Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Ἡ Μοναχή ΜΑΡΙΑΜ ΟΡΛΩΒΑ (+ 1997) καί ἄλλοι Ὁμολογήτες τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν



site analysis




Ρωσικό κείμενο: Ἱερεύς Ἀνδρέας Σίντνιεβ.
Μετάφρασις: Χριστόφορος Σοφιανίδης, Πρόεδρος τοῦ Ποντιακοῦ Συλλόγου «Ἀργώ».
Ἐπιμέλεια κειμένου: Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου.
Ἀρχική δημοσίευση: Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή», φ. 99/1999, σελ. 133 -139. Κατωτέρω δημοσιεύεται βελτιωμένο.
Τήν 30η Ἰουλίου/12η Αὐγούστου 1997, ἀπεδήμησε πρός Κύριον ἡ Μοναχή Μαριάμ, κατά κόσμον Μαρία Βασίλιεβνα Ὀρλώβα. (Στήν φωτογραφία ἡ μακαριστή μοναχή Μαριάμ πρίν τήν κουρά της, ὅπως τήν γνώρισε ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος).Ἡ Μοναχή Μαριάμ γεννήθηκε τό 1906 στήν Ἱερατική οἰκογένεια τοῦ Ἱερομάρτυρος Πατρός Βασιλείου Σμερνώβ, πρώτη μέσα σέ ἕξι παιδιά. Ἀπό τήν παιδική της ἡλικία μεγάλωσε σέ ἀτμόσφαιρα χριστιανικῆς ἀγάπης, ἡ ὅλη καθημερινή ζωή τῆς οἰκογενείας της ἦταν στήν ὑπακοή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας. Τό ποίμνιο τοῦ π. Βασιλείου βρισκόταν στό χωριό Κρουτέτς τῆς περιοχῆς Ἀλεξαντρώφ, τῆς περιφερείας τοῦ Βλαδιμήρ. Ἐδῶ, στήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Γρηγορούσας, ὁ π. Βασίλειος ὑπηρέτησε 30 χρόνια. Τό ποίμνιο ἦταν μικρό καί ἔτσι δέν μποροῦσε νά ζῆ ἀπό τά ἔσοδα τῆς ἐκκλησίας, γι’ αὐτό ἔπρεπε νά ἀσχολεῖται καί μέ ἀγροτικές ἐργασίες. Ὁ ἴδιος ὤργωνε τήν γῆ, ἔκοβε τά χόρτα, ἑτοίμαζε γιά τόν χειμῶνα ἀποθέματα ζωοτροφῶν. Αὐτά ὅμως δέν ἐπηρέαζαν τήν ὑπηρεσία του στόν ναό. Ὅλες οἱ Ἀκολουθίες ἐγίνοντο ἐπιμελημένα βάσει τοῦ τυπικοῦ.
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1917, ἡ οἰκογένεια τοῦ π. Βασιλείου τά δέχθηκε μέ μεγάλη θλίψη. Ὁ ἴδιος ὁ π. Βασίλειος σεβόταν πολύ τόν Τσάρο Νικόλαο Β’ καί ἔλεγε, ὅτι ἄν τοῦ ζητοῦσαν νά πεθάνη γι’ αὐτόν, δέν θά δίσταζε νά τό κάνει!
Ἡ Μαρία τόν καιρό αὐτό ἦταν 11 χρονῶν καί πήγαινε σχολεῖο. Καί στά ἑπόμενα χρόνια, τά ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση, ὁ π. Βασίλειος ὑπηρετοῦσε στήν ἴδια ἐκκλησία, ἀσχολούμενος καί μέ τήν ἀγροτική οἰκονομία. Μετά τό σχολεῖο ἡ Μαρία μετακόμισε στήν Μόσχα καί ἐκεῖ παντρεύτηκε τόν Λέβ (Λεωνίδα) Ἀλεξάντροβιτς Ὀρλώφ. Ὁ σύζυγός της ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τόν ἐξέχοντα ἐκκλησιαστικό συγγραφέα καί κήρυκα τῆς Ὀρθοδοξίας Σέργιο Νεῖλο, ἡ δραστηριότητα τοῦ ὁποίου εἶχε μεγάλη σημασία γιά τήν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν 20ο αἰ.
Ὁ Σέργιος Νεῖλος ἦταν ἐκεῖνος πού ἀποκάλυψε τά «μυστικά τῆς ἀνομίας» τό 1905, δημοσιεύοντας «Τά Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών», στό βιβλίο «Τά σημαντικά συνοπτικῶς». Ἐκεῖ μέ ἐντυπωσιακή εἰλικρίνεια ἐκτίθεται τό σχέδιο τῶν Σιωνιστῶν γιά τήν κατάκτηση τῆς παγκόσμιας κυριαρχίας. Ὁ 20ος αἰ. ἔγινε μάρτυρας τῆς θριαμβευτικῆς ἐπέλασης τοῦ Σατανᾶ καί τῶν ὀργάνων του στά Χριστιανικά κράτη, τά ὁποῖα ἔπεσαν τό ἕνα μετά τό ἄλλο, ὅπως αὐτό ἦταν σχεδιασμένο στά «Πρωτόκολλα».
Ὁ Σέργιος Ἀλεξάντροβιτς Νεῖλος γεννήθηκε τό 1862 στή Μόσχα καί ἦταν γιός μικροκτηματία. Ἔκανε ἀνώτερες σπουδές καί ἀνῆκε στούς διανοουμένους. Γνώρισε τήν Ὀρθοδοξία σέ ὥριμη ἡλικία καί ἔκτοτε ἀφιερώθηκε στήν προάσπισή της. Ὑπῆρξε πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης. Συνέγραψε πολλά ἀξιόλογα βιβλία πνευματικοῦ περιεχομένου, τά ὁποῖα καθ' ὅλη τήν διάρκεια τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος βοήθησαν πολύ τόν Ρωσικό λαό.
Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. ἐγκαταστάθηκε στήν Ὄπτινα σάν ἔφορος τῶν ἀρχείων τῆς Μονῆς, ἀπό τά ὁποῖα ἐξέδωσε διάφορα ἀποσπάσματα μέ τήν εὐλογία τοῦ Στάρετς Βαρσανουφίου. Ἔμεινε στό σπίτι πού παλαιότερα κατοικοῦσε ὁ συγγραφέας Κωνσταντῖνος Λεόντιεφ, στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ζίντρα. Ἐκεῖ ἔγραψε τό πολύτιμο ἡμερολόγιό του, ὅπου καταχώρησε τίς συναντήσεις του μέ τούς Ὁσίους Γέροντες τῆς Ὄπτινα καί ἄλλους πνευματικούς ἀνθρώπους. Τό ἡμερολόγιο αὐτό ἐκδόθηκε τό 1916 μέ τόν τίτλο "Στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ζίντρα".
Στά «Πρωτόκολλα» προβλέπονται οἱ Παγκόσμιοι Πόλεμοι, οἱ πολιτικές μορφές συγκρότησις τῶν συγχρόνων κρατῶν, ἡ πορεία ἀνάπτυξις τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, τά πλαίσια τῆς δανειο-οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Σ’ αὐτά ἀποτυπώνεται καθαρά καί μέ ἀκρίβεια ἡ εἰκόνα τῆς καταστροφῆς τῶν ἀνεξαρτήτων Χριστιανικῶν κρατῶν καί τῆς κυριαρχίας τῆς παγκόσμιας διεθνοῦς ὑπεκυβέρνησις, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἑβραῖο Βασιλιά – ψευδομεσία - Ἀντίχριστο!
Ὁ Σέργιος Νεῖλος δέν ἦταν ὁ πρῶτος πού ἀσχολήθηκε μέ τά «Πρωτόκολλα». Τά πρῶτα ἑκατό ἀντίτυπα ἐκδόθηκαν τό 1896, ἀπό τόν Εἰσαγγελέα τοῦ Συνοδικοῦ Γραφείου τῆς Μικόβσκογιε Φ. Π. Σουχόπιν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τά «Πρωτόκολλα» πολλαπλασιάστηκαν ἀπό τό Νομαρχιακό Τυπογραφεῖο, κατά παραγγελία τοῦ Ἀ. Κ. Κλεπόβσκι, ὁ ὁποῖος ἦταν στήν ὑπηρεσία τοῦ Μεγάλου Δοῦκα Σεργίου Ἀλεξάντροβιτς, ἀδελφοῦ τοῦ Τσάρου Νικολάου Β’. Ὅμως, μόνον ὁ συναγερμός πού σήμαναν τά βιβλία τοῦ Σεργίου Νείλου, ἔγινε ἀκουστός σέ ὅλα τά σημεῖα τοῦ κόσμου.
Ἦταν θέλημα Θεοῦ πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἡ πορεία τοῦ Σεργίου Νείλου καί τῆς συζύγου του Ἑλένης (ἡ ὁποία παρεπιπτόντως γεννήθηκε στήν Ἑλλάδα, στήν οἰκογένεια Ρώσου διπλωμάτου) καί τῆς οἰκογενείας τοῦ π. Βασιλείου Σμυρνώφ καί τῆς ἔπειτα μοναχῆς Μαριάμ νά εἶναι κοινή.
Τό 1928 ὁ π. Βασίλειος πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ Σέργιος Νεῖλος καί ἡ σύζυγός του, διωκόμενοι ἀπό τό Σοβιετικό καθεστώς, δέν εἶχαν κατάλυμα καί περιφέρονταν φιλοξενούμενοι. Μέσῳ τοῦ γαμπροῦ του Λέβ Ὀρλώφ (συζύγου τῆς Μαρίας), ὁ ὁποῖος ἔγραψε μία ἐπιστολή στόν Σέργιο Νεῖλο), ὁ π. Βασίλειος κάλεσε τό ζευγάρι στό σπίτι του, στό χωριό Κρουτέτς, ὅπου ὁ Σέργιος καί ἡ Ἑλένη ἔφθασαν τό ἴδιο ἔτος 1928.
Πρέπει νά σημειωθεῖ, ὅτι τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, ἦταν περίοδος κραδασμῶν γιά τήν Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τό 1927 ἐκδόθηκε ἡ γνωστή θλιβερή Διακήρυξη τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ Τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Σεργίου, στήν ὁποία διακηρύσσοταν ὅτι οἱ χαρές τοῦ ἀθέου Σοβιετικοῦ Κράτους ἦταν καί χαρές τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί οἱ Ἱερεῖς καί οἱ πιστοί πού ἀγωνίζονταν κατά τοῦ ἀθεϊσμοῦ καί ἀντιθεϊσμοῦ τῶν Κομμουνιστῶν ἦσαν ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας!
Ἡ Διακήρυξις αὐτή προκάλεσε σχίσμα. Οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πού δέν ἤθελαν νά θέσουν τίς ψυχές τους κάτω ἀπό τόν ζυγό τοῦ Βελίαρ, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Μητροπ. Σέργιο καί κατέφυγαν στίς Κατακόμβες. (Αὐτό τό σχῆμα τῆς παράνομης γιά τό Σοβιετικό κράτος καί τό Σεργιανιστικό Πατριαρχεῖο Μόσχας θρησκευτικῆς δραστηριότητας, εἶναι γνωστό διεθνῶς μέ τόν ὅρο «Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν»).
Ἐπικεφαλῆς σημαντικοῦ μέρους Γνησίων Ὀρθοδόξων πού ἀγωνίζονταν κατά τῆς πολιτικῆς τοῦ Μητροπ. Σεργίου, τέθηκε ὁ Μητροπολίτης Ἰωσήφ τῆς Πετρουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἀποκήρυξε τόν Σέργιο. Σύντομα ὁ Μητροπ. Ἰωσήφ συνελήφθη (τελικά ἐκτελέστηκε τό 1937) καί ἄρχισαν διώξεις τῶν λεγομένων Ἰωσηφιτῶν. Ὅμως ὑπῆρχαν μοναχοί καί Ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπισήμως μέν δέν εἶχαν δηλώσει τήν ἀποστασιοποίησή τους ἀπό τόν Μητροπ. Σέργιο, ἀλλά δέν τόν μνημόνευαν στήν Θεία Λειτουργία. Αὐτοί ἀποτελοῦσαν τήν ὁμάδα τήν ἐπωνομαζομένη Μετσέβσκαγια, ἀπό τόν πνευματικό τους ἡγέτη Ἀλέξιο Μέτσεβ. Ἕνας ἀπό τούς Ἱερεῖς αὐτούς ἦταν καί ὁ π. Βασίλειος Σμυρνώφ. Αὐτή ἦταν κατά κάποιο τρόπο ἡ κρυφή ἀντιπολίτευση στόν Μητροπ. Σέργιο, λόγῳ τῶν μεγάλης κλίμακας διώξεων σέ ὁποιαδήποτε ἀνοιχτή διαφωνία στήν πολιτική του.
Πολλοί δέν κατανοοῦσαν τήν οὐσία τῶν γεγονότων πού ἦσαν σέ ἐξέλιξη. Νόμιζαν, ὅτι ὁ Μητροπ. Σέργιος ἐπεδίωκε νά διατηρήσει τήν ἐπίσημη ἐκκλησιαστική ὀργάνωση, μέσῳ τῆς συμφιλίωσις μέ τήν ἀντίθεη ἐξουσία. Ὁ σύζυγος τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας, ὁ Λέβ Ἀλεξάντροβιτς, ἀνῆκε σ’ αὐτούς τούς ἀμφιταλαντευόμενους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό ἔγραψε μία ἐπιστολή στόν Σέργιο Νεῖλο, στήν ὁποία παράθετε τήν ἀπορία του σχετικά μέ τήν νέα ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἀναπληρωτή τοῦ Τοποτηρητή τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Σεργίου. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Σεργίου Νείλου σ’ αὐτήν τήν ἐπιστολή εἶναι οὐσιαστικά ἡ Ὁμολογία Πίστεως τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ρωσίας καί ἕνα σημαντικό ντοκουμέντο τῆς ἐποχῆς.
Ἐπί τοῦ ἐρωτήματος πολλῶν Ὀρθοδόξων, «τί θά κάνουμε τώρα πού ὁ Μητροπολίτης Σέργιος πρόδωσε τήν Ἐκκλη-σία καί ὅλοι ἐδῶ οἱ Ἱερεῖς τόν μνημονεύουν;», ἔδωσε τήν ἑξῆς ὁμολογιακή ἀπάντηση:
«Εἰς τούς ναούς ὅπου μνημονεύουν τόν Σέργιο νά μήν πηγαίνετε, διότι αὐτοί πλέον συμπαρετάχθησαν μέ τήν μερίδα τοῦ προδότου Ἰοῦδα, τά δέ Μυστήριά των δέν ἁγιάζονται. Προτιμότερον οἱ πιστοί, ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι ναοί, νά προσεύχωνται εἰς τάς οἰκίας των, διά νά φυλαχθοῦν ἀπό τήν αἵρεσιν καί τήν ἀποστασίαν, παρά νά κολάζωνται μαζί μέ αὐτούς πού μνημονεύουν τόν Μητροπ. Σέργιο»! (Περιοδικό «Γνώσεσθε τήν ἀλήθεια», φ. 21 Ἰαν. 2007, σελ. 1 - 2).Κατά τήν μαρτυρία τῆς μοναχῆς Μαριάμ, αὐτό τό ὁμολογιακό φρόνημα ὁ Σέργιος Νεῖλος τό ἐγνώρισε καί διδάχθηκε παρά τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί ἰδιαιτέρως τοῦ Στάρετς Νεκταρίου (+ 1928).
Ὁ κατά κόσμον Νικόλαος Βασίλεβιτς Tychonov, γεννήθηκε τό 1853 στήν πόλη Γιελέτς τῆς ἐπαρχίας Ὀριόλ. Τό 1873, σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στή Μονή τῆς Ὄπτινα, ὅπου ἀσκήθηκε κάτω ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν μεγάλων πνευματοφόρων Γερόντων της - Στάρετς, τοῦ ὁσ. Ἀνατολίου Α' (+ 1894, τόν ὁποῖο εἶχε Πνευματικό) καί τοῦ ὁσ. Ἀμβροσίου (+ 1891, τόν ὁποῖο εἶχε Γέροντα) καί ἔζησε μέ τούς Στάρετς Ὁσίους Ἰωσήφ, Βαρσανούφιο καί Ἀνατόλιο Β'.
Τό 1876 χειροθετήθηκε μικρόσχημος Μοναχός, τό 1894 χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀνατόλιο καί τό 1898 Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καλούγας Μακάριο. Τό 1912 ἡ Ἀδελφότητα τόν ἀνέδειξε Στάρετς καί Πνευματικό καί τό 1920 Προϊστάμενο τῆς Σκήτης. Τότε δέχθηκε καί τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα.
Ἔζησε στήν Ὄπτινα 50 χρόνια (1873 - 1923), 25 χρόνια στό ἴδιο κελλί, ἄλλοτε ὡς ἔγκλειστος καί ἄλλοτε ὡς διά Χριστόν Σαλός. Ἐλεημένος μέ τά χαρίσματα τῆς προφητείας, καί τῆς πνευματικῆς κοθοδηγήσεως, στήριξε τούς πιστούς στήν ἀμέσως πρίν καί κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 περίοδο, ἐνῶ κοντά του βρῆκαν τόν δρόμο πρός τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία πολλοί ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς διανοήσεως καί τῆς "ἀργυρῆς ἐποχῆς" τῆς Ρωσικῆς λογοτεχνίας. Τό 1914 τόν ἐπισκέφθηκε ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ (ἔπειτα Νεομάρτυς, + 1918), ἡ ὁποία ἀπό σεβασμό συνομίλησε μαζί του ὄρθια! Μίλησε μέ θαυμαστή εὐκρίνεια γιά τήν Ἐπανάσταση, τήν δολοφονία τοῦ Τσάρου Νικολάου Β' καί τῆς οἰκογενείας του, τήν καταστροφή τῆς Ἁγίας Ρωσίας, ἀλλά καί τήν τελική νίκη τῆς Πίστεως ἐπί τοῦ Ἀθεϊσμοῦ. Ἐκτός ἄλλων προφήτευσε στόν Καθηγητή Ἰβάν Andreyev τήν σύλληψη καί τήν ἐξορία του.
Ἔζησε τήν διάλυση τῆς Ὄπτινα (1923) καί τήν διασπορά τῶν 250 μοναχῶν της. Τήν Μεγ. Πέμπτη τοῦ 1923 συνελήφθη καί καταδικάστηκε σέ θάνατο, ἀλλά τελικά ἐξορίστηκε, ἀρχικά στό Πλόχινο τῆς Καλούγας καί τελικά στό Χόλμισι τοῦ Μπριάνσκ.
Πρίν τήν Διακήρυξη τοῦ 1927, τόν ἐπισκέφθηκαν οἱ Καθηγητές Komorovich καί Anichkov. Κατά τήν συζήτησή τους ὁ Γέροντας ἀποκάλεσε τόν Μητροπ. Σέργιο νεωτεριστή. Ὅταν οἱ συνομιλητές του τοῦ ὑπενθύμισαν, ὅτι μετανόησε καί ἀποκαταστάθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Τύχωνα, ἐκεῖνος ἀπάντησε προφητικά: "Ναί, μετανόησε· ἀλλά τό δηλητήριο εἶναι ἀκόμη μέσα του"!
"Οἱ Σεργιανιστές - ἔλεγε - εἶναι χειρότεροι ἀπό τούς Ἀνακαινιστές τῆς "Ζωντανῆς Ἐκκλησίας", διότι ἐκεῖνοι μετανόησαν, ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἀμετανόητοι, ἔχουν πορωθεῖ".
Πρίν κοιμηθεῖ ζήτησε ἀπό τά πνευματικά του τέκνα νά μήν τόν μεταφέρουν στήν ἐνορία τοῦ Κοζέλσκ, διότι ἐκεῖ μνημόνευαν τόν Μητροπ. Σέργιο!
Ἐνδεικτικό τῶν ἐκκλησιολογικῶν θέσεων καί τῆς Ὁμολογίας τοῦ Στάρετς Νεκταρίου εἶναι ὅτι ἀπαγόρευε στούς πιστούς νά κάνουν ἀκόμη καί τόν σταυρό τους περνῶντας ἔξω ἀπό Ναούς τῶν Σεργιανιστῶν, διότι θεωροῦσε τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἄμοιρο Χάριτος καί τά Μυστήριά του ἄκυρα!
Τίς τελευταῖες εὐχές δέχθηκε ἀπό τό πνευματικό του τέκνο π. Ἀδριανό Rymarenko (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα τοῦ Νόβο Ντιβίγιεβο, τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς). Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 29η Ἀπριλίου 1928 καί ἐνταφιάσθηκε ἀπό τόν ἔπειτα Ἱερομάρτυρα π. Σέργιο Mechien καί τέσσερεις ἄλλους Ἱερεῖς.
Μετά θάνατον ἀναδείχθηκε θαυματουργός. Δύο φορές στή ζωή του ἀξιώθηκε τῆς ἐμφανίσεως τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα (ἡ δεύτερη λίγο πρίν τήν κοίμησή του).
Τό 1935 ὁ τάφος τοῦ μακαρίου Γέροντος ἔγινε στόχος τυμβωρύχων. Ἄγνωστοι τόν ἄνοιξαν, ἔβγαλαν τό φέρετρο, ἐρεύνησαν γιά πολύτιμα ἀντικείμενα καί ἐπειδή δέν βρῆκαν τίποτα, ἄφησαν τό φέρετρο ἔξω ἀπό τήν γῆ καί ἔφυγαν! Τό ἑπόμενο πρωϊ κάποια παιδιά πού ἔφερναν τά ἄλογά τους ἀπό τήν νυκτερινή βοσκή, εἶδαν τό ἀνοικτό φέρετρο καί εἶπαν στούς χωρικούς, ὅτι "ἕνας μοναχός σηκώθηκε ἀπό τόν τάφο"! Τότε τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου βρέθηκε ἄφθαρτο, μέ τό δέρμα στό χρῶμα τοῦ κεριοῦ καί τά χέρια εὐλύγιστα καί μαλακά! Οἱ χωρικοί, ἀφοῦ τίμησαν τό Λείψανο, τό ἔβαλαν καί πάλι στόν τάφο του.
Τό 1987 ἡ Μονή τῆς Ὄπτινα ἐπιστράφηκε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί τήν 16. 7. 1989 ἀνοίχθηκε ὁ τάφος τοῦ Στάρετς Νεκταρίου. Τότε διαπιστώθηκε, ὅτι τό Λείψανο τοῦ Γέροντος εἶχε διαλυθεῖ καί τά ὀστά του εὐωδιαζαν! Σήμερα τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Μονή τῆς Ὄπτινα.
Ἡ ἁγιότητά του (ὅπως καί τῶν ἄλλων Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα), διακηρύχθηκε τό 1990 ἀπό τήν ὑπό τόν Μητροπ. Βιτάλιο Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς καί τήν 13/26. 6. 1996 ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 29η Ἀπριλίου.
Ἔτσι ὁ Σέργιος Νεῖλος, κάτω ἀπό τήν πνευματική ἐπίδραση τῶν Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα, διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στή διαμόρφωση, ἀνάδειξη καί προβολή τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν.
Στό σπίτι τοῦ π. Βασιλείου ὁ Σέργιος Νεῖλος καί ἡ σύζυγός του ἔζησαν περίπου ἕναν χρόνο. Ἀργότερα ἡ μητέρα Μαρία ἀναφέροταν πάντα σ’ αὐτή τήν περίοδο τῆς ζωῆς της μέ τήν οἰκογένεια Νείλου ὡς δῶρο Θεοῦ, ὡς γιορτή τῆς Λαμπρῆς. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τῆς παρουσίας τους, μιᾶς πραγματικῆς Χριστιανικῆς οἰκογενείας, πού ἦταν πάντα ἕτοιμη νά μοιραστεῖ μέ τούς ἄλλους τούς θησαυρούς τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητας, τήν ὁποία καί οἱ δύο εἶχαν ἀντλήσει ἀπό τήν συναναστροφή τους μέ τούς Ὁσίους Στάρετς τῆς Ὄπτινα καί τόν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης.
Ὁ Σέργιος Νεῖλος ἀνησυχοῦσε πολύ μήπως ἡ παρα-μονή του στό σπίτι τοῦ π. Βασιλείου τοῦ προκαλοῦσε προβλήματα. Ὁ Νεῖλος ἦταν ὑπό παρακολούθηση καί μία φορά πράκτορες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας ἦρθαν γιά ἔρευνα. Ἡ μητέρα Μαρία πάντα θυμόταν μέ συγκίνηση, πῶς κατάφερε νά κρύψει τετράδια τοῦ Νείλου, σώζοντάς τα ἔτσι, παρά τήν ἐξονυχιστική ἔρευνα μιᾶς ὁλόκληρης ἡμέρας!
Μετά ἀπό τήν ἔρευνα αὐτή ἡ ὑγεία τοῦ Νείλου κλονίσθηκε καί ἄρχισε νά παρουσιάζει καρδιολογικά προβλήματα.
Ἡ μητέρα Μαρία διέσωσε, ὅτι ὁ Σέργιος Νεῖλος εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στόν ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (μέ τόν ὁποῖο ἔμοιαζε φυσιογνωμικά). Μάλιστα, κάποτε εἶχε πεῖ προφητικά: "Νά, ὁ Πατέρας μέ τό ραβδί ἔρχεται καί μοῦ δείχνει τόν δρόμο· θά εἶμαι ἐκεῖ πού θά μέ πάει". Τά λόγια αὐτά ἐπαληθεύθηκαν τό βράδυ τῆς 1ης πρός 2α Ἰανουαρίου 1929, ὅταν κοιμήθηκε - κρυπτόμενος στό σπίτι τοῦ Ἱερέως Βασιλείου - ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσ. Σεραφείμ! Πολλοί πιστεύουν, ὅτι δηλητηριάστηκε ἀπό τούς Σοβιετικούς. (Βλ. "Ὅσιος Νεκτάριος - Ὁ τελευταῖος μεγάλος Στάρετς τῆς Ὄπτινα", ἔκδοσις Ἱ. Μ. ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου Καλάμου Ἀττικῆς, σελ. 48 - 49· καίἩμεροδείκτης 2002 Ἱ. Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς).Ὁ Σέργιος Νεῖλος κοιμήθηκε μπροστά στά μάτια τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας καί χάρις αὐτήν καί τήν σύζυγό του Ἑλένη, ἔγιναν γνωστά τά γεγονότα τῶν τελευταίων των ἡμερῶν. Μία ὥρα πρίν τόν θάνατό του ὁ Σέργιος εἶπε ὅτι ἔρχονται δύσκολοι καιροί γιά τήν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν ἀνοίξει οἱ πόρτες γιά τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου! Ἀκόμη, ἐναποθέτοντας τό χέρι του στό μέτωπο τοῦ π. Βασιλείου εἶπε: «Πατέρα, πατέρα, σᾶς λυπᾶμαι»! Ἡ τελευταία του πράξη ἦταν νά εὐλογήσει τήν μικρή κόρη τῆς Μαρίας Βασίλιεβνας. Μετά κοιμήθηκε.
Ἡ Σοβιετική ἐξουσία δέν συγχώρεσε στόν π. Βασίλειο τήν φιλοξενία τοῦ Σεργίου Νείλου. Τήν ἴδια χρονιά (1929) ὁ π. Βασίλειος ἐξορίστηκε καί τό ἑπόμενο ἔτος 1930 συνελήφθη, τό σπίτι του κατασχέθηκε καί ἡ οἰκογένειά του ἐξορίστηκε. Ὁ π. Βασίλειος ἔμεινε στήν ἐξορία πέντε χρόνια. Ἐπέστρεψε στό Κρουπέτς τό 1936. Τό 1937 συνελήφθη καί πάλι καί στίς 8 Φεβρουαρίου 1938 ἐκτελέστηκε. (Πρόκειται, δηλαδή, γιά Νεομάρτυρα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας).
Κατά τήν διαμονή της στή Μόσχα ἡ Μαρία Βασίλιεβνα, γνώρισε καί συνδέθηκε στενά μέ τήν Τατιάνα Μιχαήλοβνα, πνευματική κόρη μιᾶς ζηλωτρίας Ἰωσηφιτικῆς, τῆς μητέρας Ταμάρας. Ἡ μητέρα Ταμάρα ἦταν ζωντανό μέλος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὅπως ἐπίσης καί τά πνευματικά της παιδιά, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἀρσένιος (Ζαντανόβσκι, + 1937). Ἡ Μαρία Βασίλιεβνα συμμετεῖχε σέ μυστικές Λειτουργίες στό σπίτι τῆς Τατιάνας Μιχαήλοβνας.
Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1940, εἶχαν μείνει πολύ λίγοι Ἱερεῖς στήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, ἀλλά ὁ Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ἄλλαξε τήν πολιτική τῶν Κομμουνιστῶν ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία. Ὁ Στάλιν πείστηκε, ὅτι μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει ἀποτελεσματικά τούς «Ἱεράρχες - Λοχίες», γιά τήν προπαγάνδα τοῦ καθεστῶτος του καί σέ μία ἑβδομάδα συγκάλεσε «Σύνοδο» ἡ ὁποία «ἐξέλεξε» «Πατριάρχη Μόσχας» τόν Μητροπ. Σέργιο. Ἔτσι ἐμφανίστηκε τό Σοβιετοποιημένο Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἡ «Ἐκκλησία τῶν συνηγόρων τοῦ διαβόλου». Ἄνοιξαν ναοί (πού θά περίμενε κανείς νά μείνουν κλειστοί γιά πάντα),, ἐμφανίστηκαν «Ἱερεῖς», κυκλοφόρησαν «Ὀρθόδοξα» ἡμερολόγια, στά ὁποῖα μποροῦσε κανείς νά δεῖ γιορτές, ὅπως «ἡμέρα γέννησις τοῦ Ἰωσήφ Β. Στάλιν», «διεθνής ἡμέρα τῆς γυναίκας», «ἡμέρα τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης», κ.λ.π.
Ἡ Μαρία Βασίλιεβνα ἀντιλήφθηκε ἀπό τήν πρώτη στιγμή τήν σκοπιμότητα τοῦ Σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου Μόσχας, τό ὁποῖο στήν οὐσία ἀπέβλεπε στήν ἀνάδειξη τῆς θρησκευτικότητας τοῦ λαοῦ, μέ σκοπό τόν ἔλεγχο καί τήν ἐξόντωση τῶν δραστήριων θρησκευτικῶν στοιχείων. Σ’ αὐτή τήν ψευδο-ἐκκλησία τοῦ «Ἰσαποστόλου Ἰωσήφ Στάλιν», ἡ Μαρία Βασίλιεβνα δέν ἔμεινε οὔτε μία ἡμέρα.
Πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, οἱ ἀθεϊστές ἐκπλήρωσαν ἄψογα τήν ἀποστολή τους ἀπέναντι στά σκοτεινά κέντρα τοῦ Παγκόσμιου Σιωνιστικοῦ Κινήματος, νά καλλιεργήσουν δηλαδή τόν νέο τύπο «Ἱερωμένων», τῶν φαινομενικά Ὀρθοδόξων, ἀλλά στήν οὐσία ὑπάκουων ὀργάνων τῆς κομμουνιστικῆς ἐξουσίας. Τό «Πατριαρχεῖο Μόσχας» μέσῳ τῶν «Ἱεροκηρύκων» του (ὅπως τοῦ «Μητροπολίτου» Λένινγκραντ Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος ἦταν ταυτόχρονα καί Παπικός Ἐπίσκοπος (!!!) καί πέθανε τό 1979 στό ἰδιαίτερο γραφεῖο τοῦ Πάπα, κατά τήν διάρκεια ἀκροάσεως), συνειδητά διαφήμησε σ’ ὅλο τόν κόσμο τόν Κομμουνισμό σάν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στήν γῆ, στήν ὁποία ἐπιτέλους ἐφαρμόζονται τά ἰδανικά τοῦ Χριστιανισμοῦ!
Γι’ αὐτό ὅμως δέν γράφουν τά «Πρωτόκολλα»; «Ὅταν ἡ Μοναρχική Ρωσία γίνει τό φρούριο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐμεῖς θά ἐλευθερώσουμε ἀπό τίς ἁλυσίδες τούς ἐπαναστάτες, μηδενιστές καί ἀθέους, καί θά προκαλέσουμε φοβερή κοινωνική καταστροφή πού θά δείξει σ’ ὅλο τόν κόσμο τόν ἀπόλυτο ἀθεϊσμό μέ ὅλη τήν τρομακτικότητά του ὡς αἰτία ἐπιστροφῆς στήν ἀγριότητα καί τήν αἱματηρή ἀταξία. Τότε οἱ ἄνθρωποι, πού θά ὑποχρεωθοῦν νά ἀμυνθοῦν ἀπέναντι στήν ξετρελαμένη μειοψηφεία τῆς ἀνταρσίας, θά ἐξολοθρεύσουν αὐτούς τούς καταστροφεῖς τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ δέ ὄχλος ἀπογοητευμένος, μή ξέροντας ποιο Θεό νά προσκυνήσει, θά λάβει φώτιση ἀπό τό ἀληθινό φῶς μέσῳ τοῦ παγκόσμιου κηρύγματος, πού ἐκεῖνο τόν καιρό θά εἶναι πλέον ἀνοικτό καί διεθνοποιημένο».
«Φῶς» ἐδῶ νοεῖται ἡ ἑωσφορική – σατανιστική διδασκαλία, τό ὑπόβαθρο τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ.
Αὐτό τό ἀπόσπασμα τῶν «Πρωτοκόλλων», ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ Σεργίου Νείλου, «Ἐγγύς ἐστίν ἐπί θύραις» καί δείχνει ὁλοκάθαρα, ὅτι ἡ ἐπανάσταση στήν Ρωσία ἦταν ἕνα μόνον στάδιο τῆς ὑλοποίησης ἑνός τεραστίου σχεδίου πάλης μεταξύ τῆς Συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ καί τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπανάσταση αὐτή εἶχε στήν πραγματικότητα τούς παρακάτω στόχους:
1. Τήν καθαίρεση τῆς «ἐλέῳ Θεοῦ» Τσαρικῆς ἐξουσίας στήν Ρωσία. «Νά βγεῖ - δηλαδή - ἀπό τήν μέση» ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας, «ὁ κατέχων», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
2. Τήν ἐξολόθρευση τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Ρωσία καί σέ ὅλο τόν κόσμο καί τήν ἐκτόπιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κουλτούρας ἀπό τήν συνείδηση καί τήν ζωή τοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ ἄνθρωποι «νά μήν ξέρουν ποιόν Θεό νά προσκυνήσουν».
3. Τήν καλλιέργεια τοῦ Ἀθεϊσμοῦ, ὥστε νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ λαός ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἐλευθε-ρωθεῖ ὁ δρόμος γιά τό τελικό στάδιο.
4. Τέλος, τό ἀνοικτό καί ἄνετο κήρυγμα τῆς σατανιστικῆς διδασκαλίας, σταδιακό μέν, ἀλλά πλατύ, ὥστε νά πλαισιώνει ὅλες τίς πλευρές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Πιό ἁπλᾶ, μετά τήν καταστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Μοναρχίας καί τήν βίαιη ἀπόσπαση τοῦ λαοῦ ἀπό τήν τροφό του Μητέρα Ἐκκλησία, τήν διασπορά τῶν ἀθεϊστικῶν ἰδεῶν καί τήν τελική ἀποτυχία τους νά ἀπαντήσουν στά μεταφυσικά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου καί νά καλύψουν τήν ἔμφυτη θρησκευτικότητά του, νά ἔρθουν οἱ Σιωνιστές καί νά ποῦν: «Ἡ Ἐκκλησία στήν ὁποία μεγαλώσατε, σᾶς ὁδήγησε στήν κοινωνική καί οἰκονομική καταστροφή. Οἱ λύσεις καί οἱ ἀναντήσεις βρίσκονται στό νέο Μεσσία», δηλαδή στόν ἱστορικό Ἀντίχριστο.
Ὅταν ὅλοι οἱ παραπάνω στόχοι τῆς Ἐπαναστάσεως ὑλοποιήθηκαν, τότε ἡ Ἐπανάσταση ἔπαψε νά εἶναι χρήσιμη καί μέσα σέ δύο ἡμέρες ὁ Κομμουνισμός, μέ τά τάνκς καί τά κανόνια του (καί βεβαίως μέ τό φοβερό πυρηνικό του ὁπλοστάσιο) καταργήθηκε καί πρόβαλε ἡ ἐπονομαζόμενη «ἐλεύθερη καί δημοκρατική Ρωσία», στό ἔλεος τῆς ντόπιας καί ξένης Μαφίας καί τῶν Δυτικῶν - Ἑβραϊκῶν κεφαλαίων – δανείων.
Ἡ Ὁμολογήτρια Μαρία Βασίλιεβνα πέρασε τήν ζωή της σ’ αὐτήν τήν πολύπλοκη χρονική περίοδο τῆς Ἱστορίας. Μεγάλη σημασία εἶχε καί ἡ συνάντησή της μέ τόν Θεολόγο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν Μοναχό Ἐπιφάνιο Τσέρνωφ τό 1992, ὅταν αὐτός ἐπέστρεψε στήν Ρωσία.
Ὁ κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Ἀντρέγιεβιτς Chernov, γεννήθηκε τό 1909 στήν περιοχή τοῦ Ροστώφ, σέ οἰκογένεια Κοζάκων. Ὁ πατέρας του ἦταν ἀξιωματικός τοῦ Ρωσικοῦ Στρατοῦ καί ὑπηρετοῦσε στήν Αὐτοκρατορική Αὐλή. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 (κατά τήν ὁποία σκοτώθηκε ὁ πατέρας του), τόν βρῆκε ἐσωτερικό σπουδαστή στή Στρατιωτική Σχολή τοῦ Νοβοχερκάσκ. Τό 1919, κατά τόν Ρωσικό Ἐμφύλιο Πόλεμο, ἡ Σχολή ἀκολούθησε τά Λευκά Στρατεύματα, μέχρι τά Ρωσικά παράλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ἀπό ἐκεῖ μέ πλοῖο μέσῳ ΚΠόλεως καί Κύπρου πῆγαν στήν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ὁ νεαρός Ἀλέξανδρος νοσηλεύθηκε σέ νοσοκομεῖο, διότι στήν ΚΠολη εἶχε προσβληθεῖ ἀπό τύφο.
Ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέφερε στόν γράφοντα τό 1980, στήν Αἰγυπτιακή ἔρημο ὅπου εἶχε κατασκηνώσει ἡ Σχολή, γεννήθηκε στή νεανική ψυχή του ἡ ἐπιθυμία τοῦ μοναχικοῦ βίου. Τό 1922 ἡ Σχολή στεγάστηκε στό Ρωσικό Προξενεῖο τῆς Σμύρνης καί ὅταν τό Προξενεῖο πυρπολήθηκε ἀπό Σοβιετικούς πράκτορες, ὁ Ἀλέξανδρος μαζί μέ ἄλλους σπουδαστές κατέφυγε στή Βουλγαρία. Ἐκεῖ φοίτησε στό Ρωσικό Σχολεῖο τῆς Βάρνας καί τό 1927 γνώρισε τόν διαπρεπή Ἀρχιεπίσκοπο Θεοφάνη τῆς Πολτάβας (+ 1940), Πνευματικό τῆς Τσαρικῆς Οἰκογενείας, μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά.
Τό 1929 ἐγκαταστάθηκε στή Σόφια καί φοίτησε διαδοχικά στή Βουλγαρική Στρατιωτική Ἀκαδημία καί στό Πανεπιστήμιο τῆς Σόφιας, ὅπου σπούδασε Ἱστορία - Φιλολογία καί Θεολογία. Τό 1932 ὁ ἀρχιεπ. Θεοφάνης μετανάστευσε στή Γαλλία, ἀλλά μέ εὐλογία του ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε στή Βουλγαρία καί ἐργάσθηκε σάν Καθηγητής στό Πλέβεν.
Τό 1945, ὅταν ὁ Ἑρυθρός Στρατός "ἀπελευθέρωσε" τήν Βουλγαρία, συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στή Σοβιετική Ἕνωση, ὅπου φυλακίσθηκε στίς φυλακές Butyrskaya καί Lefortov τῆς Μόσχας. Στή συνέχεια καταδικάσθηκε σέ 10 χρόνια ἐγκλεισμό στό Στρατόπεδο τοῦ Κίροβογκραντ. Ὅταν υἱοθέτησε τόν "κανόνα τῆς σιωπῆς", γιά νά ἀντιμετωπίσει τά βασανιστήρια τῶν δεσμοφυλάκων του, νοσηλεύθηκε στό Ψυχιατρικό Τμῆμα τῆς φυλακῆς του, ὡς διανοητικά διαταραγμένος! Τό 1953, ὅταν δόθηκε ἀμνηστία, δέν ἀπελευθερώθηκε, ἀλλά κρατήθηκε μέχρι τό 1955, παρά τήν πολύ κακή κατάσταση τῆς ὑγείας του.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι κατά τήν διάρκεια μιᾶς δίκης του, πάνω στήν ἕδρα τοῦ δικαστή, βρισκόταν ἕνα ἀπό τά τρία μόλις δακτυλογραφημένα ἀντίγραφα ἑνός βιβλίου του γιά τόν ρόλο τῶν Σιωνιστῶν στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 !
Τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν γνώρισε τό 1948, κρατούμενος σέ στρατόπεδο. Μοναχός ἔγινε μετά τήν ἀπελευθέρωσή του (τό 1955), στό Κίεβο, ἀπό Ἱερομονάχους τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου (Λαντίγκιν, + 1957), μέ τό ὄνομα Ἀντώνιος.
Μέχρι τό 1966 συνέχισε τόν "κανόνα τῆς σιωπῆς", σάν τρόπο ἀσκήσεως, ἄν καί μετά τήν ἀπελευθέρωσή του δέν ὑπῆρχε λόγος νά σιωπᾶ. Ὅλο αὐτό τό διάστημα ἐπικοινωνοῦσε μέ τούς συγκρατουμένους του, ἀλλά καί μέ τά πνευματικά του τέκνα ἀργότερα, μέ ἕνα τρόπο κρυπτογραφικό (τόν ὁποῖο ἔδειξε στόν γράφοντα τό 1980). Μία τετράγωνη ἐπιφάνεια (λ.χ. ἕνα γραφεῖο, τραπέζι ἤ ἕνας δίσκος), ἦταν χωρισμένη νοητά σέ μικρά τετράγωνα πού ἀντιστοιχοῦσαν στά γράμματα τοῦ Ρωσικοῦ ἀλφαβήτου. Ὁ κρατούμενος γιά νά ἐπικοινωνήσει, σχημάτιζε λέξεις δείχνοντας μέ τό δάχτυλό του γράμματα - τετράγωνα!
Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἔζησε σέ ἕνα χωριό τοῦ Καυκάσου, ὅμως γιά νά ἀποφύγει μία νέα σύλληψη, μετακινοῦνταν συνεχῶς ἀπό μέρος σέ μέρος. Ἔτσι, μέσα στή δικαιοδοσία τοῦ ἀρχιεπ. Πέτρου (τόν ὁποῖο δέν συνάντησε ποτέ, διότι κοιμήθηκε τό 1957, ἐνῶ ἀντίθετα συνάντησε 100 περίπου Ἱερεῖς), δημιούργησε πολλές μυστικές κοινότητες Κατακομβιτῶν πιστῶν.
Τό 1975 συνελήφθη στό Κίεβο γιά "παράμονη ἐκκλησιαστική δραστηριότητα" καί φυλακίσθηκε. Τό 1978, ἀπελάθηκε στή Δύση σάν ἀλλοδαπός ταραχοποιός!!! (δέν δέχτηκε ποτέ Σοβιετική ταυτότητα ἤ διαβατήριο), μετά ἀπό τρεῖς ἀναφορές του στόν τότε Σοβιετικό Ἡγέτη Λ. Μπρέζνιεφ. Ἀρχικά τοῦ πρόσφερε ἄσυλο ἡ Ἐλβετία. Στή συνέχεια βρῆκε ἄσυλο στήν Ἀγγλία, ὅπου κατά τήν περίοδο 1980 - 94, δημοσιοποίησε κείμενα καί πληροφορίες γιά τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, μεγάλης ἱστορικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς σημασίας.
Τό 1978, ὅταν μετά ἀπό μία συνέντευξή του στό Περιοδικό "The Orthodox Word", ἔγινε εὑρύτερα γνωστός στή Ρωσική Διασπορά, πέτυχε νά συναντήσει τόν τότε Πρωθιεράρχη της Μητροπ. Φιλάρετο (+ 1985) στή Γαλλία, στή Μονή Λέσνα. Ὅπως δήλωσε χαρακτηριστικά ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος τό 1980 στόν γράφοντα, γιά τούς πιστούς τῶν Κατακομβῶν ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς ἦταν "ἡ χρυσή ἐλπίδα"! Τό ἴδιο πίστευε καί ὁ ἴδιος μέχρι πού συνάντησε τόν Μητροπ. Φιλάρετο καί διαπίστωσε τήν πλήρη διάσταση ἀπόψεων μεταξύ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, στό θέμα τῆς Ἐκκλησιολογίας - Ὁμολογίας. Πολύ τόν ἀπογοήτευσε ἀκόμη ἡ παρουσία στή Σύνοδο τοῦ Μητροπ. Φιλαρέτου Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων (ὅπως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γενεύης καί Δυτ. Εὐρώπης Ἀντωνίου) καί ἡ ἀνοχή ἐνοριῶν μέ τό Νέο Ἡμερολόγιο.
Στήν ἴδια ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία πίστευε, ὅτι ὑπῆρχαν «μικρές σπίθες μέσα στή στάχτη», πιστοί – δηλαδή - ὅλων τῶν βαθμῶν, οἱ ὁποῖοι πρέσβευαν τήν Ὁμολογία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν.
Στή συνέχεια ὁ μ. Ἀντώνιος, μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τοῦ Βλαδιμήρου Moss, ἦρθε στήν Ἑλλάδα, γνώρισε τόν τότε Προκαθήμενο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Ἀνδρέα καί τήν περί αὐτόν Ἱερά Σύνοδο καί διαπίστωσε τήν Ὁμολογιακή καί Ἐκκλησιολογική συμφωνία μεταξύ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά ὑπαχθεῖ στήν δικαιοδοσία τῆς ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα Ἱερᾶς Συνόδου καί ἐπίσης νά ὑπαγάγει «ἄχρι καιροῦ, ὑπό τό ὠμοφόρειον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου», τίς πολυάριθμες καί πολυπληθεῖς Κοινότητες Κατακομβιτῶν πιστῶν τῶν ὁποίων εἶχε ἀναλάβει τήν πνευματική καθοδήγηση, μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου (Λαντίγκιν, + 1957). Ἡ ἕνωσις αὐτή ἐπισφραγίσθηκε μέ πανηγυρική Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου κυροῦ Ἀνδρέου.
Ὁ μ. Ἀντώνιος ἔλαβε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα ἐνῶ διέμενε στή Νῆσο τοῦ Ἀνθρώπου (Μεγ. Βρεττανία), φιλοξενούμενος τοῦ Ἱερέως π. Σίμωνος Jensen, ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Κιτίου κυρό Ἐπιφάνιο, μετονομασθείς σέ Ἐπιφάνιο. Τό 1989 Ἔξαρχος τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν διορίστηκε ὁ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος (Μητρόπουλος), ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τήν Ρωσία συνοδευόμενος ἀπό τόν Μοναχό Ἐπιφάνιο, χειροτόνησε 3 Κληρικούς - τόν Πρωθιερέα Ἰωάννη, τόν Ἱερέα Βασίλειο καί τόν Διάκονο Ἰωάννη - στήν περιοχή τῆς Σταυρουπόλεως Καυκάσου καί ἐγκαινίασε τόν Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης στήν ἴδια περιοχή (ὁ Πρωθιερεύς Ἰωάννης εἶναι πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γκλαζώφ Πέτρου Λαντίγκιν, ἀπό τόν ὁποῖο ἔχει ὡς εὐλογία τεμάχιο Τιμίου Ξύλου καί ξύλινο Ἀντιμήνσιο).
Τό 1991, μετά τήν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος ἐπέστρεψε στήν Ρωσία, ὅπου κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 2α/15η Νοεμβρίου 1994. Ἐνταφιάστηκε στήν Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου καί μεταξύ τῶν πιστῶν τιμᾶται ὡς Ὁμολογητής.
Τό 1995 Ἔξαρχος τῶν Ρωσικῶν Κοινοτήτων διορίστηκε ὁ Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος. Ὁ ἐπ. Κήρυκος μέχρι τήν σύνταξη τοῦ παρόντος ἔχει πραγματοποιήσει 10 ποιμαντικές ἐπισκέψεις στή Ρωσία, κατά τίς ὁποίες χειροτόνησε 4 ἀκόμη Κληρικούς, ἐγκαινίασε ναούς καί συντέλεσε στήν ὀργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Τό 1995, κατά τήν πρώτη ποιμαντική ἐπίσκεψη τοῦ ἐπ. Κηρύκου στήν Ρωσία, «ὁ Ἐπίσκοπος – τροφοδότης» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, γνώρισε τήν Ὁμολογήτρια Μαρία Βασίλιεβνα (ἡλικίας τότε 89 ἐτῶν) καί τήν ἔκηρε Μεγαλόσχημη μέ τό ὄνομα Μαριάμ. Ἦταν ἡ ἀμοιβή τῶν ἀγώνων της καί ἡ ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς της στήν ὑπόθεση τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας στήν Ρωσία.
Τό 2004 ἀπό Σύναξη Κλήρου καί λαοῦ στό Βορονέζ, ψηφίστηκε Ἐπίσκοπος ὁ Ἀρχιμανδρίτης - Ἡγούμενος π. Σεραφείμ. Ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο (μέ τόν τίτλο τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου), ἔγινε τό 2008 στήν Κύπρο ἀπό τούς Σεβ. Ἀρχιερεῖς Μεσογαίας κ. Κήρυκο (Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Βράντσεα κ. Γερόντιο (Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας) καί Κένυας κ. Ματθαῖο (Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας).
Παράρτημα:Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γκαζώφ Πέτρος (Λαντίγκιν, + 1998).Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό "Ὀρθόδοξος Πνοή", φ. 139, Αὐγ. 2003, σελ. 325 - 333.

Σημείωσις: Στό προηγούμενο κείμενο ἔγινε ἀναφορά στόν Ὁμολογητή Ἱεράρχη τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, Ἀρχιεπίσκοπο Γκλαζώφ Πέτρο Λαντίγκιν. Γιά τόν λόγο αὐτό κρίνεται πολλαπλῶς χρήσιμη ἡ δημοσίευση τοῦ ἐνδιαφέροντος βίου του.
Ὁ κατά κόσμον Πατάπιος Τροφίμοβιτς Λαντίγκιν γεννήθηκε τό 1866 (ἤ 1860), στό χωριό Σέλεγκα τοῦ Πέρμ. Οἱ γονεῖς Τρόφιμος καί Θεοδώρα ἦσαν πτωχοί, πολύτεκνοι χωρικοί. Στήν ἡλικία τῶν 8 ἐτῶν ἄρχισε νά μαθαίνει γράμματα κοντά στόν γέροντα Ἱερέα Παῦλο, διότι στό χωριό του δέν ὑπῆρχε σχολεῖο.
Τό 1875 ἔγινε μάρτυρας τῶν θαυμάτων τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Παναγίας, τῆς "Ἀναπαύσεως τῶν Θλιβομένων", πού εἶχε ἔρθει ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος.
Ἐνῶ ἦταν 18 ἐτῶν ἡ μητέρα του ἀπεβίωσε καί ὁ πατέρας καί οἱ μεγαλύτεροι ἀδελφοί του ἀποφάσισαν νά τόν νυμφεύσουν. Ὁ Πατάπιος ζήτησε ἀπό τήν ὑποψήφια σύζυγό του νά μήν τόν παντρευτεῖ, ἀλλά ὁ γάμος ἔγινε. Μετά τόν γάμο ὁ Πατάπιος ἀσθένησε σοβαρά καί θεραπεύθηκε μέ θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας θεοτόκου. Τό 1888 ἡ σύζυγός του γέννησε ἕνα κοριτσάκι, ἀλλά καί οἱ δύο ἀπεβίωσαν σχεδόν ἀμέσως. Τόν ἴδιο χρόνο κατατάχθηκε στό Στρατό καί ὑπηρέτησε στό Κίεβο, ὅπου ἡ γνωριμία του μέ τήν Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ γέννησε τήν ἐπιθυμία τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως.
Ἀποστρατεύθηκε τό 1892 καί τόν ἑπόμενο χρόνο ξεκίνησε γιά τό Ἅγιο Ὄρος καί τά Ἱεροσόλυμα. Τό 1894 ἐντάχθηκε σάν δόκιμος στή Σκήτη ἁγ. Ἀνδρέα στόν Ἄθωνα, τό 1896 ἔγινε ρασοφόρος μέ τό ὄνομα Πηγάσιος καί τό 1898 μικρόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Πιτιρίμ. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1900 καί Πρεσβύτερος τό 1904. Τό 1901 διορίστηκε στό μετόχι τῆς Σκήτης στήν ΚΠολη. Τό 1911 διορίστηκε προϊστάμενος τοῦ μετοχίου τῆς Ὀδησσοῦ. Διορίστηκε ἀκόμη οἰκονόμος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος καί συνέδεσε τό ὄνομά του μέ μεγάλα ἔργα, ὅπως μέ τήν ἀνέγερση τοῦ ξενῶνος καί τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Ξενοδόχου, κ.ἄ.
Ὅταν τό 1913 ἐμφανίσθηκε ἡ Αἵρεσις τῶν Ὀνοματολατρῶν, ὁ π. Πιτιρίμ ἀναμίχθηκε ἐνεργά στήν ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Τήν 14. 5. 1913 ἐμφανίσθηκε ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στήν Ἁγία Πετρούπολη (κατά μία πληροφορία γιά τό ἴδιο θέμα τόν δέχθηκε σέ ἀκρόαση ὁ Τσάρος Νικόλαος Β') καί συμμετεῖχε στήν ὑπό τόν ἀρχιεπ. Νίκωνα μικτή ἀντιπροσωπεία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ρωσικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία ἐπισκέφθηκε τόν Ἄθωνα καί ἀπέλασε 736 Ὀνοματολάτρες Μοναχούς!
Τό 1914, μέ τήν ἔκρηξη τοῦ Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησε νοσοκομεῖο γιά τραυματίες στό Μετόχι τῆς Ὀδησσοῦ. Τήν 23. 2. 1917 ἦταν παρών στή συνεδρίαση τῆς Ρωσικῆς Δούμας. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1918 πῆγε στήν ΚΠολη, σάν Ἀποκρισάριος τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος, γιά νά ἐπιδόσει στό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως Εἰρηνικό Γράμμα. Στήν ΚΠολη μερίμνησε γιά τήν μεταφορά 3.700 Ρώσων αἰχμαλώτων στά ἑπτά Ρωσικά Μετόχια τῆς Πόλεως! Τό 1920, μετά τήν κατάληψη τῆς Ὀδησσοῦ ἀπό τούς Μπολσεβίκους, ζήτησε γῆ ἀπό τίς Ἀρχές καί τοῦ δόθηκε στό χωριό Κουζμένκο, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μέ 6 μοναχούς.
Τό 1922, ἀναγκάστηκε νά διακόψει τό μνημόσυνο τοῦ νεωτεριστή Ἐπισκόπου Ὀδησσοῦ Ἀλεξίου, διότι ἀναγνώριζε τήν "Ζωντανή Ἐκκλησία". Τότε τόν συνέλλαβαν γιά πρώτη φορά. Τό 1923 ὁ Πατριάρχης Τύχων τοῦ ζήτησε νά χειροτονηθεῖ Ἐπίσκοπος, ἀλλά ὁ π. Πιτιρίμ δέν δέχθηκε.
Ἐπίσκοπος χειροτονήθηκε τήν 8. 6. 1925, μετά τήν δολοφονία τοῦ Τύχωνος, ἀπό τούς Ἀρχιεπισκόπους Ἀνδρέα τῆς Οὔφα καί Λεωνίδα τοῦ Νίζχε Ταγκίλσκ, "ψήφῳ Κλήρου καί λαοῦ" τῆς Ἐπισκοπῆς Γκλαζώφ.
Ἀρνούμενος νά ἀναγνωρίσει τήν σοβιετοποίηση τοῦ Πατριαρχείου καί τήν Διακήρυξη τοῦ Μητροπ. Σεργίου (1927), συναντήθηκε μέ τόν Μητροπ. Γιαροσλάβ Ἀγαθάγγελο καί ἀποφάσισε νά δεχθεῖ τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα (τότε ὀνομάστηκε Πέτρος). Αὐτό - κατά τά κρατοῦντα στή Ρωσική Ἐκκλησία - σήμαινε παραίτηση ἀπό τήν διοίκηση, ἀλλά στό κέντρο ἑνός μεγάλου διωγμοῦ, ἦταν πιό εὔκολο γιά ἕναν Ἐπίσκοπο νά ποιμαίνει τόν λαό τοῦ Θεοῦ χωρίς ἕδρα καί ἀνοικτή δραστηριοποίηση. Οἱ Ἀρχές ἐπέτρεψαν στόν ἐπ. Πέτρο νά κατοικήσει σ' ἕνα κελλί στό χωριό Βοζνεσένσκ καί νά ἐκκλησιάζεται.
Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1928 τόν συνέλλαβαν μέ τήν κατηγορία, ὅτι διάβαζε εὐχές σέ ἀσθενεῖς! Καταδικάστηκε σέ δύο χρόνια φυλάκιση καί σέ πέντε χρόνια ἐξορία, ἔξω ἀπό τήν Δημοκρατία τῆς Μπασκιρίας. Στήν περιοχή τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅπου ἐξορίστηκε, ζοῦσαν σέ ξύλινα παραπήγματα ἄλλοι 5 Ἐπίσκοποι καί 450 Κληρικοί!
Κρατήθηκε ἀκόμη στό Σβερντόλβσκ, δύο χρόνια στό Γιαροσλάβ καί - τό 1931 - στίς φυλακές Μπουτίρσκαγια τῆς Μόσχας. Ὅταν ἀπελευθερώθηκε τό 1933, ἐπέστρεψε στό Γκλαζώφ, ὅπου ἔζησε κρυπτόμενος δύο χρόνια. Τό 1937 πῆγε στήν Καλοῦγα καί τό 1940 στό Μπελοζέρσκ. Τό 1945 τόν συνέλλαβαν στήν Οὔφα καί τόν καταδίκασαν σέ πέντε χρόνια ἐξορία στήν Κεντρική Ἀσία, ὅπου ἔζησε κρυπτόμενος στά βουνά! Ἀπό τό 1949 μέχρι τό 1951 ἔζησε κρυπτόμενος στό Κουμπάν καί τήν Λευκορωσία. Τό 1951 ἐγκαταστάθηκε στό Τσελιάμπινσκ καί μετά στό Γκλαζώφ, ὅπου καί κοιμήθηκε.
Ὡς Ἐπίσκοπος τῶν Κατακομβῶν ὁ μακάριος Πέτρος, χρησιμοποίησε τίς συνεχεῖς ἐξορίες - μετακινήσεις του, γιά νά ὀργανώσει ἕνα μεγάλο δύκτιο μυστικῶν ἐνοριῶν καί νά χειροτονήσει πολλούς μυστικούς Ἱερεῖς. Ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος πού ἐντάχθηκε στήν δικαιοδοσία του τό 1955, δέν τόν συνάντησε ποτέ προσωπικά, ἀλλά συνάντησε διαδοχικά 100 περίπου Ἱερεῖς τῆς δικαιοδοσίας του.
Σύμφωνα μέ μία πηγή ἔλαβε μέρος στή Νομαδική Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, χωρίς ὅμως νά ὑπογράψει τόν 11ο Κανόνα της σχετικά μέ τούς Ὀνοματολάτρες, καθώς καί στή μυστική Σύνοδο τοῦ 1948, στό Χιρτσούκ τῆς Σιβηρίας.
Σώζεται ἐπιστολή του μέ τήν ὁποία (μαζί μέ κάποιον Ἐπίσκοπο Ρουφῖνο), ζητοῦν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Γαβριήλ τοῦ Ἄκερμαν, "ἕνα ἤ μισό λίτρο Ἅγιο Μῦρο, διότι δέν ἔχουν οὔτε ἑλαιόλαδο"! Ἡ ποσότητα τοῦ ζητουμένου Μύρου ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἐπ. Πέτρος τελοῦσε πολλές μυστικές βαπτίσεις καί ἐγκαίνια, ἀλλά ἐπίσης ὅτι εἶχε στή δικαιοδοσία του πολλούς Ἱερεῖς, τούς ὁποίους ἔπρεπε νά προμηθεύει μέ Ἅγιο Μῦρο. Σήμερα στήν κατοχή τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου Πρωθιερέως Ἰωάννου, στή Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου, ὑπάρχει φορητή Ἁγία Τράπεζα - ξύλινο Ἀντιμήνσιο, ἐγκαινιασμένο ἀπό τόν ἐπ. Πέτρο. (Ἀπ' ὅσα γνωρίζουμε ξύλινο Ἀντιμήνσιο μέ ἐμφυτευμένα Ἅγια Λείψανα, φυλάσσεται καί στό Σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς Κύκκου Κύπρου).
Ὁ ἐπ. Πέτρος κοιμήθηκε σέ ἡλικία 91 ἐτῶν, πλήρως ἀπομονωμένος, καταπονημένος ἀπό τίς κακουχίες τῶν ἐξοριῶν καί τυφλός, στό Γκλαζώφ, τήν 6. 2. 1957.
Τό 1980 ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος ὑπήγαγε τίς Κοινότητες τῶν Κατάκομβιτῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ ἐπ. Πέτρου στήν Ἐκκλησία Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.

Τῶν Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στήν ποτέ Ἅγία Ρωσία, εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ τῆς Ὁσίας ΤΑΡΣΩΣ, τῆς διά Χριστόν Σαλῆς (+ 1989)



site analysis



Εἰσαγωγικόν Σημείωμα τοῦ ὑπευθύνου τοῦ παρόντος Ἰστοτόπου
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΣ, κατόπιν τῆς ἀπό 27. 7. 2010 σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ Ὁποία συνεκλήθη στήν ἑορτάζουσα Ἱερά Μονή ἁγ. Παντελεήμονος Καρπαθίων Οὐκρανίας, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, Σεβ. Μητροπολίτου Κιέβου κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, συνεδρευόντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκ προσώπου καί τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κένυας κ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ), Βράντσεα κ. ΓΕΡΟΝΤΙΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ἐκ προσώπου καί τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Μπακάου κ. ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ) καί Κιτίου κ. ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου), συμφώνως πρός τήν ὁποία (ἀπόφαση), ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νἐων Ἁγίων καί ἡ ἐγγραφή τους στό ἑορτολόγιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποίαν ἀνήκουν, καθώς καί ἡ ρύθμιση τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται στήν ποιμαντικήν διάκριση τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων - μέ ἀπόφασή του προέβη στήν διακήρυξη τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας (+ 1989).
Ἡ ἀπόφαση αὐτή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. ΚΗΡΥΚΟΥ, βρίσκεται σέ ἀπόλυτη συμφωνία μέ τήν κοινή ἐκκλησιαστική γνώμη τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί προξένησε μεγάλη χαρά στούς πιστούς, τόσο σ' αὐτούς πού εἶχαν τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά τήν γνωρίσουν (ὄπως ὁ γράφων), ὅσο καί σ' ἐκείνους πού διάβασαν γι' αὐτήν ἤ εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν Θεό διά πρεσβεῶν της.
Ἤδη ἁγιογραφήθηκε ἀπό τήν Πρεσβυτέρα Ἀντωνία Σίντνιεβα ἡ πρώτη της εἰκόνα, ὁλοκληρώνεται ἡ συγγραφή τοῦ Βίου της ἀπό τόν γράφοντα (θά ἀναρτηθεῖ στό Διαδύκτιο ἐντός τῶν ἑπομένων ἡμερῶν) καί φιλοπονεῖται ἡ πρός τιμήν της Ἀκολουθία, καθώς πλησιάζει ὁ πρῶτος ἑορτασμός τῆς μνήμης της, τήν 24η Σεπτεμβρίου. Κατωτέρω δημοσιεύεται ἡ σχετική ἀπόφασις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. ΚΗΡΥΚΟΥ.

Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου

ΑΠΟΦΑΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας

Πρός
τό εὐσεβές πλήρωμα, τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν ἀγωνιζόμενο λαό, τῆς ἁγιωτάτης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
«Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»
Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Ὑπό τῶν Ἁγίων ἡμῶν Πατέρων διδασκόμεθα, ὅτι ταμεῖον ἁγιότητος μοναδικόν καί ἀσφαλές καί βέβαιον εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τῆς Ὁποίας ἕνα τῶν τεσσάρων χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων καί μία τῶν τεσσάρων ἰδιοτήτων εἶναι ἡ Ἁγιότης. «Μία εἶναι - διδάσκει ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος - Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή… Ποία (δέ) εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται» (1).
Ἀληθής καί γνησία ἁγιότης ὑπάρχει μόνον ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο, «τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα - ὡς δέχεται ὁ πολύς Νεκτάριος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων -πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων» (2).
Κατά τόν μέγαν τῆς Ὀρθοδοξίας Θεολόγον Ἱερόν Δαμασκηνόν, οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός» (3). Διό τήν κατά χρέος μεγίστην ἀπονέμωμεν Κυρίῳ τῶ Θεῶ ἡμῶν τιμήν, εὐχαριστίαν καί εὐγνωμοσύνην, διότι «οὐκ ἀφῆκε Ἑαυτόν ἀμάρτυρον» κατά τόν παρελθόντα 20όν αἰώνα τῆς ἀπό τῆς Πίστεως ἀποστασίας, ἀλλ’ ἀνέδειξεν γνησίους δούλους Του οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν ἀμώμητον καί ἀκαινοτόμητον τήν τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ Ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἠργάσθησαν τήν ἀρετήν. Οἱ νεοφανεῖς αὐτοί ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐμαρτυρήθησαν ὑπ’ Αὐτοῦ καί μαρτυροῦνται Ἅγιοι, διά πλείστων ὅσων σημείων καί θαυμάτων.
Ἑνός τῶν τοιούτων νοητῶν ἀστέρων μνήμην ποιούμεθα ἐν τῶ παρόντι. Τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ, τῆς ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κερατέας ἀσκηθείσης καί ὁσιακῶς τελιωθείσης ἐν ἔτει 1989.
Ἡ μακαρία Ταρσώ ἐγεννήθη εἰς Ἄνδρον τό ἔτος 1910. Εἰς τήν ἡλικίαν τῶν 14 ἐτῶν ἐκλήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ δι’ ἁγίου Ἀγγέλου, ἵνα ἄρη τό σταυρόν τῆς θεληματικῆς μωρίας καί διά Χριστόν σαλότητος. Ὡς ψυχασθενής λογισθεῖσα ὑπό τῶν οἰκείων αὐτῆς, ὡς τοιαύτη ἀντιμετωπίσθη καί πολλά ὑπέστη καί ἔπαθεν. Ἐν ἔτει 1949, γενομένη δεκτή ὑπό τοῦ μακαρία τῆ λήξει γενομένου ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἐν τῆ ὑπ’ αὐτοῦ ἱδρυθείση Μονή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου παρά τήν Κερατέαν, διέμεινεν ἐκτός τοῦ αὐτῆς περιβόλου ἐπί ὁλόκληρον 40ετίαν, ἄοικος καί ἄστεγος, ἐκτεθειμένη εἰς τό καῦμα τοῦ θέρους καί τόν παγετόν τοῦ χειμῶνος, εἰς τούς πειρασμούς τῶν δαιμόνων καί τάς λοιδωρίας τῶν ἀνθρώπων, ἀδιαλείπτως προσευχομένη καί παντοιοτρόπως ἀγωνιζομένη. Πολιτευομένη οὕτως, ἠξιώθη παρά Θεοῦ τῶν χαρισμάτων τῆς διοράσεως καί προοράσεως καί προφητείας, αἱ δέ πρός Κύριον αὐτῆς ἐντεύξεις ἐδείχθησαν θεοπειθεῖς. Ἐπλήρωσεν τό κοινόφλητον χρέος τοῦ θανάτου τήν 24ην Σεπτεμβρίου 1989 καταλειποῦσα ἡμῖν εὐωδιάζοντα τά αὐτῆς Λείψανα.Ὅθεν, ἑπόμενοι τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τήν θεοφιλῶς ζήσασα καί ὁσιακῶς τελειωθεῖσα ἐν ἔτει 1989 διά Χριστόν Σαλή Ταρσώ, ὡς Ἁγία καί πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, κατόπιν τῆς ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,

ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ

ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, ἡ διά Χριστόν Σαλή ΤΑΡΣΩ, ἡ παρά τήν Ἱεράν Μονήν Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας ἀσκήσασα καί ὁσιακῶς τελειωθεῖσα τήν 24ην Σεπτεμβρίου 1989, συναριθμεῖται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμωμένη παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῆς καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῆς εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν της Ἱερᾶς Ἀκολουθίας καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῆς, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τήν 24ην μηνός Σεπτεμβρίου, ἡμέρας τῆς πρός Κύριον ἐκδημίας της. Τά δέ λείψανα αὐτῆς, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην (4), τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.

Αὐτῆς ἁγίαις πρεσβείες Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ
Ἐν τῶ Ἐπισκοπείῳ ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου
6η Αὐγούστου 2010
Ἑορτή τῆς Θείας τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως
Παραπομπαί:
1. Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258.
2. Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νεκταρίου, «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6.
3. Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C.
4. Πρβλ. ἅγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Εἶναι γνώμη τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι τῶν μέν Ὁσίων τά Λείψανα δέν προσκυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεός δέν ἀποδείξη δι’ αὐτῶν θαύματα ἤ τό ὀλιγώτερον τά τιμήση διά τῆς εὐωδίας, μέ τό νά μήν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τούς ἀνθρώπους ἡ ἐν κρυπτῶ πίστις καί ἀγάπη αὐτῶν πρός τόν Θεόν» («Νέον Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).

Γερόντισσα ΘΕΟΔΟΥΛΗ (+ 1977) Καθηγουμένη Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Κορώνης



site analysis



Κατά κόσμον Εἰρήνη Ἀρβανίτη, γεννήθηκε στήν Κορώνη Μεσσηνίας τό 1897. Τό ἔτος 1919, σέ ἡλικία 19 ἐτῶν, συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν μαθητή τοῦ νεοασκητοῦ τῶν Καλαμῶν Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), Γεώργιο Ἀναγνωστόπουλο, ἐπίσης ἀπό τήν Κορώνη, ὁ ὁποῖος μέ εὐλογία τοῦ Γέροντά του εἶχε μετατρέψει τό πατρικό του σπίτι μέσα στό κάστρο τῆς Κορώνης σέ τόπο κηρύγματος μετανοίας, ἱδρύοντας ἔτσι τήν Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου. Ὑπῆρξε ἡ πρώτη μοναχή τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τό πρῶτο της κελλί ἦταν οὐσιαστικά μία τρύπα δίπλα στό «σχολεῖο» τοῦ Γέροντά της (τόν χῶρο κηρύγματος δηλαδή) καί τό «κρεββάτι» της ἀντί γιά στρῶμα εἶχε πέτρες!!!
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου κοντά στήν δόκιμη Εἰρήνη συγκεντρώθηκαν καί ἄλλες φιλομόναχες ψυχές καί ἔτσι δημιουργήθηκε ἀδελφότητα 30 περίπου εὐλαβῶν ψυχῶν. Μέχρι τό 1925 ἡ Μονή ἀντιμετώπισε πολλές δυσκολίες ἀπό ζηλόφθονους Ἱερεῖς καί παράγοντες τῆς Κορώνης. Οἱ δυσκολίες σταμάτησαν μέ τήν κουρά τοῦ Γ. Ἀναγνωστοπούλου σέ μοναχό μέ τό ὄνομα Θεόκλητος (19250 καί τά ἐγκαίνεια τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς (1928), ἀπό τόν Μητροπ. Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο. Τότε ἡ δόκιμη Εἰρήνη ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Θεοδούλη καί ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς.
Τό 1934, μετά ἀπό προβληματισμό πάνω στό θέμα τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος τοῦ γ. Θεοκλήτου καί τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, μαζί μέ τήν ὑπό τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν, ἀποκήρυξε τήν καινοτόμο Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία , ὑπό τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο ὁ μ. Θεόκλητος δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη μέ τό ὄνομα Θεόδουλος. Ἡ ἐνέργεια αὐτή εἶχε σάν συνέπεια τόν διωγμό τῆς Μονῆς, ἰδίως κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ νεοημ. Μητροπ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη.
Τήν 25η Μαΐου 1951, Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα ἦταν στήν τράπεζα, δεκάδες στρατιώτες καί χωροφύλακες κατέλαβαν τήν μονή, συνέλαβαν τήν Γερόντισσα Θεοδούλη καί 30 περίπου μοναχές, τίς ἐπιβίβασαν σέ φορτηγό καί τίς μετέφεραν στό Α’ Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλαμάτας. Τήν σύλληψη τήν ἡμέρα ἐκείνη διέφυγαν μόνον ὁ ἀρχιμ. Θεόδουλος, ὁ μ. Κυπριανός καί δύο ἀσθενεῖς μοναχές.
Στόν τόπο τῆς παράνομης κράτησής τους οἱ μοναχές πιέστηκαν ἀπό ἀξιωματικούς τῆς Χωροφυλακῆς, κληρικούς τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας καί τοπικούς παράγοντες ἀποκηρύξουν τήν Γνησία Ὀρθοδοξία καί νά ὑπαχθοῦν στόν Νεοημερολογιτισμό. Ὅμως, μετά ἀπό κράτηση μιᾶς ἑβδομάδας καί τήν ἐπίμονη ἄρνησή τους, ἐπιτράπηκε στή Γερόντισσα Θεοδούλη καί σέ 4 Ρασοφόρες Μοναχές νά ἐπιστρέψουν στό μοναστήρι τους. Οἱ ὑπόλοιπες δόκιμες (περίπου 20), ἀποσχηματίστηκαν βίαια καί διατάχθηκαν νά ἐπιστρέψουν στίς οἰκογένειές τους, μετά τήν ἀπελευθέρωσή τους ὅμως ἐπέστρεψαν κι αὐτές στή μετάνοιά τους.
Ἔκτοτε ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη καί ἡ ἀδελφότητα τοῦ Τιμίου Προδρόμου συνέχισαν χωρίς προβλήματα τήν ἀγωνιστική τους πορεία.
Ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1977, πλήρης ἡμερῶν καί ἔργων ἀρετῆς. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά της τήν 3.2.1977, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Γρηγορίου.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΘΕΟΔΟΥΛΗΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Γερόντισσα ΕΥΦΗΜΙΑ (+ 1978) Καθηγουμένη Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσ. Θεοτόκου Καλαμῶν



site analysis



Γεννήθηκε στίς Μαντίνιες Λακωνίας τό 1885, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τήν Καλλιόπη Λυμπερέα. Σέ νεανική ἡλικία νυμφεύθηκε τόν Συνταγματάρχη Διονύσιο Μοιρέα, μετά τόν θάνατο τοῦ ὁποίου (τό 1918), ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο. Ὑπῆρξε πνευματικό ἀνάστημα τοῦ μαθητοῦ τοῦ νεοασκητοῦ τῆς Καλαμάτας Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918) Γεωργίου Πουλουπάτη (ἔπειτα Ἱερομ. Γερασίμου καί Ἐπισκόπου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, + 1956).
Τό 1919 ἵδρυσε τήν Ἱερά Μονή Εἰσοδείων Θεοτόκου Καλαμάτας (στή θέση Γιαννιτσάνικα), μαζί μέ τίς δόκιμες Καλλιρόη Χανδρινοῦ καί Ἀθηνᾶ Κυριακοπούλου. Γενικά ἡ Μονή της ἀκολούθησε τήν ἱστορική πορεία τῆς Μονῆς Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν, τῆς ὁποίας ὁ Γέροντας της Ἱερομ. Γεράσιμος ἦταν Ἡγούμενος ἀπό τό 1920.
Τό 1934 προσχώρησε στή Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), μαζί μέ τίς Μονές Εὐαγγελιστρίας Καλαμάτας καί Τιμίου Προδρόμου Κορώνης. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια τόν διωγμό τῆς μονῆς ἀπό τήν νεοημ. Μητρόπολη, κυρίως κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη.
Ἡ μακαριστή γ. Εὐφημία μόλις γνώρισε τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο γοητευμένη ἀπό τήν πνευματική του προσωπικότητα καί τήν ἁγιότητα του βίου του, ἔγινε πνευματικό του τέκνο (ὅπως ἄλλωστε καί ὁ Γέροντάς της Ἱερομ. Γεράσιμος) καί χειροθετήθηκε μοναχή ἀπό τόν ἴδιο, στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας. Μάλιστα, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀρχίσει ἡ ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, ἡ γ. Εὐφημία κάλεσε τόν Ἅγιο Πατέρα στήν Καλαμάτα γιά νά τόν θεμελιώσει καί ἐκεῖνος μή δυνάμενος, εὐλόγησε τόν θεμέλιο λίθο καί τόν ἔστειλε νά κατατεθεῖ κατά τήν θεμελίωση!
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 7.5.1978, ἀφήνοντας τό μοναστήρι της συμπληρωμένο κτηριακά καί μέ 20 ἀδελφές νά ἐπιμελοῦνται ἐκεῖ τήν ψυχική τους σωτηρία. Ἐνταφιάστηκε στή μονή της, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Γρηγορίου.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΕΥΦΗΜΙΑΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Γερόντισσα ΓΕΡΑΣΙΜΙΑ (+ 1987) Καθηγουμένη Ἱ. Μονῆς ἁγ. Γεωργίου Μεσισσοχωρίου Θηβῶν



site analysis



Γεννήθηκε στίς Κυκλάδες, στή νῆσο Ἴο, ἀλλά στήν παιδική της ἡλικία ἡ οἰκογένειά της ἐγκαταστάθηκε στόν Πειραιᾶ. Τότε ὁ πατέρας της γνώρισε τόν ἀοίδημο Ἱερομ. Ματθαῖο Καρπαθάκη, ἔπειτα Ἐπίσκοπο Γ.Ο.Χ. Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (+ 1950), μέ τόν ὁποῖο συνδέθηκε πνευματικά καί τόν ἔκανε πνευματικό τῆς οἰκογενείας του.
Ὁ πόθος της γιά τήν μοναχική ἀφιέρωση ἐκδηλώθηκε νωρίς, ἤδη ἀπό τά μαθητικά χρόνια. Ἔτσι μόλις τελείωσε τό Σχολαρχεῖο ἔγινε μοναχή σέ μονή τῆς Πάρου. Ἀργότερα συνδέθηκε μέ τόν γέροντα Ζηλωτή Ἁγιορείτη Ἱερομόναχο Γεράσιμο Διονυσιάτη, μέ τόν ὁποῖο τό 1937 ἄρχισε τήν ἀνέγερση ἱερᾶς μονῆς στήν περιοχή Μελισσοχωρίου Θηβῶν, ἀφιερωμένης στόν Μεγαλομάρτυρα ἅγ. Γεώργιο. Στή μονή αὐτή παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου της, μόνη μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντος Γερασίμου καί ἀργότερα τῆς μοναδικῆς συμμοναστρίας της, «μέ τήν συντροφιά τοῦ βιβλίου, τοῦ ἐργοχείρου καί τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ», ὅπως συνήθιζε νά λέει.
Τήν διέκρινε ἀφοσίωση στό μοναχικό ἰδεῶδες καί τήν πνευματική ζωή, εὐκάβεια πρός τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας (ἰδιαιτέρως τούς Μεγαλομάρτυρες Γεώργιο καί Μηνᾶ) καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Τήν ἀγάπη της αὐτή ἐξεδήλωσε σέ μεγάλο βαθμό μέ τήν ἐλεημοσύνη καί τήν φιλανθρωπία κατά τήν περίοδο τῆς Κατοχῆς, ὁπότε ἐξυπηρέτησε πολλούς πού εἶχαν ἀνάγκη. Τήν διέκρινε ἐπίσης ὁ ζῆλος τῆς Ἱεραποστολῆς. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς μέ προθυμία ἔτρεχαν στό μοναστήρι της γιά νά ἀκούσουν λόγο Θεοῦ καί τίς συμβουλές καί νουθεσίες της γιά μία πιο πνευματική καί ἀνώτερη Χριστιανική ζωή.
Τήν τελευταῖα δεκαετία τῆς ζωῆς της ἀξιώθηκε νά δεῖ τήν ἐπάνδρωση τῆς μονῆς της μέ γυναικεία ἀδελφότητα, χάρις στίς φιλότιμες προσπάθειες τοῦ ἀρχιμ. Παύλου Καραγκούνη (ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν).
Κοιμήθηκε εἰρηνικά στή μονή της τόν Ἰούλιο τοῦ 1987. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά της. Τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας προέστη ὁ Σεβ. Μητροπ. Ἀττικῆς κ. Ματθαῖος, βοηθούμενος ὑπό τοῦ Ἱερομ. Δαμιανοῦ καί τοῦ Διακόνου Κοσμᾶ.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΓΕΡΑΣΙΜΙΑΣ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη

Γερόντισσα ΚΑΛΛΙΝΙΚΗ Καθηγουμένη Ἱ. Μονῆς Παντανάσσης Μυστρᾶ (+ 1990)



site analysis



Κατά κόσμον Καλή Χριστάκου, γεννήθηκε τό 1900 στήν παρακείμενη τοῦ Μυστρᾶ κοινότητα τῆς Μαγούλας. Ἦταν ἄνθρωπος «σπανίας εὐφυϊας καί ἐπιδεξιότητος, πολυτάλαντος καί χαρισματοῦχος, διά τοῦτο καί ἀσχολήθηκε μέ πολλάς τέχνας κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς της» («Κ.Γ.Ο.», τ. 1990, σελ. 20). Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 10 ἔτων ἄρχισε νά τήν ἐνδιαφέρει τό ἐμπόριο, ἐνῶ βοηθοῦσε τόν πατέρα της στίς ἀγροτικές ἐργασίες καί τήν μητέρα της στά οἰκακά. Καταγομένη ἀπό οἰκογένεια κυνηγῶν, ἔγινε καλή κυνηγός, ἀλλά καί ἄφθαστη στήν ἱππασία!
Στήν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν σπούδασε ζωγραφική – κλασσική (ἀναγεννησιακή) ἁγιογραφία, ἀρχικά κοντά στόν Ἁγιογράφο Σπῦρο Μοσχονᾶ καί στή συνέχεια (μοναχή πλέον) κοντά στό ζωγράφο Παντελῆ, ὁ ὁποῖος ἔκανε σχέδια τῶν τοιχογραφιῶν τῆς Παντανάσσης, γιά λογαριασμό τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου τῶν Ἀθηνῶν. Ἔργα της ὑπάρχουν στό τέμπλο τοῦ ναοῦ τῆς Παντανάσσης καί σέ ἄλλους ναούς τῆς Λακωνίας.
Στήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν πῆρε τήν ἀπόφαση νά μονάσει, ἀλλά ἡ οἰκογένειά της πρόβαλε ἀντιρρήσεις, ἔτσι μόνο μετά ἀπό 6 χρόνια, μπόρεσε νά ὑλοποιήση τόν πόθο της. Τόν Μάϊο τοῦ 1921, σέ ἡλικία 21 ἐτῶν, κοινοβίασε στή Μονή Παντανάσσης καί ὑποτάχθηκε στίς ἀδελφές Γιατράκου (γ. Παναρέτη καί μ. Εὐσεβία).
Τό 1924 ἄρχισε νά ἀσχολεῖται μέ τήν τέχνη τῆς φωτογραφίας. Ἀγόρασε ἐπαγγελματική φωτογραφική μηχανή, ἐγκατέστησε ἐργαστήριο σέ ἕνα ἀπό τά κελλιά τῆς μονῆς καί ἐκτύπωνε ταχυδρομικές κάρτες μέ τίς ἐκκλησίες καί τά τοπία τοῦ Μυστρᾶ! Ἡ ἔκδοση τῶν καρτῶν σταμάτησε ὅταν τήν ἐκτύπωση ἀνέλαβε ἡ Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία.
Τό 1937 ἔλαβε τήν ρασοσευχή καί τό μοναχικό ὄνομα Καλλινίκη. Τό ἴδιο ἔτος, ἔπειτα ἀπό πολλές προσπάθειες εἰδικῶν ἀρχαιολόγων καί ἁγιογράφων (Ὀρλάνδου, Ξυγγόπουλου, Καλλιγᾶ, Κόντογλου, Στέρνη), γιά τήν ἐξεύρεση τρόπου καθαρισμοῦ τῶν τοιχογραφιῶν, ἐφεύρε τόν τρόπο καί συνεργάσθηκε στενά μέ τόν Κόντογλου γιά τήν στερέωση καί τόν καθαρισμό τῶν Βυζαντινῶν ναῶν τοῦ Μυστρᾶ. Ἀργότερα γιά τό ἴδιο θέμα συνεργάσθηκε μέ τήν Βυζαντινολόγο Μαρία Σωτηρίου, ἱδρύτρια τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν. Σάν συντηρητής ἐργάσθηκε στούς ναούς τῆς Περιβλέπτου, τῶν ἁγ. Θεοδώρων, τοῦ Ἀφεντικοῦ (Ὁδηγητρίας), στόν μικρό ἅϊ Γιάννη καί τελευταῖα στήν Ἁγία Σοφία. Ἐκεῖ τερμάτισε τήν καριέρα της λόγῳ ὑπερκοπώσεως, τό 1957, μετά ἀπό 20 χρόνια ὑπηρεσίας καί διακονίας τῆς ὑψηλῆς εἰκονογραφικῆς τέχνης.
Τό 1945 (μετά τήν κοίμηση τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου καί τήν ἀνάδειξη τῆς γ. Πελαγίας), ἀνέλαβε οἰκονόμος τῆς Μονῆς, θέσει πού διατήρησε μέχρι τό 1985! Τό 1957 ἀνέλαβε τό Μετόχιο τῆς Παναγίας Ἐλεούσης, στό ὁποῖο ἔκτισε ναό, ἁγιογραφημένο ἀπό τόν μαθητή τοῦ Κόντογλου Εὐάγγ. Μαυρικάκη.
Τό 1985, μετά τήν κοίμηση τῆς γ. Πελαγίας, ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς. Ἐπίσημα χειροθετήθηκε Ἡγουμένη τό 1989, ἀπό τόν τότε Προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀνδρέα (+ 2005), ὁπότε καί ἔλαβε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα.
Ἡ γ. Καλλινίκη εἶχε ἀκόμη καί ποιητική φλέβα. Κατέλειπε δύο ἔξοχα δείγματα τοῦ ποιητικοῦ της ταλέντου, ἕναν ὕμνο πρός τήν Παντάνασσα καί ἄλλον ἕνα πρός τήν Παναγία Ἐλεοῦσα.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 20η Νοεμβρίου 1990, σέ ἡλικία 90 ἐτῶν, μετά ἀπό μακρά δοκιμασία ἐξ αἰτίας προβλήματος τοῦ στομάχου. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία της ἐψάλλη στήν Παντάνασσα ἀπό τόν Ἱερομ. Νεόφυτο Τσακίρολγου. Ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τῆς μονῆς. Ἀποχαιρετιστήριους λόγους ἀπηύθυναν ἐκ μέρους τῆς ἀδελφότητος ἡ Μοναχή Εὐφροσύνη καί ἐκ μέρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας ἡ Ἔφορος Αἰμιλία Μπακούρου.
Ἡ μ. Εὐφροσύνη μεταξύ ἄλλων εἶπε:
«Δυνατή ἔργῳ καί λόγῳ. Δυναμική καί πραεῖα. Ἁπλῆ καί ἄκακος. Εὔσπλαχνος καί δικαία. Φορεύς τῆς εἰλικρινοῦς καί ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ἀγάπης πρῶτον πρός τόν Θεόν, τόν ἀθάνατον αὐτῆς Νυμφίον, καί δεύτερον εἰς τόν πλησίον της. Ὑπερασπιστής τῶν ἀδικουμένων, τῶν χηρῶν καί ὀρφανῶν. Μήτηρ πλήρους στοργῆς καί προνοίας. Ὑπόδειγμα ἀξιομημίτου ὑπομονῆς ἐν τῆ ἀσθενείᾳ της. Ψυχή ἐλεύθερη καί ζῶσα ἐν Θεῶ καί θεοποιουμένη τῆ ἐλευθερίᾳ τῆ ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.
Ταπεινή τῆ καρδίᾳ, μέ ὑψηλούς πάντα στόχους. Φιλάδελφος, φιλεύσπλαχνος καί φιλόστοργος ἐν τῆ ἀδελφότητι καί εἰς πάντα ἄνθρωπον. Βράχος ἀκλόνητος ἐν τῆ πίστει καί τῆ Ὀρθοδόξῳ Ὁμολογίᾳ. Κανών ἀρετῆς ἀκριβέστατος
».
Ἡ Ἔφορος Αἰμιλία Μπακούρου μεταξύ ἄλλων εἶπε:
«Στόν τομέα τόν ἀρχαιολογικό καί τόν καλλιτεχνικό, στάθηκε πρωτοπόρος μέ τό ἔργος της καί συνάδελφος στόν ἀγῶνα γιά τήν σωτηρία τῶν ἀρχαίων, φύλακας, συντηρητής καί ἀρχαιολόγος μαζί. Ὅσοι ἐργαζόμαστε ἐδῶ, καταφεύγαμε πολλές φορές στή δική της ψυχική μεγαλωσύνη καί κατανόηση. Κατανοοῦσε καί κατηύθυνε, ἀλλά κυρίως μετέδιδε δύναμη. Μέ μοναδικό τρόπο μετέδιδε δύναμη σ’ ὅποιον κατέφευγε στό δικό της θάρρος. Νοιαζόταν γιά ὅλους, ἐντός κι ἐκτός τῶν τειχῶν καί γιά τά ἀνθρώπινά μας προβλήματα. Γι αὐτό ὁ θάνατός της θ’ ἀφήσει μεγάλο κενό. Αὐτό τό κενό καλοῦνται νά πληρώσουν οἱ παλαιότερες καί νέες ἀδελφές τῆς μονῆς. Συντριμένες σήμερα γιά τόν ἀποχωρισμό τῆς Ἡγουμένης τους, συσπειρωμένες αὔριο γύρω ἀπό τήν Παναγία τήν Παντάνασσα, ὅπως πάντα, ὅπως παλιά, θ’ ἀκολουθήσουν τήν ἴδια πορεία».
Ἡ τοπική ἐφημερίδα «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ» ἔγραψε σχετικά (φ. 14. 12. 1990): «Μία σεβάσμια μορφή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνα πραγματικό κόσμημα τοῦ μοναδικοῦ βίου, ἔφυγε πρόσφατα ἀπό τοῦτο τόν κόσμο. Ἡ ἡγουμένη τῆς Ἱ. Μ. Παντανάσσης Μυστρᾶ Καλλινίκη Χριστάκου, εἰς ἡλικίαν 90 ἐτῶν ἐξεδήμησε πρός Κύριον καί ἐνεταφιάσθη στό κοιμητήριο τῆς μονῆς. Στήν τελευταία της κατοικία τήν συνόδευσαν πολλοί κάτοικοι τοῦ Μυστρᾶ καί τῆς εὑρύτερης περιοχῆς καί ἐπί τῆς σοροῦ της κατέθεσαν στεφάνους ἡ Ὑπηρεσία Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων, ἡ Ἐπιτροπή Ἀναστηλώσεως τῶν Μνημείων Μυστρᾶ καί οἱ φύλακες τῶν ἀρχαιοτήτων Μυστρᾶ…
Ἡ Ἡγουμένη Καλλινίκη γεννήθηκε στή Μαγούλα τῆς Σπάρτης καί ἀπό νεαρωτάτης ἡλικίας εἰσῆλθε στήν ὁλιγομελῆ - τότε - ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Παντανάσσης, μέ ἀποκλειστικό σκοπό νά ἀφιερώσει τήν ζωή της στήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τίς ἀπεριόριστες δυνατότητές της στήν ὑπηρεσία τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Γι αὐτό καί πέραν τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καθηκόντων ἠσχολεῖτο μέ πάθος μέ τήν διατήρηση καί διάσωση τῶν ἀνεκτιμήτων ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν τοῦ Βυζαντινοῦ Μυστρᾶ καί ἰδίως μέ τήν ἀποκάλυψη τῶν ἀριστουργηματικῶν τοιχογραφιῶν τῶν ἐκκλησιῶν του. Ἐκτός τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων της καί πέραν τῶν καλλιτεχνικῶν καί ἄλλων χρήσιμων δραστηριοτήτων της, ἀνέπτυξε καί πλούσια φιλανθρωπική δραστηριότητα, μέ σεμνό καί ἀθόρυβο τρόπο. Ἐπί 70 χρόνια ὑπῆρξε ἕνα ὁλοζώντανο κύτταρο τῆς θρησκείας, τῆς ἀνθρώπινης καλωσύνης καί τῆς ἀκάματης ἐργατικότητας
».
Τέλος τό Περιοδικό «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (φ. Ἰαν. 1991, σελ. 22), ἔκλεισε τό ἐπιμνημόσυνο ἀφιέρωμά του μέ τά ἀκόλουθα: «Ὡς Ὀρθόδοξος μοναχή διεκρίνετο διά τήν προσήλωσίν της καί τόν διάπυρον αὐτῆς ζῆλον εἰς τήν γλυκυτάτην Ὀρθοδοξίαν, τόν ἔνθεον αὐτῆς ἔρωτα, τήν ἀγάπην διά τό μοναστήρι της, τόν σεβασμόν πρός τίς Γερόντισσές της, τήν ἀγάπην της πρός τίς ἀδελφές, τήν στοργήν της πρός τά πνευματικά της τέκνα καί τόν ἱεραποστολικόν της ζῆλον, διότι πολλάς ψυχάς ὡδήγησε εἰς τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν διά τοῦ λαμπροῦ της παραδείγματος, τῆς ἐμμονῆς της εἰς τήν πατρώαν πίστιν καί εὐσέβειαν καί διά τοῦ πειστικοῦ της λόγου καί τῆς καθαρᾶς της προσευχῆς».

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΚΑΛΛΙΝΙΚΗΣ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη

Γερόντισσα ΘΕΟΔΩΡΑ (+ 1982) Καθηγουμένη Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς Μύτικα Χαλκίδος



site analysis


Κατά κόσμον Παναγιώτα Μπούρικα, γεννήθηκε τό 1905 στό Μύτικα Χαλκίδος. Τό 1931 κοινοβίασε στή Μονή τῶν ἁγ. Θεοδώρων Πάρου, τοῦ λογίου Μοναχοῦ Μάρκου Χανιώτη. Περίπου τό 1940 ἐγκαταστάθηκε σέ πατρογονικό της κτῆμα στό Μύτικα, ὅπου ὑπῆρχε ναός τῆς ἁγ. Παρασκευῆς καί ἵδρυσε τήν ὁμώνυμη γυναικεία μονή, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου Α’ , Ἐπισκόπου Βρεσθένης.
Ὁ ναός τῆς ἁγ. Παρασκευῆς κτίστηκε τό 1900, μετά ἀπό θαῦμα τῆς ἁγ. Παρασκευῆς, ἀπό τήν Παρασκευή Μπούρικα. Μέχρι τό 1937 πού κοιμήθηκε, μόναζε ἐκεῖ ἡ μοναχή Φιλοθέη (Στ. Μπούρικα) καί ἀπό τό 1940 καί μετά ἡ Γερόντισσα Θεοδώρα. Κατά τήν κοίμησή της ἡ μονή ἀριθμοῦσε 10 μοναχές (πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν ἁγιογραφία, τό ἐργόχειρο καί τήν φρουτοκαλλιέργεια), μέ πνευματικό τόν Ἱερομ. Μηνᾶ Παπουλίδη ἀπό τήν Θεσσαλονίκη καί ἐφημέριο τόν Ἱερέα Χριστόφορο Κουκουράβα.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 26η Δεκεμβρίου 1982, σέ ἡλικία 77 ἐτῶν. Ἐνταφιάστηκε στή μονή της τήν ἑπομένη (Κυριακή 27. 12. 1982), χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπ. Ἀττικῆς Ματθαίου, ὁ ὁποῖος καί ἀπηύθυνε λόγο παρηγορίας καί τιμῆς.

Τῆς ἀοιδήμου Καθηγουμένης ΘΕΟΔΩΡΑΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη

Γερόντισσα ΠΑΪΣΙΑ Καθηγουμένη Ἱ. Μονῆς Παντανάσσης Μυστρᾶ (+ 1945)



site analysis



Ἦταν κόρη τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Στρατηγοῦ Γιατράκου καί τῆς εὐλαβεστάτης Πηγῆς (ἔπειτα Ἡγουμένης Παναρέτης), ἡ ὁποία μόνασε τό 1888 στή Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ μαζί μέ τίς δύο κόρες της (ἔπειτα μοναχές Παϊσία καί Εὐσεβία).
Ἡ Γερόντισσα Παναρέτη κοιμήθηκε εἰρηνικά περί τό 1895. Τήν διαδέχθηκε ἡ κατά σάρκα θυγατέρα της Γερόντισσα Παϊσία, ἡ ὁποία ἡγουμένευσε 50 χρόνια ! (1895 – 1945), ὅμως στήν Παντάνασσα κυριαρχοῦσε ἡ χαρισματική προσωπικότητα τῆς κατά σάρκα ἀδελφῆς της Μοναχῆς Εὐσεβίας.
«Ἡ μοναχή Εὐσεβία - γράφει ἡ μ. Εὐφροσύνη Παντζούρη, τότε ἀδελφή τῆς Μονῆς Παντανάσσης - ἦτο ἄνθρωπος μέ μεγάλην θρησκευτικήν καί ἱστορικήν μόρφωσιν καί ἰσχυράν μνήμην. Ἦτο εἰς θέσιν νά ἀπαγγέλη ἀπό μνήμης κείμενα Ἁγίων Πατέρων ὁλοκλήρων σελίδων, καθώς καί βίους Ἁγίων καί διάφορα ἱστορικά γεγονότα, μέ ἀκριβεῖς χρονολογίας καί λεπτομερείας».
Ἡ μ. Εὐσεβία ὑπῆρξε ἐπίσης συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Βυζαντιναί Ἀρχαιότητες Μυστρᾶ», τό ὁποῖο ὑπογράφεται «ὑπό Εὐσεβίας Γιατράκου, Μοναχῆς, Ἀρχιφύλακος Μυστρᾶ».
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου (γ. Παϊσίας καί μ. Εὐσεβίας), δημιουργήθηκε στή Σπάρτη τό ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας Ἐλεούσης Μετόχιο τῆς μονῆς (ἐπί τῆς ὁδοῦ Μενελάου), στό ὁποῖο φυλάσσεται παλαιά θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας. Σχετικά μέ τήν εἰκόνα εἶναι γνωστά τά ἀκόλουθα στοιχεῖα: Ἡ εἰκόνα (σέ μορφή τριπτύχου) μεταφέρθηκε στή Σπάρτη ἀπό τήν Μικρά Ἀσία κατά τήν διακυβέρνηση τοῦ Ἰω. Καποδίστρια (1831), ἀπό τήν οἰκογένεια Ρουσοπούλου. Γιά διάστημα 111 χρόνων (1831 – 1942), φυλάσσονταν στήν κατοικία τῆς οἰκογενείας αὐτῆς, μέ εὐθύνη τῆς Μοναχῆς Ἀβερκίας Ρουσοπούλου (+ 1942). Τό 1957 διορίσθηκε ἀπό τήν Μονή Παντανάσσης ὑπεύθυνη τοῦ Μετοχίου ἡ Μοναχή Καλλινίκη (Χριστάκου, ἔπειτα Γερόντισσα), χάρις στίς προσπάθειες τῆς ὁποίας κτίσθηκε ναός καί βοηθητικό κτίσμα. Πρόκειται γιά ναό μικρῶν διαστάσεων, ρυθμοῦ μονόκλιτης βασιλικῆς, ἁγιογραφημένο ἀπό τόν Εὐάγγελο Μαυρικάκη (μαθητή τοῦ Φ. Κόντογλου).
Ἀκόμη ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου, ἡ Παντάνασσα καί ὁ Μυστρᾶς γενικότερα τράβηξαν τό ἐνδιαφέρον ἐπιφανῶν ἐκπροσώπων τῶν Γραμμάτων, τῶν Τεχνῶν καί τῆς Πολιτικῆς, Ἑλλήνων καί ξένων, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων (ὁ Γαβριήλ Millet φωτογραφίζει τά μνημεῖα, ἡ S. Dufrenne μελετᾶ τά εἰκονογραφικά προγράμματα, ὁ Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος διενεργεῖ τήν πρώτη ἀνεπίσημη ἀνασκαφή, ὁ Νίκος Καζαντζάκης φθάνει προσκυνητής, ὁ Φώτης Κόντογλου ἐργάζεται γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν, ὁ Ὀρλάνδος συνεχίζει τίς ἀναστηλώσεις πού εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἀδαμαντίου τό 1907 - 1910, ὁ Ζησίου δημοσιεύει τίς ἐπιγραφές, ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος Ἁγιορείτης θέλει νά ἱδρύσει μονή, οἱ Ν. Βέης, Ἀ. Ξυγγόπουλος, Δ. Ζακυνθινός, Μαρία Σωτηρίου, Ἐμμ. Χατζηδάκης κ.ἄ. μελετοῦν τά μνημεῖα καί γράφουν γι’ αὐτά).
Ἀκόμη, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. μέχρι καί τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ἐπισκέφθηκαν τήν Παντάνασσα μεγάλες προσωπικότητες τῆς Πολιτικῆς. Τό 1909 ἡ Βασίλισσα Ὄλγα μέ τόν Διάδοχο Κωνσταντῖνο. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β’ μέ τήν Ρουμανίδα σύζυγό του (κατά τόν Νικ. Γεωργιάδη, Πρόεδρο τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης, πρέπει νά ἦταν ἀμέσως μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, διότι ὁ Γεώργιος - ὅπως φαίνεται σέ φωτογραφία τῆς ἐποχῆς – φέρει ἕνα φαρδύ περιβραχιόνιο πένθος). Τό 1928 ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τό 1937 πάλι ὁ Γεώργιος Β’ καί τό 1939 ὁ Διάδοχος Παῦλος μέ τήν Φρειδερίκη. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τήν Παντάνασσα ἐπισκέφθηκε καί ὁ ἐκ τῶν Ἡγετῶν τοῦ Ναζισμοῦ Γκαίμπλς.
Μέχρι τό 1940 ὁ Δῆμος Σπαρτιατῶν συνήθιζε νά παραθέτει τό ἐπίσημο πρός τιμήν τῶν ὑψηλῶν ἐπισκεπτῶν γεῦμα, στή στοά τῆς Παντανάσσης.
Τό 1910 συνδέθηκε μέ τόν Μυστρᾶ καί τήν Μονή Παντανάσσης ὁ Κρητικῆς καταγωγῆς Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρπαθάκης, ἐξόριστος τότε στή Μονή Ζερμπίτσας, λόγῳ κριτικῆς τοῦ γάμου τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου μέ τήν Γερμανίδα Πριγκίπισσα Σοφία, χωρίς νά προηγηθεῖ τό Βάπτισμά της.
Ὁ Ματθαῖος βρέθηκε καί πάλι στή Λακωνία τό 1922, καί πάλι ἐξόριστος, λόγῳ ἐμπλοκῆς του στή διαμάχη Βασιλέως Κωνσταντίνου - Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Κατά τήν δεύτερη αὐτή περίοδο τῆς ἐξορίας του συνδέθηκε ἀκόμη περισσότερο μέ τήν γ. Παϊσία καί τήν Μονή Παντανάσσης.
Ὁ Ματθαῖος, κληρικός διακρινόμενος γιά τούς ἀγῶνες του, τήν πνευματική καί θεολογική του συγκρότηση καί τήν ἐκκλησιαστική του παιδεία (ἦταν ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων καί ἐπί 45ετία σπηλαιώτης ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους), ὑπῆρξε μεγάλος ἐραστής τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχικοῦ ἰδεώδους καί ταυτόχρονα λάτρης τοῦ Βυζαντίου καί τῶν ἰδεῶν του. Στό Μυστρᾶ, γοητευμένος ἀπό τίς φυσικές καλλονές, τήν ἱστορικότητα τοῦ τόπου, τίς καταπληκτικές Βυζαντινές ἐκκλησίες καί - στό πρόσωπο τῆς γ. Παναρέτης καί τῆς ἀδελφότητας τῆς Παντάνασσας -μέ τό πνευματικό του ἄρωμα καί τήν διαχρονική του ἀκτινοβολία, ἀποφάσισε νά ἱδρύσει γυναικεία μονή, μέ κέντρο τόν ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ ἐκτέλεση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προσέκρουσε στήν ἀρχαιολογική σημασία τοῦ χώρου (τό 1922 ὁ Μυστρᾶς εἶχε ἀνακηρυχθεῖ ἀρχαιολογικός χῶρος) καί ἔτσι ἵδρυσε τήν μονή του στήν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς, τό 1927.
Τό πλέον σημαντικό γεγονός τῆς ἡγουμενίας τῆς γ. Παϊσίας ἦταν ἡ μή συμμόρφωση τῆς Μονῆς Παντανάσσης μέ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924. Ἡ πνευματική σχέση καί σύνδεση τῆς ἀδελφότητος μέ τόν Ἱερομ. Ματθαῖο, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐμμονή της στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, δεδομένου ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦταν ἀπό τά ἡγετικά στελέχη τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν (κοινῶς Παλαιοημερολογιτῶν). Δέν εἶναι γνωστό ποιός ἐξυπηρετοῦσε πνευματικά καί λειτουργικά τήν μονή μέχρι τό 1935 (ὁπότε προσχώρησε ὁ Λάκωνας κληρικός Βίκτωρ Μπουλοῦκος), τό πλέον πιθανό ὅμως εἶναι νά τήν ἐξυπηρετοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ματθαῖος (τουλάχιστον σάν Πνευματικός) καί κληρικοί τῶν μονῶν του (λ.χ. ὁ π. Ἰωακείμ Μπουρελάκης, ἀπό τούς πρώτους συνεργάτες του).
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ (κατά κόσμον Βασίλειος) ἦταν Λάκωνας στήν καταγωγή, λόγιος καί ἀξιόλογος κληρικός. Μέχρι τό 1935 μόναζε στήν ἱστορική Μονή Τιμίου Προδρόμου στό Καστρί Κυνουρίας (δέν ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς). Μέ τήν Γερόντισσα Παϊσία, τήν Μοναχή Εὐσεβία καί τήν ἀδελφότητα τῆς Παντάνασσας διατηροῦσε στενή πνευματική σχέση. Μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν ζηλωτριῶν μοναζουσῶν εἶχε γνωρίσει τόν Ἱερομ. Ματθαῖο καί ἔτσι τό 1935 ἦταν ἕτοιμος νά ἀσπασθεῖ τίς ἐκκλησιολογικές του θέσεις.
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ ἀρχικά ἤθελε νά ἐγκαταβιώσει στό Μυστρᾶ, ἀλλά προσέκρουσε στήν Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία. Ἔτσι ἐντάχθηκε στήν νεοσύστατη (1934) ἀνδρική μονή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1941. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ μονή ἀριθμοῦσε 70 πατέρες!
Ἡ Γερόντισσα Παϊσία κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1945, μετά ἀπό ἡγουμενία 50 ἐτῶν! καί ἐνταφιάστηκε στή μονή της.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΠΑΪΣΙΑΣ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη

Γερόντισσα ΠΑΪΣΙΑ Καθηγουμένη Ἱ. Μονῆς Παντανάσσης Μυστρᾶ (+ 1945)



site analysis



Ἦταν κόρη τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Στρατηγοῦ Γιατράκου καί τῆς εὐλαβεστάτης Πηγῆς (ἔπειτα Ἡγουμένης Παναρέτης), ἡ ὁποία μόνασε τό 1888 στή Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ μαζί μέ τίς δύο κόρες της (ἔπειτα μοναχές Παϊσία καί Εὐσεβία).
Ἡ Γερόντισσα Παναρέτη κοιμήθηκε εἰρηνικά περί τό 1895. Τήν διαδέχθηκε ἡ κατά σάρκα θυγατέρα της Γερόντισσα Παϊσία, ἡ ὁποία ἡγουμένευσε 50 χρόνια ! (1895 – 1945), ὅμως στήν Παντάνασσα κυριαρχοῦσε ἡ χαρισματική προσωπικότητα τῆς κατά σάρκα ἀδελφῆς της Μοναχῆς Εὐσεβίας.
«Ἡ μοναχή Εὐσεβία - γράφει ἡ μ. Εὐφροσύνη Παντζούρη, τότε ἀδελφή τῆς Μονῆς Παντανάσσης - ἦτο ἄνθρωπος μέ μεγάλην θρησκευτικήν καί ἱστορικήν μόρφωσιν καί ἰσχυράν μνήμην. Ἦτο εἰς θέσιν νά ἀπαγγέλη ἀπό μνήμης κείμενα Ἁγίων Πατέρων ὁλοκλήρων σελίδων, καθώς καί βίους Ἁγίων καί διάφορα ἱστορικά γεγονότα, μέ ἀκριβεῖς χρονολογίας καί λεπτομερείας».
Ἡ μ. Εὐσεβία ὑπῆρξε ἐπίσης συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Βυζαντιναί Ἀρχαιότητες Μυστρᾶ», τό ὁποῖο ὑπογράφεται «ὑπό Εὐσεβίας Γιατράκου, Μοναχῆς, Ἀρχιφύλακος Μυστρᾶ».
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου (γ. Παϊσίας καί μ. Εὐσεβίας), δημιουργήθηκε στή Σπάρτη τό ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας Ἐλεούσης Μετόχιο τῆς μονῆς (ἐπί τῆς ὁδοῦ Μενελάου), στό ὁποῖο φυλάσσεται παλαιά θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας. Σχετικά μέ τήν εἰκόνα εἶναι γνωστά τά ἀκόλουθα στοιχεῖα: Ἡ εἰκόνα (σέ μορφή τριπτύχου) μεταφέρθηκε στή Σπάρτη ἀπό τήν Μικρά Ἀσία κατά τήν διακυβέρνηση τοῦ Ἰω. Καποδίστρια (1831), ἀπό τήν οἰκογένεια Ρουσοπούλου. Γιά διάστημα 111 χρόνων (1831 – 1942), φυλάσσονταν στήν κατοικία τῆς οἰκογενείας αὐτῆς, μέ εὐθύνη τῆς Μοναχῆς Ἀβερκίας Ρουσοπούλου (+ 1942). Τό 1957 διορίσθηκε ἀπό τήν Μονή Παντανάσσης ὑπεύθυνη τοῦ Μετοχίου ἡ Μοναχή Καλλινίκη (Χριστάκου, ἔπειτα Γερόντισσα), χάρις στίς προσπάθειες τῆς ὁποίας κτίσθηκε ναός καί βοηθητικό κτίσμα. Πρόκειται γιά ναό μικρῶν διαστάσεων, ρυθμοῦ μονόκλιτης βασιλικῆς, ἁγιογραφημένο ἀπό τόν Εὐάγγελο Μαυρικάκη (μαθητή τοῦ Φ. Κόντογλου).
Ἀκόμη ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου, ἡ Παντάνασσα καί ὁ Μυστρᾶς γενικότερα τράβηξαν τό ἐνδιαφέρον ἐπιφανῶν ἐκπροσώπων τῶν Γραμμάτων, τῶν Τεχνῶν καί τῆς Πολιτικῆς, Ἑλλήνων καί ξένων, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων (ὁ Γαβριήλ Millet φωτογραφίζει τά μνημεῖα, ἡ S. Dufrenne μελετᾶ τά εἰκονογραφικά προγράμματα, ὁ Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος διενεργεῖ τήν πρώτη ἀνεπίσημη ἀνασκαφή, ὁ Νίκος Καζαντζάκης φθάνει προσκυνητής, ὁ Φώτης Κόντογλου ἐργάζεται γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν, ὁ Ὀρλάνδος συνεχίζει τίς ἀναστηλώσεις πού εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἀδαμαντίου τό 1907 - 1910, ὁ Ζησίου δημοσιεύει τίς ἐπιγραφές, ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος Ἁγιορείτης θέλει νά ἱδρύσει μονή, οἱ Ν. Βέης, Ἀ. Ξυγγόπουλος, Δ. Ζακυνθινός, Μαρία Σωτηρίου, Ἐμμ. Χατζηδάκης κ.ἄ. μελετοῦν τά μνημεῖα καί γράφουν γι’ αὐτά).
Ἀκόμη, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. μέχρι καί τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ἐπισκέφθηκαν τήν Παντάνασσα μεγάλες προσωπικότητες τῆς Πολιτικῆς. Τό 1909 ἡ Βασίλισσα Ὄλγα μέ τόν Διάδοχο Κωνσταντῖνο. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β’ μέ τήν Ρουμανίδα σύζυγό του (κατά τόν Νικ. Γεωργιάδη, Πρόεδρο τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης, πρέπει νά ἦταν ἀμέσως μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, διότι ὁ Γεώργιος - ὅπως φαίνεται σέ φωτογραφία τῆς ἐποχῆς – φέρει ἕνα φαρδύ περιβραχιόνιο πένθος). Τό 1928 ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τό 1937 πάλι ὁ Γεώργιος Β’ καί τό 1939 ὁ Διάδοχος Παῦλος μέ τήν Φρειδερίκη. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τήν Παντάνασσα ἐπισκέφθηκε καί ὁ ἐκ τῶν Ἡγετῶν τοῦ Ναζισμοῦ Γκαίμπλς.
Μέχρι τό 1940 ὁ Δῆμος Σπαρτιατῶν συνήθιζε νά παραθέτει τό ἐπίσημο πρός τιμήν τῶν ὑψηλῶν ἐπισκεπτῶν γεῦμα, στή στοά τῆς Παντανάσσης.
Τό 1910 συνδέθηκε μέ τόν Μυστρᾶ καί τήν Μονή Παντανάσσης ὁ Κρητικῆς καταγωγῆς Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρπαθάκης, ἐξόριστος τότε στή Μονή Ζερμπίτσας, λόγῳ κριτικῆς τοῦ γάμου τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου μέ τήν Γερμανίδα Πριγκίπισσα Σοφία, χωρίς νά προηγηθεῖ τό Βάπτισμά της.
Ὁ Ματθαῖος βρέθηκε καί πάλι στή Λακωνία τό 1922, καί πάλι ἐξόριστος, λόγῳ ἐμπλοκῆς του στή διαμάχη Βασιλέως Κωνσταντίνου - Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Κατά τήν δεύτερη αὐτή περίοδο τῆς ἐξορίας του συνδέθηκε ἀκόμη περισσότερο μέ τήν γ. Παϊσία καί τήν Μονή Παντανάσσης.
Ὁ Ματθαῖος, κληρικός διακρινόμενος γιά τούς ἀγῶνες του, τήν πνευματική καί θεολογική του συγκρότηση καί τήν ἐκκλησιαστική του παιδεία (ἦταν ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων καί ἐπί 45ετία σπηλαιώτης ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους), ὑπῆρξε μεγάλος ἐραστής τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχικοῦ ἰδεώδους καί ταυτόχρονα λάτρης τοῦ Βυζαντίου καί τῶν ἰδεῶν του. Στό Μυστρᾶ, γοητευμένος ἀπό τίς φυσικές καλλονές, τήν ἱστορικότητα τοῦ τόπου, τίς καταπληκτικές Βυζαντινές ἐκκλησίες καί - στό πρόσωπο τῆς γ. Παναρέτης καί τῆς ἀδελφότητας τῆς Παντάνασσας -μέ τό πνευματικό του ἄρωμα καί τήν διαχρονική του ἀκτινοβολία, ἀποφάσισε νά ἱδρύσει γυναικεία μονή, μέ κέντρο τόν ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ ἐκτέλεση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προσέκρουσε στήν ἀρχαιολογική σημασία τοῦ χώρου (τό 1922 ὁ Μυστρᾶς εἶχε ἀνακηρυχθεῖ ἀρχαιολογικός χῶρος) καί ἔτσι ἵδρυσε τήν μονή του στήν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς, τό 1927.
Τό πλέον σημαντικό γεγονός τῆς ἡγουμενίας τῆς γ. Παϊσίας ἦταν ἡ μή συμμόρφωση τῆς Μονῆς Παντανάσσης μέ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924. Ἡ πνευματική σχέση καί σύνδεση τῆς ἀδελφότητος μέ τόν Ἱερομ. Ματθαῖο, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐμμονή της στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, δεδομένου ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦταν ἀπό τά ἡγετικά στελέχη τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν (κοινῶς Παλαιοημερολογιτῶν). Δέν εἶναι γνωστό ποιός ἐξυπηρετοῦσε πνευματικά καί λειτουργικά τήν μονή μέχρι τό 1935 (ὁπότε προσχώρησε ὁ Λάκωνας κληρικός Βίκτωρ Μπουλοῦκος), τό πλέον πιθανό ὅμως εἶναι νά τήν ἐξυπηρετοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ματθαῖος (τουλάχιστον σάν Πνευματικός) καί κληρικοί τῶν μονῶν του (λ.χ. ὁ π. Ἰωακείμ Μπουρελάκης, ἀπό τούς πρώτους συνεργάτες του).
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ (κατά κόσμον Βασίλειος) ἦταν Λάκωνας στήν καταγωγή, λόγιος καί ἀξιόλογος κληρικός. Μέχρι τό 1935 μόναζε στήν ἱστορική Μονή Τιμίου Προδρόμου στό Καστρί Κυνουρίας (δέν ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς). Μέ τήν Γερόντισσα Παϊσία, τήν Μοναχή Εὐσεβία καί τήν ἀδελφότητα τῆς Παντάνασσας διατηροῦσε στενή πνευματική σχέση. Μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν ζηλωτριῶν μοναζουσῶν εἶχε γνωρίσει τόν Ἱερομ. Ματθαῖο καί ἔτσι τό 1935 ἦταν ἕτοιμος νά ἀσπασθεῖ τίς ἐκκλησιολογικές του θέσεις.
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ ἀρχικά ἤθελε νά ἐγκαταβιώσει στό Μυστρᾶ, ἀλλά προσέκρουσε στήν Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία. Ἔτσι ἐντάχθηκε στήν νεοσύστατη (1934) ἀνδρική μονή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1941. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ μονή ἀριθμοῦσε 70 πατέρες!
Ἡ Γερόντισσα Παϊσία κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1945, μετά ἀπό ἡγουμενία 50 ἐτῶν! καί ἐνταφιάστηκε στή μονή της.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης ΠΑΪΣΙΑΣ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

H Aγία Υπομονή (13 και 29 Μαίου)



site analysis

Από τις εκδόσεις ‘Ορθόδοξος Κυψέλη’, (Πνευματικά Ορθόδοξα Μηνύματα Σωτηρίου Οικοδομής).
Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες – κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (=βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν (π.χ. ο Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας και κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους = όσιος Συμεών ο Μυροβλύτης). Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βορειο – ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος.
Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά τον θάνατο το Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από τον βυζαντινό πολιτισμό. Ένοιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέπρωτο να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, περά προς την γενέθλιο σερβική πατρίδα.
Κοντά σ’ αυτά και πάνω απ’ αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα την φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της.
Υπολογίζεται νάταν 19 περίπου χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη του 1390), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας.
Η καινούργια ζωή της Ελένης – αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ’ όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας.
Η Ελένη – αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα.
Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάννα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα μέσα στην λακωνικότητά της τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»
Στάθηκε αντάξια του φιλόσοφου και φιλόχριστου συζύγου της Μανουήλ. Στάθηκε άξια δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. όλα γινόντουσαν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης».
Στο ευλογημένο ζευγάρι ο Θεός χάρισε οκτώ παιδιά. Έξι αγόρια από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η’ και ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας. Ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά, και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Και δύο κορίτσια, τα οποία όμως πέθαναν σε μικρή ηλικία. Η πολύτεκνη και φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και τη γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε υπέρ αυτών τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον».Με υπομονή και επιμονή, με προσοχή και προσευχή σμίλεψε τους χαρακτήρες τους, τους έδωσε μαζί με το «ζην»και το «εύ ζην». Έτσι, κατάφερε, μεταξύ άλλων, να θέσει τέρμα στις επί 90 περίπου χρόνια συγκρούσεις μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας για την εξουσία που είχαν εξαντλήσει την αυτοκρατορία. Οι όποιες διαφορές απόψεων η διενέξεις παρουσιάζονταν (μετά το θάνατο του Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ήσυχα με το κύρος της μητρικής της παρέμβασης και της προσευχής της.
Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα Μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν, ξεκουραζόταν η ψυχή της, αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια. Αυτό, το ενέπνευσε σε όλη την οικογένειά της. Ο σύζυγός της αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή (1425) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή. Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και ο Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος, και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο
Ακόμα, εν όσω βρισκόταν στην πατρίδα της, μαζί με τον πατέρα της έκτισαν την Ι.Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στο Πογάνοβο της πόλης Δημήτροβγκραντ της Ν.Α. Σερβίας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την Ι. Μ. του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού, στον οποίο η αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια. Η Μονή είχε ιδρυθεί από τον συνασκητή του οσίου Παταπίου στην Αίγυπτο, όσιο Βάρα, έξω από την πύλη του Ρωμανού πριν από το 450μ.Χ. Με την συμβολή της αγίας ιδρύθηκε στη Μονή γυναικείο γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απηλπισμένων». Η ευλάβειά της προς τον όσιο Πατάπιο φαίνεται από το γεγονός ότι ο αγιογράφος του σπηλαίου του οσίου Παταπίου στα Γεράνεια όρη της Κορινθίας θεώρησε απαραίτητο να ιστορήσει την αγία Υπομονή δίπλα από το σκήνωμα του οσίου.
Άνθρωπος φωτεινός και φωτισμένος η αγία Υπομονή, προικισμένη με πολλά τάλαντα, που τα «εμπορεύθηκε» με σύνεση και σωφροσύνη και τα πολλαπλασίασε, κατάφερε με την αρετή, την άσκηση και την καρτερία της να φθάσει σε δυσανάβατα μέτρα αρετής. Μια σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ’, «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
«Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».
Ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450, έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή. Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κων/ νον Παλαιολόγον επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:
«Ως προς δε την αοίδιμον, εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».
Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής».
(Από το ημερολόγιο του 2006 της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης).
Σύγχρονο θαύμα της Αγίας
Είναι αρκετές οι εμφανίσεις της αγίας Υπομονής τα τελευταία χρόνια σε ευσεβείς και μη χριστιανούς. Επιλεκτικά καταχωρούμε ένα συμβάν που περιγράφει την θαυμαστή εμφάνισί της και θεραπεία κάποιου ασθενή.
«Η αγία Υπομονή εμφανίσθηκε ως μοναχή σε κάτοικο των Αθηνών που εργαζόταν σε ταξί. Το σταμάτησε και ζήτησε να κατευθυνθή προς το Λουτράκι. Ο ταξιτζής είχε καρκίνο του δέρματος στα χέρια του και βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία. Καθ’ οδόν η μοναχή που φορούσε ένα κουκούλι με κόκκινο σταυρό τον ρώτησε.
Γιατί είσαι μελαγχολικός;
Και εκείνος δεν εδίστασε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Μετά τον ρώτησε αν θέλη να τον σταυρώσει για να γίνει καλά και εκείνος δέχθηκε. Σε λίγο όμως τον έπιασε υπνηλία και παρεκάλεσε την μοναχή να σταθούνε λίγο για να μην σκοτωθούνε. Είχαν φθάσει κοντά στα διόδια και εύκολα θα έβρισκαν άλλο ταξί αν εκείνη βιαζόταν. Κάθησε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι τα χέρια του είχαν γίνει καλά, αλλά η μοναχή είχε εξαφανιστή. Ρώτησε τους ανθρώπους των διοδίων μήπως είδανε καμμιά μοναχή εκεί κοντά, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε συγκλονισμένος γύρισε στο ταξί του και κατάλαβε ότι κάποια αγία ήταν κι’ έγινε άφαντη. Κατευθύνθηκε μετά στον γιατρό του και του διηγήθηκε το περιστατικό. Την στιγμή εκείνη έπεσε το μάτι του σε μια εικόνα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του ιατρείου. Πετάχθηκε απ’ το κάθισμά του και φώναξε : ‘Αυτή ήταν’.
Σημειωτέον ότι η εικόνα ήταν της αγίας Υπομονής. Έτσι έμαθε ποια ήταν εκείνη που τον θεράπευσε και τον γλύτωσε και απ’ την απελπισία. Το κουκούλι με τον κόκκινο σταυρό έδειχνε την καταγωγή πριν γίνει αυτοκρατόρισσα του Βυζαντίου και με αυτό το μοναχικό σχήμα τελείωσε και την επίγεια ζωή της. Εκ των υστέρων γίνηκε γνωστό ότι η ημέρα που γίνηκε το θαύμα ήταν 13 Μαρτίου, ημέρα που η αγία γιορτάζει».
(Από το βιβλίο εκδόσεως Ι. Μ. Οσίου Παταπίου Λουτρακίου).
Η μνήμη της Οσίας και Θεοφόρου μητρός ημών Υπομονής, τελείται τη 13η Μαρτίου και 29η Μαΐου.

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Την κλεινήν βασιλίδα εγκωμιάσωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού, εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει βοώντες, θραύσον, λιταίς σου ημών δεσμούς ανόμους, άνασσα.