Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

ΣΥΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ



site analysis

Η ΑΓΙΑ ΕΥΟΔΙΑ




«Εύοδίαν... αίτινες εν τω εύαγγελίω συνήθλησάν μοι» (Φιλιπ. δ, 3)

Άλλη συνεργάτρια του άπ. Παύλου, στην ίδια Εκκλησία, στην Εκκλησία των Φιλίππων, είναι ή Εύοδία.
Ό μεγάλος Απόστολος, κάνοντας λόγο γι` αυτή τη συνεργάτρια, της πλέκει το πιο καλό εγκώμιο. Την αποκαλεί συναθλήτρια στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Κι αυτό σημαίνει ότι ή καλή αυτή διακόνισσα Εύοδία, από την ώρα πού γνώρισε τη χριστιανική αλήθεια και έδωσε όλη της την καρδιά στο Χριστό, αφοσιώθηκε στην χριστιανική διδαχή, πού αναγεννά και αγιάζει ψυχές. ΑΣ σημειώσουμε το σχετικό στίχο: «Εύοδίαν... αϊτινες εν τω εύαγγελίω συνήθλησάν μοι» (Φιλιπ. δ, 3).
Ό ιδρυτής της Εκκλησίας των Φιλίππων αποκαλεί. Παύλος είχε λόγους να αναθέσει στην σεμνή αυτή ψυχή την ιερή αποστολή της χριστιανικής διδαχής. Υπήρχαν τομείς τής ιεραποστολικής διακονίας, στους όποιους μια γυναίκα μπορούσε να εργαστεί πιο άνετα και καρποφόρα. Τέτοιοι τομείς ήσαν οι επισκέψεις σε αρρώστους αδελφούς. Ή παρηγοριά θλιμμένων πιοτών. Ή κατ' οίκον διδασκαλία αποκλειστικά γυναικών. Και άλλοι.
Στη διακονία όμως αυτή ή Εύοδία αντιμετώπισε αναπόφευκτα κινδύνους πολλούς. Κινδύνους από τούς ανθρώπους πού δεν συμπαθούσαν το χριστιανικό κήρυγμα. Μάλιστα και κακοπάθησε στην διακονία αυτή της ιεραποστολής. Αυτό θέλει να πει ό Απόστολος με το ρήμα «συνήθλησάν μοι». Όπως ό Απόστολος και Διδάσκαλος της κακοπάθησε, έτσι, το ίδιο, ως ένα μέτρο, κακοπάθησε και ή ίδια. Κι αυτό αποτελεί τιμή στην μαθήτρια, να συγκακοπαθεί με το Διδάσκαλο της στην ίδια με εκείνον αποστολή. Ας υπογραμμίσουμε τον έπαινο τού Αποστόλου: Ή Εύοδία αγωνίστηκε, ταλαιπωρήθηκε και συγκακοπάθησε με μένα στο κήρυγμα τού Ευαγγελίου.
Στην όλη όμως ιεραποστολική πορεία τής Εύοδίας υπάρχει και μια σκιά. Ή δραστήρια αυτή αθλήτρια τού Χριστού βρέθηκε κάποτε σε διάσταση με την άλλη, εξίσου δραστήρια διακόνισσα και συνεργάτρια τού αποκαλεί. Παύλου. Τη Συντύχη. Ή διάσταση αυτή, το πιο πιθανό, φαίνεται να οφειλόταν στον τρόπο δράσεως κι όχι σε προσωπικό θέμα. Αλλά, όπως κι αναγεννά έχει το πράγμα, ή σχετική συμβουλή τού αποκαλεί. Παύλου με «το αυτό φρονεί εν Κυρίω», συνετέλεσε να συνοδοιπορούν στο έξης στην διακονία τους με το ίδιο φρόνημα.
Αυτή είναι ή Εύοδία.
Ή Εύοδία δικαίωσε σε όλη την πληρότητά του το όνομα πού είχε. Γιατί Εύοδία θα πει καλό κατευόδιο, καλό ταξίδι, καλή πορεία. Και έφερε σε πέρας την καλή πορεία της ζωής της. Την πορεία της ιεραποστολής. Μια πορεία, πού την οδήγησε στην αιώνια ανάπαυση και χαρά. Στην χαρά του παραδείσου.
Απολυτίκιο της Αγίας Ήχος δ Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Την εύωδίαν Χριστού την άγίαν, είσδεδεγμένη Εύοδία θεόφρον, αγίων έργων εύωδίαν ένθεον, τούτω προσενήνοχας, δι' αγάπης τελείας όθεν και ήξίωσαι, της αυτού βασιλείας, υπέρ ημών πρεσβεύουσα αεί, πάσι διδόναι, πταισμάτων συγχώρησιν.
Κοντάκιον Ήχος β Τά άνω ζητών.
Χριστώ τω Θεώ θεοπρεπώς λατρεύουσα, δι' έργων σεμνών, και βίου καθαρότητος, Εύοδία πάνσεμνε, της χαράς του Κυρίου σου έτυχες- ής έκδυσώπει τυχείν και ημάς, ομνύοντας ως θείαν σε θεράπαιναν.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις Εύοδία σκεύος φωτός, ή την εύωδίαν, της αγάπης της πρός Χριστόν, πάσιν ωφελούσα, παθών την δυσωδίαν, έλαύνουσα των πόθω μακαριζόντων σε.


Η ΑΓΙΑ ΣΥΝΤΥΧΗ





«... Συντύχην ... αίτινες εν τω εύαγγελίω συνήθλησάν μοι...» (Φιλιπ. δ, 3)
Μαζί με την Εύοδία διακρίθηκε και μια δεύτερη συνεργάτρια του άπ. Παύλου στην Εκκλησία των Φιλίππων. Και αυτή ή δεύτερη συνεργάτρια είναι ή Συντύχη.
Πιστή και αφοσιωμένη συνεργάτρια του οικουμενικού Διδασκάλου του Ευαγγελίου και ή Συντύχη. Και πάντα μαζί με την Εύοδία. Συνοδοιπόροι και οι δύο, με την ίδια ιερή αποστολή, στην πρώτη Μακεδονική και Ευρωπαϊκή εκκλησία. Μια κάποια διαφωνία τους, για την οποία κάνει λόγο ό αποστολή. Παύλος στην επιστολή του προς Φιλιππησίους, δεν κράτησε καιρό. Ή προτροπή του μεγάλου Διδασκάλου τους, να έχουν το ίδιο φρόνημα «εν Κυρίω», βρήκε απήχηση στις ψυχές τους και συνέχισαν και πάλι την ίδια ωραία ιεραποστολική τους πορεία. Ή μία πλάι στην άλλη. Αθλήτρια του Χριστού και ή Συντύχη, όπως και ή Εύοδία. Συναθλήτρια του αποστολή. Παύλου, όπως το ίδιο πάλι και ή Εύοδία. Ό στίχος πού αφιέρωσε ό αποστολή. Παύλος στην επιστολή του στις δύο αυτές καλές ψυχές, αποτελεί τον καλύτερο έπαινο.
Λέγει ό στίχος: «... αϊτινες εν τω εύαγγελίω συνήθλησάν μοι...» (Φιλιπ. δ, 3).
Συνήθλησε και ή Συντύχη για το Ευαγγέλιο τού Χριστού. Αγωνίσθηκε για την διάδοση της διδαχής τού Χριστού στον τομέα πού της όρισε ό ιδρυτής τής Εκκλησίας των Φιλίππων. Αγωνίσθηκε πολύ και με ζήλο. Γι' αυτό το λόγο και ταλαιπωρήθηκε πάνω στην καλή αυτή πορεία τής ζωής της. Στην ιεραποστολική πορεία. Κακοπάθησε μάλιστα με τον ίδιο το μεγάλο Απόστολο. Αυτό σημαίνει εκείνη ή φράση «συνήθλησάν μοι». Όχι μόνο αγωνίστηκε μέσα στον ειδωλολατρικό περιβάλλον των Φιλίππων, αλλά και κακοπάθησε με τον πνευματικό της Διδάσκαλο.
Πότε όμως κακοπάθησε ή Συντύχη, όπως το ίδιο και ή Εύοδία; Σίγουρα αυτό έγινε τις πρώτες ημέρες πού ιδρύθηκε ή Εκκλησία των Φιλίππων. Αμέσως μετά την βάπτισή τους και όσο καιρό τότε, στην πρώτη του επίσκεψη, έμεινε στους Φιλίππους ό αποστολή. Παύλος. Γιατί αμέσως μετά την βάπτισή τους ανέλαβε ή Συντύχη, όπως και ή Εύοδία, ενεργό μέρος στον κήρυγμα του Ευαγγελίου. Περισσότερο τότε και ελάχιστα αργότερα. Ανάμεσα στα δέκα χρόνια πού μεσολάβησαν από την ίδρυση τής Εκκλησίας ως την αποστολή τής επιστολής στους χριστιανούς των Φιλίππων. Μεταξύ 52 και 62 μ.Χ.
Συντύχη. Τρίτη συνεργάτρια τού αποστολή. Παύλου. Πιστή και αφοσιωμένη Διακόνισσα της Εκκλησίας των Φιλίππων. Καλή και άγια ψυχή, πού πήρε ανάλογη θέση στον χορό των άγιων συνεργατών και συνεργατριών του Αποστόλου των Εθνών. Μια θέση πού μπορούν να πάρουν και σήμερα πολλές χριστιανές νέες. Αρκεί να άκολουθήσουν τα ίχνη τής Αγίας Συντύχης.
Άπολυτίκιον της Αγίας Ήχος δ Ταχύ προκατάλαβε.
Το φέγγος ως δέδεξαι, τής ευσεβείας σεμνή, του Παύλου ακόλουθος, εν τω κηρύτειν Χριστόν, εδείχθης θεόληπτε όθεν σε ό Δεσπότης, ουρανών βασιλείας, μέτοχόν σε Συντύχη, άπειργάσατο όντως, ήσπερ άξιωθείημεν, ταις σαίς παρακλήσεσι.
Κοντάκιον Ήχος δ '. Έπεφάνης σήμερον.
ΤοΤου του Παύλου ρήμασι παιδευομένη, άρεταίς έκόσμησας την σήν Συντύχη βιοτήν, και μετά τέλος το αγιον, προς ουρανίους, σκηνώσεις άνέδραμες.
Μεγαλυνάριον
Ως άξιωθείσα βίω σεμνω, τής του θείου Παύλου οδηγίας θεοπρεπώς, τω Χριστώ αμέμπτως, ελάτρευσας Συντύχη, και θείας βασιλείας, ώφθης συμμέτοχος.



Η ΑΓΙΑ ΔΑΜΑΡΙΣ



«Τινές δε άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οίς και Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτεροι συν αύτοίς» (Πράξ. ιζ, 34)
Άλλη συνεργάτρια του απ. Παύλου λογίζεται η Αθηναία Δάμαρις. Γυναίκα από ευγενή οικογένεια και με υψηλή κοινωνική θέση ή Δάμαρις, είχε και ανάλογα πνευματικά ενδιαφέροντα. Έτσι, όταν ό απ. Παύλος, ύστερα από τη Βέροια, επισκέφτηκε την Αθήνα το 52 μ.Χ., είχε την καλή ευκαιρία να γνωρίσει και να συνδεθεί πνευματικά με τον μεγάλο αυτόν Απόστολο του Χριστού. Κι αυτόν έγινε, όταν εκείνος, οδηγούμενος από Αθηναίους φιλοσόφους στον Άρειο Πάγο, τούς κήρυξε εκείνος τη χριστιανική διδαχή
Ενδιαφέρον το θέμα και ανάλογο και το ενδιαφέροντα του ακροατηρίου. Ωστόσο λίγοι δέχθηκαν το χριστιανικό μήνυμα. «Τινές», όπως γράφει ό Λουκάς στις «Πράξεις των Αποστόλων». Και ανάμεσα σ' αυτούς τούς λίγους ήταν και ή Δάμαρις. Σημειώνουμε ολόκληρο το σχετικό στίχο: «Τινές δε άνδρες κολληθέντες αυτώ επίστευσαν, εν οίς και Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης και γυνή ονόματι Δάμαρις και έτεροι συν αυτοίς» (Πράξ. ιζ, 34). Εκείνη ή ήμερα του 52 μ.Χ., πάνω στον Άρειο Πάγο, με το κήρυγμα του απ. Παύλου, ήταν καθοριστική για την πορεία τής καλής αυτής γυναίκας των Αθηνών. Ή Δάμαρις συνδέθηκε πνευματικά και αφοσιώθηκε στον μεγάλο αυτόν κήρυκα τού Χριστού. Έδωσε όλη της την καρδιά στον Χριστό. Και τον υπηρέτησε, με τα τάλαντα πού διέθετε, σε όλη της τη ζωή και πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες τού πνευματικού της Διδασκάλου.
Είναι γεγονός ότι ή χριστιανική κοινότητα των Αθηνών, αρχικά τουλάχιστον, στα χρόνια του απ. Παύλου, μόλις και διατηρούνταν ανάμεσα στον ειδωλολατρικό κόσμο των Αθηνών. Και είναι και πάλι γεγονός ότι ό απ. Παύλος ουδέποτε επισκέφτηκε ξανά την Εκκλησία των Αθηνών. Ωστόσο ή Εκκλησία με επίσκοπο το Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον όποιο κατέστησε ό ίδιος ό Παύλος, εξακολουθούσε να υπάρχει και με τον καιρό να αναπτύσσεται. Σ' αυτόν συνέβαλε και ή Δάμαρις.
Ήταν μια ιεραποστολική ψυχή ή Αθηναία αυτής γυναίκα. Και ασκούσε την ιερή αυτής διακονία παντού, ιδιαίτερα ανάμεσα στον γυναικείο κόσμο. Και την ασκούσε με αμείωτο ζήλο και παλμό. Μαθήτρια του απ. Παύλου ή Δάμαρις, μοχθούσε καθημερινά, όπως και ό Διδάσκαλος της, κηρύττοντας με όποιο τρόπο μπορούσε το ευαγγέλιο του Χριστού. Εξάλλου είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάθε φορά πού ό μεγάλος Απόστολος επισκεπτόταν την Εκκλησία της Κορίνθου, εκείνη πήγαινε σε συνάντησή του, για να γυρίζει στην Αθήνα πιο δυνατή και πιο φλογερή στην διακονία της.
Είναι κι αυτής ή καλή και λεπτή ψυχή πού μπορεί να μας εμπνεύσει στην ζωή μας. Να μας εμπνεύσει την ίδια διακονία. Την πιο υψηλή διακονία. Τη διακονία του θείου λόγου και πάντα πλάι σε κάποιον κήρυκα του Ευαγγελίου της Εκκλησίας μας.
Άπολυτίκιον της Αγίας Ήχος δ Ταχύ προκατάλαβε.
Του Παύλου ως ήκουσας, δημηγορούντος σοφώς, έδέξω το κήρυγμα, της ευσεβείας θερμώς, Κυρίω πιστεύσασα .Όθεν ή εν Αθήναις, Εκκλησία τιμά σε, Δάμαρις μακαρία, ως θεράπαιναν θείαν, Χριστώ οικειουμένην, τούς σε μακαρίζοντας.
Κοντάκιον Ήχος δ Έπεφάνης σήμερον.
Το Του του Παύλου ρήμασι καταυγασθείσα, των Χριστώ προσέδραμες, και την χρηστότητα αυτού, βίω άμέμπτω έδόξασας, εν ταις Αθήναις θεόσοφε Δάμαρις.
Μεγαλυνάριον
Πίστιν δεξαμένη την του Χριστού, Δάμαρις Αγία, έλαμπρύνθης θείω φωτί, και τού θείου Παύλου συνόμιλος φανείσα, συν τούτω των άφθαρτων, γερών ηξίωσαι.



Η ΑΓΙΑ ΦΟΙΒΗ



«Συνίστημι δε υμίν Φοίβην την αδελφήν... και γάρ αύτη προστάτις πολλών έγενήθη και αυτού εμού» (Ρωμ. ιστ, 1-2)
Στον κύκλο των συνεργατριών του απ. Παύλου περίοπτη θέση κατέχει ή Διακόνισσα Φοίβη.
Ή Φοίβη ήταν εξαίρετη ψυχή. Ψυχή με πνευματικά ενδιαφέροντα. Γι' αυτό και όταν ό απ. Παύλος επισκέφτηκε τις Κεγχρεές, στην Κόρινθο, και κήρυξε τη νέα διδαχή, τη διδαχή του Χριστού, ή ευγενής Φοίβη προσκολλήθηκε στον κήρυκα του Χριστού με αφοσίωση. Με τέτοια μάλιστα αφοσίωση, όση ή Λυδία στους Φιλίππους και όση ή Πρίσκιλλα στην Κόρινθο. Και έγινε μια ακούραστη συνεργάτρια τού μεγάλου Αποστόλου στην ιεραποστολή, μέσα στον γυναικείο κόσμο.
Ή Φοίβη είναι ή πρώτη γυναίκα πού αναφέρεται σαν Διακόνισσα στην Καινή Διαθήκη. Ήταν ένα υπούργημα πού της εμπιστεύτηκε ό Απόστολος τού Χριστού. Και φάνηκε αντάξια στην σχετική αποστολή. Ανταποκρίθηκε απόλυτα στις προσδοκίες του πνευματικού της Διδασκάλου με αποτέλεσμα να πάρει εξέχουσα θέση στην καρδιά του, πού χτυπούσε αδιάκοπα για το Χριστό.
Ό απ. Παύλος περιέβαλε την πιστή και αφοσιωμένη του συνεργάτρια της Εκκλησίας των Κεγχρεών με μεγάλη εμπιστοσύνη. Μπορούσε να της εμπιστευτεί όλο του τον κόπο και μόχθο για το Ευαγγέλιο τού Χριστού. Και το απέδειξε αυτό έμπρακτα. Έτσι, όταν έγραψε στην Κόρινθο την επιστολή του «προς Ρωμαίους» και χρειάσθηκε να τη στείλει στην Εκκλησία της Ρώμης, στα χέρια της Φοίβης την εμπιστεύτηκε. Σ' αυτήν ανέθεσε να μεταφέρει τον πνευματικό αυτό θησαυρό στους χριστιανούς της Ρώμης. Και εκείνη τη μετέφερε με ασφάλεια.
Λίγες ψυχές έδειξαν μεγάλη, απεριόριστη αφοσίωση στον απ. Παύλο. Και ανάμεσα σ' αυτές τις λίγες εξαίρετη θέση κατέχει και ή καλή Άγια Φοίβη. Όταν μάλιστα ό πνευματικός της Διδάσκαλος διακινδύνευσε στις Κεγχρεές απόλυτα τούς εχθρούς τού Ευαγγελίου, αυτήν τον προστάτεψε. Τον ασφάλισε απόλυτα κάθε κίνδυνο. Και ό Απόστολος αυτός του Χριστού σημείωσε αυτήν την πράξη της συνεργάτριάς του. Τη σημείωσε στην «προς Ρωμαίους» επιστολή του. Έγραψε εκεί: «... Και γάρ αύτη προστάτις πολλών έγενήθη και αυτού εμού» (Ρωμ. ιστ, 2). Σ' αυτήν την ίδια επιστολή την αποκαλεί και αδελφή του, πνευματική του αδελφή.
Φοίβη.
Μια εξαίρετη συνεργάτρια τού μεγάλου Αποστόλου των Εθνών, της όποιας τη μνήμη εορτάζει ή Εκκλησία μας στις 3 Σεπτεμβρίου. Συνεργάτρια με ένα μήνυμα σε όλες τις ψυχές: Να φιλοδοξήσουν να γίνουν κι αυτές συνεργάτριες των κηρύκων του Ευαγγελίου, πού βαδίζουν στα ίχνη του απ. Παύλου και μοχθούν κι αυτοί στην διακονία της ιεραποστολής.
Απολυτίκιο της Αγίας Ήχος α Της έρήμον πολίτης.
Συνόμιλος του Παύλου και διάκονος ένθεος, της ενδιαφέροντα Κεγχρεαίς Εκκλησίας του Θεού έχρημάτισας, ώ Φοίβη ως θεράπαινα Χριστού, και πλήρης ουρανίων αρετών διά τούτο σε ενδιαφέροντα ύμνοις πνευματικοίς, τιμώμεν άνακράζοντες δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σου, ήμίν τα κρείττονα
Κοντάκιον Ήχος δ '. Έπεφάνης σήμερον.
Αποστόλων σύσκηνος, Φοίβη θεόφρον, και Χριστού διάκονος, γεγενημένη έπί γης, ενδιαφέροντα ούρανοίς καθικέτευε, ύπέρ των πίστει τιμώντων την μνήμην σου.
Μεγαλυνάριον
Φώς εισδεδεγμένη το του Χριστού, Φοίβη μακαρία, έργων θείων σου τω φωτί, Κεγχρεών πυρσεύεις, σεμνή την Εκκλησίαν, και ταύτης θεοφόρος, ώφθης διάκονος.


Η ΑΓΙΑ ΠΡΙΣΚΙΛΛΑ




«Άσπάσασθε Πρίσκιλλαν... τούς συνεργούς μου εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. ιστ, 3)

Στον όμιλο των πιστών και αφοσιωμένων συνεργατριών του απ. Παύλου περίοπτη θέση κατέχει και ή Αγία Πρίσκιλλα. Υπέροχη ψυχή ή Ιουδαία αυτή χριστιανή! Ηγετική γυναικεία μορφή του Χριστιανισμού! Δραστήρια, όσο λίγες γυναίκες. Και μορφωμένη. Στάθηκε πλάι στο μεγάλο Απόστολο και του πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην ύψιστη διακονία, την οποία ασκούσε σε όλο τον κόσμο.
Όταν ό απ. Παύλος, τον 51 μ.Χ., έφθασε στην Κόρινθο προερχόμενος από την Αθήνα και τις Κεγχρεές, τον σπίτι της Πρίσκιλλας άνοιξε διάπλατα, για να φιλοξενήσει τον μεγάλο απεσταλμένο του Ιησού. «Εκείνη την στιγμή άρχισε μια από τις πιο ωραίες και τις πιο καρποφόρες φιλίες, πού είχε ή ζωή του Παύλου και της νέας Εκκλησίας. Εκείνη την στιγμή τα ονόματα τους, Πρίσκιλλα και του συζύγου της Ακύλα, έμπαιναν στις αθάνατες σελίδες της ιστορίας τής Εκκλησίας, ή μάλλον, στην βίβλο τής ζωής». Και όσο χρόνο έμεινε, ό ανατολίτης κήρυκας τής Βασιλείας του Χριστού, στο φιλόξενο σπίτι τής Πρίσκιλλας, παράλληλα με τον κήρυγμα, άσκουσε και την χειρωνακτική εργασία του σκηνοποιού. Αυτήν την ίδια πού ασκούσε και ή Πρίσκιλλα με τον άνδρα της, τον Ακύλα.
«Προσήλθεν αύτοίς, και διά τον όμότεχνον είναι έμεινε παρ' αυτοίς και είργάζετο- ήσαν γάρ σκηνοποιοί την τέχνη» (Πράξ. ιη, 2-3). «Έτσι μοιράσθηκαν ό ένας με τον άλλο κατοικία, εργασία και εισοδήματα!».
Εδώ στην Κόρινθο ή Πρίσκιλλα συμπαραστάθηκε πολύ τον κήρυκα τού Χριστού. Σε όλα τα περιστατικά πού αντιμετώπισε σ' αυτήν την μεγαλούπολη τής Αχαΐας. Σε όλους τούς πειρασμούς πού αντιμετώπισε από ανθρώπους πού ήσαν εχθρικοί στο κήρυγμα του Χριστιανισμού.
Τον ίδιο, και με αυταπάρνηση, συμπαραστάθηκε τον οικουμενικό Απόστολο του Ιησού και στην Έφεσο τής Ασίας, όταν ύστερα από την Κόρινθο βρέθηκε εκεί με τον Ακύλα και έμεινε στην πόλη αυτή για χρόνια. Εκεί, στην Έφεσο, έγινε συνεργάτρια τού απ. Παύλου και στην διακονία τού θείου λόγου. Αυτή, με τον πιστό σύζυγο της, τον Ακύλα, κατήχησε τον περίφημο λόγιο Απολλώ στην χριστιανική πίστη. Όπως γράφει ό Ευαγγελιστής Λουκάς, «προσελάβοντο αύτόν και άκριβέστερον αύτώ έξέθεντο την όδόν του Θεού» (Πράξ. ιη, 26). Με αγάπη πολλή τον δέχθηκαν κοντά τους, στο σπίτι τους, και του εξέθεσαν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον δρόμο του Θεού. Αλήθεια, τί μπορεί να προσφέρει μια πιστή και φλογερή γυναίκα στο έργο της Εκκλησίας! Πώς, λοιπόν, να μη χαίρεται και να μη καυχιέται ό απ. Παύλος για μια τέτοια συνεργάτρια;
Αλλά στην Έφεσο, σ' αυτήν, μάλλον, την κοσμοπολίτικη Ασιατική μεγαλούπολη, ή Πρίσκιλλα με τον Ακύλα, στην προσπάθειά τους να σώσουν τον Απόστολο του Ιησού στο βέβαιο θάνατο, διακινδύνευσαν την ίδια τους την ζωή. Γράφει ό ίδιος ό Απόστολος- «τον έαυτών τράχηλον ύιέθηκαν υπέρ της ψυχής μου» (Ρωμ. ιστ, 4). Κινδύνευσαν να αποκεφαλιστούν για χάρη τής ζωής μου. Γι' αυτό (αι δίκαια ό Απόστολος κάνει μνεία έπανειλημμένα των δύο αυτών εξαίρετων συνεργατών του. Αλλά ή πιο αξιόλογη είναι αυτή πού διαβάζουμε στην προς Ρωμαίους επιστολή: «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν τούς συνεργούς μου εν Χριστώ Ιησού...» (Ρωμ. ιστ, 2-3).
Νέες,
Αυτή είναι ή Πρίσκιλλα, τής όποιας ή μνήμη εορτάζεται στις 13 Φεβρουαρίου. Εξαίρετη ψυχή. Αξιόλογη συνεργάτρια του απ. Παύλου. Πιστή και αφοσιωμένη μέχρι θανάτου. Έτοιμη να πεθάνει αυτή, για να ζήσει ό Απόστολος του Χριστού. Τέτοιες ψυχές, πιστές και αφοσιωμένες συνεργάτριες κάποιου κήρυκα τού θείου λόγου, μπορείτε να γίνετε και σεις. Με αποστολικό ζήλο και αυταπάρνηση.
Απολυτίκιο της Αγίας Ήχος δ Ό υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Πρίσκαν την θείαν εύφημήσωμεν ύμνοις, την και Πρισκιλλαν του Αγίου Ακύλα, την θαυμαστήν και σύμφρονα ευνέτιδα συνεργός γάρ γέγονε, του θεόφρονος Παύλου, υπέρ ου ύπέθηκε, τον αυχένα προθύμως, σύν τω συζύγω πίστει άληθή όθεν αξίως, θεόθεν δεδόξασται.
Κοντάκιον Ήχος β '. Τα άνω ζητών.
Πρίσκιλλα σεμνή, του Παύλου όμοδίαιτε, δυσώπει Χριστόν, σύν τω συζύγω πάνσεμνε, τυχαίων θείας χρηστότητος, τούς χιμώντας τα σα προτερήματα- σύ γάρ τής άνω ζωής και χαράς, μετέσχες άμέμπτως βιοτεύσασα
Μεγαλυνάριον
Χάριτος του Παύλου τής παμφαούς, Πρίσκιλλα τρυφώσα, εύσεβείας ώφθης λαμπάς, πάσαν Έκκλησίαν, τοίς έναρέτοις τρόποις, εν Πνεύματι Άγίω, και καταπυρσεύουσα.






Η ΑΓΙΑ ΙΟΥΝΙΑ





«Άσπάσασθε Άνδρόνικον και Ίουνίαν τούς συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου...» (Ρωμ.ιστ,7)
Στον κύκλο των συνεργατριών του απ. Παύλου συγκαταλέγεται και ή Ίουνία.
Ή Ίουνία ήταν Ιουδαία. Αυτό, τον πιθανότερο, σημαίνει ό λόγος του Αποστόλου, πού αναφέρεται σ' αυτήν και στο σύζυγο της, τον Ανδρόνικο- «συγγενείς μου». Από τον γένος λοιπόν, πού καταγόταν ό απ. Παύλος, καταγόταν και ή Ίουνία. Από την ίδια φυλή. Από την φυλή του Ιούδα. Τίτλος τιμής για την Ίουνία ή «συγγένεια» αυτή με τον μεγάλο Απόστολο!
Ή Ίουνία, μαζί με τον εκλεκτό σύζυγο της, έγινε μαθήτρια τού Χριστού, πριν από τον οικουμενικό Διδάσκαλο. Κι αυτό δεν τον παρασιωπά ό Απόστολος. Σημειώνει κι αυτό τον γεγονός, για να προσδώσει μεγαλύτερη τιμή στην υπέροχη αυτή ψυχή, πού στεκόταν πάντα σταθερή στην κοινή ιεραποστολική πορεία με τον Ανδρόνικο.
Είναι χαρακτηριστικός ό λόγος του Αποστόλου: «Προς εμού γεγόνασιν εν Χριστώ». Πριν από μένα αυτοί γνώρισαν και πίστεψαν στο Χριστό.
Ή Ίουνία μαζί με τον σύζυγο της, από την ώρα πού γνώρισαν την χριστιανική πίστη, αγάπησαν πολύ τον Χριστό. Και δόθηκαν και οι δύο τους με όλο τους τον παλμό στην διακονία του θείου λόγου. Μέχρι τον τέλος τής επίγειας ζωής τους. Αναδείχθηκαν διαπρύσιοι κήρυκες τής χριστιανικής αλήθειας. Κι αυτήν την αλήθειας την καταθέτει ό ίδιος ό Διδάσκαλος τους, ό απ. Παύλος- «Οίτινές είσιν επίσημοι εν τοις άποστόλοις». Επίσημοι, πού θα πει περίβλεπτοι, επιφανείς, διακεκριμένοι. Τί έπαινος αυτός για τον Ανδρόνικο και την εκλεκτή του συμβία, την Ίουνία! Επίσημη και ή Ίουνία «εν τοις άποστόλοις»! Τί να πρωτοθαυμάσουμε; Το ταπεινό φρόνημα τού μεγάλου Αποστόλου ή το ηθικό μεγαλείο τής Ίουνίας; Ποιό από τα δύο;
Ή Ίουνία, συνοδοιπόρος πάντα του συζύγου της, έδειξε απαράμιλλο θάρρος και τόλμη στη διακονία τής ιεραποστολής. Δεν λογάριαζε καμιά απειλή. Κανένα κίνδυνο. Καρποφόρα ή διακονία τής Ίουνίας και του Ανδρόνικου. Αποφασισμένοι να πεθάνουν για το Χριστό με όποιο τρόπο ήθελε Εκείνος και υπακούοντας στα προστάγματα του από. Παύλου, «πολλούς άπιστους οδήγησαν εις την θεογνωσίαν». Ό Κύριος ευλογούσε τον κόπο και το μόχθο τους.
Στη μακρινή ιεραποστολική πορεία ή Ίουνία κακοπάθησε επανειλημμένα. Ό Απόστολος μάλιστα, για να υπογραμμίσει αυτή την κοινή κακοπάθεια με το σύζυγο της, γράφει και τούς αποκαλεί «συναιχμαλώτους» του. Τί να σημαίνει άραγε αυτός; Σημαίνει απλώς τα παθήματα ή ότι σε μια από τις πολλές φυλακίσεις του Παύλου, φυλακίσθηκαν κι αυτοί μαζί του; Ή πιθανότερη γνώμη είναι ότι φυλακίσθηκαν στη Ρώμη, κατά την πρώτη φυλάκιση τού Αποστόλου. Έτσι δόθηκε ή ευκαιρία στην καλή Ίουνία να φανεί κι έδώ μια εξαίρετη διακόνισσα, σαν εκείνες πού μνημονεύει ό Ευαγγελιστής Λουκάς στο όγδοο κεφάλαιο τού Ευαγγελίου του. Ή δεν μνήμη της τελείται και στις 17 Μάιου.
Νέες,
Μιμηθείτε και σεις την διακεκριμένη διακόνισσα τού θείου λόγου, την Ίουνία. Και τώρα και τότε πού θα συνδέσετε την πορεία της ζωής σας με την πορεία κάποιου συζύγου, πού θα σάς φανερώσει ό Κύριος. Και μείνετε πάντα πιστές και αφοσιωμένες συνεργάτριες κάποιου φλογερού κήρυκα τού ευαγγελίου ως το θάνατο. Σαν την σεμνή και καλή Ίουνία.
Απολυτίκιο της Αγίας Ήχος α Τον τάφον σου Σωτήρ.
Δυάς φωτοειδής, ιερών Αποστόλων, και κήρυκες Χριστού, άνεδείχθητε κόσμω, τα το πάσι κατασπείραντες, το της χάριτος κήρυγμα- όθεν σήμερον υμάς πιστώς εύφημούμεν, ώ Ανδρόνικε, και Ίουνία θεόφρον, Χριστόν μεγαλύνοντες.
Κοντάκιον Ήχος β Τους ασφαλείς.
Ώς ευκλεείς, των Αποστόλων σύναθλοι, και αληθείς του Ιησού διάκονοι, της αυτού συγκαταβάσεως, ίεροφάντορες εδείχθητε- την χάριν γάρ του Πνεύματος δεξάμενοι, Ανδρόνικε και Ίουνία ένδοξε, ώς λύχνοι τοις πέρασιν εφάνατε.
Μεγαλυνάριον
Παύλος ό ουράνιος συγγενείς, και έν Άποστόλοις, επισήμους υμάς καλεί, Ανδρόνικε μάκαρ, και θεία Ίουνία- Χριστού γάρ θεηγόροι, ώφθητε κήρυκες.


Η ΑΓΙΑ ΧΛΟΗ

«Έδηλώθη μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης ...» (Α' Κορ. α, 11)
Στην Εκκλησία τής Κορίνθου ό από. Παύλος είχε και μια άλλη συνεργάτρια. Εξίσου αξιόλογη με την Πρίσκιλλα και την Ίουνία. Είναι ή Χλόη. Το πιο βέβαιο είναι ότι ή Χλόη ήταν Κορίνθια κι όχι Εφέσια.
Ή Χλόη ήταν πνευματικά συνδεδεμένη με το μεγάλο Απόστολο του Χριστού. Παραστεκόταν τον Απόστολο στην ιεραποστολική του διακονία, όσο της ήταν δυνατό να το κάνει. Ιδιαίτερα το έκανε αυτός με την προσευχή της. Αγωνιούσε ή Χλόη για την προκοπή τής Εκκλησίας τής Κορίνθου. Ζούσε κι αυτή κάτι από την αγωνία του Αποστόλου. Γι' αυτός, όταν προέκυψαν σ' αυτή την Εκκλησία έριδες, έσπευσε και ενημέρωσε με ανθρώπους τού σπιτιού της τον από. Παύλο, εκεί στην Έφεσο, όπου τότε βρισκόταν. Ό στίχος είναι σαφής. «Έδηλώθη μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης ότι έριδες ενημέρωσε υμίν είσι» (Α' Κορ. α, 11). Κι αυτή ή ενημέρωση στάθηκε σαν βασική αιτία να γράψει ό Απόστολος την πρώτη του επιστολή προς Κορινθίους.
Ή ενημέρωση αυτή πού έσπευσε και έκανε ή Χλόη στον απόστολο Παύλο, μαρτυρεί όλο τον εσωτερικό κόσμο αυτής της ψυχής. Εδώ, στην ενέργεια της αυτή, μπορεί να διακρίνει κανείς πολλά βιώματα. Μπορεί να δει την βαθιά της πίστη. Μια πίστη, πού ήθελε να γίνει και πίστη όλων των ανθρώπων. Μπορεί να δει την μεγάλη και απέραντη αγάπησαν της, χριστιανική αγάπησαν, πού ποθούσε να γίνει και βίωμα όσο περισσοτέρων χριστιανών γινόταν. Μπορεί να δει το μεγάλο της πόνο για την πνευματική προκοπή των χριστιανών της Αχαϊκής Εκκλησίας. Δεν ήθελε να υπάρχουν έριδες. Δεν ήθελε να γίνονται φιλονικίες. Δεν ήθελε να κομματιάζονται οι πιστοί. Δεν ήθελε πολλές ομάδες πιστών, αλλά μια και μόνο. Εκείνην πού φρονούσε: «εγώ δε Χριστού» (Α' Κορ. α, 12). Γιατί έτσι φρονούσε κι αυτής ή καλή ψυχή. Αυτής ή πιστή και αφοσιωμένη συνεργάτρια τού απέραντη. Παύλου. Να είναι ή Εκκλησία της Κορίνθου ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Έτσι, όπως το σημειώνει αυτό ό Απόστολος στην επιστολή του προς Κολασσαείς. «Και αυτός εστίν ή κεφαλή τού σώματος, τής εκκλησίας» (Κολ. α, 18). Αυτός. Ό Χριστός.
Έτσι ήθελε την Εκκλησία τής Κορίνθου ή πιστή Χλόη. Ένα σώμα με κεφαλή το Χριστό. Γι' αυτό, μπροστά στον φατριασμό των Κορινθίων πιστών, ζήτησε επειγόντως την επέμβαση τού ιδρυτή τής Εκκλησίας αυτής. Μια επέμβαση πού έφερε θετικά αποτελέσματα.
Νέες,
Ένας τέτοιος πόθος ας καίει και στις δικές σας ψυχές. Ό πόθος της ενότητας. Γι' αυτό, όταν βλέπετε να διασπάται ή χριστιανική ενότητας, να σπεύδετε, σαν την Χλόη, και να ζητάτε την επέμβαση του πνευματικού σας πατρός, για να την αποκαταστήσει.
Απολυτίκιο της Αγίας Ήχος δ Ταχύ προκατάλαβε.
Τω φέγγει της χάριτος, καταυγασθείσα τόν νουν, συνόμιλος πέφηνας, των Αποστόλων Χριστού, καρδίας ευθύτητα όθεν ή ενημέρωσε Κορίνθω, Εκκλησία γεραίρει, Χλόη σε μακαρία, ως θεράπαιναν θείαν, πρεσβεύουσαν άπαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.
Κοντάκιο Ήχος β Τοις των αιμάτων σου.
Ευαγγελίου τοις θείοις διδάγμασι, γεωργηθείσα ως γη Χλόη εύκαρπος, Κυρίω προσήγαγες ένδοξε, δικαιοσύνης καρπόν τόν ούράνιον διό θείας δόξης τετύχηκας.
Μεγαλυνάριον
Χαίρουσα προσέδραμες των Χριστώ, Χλόη μακαρία, Αποστόλων τη διδαχή όθεν θεοφρόνως, ενημέρωσε γη πολιτευθείσα, της ουρανίου δόξης, μέτοχος γέγονας.



Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑΜ
«Ασπάσασθε Μαριάμ, ήτις πολλά εκοπίασεν εις ημάς» (Ρωμ. ιστ, 6)
Εξέχουσα θέση μέσα στον κύκλο των συνεργατριών τού απέραντη. Παύλου κατέχει και ή Μαριάμ. Ήταν πολύ γνωστή ή Μαριάμ, όχι μόνο στους συνεργάτες τού μεγάλου Αποστόλου, αλλά και στις Εκκλησίες τής Ανατολής και τής Ρώμης. Ήταν μια σπουδαία μυροφόρα ψυχή, πού θύμιζε στους τότε χριστιανούς, αλλά και σε μάς σήμερα, τις Μυροφόρες τού Χριστού, «αίτινες διηκόνουν αυτώ από των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. η, 2-3). Διακονούσε και ή καλή Μαριάμ τούς Αποστόλους. Πρόσφερε κι αυτής «από των ύπαρχόντων» αυτής στην διακονία τού λόγου τού Θεού. Πρόσφερε κι αυτής οικονομική βοήθεια στις νεοσύστατες Εκκλησίες τού Χριστού. Αλλά και ότι άλλο μπορούσε θεραπεύοντας έτσι ανάλογες ανάγκες των Εκκλησιών.
Ό ερμηνευτής Οίκουμένιος παρατηρεί ότι ή σεμνή και πιστή Μαριάμ «εκοπίασεν αποστόλου τάξιν πληρούσα και εύαγγελιστού». Ασκούσε κι αυτήν την πνευματική διακονία ή ιεραποστολική αυτής ψυχή. Δεν δίδασκε βέβαια δημόσια το λόγο του Θεού, αλλά δίδασκε κατ ιδίαν. Δεν ήταν κήρυκας του θείου λόγου στις «κατ' οίκον» εκκλησίαςόπου ετελείτο ή λατρεία, αλλά ήταν κήρυκας των ρημάτων τού Ιησού και των Αποστόλων σε ιδιαίτερους κύκλους γυναικών και παρθένων. Έτσι, κατά τον Οίκουμένιο, αναδείχτηκε σε Απόστολο και ευαγγελίστρια.
Αεικίνητη ή δραστήρια αυτής γυναίκα του Ευαγγελίου. Πρόφταινε παντού. Από την μια μεριά διακονούσε τον απ, Παύλο και τούς συνεργάτες του και από την άλλη άσκουσε την διακονία τής αποστόλου και τής ευαγγελιστρίας. Αλλά μια τέτοια διακονία είναι πάντα κοπιώδης. Απαιτεί κόπο πολύ και συχνά υπερβολικό. Ακριβώς σ' αυτό τον κόπο αναφέρεται ό απέραντη. Παύλος, όταν στον χαιρετισμό του προς την Μαριάμ προσθέτει και το λόγο «ήτις πολλά έκοπίασεν εις ημάς». Γνώριζε, λοιπόν, ό Απόστολος, όσο κανένας άλλος, τον κόπο και το μόχθο τής Μαριάμ. Για αυτό και ό λόγος τούτος του Αποστόλου αποτελεί το καλύτερο εγκώμιο προς την αφοσιωμένη αυτής διακόνισσά του.
Έτσι πέρασε ή Μαριάμ στην ιστορία τής ιεραποστολικής διακονίας τού Ευαγγελίου. Σαν μια πιστή και αφοσιωμένη συνεργάτρια τού μεγάλου Αποστόλου. Σαν μια εξαίρετη ψυχή, ή οποία πρόσφερε τα πάντα στην διάδοση του Ευαγγελίου. Και τον εαυτό της και τα υπάρχοντα της. Σαν μια φτερωτή ψυχή, πού πετούσε από τόπο σε τόπο, και πάντα με τις υποδείξεις τού απέραντη. Παύλου, για να συντελέσει κι αυτής στην δόξα τού Χριστού και στην σωτηρία ψυχών. Και κατάκοπη από την διακονία της αυτής, πέταξε ή ψυχή της στα ουράνια σκηνώματα, «όπου επισκοπεί το φώς τού Χριστού», στην ουράνια ανάπαυση και αγαλλίαση.
Νέες,
Ή Μαριάμ, ή καλή αυτής διακόνισσα και συνεργάτρια τού απέραντη. Παύλου, με το πέρασμά της από την γη άφησε ωραία και δημιουργικά ίχνη. Ίχνη, πού μπορείτε, και πρέπει να ακολουθήσετε και σεις στην ζωή σας.
Απολυτίκιο τής Αγίας Ήχος δ'. Ό υψωθείς ενημέρωσε τω Σταυρώ.
Διακονούσα τοις σοφοίς Άποστόλοις, και έξαιρέτως τω θεόφρονι Παύλω, και υπέρ τούτου σφόδρα κοπιάζουσα, Μαριάμ θεόληπτε, άμοιβών ουρανίων, άληθώς ήξίωσαι, ως γυνή θεοφόρος και νύν ζωής τρύφησα αληθούς, των σε τιμώντων, άπαύστως μνημόνευε.
Κοντάκιο Ήχος β Τοις των αιμάτων σον.
Ό θείος Παύλος πολλά κοπιάσασαν, υπέρ αυτού Μαριάμ σε παρίστησί διό μακαρία γεγένησαι, τοιαύτης χάριτος κατατρυφώσα αυτού γάρ συνόμιλος πέφηνας.
Μεγαλυνάριον
Χερσί σου ιδίοις ώ Μαριάμ, τω πανσόφω Παύλω διηκόνεις πανευλαβώς όθεν επαξίων, επαίνων ηξιώθης, υπέρ των Αποστόλων, ως κοπιάσασα



ΑΡΧΙΜ. ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΟΣ


Η αγία Νέα Οσιομάρτυς Μαργαρίτα



site analysis



Nea Osiomartys Margarita
Η μοναχή Μαργαρίτα, ηγουμένη της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στην πόλη Μενζελίνσκ, είχε ελληνική καταγωγή. Διακρινόταν για την εξαίρετη μόρφωση της, τη σύνεση, αλλά και την αυστηρή ασκητική ζωή της. Όργάνωσε το μοναστήρι της κατά τα πρότυπα των παλιών μοναστηριών της Ελλάδος. Μια από τις μοναχές πού επέζησε ως τις μέρες μας, η μοναχή Αλεφτίνα, τυφλή στα τελευταία της χρόνια, διέσωσε τις πληροφορίες πού καταγράφουμε. Οι μοναχές, με την έμπνευση και καθοδήγηση της ηγουμένης Μαργαρίτας, ζούσαν αυστηρή μοναχική ζωή, τελώντας ανελλιπώς τις ακολουθίες και το μοναχικό τους κανόνα. Όλες εργάζονταν με πνεύμα θυσίας και πολύ φιλότιμο στα διακονήματά τους. Το μοναστήρι είχε πολλούς κήπους με οπωροφόρα δέντρα, λαχανόκηπους, χωράφια, μελίσσια κ.λ.π. Ακόμη διέθετε εργαστήριο καλλιτεχνικών φωτογραφιών, κάτι σπάνιο και πρωτοποριακό για τότε.
Όπως θυμόταν η μοναχή Αλεφτίνα, όταν τον Σεπτέμβριο του 1918 έφυγαν τα στρατεύματα των «λευκών» από το Καζάν και τις γύρω πόλεις, η ηγουμένη Μαργαρίτα, φοβούμενη τους μπολσεβίκους, αποφάσισε να φύγει προσωρινά μαζί με τους άλλους πρόσφυγες. Έφτασε μέχρι το λιμάνι του ποταμού, όπου οι πρόσφυγες επιβιβάζονταν στα ποταμόπλοια. Εκεί όμως εμφανίστηκε ο άγιος Νικόλαος και της είπε:
- Γιατί φεύγεις από το στεφάνι πού σε περιμένει;
Η ηγουμένη Μαργαρίτα συγκλονίστηκε. Αμέσως πήρε το δρόμο της επιστροφής. Γύρισε στο μοναστήρι και αμέσως κάλεσε εναν ιερέα. Πεπεισμένη πλέον ότι την περιμένει το μαρτύριο , παρακάλεσε τον ιερέα να ετοιμάσει το φέρετρο και τον τάφο της και, αν μπορέσει, να τη θάψει την ίδια μέρα. Ο ιερέας την άκουσε απορημένος.
Την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας, ομάδα επαναστατών μπήκαν στο καθολικό του μοναστηριού και τη συνέλαβαν. Η γερόντισσα Μαργαρίτα παρακάλεσε να την αφήσουν να κοινωνήσει. Οί επαναστάτες όμως δέν γνώριζαν τέτοιες ευγένειες. Την έσυραν στον εξωνάρθηκα και χωρίς άλλες εξηγήσεις την εκτέλεσαν ως αντεπαναστάτρια.
Οι μοναχές λυπημένες παρέλαβαν το σκήνωμα της, τέλεσαν τη νεκρώσιμη ακολουθία και την έθαψαν πίσω από το ιερό του καθολικού.
Την επόμενη μέρα ο ιερέας κατάλαβε τί σήμαινε αυτή η παράξενη παράκληση και επιμονή της ηγουμένης να τη θάψουν την ϊδια μέρα. Οι μπολσεβίκοι έφεραν ένα μουσουλμάνο χότζα και τον εκτέλεσαν στο μοναστήρι. Ήθελαν, λοιπόν, να τον θάψουν στον ίδιο τάφο με την ορθόδοξη μοναχή. Όμως δεν μπόρεσαν.
Αργότερα το μοναστήρι έκλεισε και ερήμωσε. Στη δεκαετία του 70 συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός. Όπως διηγείται η Μαρίνα Μιχαήλοβνα, η όποια ήταν κόρη ιερέα, οι αρχές αποφάσισαν τότε να σκάψουν κοντά στο ιερό. Δεν γνώριζαν τίποτα για τον τάφο της ηγουμένης Μαργαρίτας. Καθώς έσκαβαν, ξαφνικά βρήκαν άφθαρτο το σώμα μιας μοναχής ντυμένης με το ράσο, το μοναχικό σχήμα και το σταυρό στο στήθος. Φαινόταν ολοζώντανη σα να κοιμόταν. Το σώμα της δέν έφερε σημάδια φθοράς. Οί εργάτες τρόμαξαν. Δεν πείραξαν το λείψανο. Έκλεισαν γρήγορα τον τάφο και άρχισαν να σκάβουν σε άλλο σημείο.
Το ΙΘ’ αιώνα ο μεγάλος στάρετς της Ρωσίας, άγιος Αμβρόσιος της Όπτινα, ο οποίος μεταξύ των άλλων διακρινόταν για το προορατικό του χάρισμα, είχε πει τα εξής:
«Στην πόλη Μενζελίνσκ θα λειτουργήσει ένα μοναστήρι. Θα αποκτήσει φήμη και δόξα. Όταν θα προΐσταται η πρώτη ηγουμένη, θα κτιστεί νέος ναός. Η δεύτερη ηγουμένη θά γίνει μάρτυρας. Και όταν θα έρθει η τρίτη ηγουμένη, τότε θά πέσουν οι καμπάνες τοϋ μοναστηριού».
Πράγματι, η πρόρρηση του αγίου Αμβροσίου εκπληρώθηκε. Το καθολικό του μοναστηρίου κτίσθηκε κατά τη διάρκεια της ήγουμενίας της πρώτης ηγουμένης. Η δεύτερη ηγουμένη ήταν η γερόντισσα Μαργαρίτα, η νεομάρτυς. Κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας της διαδόχού της, το μοναστήρι έκλεισε βίαια, οι μοναχές διώχθηκαν και οι επαναστάτες έριξαν κάτω κι έσπασαν τις καμπάνες του μοναστηρίου.

Πηγή: Η Ελληνίδα μοναχή και ηγουμένη Μαργαρίτα απο το βιβλίο
Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Αντωνόπουλος Ρώσοι Νεομάρτυρες και Ομολογητές, 1917- 1922
Μέρος Δ΄: «Οι Νεομάρτυρες του Καζάν» σελ.: 233 – 236

The Life of Blessed Xenia of St. Petersburg



site analysis

Blessed Xenia, a homeless wanderer of the city of St. Peter
Troparion to St. Xenia, in the Fourth Tone
Having renounced the vanity of the earthly world,/
Thou didst take up the cross of a homeless life of wandering;/
Thou didst not fear grief, privation, nor the mockery of men,/
And didst know the love of Christ./
Now taking sweet delight of this love in heaven,/
O Xenia, the blessed and divinely wise,//
    Pray for the salvation of our souls.





The Life of Blessed Xenia of St. Petersburg

The only record of "vital statistics" which has been left us concerning Blessed Xenia is the epitaph on her gravestone: IN THE NAME OF THE FATHER, SON AND HOLY SPIRIT. HERE RESTS THE BODY OF THE SERVANT OF GOD, XENIA GRIGORIEVNA, WIFE OF THE IMPERIAL CHORISTER, COLONEL ANDREI THEODOROVICH PETROV. WIDOWED AT THE AGE OF 26, A PILGRIM FOR 45 YEARS, SHE LIVED A TOTAL OF 71 YEARS. SHE WAS KNOWN BY THE NAME ANDREI THEODOROVICH. MAY WHOEVER KNEW ME PRAY FOR MY SOUL THAT HIS OWN MAY BE SAVED. AMEN.
Who wrote it, no one knows, but this is all we know about the early life of Blessed Xenia: only that she lived during the reigns of the Empresses Elizabeth Petrovna and Catherine II and that she was married to the imperial chorister, Col. Andrei Theodorovich Petrov. From this latter fact we may assume that she was of the lesser nobility.
Presumably, in her early years, she led an ordinary, though comfortable life, performing no services that merited recording or recognition. It would seem that she was happily married and completely devoted to her husband who was, perhaps, a bit worldly. He was still young and in good health when he died suddenly one night at a drinking party.
The unexpected death of her beloved husband completely shattered Xenia Grigorievna and her personal world. She was twenty-six years old, childless and her husband to whom she was passionately devoted had suddenly died without the benefit of the Holy Mysteries. The distraught widow looked around herself, at all her possessions, at her inane little world and suddenly began to realize the vanity and transitory nature of all earthly joys and treasures. She came to realize that there is true value only in heavenly treasures and real joy in Christ.
To the utter amazement of her friends and relatives, Xenia Grigorievna began to give away literally all that she possessed. Her money and personal belongings she gave to the poor and she even gave away her house to her dear friend Paraskeva Antonova.
Finally, her relatives decided that she had taken complete leave of her senses and they petitioned the trustees of her late husband’s estate to prevent Xenia from disposing of her wealth, on the grounds that she was mentally unbalanced due to her husband’s death. The trustees called Xenia in and, after a long and careful examination, ruled that she was perfectly sound of mind and had every right to dispose of her property as she pleased.
People preoccupied with worldly matters would naturally assume that anyone who gave away his wealth must be insane. They were incapable of seeing that Xenia had undergone a complete rebirth; she was changed from a worldly woman into a spiritual being. Having realized that there can be no true happiness on earth and that worldly possessions are only a hindrance to the attaining of true joy in God,
Having, therefore, relieved herself of all such hindrances, Xenia suddenly vanished from St. Petersburg for eight years. It is said that during these years she lived at some hermitage with a sisterhood of holy ascetics, learning about prayer and the spiritual life from an elder. It was during this time that she was called to the highest feat of spiritual perfection, that of being a fool for Christ’s sake. To this end, she returned to St. Petersburg, clothed herself in one of her late husband’s old uniforms and linens and thereafter refused to respond the name of Xenia Grigorievna, answering instead only to the name of her late husband, Andrei Feodorovich. It was as if she, in her deep devotion to her husband, had hoped in some way to take upon herself the burden of his unrepented sins and of his unfortunate demise without the Holy Mysteries. Sorrowing for her own sins and for his, she left her home and began her long pilgrimage of wandering through the streets of the poorer district of St. Petersburg known as the Petersburg Borough (Peterburgskaya Storona). She was most often to be found in the vicinity of the parish of Saint Matthias where the poorest people lived in shabby huts.
At first, the people of the Borough thought that this strangely dressed, scarcely shod woman was merely a simple minded beggar, and evil people, especially the street urchins, would often persecute and laugh at her. With complete meekness, however, she kept before her the image of the guiltless Great Sufferer, Christ Jesus, who, without a murmur, heard all accusations, bore all persecutions, suffered terrible torture and crucifixion. Because of His example, the Blessed One strove to bear her hardships meekly and in silence, forgiving offenses in accordance with the last earthly prayer of Jesus, "Father, forgive them, for they know not what they do."
Only once did the people of the Petersburg Borough see her in anger. The street boys, seeing the ragged old woman, began as usual to laugh at and torment her. The Blessed One ordinarily bore all this without murmur. On this occasion, however, the boys did not content themselves with verbal abuse, but seeing that she did not take notice of their mocking, they began to throw mud and rocks at her. At last they exhausted even the patience of Blessed Xenia and she flew at them, waving her cane in the air. The residents of the Borough were so startled at seeing the Blessed One in such anger that they took immediate steps to prevent any further offenses toward her. As our Lord Jesus Christ had said, "A candle is not bought to be hidden under a basket... but to be placed on a candle stand."
So it was with God pleasing Xenia. Gradually, people began to realize that Xenia was no mere beggar but someone much more. They began to invite her into their homes and offer her warm clothing for the severe Petersburg winters as well as alms. She would never accept the clothing and took only the small copper pennies, which were called the king on horseback because there was a horseman (actually, St.George) struck on them.
She would distribute these copper pennies to the poor, at times, apparently, with some prophecy. On one such occasion Xenia met a devout woman on the street. Handing her a five kopeck coin, she said, "Take this five piece, here is the king on horseback; it will be extinguished." The woman accepted the copper five piece and went on her way pondering the meaning of the Blessed One’s words. No sooner had she entered the street where she lived than she saw that her house was on fire. Running toward her home, she arrived just as the flames were being quenched. Then she realized that the Blessed One had been foretelling this with her strange words.
On one occasion Paraskeva Antonova was sitting in the home which the Blessed One had given her, when Xenia arrived for a visit. Entering the house, she looked irritably at Antonova and said, "Here you are sitting and sewing buttons and you don’t know that God has given you a son! Go at once to the Smolensk Cemetery!" Antonova, knowing Xenia to be truly saintly and knowing that no idle word came from her lips, did not even question this strange command but believed at once that something extraordinary was about to happen and she immediately hurried to the Smolensk Cemetery.
On one of the streets of Vasiliev Island near the cemetery, Antonova saw a large crowd of people. Being curious, she approached the crowd to see what was taking place. It seems that a coachman had knocked down a pregnant woman who then give birth to a child right there on the street and died immediately afterwards. Filled with compassion for the child, Antonova took it to her own home. All the efforts of the St. Petersburg police to discover the identity of the mother or locate the father or relatives of the tiny orphan proved in vain and so the child remained with Paraskeva Antonova. She provided him with a good upbringing and a sound education, loving him as her own son. Eventually the boy became an eminent functionary and lovingly cared for his foster mother in her old age. He also revered, with sincere piety, the memory of the Servant of God, Xenia who had shown much kindness to his foster mother and who had taken such a hand in his own fate.
Among the friends of Blessed Xenia there was a widow, Mrs. Golubev, and her seventeen-year- old daughter who was noted for her beauty. Xenia like this girl very much because of her meek, quiet character and her kind heart. Once Xenia came to visit them and the girl began to make coffee. "My beauty, -- said Xenia, turning to the girl, -- here you are making coffee and your husband is burying his wife in Okhta. Run there quickly!"
The girl was shocked. "My what?! I don’t have a husband... and burying his wife!". "Go!" -- Xenia answered sternly, not liking any kind of objection. The Golubevs, knowing well that the Blessed One never said anything without a reason, immediately obeyed her command and set out for Okhta. Here they saw that a funeral procession was headed for the cemetery and they joined in with the crowd of mourners. A young woman, the wife of a doctor, had died in childbirth and was being buried.
The Liturgy was celebrated, then the funeral service, after which the Golubevs followed as the coffin was carried to the grave. The funeral had ended and the people began to leave; however, they chanced upon the sobbing young widower who, at the sight of the grave mound over the remains of his beloved wife, lost consciousness and fell to the ground near the Golubevs. Both mother and daughter strove to bring him back to consciousness and to comfort him. They became acquainted and, eventually, the young Golubeva became the wife of the doctor.
God’s gift of clairvoyance does not always deliver good news. Sometimes it is used to hint at the approaching illness or death of someone in order that they might prepare themselves for their fate. Such was the case when the God pleasing ascetic arrived to other guests in the Krapivin home at the time and they all stood and greeted the Blessed One warmly. Xenia conversed with them for a while and then rose to leave, thanking the hostess for her hospitality. As she was departing, however, she turned to Krapivina saying:"Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted."
Whether or not Mrs. Krapivina understood these words is not known for certain, but other guests did not attach any special significance to them. Much to everyone’s amazement, though, Mrs. Krapivina, who was still young and in good health, suddenly became ill and died. Only then did the guests understand that the words, "Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted," foretold the death of Mrs. Krapivin. Seeing in Xenia this gift of clairvoyance and her meek and humble way of life, people began to realize that she was a true fool for Christ’s sake. Many residents of the Borough were sincerely happy to receive her in their homes and it was noticed that some sort of blessed peace and happiness always settled over any home that received her with sincerity. Mothers found that if the Blessed One fondled or rocked an ill child in its cradle, the child would always become well. So parents would hurry to Blessed Xenia with their children whenever she approached, convinced that if she blessed them, or even patted them on the head, they would remain healthy.
People gradually began to accept her strange behavior as some sort of sign from God and often, her behavior would be strange indeed. Two days before the Feast of the Nativity of Christ, in 1761, for example, Blessed Xenia ran anxiously along the cold and snow filled streets of the Petersburg Borough, loudly crying out:"Bake bliny (pancakes), bake bliny, soon all of Russia will be baking bliny!" As usual, no one could figure out the meaning of these strange words of the Blessed One, but on the day of the Feast, the Empress Elisabeth Petrovna reposed suddenly. When the terrible news spread through the city, it became clear to all that the Servant of God had been foretelling the death of the Empress.
Occasionally, Xenia would drop in to visit some friend or acquaintance, converse for a while, and then suddenly fall silent, as if listening to something. All at once, she would leap up and leave quickly. If the hostess asked why she was leaving and where she was going, the Blessed One would only wave her stick in the air and say, "I must hurry, I am needed there."
She possessed absolutely nothing except the rags on her back and often, upon arriving at the home of a friend, she would cheerfully announce, "Here is all of me." For a long time no one knew where the Blessed One spent her nights. The residents of the Borough were not the only ones to wonder about this, for the local police were also curious about the matter. Upon investigating they discovered that the elderly little woman spent her nights in an open field, praying and making prostrations in all four directions, and she did this no matter what the season or weather. It was a miracle of God that the Blessed One survived the severe St. Petersburg winters in this way. It happened at times that her nights would be spent in some other task. On one occasion in 1794, toward the end of Xenia’s long life, a new church was being built in the Smolensk Cemetery. Workers began to notice that, during the night, someone would haul mounds of brick to the top of the building where they were needed. The workers were amazed by this and resolved to find out who this tireless worker could be. By posting a watchman they were able to discover that it was the Servant of God, Xenia.
"It was necessary, -- says one writer, -- for her to possess either some super human power or to carry within herself such a strong spiritual fire, such a deep, undoubting faith with which the impossible becomes possible. When one considers God’s great saints, however, who performed such wondrous miracles by their faith, wonders incomprehensible to the human mind, we cannot consider the Blessed One’s ascetic feats as unprecedented or impossible for a person in the flesh. Xenia truly bore that faith with which all things are possible. While still living in her body, her soul always soared above this world, dwelling in a living, direct communion with God."
The Blessed One was always ready to help anyone in anyway possible. During the day she would wander about the streets, her face reflecting her internal spirit of meekness, humility and kindness by its warm, friendly glow. At night, in all seasons, she would go into a field and enter into conversation with God Himself. Finally the time came when Xenia was no longer to be found in the streets of the Petersburg Borough nor in the field; her radiant face shone no more amidst the rude shacks of the St. Matthias parish. God called His servant to rest from all her struggles and took her to Himself. Xenia was one of those candles which God lights on earth from time to time in order to light up the path of salvation for the faithful, as the Savior Himself had said, "Let your light so shine before men that they may see your good works and glorify your Father Which is in Heaven" and "If, therefore, your entire body is full of light, no part of it being in darkness, then the whole of it shall be full of radiance as when the bright shining of a candle gives off its light."

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Γερόντισσα Ξένη της Αίγινας, η Τυφλή Αγία



site analysis





Είναι γνωστή σε όλους τους Έλληνες η Μονή του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα. Πρόκειται για το μοναστήρι που ίδρυσε ο Άγιος του 20ου αιώνα με δέκα νέες που τον ακολούθησαν από την Αθήνα. Ανάμεσα σ αυτές ξεχώριζε η Χρυσάνθη Στρογγυλού μία τυφλή Κρητικοπούλα.
Γεννήθηκε το 1867 στα Χανιά της Κρήτης, όταν έβραζε η κρητική επανάσταση για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό. Σε ηλικία εννέα μηνών έχασε το φως της από μηνιγγίτιδα. Οι γονείς της Νικόλαος και Μαρία, ευσεβείς άνθρωποι την φώτισαν με το χριστιανικό φως. Έτσι όταν η τυφλή Χρυσάνθη ήρθε στην Αθήνα, φιλοξενήθηκε από ευσεβείς οικογένειες και χάρη στην πνευματική της καλλιέργεια αγαπήθηκε απ όλους. Πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία, στους Ταξιάρχες, στο Πολύγωνο. Φορούσε καλογερικά. Εκεί τη συναντούσε η Αικατερίνα Ματθοπούλου, ευσεβής και εύπορη. Ήταν νύφη του π. ΕυσεβίουΜατθοπούλου. Εκεί σύχναζε η ευσεβής κόρη όπου και εγνώρισε τον Άγιο Νεκτάριο, που είχε επισκεφθεί τον σπίτι της κ. Ματθοπούλου μετά από ένα μνημόσυνο. 
Από τότε η κ. Χρυσάνθη με μια ομάδα καλών κοριτσιών είχαν για πνευματικό τους πατέρα τον Άγιο Νεκτάριο. Οι πνευματικές συναντήσεις αυτές γίνονταν στο σπίτι της νύφης του π. Ευσεβίου Ματθόπουλου. Τις αφοσιωμένες αυτές καρδιές τις πυρπολούσε ο πόθος της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό. Το 1904 ο Σεβ. Νεκτάριος διάλεξε ένα μέρος στη θέση Ξάντος στην Αίγινα όπου υπήρχε άλλοτε η Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Εκεί αποφάσισαν να μείνουν ο Άγιος με τις 10 νέες.
Με την πνευματική διαύγεια που διέκρινε τον Άγιο, όρισε για ηγουμένη την τυφλή Χρυσάνθη που μετονομάστηκε Ξένη μοναχή.
Υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες πιστών Αιγινητών, όπου καταδεικνύεται ο θαυμαστός βίος, το προφητικό και προορατικό χάρισμα της γερόντισσας, όπως και η εκ μέρους των συμμοναζουσών της βαθιά εμπιστοσύνη και αφοσίωση ως προς την οσία. Οι ενθυμήσεις που έχουν διασωθεί είναι απολύτως χαρακτηριστικές, παραθέτουμε ενδεικτικά ορισμένες από αυτές:
«Ήταν η πρώτη ηγουμένη του Μοναστηρίου» έλεγε η Ευαγγελία Μπέση. «Αγία γυναίκα. Ήταν προικισμένη με πολλές αρετές. Εφάρμοζε κατά γράμμα τις συμβουλές του Σεβασμιότατου και βοηθούσε και τις αδελφές να τις εφαρμόσουν και αυτές. Την σέβονταν όλες. Είχε και θαυμάσιο ποιητικό τάλαντο. Ήταν θρησκευτική ποιήτρια. Έγραφε ύμνους στο Χριστό, στην Παναγία, στους Αγίους. Υπέροχη ψυχή. Άνθρωπος του Θεού». Παρεμφερής είναι και οι ενθυμήσεις του Σωτηρίου Οικονόμου, μαθητού του Αγίου Νεκταρίου στην Ριζάρειο Σχολή, διηγείται με έμφαση: «Αγία ψυχή! Μάλιστα απορώ πως δεν την ανακήρυξαν και αυτήν αγία». Η Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου αφηγήθηκε προσωπική της εμπειρία: «Ήταν Άγιος άνθρωπος! Χαριτωμένος. Είχε και χάρισμα προορατικό. Εκεί που είναι σήμερα το εξομολογητήριο, ήταν παλιά πορτίτσα μισή - μισή πάνω μισή κάτω.
- Καλημέρα Γερόντισσα, της έλεγα. -Καλώς την Πετρούλα, αποκρινόταν καλοσυνάτα. Όποιος και αν την πλησίαζε, δίχως φυσικά να βλέπει, ούτε μία ακτίνα φως, επικοινωνούσε μαζί του σαν να έβλεπε κανονικά. Λέτε και δεν ήταν τυφλή. Είχε χάρισμα...». Ιδιαιτέρως σημαντική είναι και η μαρτυρία της ανιψιάς της, Μαρίας Στρογγυλού: «Όταν προσευχόταν, νόμιζες πως δεν πατούσε στη γη! Ότι βρισκόταν στον ουρανό!»
Η Αιγινίτισσα μοναχή Νεκταρία έλεγε γι αυτή: «Ήταν αγία γυναίκα! Ευωδιάζουν τα οστά της! Πολλά βράδια στο απόδειπνο -αφού είχε κοιμηθεί ο Άγιος- έβλεπε ένα Γεροντάκι με το σκουφάκι του το μαύρο και περιφερόταν γύρω-γύρω, την ώρα της ακολουθίας. Δεν έβλεπε καθόλου. Αλλά τα πάντα «έβλεπε». Όταν έμπαινε στο Ναό έλεγε: -Γιατί παιδιά μου έχουν σκόνη οι Εικόνες αυτές; Μια μέρα μου είπε: -Γιατί Ζηνοβία φοράς τόσο κοντό φουστανάκι, αφού θα γίνεις μοναχή;»
Τον Άγιο τον ξενύχτησαν πολλοί στο Μοναστήρι. Η Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω και παρηγορούσε τον κόσμο που έκλαιγε. Το απόγευμα πριν κοιμηθεί ο Δεσπότης, οι καλόγριες πήραν τηλεγράφημα που έλεγε ότι πάει καλύτερα στο Αρεταίειο. Χάρηκαν. Η Ξένη όμως δεν χάρηκε. Τον είχε δει στην αυλή του Μοναστηριού και της είπε: -Ήρθα να σας χαιρετίσω. Αναχωρώ! Ύστερα από λίγη ώρα μάθαμε τα μαντάτα. Ο Δεσπότης κοιμήθηκε.
Στις εκατόν τριάντα έξι σωζόμενες επιστολές του αγίου Νεκταρίου, οι εκατόν δέκα περίπου αποστέλλονται προς την «οσιωτάτην εν Κυρίω αγαπητήν οσίαν Ξένην». Η οσία παρά την ασθενικήν της κράση εβίαζε τόσον εαυτήν προσευχομένη και νηστεύουσα, ώστε ο ίδιος ο άγιος να αισθάνεται την ανάγκη να της υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να εκθέτει την υγεία της σε κίνδυνο. Άλλοτε πάλι, της έγραφε «να ολιγοστεύση τα κομβοσκοίνια». Εκείνη, βεβαίως, πειθαρχούσε, διότι ήτο άνθρωπος υπακοής, εγνώριζε, εξ άλλου, καλώς τι θα απαντούσε ο άγιος όταν οποιαδήποτε μοναχή παρήκουε τις νουθεσίες του: «Φυλάξατε τας συνθήκας του αγίου σχήματος και τους νόμους Του».

Φωτο από τη μονή Αγίας Τριάδας, όπου μόνασε η Γερόντισσα (από εδώ). Εκεί είναι ο τάφος του αγ. Νεκταρίου.
Η ίδια είχε μεγάλη ευαισθησία και φόβο Θεού προκειμένου να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, ποτέ δεν μεταλάμβανε αν δεν έπαιρνε την ευλογία του αγίου. Είχε βαθιά ταπείνωση. Αρκεί να μνημονευθεί ότι όταν της έδιναν καινούργιο ράσο δεν επιθυμούσε να το φοράει καινούργιο, γι αυτό έκοβε ορισμένα τεμάχια και τοποθετούσε στην θέση του μπαλώματα, ώστε να φαίνεται παλαιό. Είχε διαυγή διάκριση και θεάρεστη υπομονή. Ο άγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος δια την πνευματική της σοφία και σύνεση, της έγραφε να γνωρίσει τις αδελφές «ότι οφείλουσιν άπασαι να εξαγορεύονται τους λογισμούς των εις αυτήν», άλλοτε πάλι, της έγραφε: «επιθυμώ ουδεμία των αδελφών πλην σου να διατάσση».
Ασκούμενη και αγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη έμπειρος εις τους όρους του μοναχικού πολιτεύματος. Αυτό φαίνεται και από μία επιστολή του αγίου, ο οποίος της έγραφε για μία αδερφή: «Υπομιμνήσκω αυτή τους όρους του μοναχικού πολιτεύματος. Πρώτον: Αυταπάρνησις. Ταύτη έπεται η εκκοπή του θελήματος και η υποταγή. Δεύτερον: Υπομονή και ταπείνωσις και τα παρεπόμενα ταις αρεταίς ταύταις. Και τρίτον: Προσοχή και διάκρισις» και εν συνεχεία της παραγγέλει: «Περί αυτών και περί των λοιπών του πολιτεύματος όρων να την διδάξεις συ». Η θεία Ηγουμένη Ξένη - έχουσα υπόψη της το «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» – εβίαζε τον εαυτόν της (όπως την καθοδηγούσε ο άγιος) μετά συνέσεως εν πάσι», «ώστε η πίστις, η ελπίς και η αγάπη προς τον Θεόν έβαινον καθ εκάστην τελειούμεναι». Άκουσε τα λόγια του Θεού και την διδασκαλία του αγίου πατέρα της. Αγωνιζόταν να δουλεύει για το Θεό και να έχει το νου της στο Θεό, και αυτά προσπαθούσε να εμπνεύσει και στις ψυχές των μοναζουσών της αδελφότητος, συνιστώντας σε αυτές την προσευχή, και την προσοχή. Μάλιστα, για να μην το ξεχνούν τις παρακινούσε κάθε μέρα να γράφουν στην παλάμη τους προσοχή και προσευχή. Επαναπαυόμενος ο άγιος από την αγιότητά της, της έδωσε εντολή να σταυρώσει με άγιο λείψανο μία αδερφή. Στη σκέψη της και στη γνώμη της, ο άγιος έδινε πολύ σημασία, γι αυτό της ανέθεσε εν λευκώ και κατά την κρίση της το πρόγραμμα της Μονής. Ακόμη και το κελλί του το έκτισε τελικά εκεί που είχε την γνώμη της να κτισθεί.
Αυτά είναι στην πνευματική σφαίρα συντελούμενα θαύματα, μια αγράμματος, στερούμενη και του φυσικού φωτός των ματιών, κατορθώνει να διοικεί μοναστική αδελφότητα και να προάγει αυτή πνευματικώς.
Η μοναχή Ξένη «είχε μία πηγαία ποιητική φλέβα, μια ευαίσθητη ψυχή που την λέπτυναν ακόμη περισσότερο ο πόνος και η πίστη. Αισθανόταν την ανάγκη να εκφράζει σε στίχους τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν, την αγάπη της για το Χριστό, την Παναγία, το δέος μπροστά στην φοβερή Δευτέρα Παρουσία, το φόβο για τις αμαρτίες της και τον κρυμμένο πόνο, για το βαθύ σκοτάδι που την έζωνε. Οι στίχοι που η τύφλωσή της της εμπνέει τρέμουν από στεναγμό, αλλά δονούνται από απαλή πίστη και απαλύνουν με την παρηγοριά που η ολόψυχη αφοσίωση στο Θεό μπορεί να δώσει». 

Εξομολόγηση της τυφλής 
Άνθρωποι, λυπηθείτε με για την κατάστασή μου,
και δεηθείτε του Θεού να σώσει την ψυχή μου.
Πιστεύσατε με αδελφοί, αλήθεια το λέγω,
Σε μένα επερίσσευσε το όνομα των έργων.
Αν θέλετε να μάθετε ποία η αρετή μου,
Λέγω, γυμνή παντός καλού υπάρχει η ψυχή μου.
Εστερημένη αρετών και κατακεκριμένη,
και πάσης αγαθότητος εγκαταλελειμένη.
Έχω πτωχείαν άπειρον, πληγάς και ασθενείας
Και κινδυνεύω να χαθώ εις βάθος απωλείας.
Έχω δεινήν αμέλειαν, μεγάλην οκνηρίαν,
Θυμόν υπερηφάνειαν, σκληρότητα, κακία.
Είμαι ψυχρά στην αρετήν, θερμή εις την κακία,
Ετοίμη εις τους γέλωτας και την πολυλογία.
Αντί της κατανύξεως έχω αναισθησία,
Αντί να κλαίω πάντοτε γελώ η τρισαθλία.
Αλλά υπάρχει κάτι τι, και όλα τα καλύπτει.
Ως πότε θα εξαπατώ τον κόσμο η αθλία,
Με τας ψευδείς μου αρετάς και την υποκρισία;
Όταν ο κόσμος με επαινεί, χαίρω και καμαρώνω
Και όταν με ελένγχουσι, λυπούμαι και θυμώνω.
Όσοι με εγνωρίσατε πρέπει να λυπείσθε,
και δάκρυα να χύνετε, όταν θα με ενθυμείσθε.
Παρακαλείτε τον Θεόν να με διαφωτίσει
Και δι ευχών σας αδελφοί, ελπίζω να με σώση,
Και εκ της δεινής κακίας μου να με ελευθερώσει..


Αυτή είναι η τυφλή Ηγουμένη ποιήτρια Ξένη. Είχε βαθιά ταπείνωση, διαυγή διάκριση και θεάρεστη υπομονή. Ο Θεός της χάρισε και ποιητικό τάλαντο. Δεν είναι βέβαια κάποια ξακουστή ποιήτρια. Τα απλά ποιήματά της όμως δροσερά αγριολούλουδα, κομμένα από τον καλλιεργημένο αγρό της ποιητικής της φύσης, συνθέτουν μία ωραία ανθοδέσμη, που θα διατηρεί αιώνια την ευωδία της, αφού αναφέρονται στον αιώνιο και Αμάραντο Ρόδο, την Παναγία Μητέρα του.
Μας θυμίζουν τα λόγια που είπε ο Μέγας Αντώνιος στον τυφλό Θεολόγο της Αλεξάνδρειας Δίδυμο: «Μην σε ταράσσει που δεν έχεις τους αισθητούς οφθαλμούς, αυτούς που έχουν και οι μύγες και τα κουνούπια. Χαίρε διότι έχεις οφθαλμούς, με τους οποίους και οι άγγελοι βλέπουν, με τους οποίους βλέπουμε το Θεό και το δικό του φως».
Μερικά ποιητικά θησαυρίσματα σαν της τυφλής αυτής κόρης, μπορούν να δώσουν μία αφορμή για βαθύτερες σκέψεις και αναζητήσεις. Είναι ένας μακρινός απόηχος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και του Καισαρίου Δαπόντε. Μια ζωντανή συνέχεια του θρησκευτικού δημοτικού στίχου. Και είναι πολύ συγκινητικό ότι και στη εποχή μας έχουμε τέτοια λουλούδια από την μοναχική ζωή, αλλά και τέτοια γυναικεία αναστήματα, πλάι στον άγια του αιώνα μας.
Κοιμήθηκε την 1η Νοεμβρίου του 1923.