Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

EΓΓΑΜΕΣ ΑΓΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ.



site analysis



Απόσπασμα από το άρθρο «Γάμος και αγιότητα στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο
Της Αμαλίας  Κ. Ηλιάδη 

Στόχος των βίων των εγγάμων αγίων της Μέσης βυζαντινής περιόδου είναι να υπαχθεί ο θεσμός του γάμου στον αυστηρό έλεγχο της Εκκλησίας. Μέσω της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβάλλουν οι έγγαμοι πιστοί για να μιμηθούν στη ζωή τους τούς εγγάμους αγίους, υποδεικνύεται από την Εκκλησία ο άλλος, εναλλακτικός δρόμος προς την αγιότητα: ο θεάρεστος έγγαμος βίος σε σχέση με το μοναχικό βίο που είναι και πιο συνηθισμένος δρόμος αγιοποίησης. Εξάλλου το «σύμπαν» των αγιολογικών κειμένων αντανακλά την οργάνωση της κοινωνίας και ανταποκρίνεται σε κοινωνικές ανάγκες της εποχής στην οποία αναφέρονται τα αγιολογικά κείμενα.



 Ειδικότερα για τη Μέση βυζαντινή περίοδο, ο ικανός αριθμός (34) των βίων των εγγάμων αγίων μαρτυρεί την έμφαση της κοινωνίας της εποχής αυτής στις οικογενειακές αξίες και κατ’ επέκταση στο θεσμό του γάμου. Μάλιστα οι περιπτώσεις οικογενειακής λατρείας ενός προσώπου που αργότερα και μετά από πολλές προσπάθειες αναγνωρίζεται ως άγιος ή αγία απ’ την επίσημη Εκκλησία είναι πολύ ενδιαφέρουσες.

ΑΓΙΑ ΘΩΜΑΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΣΒΟ.
Στο Βίο της Αγίας Θωμαΐδος της Λεσβίας, που διαδραματίζεται στην Μυτιλήνη και στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα, θίγεται ο ξυλοδαρμός των γυναικών απ’ τους συζύγους τους ως κοινωνική πληγή της εποχής. Οι γονείς της αγίας Θωμαΐδος ευτύχησαν στο γάμο τους και ο βιογράφος της αγίας τους ονομάζει «ζεύγος χρυσούν, ζεύγος τρισευδαίμον και μακάριον», ενώ η Θωμαΐδα ατύχησε στο γάμο της, ο οποίος απέβη αγκάθινο στεφάνι γι’ αυτή. Οι γονείς της, όντας ευκατάστατοι και ευσεβείς, την πάντρεψαν σε ηλικία 24 ετών με ένα νέο ονόματι Στέφανο. Η Θωμαΐδα, παρότι διακρινόταν ως ενάρετη, καλή και υποδειγματική σύζυγος και νοικοκυρά και δίχως να δίνει καμιά αφορμή, αντιμετώπιζε χείριστο τρόπο συμπεριφοράς εκ μέρους του συζύγου της. Ο ατυχής της γάμος ανάγκασε τους θλιμμένους γονείς της να αναχωρήσουν απ’ τη Μυτιλήνη για τα μέρη της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της, μετά από λίγο καιρό, πέθανε και η μητέρα της έγινε μοναχή και αργότερα ηγουμένη.
Ο σύζυγος της Θωμαΐδας, απ’ την φιλαργυρία και την πλεονεξία του, ειρωνευόταν και έβριζε την ευλάβεια και την φιλοστοργία της. Μάλιστα την χτυπούσε βάναυσα σ’ όλο της το σώμα. Στο τέλος η αγία πεθαίνει απ’ τα τραύματα που της προξένησε ο βάρβαρος σύζυγός της. Έζησε δεκατρία χρόνια μαρτυρικού συζυγικού βίου και πέθανε σε ηλικία 38 ετών. Τάφηκε στο μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η μητέρα της.
Η αντίθεση του φρονήματος της αγίας με το φρόνημα του συζύγου της, αναδεικνύει την υπομονετική γυναίκα σύζυγο και τις αρετές της ευλάβειας, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης και της φιλοστοργίας. Παράλληλα συνδέει, η αντίθεση αυτή, τον άνδρα σύζυγο με την ασέβεια, την φιλαργυρία, την πλεονεξία και την σκληρότητα. Το γεγονός αυτό, απ’ τη μια μεριά, ανυψώνει τη γυναικεία φύση και υπόσταση απέναντι στην ανδρική, αλλά απ’ την άλλη ο βίος της Οσίας Θωμαΐδος ως υπόδειγμα για τις έγγαμες γυναίκες της εποχής της, ενισχύει μια τάση παθητικότητας και υποταγής της γυναίκας, ακόμη και στις άδικες ή παράλογες συμπεριφορές του συζύγου της. Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από άλλες, πατερικές κυρίως πηγές, καθώς σύμφωνα μ’ αυτές, η διατήρηση, η ενίσχυση και η επιβίωση του θεσμού του γάμου, ως συνεκτικού ιστού της κοινωνίας, απαιτούσε θυσίες, υπομονή και ανεκτικότητα άνευ ορίων, κυρίως εκ μέρους των γυναικών που εισέρχονταν σ’ αυτόν.


ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Στο βίο της Οσίας Θεοδώρας της Θεσσαλονίκης που καταγόταν απ’ την Αίγινα και έζησε στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνος, ο μοναχισμός αποτελεί οικογενειακή υπόθεση καθώς όλα τα μέλη της οικογένειάς της κείρονται μοναχοί. Η αγία Θεοδώρα ήταν κόρη ιερέως, ο οποίος, μετά το θάνατο της συζύγου του, έγινε μοναχός. Η Θεοδώρα είχε μια αδελφή μοναχή και έναν αδελφό διάκονο τον οποίο σκότωσαν πειρατές σε επιδρομή τους στην Αίγινα. Επειδή έμεινε ορφανή σε μικρή ηλικία, την πήρε κοντά της η νονά της και σε συνεννόηση με τον πατέρα της την αρραβώνιασε μ’ ένα θεοσεβούμενο νέο. Μετά το θάνατο του αδελφού της, η Θεοδώρα και ο αρραβωνιαστικός της εγκαταλείπουν την Αίγινα και εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη για μια πιο ασφαλή ζωή χωρίς το φόβο των πειρατών. Εκεί, απ’ το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά, από τα οποία τα δύο πολύ σύντομα πέθαναν. Η Θεοδώρα πείθει το σύζυγό της ν’ αφιερώσουν το τρίτο τους παιδί στο Θεό και να το κείρουν μοναχή. Μετά το θάνατο του άνδρα της γίνεται και η ίδια μοναχή, όντας 25 ετών.

Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΩ
Η αγία Θεοφανώ, πρώτη σύζυγος του τετράγαμου αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ του Σοφού, ανακηρύχθηκε αγία για την αζηλοτυπία της, την αμνησικακία της, τις πολλές ελεημοσύνες της και την ανεξάντλητη υπομονή της απέναντι σ’ ένα σύζυγο που την απατούσε και την παραμελούσε. Ως πρότυπο υπομονετικής συζύγου, υπέμεινε αυτήν την κατάσταση του προβληματικού γάμου της επί δώδεκα έτη και μετά το θάνατό της, ο αυτοκράτορας σύζυγός της, πιθανώς, για να εξιλεωθεί απ’ τις τύψεις του για την μοιχεία που διέπραττε εις βάρος της, έκτισε προς τιμήν της ναό κοντά στην εκκλησία των αγίων Αποστόλων.

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΝΕΑ.

Στην περίπτωση της οσίας Μαρίας της Νέας η αγιότητα καθίσταται οικογενειακή υπόθεση και οικογενειακή παράδοση. Μετά το θάνατό της η Μαρία παρουσιάζεται πολλές φορές στον ύπνο του συζύγου της Νικηφόρου, που όταν ήταν εν ζωή την ξυλοκοπούσε ανελέητα, για να του πει να επιμεληθεί την ανέγερση ναού προς τιμήν της. Μερικοί μοναχοί όμως, παρακινημένοι από φθόνο και ζήλεια, καθώς αναφέρει ο βίος της, αντιτάσσονταν στην πρόθεση του συζύγου της να της κτίσει ναό, υποστηρίζοντας πως δεν είναι δυνατό να ζει κανείς στον κόσμο, να κρεοφαγεί, να χαίρεται τις συζυγικές ηδονές και παράλληλα να θαυματουργεί, όταν οι μοναχοί, στερούμενοι όλων των ευχαρίστων, κακουχούμενοι και θλιβόμενοι πάντοτε σε όλα, νύχτα και ημέρα προσευχόμενοι, παρόλα αυτά δεν αξιώνονται τέτοιων χαρισμάτων. Αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αγίους που προέρχονται απ’ το μοναχικό βίο και σε αγίους που προέρχονται απ’ τον «κοσμικό» βίο αίρεται, τελικά, από την επιτέλεση θαυμάτων εκ μέρους της αγίας, της οποίας τους συζυγικούς ξυλοδαρμούς δε λάμβαναν υπόψη, απ’ τη σκοπιά τους, οι παραπάνω μοναχοί, και αναφέρονταν μόνο στις ηδονές του συζυγικού βίου, φέρνοντας εμπόδια στην αγιοποίησή της.
Τελικά η Μαρία η Νέα αγιοποιείται λόγω της επιμονής του συζύγου της να της ανεγείρει ναό για να εξιλεωθεί απέναντι της και απέναντι του Θεού για την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Το έγκυρο της αγιότητάς της επιβεβαιώνεται με την πάροδο του χρόνου απ’ την εξέλιξη της ζωής των δυο παιδιών της: ο ένας γιος της ο Βαάνης μεγαλώνοντας ανήλθε σε υψηλά αξιώματα και παντρεύτηκε επιφανή γυναίκα. Μιμήθηκε τον βίο της μητέρας του: ήταν ανδρείος στο σώμα και πολύ περισσότερο ανδρείος στην ψυχή. Τα χρήματά του τα μοίραζε στους συστρατιώτες του, στους οποίους ήταν προσφιλής και «περίδοξος». Καθημερινά διάβαζε την ακολουθία των Ωρών και το Ψαλτήρι και κάθε βράδυ, μετά το απόδειπνο, παράκληση στην Παναγία. Όταν ασθένησε ήρθε στην Κωνσταντινούπολη όπου συναντήθηκε με τον αδελφό του Συμεών, που είχε γίνει μοναχός στο όρος του Κυμινά και τον έκειρε μοναχό ονομάζοντάς τον Μαρίνο. Ο Συμεών, όντας φυγόδοξος και μοναχικός, περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο. Αργότερα έγινε ιερέας, εφαρμόζοντας στη ζωή του το «Αγίας μητέρας άγιος βλαστός».

Οι βίοι των παντρεμένων αγίων της μέσης βυζαντινής περιόδου (7ος-10ος αιώνας) στηρίζουν και ταυτόχρονα κλονίζουν το θεσμό του γάμου. Τα δύο αυτά αντιφατικά φαινόμενα παρατηρούνται ταυτόχρονα και κατά περιπτώσεις: κάποιοι βίοι στηρίζουν με τις διηγήσεις τους το γάμο και κάποιοι άλλοι κλονίζουν τον ίδιο θεσμό, ιδιαίτερα όταν ο άγιος εγκαταλείπει γυναίκα και παιδιά για να ακολουθήσει, απερίσπαστος, το μοναχικό βίο. Εξάλλου, οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις είναι εγγενές στοιχείο της βυζαντινής κοινωνίας της μέσης περιόδου που εντοπίζεται σε πολλά επίπεδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου