Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Αρετές και πνευματικές εμπειρίες στην μοναχική παλαίστρα [Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (1921-1995)]



site analysis


image002 (2)«…Δέν έχω την ευφράδεια του λόγου…
τα ταπεινά αυτά λογάκια που λέω,
τα λέω άπ’ την καρδιά μου…».
(Γερ. Μακρίνα, Διακαινήσιμος 1989)

Η Γερόντισσα Μακρίνα εκοσμείτο με πλείστες αρετές που επήγαζαν από την Χριστοκεντρική βιοτή της και από την γνήσια ασκητική πολιτεία της, αλλά ιδιαιτέρως διεκρίνετο για την εγκάρδια φιλοξενία και την ελεημοσύνη. Βοηθούσε αφανώς και στήριζε ποικιλοτρόπως πολλούς πονεμένους αδελφούς μας που ευρίσκοντο σε ανάγκη και δυσχέρεια. Διαρκώς μας νουθετούσε περί ελεημοσύνης: «Η Παναγία δεν αφήνει. Δίνεις ένα, εκατό δίνει η Παναγία. Όταν έχουμε αυτή την πίστι! Ό,τι δίνουμε από το σπίτι της Παναγίας, είναι όλα ευλογία της Παναγίας. Γι’ αυτό λοιπόν η Χάρι της Κυρίας Θεοτόκου μας ενισχύει και μας βοηθάει».
Όταν ζυμώνανε οι αδελφές, είχε πάρα πολύ μεγάλη χαρά να δίδη ως ευλογία ζυμωτό ψωμί. Κάποτε στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής είχε έλθει μία οικογένεια και η Γερόντισσα, όταν την κατευώδωνε, είπε σε μία μοναχή να τους δώση ενα καρβέλι ψωμί, καίτοι η υπεύθυνη αδελφή την είχε ενημερώσει ότι ήταν το τελευταίο και δεν υπήρχε χρόνος να ζυμώσουν άλλο, διότι θα άρχιζε η Καθαρά Εβδομάδα. Η Γερόντισσα είχε πλήρη εμπιστοσύνη ότι η Παναγία θα οικονομούσε το Μοναστήρι Της και έτσι το τελευταίο καρβέλι δόθηκε. Μετά το Απόδειπνο, και ενώ είχε κλείσει η πύλη της Μονής, κάποιος κτυπούσε το κουδούνι επιμόνως. Ήταν ένας αρτοποιός, γνωστός της Μονής, ο οποίος είχε φέρει ένα αυτοκίνητο φρέσκα ψωμιά. Ήταν τόσο μεγάλη η ποσότητα, ώστε οι αδελφές το έκαναν παξιμάδι και πέρασαν με αυτό όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Η αρετή της φιλοξενίας της Γερόντισσας φαίνεται και στην περίπτωσι ενός ευλαβούς ιερομονάχου, που επισκέφθηκε την Μονή μαζί με πενήντα άτομα προσκυνητές από την συνοικία Χαριλάου της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ζήτησαν να διανυκτερεύσουν για να παρευρεθούν στην Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Παρ’ ότι η φιλοξενία τόσων άνθρώπων ήταν αδύνατη, εν τούτοις η Γερόντισσα μερίμνησε να τους προσφερθή φαγητό και κατάλυμα πρόχειρο σε τρία δωμάτια, τα μόνα που υπήρχαν διαθέσιμα, για να ξεκουρασθούν. Η Γερόντισσα ήταν στενοχωρημένη που δεν είχε την δυνατότητα να φιλοξενήση άνετα, όπως θα ήθελε, τους προσκυνητές, και σκέφθηκε να αγρυπνήση όλη την νύκτα, για να συμμετέχη με αυτόν τον τρόπο στην ταλαιπωρία τους. Το πρωί που κατέβηκαν στην εκκλησία ο ιερεύς με τους προσκυνητές έσπευσαν να την ευχαριστήσουν, διότι όλη την νύκτα ξάγρυπνη δεν σταμάτησε να περνά ανάμεσά τους και να τους σκεπάζη για να μή κρυώσουν. Η Γερόντισσα όμως τους είπε ότι δεν βγήκε καθόλου από το κελλί της και τότε όλοι αντιλήφθηκαν ότι ήταν θαύμα της Παναγίας της Οδηγητρίας και το απόγευμα πριν φύγουν ετέλεσαν την ιερά Παράκλησι προς τιμήν Της.
Η Γερόντισσα Μακρίνα είχε, επίσης, το χάρισμα της προσευχής, την οποία ήδη από μικρό παιδί είχε «εγκολπωθή». Στην προσευχή η ψυχή της εύρισκε την ανάπαυσι και σε αυτήν εμπιστευόταν όλα τα αιτήματά της. Κάποτε ζήτησε με δάκρυα από τον Θεό να της δείξη πως πρέπει να προσεύχεται, ούτως ώστε η προσευχή ενώπιον Του να είναι καθαρή και απηλλαγμένη από την οίησι, για να μπορή ανεμπόδιστα ο προσευχόμενος να ενώνεται με τον Θεό. Εκείνο το βράδυ της παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου με ολόλευκη στολή, ο οποίος την δίδαξε πως πρέπει να προσεύχεται ο άνθρωπος αναλόγως προς τις πνευματικές καταστάσεις του. Συμφώνως με τις υποδείξεις του Αγγέλου, όταν η ψυχή αισθάνεται την τελεία αγάπη προς τον Θεό, ο άνθρωπος υψώνει τα χέρια του ψηλά. Όταν κυριαρχούν εντός του η ταπείνωσι και η μνήμη των Παθών του Κυρίου, ο άνθρωπος σταυρώνει τα χέρια και σκύβει το κεφάλι. Όταν η ψυχή από τον πόλεμο των παθών νοιώθη την άκρα ταπείνωσι, τότε ο άνθρωπος προσεύχεται με τα χέρια πίσω, σαν κατάδικος. Κατόπιν ο Άγγελος άρχισε να προσεύχεται γονατισμένος και να κλαίη σαν να αγκάλιαζε τα πόδια του Χριστού, δεικνύων πως, όταν ο άνθρωπος συναισθάνεται την μηδαμινότητά του, προσεύχεται έτσι και βιώνει ανεκλάλητη χαρά και παράκλησι από τον Θεό.
Στην συνέχεια εμφανίσθηκε μία τεράστια κλίμαξ, που στεκόταν στον αέρα· τα δε σκαλοπάτια της είχαν μεγάλη απόστασι μεταξύ τους. Ο Άγγελος της είπε να τον ακολουθήση και κρατώντας την από το χέρι άρχισαν να τα ανεβαίνουν. Σιγά-σιγά τους περιέβαλε ένα πυκνό, μελανό και ψηλαφητό σκότος που μύριζε θειάφι. Καθώς ανέβαιναν, ολοένα και περισσότερο δυσκολευόταν η Γερόντισσα στην αναπνοή. Έφθασαν τέλος στις φυλακές, όπου ευρίσκονταν οι άνθρωποι με τα θανάσιμα αμαρτήματα. Στον απαράκλητο εκείνο τόπο με το βαθύ σκοτάδι, κυριαρχούσαν τα μουγκρητά των κολασμένων που η όψι τους ήταν φρικτή. Από παντού ακούγονταν θρήνοι και οιμωγές. Αυτόν τον θρήνο η Γερόντισσα δεν μπόρεσε ποτέ σε όλη της την ζωή να τον ξεχάση.
Μετά από αυτή την εμπειρία που βίωσε, όταν συνήλθε, κατελήφθη από κλαυθμό. Επί δέκα ημέρες δεν μπορούσε να σταματήση τα δάκρυά της. Αισθανόταν αφ’ ενός την ευφροσύνη της αγγελικής παρουσίας και της διδασκαλίας του Αγγέλου περί προσευχής αφ’ ετέρου το πένθος από την θεωρία της Κολάσεως. Μετά από αυτήν την επίσκεψι αισθανόταν στην προσευχή της περισσότερη κατάνυξι, δεν είχε κατ’ αυτήν την αίσθησι του χρόνου και τα δάκρυά της έρρεαν άφθονα.
Πολιτευομένη ησυχαστικώς και ασκούσα αδιαλείπτως την «ευχή», η Γερόντισσα Μακρίνα προσευχόταν για όλους τους ανθρώπους και ιδιαιτέρως για όσους είχε γνωρίσει εν όσω ζούσε στον κόσμο. Με πολύ πόνο ευχόταν υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων, οι οποίοι δεν είχαν εξομολογηθή, κυρίως θανάσιμα αμαρτήματα. Μία τέτοια περίπτωσι, για την οποία παρακαλούσε και άλλους ανθρώπους να προσεύχωνται υπέρ αναπαύσεως της ψυχής της, ήταν η Γλυκερία, μία γνωστή της από τα νεανικά της χρόνια. Η Γλυκερία στην Κατοχή δεν άντεξε την πείνα και για να επιβιώση άρχισε να κάνη στην ζωή της παραχωρήσεις μέχρι που κατέληξε στην αμαρτία. Η Γερόντισσα με πολλή θλίψι διερωτάτο σε τι κατάστασι ευρίσκεται η ψυχή της Γλυκερίας, η οποία είχε κοιμηθή. Ένα βράδυ, ύστερα από έντονη προσευχή, είδε ένα πύρινο ποταμό και στο μέσο του πάνω σε μία σχεδία διέκρινε την Γλυκερία, που φώναζε προς την Γερόντισσα εκλιπαρώντας την για προσευχή και βοήθεια: «Βοήθησέ με, Γερόντισσα, καίγομαι!». Αυτή η εικόνα της Κολάσεως και οι απεγνωσμένες κραυγές της Γλυκερίας δεν έφυγαν ποτέ από τον νού της Γερόντισσας και η προσευχή της γινόταν με πολύ πόνο ψυχής και συντριβή για την ανάπαυσι ανθρώπων, που έφευγαν από αυτόν τον κόσμο ανεξομολόγητοι και ατακτοποίητοι ενώπιον του Θεού.
Διαρκής μέριμνα και διακαής πόθος της Γερόντισσας μας ήταν η σωτηρία όλων των ανθρώπων και πρωτίστως των μοναζουσών. Για να δύναται να αντεπεξέρχεται στην διακονία της διαποιμάνσεως της αδελφότητος, ζητούσε από τον Θεό να της χαρίζη βιώματα, για να μή μας ομιλή μόνο μέσα από τα βιβλία, αλλά και από την προσωπική της πείρα, για να έχη έτσι μεγαλύτερη απήχησι ο λόγος της στις ψυχές μας. Και ο Κύριος της έδωσε όρασι πνευματική, διδάσκοντάς την με θείες οπτασίες και ουράνιες εμπειρίες. Μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά την εορτή της Κυριακής των Βαΐων και κατά την ώρα του Χερουβικού ύμνου, ενώ η Γερόντισσα ήταν γονατισμένη εμπρός από το στασίδι της, βρέθηκε νοερώς στο Ιερό Βήμα. Είδε ότι η Αγία Προσκομιδή είχε ως κάλυμμα ένα ύφασμα κατακόκκινο, σαν βελούδο. Επάνω ήταν το Άγιο Ποτήριο και ολόγυρά του σχηματίζονταν γλώσσες. Η κάθε μία γλώσσα είχε παραστάσεις από την εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μέχρι και την Ανάστασί Του. Καθώς κοιτούσε η Γερόντισσα, επάνω από το Άγιο Ποτήριο ξεχύθηκε ένα φως με εκτυφλωτική λάμψι και επί ολίγα λεπτά νόμιζε ότι έχασε την δρασί της. Η έμπειρία αυτή του ακτίστου Φωτός χάρισε στην Γερόντισσα ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια και κατάνυξι εις το φρικτόν Μυστήριον της Θείας Εύχαριστίας.
Η πνευματική μας Μητέρα είχε πολύ μεγάλη ευλάβεια και στον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τον Άγιο των δακρύων, και τακτικώς μελετούσε και εντρυφούσε στα Ασκητικά Έργα του. Μία ημέρα ο Άγιος εμφανίσθηκε στο κελλί της ως γέρων ασκητής, με το Αγγελικό Σχήμα και με ένα «ντουρβά» στον ώμο του. Συστήθηκε και την κάλεσε πλησίον του, την ευλόγησε, την ασπάσθηκε στην κεφαλή και εξαφανίσθηκε· αμέσως μετά αισθάνθηκε τον εαυτό της σαν μικρό παιδάκι και ένοιωσε μία ευλογημένη θερμότητα στο πρόσωπό της. Η χαρά που της άφησε κράτησε για ημέρες.
Πέρα από τις προσωπικές της εμπειρίες, η Γερόντισσα επιζητούσε θεοφρόνως να πληροφορήται τα πνευματικά βιώματα και άλλων ανθρώπων, και δή των ιερέων, για να ωφελήται η ίδια και εν συνεχεία για να καταρτίζη και εμάς. Στις συναθροίσεις μας πάντοτε μας μιλούσε με πολύ δέος και φόβο Θεού για την μεγίστη αξία της Θείας Λειτουργίας. Συνήθιζε να λέη ότι το Θείον Μυστήριον δεν εξαγοράζεται με τίποτε γήινο. Όταν επισκεπτόταν κάποιος ιερέας την Μονή μας, παρακινουμένη από την βαθυτάτη ευλάβειά της προς το ύψιστο υπούργημα της ιερωσύνης, τον ρωτούσε τι βίωνε κατά την ώρα της Θείας Μυσταγωγίας. Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ο μακαριστός Γέρων π. Γαβριήλ (1910-1994) εκ της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Φλαμουρίου Μαγνησίας. Ερωτηθείς από την Γερόντισσα για τις πνευματικές καταστάσεις που του χαρίζει ο Θεός κατά την ώρα της Θείας Λατρείας και ειδικώτερα για την θεωρία των Αγγέλων εν αυτή, ο Γέρων Γαβριήλ απάντησε με απλότητα: «… Λέγονται αυτά, Γερόντισσα; Δεν μπορείτε να τα καταλάβετε, δεν μπορεί να τα πή η γλώσσα μας αυτά. Δεν μπορούμε να τα πούμε, είναι ουράνια! Την ώρα της Θείας Μυσταγωγίας τι γίνεται εκεί μέσα!… Άγγελοι, Αρχάγγελοι, γεμίζει περισσότερο από την αναπνοή μας η εκκλησία από αγίους Αγγέλους». Έν συνεχεία ο σεβάσμιος Γέρων κατανυχθείς δάκρυσε και πρόσθεσε ότι η θεωρία της Παναγίας μας υπερτερεί ασυγκρίτως της θεωρίας των Ασωμάτων Θείων Δυνάμεων.
Η Γερόντισσα, παρ’ όλη την πίστι και την θερμή προσευχή της, δεν εφησύχαζε ποτέ, αλλά απαύστως αγωνιούσε και προβληματιζόταν για την πορεία και την σωτηρία της αδελφότητος. Νυχθημερόν παρακαλούσε την Παναγία για όλες τις ψυχές που ειχε ύπ’ ευθύνη της, και η Παναγία δεν της στερούσε την παράκλησι και την επίσκεψί Της. Κάποια φορά, κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, στον Χερουβικό ύμνο, καθώς ήταν γονατισμένη και ενώ την συνείχε αυτή η αγωνία, είδε στην Ωραία Πύλη την Παναγία, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, με υπερκόσμιο φως στο πρόσωπό Της. Κρατούσε ως βρέφος τον Χριστό, όπως είναι η εικόνα της Γοργοϋπηκόου στο κελλί της. Η Γερόντισσα εξέφρασε την ανησυχία της για την σωτηρία της αδελφότητος και η Παναγία της χαμογέλασε, γεγονός που έφερε πάραυτα την ειρήνη εντός της.
Αλλά και στις πρακτικές υποθέσεις και εργασίες της Μονής η Υπεραγία Θεοτόκος την καθοδηγούσε. Κάποτε ειδε την Παναγία στο μαγειρείο να της υποδεικνύη πως να εργάζεται, να τακτοποιή τα φλιτζάνια και τα ποτήρια και να συμμαζεύη τον χώρο εν ριπή οφθαλμού. Διά τούτο συνήθιζε να λέη ότι η Παναγία είναι πολύ καλή νοικοκυρά και πολύ σβέλτη και μας παρώτρυνε να εργαζώμαστε προσεκτικώς και εν τάχει. Άλλοτε πάλι πορευομένη προς το παρεκκλήσι της Παναγίας Οδηγητρίας, για τα πνευματικά καθήκοντά της, είδε την Παναγία ως μοναχή να την διδάσκη πως να κάνη τον κανόνα της.
Η Γερόντισσα αγαπούσε πολύ να ψάλλη στον Χριστό και στην Παναγία ύμνους και τροπάρια, με την εύτονον και κατανυκτική φωνή της, και κυρίως τα δογματικά Θεοτοκία των Αναστασίμων Εσπερινών της Οκτωήχου και τα Απολυτίκια των Αγίων. Ιδιαιτέρως έψαλλε το τροπάριο: «Επιθυμώ, Παναγία, τα κάλλη του Παραδείσου, τους μυρισμούς και τα άνθη, και την τερπνήν ευωδίαν, και τάς φωνάς των Αγγέλων, όταν υμνούν τον Δεσπότην»[1]. Επίσης, πολύ κατανυσσόταν με το Προκείμενον: «Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών…»[2], καθώς και με το ιδιόμελο Δοξαστικό των Αποστίχων του Εσπερινού της Μεγάλης Παρασκευής: «Σε τον αναβαλλόμενον το φως…», τα οποία παρακαλούσε να της ψάλλουν και οι εκάστοτε ιεροψάλτες επισκέπτες της Μονής. Όταν έψαλλε, το πρόσωπό της φωτιζόταν από την εμπειρική θεολογία των υψηλών νοημάτων των ύμνων, όπως μυστικώς τα εβίωνε την ώρα της Λατρείας και της κατ’ ιδίαν προσευχής.
Σημειώσεις:
1. Κατά το μέλος των Εξαποστειλαρίων του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, σε ήχο γ’.
2. Μέγα Προκείμενον των μεθεόρτων Εσπερινών Δεσποτικών εορτών, σε ήχο βαρύ.
 Φωτογραφία:  pigizois.net 
Πηγή: Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (1921-1995), Λόγια Καρδιάς», Έκδοση Ιεράς Μονής Παναγίας Οδηγήτριας, Πορταριά Βόλου, 2012.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Εκδημία της μακαριστής Ηγουμένης Ευφροσύνης



site analysis



larx
Ανακοινωθέν της Ι.Μ. Κορίνθου για την εκδημία της Γερόντισσας Ευφροσύνης
Έπειτα από πολυήμερη ασθένεια ανεπαύθη εν Κυρίω και κηδεύτηκε χθες 21-3-2013 με την πρέπουσα τιμή, στην Ιερά Μονή Αγίου Βλασίου Άνω Συνοικίας Τρικάλων, η Καθηγουμένη αυτής Γερόντισσα Ευφροσύνη (κατά κόσμον Ευαγγελία) Γκλίτση.
Η μεταστάσα ηγουμένευσε στην Ιερά Μονή του Αγίου Βλασίου από το έτος 1987 και επί της ηγουμενίας της η Ι. Μονή στερεώθηκε και ανακαινίσθηκε εκ βάθρων, με αποτέλεσμα οι προσκυνητές να βρίσκουν σ’ αυτήν τόπο πνευματικής ανατάσεως, τόσο από τον ευπρεπισμένο και καλλωπισμένο χώρο του Μοναστηριού όσο και από την φιλόξενη, καταδεκτική και γεμάτη προσήνεια χριστιανική καρδιά της αοιδίμου και των λοιπών αδελφών.
Φιλόπονη και εργατική η μακαριστή Γερόντισσα ίδρυσε εξ υπ’ αρχής, στην Ρίζα Ξυλοκάστρου, το μετόχι του Αγίου Δημητρίου, προς εξυπηρέτηση  της Αδελφότητος, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, που η διαβίωση στο χώρο της Ι. Μονής δεν είναι εφικτή από τις σφοδρές χιονοπτώσεις.
Λόγω των ιδιαίτερων πνευματικών δεσμών, ως σύντοπος, με την εκλιπούσα αλλά και ένεκα της αδυναμίας παραστάσεως του Σεβ. Ποιμενάρχου μας κ. Διονυσίου, εξ αιτίας ανειλημμένης Συνοδικής αποστολής στο εξωτερικό ως μέλος της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εξοδίου Ακολουθίας προέστη ο Σεβ. Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιος, ο οποίος και εξεφώνησε τον επικήδειο, αναφερθείς στην προσωπικότητα της μακαριστής, στην από την πρώτη νεότητα αφιέρωσή της στον Κύριο, στην διατήρηση «της ανημμένης φλόγας της λαμπάδας της» έως του τέλους, στο ανδρείο φρόνημα της, στη μαρτυρία, που έδωσε με όλη της την ζωή, μη παραλείψας να οικοδομήσει και τις ψυχές των πολυπληθών πιστών που παρευρέθησαν στην Εξόδιο Ακολουθία εν όψει της Α’ Εβδομάδος των Αγίων Νηστειών.
Σύντομο λόγο για την προσωπικότητα της μακαριστής εξεφώνησε και ο κ. Αθανάσιος Μελισσάρης, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.
Την σεβαστή Γερόντισσα Ευφροσύνη προέπεμψαν με τις ταπεινές προσευχές του πλήθος Κληρικών και Μοναζουσών από την Ιερά Μητρόπολή μας ως και από άλλες Ι. Μητροπόλεις ως και Λαϊκών. Ας είναι αιωνία η μνήμη της.
lar3
Επικήδειος λόγος του Σεβ. Λαρίσης για την μακαριστή Ηγουμένη Ευφροσύνη
Μία αγία και ενάρετη μοναχή εξεδήμησεν προς Κύριον την Τρίτη της Καθαράς Εβδομάδος, μετά από πολύμηνη ασθένεια, η μοναχή Ευφροσύνη, Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Αγίου Βλασίου Τρικάλλων Κορινθίας.
Η εξόδιος ιερά ακολουθία της αειμνήστου μοναχής και Καθηγουμένης τελέσθηκε στο καθολικό της  Ιεράς Μονής της την Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013 το απόγευμα, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιο, ο οποίος εκπροσωπούσε και τον οικείο Ιεράρχη, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κορίνθου κ. Διονύσιο, του οποίου μετέφερε και τις συλλυπητήριες ευχές.
Η μακαριστή Γερόντισσα καταγόταν από το νησί της Σαλαμίνος και εκάρη μοναχή στην Ιερά Μονή της Παναγίας Φανερωμένης Σαλαμίνος, όπου εκεί έδωσε τους πρώτους ασκητικούς της αγώνες, για να συνεχίσει το Θεάρεστο έργο της στην Ιερά Μονή του Αγίου Βλασίου στα ορεινό και πανέμορφο χωριό των Τρικάλων της Κορινθίας, στην ιδιαιτέρα πατρίδα του Οσίου Γερασίμου και του Αγίου Μακαρίου, του Νοταρά.
Πλήθη πιστών παρέστησαν συμπροσευχόμενοι στην εξόδιο ακολουθία της μεταστάσης από την Κορινθία και την Σαλαμίνα, ενώ πολλοί Πατέρες έλαβαν μέρος και πολλές Ηγουμένες  και μοναχές συνέψαλλαν την νεκρώσιμο εις μεγαλόσχημον μοναχήν ιερά ακολουθία.
Την απελθούσα Γερόντισσα Ευφροσύνη αποχαιρέτησαν με επικηδείους λόγους τόσο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιος, όσο και ο Κορίνθιος την καταγωγή Επίκουρος Καθηγητής Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αθανάσιος Μελισσάρης, ο οποίος με την ρητορική του ικανότητα και με καθαρά εκκλησιαστική γλώσσα, χαρακτήρισε την απερχομένη μοναχή πραγματική και στοργική μητέρα τόσο των καλογραιών της όσο και των πολυπληθών προσκυνητών της Ιεράς Μονής της.
Ακολουθεί ο αποχαιρετιστήριος λόγος που με ιδιαιτέρα συγκίνηση εξεφώνησε ο Σεβασμιώτατος κ. Ιγνάτιος προς την αείμνηστη Καθηγουμένη:lar4
Ἐκοιμήθη λοιπόν καί ἀπέρχεται τοῦ βίου τούτου ἡ πολυαγαπημένη μας Γερόντισσα Εὐφροσύνη. Παίρνει ἕνα πολύτιμο μέρος τῆς ζωῆς μας ἐκ τοῦ κόσμου τούτου καί ἀπέρχεται. Ἐσφράγισε τά χαριέστατα χείλη της, τά στάξαντα γλυκύτητα οὐκ ὀλίγην, καί μᾶς ἀποχαιρετᾶ ἡ γλυκυτάτη αὐτή καί ἁγία Μοναχή.
Ἁπλῆ καί ὀλιγογράμματη, ἀλήθεια, ἡ μεταστάσα Μοναχή διερωτᾶται κανείς ἀπό ποῦ ἀντλοῦσε αὐτήν τήν πνευματικήν εὐφορίαν; Διότι ἀφ’  ὅτου ἐγνωρίσαμεν αὐτήν ἐκ τῆς πρώτης νεότητός της, ἐθαυμάζαμεν τόν ἐνθουσιασμόν της διά τά θεῖα καί τά ἐπουράνια. Μέ τά πηγαῖα φυσικά χαρίσματά της, ἰδίως τῆς ἀνεξικακίας καί τῆς ἀπεράντου καλωσύνης, καταμαρτυροῦσε τούς ἀγῶνας της διά τήν πρόσκτησιν ἐπικτήτων ἀρετῶν τάς ὁποίας ἦτο ἐμφανές ὅτι καθ’ ἡμέραν προσελάμβανε.
Ἦτο κατάδηλον εἰς τό πρόσωπόν της ὅτι ὁ Μοναχός λαμβάνει κλῆσιν ἀπό τόν Θεόν διά νά ἀποκτήσῃ τό μέγα τοῦ Μοναχοῦ ἀξίωμα. Ἦταν ἐμφανής ἡ θεία κλῆσις της. Ὡσάν προφῆτις καί ἀπόστολος ἔλαβε θείαν κλῆσιν. Καί αὐτή ἡ κλῆσις ἦτο ἡ δύναμίς της, ἡ καύχησίς της, ὁ στέφανός της, τό ἐξαίρετον ἰδίωμά της. Ὅπως ἐξεκίνησεν ἔτσι καί ἔζησεν. Δέν ἔπαυσεν παλλομένη ἡ καρδία της διά τόν Κύριον. Δέν ἐδίδαξε προφητικά, δέν ἐκήρυξεν ἀποστολικά μέ λόγους, ἀλλ’ ἐξήγγειλεν τοῦ Θεοῦ τό ὄνομα μέ μόνην τήν παρουσίαν της, προκαλοῦσα ἀληθῆ εὐφροσύνην εἰς ἅπαντας ἡ Εὐφροσύνη μας. Μαζί διανύσαμε διά πολλά ἔτη τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου. Ἐζήσαμεν ἀνεπανάληπτες πνευματικές χαρές, συνευφραινόμενοι στή Θεία Λατρεία τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας καί εἰς τήν ἐν γένει ἐκκλησιαστικήν βιοτήν μας.
Κλαίομεν σήμερον καί θρηνοῦμεν διά τόν ἀποχωρισμόν, ἀλλά ἐν ταὐτῷ χαίρομεν, διότι ἑνός θαύματος ἠξίωσεν ἡμᾶς τῆς δόξης ὁ Κύριος. Νά ἴδωμεν τό θαῦμα τῆς πληρώσεως ἑνός θείου ἔργου. Νά ἴδωμεν τήν ἀδελφήν ἡμῶν Εὐφροσύνην νά τελειώνῃ τό ἐπί γῆς ἔργον της. Νά ἐξέρχεται τοῦ βίου θριαμβολογοῦσα ὅτι τόν δρόμον τετέλεκε. Πέρασαν πολλά χρόνια ἀπό τήν ἡμέραν τῶν ὑποσχέσεών της. Ὅταν ὁ Λειτουργός εἶπεν αὐτῇ «ἀλλ’ ἐάν καί τελειώσῃς». Καί ἰδού, τετελειωμένη μετά πνευμάτων τετελειωμένων ἔχουσα ἀνημμένην τήν λαμπάδα ἑαυτῆς, ἀπέρχεται πρός τόν Νυμφίον τῆς καρδίας της. Χαίρουσα καί εὐφραινομένη ἡ τῆς ὄντως εὐφροσύνης ἐπώνυμος.
Ἡ Μονή τῆς Φανερωμένης, τό πρῶτον της πνευματικόν ἐφαλτήριον, ὁ τόπος τοῦ ἁγιάσματος τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, μετρᾶ τά πρῶτα νεανικά, ὄμορφα, δημιουργικά καί πανευφρόσυνα χρόνια της καί τῆς ἀποδίδει σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα. Τά ἅγια πρόσωπα μέ τά ὁποῖα συνέζησεν ἐκεῖ χαίροντα διά τόν θρίαμβόν της, τήν ὑποδέχονται. Ἡ Κορινθία ἡ ἁγία καί ἡ ἱερά Μονή ταύτη τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἁγίου Βλασίου, ἥτις τήν ὑπεδέχθη, τήν περιέθαλψε καί τήν ἠγάπησε, τήν προπέμπει. Συνέπεσεν νά εἶναι Ἐπίσκοπός της αὐτά τά ἔσχατα χρόνια ὁ εὑρυμαθής καί ἱεροπρεπής Ἱεράρχης Διονύσιος, ὁ ἀδελφός μας ὁ πολυαγαπημένος, ὅστις κατεκόσμησεν ἐν χαρᾷ μέ ἄπειρον ἀγάπην καί πατρικήν στοργήν τόν ὕστερον χρόνον τῆς ἐπιγείου ζωῆς της. Ἦτο καύχημά της αὐτή ἡ ἀγάπη καί δέν ἐπαύετο νά τήν καθομολογῇ. Καί σήμερον τήν συνοδεύομεν τῇ ἰδικῇ του εὐλογίᾳ καί ἀδείᾳ τήν Γερόντισσά μας ὅλοι.
Καί ὁ π. Τιμόθεος, καί ἡ Φανερωμένη καί οἱ Σαλαμίνιοι συγγενεῖς πρῶτον καί ἀδελφοί ἠγαπημένοι καί ὁ Ἱερός Κλῆρος καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ὁ παροικῶν χάριτι Θεοῦ τήν ἀποστολικήν ταύτην γῆν, τήν ὁποίαν θεῖοι πόδες ἐπάτησαν καί διά τόν καταρτισμόν τοῦ ὁποίου ἀθάνατα ἱερά μοναδικά εἰς τόν Ἁγιογραφικόν ἡμῶν πλοῦτον κείμενα ἐγράφησαν. Διανύοντες ὅμως αὐτήν τήν α΄. τῶν Νηστειῶν ἑβδομάδα, ἥτις ἀποτελεῖ ὅρον ἀσκήσεως δι’ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, θά ἦτο παράλειψις νά μήν εἴπωμεν ὁποίαν ἱεράν παρακαταθήκην ἀφήνει εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπερχομένη Γερόντισσα Εὐφροσύνη.lar5
Τώρα πού καλούμεθα ὅλοι μας νά οἰκοδομήσωμεν τόν οἶκον τῆς ψυχῆς μας, μέλλοντες νά εὑρεθῶμεν καί ἡμεῖς εἰς τήν θέσιν εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκεται τώρα ἡ ψυχή της μεταστάσης ἀδελφῆς ἡμῶν, καλόν εἶναι νά ἀναμνησθῶμεν τούς Ἑβραίους, οἵτινες ἐπιστρέψαντες ἀπό τήν βαβυλώνειον αἰχμαλωσίαν καί θελήσαντες νά ἀνοικοδομήσουν τήν Πόλιν τήν Ἁγίαν, τήν Ἱερουσαλήμ τήν ἐπίγειον καί τό Ἱερόν, εὗρον λαούς ἀπειλοῦντας αὐτούς καί ἐμποδίζοντας αὐτούς. Καί ὁ Δαβίδ ὁ προφητάναξ ἀποτυπώνοντας αὐτό εἰς τόν 126ον Ψαλμόν αὑτοῦ, λέγει τό γνωστόν «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήση οἶκον εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐάν μή Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων».
Ὁπωσδήποτε χρειάζεται ἡ βοήθεια τοῦ Κυρίου, ἡ βοήθεια τοῦ εἰπόντος «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἡ βοήθεια αὕτη, ἥτις ἐμφανῶς ἀναγνωρίζεται εἰς τό πρόσωπον τῆς μεταστάσης ἁγίας Μοναχῆς. Καί ὅλοι γνωρίζομεν καί ψάλλομεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τόν ἀναβαθμόν τόν ὁποῖον ἐνεπνεύσθη ἐκ τοῦ Ψαλμικοῦ τούτου στίχου ὁ πρύτανις τῶν Ὑμνογράφων ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἐξευρών τό ἀπόθετον κάλλος αὐτοῦ, τό μέλι τό ἐκ πέτρας, ἀποδώσας ἀλληγορικῶς αὐτό εἰς τόν τέταρτον ἀναβαθμόν τοῦ γ΄. ἤχου «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον τῶν ἀρετῶν, μάτην κοπιῶμεν· τήν δέ ψυχήν σκέποντος, οὐδείς πορθεῖται πόλιν».
Ἡ οἰκοδομή λοιπόν τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἱερά παρακαταθήκη πού ἀφήνει φεύγουσα ἡ μακαρία ἤδη Γερόντισσα Εὐφροσύνη καί εἰς τάς ὑπ’ αὐτήν ἠγαπημένας ἀδελφάς καί συναθλητρίας ἀλλά καί εἰς ἅπαντας ἡμᾶς. Νά ἀπαρτισθοῦμε λοιπόν ἕκαστος εἰς οἶκον καί ναόν τῶν ἀρετῶν εἶναι τό ἔσχατον πνευματικόν δῶρον τῆς μεταστάσης πρός ἡμᾶς. Νά δειχθῶμεν «κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ», ὅπως γράφει στούς Ἐφεσίους ὁ Ἀπόστολος καί Ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας Σας. Νά «μορφωθῇ Χριστός ἐν ἡμῖν» ὅπως ἐπεθύμει ὁ Προστάτης Σας Ἀπόστολος διά τούς Γαλάτας. Καί ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τοῦτο δέν εἶναι εὔκολον. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὅπως τότε δι’  αὐτούς ὑπῆρχον ἐχθροί τοῦ ἔργου τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἱεροῦ καί τοῦ οἴκου, ἔτσι καί τώρα, καί ἡμεῖς εὑρίσκομεν κατέναντι τῆς προσπαθείας μας τόν ἀντίδικον ἡμῶν διάβολον.
Ἐν «τεσσαράκοντα καί ἕξ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη ὁ ναός». Ἁρματωμένοι ἔκτιζον τήν Ἱερουσαλήμ, τήν ὁρμήν τῶν ἐχθρῶν φοβούμενοι, κρατοῦντες ὡς μαρτυρεῖ ὁ Ἱερός Νεεμίας μέ τό ἕνα χέρι τό δοξάρι καί τήν σαΐταν καί μέ τό ἄλλο κτίζοντες, ὡς ἀναγωγικῶς ἑρμηνεύει ὁ Ἱερός Θεόδωρος. Καί ἡ μεταστᾶσα ἐνθαρρύνουσα ἡμᾶς λέγει τόν Παύλειον λόγον «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ». Καί ὡς τά πάντα κατασκευάζονται ὑπό τινος ὁ δέ τά πάντα κατασκευάσας Θεός, ἐπ’ Αὐτόν ἀνέσχε τάς ἐλπίδας της ἵνα οἰκοδήσῃ ἑαυτήν.
Καί ἰδού, ἀδελφοί μου, καλούμεθα καί ἡμεῖς ἐν τεσσαράκοντα καί πλέον ἡμέραις νά ἀνοικοδομήσωμεν τόν Ναόν τῆς ψυχῆς ἡμῶν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς διδάσκει: «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπεθύμησε μέ τάς ἰδικάς του δυνάμεις νά πολεμήσῃ καί νά νικήσῃ τό σαρκικόν φρόνημα, ματαίως κοπιάζει. Διότι, ἐάν ὁ Κύριος δέν κρημνήσῃ τόν οἶκον τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, καί ἐάν ὁ Κύριος δέν οἰκοδομήσῃ τόν οἶκον τῆς ψυχῆς, ματαίως ἀγρυπνεῖ καί νηστεύει ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ μέ τίς ἰδικές του μόνον δυνάμεις νά τό ἐπιτύχῃ. «Μετά σοφίας οἰκοδομεῖται οἶκος, καί μετά συνέσεως ἀνορθοῦται», ὡς λέγει ὁ σοφός Σολομών.
Σολομών καί Ζοροβάβελ καλεῖται νά ἀναδειχθῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, οἰκοδομῶν καί παλεύων. Θεμελιῶν καί πολεμῶν συγχρόνως. Καί περαίνων τόν λόγον τοῦτον, τόν ὁποῖον ἡ ἀγάπη τοῦ Ἐπισκόπου σας μοι παρεχώρησεν ἵνα ἐκφωνήσω εἰς τήν πενθοῦσαν ταύτην ὁμήγυριν, ὑπενθυμίζω τούς λόγους τούς ὁποίους εἶπεν ὁ ἀββᾶς Νεῖλος ὁ καθήμενος ἐν Σινᾷ πρός ἐρωτῶντα νεοσσόν τῆς Πνευματικῆς ζωῆς: «Σύ οὖν τέκνον ἐποίησας τόν οἶκον τῆς ψυχῆς σου καί τοῦ σώματος, τετράπυλον· καί αἱ θύραι τοῦ νοός καί τῆς διανοίας ἐπήρθησαν, καί αἱ θυρίδες τῶν αἰσθητηρίων τοῦ σώματος ἀνεωγμέναι εἰσί· καί παρερχόμενοι καί παροδίται καί λησταί καί κλέπται καί κοπρισταί, εἴ τι δ’ ἄν εὕρωσι τό ἀρέσκον αὐτοῖς λαμβάνουσιν· οὐ γάρ ἔστιν αὐτοῖς ὁ ἀντιλέγων ἤ κωλύων αὐτούς· πᾶς γάρ οἶκος ἄθυρος καί ἀθυρίδωτος, ὀζοθήκη γίνεται».
Ὁ θεούμενος ὅμως, ὁ τετελειωμένος Ὀρθόδοξος Μοναχός, ὡς ἡ ἀπερχόμενη Γερόντισσα Εὐφροσύνη, ἥτις τοιαύτην μόρφωσιν εὐσεβείας ἔσχεν ἀποίχεται ἀπό τοῦ κόσμου τούτου τῆς αἰχμαλωσίας καί τῆς δουλείας προβαίνων ἐπί τήν ἐπουράνιον Πόλιν τήν Ἱερουσαλήμ τήν Ἁγίαν, καί ἐπί τό Ἐπουράνιον θυσιαστήριον. Καί ἡ Εὐφροσύνη μας ἡ ἠγαπημένη πηγνύουσα τώρα τήν σκηνήν αὐτῆς μετά τῆς σκηνῆς τοῦ Κυρίου της, καταλείπει εἰς ἡμᾶς ἅπαντας τό φωτεινόν παράδειγμά της καί τάς Ἁγίας Εὐχάς της.
Ἀμήν.
trikal
Πηγή: romfea.gr

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Ομιλία Γερόντισσας Μακρίνης



site analysis



image0021 Ιανουαρίου 1985
Ήταν κάποτε ένας Αββάς που ζούσε με τον υποτακτικό του πάρα πολύ πνευματικά. Λίγο μακρύτερα είχαν στην ιδιοκτησία τους κι ένα σπιτάκι, εγκαταλελειμμένο. Κάποια μέρα ήρθε ένας άλλος Αββάς και ζήτησε να μείνη σ’ αυτό. Είπε: «Αββά, δεν μου δίνεις αυτή την καλύβα, να καθήσω και ’γώ εδώ κοντά σας;». Κι ο άλλος Αββάς απάντησε: «Γιατί να μη σου τη δώσω; Νάναι ευλογημένο, να την πάρης». Και την πήρε. Αυτός ο Αββάς ο νεοφερμένος ήτανε πολύ καταρτισμένος και ο κόσμος πήγαινε συνέχεια σ’ αυτόν. Έβλεπε τον κόσμο ο άλλος Αββάς και σκεφτόταν, πως εκεί πέρα πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι και σε ’κείνον δεν πατάει κανείς. Δεν μπορούσε να το χωνέψη. Μετά από λίγο καιρό είπε στον υποτακτικό του: «Να πας να πης τώρα στον Αββά να φύγη από την καλύβα, να βρή άλλη καλύβα να καθήση, γιατί την χρειάζομαι». Εκείνος ειπε:
—Νάναι ευλογημένο.
Σηκώνεται και πάει.
—Τι κάνεις, παππούλη; Ρώτησε ο υποτακτικός.
—Τι να κάνω, παιδί μου; Εδώ πολιτεύομαι, αγωνίζομαι.
—Έχεις πολλές ευχές από τον Γέροντά μου και σε αγαπάει πάρα πολύ.
—Να του πης ευχαριστώ, να εύχεται, γιατί δεν είμαι καλά, με πονάει το στομάχι μου.
Μετά από λίγο βλέποντας ο Αββάς του κελλιού ότι ο Αββάς παρέμενε κι ο κόσμος εξακολουθούσε να πηγαίνη σ’ εκείνον τον Γέροντα ξαναείπε στον υποτακτικό του να πάη στο νεοφερμένο Αββά και να του πη το δίχως άλλο να φύγη από την καλύβα. Πάει αυτός.
—Τι κάνεις, παιδί μου, λέει, πως ήρθες εδώ;
—Ήρθα να σε δώ, παππούλη μου. Άκουσε ο Γέροντας ότι είσαι άρρωστος και με έστειλε να σε δώ, έχεις ευχές και ευλογίες και πολύ σε αγαπάει, πολύ σε σέβεται και σε εκτιμάει.
—Τον ευχαριστώ, δεν έχω λόγους να τον ευχαριστήσω για την αγάπη την πολλή που μου δείχνει. Πες του ότι έγινα καλά, με τις ευχές του.
Γυρίζει ο υποτακτικός στο κελλί τους και λέει στον Γέροντα ότι μέχρι την Κυριακή θα φύγη, αν θέλη ο Θεός. Εκείνος ο καημένος ειρήνεψε. Πάλι κόσμος πολύς πήγαινε στον Αββά και ήρθε η Κυριακή και δεν είχε φύγει. Έχασε την υπομονή του ο Γέροντας της καλύβης και είπε: «Τώρα θα σηκωθώ, θα πάω και θα τον αρχίσω με το μπαστούνι και θα τον βγάλω έξω από την καλύβα». Σηκώνεται λοιπόν να πάη.
«Για στάσου να πάω εγώ πιο μπροστά, πρόλαβε να πη ο υποτακτικός του, να του πω να βγή, για να μη κουρασθής και τρέχης εσύ. Να δω μήπως έχει κόσμο και γίνει κανένα σκάνδαλο εκεί πέρα που θα πας».
Φτάνει λοιπόν πρώτος και λέει: «Παππούλη, θα έρθη ο Γέροντάς μου να σε επισκεφθή με πολλή αγάπη και να σε πάρη στο κελλί μας». Εκείνος μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Αββάς, ο ιδιοκτήτης του κελλιού, σκέφτηκε πως θα κουρασθή και βγήκε πιο μπροστά να τον προϋπαντήση. Βγήκε λοιπόν και μόλις τον είδε, έβαλε μετάνοια εδαφιαία: «Αδελφούλη μου, πατέρα μου, ευεργέτη μου», άρχισε να του λέη πολλά λόγια στοργικά. Μόλις είδε αυτός την αγάπη του Αββά, μαλάκωσε λοιπόν και ασπάσθηκε τον Αββά και δεν είπε τίποτε και τον πήρε στο κελλί του. Ύστερα ρώτησε το μαθητή του: «Δεν του είπες τίποτε απ’ όσα σου έλεγα;». «Όχι», απάντησε. Τότε βγάζει τον σκούφο του και λέει στον υποτακτικό του: «Εγώ δεν αξίζω για Γέροντας, πάρε εσύ το σκούφο». Και λέω, κοίταξε τι αγάπη είχαν οι Πατέρες και οι υποτακτικοί! Τώρα, αν ό,τι τούλεγε ο Γέροντάς του, πήγαινε και τάλεγε, θα αναστάτωνε τον άλλο, θάθελε να βγη έξω από τα ρούχα του, «τι είναι αυτό που μου λες, ένα παραπανίσιο πράγμα είχε και μου έδωσε την καλύβα αυτή να καθήσω, και μήπως εγώ καλούσα τον κόσμο, απλούστατα ο Θεός τον καλεί». Με τι ευγένεια ζούσανε τότε, με τι αγάπη ζούσανε τη μοναχική πολιτεία, με τι συμπόνια, με τι ευλάβεια! Η εργασία αυτού του υποτακτικού ήταν τόσο υψηλή! Πόσο υψηλό φρόνημα είχε, για να μη χαλάση τις καρδιές των δύο Γερόντων! Έκανε υπακοή μετά διακρίσεως. Του έλεγε ο Γέροντας κάνε ’κείνο, κάνε το άλλο, αυτός διέκρινε τι έπρεπε να κάνη, για να κάνη το καλό. Έκανε και την υπακοή και πήγαινε, όταν τον έστελνε ο Γέροντάς του, αλλά είχε και το φρόνημα ότι «θα φέρωμαι, όπως θέλει ο Θεός». Είχε μέσα του την Χάρι του Θεού που τον φώτιζε πως να φερθή, για να βοηθήση τους Γεροντάδες. Πως πολιτευόντουσαν οι άνθρωποι, τι όμορφα! Γι’ αυτό λοιπόν να έχουμε πολλή διάκρισι και πολύ φόβο στην ψυχή μας.
Τι μεγάλο πράγμα είναι η διαβολή! Τώρα λοιπόν ακούμε μία κουβέντα και πάμε και την μεταφέρουμε, όπως εμείς την καταλαβαίνουμε, είτε την ξέρουμε είτε είναι σωστή είτε δεν είναι είτε είναι καλή είτε δεν είναι καλή, πάμε λοιπόν και τη μεταφέρουμε. Λοιπόν για σκεφτήτε αυτό το ωραίο πράγμα που έκανε αυτός ο υποτακτικός μεταξύ των δυο Γερόντων! Τι ωραία αγάπη, τι ωραία συμπόνια! Πως τους ένωσε, πως βοήθησε τον Γέροντά του να του φύγη το πάθος και να συζήσουν αγαπημένοι, ειρηνικά!
Να ακούμε με προσοχή στην Τράπεζα τα ωραία Μαρτύρια και τους βίους των Οσίων, όπως ακούσαμε σήμερα τον βίο της αγίας Μελάνης. Η αγία Μελάνη τι όμορφο βίο είχε! Τι ομορφιά είχε! Τότε δεκατεσσάρων χρονών παντρεύανε τα κορίτσια. Όταν έφυγε για μοναχή ήταν δεκαπέντε χρονών κοριτσάκι. Συμφώνησε με το σύζυγό της και πήγε, ο ένας έγινε ασκητής και η άλλη ασκήτρια. Παρά το μικρό της ηλικίας της, φορούσε από μέσα τρίχινα και αγωνιζόταν όπως οι μεγαλύτερες μοναχές. Έτσι λοιπόν πόσα ωραία πράγματα μπορούμε να διδαχθούμε, άμα δίνουμε προσοχή στους βίους των Αγίων! Είδατε, κάποια φορά διαβάζαμε για ένα Άγιο που έλεγε: «όποιος με ευλαβηθή, με επικαλεσθή, όποιος διαβάση το βίο μου, θα απαλλαχθή από τον τάδε πειρασμό, από την τάδε ασθένεια». Λοιπόν εμείς γιατί να μη έχουμε τις πρεσβείες των Αγίων που μας λένε θα απαλλαχθούμε από ’κείνο, από το άλλο, από τα πάθη μας που μας πολεμάνε και από τις ασθένειες που μας ταλαιπωρούν; Μας βοηθούν οι Άγιοι, όταν διαβάζουμε με προσοχή τους βίους των, οπότε θα έχουμε την ευλογία τους. Όσα ακούμε στην Τράπεζα, να τα κάνουμε μελέτη. Μετά θα πάμε στο κελλάκι μας, θα ξεκουραστούμε λίγο, θα αρχίσουμε να τα μελετούμε, θα κάνουμε μία προσευχούλα, ένα κομποσχοινάκι, θα πούμε δυο λογάκια στον Χριστό, δυο λογάκια στην Παναγία, ούτε αργολογίες ούτε συζητήσεις ούτε τίποτε. Να μη περνάνε οι ώρες, οι μήνες μας, τα χρόνια ανώφελα. Να έχουμε τη σειρούλα μας την πνευματική· να γράψουμε, να διαβάσουμε, να δούμε το φως της Θεότητος. Τι Χάρι θα αισθάνεσθε, όταν προσέχετε όταν γίνεται ανάγνωσι! Δεν θα μπορήτε να σταθήτε, τέτοια αλλοίωσι, τέτοια Χάρι θα έχετε στην ψυχή σας.
Όταν αγωνιζώμαστε, ο Θεός κάτι θα δώση. Έστω και μια βδομάδα να κάνη βία κανείς, να κάνη σιωπή, να πη «για την αγάπη του Χριστού δεν θα μιλήσω, θα είναι οι λέξεις μου τηλεγραφικές, θα κάνω το κομποσχοινάκι μου, θα κάνω λίγη εγκράτεια, λίγη αγρυπνία, εκείνο που θέλει ο Θεός», και θα δήτε την έκβασι της αγάπης του Θεού. Θαρθή στην καρδιά σας μέσα και θα αισθανθήτε το μέλι της Θείας Χάριτος.
Πολλές φορές θυμάμαι, παλαιότερα, τρώγαμε παστά, τρώγαμε ρέγγες και μας ερχόταν τέτοια δίψα, και έλεγα, «δεν θα πιω νερό, ο κόσμος να χαλάση, δεν θα πιω». Ερχόταν η Χάρις του Θεού και δεν μας ένοιαζε. Αν ό,τι λέει ο νους, το κάνουμε, και ό,τι ζητάει το σώμα μας, το δίνουμε, τότε ποια θα είναι η εγκράτεια που τάξαμε;
Μια φορά ήταν ένας Αββάς και πήγε ένας ληστής στο κελλί του και του λέει: «Αββά, έχω σκοτώσει ενενήντα εννέα και με σένα εκατό!». Μόλις ακούει ο Αββάς αυτό, λέει: «Νάναι ευλογημένο, παιδί μου, είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο, αφού ήρθε η ώρα να φύγω, να με αποκεφαλίσης και μένα· αλλά πήγαινε να μου φέρης λιγάκι νεράκι από την πηγούλα· φέρε μου λίγο νεράκι κι έλα να με αποκεφαλίσης». Σηκώνεται λοιπόν, παίρνει το σταμνάκι του Αββά και πάει να του φέρη νερό. Έκανε υπακοή. Επειδή έκανε πρώτον γενική εξομολόγησι, όταν είπε στον Αββά οτι ενενήντα εννέα σκότωσε και με εκείνον εκατό, δεύτερον, ότι έκανε υπακοή να του φέρη νερό, το έλεος του Θεού δεν τον άφησε. Εκείνη την ώρα που ο ληστής πήγε να φέρη το νερό, ο Αββάς γονάτισε και έκανε προσευχή: «Βοήθησέ τον, να μη το κάνη αυτό, βοήθησέ τον, Χριστέ μου, να μετανοήση, να συντριβή». Στο διάστημα αυτό, ενώ γέμιζε το σταμνάκι, ήρθε μία αλλοίωσι στην ψυχή του ληστού και άρχισε να κλαίη. Εκεί στη μοναξιά έκλαψε, έκλαψε, το μαντήλι το έκανε μούσκεμα. Την ώρα που προσευχόταν ο Αββάς, βλέπει ένα άνθρωπο μέσα στα ολόλευκα ντυμένο και με ενα χρυσό στεφάνι στο κεφάλι και είπε: «Ποιος είναι;». Και ακούει φωνή: «Είναι ο ληστής που ήθελε να σε σφάξη. Επειδή έκανε γενική εξομολόγησι και έκανε και την υπακοή του, τώρα πάει στον ουρανό». Σηκώθηκε ο Αββάς και πήγε και βρήκε το ληστή πεθαμένο. Τι ευσπλαγχνία ο Θεός! «Ενενήντα εννέα έσφαξα και με σένα εκατό!». Κοίτα αγάπη ο Θεός, κοίτα μακροθυμία, κοίτα ευσπλαγχνία, κοίτα, κοίτα… Κι εμείς τώρα δεν σηκώνουμε τίποτε και δεν μακροθυμούμε, δεν ανεχόμαστε, δεν έχουμε ταπείνωσι να πούμε «νάναι ευλογημένο, έτσι επέτρεψε ο Θεός, για τις αμαρτίες μου. Τις οίδε πόσο λύπησα τον Θεό και επέτρεψε ο Θεός αυτό το πράγμα, να μου πουν μία λέξι, να μου πουν μία κουβέντα». Όταν υπάρχη ταπείνωσι και υπακοή, βλέπεις ένα μεγαλείο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. «Νάναι ευλογημένο», «ευλόγησον», «έτσι οικονόμησε ο Θεός, νάναι ευλογημένο, Σε ευχαριστώ, Θεέ μου».
Όταν λοιπόν μας ταπεινώση ένας άνθρωπος και σηκωθούμε και πάμε στο κελλάκι μας μέσα και έχουμε ταπεινό λογισμό, δεν θα μας επισκιάση η Χάρις του Θεού; Δεν θα μας αλλοιώση την ψυχή μας που είναι σαν πέτρα, σαν μάρμαρο και δεν φεύγουμε από το θέλημά μας και από το λογισμό μας; Δεν θα μας μιλήση ο Θεός στην ψυχή μας; Όταν θα δούμε αυτή την αλλοίωσι, θα προσέχουμε και θα λέμε στον εαυτό μας: «Θα προσπαθώ να μή υπάρχη μώμος μέσα στην ψυχή μου για κανένα άνθρωπο, μα για κανένα άνθρωπο». Να δώσουμε τόση βία μέσα μας, που να λέμε: «Αυτός είναι άγιος για μένα, αυτός είναι άγιος για μένα, αυτός είναι άγιος για μένα». Έτσι δεν θα έχουμε μώμο μέσα στην ψυχή μας για κανένα. Είναι δυνατόν ο Θεός αυτήν την πέτρινη καρδιά μας να μη μας την κάνη συντρίμματα και να μή την λυγίση και να μή παραμερίση τους βράχους που υπάρχουν μέσα της και δεν τους καταλαβαίνουμε; Έτσι είναι! Αυτή είναι η ευσπλαγχνία του Θεού, είναι η αγάπη του Θεού, είναι η άπειρος ευσπλαγχνία του Θεού· γι’ αύτό λέγανε οι Πατέρες: «Παύσον, Κύριε, τα κύματα της Χάριτός Σου»[1], γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν την ευσπλαγχνία του Θεού· τέτοια Χάρι τους έδινε. Γιατί τώρα να μη μπορούμε κι εμείς να έχουμε αυτή την πνευματική κατάστασι και να μη ζούμε αυτό το μεγαλείο στην ψυχή μας, αλλά να έχουμε μέσα μας το λογισμό: «εκείνη μου έκανε εκείνο, εκείνη μου έκανε το άλλο». Καλέ, που πας, που θα ξεφύγης από την δικαιοσύνη του Θεού; Ο Θεός σε ανέχεται, σε έχει στη γη απάνω, σε ταΐζει, σε ποτίζει, σου έχει δώσει την υγεία σου, όλα τα καλά και τα αγαθά σου δίνει. Εσύ γιατί Τον προσβάλλεις; Γιατί δεν δέχεσαι μία κουβέντα από τον άλλο; Γιατί δεν ανέχεσαι τον άλλο; Μόνο έτσι έρχεται η Χάρις του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα του αισθάνεται να είναι ένας άγγελος με χρυσά φτερά που πετάη στα ουράνια περιβόλια του Θεού, να βρίσκεται κοντά στην Κυρία Θεοτόκο και να πετάη από ’δώ και από ’κεί. Αγγελική ζωή, αγγελική ζωή! Εάν το σκεφτούμε βαθειά στην καρδιά μας, ότι ζούμε αγγελική ζωή, και εγώ δεν ξέρω πως θα είμαστε, και τι θα μας δώριζε ο Χριστός μέσα στην καρδιά μας! Τι θα αισθανόμαστε μέσα στην ψυχή μας, δεν μπορούμε να το συλλάβουμε! Ξέρεις τι θα πη Άγγελος; Ούτε γελάει ούτε θυμώνει ούτε ψεύδεται ούτε μαλώνει ούτε συζητάει ούτε κρίνει ούτε κατακρίνει ούτε υπερηφανεύεται.
Το μεγαλύτερο θέμα, είναι το θέμα της κατακρίσεως. Αυτό πρέπει να το προσέξουμε, δηλ. το μεγαλύτερο τελώνιο που θα περάσουμε είναι της κατακρίσεως. Γι’ αυτό λοιπόν, όταν υπάρχη μώμος μέσα στην ψυχή μας για ένα αδελφό και έχουμε πειρασμό, τότε η Χάρις του Θεού δεν θα επισκιάζη. Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος δεν μπορεί ναρθή μέσα στην ψυχή να λαλήση, να φωτίση, να ανάψη, ναρθή το άκτιστο φως μέσα στην καρδιά. Και το μεγαλύτερο δαιμόνιο που σκαλώνουμε είναι αυτό, το «γιατί εκείνη», το «γιατί το έκανε εκείνο και δεν έπρεπε να το κάνη έτσι και έπρεπε να γίνη αλλιώς». Έρχεται και η Γερόντισσα σε μία κατάστασι που παρακαλεί τον Θεό ολοψύχως και λέει: «Θεέ μου βοήθησέ με, δος μου την ανεξικακία Σου, δος μου την αγάπη Σου, δός μου να αγαπήσω όλους τους ανθρώπους, ό,τι και να κάνουν, ό,τι κι αν συμβή, ό,τι και κακό ακόμη, δος μου την πρέπουσα αγάπη, να αγαπήσω όπως και Εσύ αγάπησες τον Υιόν Σου». Λοιπόν ο Θεός είναι όλο αγάπη, η αγάπη «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει»[2]. Η αγάπη κάνει τα πάντα. Όταν δεν υπάρχη αυτό το πράγμα, τότε υπάρχει μέσα συνέχεια αυτός ο λογισμός και δεν φεύγει. Παραμερίζουμε τον Χριστό, ενώ ο Χριστός έχει τας αγκάλας ανοιχτάς και λέει: «Έλα τέκνο, έλα παιδάκι μου, έλα χρυσό μου, έλα διαμάντι μου, που να σε βάλω, έλα στην αγκαλιά μου, έλα να σε χαϊδέψω, έλα να σου κάνω αυτό που ζητάς και επιθυμείς». Λοιπόν αυτό θέλει ο Θεός, θέλει πολλή αγάπη, θέλει πολλή στοργή, θέλει να γίνουμε ένας μικρός Χριστός· και να δής τι θα γίνεται εδώ μέσα, τι θα αισθανώμαστε! Όπως είπε και κάποιος, περισσότεροι είναι οι άγιοι Άγγελοι από την αναπνοή μας. Σκεφθήτε τι γίνεται!
Και εύχομαι τώρα ο καινούργιος χρόνος, αν και η πρωτοχρονιά είναι κοσμικό γεγονός, δεν είναι εκκλησιαστικό, εύχομαι στην Παναγία, στον Χριστό μας, δι’ ευχών του Γέροντος να βάλουμε μία σειρούλα καλή, πνευματική, αγιασμένη και ό,τι τέλος πάντων συνέβη από αδυναμίες, πάθη, ελαττώματα, να μας συγχωρή ο Χριστός και να μας δώση μετάνοια, να μας δώση φωτισμό, να μας δώση αγιασμό στην ψυχούλα μας ως εύσπλαγχνος που είναι και έχει πολλή αγάπη· πρώτα σ’ εμένα που δεν κάνω το θέλημα του Θεού και γι’ αυτό βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος και δεν παρουσιάζουμε αυτή την πρόοδο που πρέπει να έχουμε. Γι’ αυτό λοιπόν ας ευχηθούμε στον Χριστό μας να μας συγχωρήση ό,τι Του πταίσαμε είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία είτε εν παραβάσει είτε εν παρακοή είτε ό,τι και αν Του πταίσαμε, να μας συγχωρή και ναρθή το έλεος Του τον καινούργιο χρόνο να μας βοηθήση να βιώσουμε καλώς και να αγωνισθούμε σ’ αυτά που θέλει ο Θεός από μας και ζητάει, για να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά Του.
Σας εύχομαι να πολυχρονήσετε. Όσες δεν είναι μοναχές να γίνουν καλές μοναχούλες, να λάβουν το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα και να ζήσετε με πολλή αγάπη και πίστι στον Θεό και μεγάλη προετοιμασία πνευματική· και όσες είναι Μεγαλόσχημες να τιμήσουν την μοναχική τους πολιτεία και να τηρήσουν τις υποσχέσεις που δώσανε στον Θεό, γιατί θα ζητήση πολλά από μας ο Χριστός μας. Και όλες να μας βοηθήση η Χάρις του Θεού και δι’ ευχών του Γέροντός μας να μας ανοίξη το δρόμο της σωτηρίας μας και να πολιτευθούμε ευαρεστώντας τον Θεό.
Σας εύχομαι χρόνια πολλά, ευλογημένα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.Έφραίμ ο Σύρος, Έργα, τόμ. Α’, εκδ. «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988. «Λόγος ασκητικός», σ. 177.
2.Α’ Κορ. ιγ’, 7.
vatopaidi.wordpress.com

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Οἱ Ἁγίες Ἀλεξανδρία, Εὐφημία, Εὐφρασία, Ἰουλιανή, Θεοδοσία, Κλαυδία καὶ Ματρώνη οἱ Μάρτυρες ἐν Ἀμινσῷ



site analysis




Οἱ Ἁγίες ἑπτὰ Μάρτυρες ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) στὴν πόλη Ἀμινσό, ὅταν ξεσηκώθηκε μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό.
Οἱ Ἁγίες συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἀμινσοῦ, ποὺ ἦταν εἰδωλολάτρης. Καὶ ὅταν στάθηκαν ἐνώπιόν του, ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι Χριστιανὲς καὶ τὸν ἔλεγξαν μὲ παρρησία, ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσαν σκληρὸ καὶ ἄδικο καὶ ἐχθρὸ τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἄρχοντας ἐξοργίσθηκε. Τότε ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὶς τοποθέτησαν σὲ δημόσιο μέρος γιὰ θέαμα, ὅπου ἄρχισαν νὰ τὶς χτυποῦν μὲ ραβδιά. Στὴν συνέχεια ἔκοψαν τοὺς μαστοὺς αὐτῶν μὲ ξίφη καί, ἀφοῦ τὶς κρέμασαν, τὶς ἔγδαραν τόσο πολύ, ὥστε φάνηκαν τὰ ἔντερά τους. Τέλος, τὶς ἔριξαν σὲ μεγάλο καμίνι φωτιᾶς καί, ἐνῷ ἔψαλλαν καὶ προσεύχονταν στὸν Θεό, παρέδωσαν τὶς ψυχές τους.Τὸ μαρτύριό τους ἔγινε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 303 – 305 μ.Χ.

Άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία



site analysis



AgioiChrysanthosDareia01Εορτάζει στις 19 Μαρτίου εκάστου έτους.

Ζῶσι Χρύσανθος καὶ Δαρεία ἐν πόλῳ,
Κἂν ἐκπνέωσι, ζῶντες εἰσδύντες βόθρῳ.
Χῶσαν συζυγίην δεκάτῃ ἐνάτῃ ὁμόλεκτρον.
Βιογραφία
Οι Άγιοι Μάρτυρες Χρύσανθος και Δαρεία έζησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού (243 – 284 μ.Χ.).
Ο Άγιος Χρύσανθος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και ήταν υιός επιφανούς ειδωλολάτρου, του Πολέμωνος.
Όμως κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη από κάποιο Χριστιανό και βαπτίσθηκε.
Όταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε το γεγονός, τον φυλάκισε και, για να τον αποσπάσει από την χριστιανική πίστη, του έδωσε για γυναίκα του την ωραία Δαρεία, η οποία καταγόταν από την Αθήνα και ήταν ειδωλολάτρισσα.

Αντί όμως να προσελκύσει η Δαρεία τον σύζυγό της Χρύσανθο στην ειδωλολατρία, συνέβη το αντίθετο. Πίστεψε κι αυτή στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Τότε τους κατήγγειλαν στον ύπαρχο Κελερίνο, ο οποίος τους παρέδωσε στον τριβούνο (διοικητή τάγματος) Κλαύδιο. Το μαρτύριο άρχισε. Αλλά η καρτερία και η επιμονή των μαρτύρων εξέπληξε τον Κλαύδιο, ο οποίος μαζί με την σύζυγό του Ιλαρία, τους υιούς του Ιάσονα και Μαύρο και τους στρατιώτες του  πίστεψε στον Χριστό.

Στην συνέχεια έριξαν τους Αγίους Χρύσανθο και Δαρεία μέσα σε λάκκο και τους ενταφίασαν ζωντανούς. Ήταν το έτος 283 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον 
Tὴν σύμπνουν ξυνωρίδα τῶν μαρτύρων τιμήσωμεν, Χρύσανθον ἁγνείας τὸ ἄνθος καὶ Δαρείαν τὴν πάνσεμνον· τῇ πίστει ἑνωθέντες γὰρ σεπτῶς, ἐδείχθησαν τοῦ Λόγου κοινωνοί, ἐναθλήσαντες νομίμως ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ σῴζουσι τοὺς ψάλλοντας· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ἡμῶν πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἐπιγνώσει, πᾶσαν ἔλιπες, πατρῴαν πλάνην, καὶ Χριστῷ κατηκολούθησας Χρύσανθε, ᾧ καὶ προσάγεις Δαρείαν τὴν πάνσεμνον, καὶ σὺν αὐτῇ τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μεθ’ ἧς πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρές σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ὡς κρίνον χρυσαυγές, τήν ὀσμήν εὐσεβείας, ἐμπνεύσας δαψιλῶς, Χρύσανθε Ἀθλοφόρε, πρὸς γνῶσιν σωτήριον, τήν Δαρείαν ἐφείλκυσας, μεθ᾽ἧς ἤθλησας, καὶ τὸν ἀρχέκακον ὄφιν, τροπωσάμενος, πρός ἀκηράτους παστάδας, ἀξίως ἐπήρθητε.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸ ὡραιότατον κάλλος ἐπόθησας καὶ τὰ ὁρώμενα κάλλη παρέδραμες, καὶ προσηγάγω τῷ Χριστῷ, χρυσέοις Μάρτυς λόγοις σου, Χρύσανθε μακάριε, τὴν Δαρείαν τὴν ἔνδοξον, ἄθλους διανύσασαν, καὶ τυράννους αἰσχύνασαν, μεθ’ ἧς ἡμῶν μνημόνευσε πάντων, τῶν πίστει τελούντων τὴν μνήμην ὑμῶν.

Μεγαλυνάριον
Σύμφρονες ὁμόζυγοι Ἀθληταί, οἱ τοῦ Ζωοδότου, πειθαρχήσαντες τῷ ζυγῷ, χαίρετε ἀπαύστως, Χρύσανθε καὶ Δαρεία, τῆς παγκαλοῦς ἁγνείας, τερπνὰ ἀλάβαστρα

Η ΑΓΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ-ΕΛΕΝΗ ΔΡΑΓΑΣΗ-ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΝΑ



site analysis


 







 Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες - κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (=βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν (π.χ. ο Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας και κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους = όσιος Συμεών ο Μυροβλύτης). Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βορειο - ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος.

Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά τον θάνατο το Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από τον βυζαντινό πολιτισμό. Ένοιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέπρωτο να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, περά προς την γενέθλιο σερβική πατρίδα.

Κοντά σ' αυτά και πάνω απ' αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα την φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της. 

Υπολογίζεται νάταν 19 περίπου χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β' Παλαιολόγο (τέλη του 1390), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας.

Η καινούργια ζωή της Ελένης - αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ' όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας.

Η Ελένη - αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα. 


Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάννα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα μέσα στην λακωνικότητά της τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός - Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»

Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης». 


Στο ευλογημένο ζευγάρι ο Θεός χάρισε οκτώ παιδιά. Έξι αγόρια από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η' και ο Κωνσταντίνος ΙΑ', ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας. Ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά, και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Και δύο κορίτσια, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία. Η πολύτεκνη και φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και τη γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε υπέρ αυτών τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον».Με υπομονή και επιμονή, με προσοχή και προσευχή σμίλεψε τους χαρακτήρες τους, τους έδωσε μαζί με το «ζην»και το «εύ ζην». Έτσι, κατάφερε, μεταξύ άλλων, να θέσει τέρμα στις επί 90 περίπου χρόνια συγκρούσεις μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας για την εξουσία που είχαν εξαντλήσει την αυτοκρατορία. Οι όποιες διαφορές απόψεων η διενέξεις παρουσιάζονταν (μετά το θάνατο του Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ήσυχα με το κύρος της μητρικής της παρέμβασης και της προσευχής της. 


Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα Μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν, ξεκουραζόταν η ψυχή της, αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια. Αυτό, το ενέπνευσε σε όλη την οικογένειά της. Ο σύζυγός της αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή (1425) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή. Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και ο Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος, και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο


Ακόμα, εν όσω βρισκόταν στην πατρίδα της, μαζί με τον πατέρα της έκτισαν την Ι.Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στο Πογάνοβο της πόλης Δημήτροβγκραντ της Ν.Α. Σερβίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την Ι. Μ. του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού, στον οποίο η αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια. Η Μονή είχε ιδρυθεί από τον συνασκητή του οσίου Παταπίου στην Αίγυπτο, όσιο Βάρα, έξω από την πύλη του Ρωμανού πριν από το 450μ.Χ. Με την συμβολή της αγίας ιδρύθηκε στη Μονή γυναικείο γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». Η ευλάβειά της προς τον όσιο Πατάπιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο αγιογράφος του σπηλαίου του οσίου Παταπίου στα Γεράνεια όρη της Κορινθίας θεώρησε απαραίτητο να ιστορήσει την αγία Υπομονή δίπλα από το σκήνωμα του οσίου.

Άνθρωπος φωτεινός και φωτισμένος η αγία Υπομονή, προικισμένη με πολλά τάλαντα, που τα «εμπορεύθηκε» με σύνεση και σωφροσύνη και τα πολλαπλασίασε, κατάφερε με την αρετή, την άσκηση και την καρτερία της να φθάσει σε δυσανάβατα μέτρα αρετής. Μια σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ', «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:


«Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».




Ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450, έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κων/ νον Παλαιολόγον επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:
       «Ως προς δε την αοίδιμον, εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν». 

       Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής».

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ -ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ

(Από το ημερολόγιο του 2006 της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης).

Σύγχρονο θαύμα της Αγίας

       Είναι αρκετές οι εμφανίσεις της αγίας Υπομονής τα τελευταία χρόνια σε ευσεβείς και μη χριστιανούς. Επιλεκτικά καταχωρούμε ένα συμβάν που περιγράφει την θαυμαστή εμφάνισί της και θεραπεία κάποιου ασθενή.
       «Η αγία Υπομονή εμφανίσθηκε ως μοναχή σε κάτοικο των Αθηνών που εργαζόταν σε ταξί. Το σταμάτησε και ζήτησε να κατευθυνθή προς το Λουτράκι. Ο ταξιτζής είχε καρκίνο του δέρματος στα χέρια του και βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία. Καθ' οδόν η μοναχή που φορούσε ένα κουκούλι με κόκκινο σταυρό τον ρώτησε.

       Γιατί είσαι μελαγχολικός;

       Και εκείνος δεν εδίστασε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Μετά τον ρώτησε αν θέλη να τον σταυρώσει για να γίνει καλά και εκείνος δέχθηκε. Σε λίγο όμως τον έπιασε υπνηλία και παρεκάλεσε την μοναχή να σταθούνε λίγο για να μην σκοτωθούνε. Είχαν φθάσει κοντά στα διόδια και εύκολα θα έβρισκαν άλλο ταξί αν εκείνη βιαζόταν. Κάθησε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι τα χέρια του είχαν γίνει καλά, αλλά η μοναχή είχε εξαφανιστή. Ρώτησε τους ανθρώπους των διοδίων μήπως είδανε καμμιά μοναχή εκεί κοντά, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε συγκλονισμένος γύρισε στο ταξί του και κατάλαβε ότι κάποια αγία ήταν κι' έγινε άφαντη. Κατευθύνθηκε μετά στον γιατρό του και του διηγήθηκε το περιστατικό. Την στιγμή εκείνη έπεσε το μάτι του σε μια εικόνα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του ιατρείου. Πετάχθηκε απ' το κάθισμά του και φώναξε : ‘Αυτή ήταν'.
       Σημειωτέον ότι η εικόνα ήταν της αγίας Υπομονής. Έτσι έμαθε ποια ήταν εκείνη που τον θεράπευσε και τον γλύτωσε και απ' την απελπισία. Το κουκούλι με τον κόκκινο σταυρό έδειχνε την καταγωγή πριν γίνει αυτοκρατόρισσα του Βυζαντίου και με αυτό το μοναχικό σχήμα τελείωσε και την επίγεια ζωή της. Εκ των υστέρων γίνηκε γνωστό ότι η ημέρα που γίνηκε το θαύμα ήταν 13 Μαρτίου, ημέρα που η αγία γιορτάζει».

(Από το βιβλίο εκδόσεως Ι. Μ. Οσίου Παταπίου Λουτρακίου).

  
Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. α'.
Τον συνάναρχον Λόγον.

Την κλεινήν βασιλίδα εγκωμιάσωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού, εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει βοώντες, θραύσον, λιταίς σου ημών δεσμούς ανόμους, άνασσα.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω.

Υπομονής θεοστηρίκτου την ομώνυμον και βασιλίδων θεοσόφων την υπέρτιμον, την εκλάμψασαν ως άστρον εν Βυζαντίω και χορούς μοναζουσών καταπυρσεύσασαν, ταπεινώσεως βολαίς ανευφημήσωμεν, πόθω κράζοντες. Χαίροις, Μήτερ πανεύφημε.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις εκμαγείον υπομονής, στήλη σωφροσύνης, αδιάσειστον αρετών, τείχος και ταμείον, Υπομονή, αγάπης, ενθέων βασιλίδων κέρας περίδοξον.

ΠΗΓΗ.ΑΓΙΟΚΕΡΙ

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΥΠΟΜΟΝΗ (13 ΜΑΡΤΙΟΥ)



site analysis

«
«Η Αγία Υπομονή ήταν η βασίλισσα του Βυζαντίου Αυγούστα Ελένη – Δραγάση Παλαιολόγου. Ήταν κόρη του αυτοκράτορα των Σλάβων Κωνσταντίνου Δραγάση. Έγινε αυτοκράτειρα του Βυζαντίου ως σύζυγος του Εμμανουήλ Β’ του Παλαιολόγου. Είχε 6 παιδιά και ως αυτοκράτειρα, κατά τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθων Γεμιστό, διακρινόταν για τη σωφροσύνη της και την δικαιοσύνη της. Ήταν η μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο αυτοκράτορας σύζυγός της έγινε αργότερα μοναχός με το όνομα Ματθαίος και μετά το θάνατό του έγινε και η ίδια μοναχή στο μοναστήρι της Κυρά – Μάρθας. Ήταν μια μοναχή σαν όλες τις άλλες και, ακόμη και αν ήταν αυτοκράτειρα, έκανε όλα τα διακονήματα στο μοναστήρι.
Η Αγία Υπομονή βοήθησε να ιδρυθεί ένας οίκος ευγηρίας, με το όνομα ‘Η ελπίδα των απελπισμένων’, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας όπου φυλασσόταν το σκήνωμά του Αγίου Παταπίου.
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης συνέβη κατά τη στιγμή που εκείνη και ο σύζυγός της είχαν εξοριστεί (1390 – 1392). Η Αγία Υπομονή πέθανε στις 13 Μαρτίου του 1450, 3 χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα του Βυζαντίου, πέσει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, έπειτα από μακρά πολιορκία. Στην πτώση της Κωνσταντινούπολης ο αυτοκράτορας υιός της, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πέθανε στη μάχη. Η Αγία Υπομονή ετάφη στη μονή του Παντοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ετάφησαν ο αυτοκράτορας σύζυγός της και 3 από τα παιδιά τους (εκ των οποίων τα 2 ήταν μοναχοί).

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα (ανιψιός της Αγίας Υπομονής) μετέφερε στο βουνό Γεράνεια στη Νότια Ελλάδα (κοντά στην Αθήνα) και έκρυψε το λείψανο του Αγίου Παταπίου σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη Θέρμαι (το σημερινό Λουτράκι) που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα μ.Χ. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκε Βυζαντινή αγιογραφία της Αγίας Υπομονής και η αγία κάρα της. Στο σπήλαιο αυτό χτίστηκε το 1952 από τον γέροντα Νεκτάριο Μαρμαρινό το μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, όπου και φυλάσσεται η σεπτή κάρα της Αγίας Υπομονής».

(Πηγή: Βικιπαίδεια)

Είναι αξιοθαύμαστη η περίπτωση της πριγκιποπούλας, μετέπειτα  αυτοκράτειρας κι ύστερα μητέρας αυτοκράτορα, που έγινε μοναχή, της Ελένης Δραγάση και μετέπειτα Υπομονής. Διότι ασφαλώς δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς τις τιμές και τις δόξες, έστω και σε περίοδο παρακμής, για να εγκλειστεί σε μοναστήρι, ζώντας ως «κοινός» θνητός, με επιτέλεση και των πιο δύσκολων και «χαμηλών» διακονημάτων. Αυτό δείχνει μία ιδιαίτερη ταπείνωση, που αποτελεί την προϋπόθεση για να δεχτεί κανείς πλούσια τη χάρη του Θεού.  Το ακόμη θαυμαστότερο όμως  είναι ότι όχι μόνον έγινε μοναχή, αλλά έφτασε και σε μέτρα αγιότητας τέτοια, που η Εκκλησία μας τα διαπίστωσε, ώστε να διακηρύξει και  την οσιότητά της. Τα θαύματα για παράδειγμα που έχουν καταγραφεί από τις επεμβάσεις της, παλαιότερα και νεώτερα, είναι πολλά, σαν την περίπτωση εκείνου του οδηγού ταξί, που σαν σήμερα πριν λίγα μόλις χρόνια, μεταφέροντας στο Λουτράκι από την Αθήνα μία απλή καλόγρια και αποκαλύπτοντας το πρόβλημά του – καρκίνο στο δέρμα – δέχτηκε την ευλογία της που λειτούργησε άμεσα ως θεραπεία από το νόσημά του. Κι όταν μετά από μία μικρή στάση την αναζήτησε, αυτή είχε εξαφανιστεί, δεν την είχε δει κανείς, όπου ρώτησε εκεί γύρω που σταμάτησε, την αναγνώρισε δε λίγο αργότερα στο ιατρείο που προσήλθε, γιατί ο ιατρός είχε αναρτημένη την αγία εικόνα της.

Το παράδοξο όμως της ζωής της: από αυτοκράτειρα να γίνει απλή και ταπεινή καλόγρια και μάλιστα να αγιάσει, αίρεται και κατανοείται, όταν δει κανείς την όλη πορεία της απαρχής. Η Ελένη οσία Υπομονή ζούσε με αίσθηση της παρουσίας του Θεού, με φροντίδα επιτέλεσης των αγίων εντολών Του, με ταπείνωση και κυρίως με αγάπη προς τους συνανθρώπους της, θα έλεγε κανείς, από γεννησιμιού της. Είτε στα ανάκτορα είτε στο μοναστήρι, είτε μικρή κοπέλα είτε σύζυγος αυτοκράτορα, την ίδια ζωή στην ουσία ζούσε, κάτι που περίτρανα αποδεικνύει ότι ο καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο άνθρωπος που αγαπά αληθινά τον Χριστό δεν επηρεάζεται από τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, αλλά από αυτό που έχει θέσει ως στέρεο στόχο της ζωής του. Με άλλα λόγια η οσία Υπομονή είναι μία επιπλέον περίπτωση πραγματικού αγίου ανθρώπου, που μπορούσε να λέει ό,τι και ο απόστολος Παύλος: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να είμαι με τον Χριστό. Κι ίσως εκείνο που μας κάνει να μένουμε περισσότερο έκθαμβοι στην περίπτωσή της είναι το γεγονός ότι ζούσε οσίως και σωφρόνως κι όσο ακόμη ήταν στις μεγάλες θέσεις και δεν είχε κλειστεί στο μοναστήρι. Σαν να μην την ακουμπούσε τίποτε επίγειο, σαν να ήταν ένα είδος περιστεριού που περιίπτατο υπεράνω της συγχύσεως του κόσμου τούτου. Και πράγματι μεταξύ των άλλων έτσι την αντιμετωπίζει ο υμνογράφος της. Μας καλεί «να την εγκωμιάσουμε, αυτήν που ήταν ένδοξη βασίλισσα, γιατί σαν περιστέρι ευλαβικό πέταξε πάνω από τον κόσμο της σύγχυσης προς τις σκηνές του ουρανού κι έζησε με αληθινή αγάπη, με άσκηση, με ταπείνωση» («Την κλεινήν βασιλίδα εγκωμιάσωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού, εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει») (απολυτίκιο της οσίας).

Έχουμε σημειώσει και πάλι ότι τη χάρη ενός αγίου και γενικώς ενός ανθρώπου απλού την βλέπουμε φανερά από το τι μας προκαλεί στην προσέγγισή του. Ένας άγιος πάντοτε μας ανεβάζει πνευματικά, μας κάνει να βλέπουμε τον αληθινό σκοπό της ζωής, μας δίνει ώθηση να αποκαλυφθεί ο καλύτερος εαυτός μας. Με τον άγιο δηλαδή βγαίνει το γέλιο της ψυχής μας, γινόμαστε όντως άνθρωποι. Αυτό με ένα λόγο που έχει ο άγιος, τη χάρη του Θεού, αυτό και μεταγγίζει. Πώς το λέει ο ίδιος ο Κύριος; «Το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με την οσία Υπομονή. Η προσέγγισή της από κάθε άνθρωπο οδηγούσε στην εν Θεώ αύξηση του ανθρώπου, στη φανέρωση του χαρισματικού εαυτού του. Και δεν είναι λόγια που τα λέμε εμείς σήμερα εγκωμιαστικά. Είναι η εμπειρία της εποχής, καταγεγραμμένη από ανθρώπους που την ήξεραν και μάλιστα αγίους. Ας ακούσουμε για παράδειγμα τι λέει ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση της Πόλης, Γεννάδιος ο Σχολάριος, σε συγκεκριμένο λόγο του «Επί τη κοιμήσει της μητρός του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΙΑ΄ αγίας Υπομονής» :

 «Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».

Κι ακόμη: «Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού, αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:  «Ως προς δε την αοίδιμον εκείνην Δέσποιναν Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».
Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής» (Ι. Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης).

Το μόνο που ίσως αυθόρμητα έρχεται και σε εμάς να κάνουμε μπροστά στην οσία Υπομονή είναι να τη μεγαλύνουμε όπως και η Εκκλησία μας: «Είθε να χαίρεις, Υπομονή, συ που αναδείχτηκες πρότυπο υπομονής, στήλη της σωφροσύνης, στέρεο τείχος των αρετών και ταμείο της αγάπης, συ που είσαι η ένδοξη κορυφή των ένθεων βασιλισσών» («Χαίροις εκμαγείον υπονονής, στήλη σωφροσύνης, αδιάσειστον αρετών τείχος και ταμείον, Υπομονή, αγάπης, ενθέων βασιλίδων κέρας περίδοξον»).