Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Βίος Αγίας Φεβρωνίας της Οσιοαμάρτυρος της πολυάθλου



site analysis

Η Αγία Φεβρωνία η Οσιομάρτυς η πολύαθλος τιμάται στις 25 Ιουνίου



Η Αγία Φεβρωνία, ήταν περιζήτητη νύμφη για την σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της. Για το λόγο αυτό σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε το δρόμο της 
άσκησης και της εγκράτειας στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στην Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της 
Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους).
Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις 
Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.
Κάποια ημέρα όμως, ένα στρατιωτικό σώμα το οποίο κατεδίωκε χριστιανούς, με επικεφαλής το Σεληνο (288 μ.Χ.) έφθασε και στο μοναστήρι της Φεβρωνίας. 

Η Ηγουμένη φοβόταν για την Φεβρωνία
Είχε λοιπόν η Βρυένη μεγάλο φόβο και αγωνία, πως να φυλάξει την Φεβρωνία από τους ασεβείς για να μην την διαφθείρουν. Έτσι, οι μεν άλλες έτρωγαν μία φορά την ήμερα, ενώ 
αυτήν την διέταξε να τρώγει μία φορά κάθε δύο μέρες, για να μαραθεί πολύ η ομορφιά της και να φαίνεται άσχημη. Η Φεβρωνία έκανε περισσότερο αγώνα, όσο μπορούσε, και δεν 
χόρταινε ούτε ψωμί, ούτε νερό, αλλά έτρωγε μόνο τόσο όσο για να ζει. Επίσης κοιμότανε λίγο, και όχι στο στρώμα, αλλά ξεκουραζόταν καθισμένη σε σκαμνί ή ξάπλωνε κάτω στην 
γη για να μην έχει ανάπαυση, ώστε να κοιμάται λίγο και να βασανίζει το σώμα της. Όταν πειραζόταν στον ύπνο της από τον διάβολο, σηκωνότανε αμέσως και παρακαλούσε με 
δάκρυα τον Θεό να τον διώξει. Διάβαζε με μεγάλη προσοχή τα βιβλία, διότι εκ φύσεως ήταν φιλομαθής.

Από φόβο κρύβονται οι Μοναχές
Εκείνες τις ημέρες ήλθε στην περιοχή τους ο Σελήνος με τον Λυσίμαχο. Έτσι όλοι οι Χριστιανοί, λαϊκοί, Κληρικοί και Μοναχοί, άφηναν τα κελιά τους και έφευγαν στα όρη και στα 
σπήλαια, ακόμη και αυτός ο Επίσκοπος της πόλεως, και κρυβόντουσαν για τον κίνδυνο που ερχόταν. Όταν άκουσαν αυτό οι Μοναχές εκείνης της Μονής, πήγαν λοιπόν στην 
Ηγουμένη και της είπαν. «Συγχώρησέ μας να κρυφτούμε, διότι δεν είμαστε εμείς καλύτερες από τους κληρικούς και από τον Επίσκοπο. Γνωρίζεις ότι εδώ είναι μερικά κορίτσια, 
και κινδυνεύουν πρώτα μεν να τις μιάνουν οι στρατιώτες, δεύτερον δε δεν μπορούμε να υπομείνουμε τα βασανιστήρια, και θα στερηθούμε, οι ταλαίπωρες και τον μισθό της 
ασκήσεως. Λοιπόν εάν ορίζεις, ας πάρουμε και την Φεβρωνία, που ήταν άρρωστη, και ας κρυφτούμε σε κάποιο μέρος».
Η Φεβρωνία απάντησε. «Ζη Κύριος ο Χριστός μου, τον οποίο νυμφεύθηκα και του αφιέρωσα την ψυχή μου. Δεν βγαίνω από αυτόν τον τόπον, αλλά εδώ θα πεθάνω και θα 
ενταφιασθώ για τον Δεσπότη μου». Η Ηγουμένη τις είπε. «Κάθε μία γνωρίζει το συμφέρον της, κάντε όπως θέλετε». Τότε μία - μία χαιρετούσε την Ήγουμένη και την Φεβρωνία 
και έφευγαν. 

Οι διώκτες πάνε στο Μοναστήρι
Το πρωΐ, όταν ανέτειλε ο ήλιος έγινε στην πόλι μεγάλη ταραχή και σύγχυση, διότι ο Σελήνος διέταξε και έριξαν στις φυλακές πολλούς Χριστιανούς τους οποίους βασάνισαν. Του 
ανέφεραν λοιπόν μερικοί Έλληνες, γι’ αυτό το Μοναστήρι, και αμέσως έστειλε στρατιώτες, να φέρουν στο δικαστήριο όσες βρουν εκεί. Έσπασαν λοιπόν οι στρατιώτες τις πόρτες 
και αφού μπήκαν μέσα βρήκαν μόνον τρεις. Κάποιος στρατιώτης έβγαλε το ξίφος να σκοτώσει την Ηγουμένη. Τότε η Φεβρωνία έπεσε στα πόδια τους και τους είπε: «Σας εξορκίζω 
στον Θεόν ο οποίος κατοικεί στα ουράνια, να σκοτώσετε πρώτα εμένα, για να μη δω τον θάνατο της Κυρίας μου».
Έτσι επέστρεψε στο Πραιτώριο, και λέγει στον Λυσίμαχο. «Πήγαμε στο Μοναστήρι, και είδα μία νέα της οποίας θαύμασα την ομορφιά. Μα τους θεούς δεν είδα ωραιότερη γυναίκα, 
και πράγματι είναι άξια για σένα». Του λέγει ο Λυσίμαχος: «Έχω εντολή από την μητέρα μου να μην κακοποιήσω Χριστιανό. Πως να κάνω κακό στις δούλες του Χριστού; Σε 
παρακαλώ λοιπόν να τις διαφυλάξεις, ώστε να μη πέσουν στα χέρια του θείου μου».
Ένας όμως πολύ κακός στρατιώτης ανέφερε στο Σελήνο αυτό. Τότε θύμωσε ο Σελήνος και έστειλε στρατιώτες να φέρουν την νέα στο δικαστήριο. Πήγαν λοιπόν, την άρπαξαν σαν 
άγρια θηρία, την έδεσαν από το λαιμό και την έσυραν. Η Ηγουμένη και η Θωμαΐς προσπάθησαν να πάνε μαζί της για να την συμβουλεύσουν, αλλά οι στρατιώτες δεν επέτρεψαν. 
Έτσι τους παρακάλεσαν να τις αφήσουν να κάνουν προσευχή προς τον Κύριον.

Ο Κόσμος στο πλευρό της Φεβρωνίας
Όταν τελείωσαν την προσευχή οι στρατιώτες πήραν την Αγία την οποία ακολούθησε η Θωμαΐς με ανδρικά φορέματα. Αλλά και άλλες πολλές γυναίκες κοσμικές (οι οποίες 
πήγαιναν στο Μοναστήρι και τις δίδασκε), ακολούθησαν, για να δουν τους αγώνες της Αγίας και κτύπαγαν τα στήθη τους και έκλαιγαν πικρά. Το ίδιο και η Συγκλητική Ιερεία, 
μόλις το έμαθε, έκλαιγε στο σπίτι της και έλεγε στους γονείς της. «Η αδελφή μου και δασκάλα μου Φεβρωνία δικάζεται και εγώ κάθομαι με άνεση;». Και ενώ έλεγε αυτά, έπεισε
τους γονείς της να την αφήσουν, να πάει στο θέατρο. Έτσι πήρε μαζί της ως συνοδούς μερικές δούλες της και πήγε με δάκρυα στο θέατρο.

Η Αγία μπροστά στον Σελήνο
Αφού συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος στο θέατρο, έφεραν την Αγία, και όλοι όσοι την είδαν την συμπόνεσαν. Τότε ο ηγεμόνας ρώτησε. «Εγώ είχα σκοπό να μη σου μιλήσω 
καθόλου, αλλά η ομορφιά σου και η ευγένεια του προσώπου σου σταμάτησαν την πολλή μου αγανάκτηση. Λοιπόν όχι ως κατηγορούμενη σε ερωτώ, αλλά ως τέκνο μου αγαπητό
σε συμβουλεύω, και σε παρακαλώ να ακούσεις τα λόγια μου. Μα τους θεούς, αρραβωνιάσαμε τον Λυσίμαχο, με μια πλούσια και ωραία κοπέλα, εγώ και ο αδελφός μου Άνθιμος, 
ο πατέρας του. Όμως σήμερα συμφωνώ να λύσω εκείνον τον αρραβώνα, για να πάρεις εσύ αυτόν ως σύζυγο, που και αυτός είναι νέος, όμορφος και ωραίος και είναι τώρα δίπλα 
μου. Και μη φοβηθείς εάν είσαι πτωχή και άπορη από χρήματα, διότι εγώ δεν έχω παιδιά και σας χαρίζω όλον τον πλούτο μου, για να με έχετε σαν πατέρα, να έχεις δόξα αμέτρητη,
να σε μακαρίζουν όλες οι γυναίκες, και ο ίδιος ο βασιλεύς θα σας δώσει αναρίθμητα δώρα ο όποιος μάλιστα υποσχέθηκε να κάνη τον Λυσίμαχο Έπαρχο, και δεν υπάρχει άλλο 
αξίωμα από αυτό μεγαλύτερο. Λοιπόν δως μου μια καλή απάντηση να χαροποιήσεις την ψυχή μου. Διότι εάν δεν συμφωνήσεις με αυτά που σου είπα, τρεις ώρες δεν θα σε 
αφήσω να ζήσεις σε αυτόν τον κόσμο».
Του λέγει τότε η Φεβρωνία. «Εγώ έχω στους ουρανούς νυφικό δωμάτιο αχειροποίητο, νυμφώνα που δεν μπορεί να καταστραφεί, προίκα την βασιλεία των ουρανών και Νυμφίο 
αθάνατο. Έτσι δεν μπορώ να συζήσω με άνθρωπο. Λοιπόν μη πλανάσαι, ούτε να κουράζεσαι με κολακείες και απειλές να με δοκιμάζεις, διότι ποτέ δεν πρόκειται να με νικήσεις».

Αρχίζουν τα βασανιστήρια
Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος θύμωσε, και διατάζει να γδύσουν την Αγία και να την παρουσιάσουν γυμνή μπροστά σε όλους, για να ντραπεί την ασχημοσύνη της, και να σκεφθεί, 
από ποια λαμπρή δόξα σε πόση ατιμία κατάντησε. Κατόπιν διέταξε να τεντώσουν την Αγία τέσσερις άνδρες, να ανάψουν φωτιά από κάτω για να καίγεται και από πάνω να την 
κτυπούν δυνατά και αλύπητα στην ράχη της, άλλοι τέσσερις άνδρες. Και ενώ την έδερναν για πολλή ώρα οι άσπλαχνοι, άλλοι ράντιζαν με λάδι την φωτιά, για να ανάβει 
περισσότερο και να την καίει χειρότερα. Όταν είδε ότι έπεφταν οι σάρκες της και φαινόταν ως νεκρή, διέταξε να την ρίξουν παράμερα.
Όταν είδε ο τύραννος ότι δεν απέθανε την εξέταζε και της έλεγε. «Πως σου φαίνεται η πρώτη τιμωρία σου Φεβρωνία;». Εκείνη του απάντησε: «Κατάλαβες με την πρώτη δοκιμή, 
ότι με την βοήθεια του Χριστού, έμεινα ανίκητος και καταφρονώ τα βασανιστήρια σου». Τότε πάλι είπε ο τύραννος. «Κρεμάστε την στο ξύλο και ξεσχίσθε δυνατά τα πλευρά της με 
σιδερένια νύχια, έπειτα κάψτε τα ξεσχισμένα μέλη της μέχρι τα κόκκαλά της». Τόσο πολύ ξέσχισαν την Αγία, ώστε έπεφταν στην γη οι σάρκες της, και το αίμα της έτρεχε ποτάμι. 
Έπειτα έφεραν φωτιά και κατέκαιαν τα σπλάγχνα της. Η μακαρία όμως έβλεπε προς τον ουρανό και έλεγε: «Έλα, Κύριε, και βοήθησε με, και μη παραβλέψεις την δούλη σου». 
Αυτά αφού είπε σιώπησε διότι εκαίγετο από την φωτιά.

Την βασανίζει πιο σκληρά
Πολλοί από τους παρευρισκόμενους έφυγαν λόγω της μεγάλης αγριότητας του ηγεμόνα οι δε υπόλοιποι τον παρακαλούσαν να την πάρει από την φωτιά και ο τύραννος 
υπεχώρησε. Είπε δηλαδή και έσβησαν την φωτιά, αλλά την άφησαν ακόμη κρεμασμένη και την ρωτούσε. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να απαντήσει. Έτσι την κατέβασαν και την 
έδεσαν στον πάσσαλο, και αφού κάλεσε ο τύραννος γιατρό τον διέταξε να κόψη την γλώσσα της και να την κάψουν επειδή δεν του απάντησε. Η Αγία έβγαλε αμέσως την εύλαλον 
γλώσσα της και έκανε με νόημα του γιατρού σύμφωνα με την διαταγή του τυράννου και πράγματι πήρε ο γιατρός το σίδερο να την κόψη, αλλά ο λαός φώναζε, και παρακαλούσε 
τον ηγεμόνα να τους κάμει την χάρη αυτή, και να την αφήσει για την ώρα. Ο άγριος ηγεμόνας διέταξε να αφήσουν την γλώσσα και να σπάσουν τα δόντια της. Άρχισε λοιπόν ο 
γιατρός να ξεριζώνει τα δόντια και όταν ξερίζωσε τα δέκα επτά, από τους πόνους και την αιμορραγία λιγοθύμησε η αγία τότε ο τύραννος και διατάζει τον γιατρό, να σταματήσει. 
Της έδωσε μάλιστα και θεραπευτικά βότανα για να σταματήσει να τρέχει αίμα.

Της κόβουν το στήθος και την καίνε
Τότε πάλι την ρώτησε ο τύραννος. «Τι λέγεις Φεβρωνία; Προσκυνάς τους θεούς;» Η Αγία του είπε όχι. «Γιατί δεν με θανατώνεις το γρηγορότερο, για να πάω στον αγαπημένο μου 
Χριστό, αλλά εμποδίζεις τον δρόμο μου;». Τότε διατάζει να κόψουν, αλλοίμονον! τους μαστούς της και έπειτα να κάψουν το στήθος της.
Η Ιερεία, όταν είδε, ότι ο αλιτήριος Σελήνος σκεπτόταν να υποβάλει την Φεβρωνία και σε άλλα βασανιστήρια, στάθηκε μπροστά του και τον έβρισε λέγουσα. «Δεν χόρτασες, 
απάνθρωπε, που τόσα κακά έκανες αυτής της Αγίας κοπέλας; Ούτε θυμήθηκες τα μέλη της μητέρας σου όπου θήλασες, η οποία κακώς σε γέννησε, αλλά έδειξες τόσην 
ασπλαχνία σε αυτήν την ταπεινή; Εύχομαι να μη σε συγχωρήσει ο Ουράνιος Βασιλεύς, αλλά να σε βασανίσει και σε αυτόν τον κόσμο και στον αιώνιο». Όταν άκουσε αυτά ο άδικος
δικαστής θύμωσε, και διέταξε να την δέσουν και αυτήν σαν κατάδικη, για να την βασανίσει, επειδή τον έβρισε. Εκείνη έμπαινε στο στάδιο χαρούμενη και έλεγε: «Κύριέ μου Ιησού 
Χριστέ, δέξε με και εμένα την ταπεινή, μαζί με την Κυρία μου Φεβρωνία». Τότε οι φίλοι του Σελήνου τον συμβούλεψαν να μη κάνη κακό δημόσια στην Ιερεία, επειδή όλος ο κόσμος 
είναι μαζί της. 
Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος δεν τόλμησε να κάνη σε αυτήν τίποτε και επειδή δεν μπορούσε να την εκδικηθεί, γι αυτό τον λόγο διέταξε να κόψουν τα χέρια της Φεβρωνίας και το 
ένα πόδι για το πείσμα της Ιερείας. Έκοψαν λοιπόν και τα δύο χέρια της Μάρτυρος. Όταν έκοβε το πόδι, ο δήμιος από τον αστράγαλο, δεν πέτυχε ο πέλεκυς την άρθρωση και την 
κτύπησε τρεις φορές, έως ότου να το κόψη ο άσπλαχνος. Έτσι όλο το σώμα της μακαρίας συγκλονίστηκε από τον πόνο. Και επειδή αισθανόταν μεγάλους πόνους και ανείπωτη 
κάκωση, άπλωσε και το άλλο πόδι, και το έβαλε στο ξύλο να το κόψη και αυτό, για να ξεψυχήσει και να μη βασανίζεται. Βλέποντας αυτό ο άδικος δικαστής, σκληρύνθηκε 
περισσότερο, και είπε. «Βλέπετε πόση δύναμη έχει αυτή η αναίσχυντη». Έπειτα είπε προς τον δήμιο. «Κόψε και αυτό». Αφού πέρασε ώρα πολλή και ψυχορραγούσε πλέον η 
Αγία, ρώτησε τους δήμιους. Ακόμη ζει αυτή η τρισκατάρατη;» Αυτοί είπαν. «Ναι». Τότε διατάζει ο δυσεβέστατος να της κόψουν την αγία της κεφαλή. Πήρε λοιπόν το σπαθί ο 
δήμιος και κρατώντας την Αγία από τα μαλλιά, έκοψε την τιμία της κεφαλή στις 25 Ιουνίου.

Ο Λυσίμαχος διέταξε να φρουρούν το Λείψανο
Ο Λυσίμαχος έμεινε μέσα στενοχωρημένος και έχυνε δάκρυα από την καρδιά του για την Μάρτυρα, την οποία δεν άφησε τους χριστιανούς να την πάρουν, γιατί προσπαθούσαν 
να μοιρασθούν το τίμιο λείψανο, αλλά διέταξε τους στρατιώτες να το φρουρούν, για να της κάνη μεγάλη τιμή, να ενταφιάσει το πανάγιο σώμα της σώο και ακέραιο στο άγιο 
Μοναστήρι της. Αυτά αφού διέταξε δεν πήγε στο γεύμα, αλλά κλείσθηκε στο δωμάτιό του και θρηνούσε της Φεβρωνίας τον θάνατο. Εν το μεταξύ ο Σελήνιος φρικτό θάνατο.
Έπειτα ο Λυσίμαχος κάλεσε τον κόμητα Πρίμο, και του λέγει. «Διέταξε αμέσως ξυλουργούς να κάνουν για την Φεβρωνία μία λάρνακα από ξύλα που δεν σαπίζουν, και στείλε σε 
όλα τα μέρη κήρυκες να φωνάξουν και να συγκεντρωθούν χριστιανοί χωρίς φόβο η κάποια δειλία στην ταφή της Οσιομάρτυρος, επειδή ο θείος μου απέθανε. Και όταν ο κόσμος 
συγκεντρωθεί, ας σηκώσουν με ευλάβεια οι στρατιώτες το άγιο λείψανο να το μεταφέρουν στο Μοναστήρι της Βρυένης, και να μην αφήσεις κανέναν να αρπάξει κάποιο μικρό 
κομμάτι. Ούτε σκύλο να αφήσεις η άλλο ζώο ακάθαρτο να γλείψει καθόλου την γη, όπου χύθηκε το τίμιο αίμα της. Αλλά και αυτό το χώμα να το πας στο Μοναστήρι που σου 
είπα».
Τότε ο Πρίμος έκανε όσα διέταξε ο Λυσίμαχος, και σήκωσαν οι καλύτεροι στρατιώτες το άγιο λείψανο, ενώ ο ίδιος κράτησε την τιμία κεφαλή, τα χέρια, τα πόδια, και τα άλλα μέλη 
στον μανδύα του με ευλάβεια. Και ενώ πήγαιναν στο Μοναστήρι έτρεχε πάρα πολύ πλήθος λαού.
Μετά το μαρτύριο της Αγίας, πλήθος Ελλήνων ειδωλολατρών επέστρεψαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Πρίμος και ο Λυσίμαχος, οι οποίοι 
βαπτίσθηκαν και αρνήθηκαν τελείως τον κόσμο. Ούτε επέστρεψαν στον ασεβέστατο βασιλέα, αλλά πήγαν στον Αρχιμανδρίτη Μαρκελλίνο, και τους έκανε Μοναχούς, και 
τελείωσαν την ζωή τους ασκητικά, με θεάρεστη ζωή. Βαπτίσθηκαν επίσης πολλοί στρατιώτες και τελείωσαν την ζωή τους θεάρεστα.

Ο Επίσκοπος ζητά το άγιο Λείψανο
Ο Επίσκοπος εκείνης της πόλεως επί έξι χρόνια έκτιζε περικαλλή ναό στο όνομα της Φεβρωνίας, και όταν τον τελείωσε, συνεκάλεσε και τους υπόλοιπους επισκόπους για τα 
εγκαίνιά του.
Την εικοστή πέμπτη Ιουνίου ήμερα που μαρτύρησε η Αγία έκαμαν ολονύκτια αγρυπνία, και συγκεντρώθηκε τόσος πολύς λαός, ώστε δεν τους χώραγε η Εκκλησία. Το πρωί, όταν 
τελείωσαν την Ακολουθία, πήγαν όλοι οι επίσκοποι στο Μοναστήρι, να ζητήσουν το άγιο Λείψανο της Αγίας, για να το φέρουν στον νέο Ναό που έκτισαν. Η Ηγουμένη όμως και 
όλες οι αδελφές, όταν άκουσαν αυτά, έπεσαν στα πόδια των Επισκόπων και με δάκρυα έλεγαν: «Ελεήστε μας για τον Κύριο, και μη μας στερήσετε τέτοιας παρηγοριάς και 
παρακλήσεως, να μας πάρετε τον θησαυρό μας».
Τότε λέγει προς την Βρυένη ο Επίσκοπος. «Άκουσε αδελφή. Συ γνωρίζεις καλά πόσο φρόντισα και βασανίσθηκα έξι χρόνια μέχρι σήμερα, με πολύ κόπο και έξοδα προς δόξα της 
Αγίας Μάρτυρος. Λοιπόν μη θελήσεις να μείνει ο κόπος μου άκαρπος».
Η Ηγουμένη του είπε. «Εάν αυτό το έργο αρέσει της Αγίας και της αγιοσύνης σας, τι είμαι εγώ να σας εμποδίσω; Πηγαίνετε λοιπόν και σηκώστε την, εάν είναι θέλημα Θεού».
Τότε πήγαν οι Αρχιερείς στον τάφο της Μάρτυρος, και διάβασαν τις ευχές για να σηκώσουν την λάρνακα. Όταν τελείωσαν την ευχή οι Επίσκοποι, και άπλωσαν τα χέρια να 
σηκώσουν το άγιο Λείψανο, γίνεται αμέσως στον αέρα τόση μεγάλη και φοβερή βροντή, ώστε έπεσαν όλοι τρομαγμένοι κάτω στην γη. Και πάλι, όταν πέρασε λίγη ώρα και 
συνήλθαν από τον φόβο, ξαναδοκίμασαν να το σηκώσουν, αλλά δεν μπόρεσαν. Διότι έγινε τόσο μεγάλος και φοβερός σεισμός ώστε φαινόταν ότι θα έπεφτε όλη η πόλις. 
Τότε κατάλαβαν όλοι, ότι η Αγία δεν ήθελε να φύγει από το Μοναστήρι. Έτσι οι μεν αδελφές χάρηκαν, ο δε ευλαβής επίσκοπος και οι πολίτες λυπήθηκαν και μάλιστα οι 
παρακάλεσαν την Ηγουμένη να τους δώσει έστω ένα μικρό κομμάτι από το άγιο λείψανο. Τότε η Βρυένη άνοιξε την λάρνακα και βγήκε λάμψις όμοια με την ακτίνα του ήλιου και 
αστραπή πυρός από την Αγία. Την ώρα όμως που η Βρυένη άπλωσε το δεξί της χέρι να πάρει το ένα χέρι της Μάρτυρος να το δώσει στον Επίσκοπο, αμέσως το χέρι της 
Ηγουμένης ξεράθηκε και έμεινε (ω του θαύματος) ακίνητο, και δεν μπορούσε να το βγάλει από την λάρνακα. Έτσι με δάκρυα έλεγε. «Σε παρακαλώ, Φεβρωνία παιδί μου, μη 
οργίζεσαι εναντίον μου, της ταπεινής, αλλά ενθυμήσουν τους κόπους μου, και μην παραδειγματίσεις τα γερατεία μου». Τότε λοιπόν την συγχώρεσε η Όσια και γιατρεύτηκε το 
χέρι της. Έτσι πήρε μόνο ένα δόντι της Μάρτυρος και το έδωσε στον Επίσκοπο, το οποίο πήραν με ευλάβεια, και έψαλλαν όλοι με λαμπάδες και θυμιάματα, και όταν έφθασαν 
στον Ναό το τοποθέτησαν στο Άγιο Θυσιαστήριο.

Η Αγία θαυματουργεί
Ο παντοδύνανος Θεός έδειξε και εκεί τα θαυμάσια του σε εκείνο το μικρότατο μέρος του λειψάνου και γινόντουσαν εξαίσια θαύματα. Τυφλοί έβλεπαν, χωλοί περπατούσαν, 
παράλυτοι σηκωνόντουσαν, και δαίμονες έφευγαν από τους ασθενείς. Αυτά μαθεύτηκαν παντού και όλοι από κάθε μέρος και χώρα έφερναν αρρώστους, άλλους με το κρεββάτι 
και άλλους στα άλογα φορτωμένους, και όλοι γινόντουσαν καλά.




Στίχος
Προὶξ τῇ γυναικῶν καλλονῇ Φεβρωνία. Τομὴ κεφαλῆς· ὡς καλὴ σοι προὶξ γύναι! Δῶκε δὲ Φεβρωνίη ξίφει αὐχένα εἰκάδι πέμπτῃ.

Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα
Ὡς τῆς ἀσκήσεως, ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως, τῷ κόσμῳ ἔμπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ, δραμοῦσα ἀσχέτῳ, πόθῳ· ὅθεν ὡς 
παρθένον σε, καὶ Ὁσίαν καὶ Μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε, Φεβρωνία ὁ Κύριος· ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ Ὁσιομάρτυς.

Κοντάκιον. Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον
Παρθενίας χάρισι, καῖ μαρτυρίου τῷ κάλλει, κοσμηθεῖσα ἔνδοξε, ὡς πανακήρατος νύμφη, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νημφίῳ, ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας 
τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Φεβρωνία, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνολογούντων σε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Φεβρωνία πανευκλεής, Ὁσίων ἡ δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, ἀθλήσασα νομίμως, εἰκότως καὶ βραβείων, διπλῶν ἠξίωσαι.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Η Πολυγυρινή νεομάρτυρας του 1822



site analysis



Η νεομάρτυς Μαρία Καρατάσου μαρτύρησε την ίδια μέρα μαζί με την αγνώστου
ονόματος Πολυγυρινή αγία, η μητέρα της οποίας επίσης Πολυγυρινή
περιέγραψε το μαρτύριο τους

ΠΗΓΗ ΤΕΎΧΟΣ 76 σελίδες 6-11
-proskynitis.blogspot.com

Η Αγία Αγριππίνα (23 Ιουνίου)



site analysis

Αγία Αγριππίνα


Αγία Αγριππίνα
Αγία Αγριππίνα
Εορτάζει στις 23 Ιουνίου εκάστου έτους.

Πλησθεῖσα δεινῶν τραυμάτων ἐκ τυμμάτων,
Πολλῶν μετέσχε στεμμάτων Ἀγριππῖνα.
Εἰκάδι θεινομένη τριτάτῃ θάνεν Ἀγριππῖνα.
Βιογραφία23
Η Αγία Αγριππίνα, γεννήθηκε και μαρτύρησε στη Ρώμη. Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε βαθύτατο χριστιανικό φρόνημα και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Κυρίου και Λυτρωτού της. Για το λόγο αυτό διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των πτωχών και τη θεραπεία των ασθενών. Για την αγάπη του ουράνιου Νυμφίου της, απέφυγε το γάμο και προτίμησε να γίνει νύμφη του Χριστού. Όσες δε φορές είχε ανάγκη, η εκκλησία της Ρώμης, η Αγριππίνα έτρεχε πρώτη να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της. Όμως η Αγία δεν προσέφερε μόνο υλικά αγαθά αλλά και πνευματικά, διδάσκοντας την χριστιανική πίστη και οδηγώντας στο δρόμο της αλήθειας, πλήθη πλανημένων. Η θεάρεστη αυτή δράση της Αγρυππίνας δεν ήταν δυνατό να παραμείνει για πολύ καιρό κρυφή. Το 262 μ.Χ., την κατήγγειλαν στις αρχές, ως ανατροπέα της πατροπαράδοτης λατρείας των ειδώλων. Η Αγία αποδέχθηκε τις καταγγελίες και με περισσό θάρρος, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό. Οι διώκτες της δεν δίστασαν να τη μαστιγώσουν για να κάμψουν το αγωνιστικό της φρόνημα. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να μεταπείσουν την Αγριππίνα, την υπέβαλαν σε νέα φρικτά βασανιστήρια. Το σώμα της Αγίας δεν άντεξε τα μαρτύρια και με μαρτυρικό και ένδοξο τρόπο παρέδωσε την Αγία ψυχή της. Τρεις χριστιανές γυναίκες, η Βάσσα, η Παύλα και η Αγαθονίκη παρέλαβαν το σεπτό σκήνωμά της και μετά από αρκετή περιπλάνηση κατέληξαν, στη Σικελία, όπου και το ενταφίασαν.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον Πνεύματι, κραταιωθεῖσα, ἠνδραγάθησας, γενναιοφρόνως, Ἀγριππίνα παρθενίας ὀσφράδιον ὅθεν Χριστοῦ δοξασθεῖσα τὴ χάριτι, πηγᾶς θαυμάτων βλυστάνεις τοὶς πέρασι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Αδελφή Ζωή: Το «αλητάκι» του Θεού



site analysis
Ρώτησαν κάποτε τον Γερ.Παϊσιο:
-Eάν γυρίζανε τα χρόνια πάλι πίσω τι θα έκαμες στην ζωή σου;
Και ο Γέροντας ευθύς και ειλικρινής, καθώς ήτο ,απάντησε  αυθόρμητα :
«Αν ξανάρχιζα την ζωή μου δεν θα πιανόμουν σαν το έξυπνο πουλί απ’τη μύτη και δεν θα δεσμευόμουνα πουθενά,αλλά  θα ήμουν το αλητάκι του Θεού.
Θα  ήμουν αδέσμευτος, τελείως ελεύθερος και πάντοτε προσευχόμενος.Αντί για ράσο θα φορούσα μία καμπαρντίνα και θ’αλώνιζα όπου ήθελα, χωρίς να με προσέχει κανείς.»
Η μακαριστή μας Γερόντισα Ζωή έφερε  όχι έναν,  αλλά 3 σταυρούς στους μοναχικούς της ώμους .
Όχι  μόνο  τον ζωοπάροχο σταυρό της ισαγγελικής  ,μοναχικής  ζωής , αλλά και τον σταυρό της «ενσυναίσθησης» του ανθρωπίνου πόνου και οδύνης των αδελφών της, οι οποίοι  κατέκλιζαν καθημερινά το ησυχαστήριό της για να ξεκουραστούν  ,ως σε γαλήνιο λιμανάκι, από τος κόπους και θλίψεις αυτής της ζωής.
Ήταν το σφουγγαράκι που μάζευε το δάκρυ των πονεμένων τέκνων του Θεού και ενστάλαζε με τον σοφό ,ενσυμπάθητο , γλυκό και δροσερό  της λόγο παράκληση Χριστού στις ταλαιπωρημένες ψυχές.
Οποια ημέρα και ώρα και εάν πήγαινες , όποιος και αν ήσουν, θα σε δεχόταν στο αρχονταρικάκι της ,θα σε αγκάλιαζε με την μητρική καρδιά της και θα ένοιωθες πως απέκτησες και άλλη μία άλλη μάνα στην ζωή σου.
Παράλληλα όμως και ισοβίως σήκωνε και τον βαρύ και πικρό σταυρό της ανθρωπίνης απορρίψεως και δη από τους «ευσεβείς» και Ορθοδόξως  αν-ορθοπρακτούντας του χρέους της αγάπης, που νομίζουν ό,τι μπορούν να εγκιβωτίζουν τον Θεό  στα δικά τους δεδομένα και στους δικούς τους κανόνες.
Ήταν η επικηρυγμένη  και αποβλημένη των ανθρώπων των   «πατρώων παραδόσεων», που πολλές φορές στο όνομα του γλυκύ Χριστού ξεβράζουν την πικροτέρα αναλγησία και σκληροκαρδία, αλλά ελεύθερη από  εγκόσμιες στρατολογήσεις,σαν το χαρούμενο χελιδονόπουλο, έζησε η αγαπημένη μας Γερόντισσα Ζωή.
Ήταν το μαύρο πρόβατο  ,το ένα από  τα 99 που εξέκλινε από τους τους κανόνες ,τους κώδικες  και τις τιμές του απατεώνος αιώνος τούτου και προτίμησε να ζει ελεύθερη από ανθρώπινα σαμάρια, μα δούλη της Αγάπης του Χριστού.  Αφού όπως λέγει και ο Απ.Παύλος :
«οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία»(Β΄Κορ.γ΄-17) και για να το αντιστρέψουμε συντακτικά «όπου ελευθερία εκεί και το Πανάγιον Πνεύμα»
 Γι'αυτό λοιπόν το»παράξενο» πρόβατο προτίμησε ο Χριστός να κάμει τον κόπο της Αγάπης του ,να το βάλει στους ώμους του και να ευφρανθεί μάλλον (περισσότερο) από τα 99 «σεσωσμένα».
«Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ,»(Ιωάνν.γ΄-8) και πολλές φορές  βρίσκει σκανδαλωδώς και πεισματωδώς  πολύ απρόσμενους χώρους για να καρπίσει.
Τέτοιος  άγιος τόπος στάθηκε και το ασκητηριο της Γερόντισσάς μας όπου το Πνεύμα το Άγιον μέσα από την ταπεινή διακονία της στήριξε αναρίθμητες απλές ψυχές.
Η αδελφή Ζωή σε πείσμα της  εποχής που κατάντησε κοιλάδα θανάτου,με έντονη την οσμή της πεθαμενίλας και της εξατμίσεως της Αγάπης, κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και την απεριόριστη αγάπη των ανθρώπων που την είχαν γνωρίσει στο διάβα της ζωής αυτής.
Και τί εντυπωσιακό!
Ετούτη την Καλόγρια, που από τα 7 της έτη,  μοικρό κοριτσάκι ντύθηκε στα μαύρα για την Αγάπη του Χριστού, εκείνη που ως αγιό-φιλος είχε ερωτευθεί τον βίο των Αγίων ,θέλησε  ο Χριστός να την επάρει παραμονή των Αγίων Πάντων για να μπορεί ανεμπόδιστα να πανυγηρήσει  με όλους τους Αγίους,την μέρα της τιμή τους, στα παραδεισένια σκηνώματα ,πέρα από τις ουρανίες αψίδες.
Χρέος μας όμως να αποδώσουμε και στον Ποιμενάρχη μας  κ.Νεκτάριο ,τις ειλικρινείς ευχαριστίες που έστω σε αυτό , το μικρό έως τώρα διάστημα της Ποιμαντικής του διακονίας ,περιέβαλλε με όλη του την Αγάπη ,εκτίμηση και ανεπιτήδευτη στοργή την μακαριστή μας Γερόντισσα ως αντιστάθμισμα της xόλης του όξους  που είπιε από τον δικό της Γολγοθά .
Αν και την γνώρισα λίγο την εκτίμησα πολύ,
τέτοιοι ελεύθεροι και ασαμάρωτοι ανθρώποι σπάνια βγαίνουν!
ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΗΣ

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Μια αφανής Aγία………………



site analysis



10352768_228472067363882_8631652997078485752_n
Σε μια κωμόπολη της βορείου Ελλάδος ζούσε μια κοπέλα τυφλή ονόματι Ασπασία. Ήταν ορφανή, πολύ φτωχή και εγκαταλελειμμένη απ’ όλους γι’ αυτό και μεγάλωσε χωρίς να μπορέση να μάθη γράμματα.
Ήταν περίπου 18-20 ετών, όταν πέρασε κάποιος ιεροκήρυκας της μητροπολιτικής περιφερείας και την είδε, την πήρε μαζί του και την έβαλε στη Σχολή Τυφλών στη Θεσσαλονίκη κι έτσι έμαθε ανάγνωση δια της αφής κατά το σύστημα των τυφλών. Εν συνεχεία, αφού έμαθε καλώς να διαβάζη, της χάρισε και μια Καινή Διαθήκη, γραμμένη στην ίδια γλώσσα, στη γλώσσα των τυφλών. Άρχισε λοιπόν η κοπέλα να τη διαβάζη ψηλαφώντας τη με τα δάχτυλα. Κι όσο τη μελετούσε, τόσο και μάθαινε τι ήταν ο Χριστός και τι έκανε γι’ αυτήν προσωπικά καθώς και για ολόκληρο τον κόσμο. Και όσο μάθαινε, τόσο γαλήνευε και τόσο ειρήνευε η ταραγμένη της καρδιά.
Ο πόνος από τα τόσα βασανιστικά χρόνια που πέρασε, μαλάκωσε μέσα από τη μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά γέμισε από χαρά και ειρήνη. Πλημμύρισε από ευτυχία. «Βρήκα τη χαρά, έλεγε. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της ψυχής μου κι αν λείπουν τα μάτια του σώματος, δεν με πειράζει. Με τα μάτια της ψυχής μπορώ να δω όλο τον κόσμο». Έβλεπε το φως του Θεού σε κάθε Θεία Λειτουργία και εχαίρετο. ( Εμείς που είμαστε «ανοιχτομάτηδες» το βλέπουμε αυτό το Φως;…).
Κάποτε όμως έπαθε μια φοβερή δερματική νόσο που επρόσβαλε ακόμη και τα χέρια της, τα οποία «κάηκαν» , με αποτέλεσμα να χάση από τα δάχτυλά της την αφή. Δεν μπορούσε πλέον να ψηλαφήση την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο ιερό βιβλίο.
Η λύπη της και ο πόνος της ήταν απερίγραπτος . Έκλαιγε μέρα-νύχτα. Είχε χάσει τη δυνατότητα να παίρνη δύναμι και χαρά μέσα από το άγιο Βιβλίο. Της είχε μείνει όμως η προσευχή. Διότι, όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, στη Σχολή τυφλών ένας Αγιορείτης μοναχός, της δίδαξε τον τρόπο πώς να λέγη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Έκανε λοιπόν πολλή προσευχή , για να δώση ο Ιησούς Χριστός μια καλή λύσι. Και ο Θεός απάντησε.
Μια μέρα πήρε με λαχτάρα το ιερό Βιβλίο , την Καινή Διαθήκη, και το έφερε στο στόμα της, για να ασπαστή τα γράμματά του, που αυτά τα γράμματα , μας μεταφέρουν τη σοφία του Θεού, τη λύτρωσι και τη σωτηρία. Και τότε ανακάλυψε κάτι παράξενο: κατάλαβε ότι μπορούσε να διαβάζη την γραφή των τυφλών με τα χείλη της! Και ξαναγέμισε η ζωή της χαρά, που της την έδινε πάλι η μελέτη του λόγου του Θεού. Και μέσα απ’ αυτή την παράδοξη μελέτη, ήλθε η δοξολογία, ήλθε η ευχαριστία, ήλθε η ζώσα προσευχή.
Μελετούσε και ύστερα έκανε προσευχή μετά δακρύων για όσους είχαν τα ίδια προβλήματα με σωματικές αναπηρίες και ασθένειες και ιδιαιτέρως προσευχή για όσους ήσαν τυφλοί στην ψυχή από την αμαρτία. Με την προσευχή της έβλεπε το θρόνο του Θεού και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για τους πτωχούς , τα ορφανά, τους ανέργους, τους αστέγους, για όλους τους ασθενείς. Για τους καλούς και τους κακούς, για τους αγαθούς και πονηρούς, για τους δικαίους και αδικουμένους, αλλά και για εκείνους που εξακολουθούν να αδικούν τον κόσμο… για τους άρχοντας και τους αρχομένους. Όλοι τους να φωτιστούν κι όλοι τους να δουν το Φως το αληθινό, τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου!
Κάποτε, αρρώστησε βαρειά. Εξομολογήθηκε για τελευταία φορά και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων. Και ζήτησε την Καινή Διαθήκη, είπε να την ανοίξουν και ανοιχτή να της την ακουμπήσουν στα χείλη της.
Άπλωσε τα χέρια της η Ασπασία και την κράτησε γερά, αλλά ξεψυχισμένα. Οι οικείοι της κατά Θεία Πρόνοια την άνοιξαν στο Α΄ κεφάλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Και επαναλαμβάνοντας συνεχώς το «Εν αρχή ην ο Λόγος ,και ο Λόγος ην προς τον Θεόν», πέταξε η ψυχούλα της ψηλά στον ουρανό, ενώ συγχρόνως πλημμύρισε το δωμάτιό της με άρρητη γλυκύτατη ευωδία.
Είναι κι αυτή μια αφανής Αγία!…

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

ΜΟΝΑΧΗ ΣΕΡΑΦΕΙΜΑ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ .



site analysis

ΠΑΤΗΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ . ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ.



Εχθές το απόγευμα βρέθηκα στο γυναικείο μοναστήρι της Μάρθας και της Μαρίας των αγίων αδελφών του Αγ.Λαζάρου του Τετραημέρου,στη Βηθανία.Εμεινα εκεί καμία δυό ώρες με την ηγουμένη γερόντισσα Ευπραξία και τις οκτώ-εννιά ευλογημένες αδελφούλες.Πέρασα τόσο καλά μαζί τους.Εφυγα πετώντας από χαρά.!!!!Ευλογημένες ψυχούλες ,όλες τους!!! Ηρωίδες,απλές,ταπεινές αληθινά,σαν παιδάκια τις είδα όλες,σαν μικρά γλυκά,ευλογημένα κοριτσάκια,αγγελάκια!!!Ο Θεός να τις ευλογεί.Οσα κι αν πω θα είναι λίγα......!!!!!!!!!!!!!!!!!!


Η γερόντισσα Ευπραξία μεταξύ πολλών άλλων,έλεγε ...."έχουμε ευλογία από τον Θεό ,να έχουμε στην Αγία Γη τους Ορθοδόξους προσκυνητές. Αυτοί μας δίνουν ζωή,κίνηση, και με την παρουσία τους έχουμε λιγότερα βάσανα διότι φαίνεται ότι πίσω απ'όλους εμάς εδώ τους λίγους μοναχούς και μοναχές ευρίσκεται μια ολόκληρη Ορθοδοξία και Ενας,..... Παντοδύναμος ΘΕΟΣ!!! Φαίνεται η υπεροχή των λίγων,των ελαχίστων...με τον Χριστό μας από πίσω!!!


Σήμερα πήγα το απόγευμα στη μονή του Αγίου Ονουφρίου του Αιγυπτίου στην περιοχή της Κολυμβήθρας του Σιλωάμ στα Ιεροσόλυμα στην ηγουμένη γερόντισσα Παϊσία.Αυτήείναι εντελώς μοναχούλα της αλλά πόση χάρη είδα στα μάτια της;;; πόση λάμψη;;; πόση δύναμη;;;πόση χαρά έλαβα;;; "Μία καλογριά είχα μαζί μου,έλεγε, κι ο Θεός, μου την πήρε πριν ένα χρόνο κοντά Του,κι ενώ εγώ είμαι μεγάλη σε ηλικία,πήρε εκείνη, που ήταν νέα,αλλά ...δοξασμένο το Ονομα Του!!! Ποιός από μας θα μείνει πίσω,θα μείνει εδώ;;; αφού όλοι μας θα φύγουμε αργά η γρήγορα!!! Είμαι χαρούμενη που η καλή μου Σεραφείμα....είναι κοντά Του!!!Ο καρκίνος την βασάνισε πολύ.....αλλά έφυγε σαν πουλάκι.Της μίλαγα,της έλεγα στο νοσοκομείο που ήμασταν ,και έκανε όλο αιμοπτύσεις,να κλείσει τα ματάκια της και να κοιμηθεί λίγο,και χαμογελαστή ,...τα έκλεισε,και δεν τα ξανάνοιξε!!! Σε μερικές ώρες...έφυγε για τους Ουρανούς!!!Αυτό το Σάββατο έχουμε το χρόνο της.....,να μας έλθεις γέροντα!!!!".

Δεν έχω άλλα λόγια........................!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΠΗΓΗ.ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Παναγιώτα Χατζηκτωρή



site analysis

   
Η μακαριστή Παναγιώτα γεννήθηκε στις 10-3-1909 στο κατεχόμενο σήμερα κεφαλοχώρι Κάτω Ζώδια της Κύπρου. Οι γονείς της Χαράλαμπος Καρής και Θεογνωσία Χατζηπαναγιώτου απέκτησαν ακόμη πέντε παιδιά. Καταγόταν από ευλαβή παραδοσιακή οικογένεια. Ο αδελφός της γιαγιάς της ήταν πρωτόπαπας, ενώ ανάμεσα στους προγόνους της υπήρχαν αρκετοί ιερείς. Μέχρι σήμερα οι απόγονοί τους ξεχωρίζουν για την καλωσύνη, την ευλάβεια και τον καλό τους χαρακτήρα, κυρίως όμως για την αγάπη τους προς τον Θεόν και την Εκκλησία.
Η Παναγιώτα ως παιδί ήταν ήσυχη, είχε απλότητα, καλωσύνη και ήταν τελείως απονήρευτη.
Όταν ήταν δέκα ετών περίπου, ένα απόγευμα την πήρε η αδελφή της γιαγιάς της σ’ ένα εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου για ν’ ανάψουν τα καντήλια. Όταν έφθασαν είπε με απλότητα η γιαγιά: «Ήρθαμε στον Αγιο, μας θέλει άραγε; Ας τον ρωτήσουμε», και φωνάζει έξω από το ναό: «Αγιέ μας Γεώργιε, μας θέλεις ή όχι;». Τότε ακούστηκε φωνή μέσα από την Εκκλησία να λέη:
«Ναι, σας θέλω». Αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές, και άκουσαν έκπληκτες και οι δύο την φωνή του. Εισήλθαν μέσα στο εξωκκλήσι αλλά διεπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανείς. Έψαξαν έξω αλλά πάλι δεν είδαν άνθρωπο.
Σε ηλικία 14 ετών αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε τον Χρήστο Χαραλάμπους Χατζηκτωρή. Στα 19 της απέκτησε το πρώτο της παιδί με μεγάλη δυσκολία. Αυτό επισφράγισε ολόκληρη την ζωή της. Παρέμεινε καχεκτική και αδύνατη, γι’ αυτό έμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στο κρεββάτι. Δεν μπορούσε να κάνη βαρειές δουλειές. Μία ώρα πήγαινε στο χωράφι, μετά γύριζε στο σπίτι και έκανε το νοικοκυριό της. Ευτυχώς είχε κατανόηση και συμπαράσταση από τον άνδρα της, με τον οποίον απέκτησαν πέντε παιδιά ενώ είχε άλλες τόσες αποβολές.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά της. Τα είχε συνέχεια κοντά της, τα νουθετούσε, κάθε Σάββατο τα έπλενε και την Κυριακή εκκλησιάζετο όλη η οικογένεια μαζί.
Παρ’ όλο που είχαν μεγάλη περιουσία και έπαιρναν εργάτες για να καλλιεργούν τα κτήματά τους, τις Κυριακές και τις εορτές τις τιμούσαν με αργία. Η Παναγιώτα δεν άφηνε τις κόρες της στις αργίες ούτε να σκουπίσουν. Τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι, τα μάζευε με το χέρι της κάτω από το τραπέζι για να μην τα πατάνε και σκούπιζε την άλλη μέρα.
Αν και ήταν φιλάσθενη και αδύνατη, τηρούσε κατά γράμμα όλες τις νηστείες και αυτό απαιτούσε να κάνουν και τα παιδιά της. Κάποτε που η κόρη της Θεογνωσία σκούπιζε μία ντουλάπα και βρήκε ένα κομμάτι τραχανά, ασυναίσθητα το έφαγε σε ημέρα νηστείας. Η Παναγιώτα την μάλωσε και την έστειλε να εξομολογηθή για να μπορέση να κοινωνήση.
Δεν σύχναζε σε γειτονικά σπίτια για να πίνη καφέ και να κουβεντιάζη. Έλεγε ότι ο καφές βλάπτει, δεν είναι καλό πράγμα. Ήταν πράος χαρακτήρας και περνούσε απαρατήρητη. Ήταν με όλους ειρηνική και προσπαθούσε να ειρηνεύη τον σύζυγό της, όταν παρεξηγείτο με τους εργάτες. Έδινε σε όποιον της ζητούσε, ακόμη και αν ήταν απ’ αυτούς που είχαν διαφορές με τον σύζυγό της.
Ούτε με τα παιδιά της ούτε με κανέναν άλλον ποτέ παρεξηγήθηκε ή μάλωσε. Παρ’ όλο που το πρόσω­πό της ήταν πολύ ρυτιδωμένο, εν τούτοις είχε κάτι αλλοιώτικο πάνω της. Μία ηρεμία, ένα φως, μία ξεχωριστή χάρη. Είχε μεγάλη ευλάβεια και σεβασμό στην Ιερωσύνη και τιμούσε τους Ιερείς.
Όταν με κόπους και θυσίες πάντρεψε τις κόρες της, τις συμβούλευε να αγαπούν τους άνδρες τους, τις οικογένειές τους αλλά και όλους τους ανθρώπους· να υπομένουν και να σιωπούν για να τις αγαπά ο Θεός.
Η Παναγιώτα δεν ήξερε γράμματα. Είχε πάει μόνο στην πρώτη Δημοτικού και λίγο στην δευτέρα. Διάβαζε δύσκολα και συλλαβιστά. Μέχρι που πάντρεψε τα παιδιά της δεν είχε τον χρόνο να κάνη πολλές προσευχές αλλά ούτε και ήξερε. Έλεγε όμως συνέχεια «Δόξα σοι, ο Θεός». Ήταν φιλήσυχη και σιωπηλή. Αν δεν την ρωτούσαν, δεν μιλούσε. Και όταν μιλούσε, δεν έλεγε άσκοπα και περιττά πράγματα.
Μετά την εισβολή των Τούρκων ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Κάτω Λακατάμια, στον συνοικισμό προσφύγων του Αγίου Μάμαντος, μαζί με την κόρη της Θεογνωσία και τον σύζυγό της.
Εκεί γνώρισε τον π. Ανδρέα, πρώην Σιναΐτη ιερομόναχο, που ζούσε ασκητικά μέσα σε παράγκα με λαμαρίνες χειμώνα-καλοκαίρι, και το πάτωμα ήταν χώμα. Η Παναγιώτα εξωμολογήθηκε στον π. Ανδρέα και αυτός της έδωσε ένα μικρό προσευχητάρι και ένα μικρό βιβλιαράκι με τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Αυτή με απλότητα κράτησε ό,τι της είπε ο Πνευματικός και τα τηρούσε με ακρίβεια.
Είχε εν τω μεταξύ κοιμηθή ο σύζυγός της και αυτή έμενε μόνη στο δωμάτιό της στον επάνω όροφο. Από τις δυσκολίες στους πολλούς τοκετούς και ίσως εξ αιτίας της οστεοπόρωσης είχε αρχίσει να κυρτώνη και στα τελευταία της είχε γίνει σαν την συγκύπτουσα του Ευαγγελίου. Η κύρτωσή της ήταν τόσο μεγάλη που το κεφάλι της απείχε μόνο μία σπιθαμή από το έδαφος. Βάδιζε δύσκολα στηριζόμενη σ’ ένα μπαστουνάκι σχήματος Τ. Για να δη κάποιον στο πρόσωπο έπρεπε να καθήση σε καρέκλα ή σε σκαμνάκι.
Κατ’ οικονομία Θεού πέρασε από το σπίτι της μία φιλομόναχη νέα, η οποία αργότερα έγινε μοναχή, έδωσε στην γιαγιά Παναγιώτα ένα κομποσχοίνι και της μίλησε για τη νοερά προσευχή. Έτσι άρχισε να λέη την ευχή με το κομποσχοίνι. Είχε τώρα δύο όπλα. Το κομποσχοίνι και το προσευχητάρι που τα αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην ησυχία της.
Ξυπνούσε νωρίς και πρώτα άρχιζε τα πνευματικά της. Όπως ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε να στέκεται όρθια, δεν καθόταν να διαβάζη, αλλά έβαζε μία τσάντα με μία καρέκλα, ακουμπούσε πάνω το προσευχητάρι και διάβαζε όρθια. Διάβαζε συλλαβιστά όλο το προσευχητάρι και αυτό κρατούσε πολλές ώρες. Το προσευχητάρι της άρχιζε με τον Εσπερινό και τελείωνε με το Απόδειπνο. Και η γιαγιά ξεκινούσε το πρωΐ την ακολουθία με τον Εσπερινό και τελείωνε με το Απόδειπνο· έτσι φαίνεται ότι κατάλαβε πως της είπε ο Πνευματικός της να κάνη. Επειδή δεν μπορούσε να κάνη μεγάλες μετάνοιες, έκανε μικρές με σταυρούς, όσες μπορούσε.
Την ημέρα διάβαζε τους Χαιρετισμούς με τον ίδιο τρόπο, συλλαβιστά, στο αυτοσχέδιο αναλόγιό της. Τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας προσηύχετο με το κομποσχοίνι της, λέγοντας την ευχή. Το απόγευμα, όταν ερχόταν η συγκεκριμένη ώρα να κάνη την ακολουθία της, όποιοι επισκέπτες κι αν ήταν, όσο αγαπητοί κι αν ήταν, -εγγόνια, παιδιά, νύφες,- εσηκώνετο σιωπηλή και ανέβαινε στο υπερώο της για να διαβάση την ίδια ακολουθία που είχε κάνει το πρωΐ.
Την ρώτησε ένας ιερέας τί διαβάζει, και του ανέφερε το Προσευχητάρι. Την έβαλε να διαβάση. Αρχισε από τον Εσπερινό «Κύ-ριε (ε) κέ-κρα-ξα προς σε». Διάβαζε την κάθε λέξη συλλαβιστά, τονίζοντας την κάθε συλλαβή, και έβγαινε η φωνή της από μέσα απ’ την καρδιά της με δύναμη τρεμουλιαστά. Την ρώτησε ακόμη τί σημαίνουν αυτά και αν τα καταλαβαίνη. Και απάντησε: «Ακούεις; ακούεις; Όταν εκέκραξεν ο πετεινός». Αυτή ήταν η μετάφραση της γιαγιάς [Η Παναγιώτα με όλη την απλότητά της δίνει μία απάντηση και μία λύση στο πολυσυζητημένο θέμα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων. Ελάχιστα κατανοούσε, αλλά τα βίωνε, γι’ αυτό και είχε θείες εμπειρίες. Για όσους επιθυμούν, υπάρχουν βοηθητικές ερμηνείες στα λειτουργικά κείμενα. Δεν μας λείπουν σήμερα τόσο οι γνώσεις, όσο η ευλάβεια, η απλότητα, η δυνατή πίστη, ο ένθεος ζήλος και η καθαρότητα των λογισμών].
Κάποτε την πήρε ο γαμπρός της στο κτήμα, και το απόγευμα, όταν ήρθε η ώρα της ακολουθίας, η γιαγιά κοίταζε δεξιά-αριστερά ανήσυχη. Ο γαμπρός της κατάλαβε. Την πήγε σ’ ένα σπιτάκι που είχε, έβαλε ένα κασόνι πάνω στην καρέκλα και της έκανε ένα πρόχειρο αναλόγιο. Η γιαγιά χαρούμενη έκανε την ακολουθία της.
Η Παναγιώτα εκκλησιαζόταν τακτικά και κοινωνούσε συχνά. Καθόταν σε μία καρέκλα μπροστά και ήταν πολύ αφοσιωμένη στην Λειτουργία. Παρατηρούσε με συγκεντρωμένη την προσοχή της στο Ιερό. Ήταν εντυπωσιακά και απόλυτα προσηλωμένη.
Κάποια ημέρα μετά την Λειτουργία είπε στην κόρη της: «Πάνω στην Αγία Τράπεζα ήταν ο Χριστός με τέσσερους άλλους που έκαναν έτσι», και με τα χέρια της προσπαθούσε να δείξη τις κινήσεις που έκαναν.
Έβλεπε συχνά Αγίους και Αγγέλους κατά την θεία Λειτουργία, και ειδικά τα τελευταία χρόνια. Το θεωρούσε πολύ φυσικό και νόμιζε ότι όλοι βλέπουν αυτά που έβλεπε η ίδια.
Την ρώτησε κάποιος ιερέας τί βλέπει, και αυτή δεν μιλούσε, μόνο κοίταζε αθώα. Στην επιμονή του τον ρώτησε «εσύ δεν βλέπεις;». «Όχι», απάντησε, αυτή χαμογέλασε και είπε με απορία, «δεν γίνεται». Υποχρεώθηκε να της πη τί βλέπει για να πη κι αυτή, «να δούμε αν βλέπουμε τα ίδια πράγματα». Είπε λοιπόν: «Ο Χριστός, η Παναγία και οι Αγιοί μας είναι κρυμμέ­νοι κάτω από την Αγία Τράπεζα. Άμα γίνεται Λειτουργία βγαίνουν».
Εκοιμήθη εν τω μεταξύ ο γαμπρός της και ήταν με την κόρη της. Κάποια μέρα πήγε η Θεογνωσία να ποτίση το χωράφι και νυχτώθηκε. Δεν πρόλαβε να γυρίση και κοιμήθηκε στο σπιτάκι που είχαν στο χωράφι. Η γιαγιά ήταν μόνη της. Όταν επέστρεψε η κόρη της την άλλη μέρα διηγήθηκε: «Εψές, σαν εκαθόμουν στο κρεββάτι μου και κρατούσα το κομποσχοίνι μου και προσευχόμουν γέμισε το σπίτι φως. Ήταν ένα φως σαν την λίρα την χρυσή. Εγώ έκλαια, έκλαια και έκανα συνέχεια τον σταυρό μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έμεινε κάμποση ώρα και ύστερα λίγο-λίγο έφυγε από τον διάδρομο και εχάθη. Τί είναι τούτον το πράμα;».
Κάποτε έμεινε στην κόρη της Αιμιλία και την έβαλε να κοιμηθή στο δωμάτιο που ήταν τα εικονίσματα. Όλη τη νύχτα έβλεπε δύο καντήλια που φώτιζαν το δωμάτιο. Όταν ξημέρωσε το ένα χάθηκε.
Επίσης κατά την παραμονή της εκεί αρρώστησε. Μία νύχτα της παρουσιάστηκε μία γυναίκα με άσπρα ρούχα που έμοιαζε σαν νοσοκόμα, και της είπε ότι θα γίνει καλά, όπως και έγινε.
Την Μ. Σαρακοστή του έτους 1998 η γιαγιά Παναγιώτα, παρά το ότι πλησίαζε τα 90, νήστεψε κανονικά, αλλά ένιωθε μεγάλη αδυναμία. Μετά το Πάσχα τον περισσότερο καιρό ήταν ξάπλα. Στις 8-5-98 το απόγευμα πονούσε στα πόδια και δεν είχε διάθεση. Ζήτησε να φάη μούσμουλα. Εκείνη την ώρα έμπαινε η κόρη της Ελένη με μία σακκούλα μούσμουλα και έφαγε δύο-τρία. Τα κορίτσια της την έπλυναν και την άλλαξαν. Λέει στην κόρη της, «θα πεθάνω». Σε λίγο έγειρε το κεφάλι της και παρέδωσε το πνεύμα της ειρηνικά. Μέχρι την τελευταία στιγμή, είχε σώας τας φρένας και τις αισθήσεις της καλές, εκτός από την ακοή. Όπως ήταν καθαρή και ντυμένη, την έντυσαν πάλι με τα νεκρικά και το σάβανο. Το λείψανό της έμεινε μαλακό και ευλύγιστο μέχρι την επομένη ημέρα που το έβαλαν στον τάφο.
Την ίδια στιγμή που ξεψυχούσε η γιαγιά, το δισεγγονάκι της, ο Μάριος, ηλικίας 4-5 ετών, έδειχνε προς τις σκάλες ψηλά και έλεγε: «Μαμά, να, η γιαγιά η Παναγιωτού». Το παιδί με τα αθώα ματάκια του έβλεπε την εξαστράπτουσα ψυχή της γιαγιάς του που ανέβαινε στον ουρανό.
Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο τ. Β’», Ιερόν Ησυχαστήριον «Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Αγιον Όρος)