Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Μοναχή Τιμοθέη, Ηγουμένη Αγ.Γεωργίου Βρανά Μαραθώνος Αττικής.(+25/06/1997)



site analysis





Προκειται για αγια, με πλήθος θαυμαστών σημείων όταν ζούσε αλλά και μετα θάνατον

Γεννήθηκε τό 1918 στη Ρόδο από τούς ευσεβείς και πολύτεκνους γονείς Παναγιώτη και Αικατερίνη Χριστοδούλου πού έφτασαν στο νησί πρόσφυγες τη δεκαετία του 1910 από τη Μικρά Ασία. Όταν ή κατά κόσμο Άννα ήλθε εις ηλικία 3 μηνών, ή οικογένεια της μετακόμισε στην Αθήνα. Εκεί έχασε αρκετά από τα αδέλφια της από επιδημική αρρώστια της εποχής. Εις ηλικία 10 ετών έχασε και τούς δύο γονείς της.Μόνο της στήριγμα έμεινε ή αδελφή της Κυριακή καθώς και ή Ορθόδοξος Χριστιανική Ένωσις Κορασίδων του πατρός Αγγέλου Νησιώτη στην αγκαλιά της οποίας βρήκε τη θαλπωρή πού τής έλειπε όπως και το στήριγμα για να συνέχιση την πορεία του πονεμένου Βίου της.

Στα κατηχητικά του πατρός Αγγέλου γνωρίζεται με την μεγαλύτερή της κατά αρκετά χρόνια Φωτεινή Χατζηδάκη με την οποία συμφωνούν στα πνευματικά και επιθυμούν από κοινού να μονάσουν. Ή ίδια έλεγε χαριτωμένα ότι «έγινα υποτακτική από 10 ετών. Ή αδελφή Φωτεινή και κατόπιν Γερόντισσα Μελετία ήταν για μένα τα πάντα. Μάνα και Γερόντισσά μου». Έτσι με τη σύσταση τού πατρός Αγγέλου όταν ή 'Άννα διήγε το 16ο έτος τού βίου της εγκαταλείπουν το κλεινόν άστυ και βάζουν μετάνοια στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως τής Θεοτόκου Μάντζαρη Ευβοίας όπου μετά τη νόμιμο δοκιμασία κείρονται ρασοφόρες μοναχές. Ή μεν Φωτεινή μετονομάζεται εις Μελετία μοναχή ή δε Άννα εις Τιμοθέη μοναχή.


Τα χρόνια των 2 αδελφών στο μοναστήρι κυλούν με προσευχή, με άσκηση, με σεμνότητα αλλά και αρκετή χειρωνακτική εργασία. Ή δεκαετία του 1940 με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, ή παντοειδής στέρηση, ό κατατρεγμός, ή φτώχεια πλήττουν και το μοναστήρι.

Ή αδελφή Μελετία δοκιμάζεται σκληρά από την υγεία της. Καθημερινά κάνει αιμοπτύσεις από το στομάχι και δυστυχώς το διαιτολόγιο της Μονής είναι ακατάλληλο: τα όσπρια και οι τραχανάδες επιδεινώνουν το πρόβλημά της. Έτσι οι δύο αδελφές με σύσταση πνευματικού αποχωρούν από τού Μάντζαρη και έρχονται στην Αθήνα με το ξηρό και υγιεινό κλίμα για μια νέα δημιουργία.

Στα 1960 λοιπόν ζητούν συμβουλή από τον τότε Ηγούμενο της Μονής Πετράκη ό όποιος τούς συστήνει να κατοικήσουν στο ερειπωμένο Μοναστήρι τού Αγίου Γεωργίου Βρανά πλησίον τού Μαραθώνος 'Αττικής και το όποιο αποτελεί μετόχιο παλαιό της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου Πεντέλης. Ή εν λόγω Μονή τούς χορηγεί την άδεια και εγκαθίστανται σε ένα χώρο ό οποίος εκτός από την μισοχαλασμένη Εκκλησιά τού Αη-Γιώργη δεν διαθέτει ούτε μία σκεπή! Ασκεπείς λοιπόν παραμένουν και αυτό γιατί το όλο περιβάλλον τού μοναστηριού αυτού τού 12ου αιώνος με τα άσκεπή κελιά, την απέριττη μεταβυζαντινή Εκκλησιά και την μισογκρεμισμένη μάνδρα ξυπνάει μέσα τους μνήμες ιερές από τον καιρό πού πατέρες Όσιοι κατοίκησαν εκεί και με τον κόπο τους έστησαν το μοναστήρι και με τα δάκρυα τους τα ασκητικά αγωνίστηκαν να ημερέψουν τον τόπο. Ήδη μια υπερκόσμια ευωδία υποδέχεται τις δύο ταπεινές αυτές υπάρξεις. Και όταν κάθονται να ξαποστάσουν από την ταλαιπωρία τής πρώτης τους εγκατάστασης στις 20 Ιουλίου 1960 έκπληκτες βλέπουν στην ερημιά ένα κάτασπρο άλογο να καλπάζει και τρεις φορές να περνά γύρω από την πρόχειρη σκηνή τους. Ξάφνου ακούγεται αντρική φωνή να λέει: «Σουτ, εδώ θα μείνετε!». Δάκρυα χαράς πλημμυρίζουν τις αδελφές και γαλήνη διακατέχει το είναι τους καθώς συνειδητοποιούν ότι ό Άγιος Γεώργιος τούς υποδέχτηκε στο μοναστήρι του, εκφράζοντας την θέλησή του με το παραπάνω συμβάν...
Νέος αγώνας αρχίζει για τις αδελφές με νέο κύκλο δοκιμασιών και στερήσεων. Φώς δεν υπάρχει όπως και, νερό και τηλέφωνο. Κοιμούνται σε δύο στενά ράντζα. Προσκύνημα δεν υπάρχει. Ξεκινούν τα εργόχειρα τα οποία τούς αποφέρουν το πενιχρό έσοδο των 300 δραχμών. Όταν ξοδεύουν για τις ανάγκες τους τα χρήματα ταυτοχρόνως τελειώνουν και οι γαλέτες με ιός όποιες περνούσαν. Στις 15 Αύγουστου μετά την ακολουθία τους τις επισκέπτεται τυχαία κάποιος αμπελουργός από τον Μαραθώνα και βλέποντας τες στενοχωρημένες τους προσφέρει να φάνε σταφύλι νουθετώντας τες: «Μην στενοχωριέστε αδελφές μου! Όπως ή Παναγία μας θαυματουργικά παρουσίασε το άγιασμα με το νερό στον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη έτσι και για σας θα φροντίσει για τη συντήρηση σας».

Τα λόγια του φωτισμένου εκείνου άνθρωπου στήριξαν τις ψυχές των αδελφών πού καθώς έφευγε, άρχισαν να τσιμπολογούν αχόρταγα το σταφύλι. Κάποιοι περαστικοί πού έρχονταν από Γλυφάδα, τις είδαν να τρώνε λαίμαργα το σταφύλι και τις ρώτησαν αντρική είναι παραθεριστές. Καθώς τις είδαν στενοχωρημένες, τούς υποσχέθηκαν να τούς μεταφέρουν νερό 2 φορές την εβδομάδα για να χτίσουν. Ή Παναγία τη μεσιτεία του Αγίου Γεωργίου έκανε το θαύμα της, διότι έτσι κτίστηκαν τα 2 πρώτα κελιά τα όποια τα θεώρησαν παλάτι.

Οι μέρες τους κυλούσαν γεμάτες πολλή προσευχή, ακολουθία και κομποσκοίνι. Όλη μέρα κουβαλούσαν πέτρες για χτίσιμο και καθάριζαν τα χαλάσματα. Κάποια φορά έβαλαν φωτιά για να καούν κάποια ξερόχορτα. Λόγω τού ανέμου όμως δυνάμωσε και έγινε πυρκαγιά πού άρχιζε να απειλή ότι είχαν κτίσει. Στην απεγνωσμένη φωνή τους «Άγιε Γιώργη σώσε μας» απάντησε ή αλλαγή τού ανέμου πού ώ τού θαύματος! άφησε τη φωτιά να κάψει τόσο χώρο μόνο, όσο έπρεπε να κτίσουν την επαύριον.

Ή μεγάλη πνευματική χαρά στη ζωή τους, τούς δόθηκε από τον τότε πνευματικό τους αρχιμανδρίτη Φιλόθεο Ζερβάκο, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας Πάρου ό όποιος τις έκειρε μεγαλόσχημες την Κυριακή τού Ασώτου τού 1969. Ό επί γης χωρισμός των δύο συνασκητριών ήλθε με το θάνατο της αυστηρής και δυναμικής Γεροντίσσης Μελετίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1973. Μέτ' ολίγας ημέρας ανέλαβε τα καθήκοντα τής Ηγουμένης ή αδελφή Τιμοθέη με εντολή τής κυριάρχου Μονής Πεντέλης.

Εκτοτε κατοίκησαν και άλλες αδελφές στο ταπεινό μοναστηράκι τού Αγίου Γεωργίου και πολλά έργα έγιναν αναδεικνύοντας τον ιερό πρώην κατεστραμμένο χώρο σε κοινοβιακή Μονή.

Στα χρόνια πού ακολούθησαν μαζί με την Μονή αναδείχτηκε και ή ταπεινή και αφανής προσωπικότης τής Ηγουμένης Τιμοθέης.

Με την προσευχή της έγιναν πολλά θαύματα. Πρώτα από' όλα ή Ύπεραγία Θεότητος έδειξε την αντίληψη Της επί τής Μονής ταύτης διά τής μυροβλυσίας τής άχραντου εικόνος Της «ή Ρίζα τού Ίεσσαί» στο τέμπλο τού παλαιού Καθολικού.
Ή αείμνηστος Ηγουμένη είχε την ευχή και το χάρισμα των δακρύων. Ή διάνοια της ήταν κεκοσμημένη με φόβον Θεού και μνήμην θανάτου.

Είχε πολύ λεπτή συνείδηση. Τηρούσε το άκατάκριτον και ήταν αόργητος. Στολίζετο με την χάρη τής καλωσύνης, τής πραότητος και τής αγάπης. Ήταν πρότυπο ανεξικακίας και μακροθυμίας.

Σε ερώτηση πού έκανε ό γράφων στην διάδοχο της Ηγουμένη, Θεοτίμη μοναχή, σχετικά με τα χαρίσματα της μακαριστής, εκείνη απάντησε:

«Πρώτ' από' όλα το γεγονός ότι έκανε δηλ. μπορούσε να μείνει με όλους, ακόμη και τούς πιο δύσκολους χαρακτήρες, τούς χειρότερους. Ύστερα ή ξενητεία της προς τον κόσμο και τα εν αύτώ διότι ούδέποτε έξήρχετο τής Μονής ούτε συναναστροφές, συνομιλίες και συνδιαλλαγές είχε.

Επίσης είχε και την άφιλο- συγγένειαν. Μίαν κατά σάρκα αδελφή είχε, την Κυριακή, την οποίαν αποχαιρέτησε άπαξ όταν έφυγε για το πρώτο μοναστήρι και αντρική και κατοικούσε στην Αθήνα ουδέποτε έσπευσε να την επισκεφθεί.

Τέλος ή προσευχή της πού έκανε θαύματα σε πολλούς ασθενείς και άτεκνες γυναίκες όπως και ένα ακόμη περιστατικό πού με τον αγιασμό έσωσε την ημιθανή αγελάδα μιας πτωχής αγρότισσας.
Επίσης μας έλεγε: «Ότι πέτυχα, οφείλεται στην ευχή της Γερόντισσας μου στην οποία έκανα άκρα υπακοή» και έφερνε ως παράδειγμα την περίπτωση πού με την επίκληση τής ευχής τής Γερ. Μελετίας ξέφυγε τον κίνδυνο από την επίθεση ενός φιδιού.

Όταν τής έδιδαν ονόματα για προσευχή διά ζώσης ή από το τηλέφωνο, τα περνούσε πρώτα 3 φορές από το κομποσκοίνι της και πάντοτε γονυπετής και ένδακρυς και κατόπιν τα έδιδε του Ιερέως για 3 λειτουργίες να μνημονευθούν. Πάντοτε -χάριτι θεού- ή προσευχή της καρποφορούσε και δεχόταν ευχαριστήρια τηλεφωνήματα. Είχε καλό θυμητικό όσον αφορά στα πρόσωπα και τα προβλήματα τους για τα όποια προσευχόταν. Αν δεν την ενημέρωναν φρόντιζε εγκαίρως να πληροφορείται από τις αδελφές.

Διέθετε λεπτότητα, δεν οργιζόταν, ούτε εκφραζόταν αρνητικά για τις πτώσεις των αδελφών. Συνήθως έλεγε: «Ας κάνουμε προσευχή, θα το ζητήσω και εγώ να σε συγχώρηση ό Χριστός μας». Μιλούσε ευγενικά και πάντοτε στον πληθυντικό αριθμό ακόμη και στις αδελφές. Όταν τής συνέβαινε κάτι θαυμαστό, από την υπερβολική της συγκίνηση δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη και έδιδε τότε το λόγο σε άλλη αδελφή να το διηγηθεί δημοσία προς όφελος των συνανθρώπων της.

Το μεσημέρι πρότυπο τής κοιμήσεώς της κατέβηκε στο τραπέζι όπου έφαγε πολύ ολίγο και αποχαιρέτησε γελαστή την αδελφή Σωφρονία για να την τονώσει εν όψει τού επικειμένου αποχωρισμού τους.

Στις 17.30 μ.μ. έδωσε εντολή στην αδελφή Θεοτίμη πού μόλις είχε σηκωθεί από την μεσημβρινή ανάπαυση, να ξεκούραστη λέγοντάς της: «Ξεκουράσου τώρα γιατί σε λίγο θα έλθουν πολλοί». Ή αδελφή υπακούοντας πήγε στο κελί της και μη μπορώντας να κοιμηθεί, άρχισε να διαβάζει τούς χαιρετισμούς τής Παναγίας. Προτού τούς τελειώσει και ενώ ή ώρα ήταν 18.00 μ.μ. ή αδελφή ανησύχησε και μπήκε στο κελί τής Γερόντισσας όπου βρέθηκε ενώπιων ενός θαυμαστού θεάματος:

Ή Γερόντισσα τακτοποιημένη στο κρεβάτι, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με σφαλιστά τα μάτια και το στόμα της, είχε ήδη παραδώσει την ψυχή της στον Κύριον τής δόξης! Το βράδυ πολλοί ζήτησαν να προσκυνήσουν στο κελί της το όποιο σφραγίστηκε για να μη πάρουν ως ευλογία τίποτε. Τελικώς συνωστίζονταν στο ανοιχτό παράθυρο όπου δεν χόρταιναν να οσφραίνονται την ευωδία πού έξήρχετο από τον τόπο αναπαύσεως τής Γερόντισσας.
 

Ή Γερόντισσα Τιμοθέη στολισμένη με τα χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος άπήλθεν εις άπάντησιν τού Νυμφίου τής ψυχής της Χριστού στις 25 Ιουνίου 1997 και ημέρα Τετάρτη. Το όσιακό της λείψανο ευωδίασε και μαζί με αυτό όλο το μοναστήρι καθώς την έντυναν για να την βάλουν στην εκκλησία. Ζεστό και ευλύγιστο παρέμεινε μέχρι τον τάφο καθώς πιστοποιούν και οι σχετικές φωτογραφίες όπου φαίνεται κάποια γυναίκα να ανυψώνει σταυρωτά το χέρι της για να το άσπαστή. Κάποια άλλη γυναίκα πού δεν την πρόλαβε ζωντανή να την χαιρετήσει, από ευλάβεια ανασήκωσε το λείψανο για να το άσπαστή και το άφησε καθιστό στο φέρετρο αγκαλιάζοντας το πολλές φορές. Πέρασε μάλιστα το χέρι τής Γερόντισσας γύρω από τον αυχένα της. Τόσο μεγάλη ήταν ή ευκαμψία τού λειψάνου και τόσο μεγάλη και ή ευλάβεια τής γυναίκας! Για τη Γερόντισσα έδωσε μαρτυρία και ό πνευματικός της, Ηγούμενος τής Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σακκάς ό οποίος τόνισε την απλότητα τού χαρακτήρος της όπως και την καθαρότητα τής εξομολογήσεως της. Μαρτυρία έδωσε και ή κυρία Σωτηρία Νούση.

Και ό γράφων πήρε την ευχή της πολλάκις ως λαϊκός. Και σήμερα μοναχός αναλογίζεται: Τί σπάνιο πράγμα ό μοναχός να μπορεί να συμβιεί με άπαντες όπως ή Γερόντισσα Τιμοθέη διότι συνήθως όλοι στο μοναστήρι διαλέγουμε με ποιόν θα συνδιακονήσουμε και με ποιόν θα συνπνευματιστούμε!!!

ΒΙΒΛ. ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ ΣΥΝΑΞΙΣ. ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ. ΘΑΥΜΑΣΤΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ .ΑΘΗΝΑ 2005.
http://apantaortodoxias.blogspot.com

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Αγία Ωραιοζήλη



site analysis



OLYMPUS DIGITAL CAMERA Αγία Ωραιοζήλη - www.nioras.com
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Αγία Ωραιοζήλη – www.nioras.com
Εορτάζει στις 26 Ιουλίου εκάστου έτους.
Eις πυρ βληθείσα Ωραιοζήλη Λόγε,
Άπασι βρύει τους κρουνούς των θαυμάτων.
Βιογραφία
Η Αγία Ωραιοζήλη έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. Είχε πατρίδα το Βυζάντιο και οι γονείς της ήταν Έλληνες ειδωλολάτρες. Στην αρχή ήταν και αυτή ειδωλολάτρισσα, κατόπιν όμως έγινε χριστιανή από το κήρυγμα του Αποστόλου Ανδρέα. Επειδή η Ωραιοζήλη ήταν μορφωμένη γυναίκα, μπόρεσε και έμαθε σωστά όλες τις αλήθειες του Ευαγγελίου, έτσι ώστε να τις διδάσκει και σ’ άλλες γυναίκες και κατόρθωσε να ελκύσει πολλές απ’ αυτές στον Χριστό.
Όταν επί αυτοκράτορα Δομιτιανού κινήθηκε διωγμός κατά των Χριστιανών, η Αγία Ωραιοζήλη συνελήφθη και επειδή έμεινε πιστή στην αγάπη του Χριστού, αποκεφαλίστηκε και κατατάχθηκε στο σεμνό χορό των Μαρτύρων. Το δε νεκρό της σώμα το έριξαν στη φωτιά.
Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
 Αγία Ωραιοζήλη -

Αγία Ωραιοζήλη –

Πηγή:  .saint.gr

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

O βίος της Αγίας Παρασκευής της Ρωμαίας(26 Ιουλίου)



site analysis















ΠΗΓΗ.ΠΗΓΗ.ΑΡΧΙΜ.ΣΙΛΑ ΚΟΥΚΙΑΡΗ.Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΤΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞ ΙΚΟΝΙΟΥ  ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΤΗΝΙΑ



site analysis

Βιογραφία
Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τον Τριπόταμο της Τήνου και άνηκε στην οικογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε το 1752 μ.Χ. στο χωριό Κάμπο της Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λούκια. Από διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Η οικογένειά της διακρινόταν για την αγνή πίστη και την προσήλωση στα θρησκευτικά ιδεώδη.
Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ο πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών και έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα του Θεού. Οι δυσκολίες της ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Εκεί η Λούκια έμεινε τρία χρόνια και συχνά επισκεπτόταν την άλλη θεία της, που ήταν μοναχή στη Μονή Κεχροβουνίου. Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν’ ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και σε ηλικία 15 χρονών μπήκε στο Μονστήρι σαν δόκιμη, υπό την επίβλεψη της θείας της μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε η ώρα έγινε και η ίδια μοναχή με το όνομα Πελαγία.
Ως μοναχή αφοσιώθηκε με ψυχή και σώμα στην λατρεία του Θεού και στην ανακούφιση των πασχόντων. Η αγνότητα της ψυχής της, η οσιότητα της ζωής της, η αυταπάρνηση της, η μυστική ζωή της κι ο πόθος της για λύτρωση συντέλεσαν ώστε η μοναχή Πελαγία να γίνει το «σκεύος εκλογής» για ν’ αποκαλυφθεί σ’ αυτήν η Παναγία για την εύρεση της Αγίας εικόνας της στον αγρό του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ.), γεγονός που έμελλε να κάμει την Τήνο ιερό νησί και να κατατάξει την Πελαγία μεταξύ των Αγίων. Το γεγονός δε αυτό συνέβη όταν η Όσια ήταν 73 χρόνων και αρχιερέας Τήνου ήταν ο Γαβριήλ.
Η Οσία Πελαγία έκανε, με τις πρεσβείες της Παναγίας και τη χάρη του Θεού, αρκετά θαύματα πριν και μετά τον θάνατο της, ο όποιος ήλθε στις 28 Απριλίου 1834 μ.Χ. και τάφηκε στο ναό των Ταξιαρχών του μοναστηριού.
Το 1973 μ.Χ. όμως, κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός στο όνομα της, όπου φυλάσσεται και προσκυνείται η αγία κάρα της σήμερα. Ανακηρύχτηκε αγία με Συνοδική Πατριαρχική Πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970 μ.Χ. και η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, την ήμερα δηλαδή του οράματος της.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ
Η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, έγινε ύστερα από όραμα της Αγίας Πελαγίας.
Την Κυριακή 9 Ιουλίου 1822μ.Χ. βλέπει στον ύπνο της μία μεγαλοπρεπή κυρία με φωτοστέφανο, η οποία της εξηγεί πόσο υπέφερε θαμμένη τόσα χρόνια κάτω από το χώμα. Της ζήτησε όταν ξημερώσει να επισκεφθεί τον επίτροπο εσωτερικών υποθέσεων της Μονής και να του ανακοινώσει την επιθυμία της να αποκαλυφθεί το ερειπωμένο θαμμένο μέγαρό της στον αγρό του Αντ. Δωξαρά.
Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι η κυρία ήταν η Θεοτόκος και ότι το μέγαρο ήταν προφανώς ο Ναός Της. Της γεννήθηκαν όμως αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει σε εκείνη την άσημη ταπεινή και το πώς θα έπρεπε να υποφέρει τους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του δύσπιστου κόσμου. Έτσι αποφάσισε να μην αναφέρει τίποτα.
Την επόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου 1822 μ.Χ., εμφανίζεται και πάλι στον ύπνο της η ίδια Κυρία δίνοντας και πάλι την ίδια παραγγελία. Η Πελαγία δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η εκλεκτή από την Θεοτόκο, αλλά και πάλι την απέτρεψαν οι αμφιβολίες.
Όταν και την τρίτη Κυριακή 23 Ιουλίου 1822 μ.Χ. εμφανίζεται στον ύπνο της με στεναχωρημένο, αλλά αυστηρό ύφος ζητώντας εξηγήσεις για την αγνόηση της παραγγελίας της, η Πελαγία αποφασίζει πλέον να προχωρήσει χωρίς να ολιγωρήσει.
Την ίδια μέρα η Πελαγία κατέφυγε στην Ηγουμένη η οποία γνωρίζοντας τον ενάρετο βίο της την πίστεψε και επισκέφθηκε τον επίτροπο. Ο επίτροπος με την σειρά του ειδοποίησε με την συνοδεία της Πελαγίας τον Μητροπολίτη της Τήνου ο οποίος προσκαλεί τον λαό της Τήνου στον Μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών, παρακαλώντας τον να συνδράμουν για τον σκοπό αυτό σε χρήμα ή και σε εργασία.
Ο λαός πρόθυμα άρχισε τις ανασκαφές στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822 μ.Χ. από τις οποίες αποκαλύφθηκαν ο αρχαίος ναός του Διονύσου και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ωστόσο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος εικόνας πράγμα που επισκίασε το θετικό κλίμα και οδήγησε τον κόσμο σιγά, σιγά στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος. Η Πανώλη θέριζε εκείνη την εποχή, πράγμα που ο επίτροπος το θεώρησε θεία τιμωρία.
Σε συνεργασία πάλι με τον Μητροπολίτη Τήνου συγκαλούν και πάλι τον λαό της Τήνου με την ίδια έκκληση ορίζοντας επιπλέον και μια επιτροπή ελέγχου του έργου. Όσο οι εργασίες δεν έφερναν αποτέλεσμα, ο λαός χλεύαζε και κατηγορούσε την Πελαγία ως ονειροπόλα.
Με δάκρια στα μάτια η Πελαγία ζητά την βοήθεια της Παναγίας, η οποία της αποκαλύπτει πλέον το ακριβές σημείο στο οποίο ήταν θαμμένη η εικόνα Της.
Στις 30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ., μετά από την υπόδειξη της εν λόγω θέσης, η αξίνα του Δημ. Βλάσση προσκρούει στο θαυματουργό εικόνισμα!
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκράτειᾳ πολλὴ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμή, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσαν σοὶ Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σέ.

Μοναχή Πανσέμνη-νυν ηγουμένη Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου,



site analysis

Μοναχή Πανσέμνη-νυν ηγουμένη Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου, (Νοσοκομείου-Παλαιά Πόλη Ιεροσολύμων).

Μια διακριτική αθόρυβη παρουσία στα Ιεροσόλυμα που ελάχιστοιγνωρίζουν ,είναι η γερόντισσα Πανσέμνη από την Κρήτη. 
Εχει πάνω από 20-25 χρόνια στους Αγίους Τόπους αλλά περνάει απαρατήρητη.Ησυχη,φιλακόλουθη,σιωπηλή, διαβιεί στην Αγία Γη σαν να είναι αόρατη.Δεν θα την δείς ποτέ να φαίνεται,όπως και αρκετές άλλες παρόμοιες παρουσίες σιωπηλές,αγγελικές και ανάλαφρες σαν νεφέλη ευλογίας! Θυμάμαι ο μακαριστός γέροντας Σεραφείμ του Αγίου Σάββα έλεγε: "Η μοναχή Καλλιόπη,δόκιμη τότε,είναι ένα αγγελάκι! 

Εχει σπουδάσει ιατρική και ποτέ δεν κατάλαβε κανείς τις γνώσεις της και τα πτυχία της.Είναι καλή γιάτρενα (ιατρός) και καλή μοναχή.Ο Θεός να την ευλογεί." Πόσοι ζουν γύρω μας άξιοι και όμως δεν το ξέρουμε; 

Θυμάμαι ότι όταν ήμουν Ελλάδα νέος σε ηλικία, και ζούσε ο γέρονταςΑγιος Πορφύριος,ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, η γερόντισσα Γαβριηλία και πλήθος άλλων,ούτε που τους είχα ακούσει καν ,και ήμουν στην εκκλησία πάντοτε. Οταν φεύγουν,συνήθως μαθαίνουμε για την αρετή τους. 

Και το άλλο επίσης:Στην άλλη ζωή θα έχουμε εκπλήξεις,δηλαδή θα δούμε αγίους και σεσωσμένους,που ούτε καν το περιμέναμε  ότι θα είναι εκεί! Οπως και ότι θα απουσιάζουν άτομα που εμείς ταπεριμέναμε για ...φαβορί στον Παράδεισο.! 

Εδώ και τώρα κρίνονται τα πάντα και όλη μας η πορεία! Είτε αγιαστική,είτε χρόνια χαμένα και ανεκμετάλλευτα προς σωτηρία. Ο Θεός βοηθός μας.

 ΠΑΤΗΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ . ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΟΙΜΕΝΩΝ .

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ (24 ΙΟΥΛΙΟΥ)



site analysis



«Η αγία Χριστίνα καταγόταν από την πόλη της Τύρου κι ήταν κόρη ενός στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο υψηλό, της έδωσε εντολή να ζει εκεί και να προσφέρει θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς που εκείνος λάτρευε, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα έκανε κομμάτια και ό,τι πολύτιμο υπήρχε ως υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο ο πατέρας της άρχισε να την υποβάλλει σε πολλές τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή, χωρίς να της δίνει τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους, οι οποίοι την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων, ο οποίος αρχίζει να εξετάζει τη μάρτυρα, ο αλιτήριος. Αυτή δε, επειδή κήρυξε τον Χριστό, τιμωρείται σκληρότατα. Μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενη, τέλεσε διάφορα θαύματα, γεγονός που οδήγησε στην πίστη τρεις χιλιάδες από τους στρατιώτες. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός, ο οποίος ρίχνει την αγία σε κάμινο του πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Στη συνέχεια της κόψανε τη γλώσσα, και τελευταίο από όλα, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό».



Τρία σημεία από το συναξάρι της αγίας είναι εξόχως σημαντικά, προκειμένου να τα σχολιάσουμε:

(1) Λέγεται – και όχι άδικα – ότι ανώτερη αγάπη στον κόσμο τούτο από τη γονεϊκή δεν υπάρχει. Οι γονείς είναι εκείνοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που είναι έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους. Διότι νιώθουν ότι τα παιδιά τους αποτελούν κομμάτι του εαυτού τους: η ζωή των παιδιών τους ήδη εκ κοιλίας μητρός ζυμώθηκε μ’ εκείνους. Κι όμως: στην περίπτωση της αγίας Χριστίνας – δυστυχώς όχι μόνον αυτής – τούτο καταλύεται. Ο ίδιος ο πατέρας της γίνεται ο δήμιός της, εκείνος που θέλει να την καταστρέψει. Αιτία: ο φανατισμός του, που τον κάνει να είναι δέσμιος των ειδώλων, δηλαδή των διαφόρων δαιμονίων, και που γι’ αυτό απαιτεί και η κόρη του να τον ακολουθεί στις δικές του δοξασίες. Εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αγαπά με απόλυτο τρόπο τον Θεό, για να μπορεί όμως αυτός στη συνέχεια να αγαπά με απόλυτο πάλι τρόπο και τον συνάνθρωπό του, που σημαίνει και να σέβεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ελευθερία του.

(2) Η αγία άρχισε να διώκεται για την πίστη της στον Χριστό, ενόσω ακόμη δεν είχε γίνει πλήρως χριστιανή, δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε πλούσια σε αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα προσφέρει ακριβώς αυτό: συνδέει τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, εκεί που πριν δρούσε το πονηρό. Σ’ έναν τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν την αγία Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί με αυτόν, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Και τι γίνεται; Μέσα στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα της Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμά της, προκειμένου να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού μας σε ό,τι ο Ίδιος έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παραδοξότατο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από την παρατηρούμενη ενέργεια του Θεού, που κάνει ένα θαύμα – προφανώς για να ενισχύσει τους καλοπροαίρετους θεατές του μαρτυρίου της, ώστε να μεταστραφούν ή ν’ αυξηθούν στην πίστη – μπορούμε να επιχειρήσουμε και μίαν ακόμη εξήγηση: αφενός το γάλα αυτό, από μία παρθένο, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που την κάνει και αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τους λόγους του Κυρίου, που είπε ότι αυτοί που τηρούν το άγιο θέλημά του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν».

Το άφθαρτο λείψανο της Αγίας Χριστίνας

Η Αγία μεγαλομάρτυς Χριστίνα, καταγόταν από την Τύρο της Συρίας και ήταν κόρη του στρατηγού Ουρβανού (περί το 200).
Ο πατέρας της, της έχτισε έναν πύργο και την έβαλε μέσα σ' αυτόν. Μάλιστα κατασκεύασε αγάλματα των ειδώλων και την διέταξε να θυσιάσει σ' αυτά. Εκείνη όμως τα έκανε όλα κομμάτια. Για αυτές της τις πράξεις, η αγία υποβλήθηκε σε βασανιστήρια από τον ίδιο της τον πατέρα και μετά φυλακίστηκε.

Στην φυλακή την άφησαν νηστική για να πεθάνει από την πείνα. Όμως, άγγελος Κυρίου της πήγαινε τροφή και της θεραπεύτηκαν όλες οι πληγές της.

Μετά την έριξαν στην θάλασσα, όπου έλαβε το Άγιο Βάπτισμα από τον ίδιο τον Χριστό και άγγελος Κυρίου την έβγαλε στην στεριά.

Μόλις έγινε γνωστό ότι είχε διασωθεί, ο πατέρας της πρόσταξε και την έκλεισαν πάλι στην φυλακή. Την νύχτα που ακολούθησε ο πατέρας της πέθανε και την θέση του στο αξίωμα του στρατηγού την πήρε κάποιος ονόματι Δίων. Αυτός οδήγησε την μάρτυρα στο δικαστήριο. Και εκεί η αγία ομολόγησε την πίστη της. Αμέσως οργίστηκε και διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια.

Κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων πολλοί πίστευσαν στον Χριστό. Μετά το Δίωνα ανέλαβε κάποιος Ιουλιανός. Αυτός έριξε την Χριστίνα μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο, σε ένα κλουβί με φίδια δηλητηριώδη, τα οποία αντί να την δαγκώσουν της έγλυφαν τα πόδια με ευσπλαχνία, μετά της έκοψαν τους μαστούς από όπου χύθηκε γάλα αντί για αίμα και της έκοψαν και την γλώσσα. Όλα αυτά τα μαρτύρια τα υπέμεινε με καρτερία και στο τέλος με κοντάρια που την χτύπησαν παρέδωσε το πνεύμα, λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου, και περνώντας στην αιώνια ζωή.
Το αδιάφθορο Λείψανο της Μεγαλομάρτυρος Χριστίνας, άγνωστο πότε, μεταφέρθηκε από την Συρία όπου μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε σε Ναό προς τιμήν της στην περιοχή του Ιερού Παλατίου, απ’ όπου αφαιρέθηκε κατά την Φραγκοκρατία και μεταφέρθηκε στη Βενετία. 
Το 1252 το Λείψανο κατατέθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου στο Τορσέλλο και το 1340  μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ματθαίου στο Μουράνο. Το 1435 . ο Πάπας Ευγένιος Δ’ διέταξε την μεταφορά του στο Ναό του Αγίου Αντωνίου, επίσης στο Τορσέλλο. Το 1793 . μεταφέρθηκε στη Μονή της Μάρτυρος Ιουστίνης Βενετίας και το 1810  στο Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, όπου και σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο σε κρυστάλλινη λάρνακα.

Η ΑΓΙΑ ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (22 ΙΟΥΛΙΟΥ)



site analysis





«Η αγία καταγόταν από τα Μάγδαλα στα όρια της Συρίας. Προσήλθε στον Χριστό και θεραπεύτηκε με τη χάρη Του από επτά δαιμόνια που την ενοχλούσαν. Τον ακολούθησε έκτοτε μέχρι το Πάθος Του κι έγινε Μυροφόρος, ενώ αξιώθηκε να δει πρώτη την Ανάσταση του Κυρίου, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, καθώς άκουσε γι’ αυτήν από άγγελο Κυρίου, και πάλι το πρωί από δύο αγγέλους «εν λευκοίς καθεζομένους». Και πάλι είδε τον Κύριο, νομίζοντάς Τον για κηπουρό, και άκουσε από Αυτόν «μη μου άπτου», μη μ’ αγγίζεις. Μετά λοιπόν τη θεία και αγία Ανάληψη, πήγε στην Έφεσο προς τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και απόστολο, όπου εκεί οσίως κοιμήθηκε και ετάφη δίπλα στην είσοδο του σπηλαίου, στο οποίο οι άγιοι μακάριοι επτά παίδες είχαν κοιμηθεί. Ύστερα, επί Λέοντος του μακαριστού Βασιλιά, το λείψανό της ανακομίστηκε στη μονή του Αγίου Λαζάρου που ιδρύθηκε από τον Λέοντα, στην οποία ετησίως τελείται και η σύναξή της».



Προκαλεί συγκίνηση σε κάθε χριστιανό πιστό η μνήμη της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η οποία αναδείχτηκε μυροφόρος και ισαπόστολος. Και τούτο γιατί εκτός του ότι έζησε την παρουσία του Κυρίου εν πνεύματι, όπως άλλωστε και όλοι οι άγιοι – παρουσία βεβαίως που είναι η ανώτερη δυνατή, αφού ζει κανείς τον Χριστό με τον τρόπο αυτό ως μέλος Του, δηλαδή στα όρια της ύπαρξής του – αυτή αξιώθηκε να Τον ζήσει και κατά την ιστορική Του παρουσία επί της γης, να Τον δει, να Τον ακούσει, να Τον παρατηρήσει, να Τον ψηλαφήσει και με τις σωματικές της αισθήσεις. Ό,τι συνέβη με άλλα λόγια με τους αποστόλους, οι οποίοι μάλιστα βαπτίστηκαν κατά την Πεντηκοστή με το άγιον Πνεύμα, το ίδιο συνέβη και με την αγία Μαγδαληνή, η οποία είχε πέραν αυτών και την εξαιρετική ευλογία να είναι φίλη και «αδελφή» με την ίδια την Παναγία μας. Αν η γνωριμία μας με έναν άγιο μάς κάνει να νιώθουμε ιδιαιτέρως ευλογημένοι και τιμημένοι, πόσο περισσότερο τούτο πρέπει να συμβαίνει και με την αγία Μαγδαληνή;

Γι’ αυτό και ο Κύριος, βλέποντας την ολοκάρδια ανταπόκρισή της στην προσφορά καταρχάς της χάρης Του, με την οποία την θεράπευσε από επτά ενοχλητικά δαιμόνια – ανταπόκριση που εκφράστηκε με την πιστή έκτοτε ακολουθία Του, ακόμη και μετά τον θάνατό Του – την τίμησε με το να γίνει η πρώτη, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, που δέχτηκε το μήνυμα της Ανάστασης, κι η πρώτη, στη συνέχεια, η οποία ευαγγελίστηκε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός στους φοβισμένους και δυσπίστους μαθητές Του. Οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν πολλαπλώς αυτήν την τιμή της από τον Χριστό, όπως για παράδειγμα το δοξαστικό του εσπερινού της εορτής της, που λέει: «Πρώτη κατιδούσα την θείαν ανάστασιν, Μαρία η Μαγδαληνή,…πρώτη και ευαγγελίστρια εδείχθης…». Κι αλλού, στον όρθρο: «Γεγηθυία τον τάφον του Λυτρωτού έφθασας, πρώτη κατιδούσα την θείαν Κόρη Ανάστασιν. Ευαγγελίστρια, όθεν, εδείχθης βοώσα: ο Χριστός εγήγερται, χείρας κροτήσατε». Με χαρά έφτασες τον τάφο του Λυτρωτή, κι είδες πρώτη, Κόρη, τη θεία Ανάσταση. Γι’ αυτό αναδείχτηκες ευαγγελίστρια, φωνάζοντας δυνατά: ο Χριστός αναστήθηκε, κτυπήστε παλαμάκια.

Έτσι, η αγία Μαγδαληνή, έμεινε στην ιστορία και στη μνήμη της Εκκλησίας, μεταξύ των άλλων, και ως άγγελος των καλών ειδήσεων, ως εκείνη δηλαδή που μετέστρεψε την αθυμία των μαθητών σε ευθυμία – «την αθυμίαν αποθέμενοι, την ευθυμίαν αναλάβετε» - ως εκείνη που τα λόγια της υπήρξαν δροσιά κι αναψυχή στους μαθητές, που καίγονταν από τον καύσωνα της αθυμίας – «ρημάτων σου δροσισμώ, της αθυμίας τον καύσωνα εξήρας των μαθητών» - κάτι που βεβαίως συνέχισε με τη διδασκαλία και τη ζωή της, μέχρι την αγία τελευτή της. Και άφησε ισχυρό παράδειγμα και σε μας, να ξέρουμε ότι ο μόνος τρόπος για να φέρνουμε στους θλιμμένους συνανθρώπους μας την ευθυμία και να τους δροσίζουμε, ευρισκομένους μέσα στο οποιοδήποτε καμίνι των θλίψεων και των δοκιμασιών τους, είναι να ζούμε οι ίδιοι την ανάσταση του Χριστού με την καλή ζωή μας και αυτήν την αναστημένη ζωή μας να την καταθέτουμε ως μαρτυρία σ’ αυτούς.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ἡ ἁγία Μακρίνα (19 Ἰουλίου) (Μικρό αφιέρωμα)



site analysis


Ἡ ἁγία Μακρίνα
 ἁγία Μακρίναἀγαπητοί μουἔζησε τὸν τέταρτο (Δ΄αἰῶνα σὲ μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερεςπόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίαςτὴν Καισάρεια τῆς ΚαππαδοκίαςΓεννήθηκε τὸ 327 μ.Χ.. Ἀνῆκε σὲ πολύτεκνη οἰκογένεια καὶ ἦταν τὸ πρῶτο καὶ μεγαλύτερο παιδί. Ἡ μητέρα της,ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, εἶχε σύζυγο τὸν Βασίλειο,καὶ ἀπὸ τὸ γάμο τους ἀπέκτησαν δέκα παιδιά, τέσσερα ἀγόρια - ἕξι κορίτσια. Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ εἶνε ὑπόδειγμα οἰκογενείας.Ἡ ἁγία Μακρίνα, ὡς μεγαλύτερη, ἀναδείχθηκε δεύτερη μάνα τοῦ σπιτοῦ . Φρόντιζε μὲστοργὴ γιὰ τ᾿ ἀδέρφια της καὶ συνέβαλε στὴν διαπαιδαγώγησί τους.
Τρεῖς ἔγιναν ἐπίσκοποι·  ἕνας εἶνε  Μέγας Βασίλειος δεύτερος εἶνε  ΓρηγόριοςΝύσσης τρίτος εἶνε  Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβαστείας· τὸ τέταρτο ἀγόρι Ναυκράτιος,ἔγινε μοναχόςΕἶχε δὲ καὶ πέντε ἀδελφές πρῶτος ἀπὸ τὰ ἀγόρια Μέγας Βασίλειοςεἶνεκαύχημα τῆς Ἐκκλησίας· σοφὸς ἱεράρχηςποὺ σπούδασε τὴν ἑλληνικὴ σοφία στὴνἈθήναμετὰ ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα τουκαὶ τέλος ἔγινε ἐπίσκοπος Καισαρείας

 Μέγας Βασίλειος στὴν ἀρχὴ εἶχε κλίσι στὸ δικηγορικὸ ἐπάγγελμα καὶ διέπρεπε σ᾿αὐτόἈλλὰ  ἁγία Μακρίνα ἐπέδρασε στὸν χαρακτῆρα του καὶ τὸν ἔστρεψε σὲπνευματικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μελέτεςκαθὼς καὶ τὰ ἄλλα μικρότερα ἀδέρφια τηςὙπάρχει μία ὡραία εἰκόνα, ποὺ παριστάνει τὴν ἁγία Μακρίνα νὰ περιποιῆται τὸ μικρότερο ἀδελφό της τὸν Πέτρο.
Ἡ Μακρίνα διακρινόταν γιὰ τὸ κάλλος της,τὸ σωματικὸ καὶ τὸ ψυχικό. Ἀπὸ μικρὴ διδάχθηκε τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως, τὶς ὁποῖες ἐφύλαττε μὲ ζῆλο. Ἦταν ἀρκετὰ μορφωμένη. Σὲ νεαρὰ ἡλικία μνηστεύθηκε ἕναν ἐκλεκτὸ νέο τῆς Καισαρείας. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ γίνῃ ὁ γάμος ὁ μνηστήρας της ἀπεβίωσε ἐνῷ βρισκόταν σὲ ταξίδι γιὰ τὴν συλλογὴ δημοσίων φόρων. Ἐν συνεχείᾳ, μολονότι πολλοὶ τὴ ζητοῦσαν νὰ τὴν πάρουν σύζυγο, ἐκείνη δὲν θέλησε πλέον ἄλλο γάμο. Ἔμεινε στὸ σπίτι.Προτίμησε τὴ χηρεία παρ᾿ ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κάθε κοσμικὴ συναναστροφὴ καὶ ἀφωσιώθηκε στὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν. Συγχρόνως βοηθοῦσε τὴ μητέρα της στὴν ἀνατροφὴ τῶν μικροτέρων ἀδελφῶν της. Εὐγενὴς ψυχὴ ἡ Μακρίνα, βλέποντας τὴ ματαιότητα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀπεφάσισε ν᾿ ἀφοσιωθῇ πλέον ἐξ ὁλοκλήρου στὸ Θεό .Ἀνεχώρησε καὶ ἀπεσύρθη μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της σ᾿ ἕνα ἐρημικὸ ἀγρόκτημά τους στὸν Πόντο, μέσα σ᾿ ἕνα θαυμάσιο τοπίο μὲ βλάστησι καὶ δάση, ὅπου ἀκούγονταν τὰ κελαϊδήματα τῶν πουλιῶν καὶ ἔτρεχε ὁ Ἴρις ποταμός. Ἐκεῖ ἔχτισαν ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι. Ἐκεῖ ἐμόνασε καὶ ἀσκήτευε. Ἔζησε μὲ προσευχή, μὲ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ μὲ ἀγαθοεργία. Ἡ ἁγία ζωή της εἵλκυσε καὶ ἄλλες γυναῖκες. Ἔτσι σχηματίσθηκε ἕνα κοινόβιο, ψυχὴ τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ ἁγία Μακρίνα, προεστῶσα τοῦ ἱεροῦ παρθενῶνος.Κοντὰ ἐκεῖ ἐμόναζε καὶ ὁ ἀδελφός της Βασίλειος. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο, ἀρκετὰ νέος, ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπέθανε . Ἡ κοίμησίς του σκόρπισε θλῖψι καὶ πένθος στὶς ἐκκλησίες καὶ μάλιστα στὸ οἰκογενειακό του περιβάλλον.δωσε δὲ ἀφορμὴ νὰ γίνουν τότε συζητήσεις καὶ νὰ λεχθοῦν πολλὰ γύρω ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς.Ἀλλὰ καὶ ἡ ἁγία Μακρίνα δὲν ἔζησε πολύ.Ἔφθασε καὶ τὸ δικό της τέλος.
Λίγο πρὸ τῆς κοιμήσεώς της ἔσπευσε κοντά της  ἄλλος δελφός ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσηςἀφοῦδιήνυσε μεγάλη ἀπόστασιὍταν φτασε ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς της. Συναντήθηκαν τὰ δύο ἀδέρφια καὶ δάκρυσαν. Θυμήθηκαν τὰ παιδικά τους χρόνια τὴν ἁγία τους μητέρα, τὸν καλό τους πατέρα,τὴ σοφὴ γιαγιά τους ποὺ ἦταν κόρη ὁμολογητοῦ, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὡραῖα ποὺ εἶχαν ζήσει.Πρὸ παντὸς θυμήθηκαν τὸν ἀδελφό τους τὸν Μέγα Βασίλειο, καὶ ὁ πρόσφατος θάνατός του ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ ὑψωθοῦν σὲ ὕψη πνευμα-τικῶν σκέψεων. Μεταξὺ ἁγίας Μακρίνης καὶ Γρηγορίου Νύσσης διεξήχθη ἕνας διάλογος,τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀνώτερο ἀπὸ τὸν Φαίδωνα τοῦ Πλάτωνος· ὕψιστος διάλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει μεταφραστῆ στὰ νεοελληνικά, δημοσίευσα δὲ καὶ ἐγὼ ἐπ᾿ αὐτοῦ σχετικὸ ἄρθρο (βλ. «Τὰ Μακρίνεια – Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν καὶ ἀθανασίας ψυχῆς» περιοδ. «Χριστ. Σπίθα» φ. 300-301/Ἰαν.-Φεβρ. 1967, σσ. 2-3) .Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἁγία Μακρίνα, ἀφοῦ ἔζησεμὲ ἄσκησι καὶ ἁγιότητα, παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Κύριο τὸ 379 μ.Χ.σὲ ἡλικία 52 ἐτῶν.
Ἡ κηδεία της ἔγινε πάνδημος. Συνέρρευσαν ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας πολλοὶ καὶκήδευσαν τὸ ἅγιο σκήνωμά της μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης.
Ἐκεῖνο ποὺ θέλω τώρα νὰ τονίσω, ἀγαπητοί μου, μὲ ἀφορμὴ τὴν οἰκογένεια τῆς ἁγίας Μακρίνας εἶνε, ὅτι ὁ γάμος εἶνε μυστήριο, ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυστήρια. Ὁ λεγόμενος πολιτικὸς «γάμος» δὲν εἶνε μυστήριο, οὔτε συμφωνεῖ μὲ τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ μας. Μία μικρὴ μειονότης, δύο στοὺς ἑκατό, κάνουν πολιτικὸ«γάμο». Ἐπιρροὲς ξένων πίεσαν νὰ ψηφιστῇ ὁ σχετικὸς νόμος. Ἐμεῖς κάναμε ἀγῶνα ἐναντίον του. Στὸν Ἅγιο Γερμανὸ Πρεσπῶν ἀρνηθήκαμε ὄχι τὴν ταφὴ ἀλλὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κηδεία ἑνός, ὁ ὁποῖος παρ᾿ ὅλες τὶς συμβουλές μας ἐπέμενε νὰ τελέσῃ πολιτικὸ «γάμο»,διότι ἦταν ἄθεος. Δὲν ὑποκύψαμε. Διότι ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας εἶνε, ὅσοι τελοῦν πολιτικὸ «γάμο» νὰ στεροῦνται κάθε εὐλογία· διαγράφονται ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ γάμος λοιπὸν εἶνε μυστήριο. Ὑπῆρξανμως ὡρισμένοι ποὺ πολεμοῦσαν τὸ γάμο, διότι τὸν θεωροῦσαν ὡς κάτι τὸ ἁμαρτωλό. Αὐτὸ εἶνε αἵρεσις, τὴν ὁποία καταδικάζει ἡ Ἐκκλησία. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου (βλ. Α΄ Τιμ. 4,3) , ὅποιος «κωλύει» δηλαδὴ ἐμποδίζει τὸ γάμο, πλανᾶται καὶ ἁμαρτάνει.
Ἀλλ᾿ ὅπως εἶνε αἵρεσις τὸ νὰ ἐμποδίζῃ κανεὶς τὸ γάμο, ἔτσι καὶ ἀκόμα περισσότερο εἶνε αἵρεσις τὸ νὰ ἐμποδίζῃ κάποιος τὸ παρθενεύειν, τὴν παρθενικὴ ζωή . Διότι ἡ παρθενία εἶν εἀνώτερη βαθμίδα ζωῆς, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία· «Τοῖς ἐρημικοῖς, ζωὴ μακαρία ἐστί,θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις» (Παρακλ., ἦχ. πλ. α΄, ἀναβ.). Ἡπαρθενικὴ ζωὴ διακρίνεται σὲ «δύο ἀδελφὰ ῥεύματα», ὅπως γράψαμε κ᾿ ἐμεῖς σὲ ἕνα βιβλίο μας· τὸ ἕνα ῥεῦμα εἶνε ὁ μοναχισμὸς καὶ τὸ ἄλλο ἡ ἱεραποστολή, οἱ ἱεραπόστολοι, αὐτοὶ ποὺ δὲν φεύγουν στὴν ἔρημο ἀλλὰ μένουν μέσα στὴν κοινωνία καὶ ἐργάζονται γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν.Σήμερα γίνεται πόλεμος ἐναντίον τοῦ παρθενικοῦ βίου · ὄχι τόσο τοῦ μοναστηριακοῦ ὅσο τοῦ ἱεραποστολικοῦ βίου ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Πόλεμος σφοδρὸς ἐκ μέρους ἀθέων,ἐκ μέρους δημοσιογράφων, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους ἐπισκόπων, ἀκόμη καὶ μοναχῶν.
Πόλεμος ἀπὸ παντοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ φοβερώτερος ἐχθρὸς τοῦ παρθενικοῦ βίου ξέρετε ποιός εἶνε; Εἶνε ἡ ὑπογεννητικότης!
Ἡ πολύτεκνη οἰκογένεια τῆς ἁγίας Μακρίνας ἔδωσε τόσα παιδιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν Ἐκκλησία. Οἱ σημερινὲς οἰκογένειες, μὲ σατανικὰ μέσα, δὲν γεννοῦν πλέον παιδιά· γι᾿ αὐτὸ κι ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ γεννιοῦνται δὲν θέλουν ν᾿ ἀφιερωθῇ στὸ Θεὸ κανένα. Πολλοὶ σοῦ λένε ὅτι θρησκεύουν. Ἀλλ᾿ ἅμα τοὺς ρωτήσῃς, πόσα παιδιὰ ἔχουν, ὅλοι σχεδὸν ἀπαντοῦν· «Δύο», «δύο»,«δύο»… Ἐμίσησα τὸν ἀριθμὸ δύο. Ἔχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ στὰ Βαλκάνια. Ἀλβανία,Σερβία, Βουλγαρία εἶνε γεμᾶτες παιδιά· ἡΤουρκία; δὲν περιγράφεται ἡ ὑπεργεννητικότητά της· ἕνας Τοῦρκος πεθαίνει, δώδεκα γεννιῶνται. Στὴν Ἑλλάδα ἕνας Ἕλληνας πεθαίνει, μισὸς γεννιέται! Θεέ μου, δολοφόνοι!… Τί νὰ τὴν κάνῃς τέτοια θρησκευτικότητα; Τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα εἶνε ὁ φόνος τοῦ παιδιοῦ.
Ἄ, ὄχι καλόγερος!… Τέτοιους γονεῖς, ποὺ ἐμποδίζουν τὰ παιδιά τους νὰ ζήσουν τὴν παρθενικὴ ζωή, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τοὺς ὀνομάζει ἀπίστους. Διότι ἡ ἐπιθυμία τῆς παρθενικῆς ζωῆς εἶνε σπόρος οὐράνιος,ποὺ ὁ Θεὸς τὸν σπέρνει μέσα σὲ ἐκλεκτὲς ψυχές. Αὐτὲς τώρα σπανίζουν πλέον.Κινδυνεύει λοιπὸν νὰ σβήσῃ ἡ παρθενικὴ ζωή, κινδυνεύει νὰ σβήσῃ καὶ τὸ ἔθνος ἐξ αἰτίας τῆς ὀλιγοπαιδίας  , ὅπως λέει ὁ ἱστορικὸςΠολύβιος. Γι᾿ αὐτὸ ὅσοι πιστεύετε, εἴτε ἔγγαμοι εἴτε ἄγαμοι, λατρεύσατε ἐμπράκτως, ἐνλόγοις καὶ ἔργοις, Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΠΗΓΗ.ΑΚΤΙΝΕΣ


Η ΟΣΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ, ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΠΗΓΗ. kantonopou 
«Η οσία Μακρίνα, η οποία κοσμείτο από το κάλλος του σώματος και τους σεμνούς τρόπους, επρόκειτο να παντρευτεί κάποιον εξίσου σεμνό και ωραίο άνδρα. Όταν ακόμη ήταν μνηστευμένη, έφυγε από τη ζωή ο υποψήφιος άνδρας της, κι αυτή, ενώ πολλοί άλλοι τη ζητούσαν σε γάμο, απεφάσισε να ζήσει ως χήρα, χωρίς να έχει αποκτήσει πείρα και των ωραίων στιγμών του γάμου. Χωρίστηκε λοιπόν από κάθε κοσμική σχέση, ζούσε μαζί με τη μητέρα της, την αγία Εμμέλεια, αφιερωμένη στις θείες αρετές και ασχολουμένη σαν δεύτερη μητέρα, μια που ήταν και η πρώτη στην ηλικία, με την ανατροφή των μετά από αυτήν αδελφών της, εννέα τον αριθμό. Αφού έζησε με οσιακό τρόπο και με πνευματικές ασκήσεις, έφτασε στο τέλος της και εξεδήμησε προς τον Κύριον».
     Ο υμνογράφος της ακολουθίας της, ακολουθώντας πολλούς εκκλησιαστικούς άνδρες που την εγκωμίασαν για την αγιασμένη ζωή της, χρησιμοποιεί πράγματι και αυτός πολλούς επαίνους για την αγία. Ιδιαιτέρως στέκεται κανείς με προσοχή σ’ έναν ύμνο από την τρίτη ωδή του κανόνα της, ο οποίος σε λίγες γραμμές μάς δείχνει το πώς έφτασε η οσία σε μεγάλο πνευματικό ύψος, αλλά αποκαλύπτει ταυτόχρονα, με συνεσκιασμένο βεβαίως τρόπο, τη σοφία και το παιδαγωγικό ήθος της μητέρας της, Εμμέλειας. ῾Αγιωσύνης, απαλών εξ ονύχων, επόθησας, οφθαλμοίς τε μητρικοίς τετηρημένη, διέμεινας, Μακρίνα, πανάφθορος και παναμώμητος». Δηλαδή: Πόθησες από μικρό παιδάκι την αγιωσύνη, και αφού σε πρόσεξαν οι μητρικοί οφθαλμοί, διατηρήθηκες πανάφθορη και πάναγνη, Μακρίνα. Ο υμνογράφος χρησιμοποιεί, όπως είπαμε, πολλούς επαίνους, κάτι που φαίνεται και στον παραπάνω ύμνο. Όχι απλώς η οσία υπήρξε άφθορη και αγνή, αλλά παν-άφθορη και παν-αμώμητη. Δηλαδή ο υμνογράφος φθάνει σε σημείο υπερβολής, αφού μόνον για την Παναγία, τη μητέρα του Κυρίου μας, λέγονται τέτοιες εκφράσεις. Ο υμνογράφος προφανώς λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο την αγιασμένη ζωή της, αλλά και το γεγονός ότι υπήρξε κόρη μίας αγίας γυναίκας, της αγίας Εμμέλειας, εγγονή μίας εξίσου αγίας, της αγίας Μακρίνας, της γιαγιάς, μαθήτριας του αγίου Γρηγορίου του Νεοκαισαρείας του θαυματουργού, και αδελφή μεγάλων αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας, όπως του Μ. Βασιλείου και του αγ. Γρηγορίου Νύσσης. Ποιος δεν θα σκεφτόταν ότι ευρισκομένη η αγία σε ένα τέτοιο περιβάλλον, με τέτοια μεγάλα αναστήματα – για τα οποία μάλιστα, όσον αφορά στα αδέλφια της, συνέβαλε και η ίδια αποφασιστικά στην ανατροφή τους – δεν θα βοηθείτο και η ίδια στον περαιτέρω αγιασμό της;
     Ο ύμνος όμως μας καθοδηγεί στην κατανόηση της πνευματικής της ανέλιξης: (1) Η οσία έφτασε σε τέτοιο ύψος αγιότητας και αγνότητας, λόγω καταρχάς του πόθου της για την αγιωσύνη, και μάλιστα «εξ απαλών ονύχων». Από μικρό παιδί ο νους και η καρδιά της ήταν στραμμένα προς τον Θεό. Η μητέρα της φρόντισε ιδιαιτέρως γι’ αυτό, ήδη από την εγκυμοσύνη της. Σαν να έριξε την πρωτοκόρη της, ευρισκομένη ακόμη σε εμβρυϊκή κατάσταση, στα χέρια του Χριστού. Κι είναι τούτο μία εικόνα που μας δείχνει ο υμνογράφος: «επ’ αυτώ (τω Χριστώ)γαρ από γαστρός, επερρίφης άμωμε». Με την αγία Μακρίνα φαίνεται πολύ καθαρά το πόση σημασία έχει η εκ νεότητος στροφή προς τον Θεό και πόσο ρόλο παίζει η μητέρα στη δημιουργία ενός «περιβάλλοντος», πριν ακόμη έλθει στον κόσμο το παιδί της. Ό,τι έλεγε και ο αγιασμένος γέροντας Πορφύριος, ο οποίος τόνιζε ιδιαιτέρως το ρόλο ακριβώς της μητέρας, που την καλούσε να προσεύχεται, να είναι ήρεμη, να μελετά τον λόγο του Θεού, ήδη από την εγκυμοσύνη της, προς χάρη ακριβώς του εμβρύου παιδιού της. «Το νιώθουν τα παιδάκια», έλεγε. «Τα ασφαλίζετε έτσι με τη χάρη του Θεού».
     (2) Εκείνο όμως που είναι εξίσου ή και περισσότερο από το παραπάνω σημαντικό, είναι η φράση του υμνογράφου «οφθαλμοίς τε μητρικοίς τετηρημένη». Η οσία Μακρίνα βεβαίως πόθησε, και για τους λόγους που είπαμε, την αγιωσύνη, τον ίδιο δηλαδή τον Χριστό ως νυμφίο της ψυχής της, αλλά και η μητέρα της Εμμέλεια, δεν έπαυσε να τη φροντίζει και να την παρακολουθεί διακριτικά και με αγάπη. Η επισήμανση του υμνογράφου είναι σαφής: η μητέρα δεν αφέθηκε στη χάρη μόνο του Θεού ή και στην καλή «πάστα» του παιδιού της. Προφανώς γνωρίζοντας την ανθρώπινη φύση και ξέροντας τους κινδύνους που υπάρχουν στην ανάπτυξη ενός παιδιού, λόγω και της πονηρίας του «αρχεκάκου διαβόλου» – άλλωστε «επί τα πονηρά έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς» κατά τη Γραφή – είχε την έγνοια της κόρης της. Την παρακολουθούσε, όχι όμως με τρόπο αδιάκριτο και παρεμβατικό, ώστε να δημιουργήσει αντίδραση και γογγυσμό στο παιδί της, αλλα με διάκριση και με αγάπη. Πώς το λέει ο υμνογράφος; «μητρικοίς οφθλαμοίς», δηλαδή με μάτια γεμάτα από αγάπη, όπως είναι τα μάτια μίας στοργικής μητέρας. Υποκλινόμαστε στο σημείο αυτό όχι στην οσία Μακρίνα, αλλά στη αγία Εμμέλεια, και καταλαβαίνουμε έτσι πολύ καλά, το πώς μία οικογένεια έφτασε στο σημείο να αναδείξει όχι ένα ή δύο, αλλά πολλούς αγίους. Διότι ακριβώς είχε και μία τέτοια μάνα!
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης
http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/07/blog-post_6841.html


Οι τελευταίες στιγμές της Αγίας Μακρίνας  (Αγίου Γρηγορίου Νύσσης)
19 Ιουλίου 2014
Πατερική Θεολογία  
normal_AGIA__MAKRINA_B
Τελευταία συνάντηση

Όταν ξανανταμώσαμε – γιατί δε με  άφηνε να περνώ μόνος μου την ελεύθερη ώρα – αφού θυμήθηκε όσα από μικρή είχε ζήσει, τα έλεγε όλα με τη σειρά, σαν ιστορία- κι όσα θυμόταν από τη ζωή των γονιών μας, και όσα πριν να γεννηθώ εγώ κι εκείνα που απ’ την κατοπινή ζωή μας θυμόταν.
Είχε σκοπό της μ’ αυτή την εξιστόρηση να ευχαριστήσει το Θεό. Γιατί τη ζωή των γονέων μας την πα­ρουσίαζε λαμπρή και περίβλεπτη για την εποχή εκείνη, όχι τόσο από την περιουσία τους, όσο γιατί έγινε μεγάλη από τη φιλανθρωπία του Θεού. Οι γονείς του πατέρα μας, για την ομολογία της πίστεώς τους στο Χριστό, είχαν υποστεί δήμευση της περιουσίας τους. Ενώ ο παππούς από τη μητέρα μας θανατώθηκε από βασιλική αγανάκτηση, και η μεγάλη του περιουσία παραδόθηκε σε άλλα αφεντικά. Κι όμως με την πίστη στο Θεό τα αγαθά τους αυξήθηκαν τόσο πολύ, ώστε στα χρόνια εκείνα να μην υπάρχει κανείς που να τους ξεπερνά. Όταν πάλι μοιράσθηκε η περιουσία τους σε εννέα μέρη, όσα δηλαδή ήταν τα παιδιά τους, τόσο αυξήθηκε στο κάθε παιδί με την ευλογία του Θεού το με­ρίδιό του, ώστε η κληρονομιά χωριστά καθ’ ενός παι­διού να ξεπερνά τη μεγάλη περιουσία των γονέων μας.
Κι’ απ’ όσα δόθηκαν στην ίδια τη Μακρίνα, κατά τη διανομή σε όλα τα αδέλφια, τίποτε δεν κράτησε, αλλά όλα τα παρέδωσε να τακτοποιηθούν, κατά τη θεία εντολή, από τα χέρια του ιερέως. Έγινε δε τόση η περιουσία της, από την ευλογία του Θεού, ώστε να μη σταματούν ποτέ τα χέρια της να δουλεύουν τις εντολές. Ούτε ποτέ απέβλεψε σε ανθρώπινη βοήθεια, ούτε ποτέ από κάποια ανθρώπινη ευεργεσία πήρε αφορμή να ενεργεί φιλάνθρωπα η ίδια. Αλλά ούτε όσους ζητούσαν βοήθεια αποστράφηκε, ούτε επιζητούσε όσους έδιναν χρήματα, γιατί ο Θεός μυστικά με την ευλογία Του, αύξανε όπως τα σπέρματα και τους μικρούς πόρους από την εργασία της σε πλούσιο καρπό.
Όταν έπειτα άρχισα εγώ να της διηγούμαι τα βά­σανά μου, πρώτα την εξορία από το βασιλιά Ουάλη για την πίστη, έπειτα τη σύγχυση στις Εκκλησίες από τις αιρέσεις, που μας καλούσε σε αγώνες και κόπους, μου είπε:
— Δε θα παύσεις να φέρεσαι με αγνωμοσύνη στις ευ­εργεσίες του Θεού; Δε θα θεραπεύσεις την αχαριστία της ψυχής σου; Δε συγκρίνεις την κατάσταση των πα­τέρων μας με τη δική σου; Στον κόσμο αυτό γι’ αυτόν το λόγο κυρίως καυχόμαστε, γιατί ευτυχούμε και για­τί η καταγωγή μας είναι από γονείς ευγενείς. Ο πατέ­ρας μας θεωρείτο σπουδαίος βέβαια για την εποχή του, ως προς τη μόρφωσή του, αλλ’ όμως η φήμη του σταματούσε στα τοπικά δικαστήρια. Κι αν ακόμη τους υπόλοιπους τους ξεπερνούσε στη ρητορική δύναμη, δε βγήκε από τον Πόντο η φήμη του. Του έφθα­νε όμως ότι ήταν στην πατρίδα του φημισμένος. Εσύ όμως είσαι ονομαστός σε πόλεις, σε δήμους και σε έθνη, κι εσένα για βοήθεια και διόρθωση Εκκλησίες σε στέλνουν και Εκκλησίες σε προσκαλούν. Και σε όλα αυτά δε βλέπεις τη χάρη του Θεού; Ούτε καταλα­βαίνεις την αιτία των τόσο μεγάλων δωρεών, ότι δηλαδή η ευχή των γονέων μας σε ανεβάζει τόσο ψηλά, παρ’ ότι από μόνος σου δεν είχες καμμία ή μικρή προ­ετοιμασία, για ένα τέτοιο έργο;
Ενώ εκείνη μου έλεγε αυτά, εγώ λαχταρούσα να παραταθεί περισσότερο το φως της ημέρας, ώστε να μη σταματήσει να γλυκαίνει τ’ αυτιά μου ο λόγος της. Αλλ’ η φωνή των ψαλτριών μάς καλούσε στην εσπε­ρινή ευχαριστία. Κι’ αφού έστειλε εμένα στην ακολουθία, η Μεγάλη ανυψωνόταν νοερά με την προσευ­χή στο Θεό.

Στις ύστατες στιγμές
Έτσι πέρασε η νύχτα. Μόλις όμως ξημέρωσε, καταλάβαινα καθαρά απ’ όσα έβλεπα πως η παρούσα ημέρα ήταν γι’ αυτήν η τελευταία της επίγειας ζωής της. Ο πυρετός είχε εξαντλήσει όλη τη φυσική δύναμή της. Εκείνη όμως βλέποντας την αδυναμία της ψυχής μου, προσπαθούσε να μου απαλύνει την καταθλιπτική διάθεση για τα αναμενόμενα, σκορπίζοντας και πάλι με τα καλά της λόγια τη λύπη της ψυχής μου. Την είχε όμως καταλάβει ήδη ελαφρά και συνεχής δύσπνοια. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα η ψυχή μου κυριεύθηκε από πολύ διαφορετικά συναισθήματα. Από το ένα μέρος, όπως ήταν επόμενο, η ανθρώπινη φύσις βάραινε από θλίψη, γιατί δεν έλπιζα να ξανακούσω τη φωνή της και πίστευα, όσο ποτέ άλλοτε, ότι το κοινό καμάρι της γενιάς μας θα έφευγε από τη ζωή αυτή. Η ψυχή μου όμως, από το άλλο μέρος, σχεδόν ενθουσιαζόταν από τα όσα έβλεπε, καθώς διαισθανόμουν ότι η Μακρίνα έχει ξεπεράσει την ανθρώπινη φύση. Γιατί θεωρούσα ότι ήταν πάνω από τα ανθρώπινα μέ­τρα η τέλεια αταραξία της ακόμη και τώρα, που βρι­σκόταν στις τελευταίες της στιγμές και περίμενε το θάνατο  και το ότι δε δείλιασε μπροστά στον αποχωρισμό της ζωής, αλλ’ αντιμετώπισε με γενναίο φρό­νημα, μέχρι την τελευταία της αναπνοή, όσα είχαν αποφασισθεί από τον Θεό, για την επίγεια ζωή της. Έμοιαζε με άγγελο που έλαβε, κατά θεία οικονομία, ανθρώπινη μορφή. Δεν είχε καμμιά συγγένεια ή σχέση με την κατά σάρκα ζωή κι έτσι δεν υπήρχε τίποτε που να εμπόδιζε τη διάνοιά της να μένει απαθής, αφού η σάρκα ήταν ανίσχυρη να την τραβήξει προς τις δι­κές της αδυναμίες. Έβλεπα τότε ότι εξωτερίκευε στους παρόντες το θείο εκείνο και καθαρό έρωτα προς τον αόρατο Νυμφίο, που έτρεφε μυστικά στα βάθη της ψυχής της και δημοσίευε τη διάθεση της καρδιάς της. Φαινόταν πως βιάζεται να φθάσει προς τον Ποθούμενο, ώστε να βρεθεί κοντά Του όσο γίνε­ται πιο γρήγορα, απαλλαγμένη από τα δεσμά του σώματος. Στ’ αλήθεια σαν προς εραστή πορευόταν, γιατί τίποτε άλλο από τα ευχάριστα της ζωής δεν μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον της.
Είχε περάσει πια το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κι ο ήλιος έγερνε στη δύση του. Ωστόσο η προθυμία της δεν υποχωρούσε. Αντίθετα όσο πλησίαζε προς το θάνατο, σαν να έβλεπε πιο πολύ την ομορφιά του Νυμφίου της, έτρεχε προς τον Ποθούμενο με περισ­σότερη βιασύνη. Κι έλεγε τέτοια λόγια, όχι σε μας που ήμαστε παρόντες, αλλά στον ίδιο τον Κύριο, προς τον Οποίο είχε προσηλώσει τα μάτια της. Καθώς ήταν στραμμένη η φτωχική στρωμνή της προς την ανατολή, αφού έπαψε πλέον να μιλάει σε μένα, από δω και πέρα με την προσευχή της μιλούσε προς το Θεό, ικετεύοντας με τα χέρια της και σιγοψιθυρίζοντας με ισχνή φωνή, έτσι που με δυσκολία καταλά­βαινα αυτά που έλεγε. Και ήταν τέτοια η προσευχή της, ώστε να μη χωρά αμφιβολία πως έφθανε στο Θεό και γινόταν ευπρόσδεκτη.



Η προσευχή της

«Συ Κύριέ μου, έλεγε, εξαφάνισες από μέσα μας το φόβο του θανάτου.
Συ έκανες, για χάρη μας, το τέλος αυτής της πρόσκαιρης ζωής ξεκίνημα της αληθινής και αιώνιας ζωής.
Συ για λίγο καιρό αναπαύεις με τον ύπνο του θα­νάτου τα σώματά μας και πάλι θα τα ξυπνήσεις με τη σάλπιγγα της δευτέρας παρουσίας Σου.
Συ παραδίδεις σαν περιουσία στης γης τα σπλά­χνα πάλι το χωματένιο σώμα μας, που με τα χέρια Σου έπλασες και ξαναπαίρνεις πάλι ό,τι έδωσες στη γη, κάνοντας το θνητό και άσχημο σώμα μας λαμπρό, με την αφθαρσία και τη χάρη Σου.
Συ μας γλύτωσες από την κατάρα και την αμαρτία, αφού δέχθηκες κι έγινες και τα δύο για τη δική μας σωτηρία.
Συ σύντριψες τις κεφαλές του δράκοντα που με το χάσμα, που έφερε η παρακοή των πρωτοπλάστων, κράταγε γερά από το λαιμό τον άνθρωπο.
Συ μας άνοιξες το δρόμο για την Ανάσταση, συντρίβοντας τις πύλες του Άδη και κατάργησες αυτόν, που ως τότε είχε την εξουσία του θανάτου.
Συ έδωσες σε όσους Σε ευλαβούνται, σαν σημείο δυνάμεως, τον τύπο του Παναγίου Σταυρού Σου, για να νικάμε το διάβολο και ν’ ασφαλίζουμε τη ζωή μας.
Θεέ αιώνιε,
Σε Σένα παραδόθηκα από την ώρα που γεννήθηκα,
Εσένα αγάπησε η ψυχή μου, με όλη της τη δύναμη.
Σε Σένα αφιέρωσα και το σώμα και την ψυχή μου από τα νεανικά μου χρόνια μέχρι τώρα.
Συ, Κύριε, βάλε και τώρα στο πλευρό μου φωτει­νό άγγελο να με οδηγήσει στον τόπο της αναψυχής, όπου κυλάνε τα δροσερά νερά που αναπαύουν τις ψυ­χές, μέσα στην αγκάλη των αγίων πατέρων.
Συ που έπαυσες την ισχύ της πύρινης ρομφαίας κι επανέφερες στον Παράδεισο τον άνθρωπο, που σταυ­ρώθηκε μαζί Σου και πρόσπεσε στην ευσπλαχνία Σου, θυμήσου κι εμένα στη Βασιλεία Σου.
Γιατί και ’γω σταυρώθηκα μαζί Σου, αφού για τον άγιο φόβο Σου κάρφωσα τη χωματένια σάρκα μου και σεβάσθηκα τα θελήματά Σου.
Ας μη με χωρίσει το φοβερό χάσμα του θανάτου από τους εκλεκτούς Σου.
Στο δρόμο μου να μη σταθεί ο διάβολος εμπόδιο, ούτε η αμαρτία μου να βρεθεί μπροστά Σου, εάν σε κάτι αμάρτησα από αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως με λόγια, με πράξεις ή με λογισμούς.
Συ που έχεις εξουσία να συγχωρείς πάνω στη γη τις αμαρτίες, συγχώρεσέ με, για να αναπαυθώ και να βρεθώ μπροστά Σου, όταν χωρισθώ από το σώμα μου, χωρίς ρύπο ή κηλίδα στης ψυχής μου τη μορφή.
Δώσε να γίνει δεκτή η ψυχή μου στα χέρια Σου, καθαρή και αμόλυντη, ως θυμίαμα ευωδιαστό ενώπιόν Σου.»

Προς τα Ουράνια σκηνώματα

Λέγοντας αυτά σφράγιζε συγχρόνως με το σημείο του Σταυρού τα μάτια της, το στόμα της, και το μέ­ρος της καρδιάς της. Σιγά-σιγά και η γλώσσα της, που φρυγάνιασε από τον πυρετό, δεν άρθρωνε πλέον καθαρά τις λέξεις. Η φωνή της χανόταν, και μόνο με το ανοιγόκλεισμα των χειλιών της καταλαβαίναμε πως προσευχόταν ακόμα.
Εν τω μεταξύ όταν σουρούπωσε και κάποια έφε­ρε φως, άνοιξε ορθάνοιχτα τα μάτια της και βλέπο­ντας προς την ανατολή, έδειχνε ολοφάνερα πως επιθυμούσε να πει την εσπερινή ευχαριστία. Επειδή όμως η φωνή της είχε σβήσει, μόνο με την καρδιά και την ικετευτική κίνηση των χεριών της ικανοποιούσε την επιθυμία της και τα χείλη της τα κινούσε σύμφω­να με την εσωτερική της διάθεση. Σαν αποτελείωσε την ευχαριστήρια προσευχή της, σήκωσε το χέρι στο πρόσωπό της κάνοντας το σημείο του σταυρού, για να δηλώσει το τέλος της προσευχής. Έπειτα, αφού ανέπνευσε βαθιά και δυνατά, μαζί με την προσευχή τελείωσε και τη ζωή της.
Καθώς βρισκόταν πλέον ακίνητη και χωρίς πνοή μπροστά μου, θυμήθηκα τις εντολές της, όσες έδωσε ευθύς από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε, λέ­γοντας πως θέλει τα δικά μου χέρια να της κλείσουν τα μάτια κι από μένα να γίνουν οι κανονισμένες φρο­ντίδες για το νεκρό της σώμα. Πλησίασα τότε το πα­γωμένο από τη λύπη χέρι μου πάνω στο άγιο πρόσω­πό της, όσο για να μη φανεί πως αδιαφόρησα στην εντολή της. Γιατί τα μάτια της δεν είχαν ανάγκη να τα τακτοποιήσει κανείς. Είχαν σκεπασθεί κόσμια με τα βλέφαρά της, όπως γίνεται στην ώρα του φυσικού ύπνου. Τα χείλη της ήταν κλεισμένα όπως έπρεπε και τα χέρια της ήταν ευπρεπώς στο στήθος τοποθε­τημένα. Και όλο το σώμα της έλαβε από μόνο του την αρμόζουσα θέση, ώστε δεν χρειαζόταν καθόλου ξένο χέρι να το ευτρεπίσει.

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον βίον της Οσίας Μακρίνης, εκδ. Ι.Μ. Αγίων Πάντων, Σπέτσαι, -απόσπασμα- σ. 56-67