Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Η Αγία Ακυλίνα



site analysis



Η Αγία Ακυλίνα
Από μια μεγάλη Αγία, ένας «πατέρας» προδότης και λιποτάκτης «χριστιανός»
Η ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ - ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ 
Η Αγία Ακυλίνα γεννήθηκε το έτος 1745 μ.Χ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Το σπίτι της σώζεται μέ­χρι και σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση. 
Εδώ ζούσε μαζί με τους χριστιανούς γονείς της τον πατέρα της το Γιώργη και τη Μητέρα της που δυστυχώς δε διασώθηκε το όνομά της. Μια μέρα ο πατέρας της Ακυλίνας μάλωσε με ένα τούρκο και πάνω στο θυμό του μαχαίρωσε τον τούρκο και τον άφησε νεκρό. Όλο το χωριό αναστατώθηκε και όλοι οι Χριστιανοί τρομαγμέ­νοι έτρεχαν να κρυφτούν για να γλυτώσουν απ' την μα­νία των τούρκων για εκδίκηση. Ο Γιώργης καταδικάζε­ται σε θάνατο, οι τούρκοι θα τον κρεμάσουν. Αν όμως θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, υπάρχει λύση, αρκεί να τουρκέψει. Ο Γιώργης δειλιάζει μπρος στην κρεμάλα, προδίδει την πίστη του και υπόσχεται να τουρκέψει σιγά-σιγά και την οικογένειά του. 
Οι Χριστιανοί σαν το άκουσαν φαρμακώθηκαν: «Ακούς εκεί, να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει τη Πί­στη του!». Όλοι με ένα στόμα έλεγαν. 
Εκείνες όμως που φαρμακώθηκαν πιο πολύ, ήταν η Γυναίκα του και η Ακυλίνα. 
Ντυμένες και οι δυο στα μαύρα, κλείστηκαν μέσα και κλαίνε για τον πατέρα τους που έγινε προδότης της πίστεως και της πατρίδος. Άδικα η καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον κάνει να συνέλθει, να Μετανοήσει, να Εξομολογηθεί. Αυτός τυφλωμένος από τα δώρα, ούτε θέλει ν' ακούσει για το Όνομα του Χριστού. 
Έτσι η μόνη παρηγοριά της Μάνας μένει τώρα η Ακυλίνα, και προσπαθεί να την αναθρέψει όσο πιο καλά γίνεται Χριστιανικά σα να διαισθάνονταν ότι θ' ακολου­θήσει το δρόμο του Μαρτυρίου. 
Και δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Το έτος 1764 μ.Χ. ο Γιώργης παίρνει διαταγή του πασά που ήταν διοικητής της Θεσσαλονίκης να πείσει την κόρη του να γί­νει τουρκάλα, γιατί την είδε στη βρύση και θαμπώθηκε από την ομορφιά της ο γιος του και τη θέλει για γυναί­κα του. Χάρηκε ο Γιώργης γι' αυτή την μεγάλη τιμή, και τρέχει στο σπίτι του να της πει το μεγάλο νέο και τα μάτια του γυάλιζαν γι' αυτά που του έταξε ο πασάς. Η Ακυλίνα πάγωσε. Μάνα και Κόρη τον βγάζουν έξω από το σπίτι και ούτε θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά ο «τούρκος» δεν υποχωρεί εύκολα. Λυσσάει, στην αρχή με γλυκόλογα και υποσχέσεις, όταν όμως βλέπει την Α­κυλίνα να μένει ασυγκίνητη σε όλα αυτά, αλλάζει τακτι­κή και διατάζει βασανιστήρια. Η ατίμητη Μάνα την εμ­ψυχώνει γενναία λέγοντάς Την:
-Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην Αιωνιότητα Της Μακαρίας Ζωής.

Τα μαρτύρια αρχίζουν.
Την γυμνώνουν, την χτυπούν, την μαστιγώνουν με βέργες και συρματένια σχοινιά. Το σώμα της γίνεται ό­λο μια πληγή. Το αίμα της χύνεται ποτάμι και βάφει τη Μακεδονική γη του Ζαγκλιβερίου. Η Ακυλίνα έχει τα μάτια στον Ουρανό και προσπαθεί να επαναλάβει:
«Χριστιανή είμαι και Χριστιανή θα πεθάνω».
Τρεις μέρες την βασάνισαν. Την τρίτη μέρα το απόγευμα μέσα στους πόνους και στην αιμορραγία την φέρ­νουν στο σπίτι της. Η Μάνα της την σφίγγει στην α­γκαλιά της μόλις τη βλέπει και το μόνο που νοιάζεται να ρωτήσει είναι:
«Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;»
Η Ακυλίνα προσπαθεί με δυσκολία να απαντήσει:
«Μητέρα έκανα όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου».
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764 όταν έφυγε η  Αγία της ψυχή.
Από το Άγιο Λείψανό της ξεχύθηκε μια ανέκφρα­στη Ουράνια ευωδία και όλοι οι δρόμοι απ' όπου το πέ­ρασαν ευωδίαζαν για πολλές ήμερες.
Οι τούρκοι για να τη θεωρήσουν δική τους έστω και μετά θάνατο, διέταξαν να τη θάψουν στο τουρκικό νε­κροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού.
Το ίδιο βράδυ ένα φως κατέβηκε πάνω στον τάφο της σαν άστρο και έμεινε για ώρες πολλές.
Τότε τρεις Ορθόδοξοι Ζωντανοί Χριστιανοί, Παλληκάρια του Χριστού έκαναν όρκο μυστικό και έκλεψαν το σώμα της Αγίας. Πού το έθαψαν όμως; Παραμένει ακό­μη άγνωστος ο τόπος. Πιστεύουμε ότι θα το αποκάλυψη ο Κύριος στους εσχάτους χρόνους.

Η Μνήμη Της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου.
* * *

Απολυτίκιον της Αγίας (ως προς τον Συνάναρχον Λόγον)

Ζαγκλιβέριον χαίρει εν τη αθλήσει σου, η σε βλαστήσασα κώμη ως άνθος εύοσμον,
Ακυλίνα του  Χριστού καλλιπάρθενε. συ γαρ ενήθλησας στερρώς, και εδέξω εκ Θεού το στέφος της αφθαρσίας, εκδυσωπούσα απαύστως, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΡΕΙΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΑΣΚΗΤΡΙΕΣ



site analysis


Παύλου Επισκόπου Μονεμβασίας Διήγησις περί εναρέτων ανδρών και γυναικών

Κάποιος διοικητής διηγήθηκε τα εξής: Στα χρόνια του αυτοκράτορα Κων/νου Ζ του Πορφυρογέννητου που ήταν γαμβρός του Ρωμανού Λεκαπηνού, με έστειλαν διοικητή της Μ. Ασίας. Πήγα λοιπόν σ’ ένα μοναστήρι για να εισπράξω τους οφειλόμενους φόρους προς το δημόσιο. Ήταν καλοκαίρι και βγήκε ο ηγούμενος με τη συνοδεία των μοναχών για να με υποδεχθούν. Αφού χαιρετηθήκαμε μεταξύ μας καθίσαμε στην αυλή. Εκεί υπήρχαν δένδρα γεμάτα καρπούς. Εκεί που καθόμασταν και συζητούσαμε, έρχονται άγρια πουλιά (όρνια) και έκοβαν κλαδιά δένδρων μαζί με τους καρπούς και εξαφανίζονταν πετώντας με ταχύτητα.
Εγώ όταν είδα αυτό το παράξενο θαύμα ρώτησα τους μοναχούς, πώς τα πουλιά δεν τρώνε τους καρπούς, αλλά κόβουν και τα κλαδιά και τα παίρνουν μαζί τους. Τότε οι μοναχοί αποκρίθηκαν ότι τώρα (αυτόν τον καιρό) συμπληρώνονται έντεκα χρόνια που το κάνουν αυτό, τα άγρια πουλιά. Κι τότε ξαναρώτησα τι είναι αυτό το πράγμα. Οι μοναχοί τότε απάντησαν, ότι δεν ξέρουν τίποτα και απορούν για το φαινόμενο αυτό.

Τότε εγώ, σαν να με καθοδηγούσε ο Θεός, είπα σ’ αυτούς. Μήπως ξέρετε αν αυτά τα άγρια πουλιά (τα όρνια) μεταφέρουν αυτούς τους καρπούς σε κάποιους μοναχούς που υπάρχουν σ’ αυτά τα βουνά; και ενώ ακόμη μιλούσα, ήρθε ένα κοράκι, και έκοψε ένα κλαδί από το δένδρο μαζί με τους καρπούς. Τότε είπα στον ηγούμενο και στους μοναχούς, ακολουθείστε με, αυτοί με προθυμία με ακολούθησαν. Το κοράκι πετούσε ήσυχα ψηλά, με τεντωμένα τα φτερά κρατώντας το κλαδί και φαινόταν από το κράξιμό του σαν να φχαριστιόταν μ’ αυτό που έκανε.
Ενώ λοιπόν ανεβαίναμε στο βουνό πια πλησιάζαμε στο ύψος που ήταν το κοράκι, αυτό σηκώνοντας πάντα το κλαδί αφού πέταξε ψηλά, μετά κατέβηκε στο φαράγγι, άφησε το κλαδί και μετά ανέβηκέ χωρίς να κρατάει τίποτα και έφυγε κράζοντας. Φθάνοντας εμείς λοιπόν στην άκρη του βράχου, εκεί που είδαμε το κοράκι να κατεβαίνει, ρίξαμε κάποιες πέτρες στο γκρεμό. Τότε μας απάντησαν κάποιοι λέγοντας: Αν είστε Χριστιανοί, μη μας σκοτώσετε, ρίξτε μας τρεις χιτώνες γιατί είμαστε γυμνοί, κατεβαίνοντας από το βουνό θα βρείτε μικρό δύσβατο μονοπάτι και ακολουθώντας το θα φτάσετε σε εμάς.
Αφού ακούσαμε αυτά τρεις από τους μοναχούς έβγαλαν τους χιτώνες τους και στη συνέχεια πήραν πέτρες τις τύλιξαν με τους χιτώνες και τους έριξαν σ’ αυτούς. Εμείς δε, σύμφωνα με τις οδηγίες τους, κατεβήκαμε το βουνό, βρήκαμε το δύσβατο εκείνο μονοπάτι και αφού περάσαμε, φτάσαμε χαμηλά κάτω στο φαράγγι.
Βλέπουμε, λοιπόν, τρεις γυναίκες οι οποίες μόλις μας είδαν μας προϋπάντησαν και προσκύνησαν τη γη. Αφού προσκυνήσαμε και εμείς και ευχηθήκαμε, καθίσαμε. Κάθισε δε και η μία από αυτές ενώ οι άλλες δύο παρέμειναν όρθιες. Τότε ο ηγούμενος απευθύνθηκε στην καθισμένη και είπε: Από πού είσαι κυρία μου, μητέρα και πως ήλθες εδώ; Κι εκείνη απάντησε:
Εγώ, πάτερ, ήμουνα στην Κων/πολη και είχα άνδρα πρωτοσπαθάριο, ο οποίος πέθανε σε νεαρή ηλικία, αντίστοιχα κι εγώ ήμουν σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις είκοσι δύο χρονών, και οδυρόμουν και για τη χηρεία μου και για την ατεκνία μου. Μετά από κάποιες ημέρες, άκουσα τα σχετικά με μένα, κάποιος από τους μεγιστάνες που είχε μεγάλη δύναμη. Τότε ο διάβολος, που επιβουλεύεται τις ψυχές των ανθρώπων, μπήκε μέσα του για μένα ώστε να με σύρει στην αμαρτία. Έστειλε, λοιπόν, τους υπηρέτες του να με αρπάξουν με τη βία και να με οδηγήσουν μπροστά του. Εγώ, τους αντιμετώπισα με τον τρόπο που έπρεπε και αναγκαστικά αυτοί έφυγαν άπρακτοι λέγοντας πως θα ξανάρθουν. Την επόμενη μέρα με απείλησαν ότι εάν δεν τους ακολουθήσω με τη θέλησή μου θα με πάρουν να με πάνε στον αφέντη τους δια της βίας. Κατά τη διάρκεια εκείνης της νύχτας κυριεύτηκα από μεγάλο φόβο και παρακαλούσα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό να μου δώσει παρρησία λόγου και να απομακρύνει από μένα αυτόν τον κακό και πονηρό άνθρωπο, ο οποίος είχε σκοπό να κάνει κακό και στο σώμα μου και στην ψυχή μου. Σκέφτηκα λοιπόν εάν έλθουν οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι να τους μιλήσω με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να μην με πάρουν βίαια μαζί τους. Την άλλη μέρα, αφού ήρθαν και με πίεσαν να μιλήσω, τους είπα: Αγαπητοί Κύριοι, μη νομίζετε ότι κι εγώ δεν θέλω μετά χαράς να έρθω προς τον ενδοξότατο κύριό σας, αλλά είμαι άρρωστη και κάνω κάποια θεραπεία. Δώστε μου λίγο χρόνο για να θεραπευθώ (για να γίνω καλά) και τότε θα έρθω με προθυμία. Νομίζω ότι χρειάζονται σαράντα ημέρες περίπου για να θεραπευθώ. Αφού άκουσαν αυτό, έφυγαν λέγοντας, ότι εάν είναι μέχρι σαράντα ημέρες δέχεται ο κύριός μας. Αμέσως λοιπόν αφού έφυγαν αυτοί, εγώ απελευθέρωσα όλους τους υπηρέτες μου που εργάζονταν για μένα, τους έδωσα τα κατάλληλα πιστοποιητικά για την ελευθερία τους και κράτησα μόνο αυτές τις δύο υπηρέτριες που βλέπετε. Επίσης μοίρασα όλη την κινητή περιουσία μου στις χήρες, στα ορφανά και στους φτωχούς. Κάλεσα επίσης ένα συγγενή μου, καλό χριστιανό, και αφού τον έβαλα να ορκιστεί τον δέσμευσα να κάνει αυτά που ήθελα, δηλαδή, του ανέθεσα να πουλήσει τα κτήματά μου και να τα μοιράσει στους φτωχούς. Απαλλαγμένη λοιπόν από όλες τις έγνοιες της περιουσίας μου, πήρα τις δύο αυτές αδελφές και νύχτα μπήκαμε σε ένα πλοίο και καθοδηγούμενοι από τον Θεό ήλθαμε σ’ αυτόν εδώ τον τόπο.
Τώρα είναι ο ενδέκατος χρόνος που δεν έχουμε ιδεί κανέναν άνθρωπο παρά μόνον εσάς σήμερα, και τα ρούχα μας από τα χρόνια σκίστηκαν και καταστράφηκαν. Μόλις άκουσε αυτά ο ηγούμενος είπε προς αυτήν: Από πού Κυρία μου έχετε την τροφή σας τόσα χρόνια; Κι εκείνη αποκρίθηκε: Ο αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός ο οποίος έθρεψε στην έρημο επί σαράντα χρόνια τον φυγάδα περιούσιο λαό του, Αυτός στέλνει σ’ εμάς τις ανάξιες την τροφή που μας χρειάζεται. Κάθε χρόνο, λοιπόν, σύμφωνα με τη θέληση Του Θεού τα όρνεα φέρνουν προς εμάς όλα τα φρούτα, όχι μόνο αυτά που μας χρειάζονται αλλά και παραπάνω. Επιπλέον δε παρ’ ότι είμαστε γυμνές, μας σκεπάζει και μας προστατεύει με τη θεία χάρη έτσι ώστε ούτε το χειμώνα να κρυώνουμε ούτε το καλοκαίρι να ζεσταινόμαστε. Είμαστε λοιπόν εδώ σαν να είμαστε πραγματικά στον Παράδεισο και δοξάζουμε ακατάπαυστα με ύμνους το πανάγιο όνομα της Παναγίας Τριάδος του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Αφού ακούσαμε όλα αυτά τα θαυμαστά απευθύνθηκε ο ηγούμενος προς αυτήν και είπε: Αν εσύ Κυρία διατάξεις, εγώ θα στείλω κάποιον αδερφό μοναχό στο μοναστήρι και θα φέρει ότι σας χρειάζεται για να φάμε όλοι μαζί. Εκείνη αποκρίθηκες: Αν θες κάνε αυτό που είπες, αλλά θα σου ζητήσω και κάτι άλλο. Δώσε εντολή στον ιερέα του μοναστηριού να έρθει εδώ και να κάμει τη Θεία Λειτουργία ώστε να μπορέσουμε να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Διότι από τότε που φύγαμε από την Πόλη, δεν αξιωθήκαμε να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας.
Αφού ακούσαμε αυτά, ο ηγούμενος έστειλε έναν μοναχό στο μοναστήρι και έφερε τον πρεσβύτερο και τα αναγκαία τρόφιμα. Ήλθε λοιπόν ο ιερέας, τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και κοινώνησε των Αχράντων μυστηρίων την Κυρία και τις  υπηρέτριες και συνασκήτριές της. Ύστερα αφού γευμάτισαν με ότι είχε φέρει ο μοναχός από το μοναστήρι, η μακάρια εκείνη γυναίκα είπε προς τον ηγούμενο: Πάτερ παρακαλώ την αγιοσύνη σου να παραμείνετε εδώ για τρεις ημέρες. Την άλλη μέρα πρωί – πρωί ξύπνησε η μακάρια εκείνη, προσευχήθηκε στο Θεό και αμέσως αναπαύτηκε εν Κυρίω. Με δάκρυα, ψαλμούς και ύμνους κήδευσαν την οσία και την ενταφίασαν. Την άλλη μέρα μετέστη προς τον Κύριο και η άλλη αδερφή. Και την τρίτη μέρα επίσης μετέστη και η τρίτη. Έτσι λοιπόν αφού κηδεύσαμε και ενταφιάσαμε και τις τρεις, επιστρέψαμε στο μοναστήρι υμνώντας και δοξάζοντας το Χριστό και Θεό μας, ο οποίος κάνει τόσα μεγάλα και θαυμαστά έργα.
Σ’ αυτόν αρμόζει κάθε δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.   Αμήν.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Τ. 5ος, έτη Δ, 1883 – 1884, σελίδα 225 κ.εξ.          Μετάφραση Α.Ι.Δ. 

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Η τελείωση της Αγίας Θέκλας (24 Σεπτεμβρίου)



site analysis



agia_theklaΟι θαυματουργικές θεραπείες που επιτελούσε η αγία Θέκλα ήταν για τους πολλούς πράγμα ευχάριστο και άξιο θαυμασμού και ενδιαφέροντος· για τους γιατρούς όμως της Σελεύκειας ήταν πολύ βαρύ και ενοχλητικό, επειδή νόμιζαν ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε προσβολή γι’ αυτούς, όπως άλλωστε ήταν και φυσικό, αλλά και διότι βλάπτονταν τα οικο¬νομικά τους συμφέροντα. Δηλαδή από την ιατρική τους τέ¬χνη, η οποία ήταν η μόνη πηγή για τα προς το ζειν, δεν μπορούσαν να έχουν καμιάν ωφέλεια. Έτσι λοιπόν κυριαρχήθη¬καν από άγριο φθόνο και μανία κατά της Αγίας. Και τί σκέφτηκαν, και τί έπραξαν; Πράγμα αληθώς πονηρό· και μεστό δόλου και δηλητηρίου· και άξιο του παγκάκιστου διαβόλου, που βάζει στο νου των ανθρώπων τέτοια πράγματα. Λοιπόν, συγκεντρώθηκαν όλοι τους και, αφού κατέστρωσαν τρόπον τινά καθέδρα διεφθαρμένων και φθοροποιών, έκαναν λόγο μεταξύ τους για το πρόβλημα που τους προέκυψε, λέγοντας: «Η παρθένος αυτή είναι ιέρεια της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος -έτσι νόμιζαν από τη μεγάλη τους ανοησία- και επιθυμεί πά¬ρα πολύ να διατηρεί την παρθενία της άφθορη και αμόλυντη. Επειδή λοιπόν δεν υπάρχει άλλο αίτιο της οικείωσής της προς τη θεά, παρά μόνο το προτέρημα της αγνείας, το προτέ-ρημα τούτο να της το καταστρέψουμε. Και να πως: αφού πά¬ρουμε για τον σκοπό αυτό μερικούς άνδρες και νεαρούς, αισχρούς και ακόλαστους, και διεγείρουμε τις ορμές τους με πολύ κρασί και προσφορά χρυσού, να τους εξαπολύσουμε εναντίον της». Έτσι σκέφτηκαν, έτσι έπραξαν. Επέλεξαν δη¬λαδή κάποιους ακόλαστους και βδελυρούς νέους και τους εξαπέστειλαν εναντίον της παρθένου, για να αγωνιστούν τον αισχρό αγώνα· και το χειρότερο, έχοντας αυτοί οι ανόσιοι άνδρες την κακία τους μισθωμένη και δεχθεί ήδη στα χέρια τους, για τη νίκη, την αμοιβή για το κακούργημα.
Λοιπόν, οι αναίσχυντοι εκείνοι άνδρες πήγαν στο σπήλαιο και χτύπησαν τη θύρα. Η Αγία δε (η οποία βεβαίως γνώριζε διά της θείας Χάριτος τον λόγο της αφίξεως εκεί αυτών των πονηρών και βδελυρών ανδρών) άνοιξε τη θύρα και τους είπε: «Παιδιά μου, τί θέλετε;». Έτσι, γλυκά και ήρεμα τους μίλησε. Ήθελε δηλαδή με την κοσμιότητα του ήθους και με την απλότητα των λόγων να κάμψει και να καταισχύνει την αναίσχυντη και θρασύτατη ορμή τους. Εκείνοι δε αμέσως τη ρώτησαν: «Ποιά είναι εδώ που ονομάζεται Θέκλα;». Και η μακάρια αυτή γυναίκα είπε: «Και τί λόγος υπάρχει σ’ εσάς να την αναζητείτε; Εγώ είμαι». Αμέσως δε εκείνοι, δείχνοντας ότι ήταν ίδιοι με αυτούς που ο λάρυγγάς τους είναι τάφος ανοιχτός, ξεστόμισαν αναιδώς ωσάν από πηγή βρόμικη βρόμικο νερό τον λόγο: «Τί άλλο; παρά να κοιμηθούμε μ’ αυτήν. Και όντως, για το σκοπό αυτό ήρθαμε». Η Θέκλα όμως, ω της αγίας εκείνης και ψυχής και φωνής!, είπε: «Εγώ είμαι γριά, πλην όμως δούλη του Κυρίου μας Ιησού Χρι¬στού· και αν αποπειραθείτε να πράξετε σ’ εμένα κάτι το πονη¬ρό και αισχρό, δεν θα μπορέσετε να το κατορθώσετε». Αλλά οι κακοηθέστατοι εκείνοι άνδρες επέμεναν -και αυτό αποτελούσε επιβεβαίωση της κακότητάς τους-, λέγοντας στην Αγία: «Είναι αδύνατον να αποχωρήσουμε από εδώ, προτού πράξουμε αυτό για το οποίο ήρθαμε». Και ενώ έλεγαν αυτά, έκα¬ναν απόπειρες και κρατούσαν τη Μάρτυρα σφιχτά. Εκείνη όμως, με ήρεμη όψη και ήπια λόγια, τους είπε: «Περιμένετε λίγο, παιδιά μου, και θα δείτε τη δόξα του Θεού». Και επειδή δεν είχε τι να κάνει, αφού την είχε πιάσει εκείνος ο αναίσχυντος συρφετός και την είχαν περικυκλώσει σκύλοι πολλοί (την είχαν πράγματι στα χέρια τους και ορμούσαν με μανία να τη βιάσουν), ύψωσε το βλέμμα της στον ουρανό και είπε: «Κύριε Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οικτίρμων, η ελπίδα των απελπισμένων, η βοήθεια των αβοήθητων, Εσύ που με διέσωσες από το πυρ και τα θηρία, από τον Θάμυρη και τον Αλέξανδρο και από το λάκκο, παρέχοντάς μου πα-ντού χείρα βοήθειας, και ευδόκησες διά του προσώπου μου να δοξαστεί το θειο όνομά Σου· και τώρα λοιπόν, Κύριε ο Θεός μου, γλίτωσέ με από τα χέρια αυτών των άνομων, και μην αφήσεις να βεβηλωθεί η παρθενία μου, την οποία αφιέρωσα σε Εσένα και στο όνομά Σου, Νυμφίε άμωμε, και Εσένα προσκυνώ τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα τώρα και στους αιώνες».
Και κλείνοντας την προσευχή της με το «Αμήν», κατήλθε σ’ αυτήν φωνή εξ ουρανού, λέγουσα: «Μη φοβάσαι, Θέκλα· είμαι μαζί σου, δούλη μου αληθινή. Σήκωσε λοιπόν τα μάτια σου και κοίταξε πως μια πέτρα έχει ανοιχτεί μπροστά σου. Αυτή για σένα θα είναι οίκος αιώνιος και σ’ αυτήν θα δεχθείς την ανάπαυσή σου». Και η Μάρτυς κοίταξε προσεκτικά και είδε μπροστά της πέτρα ανοιγμένη όσο χρειαζόταν να χωρέσει ένας άνθρωπος. Αμέσως δε η Αγία, κατά το παράγγελμα, διαφεύγοντας από τα χέρια των ακόλαστων εκείνων ανδρών, μπήκε μέσα στην πέτρα ενώ ταυτόχρονα ενώθηκαν τα δύο μέ¬ρη της πέτρας εκείνης και έγιναν ένα, έτσι που δεν διακρινόταν καμία αρμογή. Σ’ εκείνους δε τους βέβηλους άνδρες, μό¬λις είδαν αυτό το μεγάλο θαύμα, επακολούθησε απορία και έκπληξη. Και βέβαια αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε πλέον, αφού δεν είχαν στα χέρια τους τη Μάρτυρα. Και επει¬δή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε, άρπαξαν το ωμοφόριο της Αγίας και, σχίζοντάς το, απόκοψαν από αυτό ένα κομμά¬τι. Τούτο όμως έγινε κατά θεία οικονομία, αφενός προς επιβεβαίωση του γενόμενου θαύματος και αφετέρου προς ευλογία και παραμυθία των μεταγενέστερων θεοσεβών και φιλόχριστων.
Η γενναία και πανένδοξη Θέκλα οδηγήθηκε στο μαρτύ¬ριο, όντας περίπου δεκαοκτώ ετών· στην οδοιπορία δε, στην άσκηση στο όρος και στον υπόλοιπο βίο της πέρασαν συνολι¬κά εβδομήντα δύο έτη. Επομένως η Πρωτομάρτυς εξεδήμησε προς Κύριον άγοντας ήδη το ενενηκοστό έτος της ηλικίας της.
Τέτοιο ήταν το τέλος της θαυμαστής Θέκλας· τέτοιος και ο επίγειος βίος της· τέτοιο και το μαρτύριό της για τον Χριστό. Είθε, λοιπόν, και εμείς να την έχουμε πάντοτε άγρυπνο φύλα¬κα των ψυχών μας, μεσίτρια ευάρεστη στον Θεό, βοήθεια γρήγορη και αποτελεσματική κατά τους κινδύνους. Και με τις πρεσβείες της είθε να τύχουμε των αιωνίων αγαθών εν Χρι¬στώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον Οποίο πρέπει η δόξα και το κράτος τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Συμεών του Μεταφραστού, Η άθληση και το μαρτύριο των Αγίων Αγάθης, Βαρβάρας, Ευφημίας, Θέκλας, Ιουλιανής, Σοφίας και των θυγατέρων αυτής, εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 128-131. Μετάφραση Γεωργίου Παπαδημητρόπουλου, Θεολόγου, Φιλολόγου-Λυκειάρχου)
ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Μια άγνωστη “αγία” μέσα στον κόσμο



site analysis



13a8ce4cba42e3ad42daf5b729df2e21_M…επείνασα γαρ και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με,γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με… (Ευαγγελιστής Ματθαίος κε΄ 31-46).
-Το περασμένο καλοκαίρι περίμενα το τραίνο στον σταθμό ενός μικρού χωριού.
Εκεί που καθόμουνα, βλέπω μια γερόντισσα χωρική που ήταν κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Την πλησιάζω.
Το πρόσωπό της – αν και γερασμένο –έλαμπε με μια μυστική λάμψη, όπως συμβαίνει στους πνευματικούς ανθρώπους. Και την ρωτάω:
-Ποιόν περιμένεις, αδελφή;
-Ε, ε, όποιον μου στείλει ο Χριστός.
Στην συνέχεια του διαλόγου που είχαμε, κατάλαβα ότι συνέβαινε το εξής:
Κάθε μέρα η γριούλα αυτή ερχόταν στον σταθμό, για να δει, αν υπάρχει κάποιος φτωχός ταξιδιώτης, που θα είχε ανάγκη στέγης και τροφής. Και, όταν έβρισκε κάποιον, τον δεχόταν με χαρά. Και τον φιλοξενούσε στο σπίτι της, σαν να τον είχε στείλει ο Χριστός. (Το σπίτι της απείχε από τον σταθμό ένα χιλιόμετρο μακρυά).
Ακόμη κατάλαβα ότι καθημερινά διάβαζε την Αγία Γραφή και πήγαινε στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Επίσης νήστευε και αγωνιζόταν να εφαρμόζει όλες τις εντολές του Θεού.
Δεν ήταν λοιπόν αυτή μία μικρή αγία;
Στο τέλος της συζητήσεως πήγα να την επαινέσω για την προθυμία της, να ασκεί σε τέτοιο βαθμό την ευαγγελική αρετή της φιλοξενίας. Δεν με άφησε όμως να τελειώσω. Και μου είπε τα εξής λόγια:
– Μήπως και εμείς, πάτερ μου, δεν είμαστε δικοί του φιλοξενούμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο, κάθε ημέρα και σε όλη μας την ζωή;
Και έλαμψε περισσότερο το πρόσωπό της.
Ω ελεήμονες και χρυσές ψυχές του λαού μας! Πολλές φορές ντρέπομαι όταν με αποκαλείτε διδάσκαλο του Θεού. Αντίθετα δεν θα ντρεπόμουν ποτέ, αν με αποκαλούσατε μαθητή του λαού μας!
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Aπό το βιβλίο: «ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ» του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επισκόπου Αχρίδος
(Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως).

Ασματική Ακολουθία εις τιμήν και μνήμην των αυταδέλφων Οσίων μητέρων ημών, Πολυξένης και Ξανθίππης – Χαραλάμπους Μπούσια



site analysis

ΤΗ ΚΓ’ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΤΑΔΕΛΦΩΝ ΟΣΙΩΝ ΜΗΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ ΚΑΙ ΞΑΝΘΙΠΠΗΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Ποίημα Χαραλάμπους Μπούσια

ΑΘΗΝΑΙ 1994

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΜΑΜΑΛΟΥΓΚΟΣ
http://www.nektarios.gr/



















ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Εις το Κύριε εκέκραξα· ιστώμεν στίχους δ´ και ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια. Ήχος α . Πανεύφημοι μάρτυρες.

Λαμπόμεναι θείαις αρεταίς, το ζοφώδες έρεβος, της αγνωσίας ηλάσατε, και θεία χάριτι, Πολυξένη μάκαρ, και Ξανθίππη πάνσεμνε, οδόν την φωταυγή και σωτήριον, προς τον Παντάνακτα, την απάγουσαν εδείξατε, θεοφόροι, σωθήναι τοις θέλουσι.

Δυάς αυταδέλφων γυναικών, ευκλεείς μαθήτριαι, των Αποστόλων γηθόμεναι, αυτών τοις ίχνεσιν, εν τη Ισπανία, ευ ηκολουθήσατε, και όνομα Κυρίου το πάντιμον, στερρώ φρονήματι, Πολυξένη εκηρύξατε, και Ξανθίππη, λαμπάδες της πίστεως.

Ξανθίππην τιμήσωμεν πιστοί, τον πυρσόν της πίστεως, και Πολυξένην την πάνσεπτον, αυτής ομαίμονα, εκβοώντες πόθω· του Χριστού ασκήτριαι, δυάς πανευκλεές οσιότητος, μητέρες ένθεοι, μη ελλίπητε τον Κύριον, δυσωπούσαι, υπέρ των ψυχών ημών.

Του άρχοντος Πρόβου την σεμνήν, και οσίαν σύνευνον, Ξανθίππην ύμνοις τιμήσωμεν, ως ισαπόστολον, και αυτής την θείαν, και λαμπράν ομαίμονα, τιμίαν Πολυξένην κραυγάζοντες· Χριστού ασκήτριαι, οδηγήσατε προς κρείττονα, βίον πάντας, υμάς τους γεραίροντας.

Δόξα. Ήχος δ´.

Τω θείω θελήματι εαυτούς υποτάξασαι, και της σαρκός νεκρώσασαι το φρόνημα, της αϊδίου ζωής την χάριν εδέξασθε, αυτάδελφοι Ξανθίππη και Πολυξένη· ασκητική ουν πολιτεία διαλάμψασαι, και φωτίσασαι Ισπανίας την χώραν την ένδοξον, μετέστητε προς τον Νυμφίον Ιησούν, πρεσβευούσαι υπέρ των ψυχών ημών.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Εκ παντοίων κινδύνων τους δούλους σου...

Εις τον Στίχον, Στιχηρά Προσόμοια. Ήχος β´. Οίκος του Εφραθά.

Βίον θεοτερπή, ανύσασαι ως φάροι, ηυγάσατε τον κόσμον, Ξανθίππη θεοφόρε, και Πολυξένη πάναγνε.

Στίχος: Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της φωνής της δεήσεώς μου.

Πάσαν την χοϊκήν, συνάφειαν λιπούσαι, ομαίμονες φωσφόροι, ως Άγγελοι εν κόσμω, σοφώς επολιτεύσασθε.

Στίχος: Και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου..

Πνεύματι θεϊκώ, αι γλώσσαι πληρωθήσαι, υμών Ευαγγελίου, αυτάδελφοι Οσίαι, τας εντολάς ελάλησαν.

Δόξα. Τριαδικόν.

Έρωτι πανσθενές, Τριας υπεραγία, σω ιερώ τρωθείσαι, διέπρεψαν οσίως, αι αδελφαί ασκήτριαι.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Λόγον τον του Θεού, τον άχρονον εν χρόνω, εγέννησας Παρθένε, υπερφυώς διο σε, απαύστως μεγαλύνομεν.

Νυν απολύεις. Το Τρισάγιον, το Απολυτίκιον εκ του Μεγάλου Εσπερινού και Απόλυσις.



ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Μετά τον Προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ. Εις δε το Κύριε εκέκραξα· ιστώμεν στίχους στ  καὶ ψάλλομεν τα εξής Προσόμοια.
Ήχος δ´. Ως γενναίον εν Μάρτυσιν.

Ως επλήσθητε χάριτος, του Αγίου του Πνεύματος, πάντιμοι αυτάδελφοι θεοκήρυκες, διεληλύθατε βίωσιν, εν γη οία πάροικοι, επειγόμεναι ζωήν, προς την όντως αΐδιον, ης επέβητε, εν χαρά Πολυξένη και Ξανθίππη, επομβρίζουσαι ιάσεις, υμών την μνήμην τοις σέβουσιν.

Ισπανίας κλεΐσματα, η σαγήνη εζώγρησε, αποστόλων θείων υμάς και έδειξε, κηρύκων θείων ακρότητας, θηλέων κυάθιον, Πολυξένη αρετών, και Ξανθίππη θεόφιλε· όθεν σήμερον, την υμών εκτελούντες θείαν μνήμην, καταστέφομεν τους πόνους, υμών ωδαίς πανευσχήμοσι.

Πολυξένην τιμήσωμεν, το πολύτιμον μάργαρον, των Χριστού αμνάδων και την αυτάδελφον, αυτής Ξανθίππην το έκπαγλον, της πίστεως μέλαθρον, εκβοώντες εν πολλή, κατανύξει· πρεσβεύσατε, τω Παντάνακτι, ειρηναίον δωρήσαι πάσι βίον, τοις υμάς ανευφημούσιν, ως ευλαβείς θεοκήρυκας.

Αποστόλων μαθήτριαι, θεοσοφών γενόμενοι, παρ  αὐτῶν τα πρόσφορα εδιδάχθητε, και ως κηρόν κατετήξατε, σαυτούς παναοίδιμοι, τη αγάπη του Χριστού, και πλησίον ασκήτριαι, θεοφόρητοι, Πολυξένη ομού τε και Ξανθίππη, αι κιρνώσαι πάσι νέκταρ, σωτηριώδες της πίστεως.

Ξυνωρίδα πανθαύμαστον, γυναικών ευφημήσωμεν, αυταδέλφων μνήμην αυτών εν άσμασιν, επιτελούντες την πάντιμον, και πόθω βοήσωμεν· Πολυξένη διαυγές, του Δεσπότου παλάτιον, καθικέτευε, συν Ξανθίππη τη γλώσση τη ευλάλω, και αγάπης εκμαγείω, Χριστού ημίν πέμψαι έλεος.

Μαργαρίται της πίστεως, αρετών λύχνοι πάμφωτοι, δένδρα ευθαλέστατα θείου Πνεύματος, Ξανθίππη νύμφη του Κτίσαντος, λαμπρά και απαύγασμα, ουρανίων αρετών, Πολυξένη τα σύμπαντα, ηγλαϊσατε, πολιτεία υμών τη ισαγγέλω, και ασκήσει ασιγήτω, δι  ἧς στεφάνους εδέχθητε.

Δόξα. Ήχος πλ. α´.

Σήμερον αι ομαίμονες ασκήτριαι Ξανθίππη και Πολυξένη, ως φαεινοί φωστήρες ανέτειλαν τω κόσμω, δια της αυτών πανσεβάστου μνήμης, καταλαμπρύνουσαι πιστών τα συστήματα· ισαγγελως γαρ εν γη πολιτευσάμεναι, και τέκνα φωτός οφθείσαι του αστέκτου, αρετών παντοίων ταις νοηταίς ακτίσι, κατεπύρσευσαν Ισπανίας την χώραν την ένδοξον· όθεν ολοσχερώς ανατεθείσαι τω Κυρίω, και Αυτού, ακολουθήσασαι τοις ίχνεσι, μέτοχοι φωτός αϊδίου γεγόνασι, και πρέσβειραι ημών ένθερμοι, προς Θεόν τον φιλεύσπλαγχνον.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε Παρθένε, ...

Είσοδος, Φως ιλαρόν, το Προκείμενον της ημέρας
και τα Αναγνώσματα.

Παροιμιών τα Ανάγνωσμα. ( Κεφ. η´ 1-11 )

Συ την σοφίαν κηρύξεις, ίνα φρόνησίς σοι υπακούση· επί γαρ των υψηλών άκρων εστιν, ανά μέσον δε των τρίβων έστηκε· παρά γαρ πύλαις δυναστών παρεδρεύει, εν δε εισόδοις υμνείται. Υμάς, ω άνθρωποι, παρακαλώ και προΐεμαι εμήν φωνήν υιοίς ανθρώπων· νοήσατε, άκακοι, πανουργίαν, οι δε απαίδευτοι ένθεσθε καρδίαν. Εισακούσατέ μου, σεμνά γαρ ερώ και ανοίσω από χειλέων ορθά· ότι αλήθειαν μελετήσει ο φάρυγξ μου, εβδελυγμένα δε εναντίον εμού χείλη ψευδή. Μετά δικαιοσύνης πάντα τα ρήματα του στόματός μου, ουδέν εν αυτοίς σκολιόν ουδέ στραγγαλιώδες· πάντα ενώπια τοις συνιούσι και ορθά τοις ευρίσκουσι γνώσιν. Λάβετε παιδείαν και μη αργύριον και γνώσιν υπέρ χρυσίον δεδοκιμασμένον· κρείσσων γαρ σοφία λίθων πολυτελών, παν δε τίμιον ουκ άξιον αυτής εστιν.

Παροιμιών το Ανάγνωσμα. (Κεφ. Λα , 10-31)

Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη, θαρσεί επ  αὐτῇ η καρδία του ανδρός αυτής, η τοιαύτη καλών σκύλων ουκ απορήσει· ενεργεί γαρ τω ανδρί αγαθά πάντα τον βίον. Μηρυομένη έρια και λίνον εποίησεν εύχρηστον ταις χερσίν αυτής. Εγένετο ωσεί ναυς εμπορευόμενη μακρόθεν, συνάγει δε αυτής τον πλούτον. Και ανίσταται εκ νυκτών και έδωκε βρώματα τω οίκω και έργα ταις θεραπαίναις, θεωρήσασα γεώργιον επρίατο, από δε καρπών χειρών κατεφύτευσε κτήμα. Αναζωσαμένη ισχυρώς την οσφύν αυτής ήρεισε τους βραχίονας αυτής εις έργον. Εγεύσατο ότι καλόν εστι το εργάζεσθαι και ουκ αποσβέννυται ο λύχνος αυτής όλην την νύκτα. Τους πήχεις αυτής εκτείνει επί τα συμφέροντα, τας δε χείρας αυτής ερείδει εις άτρακτον. Χείρας δε αυτής διήνοιξε πένητι, καρπόν δε εξέτεινε πτωχώ. Ου φροντίζει των εν οίκω ο ανήρ αυτής. Όταν που χρονίζη· πάντες γαρ οι παρ  αὐτῆς ενδεδυμένοι εισί. Δισσάς χλαίνας εποίησε τω ανδρί αυτής, εκ δε βύσσου και πορφύρας εαυτή ενδύματα. Περίβλεπτος δε γίνεται ο ανήρ αυτής εν πύλαις, ηνίκα αν καθίση εν συνεδρίω μετά των γερόντων κατοίκων της γης. Σινδόνας εποίησε και απέδοτο τοις Φοίνιξι, περιζώματα δε τοις Χαναναίοις. Ισχύν και ευπρέπειαν ενεδύσατο και ευφράνθη εν ημέραις εσχάταις. Στόμα αυτής διήνοιξε προσεχόντως και εννόμως και τάξιν εστείλατο τη γλώσση αυτής. Στεγναί διατριβαί οικών αυτής, σίτα δε οκνηρά ουκ έφαγε. Το στόμα δε ανοίγει σοφώς και νομοθέσμως, η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησε τα τέκνα αυτής και επλούτησαν και ο ανήρ αυτής ήνεσεν αυτήν. Πολλαί θυγατέρες εκτήσαντο πλούτον, πολλαί εποίησαν δύναμιν, συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας. Ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλον γυναικός· γυνή γαρ συνετής ευλογείται, φόβον δε Κυρίου αύτη αινείτω. Δότε αυτή από καρπών χειλέων αυτής και αινείσθω εν πύλαις ο ανήρ αυτής.




Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα (Κεφ. Ε . 15-23 & ΣΤ , 1-3).

Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι, και εν Κυρίω ο μισθός αυτών, και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω. Δια τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας, και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου· ότι τη δεξιά αυτού σκεπάσει αυτούς, και τω βραχίονι υπερασπιεί αυτών. Λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού, και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών· ενδύσεται θώρακα δικαιοσύνης, και περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ανυπόκριτον· λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον, οσιότητα· οξυνεί δε απότομον οργήν εις ρομφαίαν· συνεκπολεμήσει αυτώ ο κόσμος επί τους παράφρονας. Πορεύσονται εύστοχοι βολίδες αστραπών, και ως από ευκύκλου τόξου των νεφών, επί σκοπόν αλούνται, και εκ πετροβόλου θυμού πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Αγανακτήσει κατ  αὐτῶν ύδωρ θαλάσσης, ποταμοί δε συγκλύσουσιν αποτόμως. Αντιστήσεται αυτοίς πνεύμα δυνάμεως, και ως λαίλαψ εκλικμήσει αυτούς. Και ερημώσει πάσαν την γην ανομία, και η κακοπραγία περιτρέξει θρόνους δυναστών. Ακούσατε ουν βασιλείς, και συνέτε· μάθετε, δικασταί περάτων γης. Ενωτίσασθε οι κρατούντες πλήθους, και γεγαυρωμένοι επί όχλοις εθνών. Ότι εδόθη παρά Κυρίου η κράτησις υμίν, και η δυναστεία παρά Υψίστου.

Εις την Λιτήν, Ιδιόμελα. Ήχος α´.

Ευφραίνου εν Κυρίω γυναικών θεοσεβών η ομήγυρις, επί τη μνήμη των ασκητριών Ξανθίππης και Πολυξένης· αύται γαρ εν αληθεί οσιότητι και αρετών ταις πράξεσι, Χριστόν εδόξασαν ευαγγελικώς πολιτευσάμεναι· και νυν εν αγκάλαις Αβραάμ αναπαυόμεναι, πρεσβεύουσιν απαύστως διδόναι ημίν το μέγα, και πλούσιον έλεος.

Ήχος β´.

Υπεριπτάμεναι των γηΐνων ουρανίω φρονήματι, προς ασκητικούς εχωρήσατε αγώνας, Ξανθίππη και Πολυξένη· νεκρώσασαι γαρ την σάρκα συντόνω ασκήσει, τον νουν επτερώσατε γεγηθυίαι προς τον Κύριον, των εφετών το ακρότατον· Αυτόν ουν και ημάς αξιώσατε ιδείν εν πόλω, τον δοξάζοντα τους επομένους Αυτώ, εν αγάπη και δικαιοσύνη.

Ήχος γ´.

Τα κρείττονα ζηλούσαι χαρίσματα, τρυφάς και δέοντα πάντα, ώσπερ σκύβαλα ηρνήσασθε, ομαίμονες οσίαι Πολυξένη και Ξανθίππη· ασκητικής όθεν τελειότητος, πρακτικοί υφηγήτριαι γενόμενοι, πολλούς ειλκύσατε προς μίμησιν, των θεοφιλών υμών καμάτων· και νυν εν τη ουρανίω παστάδι, συν τω Νυμφίω Χριστώ ευφραινόμεναι, ικετεύσατε σωθήναι τους πόθω, υμάς τιμώντας εν άσμασιν.





Ήχος δ´.

Εξέπληξαν βροτούς τα λαμπρά υμών κατορθώματα, ασκήτριαι Ξανθίππη και Πολυξένη· ως άσαρκοι γαρ προσεπαλαίσατε εχθροίς τοις αοράτοις, και Κυρίω ευηρεστήσατε· αναδραμούσαι ουν προς πόλον, χάριν εύρατε πρεσβεύειν τω Κτίσαντι, υπέρ των ψυχών ημών.

Δόξα. Ήχος ο αυτός.

Τας εν οσίαις θαυμαστός Ξανθίππην και Πολυξένην, τας εν Ισπανία καμάτοις αόκνοις διαλαμψάσας, ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς οι πιστοί ευφημήσωμεν, απορρίψασαι γαρ παν σαρκικόν φρόνημα, και αρνηθείσαι κόσμου ματαιότητα, όλη ψυχής εφέσει Χριστώ ηκολούθησαν, και κατά μέθεξιν εθεώθησαν· και νυν αγγέλοις εν Εδέμ συναγαλλόμεναι, και τον ποθεινόν Νυμφίον θεώμεναι, αιτούνται ημίν ιλασμόν αμαρτιών παρά Κυρίου, και το μέγα έλεος.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Εκ παντοίων κινδύνων τους δούλους σου....

Εις τον Στίχον, Στιχηρά Προσόμοια. Ήχος πλ. α´. Χαίροις ασκητικών.

Χαίροις, των γυναικών ξυνωρίς, ασκητριών συγγόνων θείον καλλώπισμα, αγάπης Χριστού οι λύχνοι, της εγκρατείας πυρσοί, και θεοκηρύκων χείλη πάνσεπτα· αμνάδες περίβλεπτοι, του σοφού Αρχιποίμενος, της απαθείας, μυροθήκαι πολύτιμοι, θείου Πνεύματος, φωτεινά οικητήρια· φοίνικες αγλαόκαρποι, στερράς ενασκήσεως, καρποφορούντες αφθόνως, του Παρακλήτου τας χάριτας, ημίν πέμψαι Κτίστην, Πολυξένη και Ξανθίππη, αιτείσθε έλεος.

Στ.: Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι και
Εισήκουσε της φωνής της δεήσεώς μου.

Χαίροις, η των οσίων δυάς, Ισπανικής της γης βλαστήματα ένθεα, αι πρώται πηχθείσαι βάσεις, της Εκκλησίας Χριστού, και των Αποστόλων ισοστάσιοι· Ξανθίππη θεόπνευστε, ταπεινώσεως άγαλμα, και Πολυξένη, οδηγέ ασφαλέστατε, προς τον Κύριον, του λαού του καθεύδοντος, χαύνον αι απελάσασαι, του θήλεος σπεύσατε, υπέρ ημών ικετεύειν, Θεώ ημών τω Οικτίρμονι, αυτάδελφοι θείας, Ορθοδόξου πολιτείας, στηλογραφήματα.

Στ.: Και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου,
και  κατηύθυνε τα διαβήματά μου.

Δεύτε, των φιλεόρτων χοροί, τας τετρωμένας τη αγάπη του Κτίσαντος, και πάντα καταλιπούσας, τα εν τω βίω τερπνά, και ηδέα ύμνοις καταστέψωμεν, σεμνώς ανακράζοντες· Πολυξένη πανεύφημε, η του Βελίαρ, τας βουλάς καταισχύνασα, εγκρατεία σου, και παννύχοις σου στάσεσι, δούναι ημίν μετάνοιαν, Χριστόν καθικέτευε, συν τη Ξανθίππη τη θεία, και γεραρά αυταδέλφω σου, μεθ  ἧς πολιτείαν, επί γης διήλθες όντως, αξιοθαύμαστον.

Δόξα. Ήχος πλ. δ´.

Των αποστόλων τρόπους, και αγγέλων βίον μιμησάμεναι, αποστολικής ευκλείας, και αγγελικής δόξης ηξιώθητε, ομαίμονες Ξανθίππη και Πολυξένη· μη παύσητε ουν πρεσβεύουσαι Κυρίω, αξίωσαι και ημάς της αλήκτου ευφροσύνης, εν τη άνω πόλει, τους τιμώντας εν άσμασι, υμών μνήμην την παγγέραστον.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Δέσποινα, πρόσδεξαι....

Νυν απολύεις, το Τρισάγιον.

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α´. Τον συνάναρχον Λόγον.

Αποστόλων ταις τρίβοις ακολουθήσασαι, υμών τον βίον εν έργοις, φιλαδελφείας καλώς, και αγάπης ακραιφνούς εδαπανήσατε, σώφρον Ξανθίππη θαυμαστή, και οσίων παμφαές, ωράϊσμα Πολυξένη· και νυν Χριστόν δυσωπείτε, υπέρ ημών σεμναί αυτάδελφοι.

Θεοτοκίον.

Χαίρε, πύλη Κυρίου η αδιόδευτος.. .

Απόλυσις.





ΟΡΘΡΟΣ

Μετά την α´ Στιχολογίαν Κάθισμα. Ήχος α´. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Ως άστρα φωτεινά, της Χριστού Εκκλησίας, ασκήσεως φωτί, και κηρύγματος αίγλη, πυρσεύσατε άπαντας, τους πιστούς· όθεν σήμερον, εορταζοντες, υμών την πάντιμον μνήμην ανακράζομεν· Ξανθίππη και Πολυξένη, ασκήτριαι χαίρετε.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Αγγέλων στρατιαί, ην υμνούσιν απαύστως, και γένος των βροτών, ην προστάτιν κατέχει, εν βίου ταις θλίψεσιν, ανυμνήσωμεν Δέσποιναν, την πανάμωμον, ημών και Λόγου μητέρα, του Παντάνακτος, Θεού ωδαίς μελιρρύτοις, και θείοις μελίσμασι.

Μετά την β´ Στιχολογίαν Κάθισμα. Ήχος δ´. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Εν Ισπανία υπέρ βρότειον φύσιν, αγωνισάμεναι οσίων τους δήμους, ηυφράνατε και τάγματα σεπτών γυναικών, Πολυξένη ένθεε και Ξανθίππη ολβία, όντως ωραΐσατε, και προς δώματα δόξης, τους γηγενείς ιθύνατε σοφώς, αυτοίς τα θεία κηρύξασαι γράμματα.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Ως της αρχαίας της αράς καθαιρέτιν, και σωτηρίας της μερόπων χορείας, γεραίρομέν σε πρόξενον Παρθένε αγνή· συ γαρ τον Παντάνακτα συλλαβούσα αφράστως, και Αυτώ δανείσασα σάρκα βρότειον γένος, το πεπτωκός εθέωσας ημών, το εξυφαίνόν σοι νυν ύμνον πρέποντα.

Μετά τον Πολυέλεον, Κάθισμα. Ήχος γ´. Την ωραιότητα.

Ιχνηλατήσασαι, κλειναί ασκήτριαι, τα κατορθώματα, και τα παλαίσματα, των αποστόλων αρετής εδείχθητε μυροθήκαι, και αυτών εφάμιλλοι, εν τοις τρόποις γενόμενοι, Πολυξένη πάντιμε και Ξανθίππη ειλήφατε, στεφάνους ουρανόθεν και χάριν, θείαι υπέρ ημών πρεσβεύειν.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Την σκοτισθείσάν μου, ψυχήν καταύγασον, φωτί της χάριτος, του θείου Τόκου σου, αγνή Παρθένε Μαριάμ, ελπίς των απηλπισμένων, και αχλύν απέλασον, των απείρων πταισμάτων μου, όπως εύρω έλεος, εν τη ώρα της Κρίσεως, και πόθω ασιγήτως βοώ σοι· Χαίρε η Κεχαριτωμένη.

Είτα οι Αναβαθμοί. Το α´ Αντίφωνον του δ´ ήχου

Προκείμενον: Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι…
Στίχος: Και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου....

Ευαγγέλιον Οσιακόν.( Ζήτει την Κυριακήν μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού.)

Ο Ν´ Ψαλμός.

Δόξα: Ταις των σων Οσίων πρεσβείαις, Ελεήμον, .

Και νυν: Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον...

Ιδιόμελον. Ήχος πλ. β´. Στίχος: Ελεήμον, ελέησόν με, ο θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου
 εξάλειψον τα ανόμημά μου.

Αυτάδελφοι ασκήτριαι, του Ευαγγελίου βαδίσασαι την τρίβον, συνετρίψατε του μισοκάλου τα ένεδρα, αντιτυπία της υμών ασκήσεως· και προς τον άπονον χωρήσασαι βίον, κληρονόμοι εγένεσθε της αφθίτου ευφροσύνης, Ξανθίππη και Πολυξένη, στύλοι ευσεβείας ακράδαντοι· πρεσβεύσατε ουν τω πανευϊλάτω Δεσπότη της κτίσεως, ειρήνην δωρήσασθαι πάση τη οικουμένη, και ταις ψυχαίς ημών το αμέτρητον έλεος.

Σώσον, ο Θεός, τον λαόν Σου...

Είτα ο Κανών των Οσίων αυταδέλφων, ου η ακροστιχίς·
Πολυξένην και Ξανθίππην συμψάλλω. Χ.Μ.Μ.

Ωδή α´. Ήχος δ´. Ανοίξω το στόμα μου.

Παντάναξ και Κύριε, της υφηλίου ικάνωσον, καμέ στέψαι άσμασι, την Πολυξένην φαιδροίς, και ομαίμονα, αυτής την θεοφόρον, Ξανθίππην ανοίγων μου, στόμα το άμουσον.

Οσίων αρχέτυπα, του παμβεβήλου τα ένεδρα, και σκώλα συντρίψασαι, των εντολών του Θεού, εβαδίσατε, τας τρίβους απροσκόπτως, και της υπέρ έννοιαν, δόξης ετύχετε.

Λαμπρότητος ώφθητε, της εν τω πόλω συμμέτοχοι, ψυχήν εκκαθάρασαι, θεοφιλεί αγωγή, παμμακάριστοι, αυτάδελφοι γυναίκες, δυάς υπερθαύμαστε, πίστεως πρόβολοι.

Θεοτοκίον.

Υπέραγνε Δέσποινα, ως πανευώδης παράδεισος, ζωής ανεβλάστησας, το Ξύλον υπερφυώς, το την λύτρωσιν, παρέχον τοις υμνούσι, την άρρητον δόξαν σου, Θεογεννήτρια.

Ωδή γ´. Τους σους υμνολόγους.

Ξανθίππη θεόφιλε του Παύλου, αυτήκοος θείων διδαχών, του αποστόλου πέφηνας, και πάνσεπτος συνέκδημος, αυτού Χριστού κηρύττοντος, το ιερόν Ευαγγέλιον.

Εν χώρα καλώς της Ισπανίας, βιώσασα και Ελλαδική, επλήσθης θείου Πνεύματος, και άπασιν υπέδειξας, την δύναμιν της πίστεως, ω Πολυξένη πανεύφημε.

Ναμάτων πλησθείσα Πολυξένη, της πίστεως πάσι γλυκασμόν, επήγαζες της χάριτος, οσίων εγκαλλώπισμα, και φιλανθρώπου δράσεως, χειμάρρους ώφθης αείρροος.

Θεοτοκίον.

Η σκέπη απάντων των μερόπων, εν βίω και θεία βοηθός, Παρθένε παντευλόγητε, την λύπην της καρδίας μου, απέλασον και βράβευσον, χαράν μοι άληκτον Δέσποινα.

Κάθισμα. Ήχος δ´. Ταχύ προκατάλαβε.

Ασκήσεως νάμασιν, ανακαθάρασαι νουν, δοχεία γεγόνατε, ωραία και διαυγή, του Πνεύματος πάνσεμναι· όθεν υμάς τιμώντες, Πολυξένη θεόφρον, και γεραρά Ξανθίππη, εορτάζομεν πόθω, υμών μελισταγέσιν ωδαίς, μνήμην την πάμφωτον.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Πιστούς περιτείχισον, θεογεννήτορ αγνή, και λύτρωσαι άπαντας εκ των εχθρού προσβολών, αεί τους τιμώντάς σε· σου γαρ τη θεία σκέπη, καταφεύγομεν πάντες, όλη ψυχής εφέσει, ευφροσύνης αλήκτου, δεόμενοι ελπίς αληθώς, ημών ακαταίσχυντε.

Ωδή δ´. Ο καθήμενος εν δόξη.

Νόμω θείω Πολυξένη, πειθομένη τω Κτίσαντι, πράξεσιν οσίαις, και ασκητικαίς ηκολούθησας· διο χαράς της αφθίτου κατηξίωσαι, εν τοις δώμασι, της ουρανίας λαμπρότητος.

Κόσμου εύκλειαν λιπούσα, τας τρυφάς και ευμάρειαν, σω υπερκοσμίω πόθω, τον Σταυρόν ήρας χαίρουσα, Ξανθίππη θεία Χριστού επωμαΐδιον, και παν φρύαγμα, του πονηρού κατεπάτησας.

Αληθείας θείω φέγγει, τας ψυχάς κατηυγάσατε, των εν τη σκοτεία, καθευδόντων Ευαγγελιστρίαι, συν Πολυξένη Ξανθίππη ζεύγος ένθεον, ως της πίστεως, ημών φωστήρες τρισμέγιστοι.

Θεοτοκίον.

Ιλαστήριον του κόσμου, τρυχομένων ανάψυξις, και παραμυθία πάντων των εν λύπαις και θλίψεσι, τον σον Υιόν εκδυσώπει Απειρόγαμε, δούναι άπασι, τοις σοις ικέταις τα πρόσφορα.

Ωδή ε . Εξέστη τα σύμπαντα.

Ξανθίππην την πάντιμον, και Πολυξένην σήμερον, ύμνοις καταστέφωμεν ενθέοις, ως πανασπίλους, αμνάδας του Λυτρωτού, και νύμφας Αυτού περικλεείς, πόθω ανακράζοντες· Ξυνωρίς χαίρε πάνσεπτος.

Αγγέλων εφάμιλλοι, μητέρες ανεδείχθητε, θείαι Πολυξένη και Ξανθίππη, ως πολιτείαν, επί της γης αληθώς, ισάγγελον έχουσα σεμναί, και Χριστού το όνομα, ασιγήτως ψελλίζουσαι.

Ναοί θείας χάριτος, Ξανθίππη τρισμακάριστε, συν τη αδελφή σου Πολυξένη, οφθείσαι πάσι, τοις προσιούσιν υμίν, κατ  ἄμφω πορίζετε ψυχών, και σωμάτων ίασιν, θεοφόροι ασκήτριαι.

Θεοτοκίον.

Θεόν τον ασώματον, σωματικώς εκύησας, Μήτερ και τον άχρονον εν χρόνω, ευεργετούσα, τους χοϊκούς και αράν, της Εύας διώκουσα αγνή· όθεν σε γεραίρομεν, ως χαράς κόσμου αίτιον.

Ωδή στ´. Την θείαν ταύτην.

Ιδού, υμών τον παμφίλτατον, Νυμφίον καθοράτε και Κύριον, εν τοις σκηνώμασι, των ουρανών κατατήξασαι, εν γη υμών την σάρκα, κλειναί ομαίμονες.

Πιστών, τους δήμους διηύρυνας, οσία Πολυξένη κηρύγμασι, τοις ασιγήτοις σου, και σω σεπτώ παραδείγματι, δι  ὧν εδείχθης βάθρον, στερρόν της πίστεως.

Πολλάς, στερήσεις υπέμεινας, Ξανθίππη ανδρικώ τω φρονήματι, και το δηνάριον, της βασιλείας απείληφας, των ουρανών αξίως, παρά του Κτίσαντος.

Θεοτοκίον.

Ημάς, πικράς ελευθέρωσον, παθών της δεσποτείας Μητρόθεε, και νόμοις Πνεύματος, τον νουν ημών καθυπόταξον, ως αν ζωής αγήρω, εν πόλω τύχωμεν.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ´. Τη υπερμάχω.

Διαδραμούσαι πολιτείαν υπερθαύμαστον, επί της γης οσίων σύμμορφαι εδείχθητε γυναικών, Ξανθίππη θεία και Πολυξένη· όθεν στέφανον δεξάμεναι αμάραντον εκ χειρών του Ιησού ημών ακούετε των βοώντων νυν· Χαίροις, ζεύγος θειότατον.

Ο Οίκος.

Άϋλον πολιτείαν, επεδείξατε, θείαι αυτάδελφοι ασκήτριαι όντως· αρνησάμεναι γαρ παν φθαρτόν της αφθάρτου δόξης κοινωνοί, ώφθητε· διο υμάς γεραίροντες φωνούμεν ευθαρσώς τοιαύτα·

Χαίρετε, λαμπροί σοφίας φάροι·
χαίρετε, στερροί ανδρείας στύλοι.
Χαίρε, Πολυξένη, συνέσεως μέλαθρον·
χαίρε, ω Ξανθίππη, φρονήσεως μάργαρον.
Χαίρε, κήρυξ θείας χάριτος, Πολυξένη θαυμαστή·
χαίρε, σάλπιγξ θείας γνώσεως, ω Ξανθίππη αγλαή.
Χαίρε, γλώσσα υμνούσα, Πολυξένη, τον Κτίστην·
χαίρε, στόμα, Ξανθίππη, το αινούν τον Δεσπότην.
Χαίρε, λειμών, Ξανθίππη, σεμνότητος·
χαίρε, εικών, οσία, χρηστότητος.
Χαίρε, λαμπάς, Πολυξένη, τιμία·
χαίρε, δυάς ομαιμόνων αγία.
Χαίροις, ζεύγος θειότατον.





Συναξάριον.

Τη ΚΓ  του αυτού μηνός, η Σύλληψις του Αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου, και Βαπτιστού Ιωάννου.

Στίχοι:

Ανδρί Προφήτη χρησμός εξ Αρχαγγέλου,

Τεκείν Προφήτην, και Προφήτου τι πλέον.

Εικάδι τη τριτάτη γαστήρ λάβε Πρόδρομον είσω.

Ταύτην την θείαν σύλληψιν ευηγγελίσατο τω Προφήτη και Ιερεί Ζαχαρία, ο θείος Αρχιστράτηγος Γαβριήλ, ειπών: Εισηκούσθη η δέησίς σου· ως εκ τούτου προμηνύεσθαι δια το παράδοξον τούτε γήρως και της στειρώσεως της Ελισάβετ, τον θείον και παρθενικόν της παναχράντου Θεοτόκου τόκον.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη των Οσίων και θεοφόρων αυταδέλφων γυναικών Πολυξένης και Ξανθίππης.

Στίχοι.

Αξίως ειλήφατε θεόθεν γέρα,
ομαίμονες, Ξανθίππη και Πολυξένη.

Αι οσίαι Ξανθίππη και Πολυξένη, αδελφαί ούσαι κατά σάρκα και εξ Ισπανίας καταγόμεναι, εδιδάχθησαν την εις Χριστόν πίστιν εν τοις χρόνοις του Κλαυδίου Καίσαρος (4145 μ. Χ.). Εκ τούτων η μεν Ξανθίππη ην γυνή του άρχοντος της χώρας Πρόβου, μαθητεύσασα παρά τω Αποστόλω των εθνών Παύλω και πολλούς εις την αληθινήν πίστιν επιστρέψασα· η δε Πολυξένη εν σκια αγνωσίας καθημένη ηρπάγη υπό τινος επί διαφθορά και κατήντησεν εις την Ελλάδα ένθα θεία χάριτι εδιδάχθη τα σωτηριώδη γράμματα και εις Χριστόν εβαπτίσθη. Επανελθούσα εις την εαυτής πατρίδα επανεύρε την Ξανθίππην, μεθ  ἧς θεοφιλώς τον βίον εδαπάνησεν. Αμφότεραι εν έργοις ευαγγελικοίς διαπρέψασαι, εκοιμήθησαν εν ειρήνη.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ανδρέου, Ιωάννου, Πέτρου και Αντωνίου, των εν Αφρική τελειωθέντων.

Στίχοι:

Υπέρ νυγέντος πριν μια λόγχη Λόγου,

Λόγχαις νυγείς ήνεγκε διτταίς Ανδρέας.

Έχθραν πλανηθείς, και σφαγείς Ιωάννης,

Σφάττει τον εχθρόν, και συν αυτώ την πλάνην.

Αντώνιος και Πέτρος ως στερραί πέτραι,

Προς τα μεληδόν εκκοπάς εκαρτέρουν.

Βασιλείου την Ρωμαίων αρχήν διϊύνοντος της Αφρικής απάσης εκράτει και ετυράννει, ο ωμότατος των Αγαρηνών Ιβραχίμ. Ούτος πορθήσας τας Συρακκούσας Σικελίας, εκείθεν ηγάγετο Ιωάννην, άμα συν τοις παισίν αυτού, Πέτρω και Αντωνίω, παίδας έτι αώρους τυγχάνοντας. Ους και παραυτίκα τοις Αγαρηνών εκέλευσεν εκπαιδεύεσθαι γράμμασιν. Επεί δε εις άνδρας ετέλουν, και φρονήσει και αρετή πολλούςυπερείχον, αγασθείς επ’ αυτοίς ο Βελίαρ, γενικόν μεν τον Αντώνιον, σακελλάριον δε τον Πέτρον προχειρίζεται. Ούτοι μεν κρυφίως εχριστιάνιζον, εις το φανερόν δε τα των Σαρακηνών υπεκρίνοντο, αλλ’ ουκ έλαθον. Γνους γαρ τούτο ο Ιβραχίμ, και μανείς, τους πόδας αυτών ξύλω ασφαλισάμενος, ξύλοις αγρίοις αικίζει.

Τετρακοσίας τοίνυν λαβών κατά των ποδών ο μακάριος Αντώνιος και τούτοις κατακλασθείς, ηυχαρίστει τω Θεώ. Είτα όνω επιβιβάζεται και κατά του σάγματος σχοινίοις δεδεμένος, δια μέσης της πόλεως θεατρίζεται. Πέτρος δε γυμνωθείς, ράβδοις τον τένοντα αυτού και την κοιλίαν αικίζεται, και εν τη ειρκτή αποτίθεται. Εξαγαγών δε αυτούς, τους βραχίονας από των ώμων και τας χείρας ξύλοις αγρίοις συνθλά, έπειτα τους μηρούς αυτών και τα σκέλη, και τους πόδας ωσαύτως συνέτριψεν, ως όλον μεν το οστώδες απαλυνθήναι, το σαρκώδες δε χυλωθέν, τω αίματι συμφυραθήναι. Μετά δε ταύτα, ανθράκων πλήθη αθροίσας, και χαλκέα προσκαλεσάμενος, δια σιδηράς λαβίδος πεπυρακτωμένης, τα αιδοία αυτών εκέλευσεν αποτεμείν, και τοις των μακαρίων στόμασιν εμβαλείν.

Τούτων εν τούτοις τελειωθέντων, τον πατέρα αυτών Ιωάννην ελκύσας προς εαυτόν, και τη λαιά χειρί τον τράχηλον ανακλάσας, την ιδίαν αυτού μάχαιραν έπηξεν εν τω φάρυγγι, και ούτως επανωτών ιδίων αυτού τέκνων αφήκε το πνεύμα. Ειθ’ ούτω πυράν πολλήν ανάψας, κατέκαυσεν άμα τα των Αγίων σώματα.

Τον δε μακάριον Ανδρέαν, γηραιόν όντα πάνυ την ηλικίαν, χρόνοις πολλοίς καθειρχθέντα, και λιμώ και δίψει και γυμνότητι και ταλαιπωρίαις τεταριχευμένον, και μη πειθόμενον τω κυνί, τι ποιεί ο θηρ; Ίππω επιβάς, και ακόντιον λαβών, κατ’ ευθύς τον Άγιον ευρών, κατά του στήθους έκρουσεν. Επεί ουν ο Άγιος ευχαριστήσας, έρρηξε φωνήν προς τον Θεόν. Αύθις εκ των όπισθεν ο μιαιόφονος παριών, ετέρω τούτον έβαλε κατά του νώτου πελτώ, και ούτω κατά των σπλάγχνων αυτού των δύω δοράτων διαδυομένων, πίπτει ο μακάριος επί της γης μαχαίρα, την τιμίαν αποτμηθείς κεφαλήν, και ούτως επληρώθη αυτών η μαρτυρία.


Τη αυτή ημέρα, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ραΐδος της παρθένου.

Στίχοι:

Ποθούσα κάλλος η Ραΐς Θεού βλέπειν,

Σαρκός το κάλλος εκδίδωσι τω ξίφει.

Αύτη γέγονεν εν τη Αιγυπτίω χώρα, εν τόπω επιλεγομένω Τάμμα, θυγάτηρ πρεσβυτέρου τινός, Πέτρου τούνομα, ην δε των μοναζουσών σχήμα περιβεβλημένη, ούσα ετών ωσεί 2. Κατελθούσα δε μεθ’ ετέρων παρθένων υδρεύσασθαι και θεασαμένη πολλάς παρθένους, και πλήθος ανδρών πρεσβυτέρων και διακόνων και μοναζόντων, ους είχε δεσμίους ο ηγεμών Λουκιανός, παρερχομένων πλοίω, και μαθούσα ότι δια Χριστόν δέδενται, ανδρισαμένη συνέμιξεν αυτοίς εαυτήν, δεηθείσα επί τούτο του Κομενταρησίου. Του δε παραινέσαντος αυτήν, την ασφάλειαν ελέσθαι, και μη συναποθανείν τοις δεσμίοις, επεί ουκ επείσθη, ενεφανίσθη τε τω ηγεμόνι, και τους αυτούς θεούς εμυκτήρισε και εις το τούτο ενέπτυσε πρόσωπον, ως τα χριστιανών διαπαίζοντος, την δια ξίφους μετά πολλάς βασάνους εδέξατο τελευτήν.


Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου ενδόξου Νεομάρτυρος Ιωάννου του εκ Κονίτσης της Ηπείρου καταγομένου, και εν Βραχωρίω (Αγρινίω)
της Αιτωλίας αθλήσαντος εν έτει 1814.

Στίχοι:

Ρίζης δυσώδους εκφυείς Ιωάννη,

αθλήσεως ήνεγκας καρπούς ηδίστους.

Ούτος ην εκ Κονίτσης, κωμοπόλεως της Ηπείρου, γεννηθείς εξ Οθωμανών γονέων, παρ’ ων και ανετράφη τη ιδία πλάνη, καταλεγείς τω τάγματι τω λεγομένω των Δερβισών. Εικοσαετής γεγονώς, έζη βίον σεμνόν, τοις χριστιανικοίς νεύων ήθεσι και τρόποις εν πολλή συνέσει. Και μετ’ ου πολύ, αφείς την οικείαν πλάνην, προσήλθε τω φωτί της θεογνωσίας, πεπιστευκώς Χριστώ τω Θεώ, και αναγεννηθείς δια του θείου βαπτίσματος εν τη νήσω Ιθάκη έλαβε το όνομα Ιωάννης.

Επανελθών εν Ξηρομέρω και εν τινι εκείσε χωρίω παροικήσας ω η κλήσις Μαχαλάς, ενυμφεύθη σεμνήν τινα νέαν, μεθ’ ης έζη βίον θεοφιλή και χριστιανικόν. Μαθόντες οι προσήκοντες αυτώ ότι εγένετο χριστιανός, ευρόντες τούτον παντοίοις εχρήσαντο τρόποις, ίνα μεταστήσωσι τη προτέρα πλάνη. Παραστήσαντες τούτον τω εν Βραχωρίω κριτή των Αγαρηνών, ομολογήσαντα διατόρως και εν πολλή παρρησία την εις Χριστόν αμετάθετον αυτού πίστιν και μη υπενδόντα απειλαίς και επαγγελίαις και ειρκταίς και πλείσταις τιμωρίαις και κολάσεσιν, απέτεμον την τιμίαν αυτού κεφαλήν, τη κγ  τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, εν ημέρα Τετάρτη της εβδομάδος, του σωτηρίου έτους 1814. Το δε τίμιον αυτού σώμα ριφθέν ου μακράν της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου ετάφη παρά τινων ευλαβών εν τινι αγρώ, ον οι Βραχωρίται έκτοτε τιμώσιν. Εν έτει δε 1794, ευρέθησαν τα ιερά αυτού λείψανα εν τη Ι. Μ. της Προυσιωτίσσης, αποκρυβέντα πάλαι εκείσαι μετά την εκ τάφου ανακομιδήν.



Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου του παντοπώλου, του Καρπενησιώτου και εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος εν έτει αχοβ  (1672), ημέρα Δευτέρα, ξίφει τελειούται ετών 15. Ετάφη εν τη Ι. Μ. Παναγίας Χάλκης. Η τιμία αυτού κάρα ευρίσκεται εν τη Ι. Μ. Ξηροποτάμου Αγίου Όρους.

Στίχοι:

Ο Νικόλαος πάντα πωλήσας κάτω,

εξηγόρασε Χριστόν άνω εκ ξίφους.

Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Γρηγορίου Μητροπολίτου Άργους και Ναυπλίου, του Νέου Εθνοϊερομάρτυρος, και εν Τριπόλη ετελείωθη εν τη ειρκτή εν έτει 1821.


Τη αυτή ημέρα, μνήμη του Αγίου Adamnan του Σκωτσέζου.

Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον
 και σώσον ημάς. Αμήν.

Ωδή ζ . Ουκ ελάτρευσαν.

Νουν ανάπλεων, κτησάμεναι του Πνεύματος, Ξανθίππη πάνσοφε, και Πολυξένη λαμπρά, ορμάς κατεστείλατε, απαύστως ψάλλουσα· θεοδόξαστοι, τας καθ  ὑμῶν αυτάδελφοι, κινουμένας του Βελίαρ.

Σθένει Πνεύματος, του θείου δυναμούμεναι, κατηγωνίσασθε, τον λαοπλάνον εχθρόν, υμάς τον προσβάλλοντα, και διηνύσατε, της ασκήσεως, το στάδιον γηθόμεναι, Πολυξένη και Ξανθίππη.

Ύμνοις πρέπουσιν, υμάς αεί γεραίρομεν, ως θυμιάματα, προσενεχθέντα Χριστώ, και μύρα πανεύοσμα, ευχής και νήψεως, πανσεβάσμιαι, Ξανθίππη και ακρώρεια, εγκρατείας Πολυξένη.

Θεοτοκίον.

Μήτερ άφθορε, ως κλίμαξ υπερκόσμιος, ημάς ανήγαγες, προς σωτηρίους νομάς, κυήσασα Κύριον, τον Πολυεύσπλαγχνον, ον ικέτευε, ρυσθήναι πάσης θλίψεως, τους αεί σοι προσιόντας.

Ωδή η . Παίδας ευαγείς.

Ψάλλοντες ωδαίς μελισταγέσιν, υμίν Πολυξένη θαυματόβρυτε, και Ξανθίππη πάγκαλε, άσκησιν μιμούμεθα, υμών και την θεόφιλον, οσίαι βίωσιν, δι  ἧσπερ εγνωρίσατε πάσι, όνομα το θείον, Χριστού του Ζωοδότου.

Άνωθεν μητέρες θεοφόροι, την χθόνα της Ισπανίας περισκέπετε, την υμάς βλαστήσασαν, και πιστών τον σύλλογον, τον νυν υμάς γεραίροντα, φρουρείτε πάντοτε, Ξανθίππη και σεμνή Πολυξένη, αυταδέλφων θείων, λαμπάδες φωτοφόροι.

Λάμψεσι πανσόφων κηρυγμάτων, και πράξεων ευποιΐας ηγλαΐσατε, Εκκλησίαν πάντιμοι, του Κυρίου ζόφωσιν, του δυσσεβούς φρονήματος, αποδιώξασαι, Ξανθίππη φως Χριστού και πυρφόρε, Πολυξένη άστρα, φρονήσεως ενθέου.

Θεοτοκίον.

Λόγον τον συνάναρχον Κυρίου, Σωτήρα ημών Θεόν τε τον παντέλειον, και Δεσπότην κτίσεως, πάσης απεκύησας, την αλογίαν λύσαντα, του κόσμου Δέσποινα, και σώσαντα ημάς εκ θανάτου, τους υπερυψούντας, σε Μήτερ εις αιώνας.

Ωδή θ. Άπας γηγενής.

Ως το θείον πυρ, Ξανθίππη πανάριστε. εν τη καρδία σου, δεξαμένη έλιπες, απάτην κόσμου, τερπνά και ρέοντα και παρρησία Όνομα, Χριστού το πάντιμον, και Σωτήρος, συν τη αυταδέλφη σου, Πολυξένη του κόσμου εκήρυττες.

Χαίρε ξυνωρίς, οσίων κραυγάζομεν, Χριστού της πίστεως, γυναικών η κάλλεσιν, ωραϊσθείσα, ενθέων πράξεων, και χαύνον απορρίψασα, θηλείας φύσεως, Πολυξένη, αρετών εντρύφημα, και Ξανθίππη χρηστότητος θέμεθλε.

Μνήμην την σεπτήν, υμών της κοιμήσεως, πανηγυρίζοντες, οι πιστοί γανύμεθα, και πολιτείας υμών γεραίρομεν, τα σκάμματα θεόφιλε, Ξανθίππη άριστε, και πυξίον, Πολυξένη πάγχρυσον, σωφροσύνης και βίου σεμνότητος.

Θεοτοκίον.

Μέμνησο ημών, εν ώρα της Κρίσεως, θεογεννήτρια, και φωνής αξίωσον, ημάς ακούσαι, του θείου Τόκου σου· ευ δούλοί μου πανάριστοι, ταχύ εισέλθετε, εις την δόξαν, και χαράν αέναον, του Κυρίου υμών και Παντάνακτος.

Εξαποστειλάριον. Γυναίκες ακουτίσθητε.

Τρισόλβιαι ασκήτριαι, εν ανδρικώ φρονήματι, και αρετών εργασία, πολυτιμώτατα σκεύη, εδείχθητε του Πνεύματος, Ξανθίππη τρισμακάριστε και Πολυξένη πάνσοφε· διο υμάς ανυμνούμεν, ως οσιότητος λύχνους.

Θεοτοκίον.

Δικαιοσύνης ήλιος, Χριστός ο υπεράναρχος, εκ της αγνής σου νηδύος, βροτών ανέλαβε φύσιν, αγνή θεογεννήτρια, Παρθένε απειρόγαμε, ίνα φωτίση άπαντας, τους εν σκοτεία κειμένους, και ζόφω της αμαρτίας.

Εις τους Αίνους. Ήχος δ´. Έδωκας σημείωσιν.

Πόνοις της ασκήσεως, χρηστοηθείας ταις χάρισι, και σοφίας διδάγμασι, λαμπρώς σεμνυνόμεναι, εν τη Ισπανία, ώφθητε εν πόλω, των αποστόλων κοινωνοί, και των οσίων απάντων σύσκηνοι, Ξανθίππη θεοτίμητε, και Πολυξένη υπέρτιμε, πολυτίμητα μάργαρα, απαθείας και νήψεως.

Βίωσιν ισάγγελον επί της γης επεδείξατε, Πολυξένη θεόνυμφε, ασκήτρια πάνσοφε, και σεμνή Ξανθίππη, γεηράς φροντίδας, αποτινάξασαι καλώς, και αληθείας, Χριστού κηρύξασαι· διο και επιλάμψεων, αΰλων θείαι επλήσθητε, και της άνω λαμπρότητος, επαξίως ετύχητε.

Χαίρουσι και γάνυνται, οι επουράνιοι σύλλογοι, και βροτών τα συστήματα, πανήγυριν άγοντες, της υμών φωσφόρου, μνήμης και καμάτους, ους δια δόξαν του Χριστού, αστασιάστως, καθυπεμείνατε, Ξανθίππη τρισμακάριστε, και Πολυξένη τρισένδοξε, ανυμνούντες αυτάδελφοι, ευποιΐας κειμήλια.

Ίχνεσι βαδίσασαι, των αποστόλων επλήσθητε, δωρεών θείου Πνεύματος, Ξανθίππη λευκάνθεμον, δράσεως οσίας, και λειμών ευώδης, ω Πολυξένη αρετών· διο Κυρίου το θείον πρόσωπον, ιδείν κατηξιώθητε, εν ουρανίοις σκηνώμασι, και της δόξης συμμέτοχοι, της αγήρω γεγόνατε.

Δόξα. Ήχος πλ. α´.

Θεόκλητον ζεύγος γυναικών ομαιμόνων, Ξανθίππη και Πολυξένη πανεύφημοι, την αγαθήν μερίδα εξελέξασθε, και Θεώ ευηρεστήσατε· εν αληθεί γαρ οσιότητι σεαυτάς κοσμήσασαι, και αποστόλων οδεύσασαι αξίως τρίβους, πλούτον άσυλον εν ουρανοίς εθησαυρίσατε· αξιώσατε ουν και ημάς, τους την υμών τιμώντας μνήμην, τυχείν της άνω δόξης, και συν υμίν γεραίρειν αείποτε Κυρίου, το πάντιμον όνομα.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε Παρθένε, ..

Δοξολογία Μεγάλη και Απόλυσις.









ΕΝ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.

Τα Τυπικά, οι Μακαρισμοί και εκ του Κανόνος των αυταδέλφων οσίων γυναικών η γ  καὶ η στ  ᾠδή.

Απόστολος και Ευαγγέλιον Οσιακόν. ( Γαλατ. Γ  23- Δ´ 1)
και (Ματθ. Κε  1-13)

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις, αυταδέλφων η ξυνωρίς, γυναικών οσίων, αποστόλων μαθητριών, χαίροις Πολυξένη, και πάνσεμνε Ξανθίππη, αι νουνεχώς τον βίον, εκδαπανήσασαι.

Κοινωνικόν: Εις μνημόσυνον αιώνιον…

Η/Υ ΠΗΓΗ:
Voutsinasilias.blogspot.gr
http://voutsinasilias.blogspot.gr/2010/09/23.html