανερωμένου Χριστού κατά την 6η Μαρτίου 1920.
kekilia27
Η Μητέρα Καικιλία Πομόνη, Ηγουμένη της Αγίας Μονής Αρείας Ναυπλίου.
Ασματική Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα προς τιμήν της Αγίας συνέθεσε ο σεβαστός Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Αεράκης κατόπιν φιλαγίου αιτήσεως της Γυναικείας Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλαμίου στο Αδάμι Αργολίδος. Επίσης Απολυτίκιον, Κοντάκιον και Μεγαλυνάριον της Αγίας Καικιλίας και της συνοδείας της συνέθεσε ο Όσιος Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Στην Ρώμη επίσης λειτουργεί (Μουσική) Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας η οποία είναι πασίγνωστη για τα όπου γης κοντσέρτα παρουσιάζει η καλύτερη συμφωνική ορχήστρα της Ιταλίας την οποία διαθέτει. Το δε Ωδείο Αθηνών (παράρτημα Ηρακλείου Αττικής) την έθεσε προστάτιδά της και προς τιμήν της εξέδωσε το 1993 ημερολόγιο τοίχου με πάμπολλες εικόνες σχετικές με την Αγία και το μαρτύριό της.

Από την Υμνολογία για την Αγία Καικιλία
Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείων τρόπων σου, τη επιλάμψει, προς αείζωον, είλκυσας φέγγος, την αυτάδελφον δυάδα και σύναυλον∙ και συν αυτοίς Καικιλία αθλήσασα, της Θείας δόξης ομού ηξιώθητε. Μεθ’ών  πρέσβευε, δοθήναι τοίς ευφημουσί σε, πταισμάτων ιλασμόν και μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος β΄. Τοις των αιμάτων σου.
Της ευσεβείας τη θεία μεθόδω σου, αθλητικώς τω Χριστώ προσηνέχθησαν, Βαλεριανός και Τιβούρτιος, ώ Καικιλία μεθ’ών ανεκραύγαζες∙ Σύ Σώτερ Μαρτύρων το στήριγμα.
Μεγαλυνάριον.
Ρόδον ως αμάραντον και τερπνόν, οσμήν ζωηφόρον, επαφήκας παρθενικώς, ήν εισδεξαμένη, η ξυνωρίς η σύμφρων, συν σοί ώ Καικιλία, λαμπρώς ηγώνισαι.
Βιβλιογραφική Πηγή
  • Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών», τόμος δεύτερος, Νοέμβριος-Δεκέμβριος, Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1998.
  • Αεράκη Νικοδήμου, Αρχιμανδρίτου, «Ασματική Ακολουθία και Κανών Παρακλητικός της Αγίας ενδόξου Μάρτυρος Κικιλίας», Αθήναι 2010.
  • Βασιλοπούλου Χαραλάμπους, Αρχιμανδρίτου, «Η Αγία Κικιλία», εκδόσεις Ορθόδοξος Τύπος, Βίοι Αγίων, Αρ. 142, Αθήναι.
  • Ευστρατιάδου Σωφρονίου Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως «Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • «Καικιλία», εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος έβδομος (Ιωάννης-Κωνσταντίνος), Αθήναι 1965.
  • Κρίγκα Κυπριανής, Καθηγουμένης, «Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου», Ναύπλιον 1986.
  • Λαγγή Ματθαίου, Αρχιμανδρίτου «Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος ΙΑ’, Μην. Νοέμβριος, Αθήναι 1979.
  • Μικραγιαννανίτου Γερασίμου, Μοναχού, «Νέος Ενιαύσιος Στέφανος», Άγιον Όρος 2006.
  • Μολοττού Ζώτου, «Λεξικόν των Αγίων Πάντων της Ορθοδόξου Εκκλησίας», έν Αθήναις 1904.
  • Σιμωνοπετρίτου Μακαρίου, Ιερομονάχου, «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Διασκευή εκ του Γαλλικού Ξενοφών Κομνηνός, τόμος τρίτος, Νοέμβριος, Ίνδικτος, Αθήναι 2008.
  • «Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως», (Delehaye Hippolyte, Propylaeum ad Acta Sanctorum, Novembris, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), Bruxellis
  • «Martyrologium Romanum».
  • ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Αγία Όλγα της Αλάσκας



site analysis



1395366_543005889126210_2084766399_n (1)Η Matushka (Μητερούλα) Όλγα, γηγενής στην Αλάσκα από τη φυλή Yupik, γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1916 μ.Χ. Ο σύζυγός της, ο Νικολάι Μιχαήλ, ήταν ο ταχυδρόμος στο χωριό και διευθυντής του γενικού καταστήματος, ο οποίος αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας και στη συνέχεια αρχιερέας. Έχει υπηρετήσει την κοινότητα της ως σύζυγος ιερέα, αλλά και ως μαία.
Η Matushka Όλγα γέννησε δικά της δεκατρία παιδιά, πολλές φορές χωρίς τη βοήθεια μαίας ή δικών της ανθρώπων, από τα οποία επέζησαν τα 8.
Ήταν γνωστή για τη συμπάθεια και τη φροντίδα της προς όσους είχαν υποστεί κακοποίηση παντός είδους, ιδίως σεξουαλική κακοποίηση. Ενώ η οικογένειά της ήταν φτωχή, έδωσε απλόχερα σε αυτούς που ζούσαν χειρότερα από αυτήν, συχνά έδινε και από τα ρούχα των παιδιών της στους απόρους. Ήταν επίσης γνωστή η ικανότητά της να πει πότε μια γυναίκα ήταν έγκυος, ακόμη και πριν από την ίδια τη γυναίκα που είχε χάσει την περίοδό της.
Η Matushka Όλγα αναπαύτηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1979 μ.Χ. Πολλοί άνθρωποι από τις γύρω περιοχές ήθελαν να έρθουν στην κηδεία της, αλλά επειδή ήταν Νοέμβριος, λόγω κακοκαιρίας, φαινόταν αδύνατον. Αλλά από την ημέρα της κηδείας της, ένας άνεμος από το νότο έφερε ζεστό καιρό, απόψυξε τον πάγο και το χιόνι και έκανε το ταξίδι για το Kwethluk εφικτό. Όταν οι πενθούντες αποχώρησαν από την εκκλησία για να πάρουν το σώμα στο νεκροταφείο, ένα σμήνος πουλιών ακολούθησε. Εκείνοι που έσκαψαν τον τάφο της διαπίστωσαν ότι το έδαφος, επίσης, είχαν αποψυχθεί. Το βράδυ, μετά την κηδεία της, ο κανονικός σκληρός χειμώνας επέστρεψε.
Πηγή: trelogiannis

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Η μητρότητα ως διακονία της γυναίκας



site analysis


(Γέροντος Σωφρονίου)
Η θέση της γυναίκας κατά τους περασμένους αιώνες ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ενώ ακόμη ως τις ημέρες μας δεν έχει πλήρως τακτοποιηθεί. Σε όλα τα επίπεδα της ζωής το πρόβλημα αυτό αποδεικνύεται υπερβολικά πολύπλοκοκαι στο επίπεδο της κρατικής νομοθεσίας, και στο επίπεδο της δομής της κοινωνίας, και στο επίπεδο της κατανομής της εργασίας, και στο επίπεδο της εκπαιδεύσεως και της μορφώσεως, και στο επίπεδο τέλος της εκκλησιαστικής ζωής. Πολλά έχουν αλλάξει κατά τις τελευταίες δεκαετίες· από πολλές απόψεις η γυναίκα απέκτησε θέση ασύγκριτα καλύτερη από την προηγούμενη, αλλά ωστόσο δεν έχει βρει τη θέση της στην κοινωνία· δεν έχει βρεθεί πραγματικά το σωστό μέτρο για την αξιολόγησή της. Κατά τους προηγούμενους αιώνες ο άνδρας ήταν ο νομοθέτης, ο κύριος. Η γυναίκα όμως συχνά ήταν υπερβολικά υποβιβασμένη, και κατά την αναζήτηση αλήθειας και δικαιοσύνης όλοι όσοι επιθυμούσαν βελτίωση της θέσεως της γυναίκας είχαν τη σκέψη: να την εξισώσουν στα δικαιώματα με τον άνδρα σε όλα τα επίπεδα. Η οδός αυτή έδωσε υπέροχους καρπούς. Πολλές γυναίκες απέκτησαν μεγάλη μόρφωση, κατέχουν υπεύθυνες θέσεις στην κρατική μηχανή, άρχισαν να διαδραματίζουν ιστορικό ρόλο συμμετέχοντας στις εκλογές κυβερνήσεων. Στην οικογένεια επίσης η θέση της γυναίκας άλλαξε προς όφελός της.
Πραγματικά, όλα αυτά έτσι είναι. Αλλά μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε λυμένα τα προβλήματα όχι μόνο της εργασίας της γυναίκας, αλλά ακόμη και της οικογενειακής θέσεώς της; Η πείρα της ιστορίας έδειξε ότι το τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας αποτελείται από κύτταρα, και ένα τέτοιο κύτταρο είναι η οικογένεια. Στο μέτρο που τα κύτταρα είναι υγιή υγιαίνει και το σώμα.
Συνεπώς η υγεία στο τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας εξαρτάται από την υγεία του κυττάρου του σώματος αυτού, της οικογένειας. Μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε τη σύγχρονη θέση της ως ευτυχή; Λόγω του ότι η γυναίκα γίνεται οικονομικά εντελώς ανεξάρτητη, εργαζόμενη όπως εργάζεται κάθε άνδρας, πλήθυναν οι διαλύσεις των οικογενειών, δηλαδή τα διαζύγια. Και στην περίπτωση που δεν υπάρχει διάλυση της οικογένειας, όταν αναγκάζεται να εργασθεί η γυναίκα εκτός σπιτιού, πάλι υποφέρει η οικογένεια, εφόσον για τα παιδιά δεν υπάρχει στο σπίτι πλέον ουσιαστικά ούτε πατέρας ούτε μητέρα. Τα παιδιά μένουν αρκετή ώρα μόνα τους ή ανατρέφονται από συγγενικά ή ξένα χέρια ή ανατίθενται σε σχολεία για την ανατροφή τους. Βασικά όμως στερούνται της μητρικής στοργής. Αν η γυναίκα εργάζεται εξίσου με τον άνδρα, τότε πάλι καταργείται η δικαιοσύνη, επειδή η γυναίκα στην οικογένεια, παράλληλα με την εργασία, βαστάζει και άλλα βάρη, επιπρόσθετα καθήκοντα, επειδή ακριβώς αυτή είναι η μητέρα των παιδιών. Θα νόμιζε κάποιος ότι, επειδή η γυναίκα βαρύνεται από μεγαλύτερες ευθύνες και ασκεί πολυπλοκότερο ρόλο, σε αυτήν πρέπει να ανήκει το προνόμιο να «κατευθύνει» την οικογένεια. Ασφαλώς κάποιος πρέπει να κατευθύνει την οικογένεια, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο καθίδρυμα. Έτσι, σε πολλές οικογένειες ανακύπτει η πάλη για εξουσία, που πολύ συχνά γίνεται καταστροφική για την οικογένεια. Συνεπώς, οπού και αν στρέψουμε την προσοχή μας, παντού βλέπουμε υπερβολικά πολύπλοκα προβλήματα, και δεν πλησιάσαμε ακόμη στην επίλυσή τους.
Έκανα τις λίγες αυτές παρατηρήσεις, για να δω τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζω όμως ότι εμείς ως χριστιανοί βλέπουμε ακόμη και εκείνα που οι άλλοι δεν προσέχουν. Θεωρούμε ότι το σπουδαιότερο θέμα γενικά για κάθε άνθρωπο είναι το ερώτημα: Τί είναι ο άνθρωπος; Ποιός είναι ο προορισμός του; Γιατί και για ποιόν λόγο εμφανίστηκε στον κόσμο; Ποιός σκοπός υπάρχει μπροστά του; Ποιό είναι το νόημα της υπάρξεώς του; Αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε· ούτε σε ένα επίπεδο. Είναι αδύνατον για παράδειγμα να επιτύχουμε αληθινά δίκαια δομή της κοινωνίας χωρίς τη γνώση αυτή. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της κρατικής οργανώσεως, αν δεν έχουμε απάντηση στο κύριο αυτό ερώτημα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με άσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, άδικη καταπίεση του ισχυρού επάνω στον ασθενή, όπως βλέπουμε στον ζωικό κόσμο. Συνεπώς, τί είναι ο άνθρωπος; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την παίρνουμε από την Αγία Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7).
Αν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και την γυναίκα ως ενιαία ανθρωπότητα, τότε είναι φυσικό ότι το θέμα της σχέσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός ήταν και θα είναι πάντοτε ένα από τα σπουδαιότερα ζωτικά θέματα. Αν στρέψουμε την προσοχή μας στα φυσικά χαρίσματα της γυναίκας και τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχά τους στον άνδρα, θα δούμε από την μακρόχρονη πείρα ότι τα χαρίσματα αυτά είναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ενώ κάποτε γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία και από την Αγία Γραφή ότι στην Ανατολή, όπου γεννήθηκαν όλες οι μεγάλες θρησκείες, η κυριότητα του άνδρα επάνω στη γυναίκα ήταν υπερβολικά ισχυρή. Η γυναίκα στη συνείδηση της Ανατολής ήταν κατά κάποιον τρόπο κατώτερο ον. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα: «Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. 14,21). Ελάμβαναν υπ’ ό­ψιν μόνο τους άνδρες, ενώ τις γυναίκες ούτε καν τις μετρούσαν. Αλλά αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στην Ανατολή.
Έτυχε να διαβάσω, όταν ήμουν νέος, κάποιες στατιστικές που έκαναν μερικοί Γερμανοί μορφωμένοι άνθρωποι για τον ρόλο του άνδρα και τον ρόλο της γυναίκας στην ιστορία του πολιτισμού. Οι πολυμαθείς αυτοί Γερμανοί παρουσίαζαν τα κατορθώματα του άνδρα ως άκρως σημαντικά (παρομοιάζοντάς τα ως όρη υψηλά), ενώ από τα κατορθώματα της γυναίκας σημείωναν μόνο μερικά που ούτως ή άλλως γράφτηκαν στην ιστορία του πολιτισμού.
Μου φαίνεται ότι η παρεξήγηση αυτή εμφανίστηκε ως συνέπεια της απώλειας της συνειδήσεως εκείνης, που περιέχεται στη Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Αυτό το ξεχνούν όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για να διορθώσουμε λοιπόν τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα της, αρχίζοντας από την οικογένεια, οφείλουν οι γυναίκες να ανυψωθούν με το πνεύμα και να φανερώσουν στον κόσμο την αυθεντική αξία τους, τον υψηλό ρόλο τους. Για την χριστιανική Εκκλησία το θέμα του ρόλου της γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκώς οξύτερο.
Βλέπουμε ότι στις χώρες όπου ο άθεος κομμουνισμός διεξάγει ανοικτή πάλη εναντίον της Εκκλησίας με την εφαρμογή κάθε είδους εκβιασμών, διασώζει την Εκκλησία η ανδρεία των γυναικών, η αυτοθυσία τους, η ετοιμότητά τους για κάθε είδους παθήματα. Παντού παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις Εκκλησίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό. Μπορούμε να πούμε ότι στις Εκκλησίες κατά τις ακολουθίες οι γυναίκες συνιστούν την πλειονότητα, κάποτε τα τρία τέταρτα, κάποτε όμως και περισσότερο. Αν τώρα όλες οι γυναίκες αποχωρούσαν από την Εκκλησία, τότε αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, γιατί οι άνδρες που εκπληρώνουν υψηλή ποιμαντική διακονία, κατέχοντας υψηλές ιεραρχικές θέσεις, θα έμεναν ολιγάριθμοι και, με απλά λόγια, θα ήταν γι’ αυτούς από υλικής πλευράς αδύνατον να διατηρήσουν την Εκκλησία.
Συνεπώς ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία είναι μεγάλος, και όλοι μας πρέπει να σκεφτούμε το φαινόμενο αυτό. Στη χριστιανική μας διδασκαλία για τον άνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, η γυναίκα παρουσιάζεται στο ίδιο ακριβώς μέτρο ως άνθρωπος, όπως και ο άνδρας. Οι δυνατότητες της διακονίας της μέσα στην ιστορία είναι απεριόριστες. Το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε από γυναίκα καταδεικνύει ότι η γυναίκα δεν είναι καθόλου μειωμένη ενώπιον του Θεού.
Εδώ όμως θέλω να εκφράσω το βασικότερο νόημα της ομιλίας μου. Όλα, όσα είπα μέχρι τη στιγμή αυτή, ήταν μόνο εισαγωγικά, για να σταθούμε όλοι σε σαφή πορεία σκέψεως. Αν μιλάμε για τη μεγάλη σπουδαιότητα της γυναίκας, τότε και οι ίδιες οι γυναίκες οφείλουν να δικαιώσουν τη σπουδαιότητά τους αυτή να δικαιώσουν τον εαυτό τους σε όλα τα επίπεδα της ζωής της ανθρωπότητος. Το ουσιωδέστερο όμως γι’ αυτές έργο, το σπουδαιότερο λειτούργημά τους, είναι η Μητρότητα: «Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων» (Γεν. 3,20). Για να ανυψώσουν την ανθρωπότητα οι γυναίκες, πρέπει να φέρνουν στον κόσμο παιδιά με τον τρόπο που μας διδάσκει ο λόγος του Θεού. Υπάρχουν όμως δύο είδη γεννήσεως το ένα κατά σάρκα, το άλλο κατά πνεύμα. Ο Χριστός είπε στον Νικόδημο: «Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ έστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμα έστι. Μη θαυμάσης ότι είπόν σοι, δει υμάς γεννηθήναι Άνωθεν» (Ιωάν. 3,6-7). Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ημέρες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας· ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στον Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω Πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον Εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεώρηση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.
Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;
Η Πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο· όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;
Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεν­νήσεως του νέου ανθρώπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός ανθρώπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα· ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αυτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος- μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει επί Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).
Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό Πνεύμα (βλ. Λουκ. 1,40-41). Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα (βλ. Λουκ. 2,36).
Έτσι και τώρα· αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας- και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα έστιν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξ ολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.
Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός· πως να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.
(Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ) «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ.180-189. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου – Έσσεξ)