Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

"Η ψυχή αυτής εν αγαθοίς αυλισθήσεται" (Ψαλμ. ΚΔ΄, 13) Σεπτή Γερόντισσα, Μοναχή Μαριάμ- Ηγουμένη της Ιεράς Νέας Μονής (1922- +2014)



site analysis


Του Γεωργίου Φωτ. Παπαδόπουλου- Κήρυκα του θείου λόγου

Η μετάνοια είναι δώρο του Θεού. Είναι Μυστήριο και ο άνθρωπος που, ενσυνείδητα θα την ενστερνιστεί, νεκρώνει τα πάθη τα επί της γης και μετατρέπεται σε σκεύος εκλογής, σε επίγειο άγγελο του Θεού. Το δώρο αυτό, της θείας χάριτος, ελκύεται από την πίστη. <<χάριτι Θεού εστέ σεσωσμένοι διά της πίστεως>> (Εφεσ. Β΄, 8). Τι είναι, όμως, η πίστη ? Ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος, μας ερμηνεύει: <<πίστις εστίν υπόστασις ελπιζομένων, έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων>> (Εβρ. ΙΑ΄, 1). Πίστη είναι το ότι υφίστανται -ουσιαστικά και υπαρκτά- εκείνα, πνευματικά και ψυχικά, τα οποία είναι πρόξενοι της -κατά Θεόν- βιωματικής ελπίδας. Είναι το να επιβάλλεσαι και να εξουσιάζεις πράγματα που υπάρχουν, τα νιώθεις και τα αισθάνεσαι, γνωρίζεις ότι υπάρχουν, αλλά δεν μπορείς να τα δεις. 

Ένα τέτοιο σκεύος εκλογής του Θεού, ένας τέτοιος επίγειος Άγγελος, ήταν και η μακαριστή Γερόντισσα της Νέας Μονής, Μοναχή Μαριάμ, η οποία κατέλιπε τα επίγεια και φθαρτά για να συναντήσει τον Κύριο που, τόσα χρόνια λάτρευε και υπηρετούσε, που ζούσε γι΄ Αυτόν, προς τα αιώνια και άφθαρτα.

Όπως, πολύ σωστά και εμπνευσμένα, την αποχαιρέτισε ο Σεβ. Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Χίου κ. Μάρκος, με μια καλλικέλαδη Ορθοδοξότατη προσλαλιά –που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον, από άμβωνος λόγο, ενός Ιερού Χρυσοστόμου ή ενός Μεγάλου Βασιλείου– επισημαίνοντας ότι, η Γερόντισσα Μαριάμ δεν απέθανε τώρα. Απέθανε πριν από 57 χρόνια, όταν ενδύθηκε το Μοναχικό και Αγγελικό Σχήμα, απαρνούμενη τα του κόσμου τερπνά αλλά εφήμερα και ψυχοφθόρα. Σήμερα αναστήθηκε για να μεταβεί στην όντως ζωή, διότι δεν υπάρχει τέρμα στον τάφο, υπάρχει ένα νέο ξεκίνημα που οδηγεί στην μακαριότητα και στην κατάργηση του χρόνου. Ο θάνατος καταπατήθηκε, με την Ανάσταση του Κυρίου και έχει, πλέον, πρόσκαιρο χαρακτήρα. <<Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος>> (Α΄ Κορινθ. ΙΕ΄, 26). Όπως ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος, έτσι και ο θάνατος είναι ένας μεγάλος ύπνος. Γι΄ αυτό και τα νεκροταφεία αποκαλούνται κοιμητήρια. Κατά την Δευτέρα Παρουσία <<πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής Αυτού (του Κυρίου)>> (Ιωαν. Ε, 28) και <<οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον>> (Α΄ Θεσσ. Δ΄, 16). 

Τις ημέρες που η Αγία μας Εκκλησία εόρταζε μεγάλους Πατέρες και Μοναχούς, τα διαμάντια της Ορθοδοξίας μας: τον Άγιο Αντώνιο, τους Αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο, τον Άγιο Μακάριο, τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, τον Άγιο Ευθύμιο, τις ίδιες εκείνες ημέρες, ευδόκησε ο Θεός να μεταστεί η Οσία μητέρα Μαριάμ στην αγκαλιά του Θεού. 

Η μακαριστή Γερόντισσα είχε νιώσει με τα αισθητήρια της ψυχής της πολλά <<θεοσημεία>> εν ζωή, σημάδια θεϊκά, θαυμαστά και υπερφυσικά. Αρκετά μας είχε αποκαλύψει και διηγηθεί. Προσωπικά είμαι σίγουρος ότι, <<όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου>> (παράβαλε στο Γαλ. Δ΄, 4), ο πανάγαθος και παντοδύναμος Θεός θα δείξει και τα θαυμαστά εκείνα <<σημεία τοις πάσιν>> (Πραξ. Δ΄, 16) που έχουν να κάνουν με τη Γερόντισσα.

Ο τόπος της Ι. Νέας Μονής ανέδειξε και αναδεικνύει μέχρι σήμερα Αγίους. Από τώρα και στο εξής έχουμε άλλη μια πρέσβειρα στον Θεό, να μεσιτεύει για εμάς.

Οσία μητέρα Μαριάμ, σεπτή Γερόντισσά μας, μνημόνευε υπέρ ημών των αμαρτωλών. Μνημόνευε για την Ιερά Νέα Μονή σου, για την Ορθοδοξία μας, τη Χίο, την πατρίδα μας, Ελλάδα. Αμήν.-
----------------------------

«Μέ τά τσαρούχια στόν Παράδεισο» ἡ Γερόντισσα τῆς Νέας Μονῆς Χίου Μαριάμ

Τίς ἐλάχιστες αὐτές ὀφειλετικές σκέψεις τῆς πολλαπλῶς εὐγνωμονούσης... καρδίας, ἐχάραξα γονυκλινῶς ψυχῇ τε καί σώματι, μή δυνάμενος νά μεταβῶ γιά νά συμπροσευχηθῶ στήν μυροβόλο Χίο τήν «προκαθημένη τῆς εὐσεβείας» κατά τόν μακαριστό Ποιμενάρχη της Χρυσόστομον εἰς τόν ὁποῖον καί ἀνήκουν οἱ λέξεις τοῦ τίτλου.

Ὁ ἀλήστου μνήμης Ἀρχιερεύς διαμένων κατά διαστήματα εἰς τήν ἱστορικήν Νέαν Μονήν, ὑπεραγαπῶν αὐτήν, εἶχε διατυπώσει καί ὁμολογήσει τήν πεποίθησή του πρό τεσσαράκοντα περίπου ἐτῶν, λέγων: «Ἡ Γερόντισσα εἶναι ἀπό τώρα μέ τά τσαρούχια στόν Παράδεισο»!

Συχνά ἐκείνη, τότε, τόν ἔβλεπε καί τόν ἄκουγε –ὅπως μοῦ εἶπε ἐπ’ ἐσχάτων ἡ ἰδία, καθήμενον καί μελετοῦντα ὄπισθεν τοῦ Ἁγίου Βήματος τοῦ Καθολικοῦ– νά τήν στηρίζει, ὑψώνων τό χέρι καί λέγοντας –Χρυσόστομος ὤν– τό Χρυσοστομικόν «Ζεῖ Κύριος ὁ Θεός»!

Ἡ σεπτή Καθηγουμένη Μαριάμ, κατά κόσμον Δέσποινα Μανιοῦ, γεννήθηκε τό 1922 στόν Μεσαγρό τῆς Λέσβου, ἕν ἀπό τά ὄμορφα χωριά τοῦ κόλπου τῆς Γέρας πού μνημονεύει ὁ Ἑλύτης στό Ἄξιον Ἐστί, ἀπό τόν Γεώργιο καί τήν Μαγδαληνήν ἡ ὁποία ἠκολούθησε τήν κόρη της καί κοινοβίασε στήν Νέαν Μονήν.

Ἡ Γερόντισσα Μαριάμ τό 1958, μαζί μέ τίς πρῶτες ἐξαδέλφες τήν μετέπειτα Μοναχήν Ματρώνα Χάλακα καί Βενετία Χάλακα ἀπό τό Παλαιοχώρι Λέσβου, τήν Προκοπία-Καλλιόπη Βερβερέλλη ἀπό τήν Μυτιλήνη καί ἄλλα εὔοσμα ἄνθη τῆς εὐλογημένης ἐρήμου –πού δέν εἶναι κατ’ ἀνάγκην τόπος ἀλλά τρόπος ζωῆς– μεταφυτεύθηκε ἀπό τόν Θεῖον Κηπουρόν ἀπό τόν Μεσαγρόν εἰς τόν... Ἀγρόν τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων τῆς κατά Χίον Στρατευομένης Ἐκκλησίας• κατ’ ἀρχήν εἰς τήν Μονήν Ἁγίας Σκέπης, κοντά στό Χαλκειός, ὅπου ἐμόνασε μία ἁδρή πνευματική φυσιογνωμία τοῦ περασμένου αἰῶνος, πού ὄργωσε τό γεώργιον τοῦ Θεοῦ στήν γείτονα Λέσβον, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Κορνήλιος Μαρμαρινός, Γέροντας μεταξύ ἄλλων τῶν μακαριστῶν Πλωμαριτῶν Μητροπολιτῶν Μηθύμνης Ἰακώβου Μαλλιαροῦ καί Χίου Χρυσοστόμου Γιαλούρη.

Ἐκεῖ ὑπετάγη τό πρῶτον ἡ ἀείμνηστη Γερόντισσα καί ὅταν ἀργότερα ὁ δυναμικός Μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων Φωστίνης μετέτρεψε τήν Νέαν Μονήν –τήν Μονή Μετανοίας τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ὅπου μάλιστα σώζεται πρακτικό τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τό ὁποῖον ὑπογράφει «Ὁ Γραμματεύς τῆς Μονῆς Νεκτάριος Κεφαλᾶς»– ἀπό ἀνδρώα σέ γυναικεία λόγῳ λειψανδρίας, τήν ἐτοποθέτησεν ἐκεῖ, μαζί μέ τίς συμπατριώτισσές της Μοναχές Ματρώνα καί Προκοπία, οἱ ὁποῖες προανεφέρθησαν κ.ἄ.. Ἡ Μονή Ἁγίας Σκέπης ἔχει σήμερα πλήρως ἀνασυγκροτηθεῖ, χάρη στήν ἀνύστακτη φροντίδα τοῦ Πνευματικοῦ π. Νεκταρίου Ἐπιτροπάκη.

Ἡ Γερόντισσα Μαριάμ εἶχεν ὡς κύρια στοιχεῖα τήν εὐλογημένην ἁπλότητα, τήν ἀφοπλιστικήν ἁπλοϊκότητα –πού ἴσως σέ κάποιους νά ἐφαίνετο ὑπερβολική, πόσον ὅμως πάντοτε δικαιωνόταν– καί πρό πάντων τήν πλήρη ἐμπιστοσύνη της εἰς τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐφήρμοζεν ἐμπράκτως τήν δυναμική-δυναμιτιστική φράση «...πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Φρυκτωρός τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως εἰς τήν περίοπτον ἔπαλξή της, ἔδινε μαρτυρία Χριστοῦ Ἐσταυρωμένου κάθε λεπτό!

Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός καί τήν ἐγνώρισα πρό δεκαετιῶν, εὑρισκόμενος εἰς τήν τρυφεράν ἡλικίαν τῶν ἐννέα μόλις ἐτῶν, τότε πού ὅλα ἀποτυπώνονται στό καθαρό μέταλλο τῆς καρδιᾶς. Θυμοῦμαι, παιδάκι καθώς ἤμουν, μπῆκα ἕνα μεσημέρι στό κελλάκι της.

Ἦταν πρόχειρα ξαπλωμένη σ’ ἕνα ντιβανάκι καί στήν ἀγκάλη της εἶχε τόν Ἐσταυρωμένο Κύριο. Πόσο ἐντυπωσιάσθηκα καί διδάχθηκα!.. Τούς πάντας ἐστήριζε μέ τόν βιωματικό λόγο της. Πόσον ὅμως ἐδίδασκε μέ τό ἄφωνο πλήν τόσον εὔγλωττο κήρυγμα τοῦ παραδείγματός της... Ἀρκοῦσε, ὅπως ἀναφέρεται στά συναξάρια τῶν ἁγίων, νά τήν ἀντικρύσεις μόνο, γιά νά διδαχθεῖς!

Τά τελευταῖα ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς της –ὅταν τό βάρος τῶν ἐννέα καί πλέον δεκαετιῶν ἦτο δυσβάστακτο στούς ἀποστεωμένους ὤμους της– εἶχε τήν καθημερινήν υἱκή φροντίδα καί ἀγάπη διαφόρων εὐλαβῶν ἀνθρώπων, μέ κεντρικό πρόσωπο τόν Ἀρχιμανδρίτη Διονύσιον Παπανικολάου ἐφημέριο καί Πνευματικό τῆς Νέας Μονῆς.

Ὁ ἐξαίρετος αὐτός κληρικός μέ αὐταπαρνητικήν ἀφοσίωση παιδιοῦ πρός μητέρα, τήν ἀνέψυχε πολυμερῶς τε καί πολυτρόπως –στοιχούμενος τῷ μακαριστῷ Ποιμενάρχῃ του Μητροπολίτῃ Χίου κυρῷ Διονυσίῳ καί τῷ ρέκτῃ νῦν Ἀρχιθύτῃ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας Μητροπολίτῃ Χίου Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κυρίῳ Μάρκῳ– ἕως ὅτου τό Σάββατο 18 Ἰανουαρίου 2014 ἡ σεπτή Γερόντισσα πλήρης ἀγωνιστικῶν ἡμερῶν καί προσευχητικῶν νυκτῶν ἔκλεισε τά μάτια τοῦ ἀσθενικοῦ σώματος εἰς τήν γῆν, ἀνοίγοντας διάπλατα τά μάτια τῆς ρωμαλέας ψυχῆς της εἰς τόν Οὐρανόν κι ἐνατενίζουσα πλέον τόν λατρευτόν Νυμφίο της Χριστόν ὁ Ὁποῖος τήν εἶχεν ἀξιώσει παραδεισίων γλυκασμῶν, ἐνῶ ἐκείνη ἀκόμη εὑρίσκετο ἀνάμεσά μας!..

Τί θαυμαστόν, ἐκοιμήθη τήν ἡμέρα Μνήμης τοῦ Καθηγητοῦ τῆς ἐρήμου Ἀντωνίου, τόν ὁποῖον ὑπερηγάπα καί συχνά ἐπεσκέπτετο εἰς τό γραφικό ἐκκλησάκι του, κάτω ἀπό τήν Μονήν! Ὁ Μέγας αὐτός Ὅσιος τήν εἰσόδευσε –μετά τοῦ μακαρίου Ἀγγέλου της– ἀσφαλῶς θριαμβευτικῶς εἰς τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ «ἔνθα ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀνέκφραστος ἠδονή τῶν καθορώντων τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου τό κάλλος τό ἄρρητον»!

Γερόντισσα, ἁγία Καθηγουμένη Μαριάμ, βάζοντας τρεῖς ἐδαφιαῖες μετάνοιες εἰς τό Ἱερό Σκήνωμά σου, κατασπάζομαι τήν εὐλογημένη δεξιά σου καί ἀποθέτω στά κράσπεδα τοῦ τετιμημένου ράσου σου τίς φτωχικές τοῦτες σκέψεις τῆς... καρδίας, τήν ὁποίαν κατακλύζουν αἰσθήματα βαθυτάτου σεβασμοῦ καί παντοειδοῦς εὐγνωμοσύνης.

Εὔχου θεοπειθῶς ὑπέρ πάντων ἡμῶν• Ἀμήν.

Ἐμμανουήλ Μελινός

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η Οσία Πελαγία Ιβάνοβνα του Ντιβέέβο(+30 Ιανουαρίου)



site analysis


To όνομά της ήταν Πελαγία Ιβάνοβνα Σερεμπρενίκοβα γεννήθηκε τον Όκτώβριο του 1809 . στο Άρζαμα της Ρωσίας. Οί γονείς της, Ίβάν Ίβάνοβιτς Σουρίν, έμπορος στο επάγγελμα και ή μητέρα της Παρασκευή Ίβάνοβνα Μπεμπέσεβα, απόκτησαν αλλά δυο παιδιά, τον Ανδρέα και τον Ιωάννη. Ό Ίβαν έφυγε γρήγορα από το μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας την Παρασκευή σε νεαρή σχετικά ηλικία μόνη με τα τρία της παιδιά. Ή τελευ­ταία ξαναπαντρεύτηκε με τον Αλεξέι Νικήτιτς Κορόλεφ, άνθρωπο αυστηρό και ανάλγητο- μια συμπεριφορά πού ακολουθήθηκε και από τα παιδιά της πρώτης του γυναί­κας, κάνοντας τη διαβίωση μέσα στο σπίτι για την Πελαγία και τ' αδέλφια της σωστό μαρτύριο. Μικρή ακόμα ή όσια αρρώστησε βαριά, για να μείνει στο κρεβάτι για μεγάλοχρονικό διάστημα. Όταν επιτέλους σηκώθηκε ήταν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Ενώ προηγουμένως ήταν εξαιρετικά έξυπνη με πλήρη διαύγεια πνεύματος, τώρα άρχισε να κάνει διάφορες ανοησίες. "Εβγαινε χειμωνιάτικα στον κήπο, σήκωνε τη φούστα της, στεκόταν στο ένα πόδι και στροβιλιζόταν γύρω-γύρω σαν μπαλαρίνα, βγάζοντας ταυτόχρονα ακατανόητες κραυγές. Τη μάλωναν και την έδερναν χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όπως ή ίδια ή μητέρα της αφηγήθηκε χρόνια μετά, είχε υποπτευθεί ότι από τότε ή Πελαγία πήρε την κλίση για τη σαλότητά της, παρόλο πού τότε αυτό ήταν ότι χειρότερο για την ήδη ταλαιπωρημένη οικογένεια. 
Μετά από όλα αυτά ή μητέρα της αποφάσισε να ξαναεπισκεφτεί τον όσιο Σεραφειμ στο Σαρώφ. Εκεί του ανάφερε τα γεγονότα από την τελευταία τους επίσκεψη μέχρι τη μέρα εκείνη και ζήτησε τη συμβουλή του. Ό γέροντας άφοϋ άκουσε προσεχτικά όσα ή πονεμένη μάνα του είπε, τη συμβούλεψε να μην δένουν την Πελαγία, αλλά να την αφήσουν ελεύθερη ν' ακολουθήσει το θεάρεστο δρόμο της. Από τη μέρα εκείνη δεν την εμπόδιζαν να κάνει ό,τι αύτη ήθελε. "Ολες σχεδόν τις νύχτες τις περνούσε στο προαύλιο του ναού, οπού στο ύπαιθρο προσευχόταν όλονυκτίς με κατανυκτικότατα δάκρυα. Τις μέρες ντυμένη με κουρέλια γυρνούσε στους δρόμους οπού ουρλιάζοντας καλούσε τους πάντες στην αγάπη του Θεού.
 Πέρασαν έτσι τέσσερα χρόνια.Το 1837, όταν κοιμήθηκε ό όσιος Σεραφείμ, τη συνάντησε στο δρόμο ή γερόντισσα Ίουλιανή Γρηγορίεβα, μοναχή στο μοναστήρι του Ντιβέγεβο, πού διακρινόταν για το προορατικό της χάρισμα και ζήτησε από τη μητέρα της Πελαγίας να της δώσει άδεια να την πάρει μαζί της. Ετσι και έγινε. Πριν φύγουν από το σπίτι ή Πελαγία έκανε εδαφιαία μετάνοια στους συγγενείς της και τους είπε: «Συγχωρέστε με, για την αγάπη του Χρίστου. Δεν θα ξαναγυρίσω κοντά σας ώσπου να πεθάνω».
Στο Ντιβέεβο συνέχισε την αλλόκοτη συμπεριφορά της.Άλλες αδελφές τη σεβόνταν και την εκτιμούσαν,άλλες τη φοβούνταν,άλλες την κορόιδευαν,μερικές μάλιστα την χτυπούσαν

Απ'όταν ακόμα ήταν στη ζωή έκανε πολλά θαύματα.Έτσι θεράπευσε τον καλλιτέχνη Μ.Π.Πετρώφ του οποίου το χέρι είχε παραλύσει.Εσβησε από μακριά μια φωτιά,ενώ πολλοί την έβλεπαν στον ύπνο τους και κατόπιν τους θεράπευε.Τέσσερα χρόνια πριν από την κοίμησή της προφήτεψε ότι ο ιακωβινισμός και η τρομοκρατία θα εξαπλωθούν στη Ρωσία και ότι θα σκοτώσουν τον τσάρο Αλέξανδρο τον Β για τον οποίον έκλαιγε και προσευχόνταν ασταμάτητα.Μετά από 20 χρόνια σκληρής ζωής εμφανίστηκε στον ύπνο της ο Άγ.Σεραφείμ του Σαρώφ και την προέτρεψε να αποτραβηχθεί στο κελί της,αποφεύγοντας τους ανθρώπους.Εκεί ζούσε κλαίγοντας και προσευχόμενη.Τρεφόνταν κυρίως με μαύρο ψωμί από το οποίο εφτιαχνε μικρές μπαλίτσες τις οποίες χρησιμοποιούσε ως κομποσχοίνι λέγοντας την ευχή του Ιησού.
Νιώθοντας το θάνατο της λίγες μέρες πριν κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έβαλε μετάνοια σ' όλες τις αδελφές της μονής. Αυτό έγινε το Σαββάτο 28 Ιανουαρίου 1884. Στις 1.45 το πρωί της Δευτέρας 30 Ιανουαρίου, ή Πελαγία Ίβάνοβνα, άφησε την τελευταία της πνοή και ή πολυταλαιπωρημένη της ψυχή πέταξε στον ουρανό, στα χέρια του Νυμφίου της Χρίστου. Την έντυσαν με τα ρούχα πού ή ιδία αρεσκόταν να φορά. Μιαν άσπρη μπλούζα, ένα σαραφάν, ένα μάλλινο σάλι και το κεφάλι της το τύλιξαν μ' ένα άσπρο μεταξωτό μαντήλι. Την έβαλαν σ' ένα φέρετρο κυπαρισσένιο και έμεινε έτσι στο κελί της για εννιά μέρες, διάστημα κατά το όποιο έκαναν τριάντα έως σαράντα τρισάγια ημερησίως και έψαλλαν συνεχώς από το ψαλτήρι.
Την έθαψαν πίσω από το ιερό του ναού της Αγ.Τριάδος όπως είχε η ίδια προφητέψει επτά χρόνια πριν.Η μνήμη της τιμάται στις 30 Ιανουαρίου


ΠΗΓΗ.ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η Αγία Μάρτυς Νεονίλλα η εκ Παμφυλίας



site analysis



Η Αγία Νεονίλλα καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Παμφυλίας. Ο ακριβής τόπος της γεννήσεώς της δεν αναγράφεται στο Συναξάριό της. Πολύ νέα παντρεύτηκε αλλά λίγα χρόνια μετά τον γάμο της, στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών, έμεινε χήρα. Οι πειρασμοί πολλοί για την ηλικία της. Με τη θερμή όμως πίστη και την αγάπη της στον Χριστό αντιμετώπιζε σθεναρά κάθε δοκιμασία. Η σεμνότητα, η ευγένεια, η αριστοκρατική συμπεριφορά της αλλά και η όχι ευκαταφρόνητη περιουσία της προσείλκυσε το ενδιαφέρον κάποιων. Η στάση της όμως τους απογοήτευσε. Από την όλη συμπεριφορά της αντιλήφθηκαν ότι είναι χριστιανή. Έτσι, όταν άρχισε ο νέος διωγμός των χριστιανών επί Διοκλητιανού, η Νεονίλλα καταγγέλθηκε στις αρχές.
Τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στο δικαστήριο. Η ομολογία της ότι πιστεύει στον Χριστό ως τον μόνον αληθινό Θεό και δεν δέχεται να προσφέρει θυσία σε ψεύτικους και ανύπαρκτους θεούς, τους οποίους εκπροσωπούν τα είδωλα, εξόργισε τον δικαστή. Όταν το ψυχολογικό μαρτύριο με τις κολακείες και τις υποσχέσεις, για να πεισθεί να δείξει έστω κάποιον σεβασμό στον αυτοκράτορα και τους θεούς, στους οποίους κι εκείνος πιστεύει, δεν έφερε αποτέλεσμα, ο δικαστής παρέδωσε τη γενναία αθλήτρια του Χριστού στους δήμιους. Είναι απερίγραπτα και ανατριχιαστικά τα βασανιστήρια που είχαν εφεύρει οι ειδωλολάτρες διώκτες των χριστιανών.
Σε κάποια από αυτά υπέβαλαν και τη Μάρτυρα Νεονίλλα. Είναι καταπληκτικό το θάρρος με το οποίο αντιμετώπιζε το κάθε νέο μαρτύριο, που ήταν σκληρότερο από το προηγούμενο. Μετά τα ραπίσματα, που δέχτηκε στο πρόσωπο, την ρίχνουν στο έδαφος. Της δένουν τα άκρα με σχοινιά και τεντώνουν το σώμα της. Σχίζουν το δέρμα της σε λουρίδες και τη γδέρνουν. Ποιός αντέχει σε τέτοιο θέαμα; Η Μάρτυς με προσηλωμένα τα μάτια και την ψυχή της στον Ουρανό αντλεί από τον Αγωνοθέτη Χριστό τη δύναμη να αντέξει το φοβερό μαρτύριο. Οι δήμιοι, για να κάνουν φρικτότερους τους πόνους, κόβουν τα πέλματα των ποδιών της και την κρεμούν από τα μαλλιά της σε ξύλο. Αφού συνέχισαν με άλλα μαρτύρια άναψαν μεγάλη φωτιά και την έρριξαν μέσα να την κάψουν. Στο τέλος την έδεσαν μέσα σε τσουβάλι και την καταπόντισαν στη θάλασσα. Έτσι η Αγία Νεονίλλα έλαβε το φωτοστέφανο του Μαρτυρίου και προστέθηκε στη χορεία των εκατομμυρίων νικηφόρων αθλητών της πίστεως[1].
Η μνήμη της τιμάται την 27η Ιανουαρίου.
AgiaNeonili1
Απολυτίκιον
Ήχος δ΄. Κατεπλάγη Ιωσήφ.
Η αμνάς σου Ιησού, κράζει μεγάλη τη φωνή· Σε Νυμφίε μου ποθώ, και σε ζητούσα αθλώ, και συσταυρούμαι και συνθάπτομαι τω βαπτισμώ σου· και πάσχω διά σε, ως βασιλεύσω συν σοι, και θνήσκω υπέρ σου, ίνα και ζήσω εν σοι· αλλ’ ως θυσίαν άμωμον προσδέχου, την μετά πόθου τυθεισάν σοι. Αυτής πρεσβείαις, ως ελεήμων, σώσον τας ψυχάς ημών.
Κοντάκιον
Ήχος δ΄. Επεφάνης σήμερον.
Των λαμπρών αγώνων σου ω Νεονίλλα, η αγία σήμερον, μνήμη επέστη τας ψυχάς, των ευσεβών κατευφραίνουσα, Αθληφόρε, μαρτύρων αγλάισμα.
Μεγαλυνάριον
Την Νεονίλλαν προς τον Χριστόν, πρεσβείαν ποιήσαι, ικετεύομεν εκτενώς, μηχανάς αθέων, εν τάχει διαλύσαι, φωτίσαι δε τα έθνη, σοφία Χάριτος.

1. SYNAXARIUM CONSTANTINOPOLITANUM σελ. 428.
Πηγή: Επισκόπου Σωτηρίου Τράμπα· Μητροπολίτου Πισιδίας, Αθλητές στεφανηφόροι· Πισιδίας Παμφυλίας Λυκίας της Μικρασίας, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2010.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Οἱ μητέρες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν



site analysis



Αρχιμ. Μελέτιος Βαδραχάνης

Όποιος μελετά τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών διαπιστώνει ότι οι μεγάλοι παιδαγωγοί εις την εν Χριστώ ζωή και στη σμίλευση κατά Θεό της προσωπικότητάς τους υπήρξαν κυρίως οι άγιες μητέρες τους. Αυτές υπήρξαν σαρκικές μητέρες αλλά και πνευματικές. Αυτές τους κυοφόρησαν, τους γέννησαν, τους ανέθρεψαν, τους στήριξαν με τις προσευχές τους, τις συμβουλές τους, το παράδειγμά τους. Στο βίο των Τριών Ιεραρχών δεν βρίσκουμε γέροντες και πνευματικούς οδηγούς. Αν εξαιρέσουμε τον άγιο Χρυσόστομο, ο οποίος αφού χειροτονήθηκε αναγνώστης σε ηλικία 21 ετών, έφυγε στην έρημο όπου και μόνασε κοντά σε γέροντα 4 έτη, δεν έχουμε άλλο στοιχείο καθοδηγήσεως τους.



Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος μόνασαν μόνοι τους στα κτήματά τους, ή συντροφιά μαζί στο κτήμα του Βασιλείου στον Πόντο, παρά τον Ίριν ποταμό, και ανεδείχθησαν δια της ιδιωτικής ασκήσεως τους, όπως και ο Χρυσόστομος, ο οποίος μόνασε και 2 έτη μόνος του σε σπήλαιο, της θεολογικής κατά μόνας μελέτης τους, και οπωσδήποτε βάσει των γνωριμιών αγίων ανδρών που συνάντησαν, κυρίως ο Βασίλειος, στα ταξίδια και τις περιηγήσεις τους.

Οι κατά σάρκα πατέρες τους, του μεν Βασιλείου απέθανε όταν ήταν σε ηλικία 15 ετών, αφήνοντάς τον έτσι αβοήθητο στην δύσκολη περίοδο της εφηβείας, του δε Γρηγορίου ήταν στην αρχή αιρετικός (Υψιστάριος· θρήσκευμα που αποτελείτο από ιουδαϊκά και εθνικά στοιχεία και η λατρεία του υψίστου Θεού συνδυαζόταν με τη λατρεία του πυρός) και αργότερα χώλαινε στην διάκριση των θεολογικών εννοιών μ’ αποτέλεσμα να υπογράψει και φιλοαρειανικό σύμβολο πίστεως ως επίσκοπος. Γι’ αυτό βοηθήθηκε από τον υιό του στη διαποίμανση χωρίς αυτός να τον βοηθήσει ουσιαστικά. Και ο πατέρας του Χρυσοστόμου πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Συνεπώς οι πατέρες των Τριών Ιεραρχών δεν μπόρεσαν ν’ ασκήσουν ουσιαστική αγωγή στα παιδιά τους.

Οι μητέρες τους λοιπόν ήταν αυτές που διαμόρφωσαν μετά το Θεό τις προσωπικότητές τους και τον χαρακτήρα τους. Ας δούμε ξεχωριστά την επίδραση που είχε κάθε μητέρα στον υιό της.

Α΄. Μ. Βασίλειος.

Από τη μητέρα του Εμμέλεια ομολογεί ότι γνώρισε το Θεό. Η μητέρα του γέννησε δέκα παιδιά, από τα οποία το ένα δεν επέζησε. Τέσσερα αγόρια και πέντε κορίτσια. Όλα τ’ αγόρια και μία κόρη, η Μακρίνα, αφιερώθηκαν. Τρεις επίσκοποι (Βασίλειος, Γρηγόριος, Πέτρος) και δύο μοναχοί (Ναυκράτιος και Μακρίνα).

Η Εμμέλεια είχε κάνει το σπίτι Εκκλησία ενώ οι περισσότερες μητέρες και γο-νείς το κάνουν θέατρο. Τους δίδαξε Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Τα έμαθε να προσεύχονται. Τα στήριξε στην κατά Θεό αφιέρωση. Πρώτη αυτή, μετά το θάνατο του συζύγου της, μαζί με τη κόρη της Μακρίνα συνέπηξε μονή στα κτήματα της οικογενείας στον Πόντο. Κοντά τους πήγε και ο Ναυκράτιος, ο οποίος μόνασε σε ανάλογη ανδρική. Αργότερα μετά το τέλος των σπουδών του ακολούθησε και ο Βασίλειος.

Η Εμμέλεια είχε σύντροφο πιστό και μόνιμο σ’ όλη τη ζωή της τον πόνο. Πέθανε ο πατέρας της σαν μάρτυρας στους διωγμούς, πέθανε ο άνδρας της νέος, ο γιος της Ναυκράτιος σκοτώθηκε, 27 ετών, σε κυνήγι, και ο Βασίλειος ήταν μόνιμα άρρωστος και καταβεβλημένος. Κι όμως παρέμεινε στητή και ολόρθη. Ασκούσε την ελεημοσύνη σε μεγάλο βαθμό και στήριζε τα παιδιά της.

Η γιαγιά του Μ. Βασιλείου Μακρίνα και η μεγάλη του αδελφή που πήρε το ίδιο όνομα με τη γιαγιά τους ήταν άλλες δύο γυναίκες που στήριξαν και καθοδήγησαν τον Βασίλειο.

Β΄. Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Η μητέρα του Νόννα ήταν δάσκαλος της ευσεβείας όλης της οικογενείας τους. Πέτυχε τον άνδρα της από αιρετικό να τον κάνει ορθόδοξο και μάλιστα να τον καλλιεργήσει τόσο, ώστε αργότερα να γίνει ιερέας και επίσκοπος Ναζιανζού. Επίσης, αν και υπήρξε άτεκνη για πολλά χρόνια και έφθασε σε προχωρημένη ηλικία χωρίς παιδιά, πέτυχε με τις προσευχές και τα δάκρυά της να καταργήσει την ατεκνία της και απέκτησε 3 παιδιά· την Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο. Έχασε όμως τον Καισάριο σε ηλικία 38 ετών το 368, και την Γοργονία σε ηλικία 42 ετών το 369. Ο μόνος που επέζησε και τους έκλεισε τα μάτια, αυτήν και τον άνδρα της, ήταν ο Γρηγόριος τον οποίον αφιέρωσαν στον Θεό εξ αρχής, σαν το πρώτο αγόρι τους. Έτσι αυτή ήταν όσο ζούσε το στήριγμά του.

Γ΄. Χρυσόστομος.

Η μητέρα του Ανθούσα μένει χήρα στη ζωή της πολύ νωρίς, ενώ ήταν 20 ετών. Δεν ξαναπαντρεύτηκε και δεν χάρηκε τίποτα, αφού η έγγαμος ζωή της ήταν τόσο σύντομος. Ουσιαστικά έζησε σαν παρθένος έχοντας όμως τα βάρη του γάμου· μία κόρη, που μόνο μία φορά την αναφέρει ο Παλλάδιος και της οποίας αγνοούμε και το όνομά της, και τον Ιωάννη, στον οποίο έκτοτε αφιερώθηκε. Του δίδαξε την αγία Γραφή· τον στήριξε με την προσευχή και τη συμπαράστασή της· καλλιέργησε την ψυχή. Έμεινε μαζί του 23 ολόκληρα χρόνια, ως τον θάνατό της. Ο Χρυσόστομος ομολογεί στα έργα του ότι η μητέρα του τον έσωσε από τα πάθη του, τον διεφύλαξε από το αισχρό και ειδωλολατρικό περιβάλλον της Αντιοχείας, και τον στήριξε στην κατά Θεό ζωή.

* * *

Σήμερα γίνεται πολύς λόγος, μέσα στα πλαίσια της πλήρους εξισώσεως ανδρών και γυναικών, να δοθεί από την Εκκλησία η ιερωσύνη και στις γυναίκες. Και ήδη στα παρακλάδια του προτεσταντισμού γίνεται αυτό. Η καθ’ ημάς όμως Ορθόδοξη Ανατολή έχει ως ιερωσύνη της γυναίκας την μητρότητα και την αγωγή των παιδιών. Η μητέρα τα φέρνει στον υλικό κόσμο μετά από εννεάμηνη κύηση και η μητέρα καλείται με πνευματικές ωδίνες και πνευματικό τοκετό να τα φέρει και στον πνευματικό κόσμο του ορθοδόξου δόγματος και της ηθικής. Στην μητέρα κυρίως οφείλουμε το ζην, το ευ ζην, και το αιωνίως και κατά Θεό ζην. Η μητέρα είναι ο πρώτος και αναντικατάστατος γέροντάς μας και παιδαγωγός εν Χριστώ. Δεν γίνεται ιερεύς η ίδια, γεννά όμως τους ιερείς και τους στηρίζει. Ο πλούτος της καρποφορίας των μεγάλων αυτών ανδρών και εν γένει όλων των αγίων υπήρξε καρπός, μετά τη χάρη του Θεού βέβαια, της ταπεινώσεως, της αγάπης, της θυσίας, και της ευσεβείας των μητέρων τους.

Το έργο της μητρότητας και της κατά Χριστόν ανατροφής και αγωγής είναι τόσο μεγάλο όσο και το έργο της ιερωσύνης.

Πηγή: Η Άλλη Όψις

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ ΑΓ.ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΗΣ-ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΣΜΟΛΕΝΣΚΙ



site analysis


Αυτόν τον πρώτο Μακαρισμό της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου μας “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών” μπορούμε να τον αποδώσουμε πλήρως στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, την δια Χριστόν σαλή. Ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.

“Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, συζύγου του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.


Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο. Καμμιά λαϊκή διήγηση, καμμιά ανάμνηση ανθρώπων, ούτε γραπτές πηγές δεν μας προμηθεύουν πληροφορίες σχετικά με τους γονείς της, την ανατροφή της, την παιδεία της ή άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ξένη Γκριγκόριεβνα δεν ήταν από χαμηλή οικογένεια. Ο σύζυγός της Ανδρέας Φεοντόροβιτς είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.

πηγή-www.miriamturism.ro
Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δύο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους, καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια. Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν “καλή τύχη” και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένη, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολύ καταβλήθηκε αυτή από θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, ώστε στους πολλούς φαινόταν ότι έχασε τα λογικά της. Έτσι νόμισαν οι συγγενείς της, οι φίλοι της και οι γνωστοί της.


Πραγματικά η συμπεριφορά της Ξένης μετά το θάνατο του συζύγου της ήταν πολύ περίεργη. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνη όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζη τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς.

 Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα , όταν αυτή άρχισε να μοιράζη την περιουσία της στους φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκεύα Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνη ό,τι ήθελε την περιουσία της.
Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, πού, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!…Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν , κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την πιο δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως “κατά Χριστόν τρελλή”.



Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: “Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζης για να τρως, να πίνης, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνης και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζης γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία. Το να ζης όμως για να ευχαριστής τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος.”(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής) .


Από αυτό βλέπουμε ότι το “χτύπημα” που “χτύπησε” την δούλη του Θεού Ξένη ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.
Η μακαρία Ξένη, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωΐ. Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.
Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν- μια κόκκινη φούστα και μια πράσινη ζακέτα. Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλωσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ’ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια. Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία στους αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.Όλοι αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένη. Πολλοί την λυπούνταν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο.
Όταν κτιζόταν μια Εκκλησία στο νεκροταφείο Σμόλενσκ, τη νύχτα η μακαρία Ξένη έσερνε λίθους με τα αδύνατα χέρια της ως την κορυφή των τοίχων του οικοδομήματος. Με αυτό που έκανε έγραφε το όνομά της για πάντα στο βιβλίο των μνημοσύνων με την δέηση “υπέρ των μακαρίων και αειμνήστων κτητόρων του αγίου οίκου τούτου”. Οι κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τους λίθους στην κορυφή. “Από που βρίσκονται αυτοί οι σωροί των λίθων κάθε πρωΐ;” έλεγαν. Αλλά κατάλαβαν έπειτα ότι βοηθός τους ήταν η μακαρία Ξένη.


Αυτά που γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αυτούς τους κόπους και τους αγώνες της μακαρίας Ξένης τα γνωρίζουμε από το συναξάριο του λαού. Πόσα όμως άλλα άγνωστα για μας θα υπάρχουν γι’ αυτή τη θαυμαστή οσία, που είναι όμως γνωστά μόνο στο Θεό;


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: “Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Με ταπείνωση, με υπομονή και χαρά η μακαρία Ξένη σήκωσε με προθυμία και αυταπάρνηση τον σταυρό της πνευματικής πενίας και αντί να σκέπτεται το δικό της συμφέρον έκλεισε στην καρδιά της όλους τους “γείτονές” της με τις δυστυχίες τους, τις ανάγκες τους, τις φροντίδες και τις λύπες τους. “Γείτονές” της, εικονικώς ομιλούντες, ήταν όλοι οι κάτοικοι της αγίας Πετρούπολης.
Комаров Николай. Ксения Петербургская
Η μακαρία Ξένη, όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: “Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα”. Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια. Όταν θώπευε ένα άρρωστο παιδάκι, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρη κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπη στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά.


Η μακαρία Ξένη έλαβε από τον Θεό και το προορατικό χάρισμα. Κάποτε, το έτος 1764, ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: “Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!”. Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε. Αλλά τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί εσήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώση τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.
 
Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Στις 24 Δεκεμβρίου 1761, την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. Την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.


Ο αγώνας των δια Χριστόν σαλών ήταν δύσκολος. Οι άγιοι μοναστικοί πατέρες και ασκητές έφυγαν από τους πειρασμούς αυτού του κόσμου στην έρημο και στα δάση και έλαβαν την αμοιβή των κόπων τους στους ουρανούς και το φωτοστέφανο της αγιότητάς τους στη γή. Όμως οι μακάριοι δια Χριστόν σαλοί δεν άφησαν τον κόσμο και με την εμφάνιση της σαλότητας έκρυβαν τους πνευματικούς αγώνες, μη θέλοντες να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως δίκαιους ανθρώπους, αλλά ως τρελλούς.
Η δούλη του Θεού Ξένη είδε καθαρά την δυσκολία αυτού του αγώνα των κατά Χριστόν σαλών και για να προετοιμάση πνευματικώς την ψυχή της, εξαφανίστηκε από την αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό ήταν το πρώτο στάδιο της επί σαράντα πέντε χρόνια αφιερώσεώς της. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένη για την πνευματική της τελείωση εδαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των δια Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.


Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ήρθε τέλος η στιγμή που έληξαν οι αγώνες της. Η μακαρία Ξένη εγκατέλειψε τον πρόσκαιρο κόσμο και εισήλθε στον αιώνιο. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 και 1814. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της. Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώση τον τελευταίο χαιρετισμό.
Αμέσως μετά την κηδεία της οι θαυμαστές άρχισαν να παίρνουν χούφτες χώμα από τον τάφο της. Ο αριθμός των προσκυνητών αύξανε κάθε μέρα. Ο σωρός του χώματος στον τάφο της συνέχεια ελαττωνόταν. Τελικά τοποθετήθηκε στον τάφο της μια πέτρινη πλάκα, αλλά και αυτήν την έσπαζαν κομμάτια και την αφαιρούσαν. Τελικά τοποθετήθηκε πάνω στον τάφο της μια πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή που είπαμε στην αρχή και έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν στους τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωΐ.

Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο.



Και η μακαρία Ξένια τους βοηθούσε όλους.

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ορθόδοξη Ζωή”, Μάρτιος 1981)
www.gonia.gr

Βίος Οσίας Ξένης



site analysis


Η Οσία Ξένη εορτάζει στις 24 Ιανουαρίου



Νύμφη Χριστού
Η Οσία Ξένη κατήγετο από την Ρώμη. Οι γονείς της ήσαν πλούσιοι κι επιφανείς. Ευτυχώς ήσαν και καλοί Χριστιανοί. Δι΄ αυτό και την ανάθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία 
Κυρίου». Αλλά και η κόρη τους η Ευσεβία (έτσι την ωνόμαζαν), είχε καλή πρόθεση. Ήτανε ψυχή επιδεκτική και αγαπούσε το Χριστό και τη θρησκεία. Έζησε τα χρόνια της 
άμεμπτα, με αγιότητα, με σωφροσύνη και σεμνότητα. Ήτο τύπος και υπογραμμός. Όλοι την εκτιμούσαν. Όταν έφθασε στην ώριμη ηλικία, βρέθηκε ένας σπουδαίος κι επιφανής 
Ρωμαίος, που τη ζήτησε σε γάμο. Οι γονείς της έδωσαν πρόθυμα την απάντηση και άρχισαν να ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο. Η κόρη τους όμως είχε δοσμένη αλλού 
την καρδιά της. Όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στον ουράνιο και αθάνατο. Η Ευσεβία με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε να τον στεφανωθεί. Αυτή εσκέπτετο τα ανώτερα. 
Ήθελε να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στο Θεό. Είχε εκλέξει ως Νυμφίο της τον Χριστό. Οι γονείς της την υποσχέθηκαν στον γαμπρό, χωρίς όμως και να έχουν την συγκατάθεση 
της κόρης των. Γνωρίζανε, ότι ήταν υπάκουη και ποτέ δεν τους είχε πη, όχι. Οι γονείς της και οι συγγενείς της επέμεναν να τον πάρει. Δε θέλανε να χάσουν την ευκαιρία.

Αναχωρεί για τα ξένα
Η Ευσεβία κατάλαβε, ότι η πίεσης των γονέων της ήσαν μεγάλη και δεν θα μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή, για να πραγματοποιήσει τον πόθο της αφιερώσεώς της. Πήρε, 
λοιπόν, τη γενναία απόφαση να φύγει από το σπίτι της και να πάει μακριά σε άγνωστο μέρος. Ανακοίνωσε αυτή τη σκέψη της μόνο σε δύο δούλες της. Τις είπε, μάλιστα, αν 
θέλουν να την ακολουθήσουν και κείνες στο ηρωικό άλμα, που θα έκανε. Οι δούλες εκείνες της υποσχέθηκαν πως θα την ακολουθήσουν πρόθυμα. Όπου κι αν πάει θα 
μείνουν πιστές μαζί της, και θα την αγαπούν μέχρις θανάτου. Έτσι λοιπόν και οι τρεις αυτές Όσιες γυναίκες πήραν την απόφαση να ακολουθήσουν με τη θέληση τους τον 
Δεσπότη Χριστό και να ζήσουν σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Από την στιγμή εκείνη άρχισαν να προετοιμάζονται με σκληραγωγία, με νηστεία και κακοπάθεια. 
Προσπαθούσαν να συνηθίσουν σιγά-σιγά, στη δύσκολη ζωή. Περίμεναν συγχρόνως, να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία για να φύγουν. Ήθελαν να μην αντιληφτεί κανένας άλλος, 
ότι θα έφευγαν.
Κατόπιν, όταν έφθασαν οι ημέρες του γάμου, ντύθηκαν με ανδρικές στολές και οι τρεις. Βγήκαν κατόπιν νύχτα από το σπίτι, κάμανε το σταυρό τους και φύγανε γεμάτες από χαρά.


Στην Κω
Έφθασαν στη θάλασσα στο λιμάνι. Εκεί μπήκαν σε πλοίο, που πήγαινε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί με άλλο πλοίο φθάσανε στη νήσο Κω. Πήγανε στο νησάκι αυτό, για να 
χάσουν τα ίχνη τους και να μη μπορέσουν οι γονείς της να την βρουν. Διότι γνώριζαν, ότι εκείνοι θα έψαχναν παντού, όπου μπορούσαν, για να τις ανακαλύψουν. Στην Κω 
νοίκιασαν ένα σπιτάκι κι έμειναν. Ήσαν όμως ξένες, χωρίς κανένα γνωστό τους. Και για να μη μάθει ο κόσμος ποια ήταν, άλλαξε το όνομά της, και την έλεγαν όχι Ευσεβία, 
αλλά Ξένη, διότι ξένη ήταν στον τόπον εκείνον.

Ο Πνευματικός Πατήρ
Τώρα δημιουργείτο για τις Χριστιανές αυτές το πρόβλημα του Πνευματικού Πατρός. Είχαν ανάγκη ενός Πνευματικού Πατρός. Θέλανε έναν καλόν Πνευματικό, να τις εξομολογή 
και να τις καθοδηγεί στην πνευματική ζωή. Διότι ψυχή, χωρίς πνευματικό πατέρα, δεν μπορεί να προοδεύσει πνευματικώς. Κατόπιν γονάτισε και προσευχήθηκε στον Κύριο 
μετά δακρύων. Η προσευχή της έβγαινε ολόθερμη από τα κατάβαθα της ψυχής της και εισακούσθηκε αμέσως από τον ουράνιο Πατέρα.
Τότε σε εκείνα τα μέρη ήταν κάποιος ιεροπρεπής και σεβάσμιος γέροντας Ιερομόναχος, Παύλος ονομαζόμενος. Ήταν ηγούμενος ενός μικρού Μοναστηριού στη Μύλασσα της 
Καρίας. Ο Πνευματικός Παύλος ήλθε κατόπιν θείας εμπνεύσεως εις την Κω. Αυτόν, μόλις τον είδε, η παρθένος Ξένη, αισθάνθηκε χαρά και αγαλλίασι. Η μακαρία Ξένη θαύμασε, 
διότι εισακούσθηκε η προσευχή της από τον Πανάγαθο Κύριο και της έστειλε, σύμφωνα με την προσευχή της και τον κατάλληλο άνθρωπο. Ευχαρίστησε τον Θεό, όπως έπρεπε,
και παρεκάλεσε τον Παύλο να γίνει πνευματικός της Πατέρας και να έχει την πνευματική τους φροντίδα και μέριμνα.

Εδώ, της είπε ο Όσιος, στον ξένο αυτόν τόπο δεν δύναμαι να σας κυβερνήσω, διότι πρέπει να πάω γρήγορα στο Μοναστήρι μου. Αν όμως θέλετε, ελάτε μαζί μου σε εκείνον 
τον τόπον. Εκεί ευχαρίστως, μπορώ να σας φροντίζω και να σας προστατεύω.
Τα λόγια αυτά τα δέχθηκαν με χαρά οι Όσιες και επήγαν μαζί του στην Μύλασσαν. Εκεί ο γέρων Παύλος τις παρεχώρησε κελιά ιδιαίτερα, για να μένουν, αλλά έξω από το 
Μοναστήρι. Η Ξένη έκτισε στην τοποθεσία εκείνη με κόπους πολλούς ένα Ναό εις τιμήν του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Μετά όμως από καιρό, ίδρυσε εκεί η οσία ένα σπουδαίο 
Μοναστήρι γυναικών, εις το οποίον εσυνάχθησαν και άλλες πολλές, με ζήλο για να αγωνισθούν για τη σωτηρία τους. Παρ’ όλα όμως αυτά δεν ήξερε κανένας από πού ήταν η 
Οσία και πως ονομαζόταν πρωτύτερα, διότι ο μακάριος Παύλος έλεγε μόνον, ότι τις έφερε από την Κω.

Διακόνισσα
Την εποχή εκείνη εκοιμήθη ο Επίσκοπος εκείνης της πόλεως Κύριλος ονόματι. Τότε όλοι εξέλεξαν ως Επίσκοπο τον Παύλο. Ο Παύλος συμβούλευσε την Ξένη να γίνει 
Διακόνισσα. Τότε υπήρχε ο θεσμός των Διακονισσών. Οι Διακόνισσες φρόντιζαν για τους φτωχούς της Εκκλησίας. Είχαν το δικαίωμα να μένουν κατά την θεία Λειτουργία στο 
Ιερό και να κοινωνούν τις γυναίκες. Η Ξένη όμως, επειδή ήταν ταπεινή, δεν ήθελε να δεχθεί το φορτίο του αξιώματος επάνω της. Παρά την θέληση τους όμως, ο Επίσκοπος 
της χειροτόνησε.
Τώρα όμως περνούσε ζωή πολύ ασκητική, και ξένη από κάθε γήινη απόλαυση. Η ζωή της έμοιαζε με τη ζωή των Αγγέλων. Τόσο μεγάλη άσκηση έκανε, ώστε οι δαίμονες 
έφριτταν από μακριά και δεν τολμούσαν να την πλησιάσουν. Η προσευχή της ήτανε θερμή και καταπληκτική… Είχε δε η Οσία μεγάλη πραότητα. Δεν εθύμωσε, ούτε οργίστηκε 
ποτέ εναντίον κανενός. Επίσης είχε αγάπη σε όλες τις αδελφές και τις υπηρετούσε αυτή με μεγάλη ταπείνωση. Φορούσε πάντοτε άχρηστα και τριμμένα ρούχα, σαν και εκείνα, 
που φορούσαν οι ζητιάνοι. Αυτή ζούσε μόνο για το Θεό και ενωμένη με το Θεό. Δεν έδινε καμιά σημασία στα υλικά και στα γήινα. Όλη η φροντίδα της ήταν στο πώς να αρέσει 
στον Νυμφίο της Χριστό και στο πως θα στολισθεί με τις αρετές και την αγιότητα.


Αποχαιρετά τις αδελφές
Ήλθε καιρός όμως να φύγει από το μάταιο τούτον κόσμο. Η Οσία προείδε το θάνατό της και κάλεσε όλες τις Μοναχές κοντά της. Τις παρεκάλεσε να δεηθούν στον Κύριο να 
αναπαύσει την ψυχή της και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Τις συμβούλεψε ακόμη, για τη ζωή και την πολιτεία τους. Τις είπε, πως πρέπει να ζουν και πως πρέπει να φέρονται 
μεταξύ τους αφ’ ενός και προς τους έξω αφ’ ετέρου. Τις έδωσε τις τελευταίες της υποθήκες. Όταν η Οσία έδωσε τις τελευταίες της υποθήκες, θρηνούσαν όλες απαρηγόρητα. 
Έκλαιγαν, διότι έχαναν μια τέτοια στοργική πνευματική μητέρα. Περισσότερο θλίβοντο οι δούλες της. Αυτές δεν έπαυαν καθόλου τα κλάματα, τόσο πολύ που έκαμαν και την 
Αγία να κλάψει. Έπειτα τις παρηγόρησε, λέγουσα:
Πάψτε τα κλάματα, αδελφές μου. Μιμηθήτε τας φρονίμους Παρθένους. Φροντίστε να γεμίσετε τα αγγεία σας με έλαιον, διότι η ημέρα Κυρίου έρχεται ως κλέπτης εν νυκτί.
Αφού είπε αυτά, σήκωσε τα χέρια της, ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε:
Θεέ μου, είπε, Συ, που με κυβερνούσες έως τώρα την ξένη με στοργή και έγινες πατέρας και μητέρα και τροφή μου και παρηγοριά, Αυτός και τώρα αξίωσέ με να έλθω στην 
ουράνιο Βασιλεία Σου. Μνήσθιτι, Κύριε και όλης αυτής της αδελφότητος και γλύτωνε τις αδελφές από τις πανουργίες του δαίμονος. Ιδιαιτέρως δε, σε ικετεύω, μνήσθητι ως 
αγαθός, τούτων των δύο μου ομοδούλων. Αυτές στη ζωή αυτή την πρόσκαιρη και προσωρινή ήταν μαζί μου. Μαζί στη φυγή, στους κόπους και αγώνας. Δεν απομακρύνθηκαν 
καθόλου από κοντά μου. Σε παρακαλώ, λοιπόν, έτσι και στην Βασιλείαν σου αξίωσέ μας να είμαστε αχώριστες πάντοτε.

Αφού προσευχήθηκε η Οσία, επήρε από όλες συγχώρηση. Πήγε κατόπιν στο Ναό, γονάτισε και προσευχόταν.
Οι δύο δούλες της την παρακολουθούσαν από τη χαραμάδα της θύρας και είδαν τότε στην Ξένη να συμβαίνει ένα πράγμα παράδοξο, και θαυμαστό. Ξαφνικά φάνηκε ένα 
λαμπρότατο φως από τον ουρανό. Έλαμπε όλος ο Ναός! Συγχρόνως παρουσιάσθηκε και μια υπέροχη ευωδία που δεν μπορεί να την περιγράψει άνθρωπος. Τότε, λοιπόν, 
ανοίγουν τις πόρτες της Εκκλησίας, μπαίνουν μέσα και βλέπουν την μακαρία Ξένη να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Συγκεντρώθηκαν αμέσως όλες και έκλαιγαν ασταμάτητα. 
Ο Θεός όμως, που δοξάζει εκείνους, που τον δοξάζουν, δόξασε και της αγαπημένης νύμφης Του Ξένης την κοίμηση και φανέρωσε σε όλους πόσην παρρησία αξιώθηκε να 
έχει ενώπιο Του. Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος έλαμπε και ο Ουρανός ήταν κατακάθαρος. Αϊ! Λοιπόν. Τότε φάνηκε στον Ουρανό ένα στεφάνι από αστέρια, στο μέσον του οποίου 
ήταν ένας σταυρός φωτεινός, πάλι από αστέρια. Το θαυμάσιο τούτο φαινόμενο το είδαν όλοι οι εκεί κάτοικοι και εξεπλάγησαν. Αυτό το είδε κι ο Επίσκοπος Παύλος από εκεί, 
που βρισκόταν και ο οποίος ψιθύρισε:
Για να φανεί τέτοιο σημείο η Ξένη κοιμήθηκε.
Ο Επίσκοπος επήγε αμέσως στη Μύλασα. Έτρεξαν, τότε, αμέσως όλοι στο Μοναστήρι της Οσίας. Συνάχθηκε εκεί ο κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες και δόξαζαν 
μεγαλοφώνως τον Κύριο. Τότε ο Επίσκοπος προσκύνησε την Οσία. Με πολλή κατόπιν φωτοχυσία και θυμιάματα, την πέρασαν από το μέσον της πόλεως. Κατά την μεταφορά 
του αγίου λειψάνου της, ακολούθησε από πάνω και ο θαυμάσιος στέφανος των αστέρων. Όταν σταματούσαν να κάμουν δέηση σύμφωνα με την συνήθεια, εστέκετο και ο 
στέφανος. Το θαυμάσιο τούτο γεγονός έγινε αφορμή να συγκεντρωθεί κόσμος πολύς και από τα περίχωρα και να δημιουργηθεί συνωστισμός μεγάλος.

Το λείψανό της θαυματουργεί
Όλη την νύκτα εκείνην αγρύπνησαν οι Χριστιανοί, ψάλλοντες. Πολλοί ασθενείς θεραπεύθηκαν, μόλις αγγίζανε το άγιο λείψανό της. Έτσι κόσμος πολύς, που υπόφερε από 
ασθένειες πολυχρόνιες και ανίατες, δίχως γιατρούς, δίχως βότανα και φάρμακα, μόλις ασπαζόταν με πίστη την Αγία, αμέσως γινότανε καλά. Όταν φθάσανε σε έναν τόπον, 
καλούμενο Σικίνιο, προς το νότιον μέρος της πόλεως, την ενταφίασαν εκεί, καθώς η Οσία Ξένη είχε προσέξει. Τότε ακριβώς μετά την κατάθεση του αγίου λειψάνου και ο 
κύκλος των αστέρων εξαφανίσθηκε. Τότε γνώρισαν όλοι και βεβαιώθηκαν καλά, ότι ο κύκλος των αστέρων φάνηκε δια την Οσία και ακολουθούσε την αγία έως ότου ενταφίασαν 
το λείψανο της. Τα δε σινδόνια, τα οποία είχαν εις τον κράββατόν της, τα διεμοίρασε ο Επίσκοπος εις τον λαό, για να έχουν ως φυλακτά.
Σε λίγο καιρό κοιμήθηκαν και οι δύο δούλες της Αγίας Ξένης. Τις ενταφίασαν και αυτές με την κυρία των, όπως τους είχε παραγγείλει. Εκείνη δε, που απέθανε ενωρίτερα δεν 
ομολόγησε δια την Ξένη σε κανένα τίποτε. Η άλλη όμως τα φανέρωσε όλα. Και τούτο, διότι την παρακάλεσαν οι αδελφές και διότι ο Επίσκοπος της έβαλε επιτίμιο να τα είπε 
όλα προς δόξαν Θεού.




Στίχος στην Ξένην
Ἀποξενοῦται τοῦδε τοῦ βίου Ξένη, Οὗ ζώσα καὶ πρίν, ὡς ἀληθῶς ἦν ξένη.

Στίχος εις τας δύω θεραπαινίδας
Θνῄσκουσιν ἄμφω τῆς Ξένης αἱ δουλίδες, οὐ τῶν ἐκείνης ἀρετῶν οὖσαι ξέναι. Εἰκάδι οὐρανοῦ εἰς ξενίην Ξένη ἦλθε Τετάρτη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως
Ξένην ἤνυσας, ζωὴν ἐν κόσμῳ, ξένην ἔσχηκας, προσηγορίαν, ὑπεμφαίνουσαν τῇ κλήσει τὸν τρόπον σου• σὺ γὰρ νυμφίον λιποῦσα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ὁσίως 
νενύμφευσαι. Ξένη ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.
Ἐν σοῖ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα, λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, 
ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ, διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Ξένη τὸ Πνεῦμά σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου
Τὸ σὸν ξενότροπον Ξένη μνημόσυνον, ἐπιτελοῦντες οἱ πόθῳ τιμῶντές σε, ὑμνοῦμεν Χριστὸν τὸν ἐν ἅπασι, σοὶ παρέχοντα ἰσχὺν τῶν ἰάσεων• ὃν πάντοτε δυσώπει, 
ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἵλεων Ξένη, τὸν ξενοτρόπως ἐκ Παρθένου τεχθέντα, ἐκδυσώπει Χριστὸν ἡμῖν γενέσθαι Ἀοίδιμε, τοῖς κατὰ χρέος σοι προσφοιτῶσιν ἐκ ψυχῆς καὶ καρδίας καθαρωτάτης, 
καὶ εὐσεβῶς τὴν σὴν μνήμην ὑμνῆσαι σπουδάζουσιν, ἣν πᾶσαι τῶν οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις ἀξίως ἐτίμησαν, ὡς φωτοφόρον καὶ ἄμωμον καὶ ἁγίαν πανήγυριν, Ἔνδοξε, 
πρεσβεύουσα ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Θάλαμον λιποῦσα τὸν νυμφικόν, ξενοτρόπως Μῆτερ, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, ᾧ καὶ νυμφευθεῖσα, τῇ ξένῃ βιωτῇ σου, ὦ Ξένη πανολβία, ἡμῶν μνημόνευε.

Μεγαλυνάριον έτερον
Χαίροις, θεία Ξένη πανευκλεής ˙ χαίροις, παρθενίας ο ατίμητος θησαυρός ˙ χαίροις η των ξένων, δια Χριστόν ακρότης, τους τιμώντας σκέπε, πάντας πρεσβείαις σου.
xristianos.gr