Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ (+ 1918)



site analysis





Ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ τῆς Ρωσίας, γεννήθηκε τό 1864 στή Δαρμστάτη τῆς Γερμανίας καί ἦταν κόρη τοῦ Μεγ. Δούκα Λουδοβίκου Δ' τῆς Ἔσσης καί τῆς Πριγκίπισσας Ἀλίκης, κόρης τῆς Βασιλίσσης Βικτωρίας τῆς Ἀγγλίας. Τό 1884 παντρεύτηκε τόν Μεγ. Δούκα τῆς Ρωσίας Σέργιο Ἀλεξάντροβιτς (1857 -1905), γιό τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Β' καί τό 1891 ἀσπάσθηκε τό Ὀρθόδοξο δόγμα. Τό ἴδιο ἔτος ὁ σύζυγός της διορίσθηκε Διοικητής τῆς Μόσχας. Τό 1894 ἡ ἀδελφή της Ἀλίκη (1872 - 1918), παντρεύτηκε τόν Τσάρο Νικόλαο Β' καί ἀσπάσθηκε τό Ὀρθόδοξο δόγμα μέ τό ὄνομα Ἀλεξάνδρα.
Ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ ἦταν φύσει φιλάνθρωπος. Το 1905, κατά τόν Ρωσο - Ἰαπωνικό Πόλεμο, μετέτρεψε τό Ἀνάκτορο τοῦ Κρεμλίνου σέ ἕνα ἀπέραντο ἐργαστήριο, ὅπου γυναίκες ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἐργάζονταν γιά τίς ἀνάγκες τοῦ Ρωσικοῦ Στρατοῦ.
Τήν 18η Φεβρουαρίου 1905 ὁ σύζυγός της Μεγ. Δούκας Σέργιος δολοφονήθηκε μέ βόμβα ἀπό τόν ἀναρχικό Ἰβάν Καλιάεφ. Τό γεγονός αὐτό ἄλλαξε ριζικά τήν ζωή τῆς Μεγ. Δούκισσας. Συγκέντρωσε ὅλα της τά τιμαλφή καί ὅσα προερχόνταν ἀπό τήν Αὐτοκρατορική Οἰκογένεια, τά παρέδωσε στό Δημόσιο Θησαυροφυλάκιο, ἄλλα δώρησε σέ συγγενεῖς της καί τό μεγαλύτερο μέρος τό διέθεσε γιά τήν ἀνέγερση τῆς Μονῆς τῶν ἁγ. Μάρθας καί Μαρίας καί τήν δημιουργία τῆς Ἀδελφότητας τῶν Ἀδελφῶν τοῦ Ἐλέους, μέ προοπτική νά ἀναβιώσει τόν παλαιοχριστιανικό θεσμό τῶν Διακονισσῶν. Ἡ Μονή περιλάμβανε νοσοκομεῖο, χειρουργεῖο, φαρμακεῖο καί φαρμακευτικό ἐργαστήριο, ἵδρυμα γιά φυματικές γυναίκες καί ὀρφανοτροφεῖο.
Στή Μονή ἡ Μεγ. Δούκισσα ζοῦσε τήν ζωή μιᾶς ἀληθινῆς ἀσκήτριας. Κοιμόταν σέ ξύλινο κρεβάτι χωρίς στρῶμα, μέ μαξιλάρι σκληρό καί τηροῦσε αὐστηρή νηστεία. Ἐκτός τοῦ ἔργου της μέσα στή Μονή, ἐνίσχυσε καί τήν Ρωσική Ἱεραποστολή τῶν Ἱεροσολύμων, καθώς καί τήν ἀνέγερση τοῦ Ρωσικοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Νικολάου καί τοῦ Ξενῶνα στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας.
Τήν Τρίτη τοῦ Πάσχα τοῦ 1918, ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ συνελήφθη ἀπό τούς Μπολσεβίκους. Μέ τήν θέλησή τους τήν ἀκολούθησαν οἱ ὑποτακτικές της Μοναχές Βαρβάρα Γιακόβλεβνα καί Αἰκατερίνη Γιανίσεβα. Ἀρχικά φυλακίσθηκε στό Πέρμ καί τήν 20. 5. 1918 στό Ἀλαπαγιέφσκ τῆς Σιβηρίας, μαζί μέ τόν Μεγ. Δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς, τόν γραμματέα του Φ. Μ. Ρεμέζ, τούς γιούς τοῦ Μεγ. Δούκα Κων. Κωνσταντίνοβιτς Ἰωάννη, Κωνσταντίνο καί Ἰγώρ καί τόν Πρίγκηπα Βλαδίμηρο Πάλεϋ. Τό βράδυ τῆς 17ης πρός 18η Ἰουλίου 1918, οἱ κρατούμενοι ρίχθηκαν ζωντανοί στό πηγάδι ἑνός ὀρυχείου, ὅπου βρῆκαν ἀργό τραγικό θάνατο, ἀπό τά τραύματα, τήν πεῖνα καί τήν δίψα. Τήν Μεγ. Δούκισσα ἀκολούθησε μέ τήν θέλησή της στό μαρτύριο ἡ Μοναχή Βαρβάρα Γιακόβλεβνα, ἀπό τῆς πρώτες ἀδελφές τῆς Μονῆς.
Ὅταν τά Λευκά Στρατεύματα τοῦ Στρατηγοῦ Κόλτσακ ἔφθασαν στήν περιοχή, ἄρχισε προσπάθεια νά ἀνασυρθοῦν τά σώματα. Τό Λείψανο τῆς μ. Βαρβάρας βρέθηκε τήν 8η Ὀκτωβρίου καί τῆς Μεγ. Δούκισσας Ἐλισάβετ τήν 11η τοῦ ἰδίου μηνός. Ἄν καί εἶχαν περάσει τρεῖς περίπου μῆνες ἀπό τόν μαρτυρικό τους θάνατο, τά Λείψανα βρέθηκαν ἀδιάφθορα, μέ τά χέρια σέ σχῆμα Σταυροῦ! Στό στῆθος τοῦ μωλωπισμένου Λειψάνου τῆς ἁγ. Ἐλισάβετ, βρέθηκε μία πολύτιμη εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος, μέ τήν ὁποία τήν εἶχε εὐλογήσει ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Γ', κατά τήν προσχώρησή της στήν Ὀρθοδοξία, τήν Κυριακή τῶν Βαϊων τοῦ 1891.
Τά Λείψανα ἀρχικά ἐνταφιάσθηκαν στό κοιμητήριο τοῦ Ἀλαπαγιέφσκ. Τόν Ἰούλιο τοῦ 1919 ὁ πνευματικός τῆς Μεγ. Δούκισσας Ἡγούμενος Σεραφείμ, τά μετακίνησε μέ ἄδεια τοῦ Στρατηγοῦ Κόλτσακ στήν Τσίτα, λόγῳ τῆς προελάσεως τοῦ Ἐρυθροῦ Στρατοῦ. Τά φέρετρα ἀνοίχθηκαν στή Μονή τῆς Ἁγίας Σκέπης καί τά Λείψανα βρέθηκαν καί πάλι ἀδιάφθορα. Τότε εὐπρεπίσθηκαν μέ μοναχικά ἐνδύματα καί ἐνταφιάσθηκαν στό δάπεδο ἑνός κελλιοῦ. Ἕξη μῆνες ἀργότερα, τήν 26. 2. 1920, φυγαδεύθηκαν στό Πεκίνο, ὅπου τά ὑποδέχθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος. Ἐκεῖ, μέ παρέμβαση τῶν ἀδελφῶν τῆς Μεγ. Δούκισσας, ἀποφασίσθηκε νά μεταφερθοῦν στήν Παλαιστίνη καί νά κατατεθοῦν στή Ρωσική Μονή τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς (στά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς ὁποίας εἶχε παρευρεθεῖ ἡ Μεγ. Δούκισσα, τό 1888).
Ἡ ἁγιότητα τῶν δύο Νεομαρτύρων διακηρύχθηκε τό 1981, ἀπό τήν ὑπό τόν Μητροπολίτη Φιλάρετο Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Κατά τήν ἐπίσημη Ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων διαπιστώθηκε, ὅτι ἦσαν μερικῶς ἄφθαρτα (τά πόδια, τά πέλματα καί ὁ ἐγκέφαλος τῆς ἁγ. Ἐλισάβετ καί ἡ Κάρα τῆς ἁγ. Βαρβάρας). Σήμερα φυλάσσονται στή Ρωσική Μονή τῆς ἁγ. Μαγδαληνῆς Ἱεροσολύμων.
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται τήν 18η Ἰουλίου.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η Αγία Ακυλίνα(27 Σεπτεμβριου)



site analysis



31814_387704655977_6746328_n

Από μια μεγάλη Αγία, ένας «πατέρας» προδότης και λιποτάκτης «χριστιανός»
Η ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ – ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η Αγία Ακυλίνα γεννήθηκε το έτος 1745 μ.Χ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Το σπίτι της σώζεται μέ­χρι και σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση.

Εδώ ζούσε μαζί με τους χριστιανούς γονείς της τον πατέρα της το Γιώργη και τη Μητέρα της που δυστυχώς δε διασώθηκε το όνομά της. Μια μέρα ο πατέρας της Ακυλίνας μάλωσε με ένα τούρκο και πάνω στο θυμό του μαχαίρωσε τον τούρκο και τον άφησε νεκρό. Όλο το χωριό αναστατώθηκε και όλοι οι Χριστιανοί τρομαγμέ­νοι έτρεχαν να κρυφτούν για να γλυτώσουν απ’ την μα­νία των τούρκων για εκδίκηση. Ο Γιώργης καταδικάζε­ται σε θάνατο, οι τούρκοι θα τον κρεμάσουν. Αν όμως θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, υπάρχει λύση, αρκεί να τουρκέψει. Ο Γιώργης δειλιάζει μπρος στην κρεμάλα, προδίδει την πίστη του και υπόσχεται να τουρκέψει σιγά-σιγά και την οικογένειά του.

Οι Χριστιανοί σαν το άκουσαν φαρμακώθηκαν: «Ακούς εκεί, να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει τη Πί­στη του!». Όλοι με ένα στόμα έλεγαν.

Εκείνες όμως που φαρμακώθηκαν πιο πολύ, ήταν η Γυναίκα του και η Ακυλίνα.

Ντυμένες και οι δυο στα μαύρα, κλείστηκαν μέσα και κλαίνε για τον πατέρα τους που έγινε προδότης της πίστεως και της πατρίδος. Άδικα η καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον κάνει να συνέλθει, να Μετανοήσει, να Εξομολογηθεί. Αυτός τυφλωμένος από τα δώρα, ούτε θέλει ν’ ακούσει για το Όνομα του Χριστού.

Έτσι η μόνη παρηγοριά της Μάνας μένει τώρα η Ακυλίνα, και προσπαθεί να την αναθρέψει όσο πιο καλά γίνεται Χριστιανικά σα να διαισθάνονταν ότι θ’ ακολου­θήσει το δρόμο του Μαρτυρίου.

Και δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Το έτος 1764 μ.Χ. ο Γιώργης παίρνει διαταγή του πασά που ήταν διοικητής της Θεσσαλονίκης να πείσει την κόρη του να γί­νει τουρκάλα, γιατί την είδε στη βρύση και θαμπώθηκε από την ομορφιά της ο γιος του και τη θέλει για γυναί­κα του. Χάρηκε ο Γιώργης γι’ αυτή την μεγάλη τιμή, και τρέχει στο σπίτι του να της πει το μεγάλο νέο και τα μάτια του γυάλιζαν γι’ αυτά που του έταξε ο πασάς. Η Ακυλίνα πάγωσε. Μάνα και Κόρη τον βγάζουν έξω από το σπίτι και ούτε θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά ο «τούρκος» δεν υποχωρεί εύκολα. Λυσσάει, στην αρχή με γλυκόλογα και υποσχέσεις, όταν όμως βλέπει την Α­κυλίνα να μένει ασυγκίνητη σε όλα αυτά, αλλάζει τακτι­κή και διατάζει βασανιστήρια. Η ατίμητη Μάνα την εμ­ψυχώνει γενναία λέγοντάς Την:
-Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην Αιωνιότητα Της Μακαρίας Ζωής.
Τα μαρτύρια αρχίζουν.

Την γυμνώνουν, την χτυπούν, την μαστιγώνουν με βέργες και συρματένια σχοινιά. Το σώμα της γίνεται ό­λο μια πληγή. Το αίμα της χύνεται ποτάμι και βάφει τη Μακεδονική γη του Ζαγκλιβερίου. Η Ακυλίνα έχει τα μάτια στον Ουρανό και προσπαθεί να επαναλάβει:

«Χριστιανή είμαι και Χριστιανή θα πεθάνω».

Τρεις μέρες την βασάνισαν. Την τρίτη μέρα το απόγευμα μέσα στους πόνους και στην αιμορραγία την φέρ­νουν στο σπίτι της. Η Μάνα της την σφίγγει στην α­γκαλιά της μόλις τη βλέπει και το μόνο που νοιάζεται να ρωτήσει είναι:

«Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;»

Η Ακυλίνα προσπαθεί με δυσκολία να απαντήσει:

«Μητέρα έκανα όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου».
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764 όταν έφυγε η Αγία της ψυχή.

Από το Άγιο Λείψανό της ξεχύθηκε μια ανέκφρα­στη Ουράνια ευωδία και όλοι οι δρόμοι απ’ όπου το πέ­ρασαν ευωδίαζαν για πολλές ήμερες.

Οι τούρκοι για να τη θεωρήσουν δική τους έστω και μετά θάνατο, διέταξαν να τη θάψουν στο τουρκικό νε­κροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού.

Το ίδιο βράδυ ένα φως κατέβηκε πάνω στον τάφο της σαν άστρο και έμεινε για ώρες πολλές.

Τότε τρεις Ορθόδοξοι Ζωντανοί Χριστιανοί, Παλληκάρια του Χριστού έκαναν όρκο μυστικό και έκλεψαν το σώμα της Αγίας. Πού το έθαψαν όμως; Παραμένει ακό­μη άγνωστος ο τόπος. Πιστεύουμε ότι θα το αποκάλυψη ο Κύριος στους εσχάτους χρόνους.

Η Μνήμη Της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου.

* * *

Απολυτίκιον της Αγίας (ως προς τον Συνάναρχον Λόγον)

Ζαγκλιβέριον χαίρει εν τη αθλήσει σου, η σε βλαστήσασα κώμη ως άνθος εύοσμον,
Ακυλίνα του Χριστού καλλιπάρθενε. συ γαρ ενήθλησας στερρώς, και εδέξω εκ Θεού το στέφος της αφθαρσίας, εκδυσωπούσα απαύστως, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Βίος Αγίας Ευφροσύνης



site analysis

Η Αγία Ευφροσύνη εορτάζει στις 25 Σεπτεμβρίου



Θυγάτηρ Παφνουτίου του Αιγυπτίου
Η Οσία Ευφροσύνη έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού [περί το 410 μ.Χ.), ήταν μοναχοκόρη και πολύ πλούσια. Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν ο πλουσιότερος της 
Αλεξάνδρειας και μαζί με τη σύζυγο του διακρίνονταν για τη θερμή πίστη τους στο Θεό.
Δώδεκα χρονών η Ευφροσύνη έμεινε ορφανή από μητέρα, και ο πατέρας της αφοσιώθηκε ακόμα πιο φιλόστοργα στην επιμέλεια της κόρης του. Όταν η Ευφροσύνη έφθασε 
στο 18ο έτος της ηλικίας της, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με ένα νέο υψηλής κοινωνικής τάξης.
Όμως την ψυχή της Ευφροσύνης είχε καταλάβει ο θείος έρωτας. Ο γάμος και οι κοσμικότητες θα της ήταν εμπόδιο να αφιερωθεί συστηματικά στην ελεημοσύνη και στην υπηρεσία 
του πλησίον.

Η Ευφροσύνη πραγματοποιεί το θέλημα της
Κάποιες μέρες πού απουσίαζε ο πατέρας της, κατά θεία Πρόνοια ήλθε στην Αλεξάνδρεια ένας Πνευματικός ενάρετος από κάποια σκήτη. Αυτόν τον κάλεσε η Ευφροσύνη για να 
εξομολογηθεί. Με την εξομολόγηση είπε και όλον της τον πόθο, να απαρνηθεί τον κόσμο, για την αγάπη του Κυρίου.
Τον ερώτησε ακόμη, και τί πρέπει να κάμει σ’ αυτήν την περίσταση. Ο Καλόγηρος της απάντησε:
- Ξέρεις, κόρη μου, ότι ο Κύριος λέγει στο ιερό Ευαγγέλιο: ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ εστί μου άξιος. Αφού λοιπόν ο φιλόστοργος αυτός Δεσπότης άναψε στην 
καρδιά σου τον ιερόν αυτόν και σωτήριον έρωτα, να σπεύσης όσο μπορείς γρηγορότερα. Άρον τον σταυρόν και ακολούθησε. Αυτόν, πριν ψυχρανθή ο πόθος σου. Μη αφήσης 
να φθείρη την παρθενία σου φθαρτός άνθρωπος. Νυμφεύσου τον ουράνιο Βασιλέα, για να αγάλλεσαι με αυτόν ζωήν αιώνιον.

Η Ευφροσύνη γίνεται Μοναχή
Όταν άκουσε τα θεια αυτά λόγια η Ευφροσύνη, χάρηκε πάρα πολύ, και τον παρακάλεσε να την αξιώσει να γίνει Μοναχή. Αμέσως ο Πνευματικός εξετέλεσε την επιθυμία της. 
Διάβασε την ανάλογη ευχή, την κούρεψε και της φόρεσε το Αγγελικό Σχήμα, με δεήσεις προς τον Θεό να την αξιώσει να τελειώσει τον πόθο της.
Όταν τελείωσε την τελετή αυτή ο Πνευματικός, έφυγε για το ασκητήριό του.
Όταν έμεινε μόνη η Ευφροσύνη σκεπτόταν πώς να κάμη, πού να πάει να κρυφθή να μην την εύρουν οι συγγενείς της και την εμποδίσουν. Συλλογίζονταν αν έμπαινε σε Μοναστήρι 
γυναικών, ήταν ενδεχόμενο να την εύρουν οι συγγενείς της. Γι αυτό, απέβαβαλε τη Μοναχική στολή, έβγαλε μαζί και τον χιτώνα και τη γυναικεία νοοτροπία, και ντύνεται ανδρικά. 
Κατόπιν με προφύλαξη ξεφεύγει από την προσοχή των υπηρετών της και αφήνει σπίτι λαμπρό, χρυσάφι και ασήμι άφθονο, μαργαριτάρια και λοιπά χρυσαφικά. Απαρνιέται πατέρα,
μνηστήρα, συγγενείς. Περιφρονεί τις απολαύσεις του κόσμου, και παίρνει τον Σταυρό τον γλυκύτατο του Χριστού και πηγαίνει σε κείνο το ίδιο το Μοναστήρι, από το όποιο την ίδια 
μέρα έφυγε ο πατέρας της ο Παφνούτιος.

Παρουσιάζεται σαν άνδρας στον Ηγούμενο
Όταν παρουσιάσθηκε στον Ηγούμενο, εκείνος τη ρώτησε κατά την τάξη, από πού είναι και τί ζητούσε. Εκείνη αποκρίθηκε:
Σμάραγδος, ονομάζομαι, Δέσποτα, και είμαι ευνούχος στο παλάτι του Θεοδοσίου. Επειδή δε βαρέθηκα το θόρυβο και τη σύγχυση του βίου, άκουσα δε και την καλή φήμη και τις 
αρετές της αγιοσύνη σας, ήλθα να σας παρακαλέσω να με δεχτείτε στη συνοδεία σας.
Δέχτηκαν τον Σμάραγδο στο Μοναστήρι και τον έστειλαν να γίνει υποτακτικός σε έναν γέροντα. Όμως ο σατανάς που φθονούσε προσπαθούσε να νικήσει την Ευφροσύνη.
Αφού όμως είδε, ότι δεν μπορεί να μείωση τον τόνο της αρετής της, προκαλούσε τους άλλους Μοναχούς με έρωτα του κάλλους της, πού όταν την έβλεπαν σκανδαλίζονταν. Τόσο 
δε επάθαιναν, πού αναγκάσθηκαν να το πουν στον ηγούμενο.

Ο Σμάραγδος απομονώνεται
Όταν έμαθε αυτά ο Ηγούμενος, διέταξε το Σμάραγδο να ησυχάσει σε ένα κελί αναχωρητικό. Δεν του επέτρεψε να πάει αλλού, ούτε να δέχεται κανένα στο κελί του, ούτε να συνομιλεί 
με κανένα. Να διαβάζει μόνος του την ακολουθία του, και ο Αγάπιος να του φέρνει ότι χρειάζεται. Βιβλία για να αναπτύσσεται πνευματικά και τρόφιμα για τη συντήρηση του.
Η μακαρία χάρηκε υπερβολικά, όταν βρέθηκε μόνη και απαλλάχθηκε από κάθε ενόχληση. Με τον τρόπο αυτό αύξανε και ο ζήλος της προς τον Κύριο. Πρόσθεσε νηστεία στη νηστεία 
και με αγρύπνιες και προσευχές αγωνιζόταν περισσότερο ώστε να θαυμάζει ο Αγάπιος και να τα διηγείται στην αδελφότητα με κάθε λεπτομέρεια.

Επιστρέφει ο πατέρας και αναζητεί την κόρη του
Όταν γύρισε ο Παφνούτιος από το Μοναστήρι στο σπίτι του, και δεν βρήκε την θυγατέρα του, άρχισε να ρωτά τους δούλους του και τις θεραπαινίδες της μήπως επήγε σε κανένα 
από τους συγγενείς τους. Άρχισε να θρηνεί ο πατέρας της αλλά και ο μνηστήρας της θρηνούσε περισσότερο ακόμη.
Μη υποφέροντας τη λύπη του ο Παφνούτιος, έρχεται στον αγιώτατο Ηγούμενο του Μοναστηρίου ρκείνου για να του αναγγείλει τη συμφορά του. Είχε την ελπίδα, ότι αφού με τις 
προσευχές του χάρισε ο Θεός την Ευφροσύνη, έτσι πάλι με τις προσευχές του μπορούσε να του φανερώσει τι έγινε.

Ο ηγούμενος προσεύχεται με όλους τους Μοναχούς
Ο Ηγούμενος δάκρυσε. Σπλαχνίστηκε το φίλο του και κάλεσε όλη την αδελφότητα για να μάθουν τη θλίψι του φίλου των. Προτείνει λοιπόν να νηστέψουν όλη την εβδομάδα και να 
προσεύχονται όλοι, έως ότου αποκαλύψει ο Κύριος σε κανένα από αυτούς, σε ποιόν τόπο βρίσκεται η Ευφροσύνη. Οι μοναχοί έκαμαν, όπως τους είπε ο ηγούμενος. Αλλά κανένα 
όνειρο δεν είδαν, διότι η Όσια δεόταν και αυτή να μην την φανερώσει ο Κύριος. Γι αυτό επέτρεψε ο ελεήμων και φιλεύσπλαχνος Κύριος, να βασανίζεται ο Παφνούτιος μάλλον και να 
πένθη κλαίγοντας, παρά να τον παρηγορήσει, και να λυπήσει την ψυχή εκείνη, η οποία τον αγάπησε και για την αγάπη του θυσίασε την πατρική αγάπη και κάθε κοσμική απόλαυση.
Λέγει λοιπόν ο Ηγούμενος στον Παφνούτιο:
Μη λυπάσαι, τέκνον μου, μήτε να οδύρεσαι ανόητα και άσκοπα, καθώς οι άπιστοι, πού δεν έχουν άλλη ελπίδα, παρά μόνο της παρούσης ζωής. Πίστεψέ με, πού είμαι γέροντας, ότι 
η θυγατέρα σου σε καλό και θεάρεστο δρόμο πήγε. Γιατί, αν δεν ήταν άσφαλισμένη για το καλό της, δεν θα μάς καταφρονούσε ο Κύριος, άλλά θα μάς έδειχνε τί έγινε. Λοιπόν για να 
μη εμπόδιση τη σωτηρία της την σκεπάζει. Παρηγορήθηκε κάπως με τα λόγια αυτά ο Παφνούτιος και σε λίγο έφυγε. Άλλα και πάλιν ερχόταν πολλές φορές στη Μονή, για να βλέπει 
τους αγίους Πατέρες και να παίρνει μικρή παρηγοριά από τα λόγια τους.


Βλέπει την κόρη του
Κάποια μέρα, πού είχε πάει πάλι στο Μοναστήρι ο Παφνούτιος, του λέγει ο ηγούμενος:
Θέλεις να δεις ένα αδελφό πού έχουμε, πολύ νεαρό, αλλά πολύ θαυμάσιο στην αρετή. Ονομάζεται Σμάραγδος και είναι από αρχοντικό γένος. Παράτησε πλούτο και δόξα του 
κόσμου, και τόσο αγωνίζεται για τις εντολές του Κυρίου, ώστε δεν είναι άλλος όμοιός του.
Χάρηκε ο Παφνούτιος, όταν άκουσε αυτά, και αφού τον οδήγησε ο Αγάπιος πήγε στο κελί της Ευφροσύνης. Τί απροσδόκητη χαρά για την Ευφροσύνη να δη ξαφνικά τον πατέρα 
της μπροστά της! Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και έτρεχαν ποταμηδόν. Αλλ' αυτός δεν την γνώρισε. Τόση κακοπάθεια είχε από τη νηστεία, τις αγρυπνίες και τις γονυκλισίες 
και τις ορθοστασίες και τους κόπους! Τέλος έπαυσε να κλαίει η Ευφροσύνη. Έκαμε αμέσως ευχή κατά την συνήθεια και ύστερα λέγει στον Παφνούτιον:
Πίστεψέ με, άνθρωπε, άνθρωπε αν ήταν η θυγατέρα σου στον δρόμο της απώλειας, δεν θα περιφρονούσε ο ελεήμων Θεός τις ευχές και τις ελεημοσύνες και τα δάκρυά σου. Δε 
θα περιφρονούσε τις δεήσεις, πού κάνουμε εμείς οι αμαρτωλοί μαζί με τον καθηγούμενο μας, όλη την ημέρα, από αγάπη προς σένα. Αλλά πιστεύω στον Θεό, ότι διάλεξε την 
αγαθή μερίδα. Αφού είπε αυτά τον άφησε να φύγει. Φεύγοντας ο Παφνούτιος επήγε στον Ηγούμενο και του λέγει:
Σε ευχαριστώ Άγιε Πάτερ, τόσο ευχαριστήθηκα με τα λόγια του Όσιου Σμάραγδου, πού μου φάνηκε πώς είδα το ίδιο το κορίτσι μου.

Πεθαίνει η Ευφροσύνη
Τριάντα οκτώ χρόνια έμεινε αγνώριστη η Ευφροσύνη στο Μοναστήρι και τότε αρρώστησε. Κατά θείαν πρόνοιαν έτυχε να είναι εκεί ο Παφνούτιος. Όταν είδε το Σμάραγδο άρρωστο, 
άρχισε να κλαίει πικρά και να λέγει:
Αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο! Ποιος θα με παρηγορήσει στα γηρατειά μου; Τριάντα οκτώ χρόνια είναι πού έχασα το παιδί μου, και μόνο συ, πάτερ Σμάραγδε, με παρηγόρησες. Συ 
μου έδωσες θάρρος και ελπίδα. Τώρα ούτε εκείνο βλέπω, ούτε εσένα έχω πλέον, πού ήσουνα η παρηγοριά της λύπης μου. Τώρα απελπίστηκα και δεν πιστεύω πλέον να δω την 
θυγατέρα μου.
Τότε εκείνη του λέγει:
Γιατί θλίβεσαι τόσο και βασανίζεσαι; Μην χάνεις την ελπίδα σου. Κάμε υπομονή, υπόμενε άλλες τρεις ημέρες, και να δεις του Θεού τα θαυμάσια.
Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος, νομίζοντας, ότι ο Κύριος αποκάλυψε στο Σμάραγδο αυτό, πού ποθούσε, και γι' αυτό του είπε να μείνει τρεις ήμερες. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα 
της Όσιας κάλεσε τον Παφνούτιο και του λέγει:
Επειδή ο Παντοδύναμος Θεός οικονόμησε τα δικά μου όπως ήθελε, και με αξίωσε να τελειώσω την καλή μου πρόθεση, θέλω να σου αποκαλύψω τώρα πού φεύγω για την αιώνια 
αγαλλίαση, και να σε απαλλάξω από τη φροντίδα. Μάθε λοιπόν, ότι εγώ είμαι η θυγατέρα σου. Για να μη με εμποδίσρις, άλλαξα σχήμα, και με βοήθησε ο Θεός να μη με 
αναγνωρίσεις. Και πάλι τώρα σε έφερε κοντά μου, για να με δεις και παρηγορηθείς και να ενταφιάσεις το σώμα μου. Όταν ήλθα εδώ στη Μονή, υποσχέθηκα στον ηγούμενο επειδή 
είχα πλούτη πολλά, να τα αφιερώσω στη Μονή, αν μπορέσω ως το τέλος να υποφέρω και να μείνω εδώ. Ο Κύριος με αξίωσε. Λοιπόν σε παρακαλώ, ξεπλήρωσε εσύ την υπόσχεση 
αυτή. Δώσε στους Πατέρες όσα ήθελες να δώσεις σε μένα. Είναι πολύ ενάρετοι άνθρωποι.
Αφού είπε αυτά, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Ο Παφνούτιος συντρίβεται
Ο πατέρας της Ευφροσύνης έμεινε κατάπληκτος, για το απροσδόκητο τέλος της κόρης του. Έπεσε στη Γή σαν νεκρός άφωνος και άλαλος. Δεν ήξερε εάν έπρεπε να ευρανθεί που 
την βρήκε ή να θρηνήσει για τον θάνατο της. Αλλά τους θρήνους διαδέχεται η χαρά πού μετατρέπει σε ευχαρίστηση τα δάκρυα.

Ένα θαύμα στον ένταφιασμό της
Ο Αγάπιος από τα λόγια του Παφνούτιου κατάλαβε, ότι ο Σμάραγδος ήταν η θυγατέρα του Παφνούτιου, και έτρεξε και το ανήγγειλε στον Ηγούμενο και σε όλη την αδελφότητα. 
Έτρεξαν αμέσως όλοι και συναγωνίζονταν ποιος να πλησιάσει πιο μπροστά το άγιο λείψανο, για να το ασπασθεί με ευλάβεια. Ένας ασκητής, πού είχε το ένα μάτι τυφλό, όταν 
ασπάστηκε την Αγία ώ του θαύματος! Βρέθηκε με δυο μάτια γερά. Από το μεγάλο αυτό θαύμα κατάλαβαν πόση χάρη επήρε από τον Κύριο. Αμέσως αύξησαν την ευλάβεια προς 
αυτήν και δοξολόγησαν τον Κύριο.
Κατόπιν ενταφίασαν με τιμή το ιερότατο λείψανο και κατά την ταφή, έλαμψε το πρόσωπο της Άγιας, σαν ήλιος.

Ο Παφνούτιος μένει για πάντα στο Μοναστήρι
Μετά την ταφή της Αγίας, ο Παφνούτιος δεν έφυγε. Έμεινε για πάντα στη Μονή. Διαμοίρασε όλα τους τα υπάρχοντα στους φτωχούς, σε σχολεία σε Εκκλησίες και κατοίκησε στη 
Μονή αφού έγινε Μοναχός. Κατοικία του ήταν το κελί της Ευφροσύνης και κοιμόταν στην ίδια ψάθα, πού κοιμόταν και κείνη. Έζησε σαν Μοναχός δέκα έτη με μεγάλη αρετή και 
ευσέβεια.
Όταν πέθανε τον ενταφίασαν στο μνημείο της Ευφροσύνης, εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος. Αμήν.




Στίχος
Εικάδα Ευφροσύνη κατά πέμπτην πότμον υπέστη.
Το θήλυ κρύπτεις ανδρικώς, Ευφροσύνη, και κρυπτά τον βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.

Ἀπολυτίκιον
Ἐν τῇ ἀσκήσει τὸ θῆλυ ἐκάλυψας, ἐν τῇ κοιμήσει τοὺς πάντας ἐξέπληξας, Εὐφροσύνη ἀνύσασα ἀνδρικῶς, νεᾶνις οὖσα λαμπρά, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς 
τῶν κινδύνων ἀπαλλάττεις τοὺς τιμῶντάς σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς παρθένος φρόνιμη καὶ ἀδιάφθορος, κοτηγγυήθης ὁσίως τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ προσκαίρων τὴν χλιδὴν ἐμφρόνως ἔλιπες, ὅθεν ἐν μέσω τῶν ἀνδρῶν, 
ὡς ἀμόλυντος ἀμνάς, ἐξέλαμψας Εὐφροσύνη, καὶ τοῦ Βελίαρ τὰ κέντρα, τὴ πολιτεία σου ἀπήμβλυνας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα• λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, 
παρέρχεται γάρ• ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ• διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Εὐφροσύνη τὸ πνεῦμά σου.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῆς ἄνω ζωῆς, τυχεῖν ἐπιποθήσασα, τὴν κάτω τρυφήν, σπουδαίως καταλέλοιπας, καὶ σαυτὴν ἀνέμιξας, ἀνάμεσον ἀνδρῶν παναοίδιμε• διὰ Χριστὸν γὰρ 
τὸν νυμφίον σου, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησας.

Κοντάκιον Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον
Εὐφροσύνης πρόξενος, βιοτῆ σου, τοῖς ἐν κόσμω γέγονε, προτυπωθεῖσα ἐναργώς, τή φερωνύμω σου πανσεμνέ, προσηγορία, Εὐφροσύνη ἔνδοξε.

Ὁ Οἶκος
Ἐν εὐφροσύνῃ καὶ θυμηδίᾳ, τάς ψυχὰς εὐφρανθέντες, ἀναστῶμεν σπουδῇ ἀκοῦσαι λόγον παράδοξον• ὑπερβαίνει γὰρ ἔννοιαν πᾶσαν τὸ διήγημα τοῦτο 
καὶ καταπλήττει, ὅτι γυνὴ ἐν μέσῳ ἀνδρῶν καταμένουσα, ἐνίκησε τὸν Βελίαρ, καὶ τὸ πῦρ κατεπάτησε τῶν ἡδονῶν, καὶ οὐκ ἐφλέχθη τὸ σύνολον• τὸν 
Χριστὸν γὰρ ποθοῦσα ἡ ἄσπιλος, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησε.

Μεγαλυνάριον.
Μνήστορα λιποῦσα τὸν γεηρόν, φαιδρῶς ἐνυμφεύθης, τῷ ὡραίῳ κάλλει Χριστῷ, δι’ ἀμέμπτου βίου, Ὁσία Εὐφροσύνη, δι’ οὗ ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Άγιες Ξανθίππη καί Πολυξένη (23 Σπτεμβρίου)



site analysis

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Οι άγιες Ξανθίππη καί Πολυξένη ήσαν αδελφές κατά σάρκα. Κατάγονταν από τήν Ισπανία καί έζησαν τόν 1ο αιώνα μ.Χ. επί αυτοκράτορος Κλαυδίου (41-54 μ.Χ.). Αναζητούσαν καί οι δύο τήν αληθινή πίστη, πού θά νοηματοδοτούσε τήν ζωή τους, καί ο Θεός ευδόκησε νά τήν γνωρίσουν καί στήν συνέχεια νά αγωνισθούν μέ όλες τους τίς δυνάμεις γιά τήν διάδοσή της.
Η Ξανθίππη ήταν σύζυγος τού Πρόβου, άρχοντα τής χώρας. Οδηγήθηκε στήν πίστη τού Χριστού, μαζί μέ τόν σύζυγό της, από τόν Απόστολο Παύλο, όταν αυτός βρισκόταν στήν πατρίδα τους. Η Πολυξένη ήταν παρθένος καί πρίν νά βαπτισθή δοκίμασε έναν μεγάλο πειρασμό. Κάποιος ασελγής άνδρας αποπειράθηκε νά τήν διαφθείρη, αλλά η Χάρις τού Θεού τήν διαφύλαξε καί παρέμεινε αβλαβής. Μετά τό γεγονός αυτό ο πόθος της μεγάλωσε καί η αναζήτηση τού αληθινού Θεού τήν έκανε νά μεταβαίνη από τόπο σέ τόπο. Ο Θεός τήν αξίωσε νά ακούση τό κήρυγμα τών Αποστόλων Πέτρου, Ανδρέα καί Φιλίππου . Έγινε μαθήτρια τού Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος τήν βάπτισε, μαζί μέ τήν Ρεβέκκα η οποία ήταν φίλη της καί συνοδοιπόρος τών ταξιδιών της. Μετά τήν βάπτισή της, επανήλθε στήν Ισπανία, μαζί μέ τόν απόστολο Ονήσιμο καί τήν Ρεβέκκα, καί εκεί έζησε πλέον τόν υπόλοιπο χρόνο τής ζωής της. Κυριευμένες οι δύο αδελφές -Ξανθίππη καί Πολυξένη- από ένθεο ζήλο, ως γνήσιες μαθήτριες τών αγίων Αποστόλων, κήρυξαν τήν αληθινή πίστη καί οδήγησαν στήν σωτηρία πολλούς καλοπροαιρέτους. Παρά τό ότι έζησαν σέ μιά εποχή, κατά τήν οποία τά μέλη τής Εκκλησίας διώκονταν καί θανατώνονταν μετά από σκληρά καί απάνθρωπα βασανιστήρια, εν τούτοις ο Θεός ευδόκησε νά τελειωθούν καί οι δύο εν ειρήνη, σέ προχωρημένη ηλικία.
Ο βίος καί η πολιτεία τους μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:
Τό κήρυγμα τού λόγου τού Θεού είναι αναγκαίο, επειδή, όταν γίνεται μέ τόν σωστό τρόπο, βοηθά τούς ανθρώπους νά πιστέψουν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλα¬μάς, ερμηνεύοντας τήν ευαγγελική περικοπή πού αναφέρεται στήν θεραπεία τού παραλυτικού -τόν οποίο κατέβασαν μέ σχοινιά μπροστά στόν Χριστό, αφού πρώτα χάλασαν τήν στέγη- λέγει ότι γιά νά πιστέψουν οι άνθρωποι πρέπει πρώτα νά ακούσουν τόν λόγο τού Θεού, γι’ αυτό καί ο Χριστός «ελάλει αυτοίς τόν λόγον».
Ως γνήσιες μαθήτριες τών αγίων Αποστόλων, κήρυξαν τήν αληθινή πίστη καί οδήγησαν στήν σωτηρία πολλούς καλοπροαιρέτους.
Γιά νά βλαστήση, όμως, καί νά καρποφορήση ο λόγος τού Θεού στίς ψυχές τών ακροατών πρέπει νά πέση σέ εύφορο έδαφος, σέ γή «καλήν καί αγαθήν», αφού πολλοί είναι αυτοί πού αρέσκονται στό νά ακούουν τόν λόγο τού Θεού, αλλά λίγοι είναι εκείνοι πού αγωνίζονται νά τόν εφαρμόζουν στήν ζωή τους. Επειδή, όπως λέγει πάλι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «φιλήκοοι καί φιλοθεάμονες εσμέν άπαντες, φιλόθεοι δέ ουχ άπαντες». Δηλαδή, σέ όλους αρέσουν τά ακροά¬ματα καί τά θεάματα, αλλά, δυστυχώς, τήν αγάπη πρός τήν αρετή λίγοι τήν έχουν, γι’ αυτό καί λίγοι είναι εκείνοι οι οποίοι κρατούν μέσα στήν καρδιά τους τόν λόγο καί αγωνίζονται νά τόν κάνουν βίωμα-τρόπο ζωής. Είναι χαρακτηριστική η φράση τού Χριστού, τήν οποία επανειλημμένως απηύθυνε στούς ακροατές τών λόγων Του, «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω». Δηλαδή, όποιος έχει ανοικτά τά αυτιά του, κυρίως τά αυτιά τής ψυχής του, άς ακούει, ήτοι άς υπακούει καί άς εφαρμόζει αυτά τά οποία λέγω.
Η καρποφορία, όμως, δέν εξαρτάται μόνον από τήν γή, αλλά καί από τήν ποιότητα τού σπόρου. Μέ άλλα λόγια, η καρποφορία τού λόγου τού Θεού στίς καρδιές τών ανθρώπων δέν εξαρτάται μόνον από τούς ακροατές, αλλά καί από τούς κήρυκες τού Θείου λόγου. Οι πρώτοι, όπως ελέχθη, θά πρέπει νά έχουν τήν διάθεση νά εφαρμόζουν στήν ζωή τους τά όσα ακούουν, αλλά καί οι δεύτεροι θά πρέπει νά προσπαθήσουν νά προσφέρουν στούς ανθρώπους τόν λόγο τού Θεού καθαρό καί ανόθευτο, όπως τόν βιώνει καί τόν διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία διά τών αγίων Πατέρων της. Επίσης, πρίν από τό κήρυγμα θά πρέπει νά προσεύ¬χονται γιά τόν εαυτό τους, αλλά καί γιά τούς ακροατές τους, τούς οποίους θά πρέπει νά διδάσκουν καί νά εμπνέουν κυρίως μέ τό παράδειγμά τους. Αυτό σημαίνει ότι τά όσα διδάσκουν θά πρέπει νά αγωνίζονται νά τά εφαρμόζουν πρώτα αυτοί οι ίδιοι στήν ζωή τους, αφού, όπως λέγει ο άγιος Σεραφείμ τού Σαρώφ, η καλύτερη ιεραποστολή είναι εκείνη πού γίνεται «μέ τήν ένταση τής προσευχής καί τό παράδειγμα». Αλλά καί οι ακροατές θά πρέπει νά προσεύχονται, αφ’ ενός μέν γιά τούς κήρυκες τού Θείου λόγου, γιά νά τούς φωτίζη ο Θεός νά ορθοτοτομούν τόν λόγο τής αληθείας Του, αφ’ ετέρου δέ γιά τόν εαυτό τους, προκειμένου νά τούς ανοίξη ο Χριστός τόν νού «τού συνιέναι τάς γραφάς».
Στίς ημέρες μας ακούγονται πολλά κηρύγματα, αλλά από ό,τι φαίνεται από τά αποτελέσματά τους, λίγα είναι αυτά πού αγγίζουν τίς καρδιές τών ανθρώπων καί τούς οδηγούν στήν μετάνοια καί τήν πνευματική αναγέννηση, ίσως επειδή είναι στοχασμοί καί ευσεβείς σκέψεις, δηλαδή ανθρώπινος λόγος, ο οποίος δέν έχει τήν δύναμη νά παρηγορήση, νά στηρίξη καί νά αναγεννήση τόν άνθρωπο. Μάλιστα, κάποιες φορές, επειδή μέσα στόν ανθρώπινο λόγο υπάρχει η ενέργεια τών παθών, προξενούνται τά αντίθετα αποτελέσματα, δηλαδή προκαλείται σύγχυση, ταραχή, ενίοτε δέ καί απόγνωση. Αντίθετα, ο λόγος τού Θεού, αναγεννά, θεραπεύει, παρηγορεί καί δίνει νόημα ζωής, αφού «είναι ζωντανός, δραστικός καί πιό κοφτερός καί από αυτό τό δίκοπο μαχαίρι καί εισχωρεί βαθειά… καί κρίνει συλλογισμούς καί προθέσεις τής καρδιάς».
Κάποτε, είπαν στόν Χριστό, τήν στιγμή πού δίδασκε τούς ανθρώπους, ότι σέ ζητούν η Μητέρα Σου καί οι αδελφοί Σου (τά παιδιά τού Ιωσήφ). Τότε Εκείνος, αφού έδειξε μέ τό χέρι Του τούς μαθητές Του, είπε: «Νά η μητέρα μου καί οι αδελφοί μου». Καί στήν συνέχεια πρόσθεσε: «Εκείνος πού θά ποιήση τό θέλημα τού Πατέρα μου πού είναι στούς ουρανούς, αυτός θά μού είναι αδελφός καί αδελφή καί μητέρα».
Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή καί ευλογία γιά όλους μας τό νά αξιωθούμε νά γίνουμε μητέ¬ρες καί αδελφοί τού Χριστού. Από εμάς εξαρτάται.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση – Αύγουστος 2013

http://www.parembasis.gr/

Αγία Θέκλα (+24 Σεπτεμβρίου)



site analysis



Η Αγία ένδοξος Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος Θέκλα!
Στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα ο Απόστολος της Αλήθειας Παύλος έφτασε στο Ικόνιο στο σπίτι του ευσεβούς οικογενειάρχη Ονησιφόρου. 
Εκεί τον άκουσε να κηρύττει το λόγο του Θεού η παρθένος και Ισαπόστολος Θέκλα.
Επί 3 ημέρες ούτε έφαγε ούτε πήγε σπίτι της ακούγοντας το θειο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου.
Με αποτέλεσμα να την αναζητήσουν οι γονείς της. Επειδή όμως δεν εκάμφθη να γυρίσει σπίτι της συνέλαβαν την Θέκλα και την φυλάκισαν.Η Θέκλα δωροδόκησε τον φρουρό για να δει τον Παύλο και κάθισε κοντά του όλη νύχτα να ακούει το Θείο Λόγο του.
Οι συγγενείς της ζήτησαν από τον άρχοντα να την θανατώσει. Όμως τίποτα δεν μπορούσε να αγγίξει την θεόπνευστη ψυχή της Θέκλας.
Οι παρακλήσεις προς τον Κύριο έσβησαν την φωτιά που άναψαν για να την κάψουν.
 Αποφάσισε να ακολουθήσει τον Παύλο και έφτασαν στην Αντιόχεια, αλλά και εκεί η ομορφιά της την έκανε να υποφέρει τα πάνδεινα. Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να πτοήσει την θεϊκά εμπνευσμένη Θέκλα. Ο κόσμος σάστισε καθώς κανένα θηρίο δεν την κατασπάραζε όσες φορές και αν επιχείρησαν να την θανατώσουν. Μια αρχόντισσα μάλιστα, η Τρύφαινα της έγραψε τα υπάρχοντα της και η Θέκλα βοηθούσε τους φτωχούς και αδυνάτους. Όμως η λαχτάρα της ήταν να δει ξανά το δάσκαλο της, τον Παύλο, και έστελνε μηνύματα στα μέρη που ήξερε ότι θα περνούσε ή πέρασε ο Παύλος. Τον βρήκε στα Μύρα της Λυκίας. Ο Παύλος της είπε ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα της.
 Προσευχήθηκε λοιπόν για να την οδηγήσει στο σωστό μέρος. Πήγε λοιπόν στη Σελεύκεια και ανέβηκε πάνω σ” ένα βουνό οδηγημένη από ένα φωτεινό σύννεφο. Κατάλαβε ότι ήταν θέλημα Θεού να κατοικήσει εκεί και βρήκε μια σπηλιά και εγκαταστάθηκε, θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων.
Μόλις πλησίαζαν οι ασθενείς γιατρεύονταν. Οι Μάγοι όμως είδαν στο πρόσωπο της τον άμισθο γιατρό, τον εχθρό τους και έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να στείλουν πληρωμένους νεαρούς να την βιάσουν για να χάσει τη δύναμη της, όπως πίστευαν.
Η Αγία Θέκλα δεν φοβήθηκε καθόλου όταν τους είδε. Σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της. Τότε ακούστηκε από τον ουρανό μια φωνή να της λέει να μην φοβάται και ότι είναι κοντά της για να την βοηθήσει. Μία πέτρα που ήταν μπροστά της άνοιξε για να γίνει η αιώνια κατοικία της. Μόλις άνοιξε η πέτρα η Αγία πέρασε μέσα και η πέτρα ξανάκλεισε χωρίς να αφήσει ρήγμα. Οι νέοι αποσβολωμένοι πρόλαβαν μόνο και άρπαξαν το χιτώνα της.
Και τούτο κατά θείαν οικονομίαν, άμα μεν εις πίστην του γενομένου, άμα δε εις ευλογίαν και παραμυθίαν των μεταγενεστέρων ευσεβών τε και φιλοχρίστων. Αυτό ήταν και το τέλος της πρωτομάρτυρας και Ισαποστόλου Αγίας Θέκλας. Όταν άρχισε το μαρτύριο της ήταν μόλις 18 ετών και απήλθε εις Κύριον 90 ετών. Επί 72 δηλαδή χρόνια υπήρξε οδοιπόρος πιστή εις τον Κύριον, χωρίς να λυγίσει μπροστά σε τόσα βασανιστήρια και σε διωγμούς. Αυτήν ας έχουν όλοι οι Χριστιανοί άγρυπνο φύλακα των ψυχών τους, ευπρόσωπο πρέσβη προς τον Θεό και συμπαραστάτη τους στις δύσκολες ώρες των μεγάλων κινδύνων.
Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρας και Ισαποστόλου Θέκλας την 24η Σεπτεμβρίου.
«Αυτός σε σώζει, Θέκλα, ρήξας την πέτραν, 
Ου τω πάθει πρίν ερράγησαν αί πέτραι. 
Πέτρη αμφί τετάρτην εικάδα δέξατο Θέκλην.»
timiosstavros.gr

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα -



site analysis



O Άγιος Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην κοινότητα Άσσιας, ένα χωριό της κεντρικής Μεσαορίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Ο Σπυρίδωνας νυμφεύθηκε μία ευσεβή γυναίκα, με την οποία έφερε στον κόσμο παιδιά. Μεταξύ αυτών και την Ειρήνη. Η σύζυγός του, όμως, κοιμήθηκε νωρίς, γι'αυτό και ο Άγιος ανέλαβε την ανατροφή των παιδιών του εξολοκλήρου. Η ζωή του αγίου Σπυρίδωνα ήταν γεμάτη από δοκιμασίες. Ο θάνατος της κόρης του Ειρήνης ήταν από τα πιο θλιβερά περιστατικά στη ζωή του.
Η κόρη του πέθανε ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας. Κατά την επιστροφή του στην Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυναίκα, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, στην κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο για να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της κόρης του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε στον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε στην γυναίκα το κόσμημα.
Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα δεν αναφέρεται από τους Συναξαριστές. Καταριθμείται όμως, μεταξύ των Αγίων της Κυπριακής Εκκλησίας. Τοιχογραφία της Αγίας υπάρχει στο νάρθηκα του ναού της Παναγίας της Ασίνου που ζωγραφίστηκε μεταξύ του 1332/1333.

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Τρία κορίτσια που ρεζίλεψαν το βασιλιά!



site analysis

Η πίστη (=εμπιστοσύνη), η ελπίδα και η αγάπη είναι κόρες της σοφίας. Και μεταφορικά (ο σοφός έχει πίστη, ελπίδα και αγάπη), αλλά και κυριολεκτικά, αφού τις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. έζησε στη Ρώμη μια χριστιανή μάνα που λεγόταν Σοφία και είχε τρία κορίτσια, την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη. Πήραν τα ονόματά τους από τις τρεις αρετές που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίουςεπιστολή του, κεφ. 13, στίχ. 13.


Όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός (αν και δίκαιος και μορφωμένος)κήρυξε διωγμό εναντίον των χριστιανών, κάποιοι κατάγγειλαν πως η μάνα και οι τρεις κόρες ήταν χριστιανές (πατέρας δεν υπήρχε, γιατί η αγία Σοφία ήταν χήρα). 
Επειδή ήταν από αρχοντική γενιά -και τα τρία κορίτσια ήταν γνωστά στην κοινωνία για την ωριμότητα και την καλοσύνη τους- δικάστηκαν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Οι τρεις μικρές φίλες του Θεού προσκλήθηκαν να θυσιάσουν στην Άρτεμη, χωριστά η κάθε μία, ενώ η μητέρα τους βρισκόταν σε περιορισμό. Κάθε μία ξεχωριστά απάντησε πως είναι χριστιανή και αρνήθηκε να λατρέψει τα είδωλα.
Όταν οι κολακείες και οι υποσχέσεις του αυτοκράτορα -ακούτε, κορίτσια;- πήγανε στο βρόντο, άρχισαν τα βασανιστήρια. Μαστίγωμα, σιδερένια νύχια που ξέσκισαν τη σάρκα, πυρωμένες εσχάρες, καζάνι με βραστή πίσσα υποδέχτηκαν τα κορίτσια. Όμως δεν κατάφεραν να τα λυγίσουν.
Το συναξάρι τους (η βιογραφία τους) λέει πως από κάποια βασανιστήρια (όχι απ' όλα) βγήκαν άτρωτες με τη βοήθεια αγγέλων, που τους είδαν προς στιγμήν κάποιοι από τους Ρωμαίους στρατιώτες. Μερικοί πίστεψαν κι έγιναν κι αυτοί χριστιανοί.

Ο αυτοκράτορας Αδριανός (117-138 μ.Χ.). Αν και είναι ένας από τους "Πέντε Καλούς Αυτοκράτορες" και πρόσφερε έργα ανάπτυξης και ειρήνης στην αυτοκρατορία, δεν απέφυγε τη δολοφονία ανθρώπων που θεώρησε πιθανούς πολιτικούς του αντιπάλους, ούτε το διωγμό κατά των χριστιανών... Στο διωγμό απάντησαν με γραπτές απολογίες (βιβλία) οι Αθηναίοι άγιοι Αριστείδης ο φιλόσοφος (και μάρτυρας) και Κοδράτος.

Τα τρία κορίτσια αποκεφαλίστηκαν, αφού ο βασιλιάς είχε αποτύχει να τις λυγίσει.  Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε νικηθεία από τρία παιδιά 12, 10 & 9 ετών.
Η μητέρα τους αφέθηκε ελεύθερη, για να υποφέρει από την απώλεια των κοριτσιών της. Εκείνη τις πήρε και οι χριστιανοί τις κήδεψαν και τις έθαψαν μυστικά στις κατακόμβες της Ρώμης. Τρεις μέρες αργότερα, η αγία Σοφία παρέδοσε την αγία ψυχή της στο Χριστό, την ώρα που προσευχόταν δίπλα στον τάφο των παιδιών της.
Οι τέσσεριες αγίες είναι πολύ αγαπητές στους χριστιανούς όλων των εποχών (ο ναός της Αγίας Σοφίας στην ΚΠολη δεν είναι αφιερωμένος σ' αυτές, αλλά στο Χριστό, που χαρακτηρίζεται "Σοφία του Θεού"). Η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας Σόφια πήρε τ' όνομά της από την αγία Σοφία, έχει ένα σπουδαίο αρχαίο ναό αφιερωμένο σ' αυτήν καιπανηγυρίζει στη γιορτή της.

Το απολυτίκιο των τεσσάρων αγίων (το επίσημο τροπάριο που ψάλλεται γι' αυτές στην εκκλησία) είναι:

Σοφία εκθρέψασα κατά την κλήσιν, σεμνή, τας τρεις θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστώ, αθλήσεως σκάμασιν. Όθεν της άνω δόξης συν αυτοίς κοινωνούσα, πρέσβευε τω Σωτήρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δούναι τοις σε τιμώσι, χάριν και έλεος.
Στα νέα ελληνικά:
Σεμνή Σοφία, που ανάθρεψες τις τρεις κόρες σου σύμφωνα με τα ονόματά τους, τις προσφέρεις στο Χριστό μέσα από τα μαρτυρικά τους αθλήματα. Αφού λοιπόν μοιράζεσαι μαζί τους την ουράνια δόξα, ωραία μάρτυρα Σοφία, μίλησε στο Σωτήρα να δώσει χάρη και έλεος σ' εκείνους που σε τιμούν.
ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Βίος Αγίας Θεοδώρας της εν Βάστα Πελοποννήσου(11 Σεπτεμβρίου)



site analysis


Κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου εορτάζουμε και τιμούμε την μνήμη της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας της εν Βάστα. Η Αγία αυτή είναι γνωστή πλέον όχι μόνο στην πατρίδα
μας αλλά και πέραν αυτής.
Ποιος είναι όμως ο δρόμος που βάδισε και έφθασε στην αγιότητα;
Η Αγία Θεοδώρα καταγόταν από την Αγιοτόκο και Ηρωοτόκο Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται Αγία Θεοδώρα η «Πελοποννήσια». Ως προς την καταγωγή της  πιθανότερες περιοχές φαίνεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία.
Έζησε κατά τον 9ον αιώνα μ.Χ. (κατά άλλους τον 10ο αιώνα μ.Χ.) δηλαδή στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς της υπήρξαν άνθρωποι πτωχοί και άσημοι αλλά  αγαπούσαν τον Θεό και μετέδωσαν στα παιδιά τους την πίστη στο Χριστό. Από μικρή ηλικία η Θεοδώρα, σε σχέση με τα άλλα της αδέλφια, είχε μία ιδιαίτερη αγάπη και κλίση  προς τα θεία. Αγαπούσε τον Θεό σε τέτοιο βαθμό που επιθύμησε να αφιερώσει όλη της την ζωή Σ’ αυτόν. Αποκτούσε μέρα με τη μέρα αυτό που οι Άγιοι Πατέρες ονομάζουν  «Ἔρωτα Χριστοῦ».
Μεγαλώνοντας αποφασίζει να εγκαταβιώσει σε μοναστήρι και εκεί να καλλιεργήσει τον έρωτά της για τον Χριστό. Το παράδοξο όμως είναι ότι δεν προτίμησε ένα γυναικείο
μοναστήρι αλλά ένα ανδρικό! Παρουσιάστηκε στην μονή της «Παναΐτσας», μία μονή που βρίσκεται στα όρια των Νόμων Αρκαδίας – Μεσσηνίας, ως άνδρας με το όνομα
«Θεόδωρος». Δεν μπορούμε με σιγουριά να υποστηρίξουμε για πιο λόγο το έκανε αυτό. Πιθανόν ήθελε να εξαφανιστεί εντελώς από τους γνωστούς της.
Στην ανδρώα μονή που εγκαταβίωσε δεν άργησε να καταστεί παράδειγμα υπομονής, υπακοής και ταπείνωσης. Οι αρετές αυτές την οδηγούσαν σταδιακά σε μεγάλη πνευματική
πρόοδο που αναγνωριζόταν από τον Ηγούμενο και τους συνμοναστές της. Οι Πατέρες της Μονής, θαυμάζοντας την προσωπικότητα και τα χαρίσματα που τον διέκριναν, του
εμπιστεύτηκαν τις εξωτερικές εργασίες της Μονής. Πράγματι, στο διακόνημα αυτό βρίσκονται πάντα μοναχοί ή μοναχές με εμπειρία στην πνευματική ζωή.
Την ίδια χρονική περίοδο συνέβει στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου φοβερός λιμός, έτσι που ο κόσμος και η Μονή κινδύνευσαν από ασιτία. Όλοι οι Πατέρες έστρεψαν
τα βλέμματά τους στον «Θεόδωρο» ως τον μοναδικό που μπορούσε να βοηθήσει σ’ αυτήν την τόσο δύσκολη κατάσταση. Πράγματι, ο «Θεόδωρος» επισκέφτηκε πολλά σπίτια
Χριστιανών προκειμένου να τους στηρίξει και αν ήταν δυνατόν να εξοικονομήσει κάτι και για την μοναστική αδελφότητα.
Συνέβη όμως κάτι φοβερό! Μία γυναίκα ξεστόμισε εναντίον του μία βαριά κατηγορία. «Ο καλόγερος, είπε, με άφησε έγκυο!». Η είδηση αυτή διαδόθηκε γρήγορα! Μία δεινή  συκοφαντία είχε ήδη στηθεί. Οι γονείς της εγκυμονούσας γυναίκας θυμωμένοι ανέβηκαν στο μοναστήρι και βίαια πρόσταξαν τον «Θεόδωρο» να τους ακολουθήσει. Ο «μοναχός» αν και αρνήθηκε την κατηγορία δεν αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Στη συνέχεια τον δίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες και τόν έκριναν ένοχο. Έλαβε την εσχάτη των ποινών,
«θάνατον δια αποκεφαλισμού». Αν και μπορούσε με την αποκάλυψη του σώματός του να αποδείξει την αθωότητά του, προτίμησε να «σηκώσει» το βάρος της συκοφαντίας!
Ως τόπος του μαρτυρίου ορίστηκε το χωριό Βάστα στην περιοχή της Αρκαδίας. Ο δήμιος τον οδήγησε μέχρι εκεί ενώ ο «Θεόδωρος» ακολουθούσε «ὡς ἀμνός ἄφωνος». Μετά από  λίγη ώρα η ψυχή της Αγίας Θεοδώρας φτερούγισε προς τον ουρανό, στην ετοιμασμένη θέση των οσιοπαρθενομαρτύρων της Εκκλησίας μας.
Ο δήμιος και οι συνεργάτες του, που αποκεφάλισαν την μάρτυρα, διέκριναν το σώμα της γυμνό και μεταμεληθέντες ζήτησαν συγχώρεση από τον Θεό.
Το θαυμαστό γεγονός έγινε γνωστό παντού! Ο Ηγούμενος και οι συμμοναστές θρηνολογώντας έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου και δοξάζοντας τον Θεό ενεταφίασαν το σώμα
της στην Ιερά Μονή τους ή κατά την γνώμη άλλων στον ίδιο τόπο του μαρτυρίου της.
Λέγεται, ότι πριν τον αποκεφαλισμό της, η Αγία ζήτησε από τον Θεό το σώμα της να γίνει ναός, οι τρίχες της κεφαλής της να γίνουν δένδρα και το αίμα της ποτάμι. Πράγματι, στην  στέγη του ιδρυθέντος ναού που βρίσκεται στη Βάστα της Αρκαδίας ανεφύησαν 17 δένδρα, τα οποία παραδόξως στέκονται στην στέγη και ομολογούν ότι «ὅπου ὁ Θεὸς δὲ  βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις».
Λεπτομερή βιογραφία της Αγίας, έγραψε ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως κ. Θεόφιλος.
Θα αναφέρουμε με συντομία όσα είναι γνωστά για την ζωή και την πολιτεία της με σκοπό ο καθένας μας να την «ζηλέψει» και να της ομοιάσει.
 
Η Αγία καταγόταν από την Αγιοτόκο και Ηρωοτόκο Πελοπόννησο γι’ αυτό και από κάποιους ονομάζεται Άγια Θεοδώρα η «Πελοποννήσια». Ως προς την καταγωγή της  πιθανότερες περιοχές φένεται να είναι η Αρκαδία και η Μεσσηνία.
Έζησε κατά τον 9ον αιώνα δηλαδή στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι γονείς της υπήρξαν άνθρωποι πτωχοί και άσημοι αλλά αγαπούσαν τον Θεό και μετέδωσαν στα παιδιά τους την πίστη στο Χριστό. Από μικρή ηλικία η Θεοδώρα, σε σχέση με τα άλλα της αδέλφια, είχε μία ιδιαίτερη αγάπη και κλίση προς τα θεία. Αγαπούσε τον Θεό σε τέτοιο βαθμό που επιθύμησε να αφιερώσει όλη της την ζωή Σ’ αυτόν. Αποκτούσε μέρα με τη μέρα αυτό που οι Άγιοι Πατέρες ονομάζουν «Έρωτα Χριστού».
Μεγαλώνοντας αποφασίζει να εγκαταβιώσει σε μοναστήρι και εκεί να καλλιεργήσει τον έρωτά της για τον Χριστό. Το παράδοξο όμως είναι ότι δεν προτίμησε ένα γυναικείο μοναστήρι αλλά ένα ανδρικό! Παρουσιάστηκε στην μονή της «Παναΐτσας», μία μονή που βρίσκεται στα όρια των Νόμων Αρκαδίας – Μεσσηνίας, ως άνδρας με το όνομα «Θεόδωρος». Δεν μπορούμε με σιγουριά να υποστηρίξουμε για πιο λόγο το έκανε αυτό. Πιθανόν ήθελε να εξαφανιστεί εντελώς από τους γνωστούς της.
Στην ανδρώα μονή που εγκαταβίωσε δεν άργησε να καταστεί παράδειγμα υπομονής, υπακοής και ταπείνωσης. Οι αρετές αυτές την οδηγούσαν σταδιακά σε μεγάλη πνευματική πρόοδο που αναγνωριζόταν από τον Ηγούμενο και τους συνμοναστές της. Οι Πατέρες της Μονής, θαυμάζοντας την προσωπικότητα και τα χαρίσματα που τον διέκριναν, του εμπιστεύτηκαν τις εξωτερικές εργασίες της Μονής. Πράγματι, στο διακόνημα αυτό βρίσκονται πάντα μοναχοί η μοναχές με εμπειρία στην πνευματική ζωή.
Την ίδια χρονική περίοδο συνέβη στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου φοβερός λιμός, έτσι που ο κόσμος και η Μονή κινδύνευσαν από ασιτία. Όλοι οι Πατέρες έστρεψαν τα βλέμματά τους στον «Θεόδωρο» ως τον μοναδικό που μπορούσε να βοηθήσει σ’ αυτήν την τόσο δύσκολη κατάσταση. Πράγματι, ο «Θεόδωρος» επισκέφτηκε πολλά σπίτια Χριστιανών προκειμένου να τους στηρίξει και αν ήταν δυνατόν να εξοικονομήσει κάτι και για την μοναστική αδελφότητα.
 
Συνέβη όμως κάτι φοβερό! Μία γυναίκα ξεστόμισε εναντίον του μία βαριά κατηγορία. «Ο καλόγερος, είπε, με άφησε έγκυο! ». Η είδηση αυτή διαδόθηκε γρήγορα! Μία δεινή
συκοφαντία είχε ήδη στηθεί. Οι γονείς της εγκυμονούσας γυναίκας θυμωμένοι ανέβηκαν στο μοναστήρι και βίαια πρόσταξαν τον «Θεόδωρο» να τους ακολουθήσει. Ο «μοναχός»
αν και αρνήθηκε την κατηγορία δεν αρνήθηκε να τους ακολουθήσει. Στη συνέχεια τον δίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες και τον έκριναν ένοχο. Έλαβε την εσχάτη των ποινών,
«θάνατον δια αποκεφαλισμού». Αν και μπορούσε με την αποκάλυψη του σώματός του να αποδείξει την αθωότητά του, προτίμησε να «σηκώσει» το βάρος της συκοφαντίας! Ως τόπος του μαρτυρίου ορίστηκε το χωριό Βάστα στην περιοχή της Αρκαδίας. Ο δήμιος τον οδήγησε μέχρι εκεί ενώ ο «Θεόδωρος» ακολουθούσε «ως αμνός άφωνος». Μετά από λίγη ώρα η ψυχή της «Αγίας Θεοδώρας» φτερούγισε προς τον ουρανό, στην ετοιμασμένη θέση των οσιοπαρθενομαρτύρων της Εκκλησίας μας.
Ο δήμιος και οι συνεργάτες του, που αποκεφάλισαν την μάρτυρα, διέκριναν το σώμα της γυμνό και μεταμεληθέντες ζήτησαν συγχώρεση από τον Θεό.
Το θαυμαστό γεγονός έγινε γνωστό παντού! Ο Ηγούμενος και οι συμμοναστές θρηνολογώντας έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου και δοξάζοντας τον Θεό ενεταφίασαν το σώμα της στην Ιερά Μονή τους η κατά την γνώμη άλλων στον ίδιο τόπο του μαρτυρίου της.
Λέγεται, ότι πριν τον αποκεφαλισμό της, η Αγία ζήτησε από τον Θεό οι τρίχες της κεφαλής της να γίνουν δένδρα και το αίμα της ποτάμι. Πράγματι, στην στέγη του ιδρυθέντος ναού που βρίσκεται στη Βάστα της Αρκαδίας ανεφύησαν δένδρα, τα οποία παραδόξως στέκονται στην στέγη και ομολογούν ότι «όπου ο Θεός δε βούλεται νικάται φύσεως τάξις».
 
Ο Ιερός Χρυσόστομος ο μεγάλος αυτός πατέρας της Εκκλησίας μας λέγει: «εορτή αγίου μίμηση αγίου». Ας προσπαθήσουμε με την βοήθειά του Θεού μας και τις πρεσβείες της Αγίας να της ομοιάσουμε και να γίνουμε άγιοι διότι αυτός είναι ο Κύριος σκοπός της ζωής όλων μας.
Ο Κύριός μας προτρέπει: «άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειμί» (Α Πέτρου 1,16).
————————————————————————————————————–
Η εξήγηση που έδωσαν για το παράδοξο φαινόμενο συνοπτικά μερικοί επιστήμονες:
κ. Λούκος Κων/νος (Γεωπόνος – Κόρινθος): ”Δεν υπάρχει εξήγηση από πλευράς γεωπονικής επιστημονικής. Πρόκειται για ένα ΔΙΑΡΚΕΣ ΘΑΥΜΑ”.
- κ. Μακρυγιάννης Π. (Γεωπόνος): ”… Αλλά σα γεωπόνος, είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά, ότι οι τοίχοι θα είχαν ανοίξει και σπάσει από τις ρίζες ενός μόνο δέντρου, πόσο μάλλον δεκαεπτά”.
- κ. Ράπτης Γεώργιος (Δασολόγος – Ναύπακτος): ”Το όλο φαινόμενο υπερβαίνει κάθε λογική, φυσική και επιστημονική εξήγηση του ανθρώπου”.
- κ. Μπεληγιάννης Ελευθέριος (Πολιτικός Μηχανικός – Αθήνα): ”Όταν ο αέρας αυτός (της ρεματιάς) έχει τη δυνατότητα να ξεριζώνει δέντρα, καταλαβαίνει κανείς, τι δυνάμεις εξασκούνται από τα 17 δέντρα για την ανατροπή της στέγης”.
- κ. Σταυρογιάννη – Περρή Ελένη (Αρχιτέκτων - Καλαμάτα): ”Φαινόμενο επιστημονικά ανεξήγητο. Οι δυνάμεις βάρους και αέρος σε συνάρτηση, θα έπρεπε λόγω θέσεως του εξωκλησιού, αλλά και λόγω της προχείρου κατασκευής αυτού, προς δε και της παλαιότητάς του να είχαν διαλύσει το κτίσμα. Τούτο όμως, παραμένει επί τόσους αιώνας χωρίς σοβαρές φθορές”. 
κ. Παλλας (Διευθυντής Αρχαιοτήτων – Κόρινθος): ”Βάσει των φυσικών νόμων, τουλάχιστον τα μεγάλα αυτά δέντρα, λόγω κλίσεως, ύψους, περιμέτρου έπρεπε να είχαν γκρεμισθεί. Δια να στέκουν αγέρωχα, είναι κάτι που η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει εξήγηση”.
κ. Τίγκας Αναστάσιος (Θεολόγος, Αρχαιολόγος, Ιστορικός – Ηράκλειο Αττικής): ” Η όλη ανάπτυξις, ύπαρξις και ζωή των δέντρων επί της στέγης του ναού της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας εκπλήσσει, αντιβαίνει προς πάσα λογικήν και φυσικήν εξήγησιν του ανθρώπου. Καταδεικνύει μίαν σπανίαν ιδιαιτερότητα, την επέμβασιν του Θεού επί της δημιουργίας Του, το θαύμα”.
ΠΗΓΕΣ:xristianos.gr-www.neromylos-nikola.gr