Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Η Αγία Παρθενομάρτυς Καικιλία, προστάτις της μουσικής τέχνης



site analysis


Η Αγία Καικιλία (ή Κικιλία), η προστάτις της (Εκκλησιαστικής) μουσικής τέχνης εγεννήθη στην Ρώμη κατά τις αρχές του τρίτου αιώνος από γονείς ευγενείς (ανήκαν στην ευγενή τάξη των «Καικιλίων») και πλουσίους πλήν όμως ειδωλολάτρες. Από νεαράς ηλικίας εβαπτίσθηκε Χριστιανή και διέθετε το χρόνο της στην προσευχή, την μελέτη των Θείων Γραφών και την ελεημοσύνη. Ακολουθούσε ασκητική πρακτική στην ζωή της νηστεύοντας, αγρυπνώντας και φορώντας τρίχινο ένδυμα για να δαμάζει τις κινήσεις της σαρκός.
kekilis23
Το μαρτύριο των Αγίων Καικιλίας και της συνοδείας αυτής, Μηνολόγιον Βασιλείου Β’, φ. 201.
Η ψυχή της διακατεχόταν από τον ιερό πόθο να φυλάξει την αγνότητά της και να αφιερωθεί στον Χριστό, τον εκλεκτό Νυμφίο της καρδιάς της. Όλα αυτά όμως εγίνοντο εν αγνοία των γονέων της οι οποίοι όταν ήλθε σε νόμιμη ηλικία και παρά την θέλησή της την αρραβώνιασαν με ένα νέο ονόματι Βαλεριανό που ήταν ειδωλολάτρης. Αυτή όμως η μακαρία αντί να του προσφέρει την συναισθηματική αγάπη, του απεκάλυψε ένα μυστήριο, ότι δηλαδή Άγγελος Κυρίου εφύλασσε ζηλότυπα την παρθενία της και ότι θα αξιωνόταν και εκείνος να τον δει, μόνον εάν δεχόταν την σφραγίδα του Αγίου Βαπτίσματος.
Κατ’εκείνα τα χρόνια οι χριστιανοί εβρίσκοντο ακόμη υπό διωγμόν. Έτσι ο πάπας της Ρώμης Άγιος Ουρβανός τελούσε τα καθήκοντά του κρυφά και κρυφά εβάπτισε τον καλόγνωμο Βαλεριανό. Όταν εκείνος γεμάτος χαρά επέστρεψε στο σπίτι βρήκε την Καικιλία να προσεύχεται μαζί με ένα ολοφώτεινο Άγιο Άγγελο. Ο απεσταλμένος λοιπόν του Θεού τους εστεφάνωσε με στέφανο δόξης και αφθαρσίας και τους προέτρεψε στο εξής να χωρίσουν για την αγάπη του Χριστού και να ακολουθήσουν τον βίο της εγκρατείας και της σωφροσύνης. Η διάνοια του Βαλεριανού εφωτίσθηκε τόσο ώστε επεθύμησε να δει και τον αδελφό του Τιβούρτιο στολισμένο με κάθε δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Βαπτίσθηκε λοιπόν και ο Τιβούρτιος αφού μετενόησε και εξαγορεύθηκε τα βάρη της ψυχής του∙ χάρη δε στην μετάνοιά του αξιώθηκε πολλές φορές να δει Αγίους Αγγέλους και να συνομιλήσει μαζί τους.
kekilia25
Έργο Σπυριδούλας Δεγαΐτη, κτήμα του γράφοντος (Αρχιμ, Δημητρίου Καββαδία).
Ωστόσο οι διωγμοί εναντίον των Χριστιανών εντάθηκαν όταν την διοίκηση της πόλεως ανέλαβε ο έπαρχος Τούσκιος Αλμάτιος. Οι χριστιανοί μαρτυρούσαν με φρικτό τρόπο και με διάταγμα του επάρχου δεν είχαν δικαίωμα ταφής. Όμως οι δύο άνδρες και η Αγία περιφρονούσαν το διάταγμα και με κίνδυνο της ζωής τους την μεν νύκτα περιποιούνταν τα σώματα των μαρτύρων και τα έθαβαν προσευχόμενοι την δε ημέρα συμπαραστέκονταν παντοειδώς στους διωκόμενους ομοπίστους τους που εκρύβοντο. Ο Βαλεριανός και ο Τιβούρτιος όμως έγιναν αντιληπτοί και συνελήφθησαν. Η Αγία τους επισκέφθηκε στην φυλακή, προσευχήθηκε μαζί τους και τους ενθάρρυνε να μην εγκαταλείψουν το μαρτύριο για να κερδίσουν την προσωρινή ζωή τους και να επιδιώξουν το τέλος τους για να κερδίσουν την αιωνιότητα. Οι δύο νέοι καταδικάστηκαν σε αποκεφαλισμό. Την ποινή εκτέλεσε ο δήμιός τους καπικλάριος (ή καπηλάριος) Μάξιμος αφού τους οδήγησε σε ειδωλολατρικό ναό για να θυσιάσουν μήπως και σώσουν την ζωή τους. Κατά την ώρα του αποκεφαλισμού τους και καθώς έμενε εκστατικός από το θάρρος και την γενναιότητα των δύο αυταδέλφων μαρτύρων, είδε ανεωγμένους τους ουρανούς και πλήθος Αγίων Αγγέλων να παραλαμβάνουν τις ψυχές των Μαρτύρων και να τις οδηγούν ψάλλοντας στον ουρανό. Τότε υπέστη στην ψυχή του την καλήν αλλοίωσιν και αφού πίστευσε ολόθερμα στον Ιησού Χριστό, μαρτύρησε για να λάβει την δόξα των Αγίων Βαλεριανού και Τιβουρτίου που εζήλωσε να αποκτήσει. Το παράδειγμά του ακολούθησε η συνοδεία του και πλήθος ειδωλολατρών που παρακολουθούσαν το μαρτύριο. Την νύκτα εκείνη η Καικιλία ετέλεσε και πάλι το θεάρεστο έργο της προβαίνοντας στον ενταφιασμό του μνηστήρος της και του αδελφού του.
Με τον ίδιο αμείωτο ζήλο συνέχισε την ιεραποστολική διακονία της στην Ρώμη, θάβοντας τους Αγίους Μάρτυρες, διανέμοντας την περιουσία της στους πτωχούς και διαδίδοντας τον λόγο του Θεού. Επάνω της έφερε πάντοτε ένα Άγιο Ευαγγέλιο, το οποίο κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη της χρησίμευε «προς αμυντήριον αυτής και φυλακτήριον».
Η Αγία συνέχιζε την αποστολή της όπως και ο έπαρχος το αποτρόπαιο έργο του. Κάποτε λοιπόν που συγκέντρωνε τα υπάρχοντα των θυμάτων για να τα δημεύσει, ανεκάλυψε την χριστιανική ταυτότητα της παρθένου. Διέταξε αμέσως την σύλληψη και μαστίγωσή της. Η πίστη της στον Θεό, η καρτερία , το αμείωτο θάρρος της και η προσευχή για τους δημίους της προβλημάτισαν πολλούς από τους παρόντες ώστε κατ’εκείνη την νύκτα ο πάπας Ουρβανός βάπτισε τετρακόσια άτομα.
kekilia22
Πίνακας του 10 Blanchard Jacques (17ος αι.).
Στην συνέχεια ο Αλμάτιος διέταξε να δέσουν μαρμάρινη πλάκα στο στήθος της για να πεθάνει από ασφυξία, όμως δεν πέτυχε τον σκοπό του. Μανιασμένος τότε την έκλεισε στο βαλανείο (λουτρό) της οικίας της και διέταξε να την ρίξουν σε πυρακτωμένο λέβητα. Το μαρτύριο αυτό κράτησε τρεις ημέρες αλλά η Αγία εξήλθε πάλι σώα και αβλαβής. Έτσι διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Ο δήμιος την έσφαξε μπήγοντας ανελέητα το μαχαίρι του επί τρεις φορές στον παρθενικό λαιμό της χωρίς να καταφέρει να την θανατώσει. Η Αγία αιμορραγώντας έζησε ακόμη τρεις ημέρες, ενισχύοντας τους χριστιανούς με την προσευχή της. Εκείνοι δε με ιδιαίτερη ευλάβεια άλειφαν με το τίμιο αίμα της υφάσματα με τα οποία ετελέσθησαν πάμπολλα θαύματα σε όσους «σταυρώνονται» με αυτά.
Δοξάζοντας τον Κύριο, παρέδωσε το πνεύμα της την 22α Νοεμβρίου του 230 επί Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Σεβήρου και Επάρχου Τουσκίου Αλματίου (ή του 288 επί Αυτοκράτορος Διοκλητιανού κατ’άλλους).
kekilia28
Η Σαρκοφάγος με το λείψανο της Αγίας Καικιλίας.
Το λείψανο της Αγίας Καικιλίας, παρέλαβαν αμέσως ευλαβείς χριστιανοί που ευεργετήθηκαν από την προσευχή της και είδαν από κοντά το μαρτύριό της και το ενταφίασαν με ιδιαίτερες τιμές στην Κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου αφού το ενέδυσαν με χρυσοΰφαντο χιτώνα, μανδύα και καλύπτρα και τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από κυπαρισσένιο ξύλο.
Μετά την λήξη των διωγμών ανηγέρθη επ’ονόματι της Αγίας Βασιλική στην θέση του μαρτυρίου της (στο βαλανείο της οικείας της) από τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Το έτος 817 ή 821 ο ορθόδοξος Πάπας Ρώμης Πασχάλης ο Α’, θέλησε να αναστηλώσει τον Ναό και να τον εξωραΐσει κινούμενος από ευλάβεια για την μορφή, το μαρτύριο και την θαυματουργία της Αγίας. Στόχος ήταν να ανεύρει τα λείψανά της και να τα εναποθέσει στον ανακαινισμένο Ναό αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει τον τάφο της. Ο Πάπας επιδόθηκε σε εκτενή προσευχή και η Αγία του εμφανίσθηκε σε όνειρο υποδεικνύοντάς του τον ιερό τόπο του ενταφιασμού της. Τότε ο Πάπας με την συνοδεία του έσπευσε στην Κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου, στην κρύπτη των Παπών, όπου εκστατικοί ανεκάλυψαν το αδιάλυτο και ευωδιάζον λείψανο της Αγίας Καικιλίας ως και τους σκελετούς των συμμαρτυρησάντων μετ’αυτής Βαλεριανού, Τιβουρτίου και Μαξίμου. Με ιδιαίτερη ευλάβεια συνέστειλαν τα ιερά λείψανα και τα απέθεσαν με τιμές κάτω από την Αγία Τράπεζα του Ναού όπως και το λείψανο του Αγίου Ουρβανού εντός του ιδίου Ναού.
kaikilia34
Ψηφιδωτό στην αψίδα της Βασιλικής του Trastevere (η Αγία διακρίνεται στα αριστερά).
Επίσης το έτος 1599 ανεκομίσθησαν εκ νέου τα ιερά λείψανα της Αγίας Καικιλίας και της συνοδείας της. Τότε ο Καρδινάλιος Σφονδράτο με την στήριξη του Πάπα Κλήμεντος του Η’ προέβη σε μερική αναστήλωση της Βασιλικής της Αγίας. Κατά την διάνοιξη του δαπέδου κάτω από την Αγία Τράπεζα βρέθηκαν οι δύο σαρκοφάγοι  με τα λείψανα όλων των Αγίων. Η μια βέβαια περιείχε το αδιάφθορο και ευωδιάζον μικρού αναστήματος λείψανο της Αγίας σε πλάγια θέση και καλυμμένο με ολόσωμη μεταξωτή μπόλια.
Η Αγία είχε μαρτυρήσει προ 1422 ετών και μαζί με το άφθαρτο σκήνωμά της εσώζοντο άσηπτα τα χρυσοΰφαντα ενδύματά της, ο αιματοβαμμένος χιτώνας της και το κυπαρισσένιο φέρετρό της ενώ διακρινόταν η θανάσιμη μαχαιριά στον λαιμό της, το όμορφο πρόσωπό της καθώς και τα τρία δάκτυλα της μιας παλάμης της απλωμένα και της άλλης ήταν τα δύο (δείχνοντας την πίστη στην Αγία Τριάδα και τις δύο φύσεις του Χριστού) κατά τις τελευταίες επί γης ώρες της που δεν μπορούσε να μιλά.
kekilia29
Πίνακας του Vouet Simon (1626).
Ενθουσιασμένος ο Πάπας έδωσε εντολή να εκτεθεί το λείψανο της Αγίας σε προσκύνημα μέχρι την μνήμη της στις 22 Νοεμβρίου σε διακοσμημένο τετραπόδιο. Ακολούθως μετά την λαμπρή λειτουργία στην μνήμη της και ενώπιον του Πάπα, 42 Καρδιναλίων, πολιτικών και διπλωματικών αρχών διαφόρων χωρών, το σκήνωμα τοποθετήθηκε στο κυπαρισσένιο φέρετρο και αυτό σε αργυρόγλυπτη λάρνακα η οποία ενταφιάσθηκε κάτω από την Αγία Τράπεζα εκ νέου.
Ο φημισμένος ανά την Ευρώπη γλύπτης Stephano Maderno (1576-1636) με την εντολή του Πάπα έφτιαξε το άγαλμα της Αγίας-αριστούργημα γλυπτικής-που παρουσιάζει το λείψανο της Αγίας στην στάση που βρέθηκε κατά την ανακομιδή. Στήθηκε δε προ του ιερού βήματος και ενώπιον της Αγίας Τραπέζης για να δίνει στους πιστούς την δυνατότητα να προσεύχονται στον ιερό χώρο.
Η μαρμάρινη πλάκα με την οποία οι δήμιοι πλάκωσαν ζωντανή την Αγία για να πεθάνει από ασφυξία, σήμερα χρησιμοποιείται ως το κεντρικό μάρμαρο της Αγίας Τραπέζης ενώ το δεύτερο παρεκκλήσιο στο δεξιό κλίτος της Βασιλικής είναι το δωμάτιο στο οποίο καταδικάστηκε σε θάνατο η Αγία. Πλησίον του τόπου βρέθηκαν υπολείμματα του Ρωμαϊκού λουτρού (βαλανείου) όπου μαρτύρησε η Αγία.
Η Βασιλική της Αγίας αποτελεί κόσμημα του προαστείου Trastevere της Ρώμης που βρίσκεται στην όχθη του Τίβερη και είναι πόλος έλξης για προσκυνητές από όλο τον κόσμο.
kekilia26
Η Βασιλική της Αγίας Καικιλίας στο Trastevere της Ρώμης.
Στο πρωτότυπο λατινικό κείμενο του Μαρτυρίου της Αγίας αναφέρεται ότι κατά τους γάμους της όταν ηχούσε η μελωδία της κοσμικής μουσικής, η Αγία έψαλλε στην καρδιά της ύμνους αγάπης στον εκλεκτό Νυμφίο της ψυχής της Ιησού Χριστό. Κατά την παράδοση τα πρώτα λόγια των ύμνων ήταν :
«Άγνισον Κύριε την καρδίαν μου ίνα μη εισέλθω εις πειρασμόν». Έτσι η Αγία σχετίσθηκε με την μουσική και την εξύψωσή της σε θρησκευτική τέχνη και έκτοτε θεωρήθηκε προστάτιδά της. Γι’αυτό και στην αγιογραφία, την ζωγραφική και την γλυπτική παρουσιάζεται μαζί με το εκκλησιαστικό όργανο κλειδοκύμβαλο (clavichord), την λύρα ή την άρπα ή την κιννύρα του προφητάνακτος Δαυίδ ή το βιολί.
Η μνήμη της τιμάται και από τις δύο Εκκλησίες την 22α Νοεμβρίου εκάστου έτους ομού μετά των τριών συμμαρτυρησάντων με αυτήν Αγίων Βαλεριανού, Τιβουρτίου και Μαξίμου. Η πιο παλιά απεικόνιση της Αγίας είναι σε ψηφιδωτό στον Άγιο Απολλινάριο της Ραβέννας (6ος αι.) όπου η Αγία παρουσιάζεται στην χορεία των παρθενομαρτύρων και κρατά στεφάνι.
Τοιχογραφίες με την μορφή ή το μαρτύριό της συνηθέστερα κοσμούν Ναούς και Μονές της πατρίδος μας όπως στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου και την Ιερά Μονή Φιλανθρωπηνών στο Νησάκι Ιωαννίνων.
Με ιδιαίτερη ευλάβεια τιμάται η μνήμη της στην Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου όπου σώζεται φορητή εικόνα της στο Καθολικό και είναι έργο της αδελφότητος Ιωασαφαίων.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στην ιστορική αυτή Ιερά Μονή (έτος κτίσεως 1147) που είναι κτιτορικό έργο του Αγίου Λέοντος Αργοναυπλίας, ηγουμένευσε η οσιακής μνήμης Μοναχή Καικιλία, η κατά κόσμον Κωνσταντινοπολίτισσα αρχόντισσα των Αθηνών Αυρηλία Πομόνη, η οποία ευεργέτησε ποικιλοτρόπως το μοναστήρι αναδεικνύοντάς το για έργα πολιτισμού και κοινωνικής ευποιίας (π.χ. ίδρυση εντός της Μονής δημοτικού σχολείου και οικοκυρικής σχολής). Επιπλέον ανεύρε την θαυματουργή εικόνα του Φανερωμένου Χριστού κατά την 6η Μαρτίου 1920.
kekilia27
Η Μητέρα Καικιλία Πομόνη, Ηγουμένη της Αγίας Μονής Αρείας Ναυπλίου.
Ασματική Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα προς τιμήν της Αγίας συνέθεσε ο σεβαστός Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Αεράκης κατόπιν φιλαγίου αιτήσεως της Γυναικείας Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλαμίου στο Αδάμι Αργολίδος. Επίσης Απολυτίκιον, Κοντάκιον και Μεγαλυνάριον της Αγίας Καικιλίας και της συνοδείας της συνέθεσε ο Όσιος Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Στην Ρώμη επίσης λειτουργεί (Μουσική) Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας η οποία είναι πασίγνωστη για τα όπου γης κοντσέρτα παρουσιάζει η καλύτερη συμφωνική ορχήστρα της Ιταλίας την οποία διαθέτει. Το δε Ωδείο Αθηνών (παράρτημα Ηρακλείου Αττικής) την έθεσε προστάτιδά της και προς τιμήν της εξέδωσε το 1993 ημερολόγιο τοίχου με πάμπολλες εικόνες σχετικές με την Αγία και το μαρτύριό της.

Από την Υμνολογία για την Αγία Καικιλία
Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείων τρόπων σου, τη επιλάμψει, προς αείζωον, είλκυσας φέγγος, την αυτάδελφον δυάδα και σύναυλον∙ και συν αυτοίς Καικιλία αθλήσασα, της Θείας δόξης ομού ηξιώθητε. Μεθ’ών  πρέσβευε, δοθήναι τοίς ευφημουσί σε, πταισμάτων ιλασμόν και μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος β΄. Τοις των αιμάτων σου.
Της ευσεβείας τη θεία μεθόδω σου, αθλητικώς τω Χριστώ προσηνέχθησαν, Βαλεριανός και Τιβούρτιος, ώ Καικιλία μεθ’ών ανεκραύγαζες∙ Σύ Σώτερ Μαρτύρων το στήριγμα.
Μεγαλυνάριον.
Ρόδον ως αμάραντον και τερπνόν, οσμήν ζωηφόρον, επαφήκας παρθενικώς, ήν εισδεξαμένη, η ξυνωρίς η σύμφρων, συν σοί ώ Καικιλία, λαμπρώς ηγώνισαι.
Βιβλιογραφική Πηγή
  • Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών», τόμος δεύτερος, Νοέμβριος-Δεκέμβριος, Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1998.
  • Αεράκη Νικοδήμου, Αρχιμανδρίτου, «Ασματική Ακολουθία και Κανών Παρακλητικός της Αγίας ενδόξου Μάρτυρος Κικιλίας», Αθήναι 2010.
  • Βασιλοπούλου Χαραλάμπους, Αρχιμανδρίτου, «Η Αγία Κικιλία», εκδόσεις Ορθόδοξος Τύπος, Βίοι Αγίων, Αρ. 142, Αθήναι.
  • Ευστρατιάδου Σωφρονίου Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως «Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • «Καικιλία», εν Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος έβδομος (Ιωάννης-Κωνσταντίνος), Αθήναι 1965.
  • Κρίγκα Κυπριανής, Καθηγουμένης, «Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου», Ναύπλιον 1986.
  • Λαγγή Ματθαίου, Αρχιμανδρίτου «Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος ΙΑ’, Μην. Νοέμβριος, Αθήναι 1979.
  • Μικραγιαννανίτου Γερασίμου, Μοναχού, «Νέος Ενιαύσιος Στέφανος», Άγιον Όρος 2006.
  • Μολοττού Ζώτου, «Λεξικόν των Αγίων Πάντων της Ορθοδόξου Εκκλησίας», έν Αθήναις 1904.
  • Σιμωνοπετρίτου Μακαρίου, Ιερομονάχου, «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Διασκευή εκ του Γαλλικού Ξενοφών Κομνηνός, τόμος τρίτος, Νοέμβριος, Ίνδικτος, Αθήναι 2008.
  • «Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως», (Delehaye Hippolyte, Propylaeum ad Acta Sanctorum, Novembris, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae), Bruxellis
  • «Martyrologium Romanum».
  • ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Αγία Όλγα της Αλάσκας



site analysis



1395366_543005889126210_2084766399_n (1)Η Matushka (Μητερούλα) Όλγα, γηγενής στην Αλάσκα από τη φυλή Yupik, γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1916 μ.Χ. Ο σύζυγός της, ο Νικολάι Μιχαήλ, ήταν ο ταχυδρόμος στο χωριό και διευθυντής του γενικού καταστήματος, ο οποίος αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας και στη συνέχεια αρχιερέας. Έχει υπηρετήσει την κοινότητα της ως σύζυγος ιερέα, αλλά και ως μαία.
Η Matushka Όλγα γέννησε δικά της δεκατρία παιδιά, πολλές φορές χωρίς τη βοήθεια μαίας ή δικών της ανθρώπων, από τα οποία επέζησαν τα 8.
Ήταν γνωστή για τη συμπάθεια και τη φροντίδα της προς όσους είχαν υποστεί κακοποίηση παντός είδους, ιδίως σεξουαλική κακοποίηση. Ενώ η οικογένειά της ήταν φτωχή, έδωσε απλόχερα σε αυτούς που ζούσαν χειρότερα από αυτήν, συχνά έδινε και από τα ρούχα των παιδιών της στους απόρους. Ήταν επίσης γνωστή η ικανότητά της να πει πότε μια γυναίκα ήταν έγκυος, ακόμη και πριν από την ίδια τη γυναίκα που είχε χάσει την περίοδό της.
Η Matushka Όλγα αναπαύτηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1979 μ.Χ. Πολλοί άνθρωποι από τις γύρω περιοχές ήθελαν να έρθουν στην κηδεία της, αλλά επειδή ήταν Νοέμβριος, λόγω κακοκαιρίας, φαινόταν αδύνατον. Αλλά από την ημέρα της κηδείας της, ένας άνεμος από το νότο έφερε ζεστό καιρό, απόψυξε τον πάγο και το χιόνι και έκανε το ταξίδι για το Kwethluk εφικτό. Όταν οι πενθούντες αποχώρησαν από την εκκλησία για να πάρουν το σώμα στο νεκροταφείο, ένα σμήνος πουλιών ακολούθησε. Εκείνοι που έσκαψαν τον τάφο της διαπίστωσαν ότι το έδαφος, επίσης, είχαν αποψυχθεί. Το βράδυ, μετά την κηδεία της, ο κανονικός σκληρός χειμώνας επέστρεψε.
Πηγή: trelogiannis

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Η μητρότητα ως διακονία της γυναίκας



site analysis


(Γέροντος Σωφρονίου)
Η θέση της γυναίκας κατά τους περασμένους αιώνες ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ενώ ακόμη ως τις ημέρες μας δεν έχει πλήρως τακτοποιηθεί. Σε όλα τα επίπεδα της ζωής το πρόβλημα αυτό αποδεικνύεται υπερβολικά πολύπλοκοκαι στο επίπεδο της κρατικής νομοθεσίας, και στο επίπεδο της δομής της κοινωνίας, και στο επίπεδο της κατανομής της εργασίας, και στο επίπεδο της εκπαιδεύσεως και της μορφώσεως, και στο επίπεδο τέλος της εκκλησιαστικής ζωής. Πολλά έχουν αλλάξει κατά τις τελευταίες δεκαετίες· από πολλές απόψεις η γυναίκα απέκτησε θέση ασύγκριτα καλύτερη από την προηγούμενη, αλλά ωστόσο δεν έχει βρει τη θέση της στην κοινωνία· δεν έχει βρεθεί πραγματικά το σωστό μέτρο για την αξιολόγησή της. Κατά τους προηγούμενους αιώνες ο άνδρας ήταν ο νομοθέτης, ο κύριος. Η γυναίκα όμως συχνά ήταν υπερβολικά υποβιβασμένη, και κατά την αναζήτηση αλήθειας και δικαιοσύνης όλοι όσοι επιθυμούσαν βελτίωση της θέσεως της γυναίκας είχαν τη σκέψη: να την εξισώσουν στα δικαιώματα με τον άνδρα σε όλα τα επίπεδα. Η οδός αυτή έδωσε υπέροχους καρπούς. Πολλές γυναίκες απέκτησαν μεγάλη μόρφωση, κατέχουν υπεύθυνες θέσεις στην κρατική μηχανή, άρχισαν να διαδραματίζουν ιστορικό ρόλο συμμετέχοντας στις εκλογές κυβερνήσεων. Στην οικογένεια επίσης η θέση της γυναίκας άλλαξε προς όφελός της.
Πραγματικά, όλα αυτά έτσι είναι. Αλλά μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε λυμένα τα προβλήματα όχι μόνο της εργασίας της γυναίκας, αλλά ακόμη και της οικογενειακής θέσεώς της; Η πείρα της ιστορίας έδειξε ότι το τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας αποτελείται από κύτταρα, και ένα τέτοιο κύτταρο είναι η οικογένεια. Στο μέτρο που τα κύτταρα είναι υγιή υγιαίνει και το σώμα.
Συνεπώς η υγεία στο τεράστιο σώμα της ανθρωπότητας εξαρτάται από την υγεία του κυττάρου του σώματος αυτού, της οικογένειας. Μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε τη σύγχρονη θέση της ως ευτυχή; Λόγω του ότι η γυναίκα γίνεται οικονομικά εντελώς ανεξάρτητη, εργαζόμενη όπως εργάζεται κάθε άνδρας, πλήθυναν οι διαλύσεις των οικογενειών, δηλαδή τα διαζύγια. Και στην περίπτωση που δεν υπάρχει διάλυση της οικογένειας, όταν αναγκάζεται να εργασθεί η γυναίκα εκτός σπιτιού, πάλι υποφέρει η οικογένεια, εφόσον για τα παιδιά δεν υπάρχει στο σπίτι πλέον ουσιαστικά ούτε πατέρας ούτε μητέρα. Τα παιδιά μένουν αρκετή ώρα μόνα τους ή ανατρέφονται από συγγενικά ή ξένα χέρια ή ανατίθενται σε σχολεία για την ανατροφή τους. Βασικά όμως στερούνται της μητρικής στοργής. Αν η γυναίκα εργάζεται εξίσου με τον άνδρα, τότε πάλι καταργείται η δικαιοσύνη, επειδή η γυναίκα στην οικογένεια, παράλληλα με την εργασία, βαστάζει και άλλα βάρη, επιπρόσθετα καθήκοντα, επειδή ακριβώς αυτή είναι η μητέρα των παιδιών. Θα νόμιζε κάποιος ότι, επειδή η γυναίκα βαρύνεται από μεγαλύτερες ευθύνες και ασκεί πολυπλοκότερο ρόλο, σε αυτήν πρέπει να ανήκει το προνόμιο να «κατευθύνει» την οικογένεια. Ασφαλώς κάποιος πρέπει να κατευθύνει την οικογένεια, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο καθίδρυμα. Έτσι, σε πολλές οικογένειες ανακύπτει η πάλη για εξουσία, που πολύ συχνά γίνεται καταστροφική για την οικογένεια. Συνεπώς, οπού και αν στρέψουμε την προσοχή μας, παντού βλέπουμε υπερβολικά πολύπλοκα προβλήματα, και δεν πλησιάσαμε ακόμη στην επίλυσή τους.
Έκανα τις λίγες αυτές παρατηρήσεις, για να δω τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζω όμως ότι εμείς ως χριστιανοί βλέπουμε ακόμη και εκείνα που οι άλλοι δεν προσέχουν. Θεωρούμε ότι το σπουδαιότερο θέμα γενικά για κάθε άνθρωπο είναι το ερώτημα: Τί είναι ο άνθρωπος; Ποιός είναι ο προορισμός του; Γιατί και για ποιόν λόγο εμφανίστηκε στον κόσμο; Ποιός σκοπός υπάρχει μπροστά του; Ποιό είναι το νόημα της υπάρξεώς του; Αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε· ούτε σε ένα επίπεδο. Είναι αδύνατον για παράδειγμα να επιτύχουμε αληθινά δίκαια δομή της κοινωνίας χωρίς τη γνώση αυτή. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της κρατικής οργανώσεως, αν δεν έχουμε απάντηση στο κύριο αυτό ερώτημα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με άσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, άδικη καταπίεση του ισχυρού επάνω στον ασθενή, όπως βλέπουμε στον ζωικό κόσμο. Συνεπώς, τί είναι ο άνθρωπος; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την παίρνουμε από την Αγία Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7).
Αν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και την γυναίκα ως ενιαία ανθρωπότητα, τότε είναι φυσικό ότι το θέμα της σχέσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός ήταν και θα είναι πάντοτε ένα από τα σπουδαιότερα ζωτικά θέματα. Αν στρέψουμε την προσοχή μας στα φυσικά χαρίσματα της γυναίκας και τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχά τους στον άνδρα, θα δούμε από την μακρόχρονη πείρα ότι τα χαρίσματα αυτά είναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ενώ κάποτε γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία και από την Αγία Γραφή ότι στην Ανατολή, όπου γεννήθηκαν όλες οι μεγάλες θρησκείες, η κυριότητα του άνδρα επάνω στη γυναίκα ήταν υπερβολικά ισχυρή. Η γυναίκα στη συνείδηση της Ανατολής ήταν κατά κάποιον τρόπο κατώτερο ον. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα: «Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. 14,21). Ελάμβαναν υπ’ ό­ψιν μόνο τους άνδρες, ενώ τις γυναίκες ούτε καν τις μετρούσαν. Αλλά αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στην Ανατολή.
Έτυχε να διαβάσω, όταν ήμουν νέος, κάποιες στατιστικές που έκαναν μερικοί Γερμανοί μορφωμένοι άνθρωποι για τον ρόλο του άνδρα και τον ρόλο της γυναίκας στην ιστορία του πολιτισμού. Οι πολυμαθείς αυτοί Γερμανοί παρουσίαζαν τα κατορθώματα του άνδρα ως άκρως σημαντικά (παρομοιάζοντάς τα ως όρη υψηλά), ενώ από τα κατορθώματα της γυναίκας σημείωναν μόνο μερικά που ούτως ή άλλως γράφτηκαν στην ιστορία του πολιτισμού.
Μου φαίνεται ότι η παρεξήγηση αυτή εμφανίστηκε ως συνέπεια της απώλειας της συνειδήσεως εκείνης, που περιέχεται στη Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27). Αυτό το ξεχνούν όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για να διορθώσουμε λοιπόν τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα της, αρχίζοντας από την οικογένεια, οφείλουν οι γυναίκες να ανυψωθούν με το πνεύμα και να φανερώσουν στον κόσμο την αυθεντική αξία τους, τον υψηλό ρόλο τους. Για την χριστιανική Εκκλησία το θέμα του ρόλου της γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκώς οξύτερο.
Βλέπουμε ότι στις χώρες όπου ο άθεος κομμουνισμός διεξάγει ανοικτή πάλη εναντίον της Εκκλησίας με την εφαρμογή κάθε είδους εκβιασμών, διασώζει την Εκκλησία η ανδρεία των γυναικών, η αυτοθυσία τους, η ετοιμότητά τους για κάθε είδους παθήματα. Παντού παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις Εκκλησίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό. Μπορούμε να πούμε ότι στις Εκκλησίες κατά τις ακολουθίες οι γυναίκες συνιστούν την πλειονότητα, κάποτε τα τρία τέταρτα, κάποτε όμως και περισσότερο. Αν τώρα όλες οι γυναίκες αποχωρούσαν από την Εκκλησία, τότε αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, γιατί οι άνδρες που εκπληρώνουν υψηλή ποιμαντική διακονία, κατέχοντας υψηλές ιεραρχικές θέσεις, θα έμεναν ολιγάριθμοι και, με απλά λόγια, θα ήταν γι’ αυτούς από υλικής πλευράς αδύνατον να διατηρήσουν την Εκκλησία.
Συνεπώς ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία είναι μεγάλος, και όλοι μας πρέπει να σκεφτούμε το φαινόμενο αυτό. Στη χριστιανική μας διδασκαλία για τον άνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, η γυναίκα παρουσιάζεται στο ίδιο ακριβώς μέτρο ως άνθρωπος, όπως και ο άνδρας. Οι δυνατότητες της διακονίας της μέσα στην ιστορία είναι απεριόριστες. Το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε από γυναίκα καταδεικνύει ότι η γυναίκα δεν είναι καθόλου μειωμένη ενώπιον του Θεού.
Εδώ όμως θέλω να εκφράσω το βασικότερο νόημα της ομιλίας μου. Όλα, όσα είπα μέχρι τη στιγμή αυτή, ήταν μόνο εισαγωγικά, για να σταθούμε όλοι σε σαφή πορεία σκέψεως. Αν μιλάμε για τη μεγάλη σπουδαιότητα της γυναίκας, τότε και οι ίδιες οι γυναίκες οφείλουν να δικαιώσουν τη σπουδαιότητά τους αυτή να δικαιώσουν τον εαυτό τους σε όλα τα επίπεδα της ζωής της ανθρωπότητος. Το ουσιωδέστερο όμως γι’ αυτές έργο, το σπουδαιότερο λειτούργημά τους, είναι η Μητρότητα: «Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων» (Γεν. 3,20). Για να ανυψώσουν την ανθρωπότητα οι γυναίκες, πρέπει να φέρνουν στον κόσμο παιδιά με τον τρόπο που μας διδάσκει ο λόγος του Θεού. Υπάρχουν όμως δύο είδη γεννήσεως το ένα κατά σάρκα, το άλλο κατά πνεύμα. Ο Χριστός είπε στον Νικόδημο: «Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ έστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμα έστι. Μη θαυμάσης ότι είπόν σοι, δει υμάς γεννηθήναι Άνωθεν» (Ιωάν. 3,6-7). Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ημέρες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας· ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στον Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω Πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον Εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεώρηση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.
Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;
Η Πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο· όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;
Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεν­νήσεως του νέου ανθρώπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός ανθρώπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα· ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αυτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος- μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει επί Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).
Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό Πνεύμα (βλ. Λουκ. 1,40-41). Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα (βλ. Λουκ. 2,36).
Έτσι και τώρα· αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας- και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα έστιν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξ ολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.
Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός· πως να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.
(Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ) «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ.180-189. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου – Έσσεξ)

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Γερόντισσα Άννα , η δια Χριστόν Σαλή.



site analysis



Η Άννα είχε Μικρασιατική καταγωγή και έφτασαν στην Ελλάδα με τους γονείς της σαν πρόσφυγες μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό, μετά τα γεγονότα της εκεί καταστροφής. Όταν έφτασαν εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια στα Κύργια της Δράμας. Είχε ακόμα μια αδελφή την Κρυστάλλω. Ο πατέρας της ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία και είχε ένα μικρό κοπάδι, στο οποίο βοηθούσε (σχεδόν φρόντιζε μόνη της) η μικρή Αναστασία. Αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα της Άννας πριν πάρει το αγγελικό σχήμα. Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.
Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.*
Η Άννα ήταν αγράμματη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.
Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρει μοναχή παίρνοντας το όνομά της κάπου στη δεκαετία του ’70. Αυτό έγινε στην ιερά  μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας  όμως έδιναν καρπούς.
Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.
Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου*, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου». Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί ερχόντουσαν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.
Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την πάνε με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο. Παρόμοια συμπεριφορά συναντάμε και στο βίο του οσίου παπά-Λεόντιου του δια Χριστόν σαλού, που είδαμε προηγουμένως.

 


*Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές (2006) , η κυρία Βενετία ζει στο Δοξάτο Δράμας.
*Η κυρία Τουμπαλίδου υπήρξε στενή της φίλη, ήταν η δασκάλα της Άννας, Βενετίας και είναι αυτή που ευγενώς μας παρεχώρησε τις πληροφορίες για τη γερόντισσα.



Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Γερόντισσα Μητροδώρα η έγκλειστη



site analysis


Βιογραφικά 
Η Μητροδώρα γεννήθηκε στις 28-8-1928 στο χωριό Λάσα της Επαρχίας Πάφου της Κύπρου. Ήταν δευτερότοκη από έξι αδέλφια της οικογενείας Νικολάου Νεάρχου και Αθηνάς.
Από μικρή είχε μία χάρη επάνω της και διακρινόταν για την αθωότητά της. Ήταν τελείως απονήρευτη. Είχε βαρυκοΐα από νέα. Η αθωότητά της σε συνδυασμό με την βαρυκοΐα της έδωσαν το «πιστοποιητικό» της χαζής, πράγμα που την βόλευε για να κινείται άνετα και όπως ήθελε.
Έλεγε στην ξαδέλφη της Γεωργία: «Με είχαν για χαζή. Οι γονείς μου ήθελαν να με παντρέψουν, εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ. Έπαιζα τέλεια την χαζή και δεν παντρεύτηκα». Ο δρόμος της αγαμίας ήταν επιδίωξη της συνειδητή.
Gerontissa Mitrodora_1
Αφού εκοιμήθησαν οι γονείς της και αποκαταστάθησαν τ’ αδέλφια της, η Μητροδώρα έμεινε μόνη της σ’ ένα μεγάλο πετρόκτιστο σπίτι. Η αυλή περιβαλλόταν από μανδρότοιχο που είχε ύψος τρία μέτρα περίπου. Κανείς δεν μπορούσε να μπή, αλλά ούτε και να δή το σπίτι. Είχε μία μεγάλη μεταλλική πόρτα από χοντρή λαμαρίνα (ξωπόρτι). Μόνο στην γνωστή της γιαγιά Ανδρονίκη άνοιγε, όταν χτυπούσε πολύ δυνατά και συνθηματικά την πόρτα.
Όλα μέσα στο σπίτι της ήταν παλαιά, αλλά ήταν χαριτωμένα και σαν να υμνούσαν τον Θεό. Στην αυλή είχε λίγες κότες, μία κατσίκα δεμένη με δύο κατσικάκια και αρκετά περιστέρια που μπαινόβγαιναν στο σπίτι της μέσα τρώγοντας ανενόχλητα από ένα σακκί κριθάρι. «Μου αρέσουν και λυπούμαι να τα ξεκάνω», έλεγε. Το καλοκαίρι είχε και τα χελιδόνια συντροφιά. Είχε ανοιχτό το παράθυρο για να μπαινοβγαίνουν, και έβαζε χαρτιά για να μή λερώνουν. Κοιμόταν τα βράδια όλοι μαζί κάτω από την ίδια σκεπή.
Εκεί μέσα ζούσε σαν έγκλειστη βασίλισσα η Μητροδώρα, ντυμένη με μαύρα ρούχα και με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της που την έκανε να φαίνεται γριά. Είχε πρόσωπο φωτεινό και πολύ γλυκό, πιο πολύ και από ένα μωρό. Ήταν στολισμένη με δύο αθώα ματάκια που σε κοιτούσαν όλο αθωότητα και έπαιζαν παιδικά, συνοδευόμενα με ένα γλυκό χαμόγελο. Γι’ αυτό ήταν ελκυστική σαν μαγνήτης και επιζητούσαν οι γυναίκες την συντροφιά της, αλλά αυτή προτιμούσε να μένη μόνη της με τον Θεό και τα ζώα της στην εγκλείστρα της.
Στο ανάστημα ήταν μέτρια και κάπως γεμάτη. Έγερνε προς την αριστερή πλευρά, γιατί είχε πέσει από μια σκάλα και ο σπόνδυλός της έπαθε σοβαρή βλάβη. Για να σταθή όρθια, έπρεπε να ακουμπά το αριστερό χέρι στο γόνατό της. Αλλά παρά την σωματική της αναπηρία έκανε πολλές μετάνοιες. Όταν πονούσε ο σπόνδυλος της, έλεγε: «Πονώ, αλλά δεν γίνεται, πρέπει να πονούμε».
 Gerontissa Mitrodora_2
Το τυπικό της
Το καθημερινό τυπικό της ήταν κυρίως η μελέτη της Αγίας Γραφής και πνευματικών βιβλίων. Η Αγία Γραφή της από την συνεχή χρήση είχε διαλυθή και φαινόταν σαν ένα μάτσο φύλλα. Κοιμόταν πολύ λίγο. Ξενυχτούσε μελετώντας. Ύστερα ξεκουραζόταν και ξυπνούσε νωρίς και πάλι άρχιζε την μελέτη. Όταν ξημέρωνε φρόντιζε τα ζώα της και ύστερα πάλι διάβαζε. Γύρω στις 10 π.μ. περίπου πήγαινε στην Εκκλησία που ετιμάτο στην Υπαπαντή. Ο ιερέας την αγαπούσε και της είχε δώσει κλειδιά του ναού για ν’ ανάβη τα καντήλια. Πήγαινε λοιπόν στην Εκκλησία την ώρα που οι δρόμοι ήταν άδειοι και δεν την έβλεπε κανείς. Αν συναντούσε κάποιον, έλεγε «Καλημέρα», έσκυβε προφασιζόμενη ότι δεν ακούει και προχωρούσε. Εκλειδώνετο μέσα, άναβε τα καντήλια και έμενε πολλές ώρες προσευχόμενη. Σε ερώτηση τι κάνει τόσες ώρες στην Εκκλησία απάντησε χαμογελώντας: «Μετανοιάζω και προσεύχομαι».
Ύστερα γύριζε στο σπίτι της. Καθ’ οδόν περνούσε μερικές φορές από ένα κατάστημα, αγόραζε κάτι που της ήταν απαραίτητο, και πάλι κλειδωνόταν στο σπίτι της. Ένιωθε άβολα μέσα σε κόσμο και ειδικά όταν καταλάβαινε ότι την πρόσεχαν. Προσπαθούσε τότε σκύβοντας το κεφάλι της να κρυφτή πίσω από κάποια γνωστή της. Έλεγε «όταν πάω στην Εκκλησία και έχη κόσμο στον δρόμο, κλείνω τα μάτια μου να μή βλέπω και να μην ακούω τίποτε». Τόσο πολύ πρόσεχε η Μητροδώρα. Ήταν έγκλειστη, αλλά ήταν και νηπτική (προσεκτική).
Την ρώτησαν γιατί δεν πάει και αυτή στους Αγίους Τόπους, όπως πάνε πολλοί Κύπριοι. Απάντησε: «Όχι, γυιέ μου. Δεν θέλω να πάω για να μην δώ και ακούσω άλλα πράγματα· για να μην γυρίζει ο νους μου και στο τέλος χάσω και τον Χριστό μου. Καλά είμαι έτσι».
Υπήρχε ένα πεζούλι που εκάθοντο ηλικιωμένες γυναίκες. Ήταν ο τόπος που συγκεντρώνοντο και έλεγαν τα νέα του χωριού. Όταν πίεζαν πολύ την Μητροδώρα να καθήση και αυτή μαζί τους, καθόταν για λίγο παράμερα χωρίς να μιλά. Αυτό όμως σπάνια γινόταν και το έκανε παρά την θέλησή της για να μην τις στενοχωρήση. Μία φορά ένας γνωστός της είδε την Μητροδώρα με το φωτεινό πρόσωπο της να κάθεται μαζί τους και παραξενεύτηκε. Αυτή του έκανε νόημα, σκούπισε με το χέρι της το στόμα, εννοώντας ότι δεν μιλά και αποφεύγει έτσι την κατάκριση. Και όταν ύστερα την ρώτησε γιατί δεν ανοίγει όταν χτυπούν στο σπίτι της, απάντησε: «Οι γυναίκες κάθονται μου λέει η μία για την άλλη. Δεν είναι καλό αυτό και έχει κόλαση (είναι εφάμαρτο). Γι’ αυτό και έγώ δεν ανοίγω. Με έχουν για χαζή, αλλά καλύτερα».
Προτιμούσε την ησυχία και τον εγκλεισμό γιατί εύρισκε χρόνο να προσεύχεται και να διαβάζη. Όλη την ημέρα και τη νύχτα διάβαζε. Βιβλία της προμήθευε γνωστός της και απορούσε πως τα διάβαζε τόσο γρήγορα. Κάποτε της πήγε τα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ του Σύρου, αλλά είχε ενδοιασμό μήπως δεν μπόρεση να το καταλάβη και δεν της αρέση. Όταν το διάβασε, είπε ότι αυτό ήταν το καλύτερο βιβλίο και της άρεσε πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα.
Όταν την πρωτογνώρισε ο π. Θεοδόσιος, την ρώτησε μεταξύ άλλων αν εξομολογήται. Τότε άρχισε να κλαίη γοερά και να λέη: «Τους λέω, γυιέ μου, να με πάρουν (για εξομολόγηση) και δεν με παίρνουν. Μου λένε ότι δεν έχω τίποτε, ότι δεν χρειάζεται, αλλά εγώ θέλω να εξομολογηθώ γιατί είμαι αμαρτωλή, πολύ αμαρτωλή», και συνέχισε να κλαίη, να τραβά τα ρούχα του π. Θεοδοσίου και να τον παρακαλή: «Πάρε μου, γυιέ μου, πάρε μου. Θα κάνεις μεγάλο ψυχικό». Πράγματι την πήρε και εξωμολογήθηκε στον ηγούμενο της Αγίας Μονής π. Αθανάσιο, νύν Μητροπολίτη Λεμεσού. Στον δρόμο για το Μοναστήρι είπε: «Η Παναΐα μας είναι πολλά θαυματουργή. Εψές επήγα και εγονάτισα και έκλαια και λαλώ της “Παναγούλα μου, πέψε ένα πλάσμα να με πάρη να εξομολογηθώ”. Άδε έπεψε εσένα».
Αφού εξωμολογήθηκε, ο π. Αθανάσιος είπε ότι η Μητροδώρα είναι πολύ χαριτωμένος άνθρωπος.
Χαιρόταν πολύ όταν ερχόταν η Κυριακή και πήγαινε στην Λειτουργία. Επειδή το χωριό της ήταν μικρό και δεν εγίνοντο συχνά ακολουθίες και Λειτουργίες, πολλές φορές πλήρωνε τον ιερέα για να κάνη Αρτοκλασία και Λειτουργία.
Γνωστοί της την έπαιρναν στην Αγία Μονή κάθε Παρασκευή βράδυ που γινόταν αγρυπνία. Η χαρά της Μητροδώρας ήταν μεγάλη. Όταν ήταν γιορτή και είχε Λειτουργία και στο χωριό της, αυτή μόλις γύριζε από την αγρυπνία, έπαιρνε το κλειδί, άνοιγε την Εκκλησία, άναβε τα καντήλια και περίμενε προσευχόμενη να ‘ρθούν ο ιερέας και οι ψάλτες. Όταν της έλεγαν ότι δεν είναι ανάγκη να ξαναπηγαίνη για Λειτουργία, αφού ήταν στην αγρυπνία, δεν το εδέχετο λέγοντας: «Να λειτουργή η Εκκλησία και εγώ να μένω σπίτι μου;».
Κοινωνούσε τακτικά. Πολλοί της έλεγαν ότι δεν χρειάζεται να κοινωνή τόσο συχνά. Της είπε και ένας άλλος Πνευματικός να μην κοινωνή συχνά και αναστατώθηκε. Έλεγε σε κάποιον το παράπονο της: «Δεν μπορώ να πάω στην Λειτουργία, να βγή ο Χριστός και να μην κοινωνήσω, θα ‘ρθώ σπίτι και θα κλαίω. Με την θεία Κοινωνία αγιάζεσαι, αγιάζεται το κορμί σου. Δεν γίνεται να μή κοινωνήσω». Και συνέχισε να κοινωνή με την ευλογία του Πνευματικού της, με καλή προετοιμασία και πολλή ευλάβεια. Μερικές φορές έλεγε: «Όταν κοινωνήσης, ύστερα δεν πεινάς». Γι’ αυτό, όταν κοινωνούσε αργούσε πολύ να φάη, γιατί δεν αισθανόταν πείνα.
Κάποια γειτόνισσα της σε μεγάλη ηλικία, έχοντας και εγγόνια, έμεινε έγκυος και ήθελε να κάνη έκτρωση. Πήγε στην Μητροδώρα για να την συμβουλευτή. Μόλις το άκουσε άρχισε να κλαίη και να την παρακαλή να κράτηση το βρέφος. Της έλεγε: «θα πάς να γίνης φόνισσα; Να σκοτώσης το μωρό; Γέννα το και φέρτο να το μεγαλώσω. Μήν το σκοτώσης». Η γυναίκα κατανύχθηκε, το κράτησε και το μωρό έγινε μία χαριτωμένη κοπέλλα. Η Μητροδώρα την κρατούσε και την πρόσεχε μέχρι να πάη σχολείο.
Εμπειρίες χάριτος
Όταν εξωμολογήθηκε και της διάβασε την ευχή ο Πνευματικός, ευωδίασε ολόκληρη. Ήταν η ίδια ένα άγιο λείψανο που ευωδίαζε. Στο σπίτι της τις νύχτες έβλεπε φως. Γέμιζε το δωμάτιο της φως. Όταν την ρωτούσε γνωστός της γι’ αυτές τις υπερφυσικές εμπειρίες της, εκρύπτετο και απαντούσε ότι δεν είναι καλό να τα λέμε αυτά.
Ήταν κάποτε στην Αγία Μονή που είναι σε μεγάλο υψόμετρο, στην αγρυπνία του αγίου Χαραλάμπους. Το κρύο ήταν τσουχτερό και η θερμοκρασία αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Όλοι κρύωναν, αλλά η Μητροδώρα ήταν ζεστή, τα χέρια της έκαιγαν. «Όταν εκκλησιαστής, ύστερα δεν κρυώνεις», είπε σε αυτόν που την ρώτησε γιατί αυτή δεν κρυώνει.
Στο δωμάτιο που κοιμόταν, στην Ανατολική γωνία είχε το καντηλάκι της, και οι δύο τοίχοι ήταν γεμάτοι με εικόνες Αγίων, τις οποίες αγόραζε από μικρή παρά την αντίδραση της μητέρας της. Για το καντηλάκι της έλεγε ότι το έχει συνέχεια αναμμένο και ότι τα βράδια, όταν τελειώνη το λάδι σαν να την φωνάζη κάποιος «ξύπνα, Μητροδώρα, το καντήλι θα σβήσει», αμέσως ξυπνά και μόλις το προλαβαίνει. Βάζει λάδι και ποτέ δεν σβήνει.
Κάποιος γνωστός της είδε στο σπίτι της ένα αντικείμενο και του άρεσε. Χωρίς καθόλου να εκδηλωθή, αυτή το διαισθάνθηκε και φεύγοντας του το έδωσε ως δώρο με πολύ χαριτωμένο τρόπο.
Στην δυτική πλευρά του σπιτιού της είχε έναν τοίχο ξηρολιθιά που γκρεμίστηκε, και από εκεί έβγαιναν οι κότες της έξω. «Τί να κάνω», έλεγε, «αφού δεν έχω κανένα να μου φτιάξη τον τοίχο. Βάζω τον σταυρό μου και λέω “ελα δύναμίς σου, Θεέ μου και Παναΐα μου” και αρπάζω μία πέτρα μεγάλη και την βάζω στον τοίχο. Την κοιτάω ύστερα και λέω: “Θεέ μου, μα εγώ την έβαλα; Πόση δύναμη μου έδωσες;”». Με αυτό τον τρόπο έβαλε όλες τις πέτρες και έκτισε τον τοίχο, αυτή που ούτε μισό κουβά νερό να σηκώση δεν μπορούσε, γιατί είχε σπασμένο σπόνδυλο. Τα διηγείτο αυτά με πολλή απλότητα και συγκίνηση.
Είχε πολλά δάκρυα και όταν μιλούσε για πνευματικά θέματα έκλαιγε.
Συχνά έλεγε ότι η Παναγία μας είναι θαυματουργή. Όταν την ρώτησε έμπιστο της πρόσωπο αν είδε καμμία φορά την Παναγία, χαμογέλασε και δεν απάντησε. Στην επιμονή του είπε, «ναί». Μετά την ξαναρώτησε: «Μία φορά ή πολλές;», και απάντησε, «πολλές».
Δοκιμασίες
Εϊναι νόμος πνευματικός οι θλίψεις να σφραγίζουν την ζωή των ηγαπημένων υπό του Κυρίου. Φυσικά και η Μητροδώρα δεν μπορεί να αποτελέση εξαίρεση. Ιδίως στα τελευταία χρόνια της πέρασε μεγάλους πειρασμούς. Έτσι ήθελε ο Θεός· να την δοκιμάση για να λάμψη περισσότερο η αρετή της.
Ο πρώτος πειρασμός που για χρόνια την βασάνιζε ήταν τα περιουσιακά. Έξ αιτίας αυτών άργησε να γίνη μοναχή, ενώ το ήθελε από μικρή. Μερικοί διέδιδαν ότι ο παπάς θα κάνει την Μητροδώρα μοναχή και θα φάνε την περιουσία της τα Μοναστήρια. Η καημένη έκλαιγε και δεν ήξερε τι να κάνη.
Την Μητροδώρα, οι απλοί άνθρωποι του χωριού την εκτιμούσαν, γιατί επληροφορούντο εσωτερικά για την ζωή της, και από αφέλεια και απερισκεψία διέδιδαν ότι είναι αγία ή ότι ζή σαν καλόγρια. Ο Θεός, φαίνεται, για να την προστατέψη από τον πόλεμο της υπερηφάνειας, επέτρεψε ενώ πήγαινε στην Εκκλησία και την χτύπησε με τα κέρατα μία κατσίκα της γειτόνισσας και την έρριξε κάτω. Χτύπησε άσχημα και έκανε πολύν καιρό να συνέλθη.
Μετά από αυτό και ενώ δεν είχε γίνει ακόμη καλά, επληρώθη κυριολεκτικά σ’ αυτήν ο ψαλμικός λόγος: «Εδοκίμασας ημάς ο Θεός, επύρωσας ημάς… έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών…». Ένα βράδυ, ενώ ήταν αναμμένο το τζάκι, κάθησε κοντά για να ζεστάνη την πλάτη της, και χωρίς να καταλάβη πήρε φωτιά. Χρειάσθηκε να μείνη αρκετό καιρό στο Νοσοκομείο, γιατί το κάψιμο ήταν πολύ, και με τα ρούχα έβγαινε και το δέρμα της. Πονούσε πολύ, αλλά δεν έλεγε τίποτε.
Και η τελευταία δοκιμασία της ήταν ο καρκίνος. Πονούσε και ο γιατρός διέγνωσε καρκίνο στο στομάχι. Ήδη ήταν προχωρημένη η νόσος. Έμεινε στο κρεββάτι, άρχισε να χάνη βάρος και είχε πόνους ανυπόφορους.
Μοναχική κουρά και κοίμηση
Οι γνωστοί της που την έβλεπαν να σβήνη σιγά-σιγά, την προέτρεψαν να πάρη το μοναχικό σχήμα που επιθυμούσε. Ήδη είχαν τακτοποιηθή και τα περιουσιακά και ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Δέχτηκε και έγινε η κουρά της στις 8 Οκτωβρίου 2000, παραμονή του αγίου Ανδρόνικου και Αθανασίας, στην Μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Οι μοναχές και η Γερόντισσα ήθελαν να την κρατήσουν στο Μοναστήρι για ευλογία εξ αιτίας της αρετής της, αλλά αυτή ζήτησε να πάη στο σπίτι της, στην εγκλείστρα της, όπου αγωνίστηκε όλη την ζωή της, και να ταφή στο κοιμητήρι του χωριού της.
Οι τελευταίες μέρες της ήταν γεμάτες χαρά αλλά και πόνο. Ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος που έπνιγε την χαρά.
Την τελευταία μέρα κυριολεκτικά σπαρταρούσε από τους πόνους, κουνούσε συνέχεια τα χέρια και τα πόδια της και γύριζε στο κρεββάτι. Της έκαναν Ευχέλαιο, την κοινώνησαν μετά έπαυσαν οι πόνοι και ησύχασε τελείως. Το πρωί της επομένης ημέρας πάλι την κοινώνησαν και ύστερα έγειρε το κεφάλι της ήρεμα και πέταξε η ψυχή της για τον ουρανό στις 2 Νοεμβρίου το έτος 2000, σε ηλικία 71 ετών.
Πριν ακόμη αρρωστήση η Μητροδώρα, ο π. Θεοδόσιος της είχε πει μεταξύ σοβαρού και αστείου, να τον ειδοποίηση, όταν θα πεθάνη. Του το υποσχέθηκε και τήρησε την υπόσχεση της. Την ημέρα που εκοιμήθη είδε όνειρο ο π. Θεοδόσιος ότι ήταν στο σπίτι της με πολύ κόσμο και άκουσε την γιαγιά να φωνάζη:
«Πέστε στον παπά ότι θα πεθάνω». Την ίδια ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και τον ειδοποίησαν ότι η γερόντισσα Μητροδώρα μόλις είχε κοιμηθή.
Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.
Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», σ. 224 – 234, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012-ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Η Αγία Νεομάρτυς Ελένη από την Σινώπη του Πόντου



site analysis

Η Αγία Νεομάρτυς Ελένη από την Σινώπη του Πόντου


Μαρτύρησε στη Σινώπη την 1η Νοεμβρίου ( 18ος αι.)
Η αγία παρθενομάρτυς Ελένη καταγόταν από την Σινώπη , τη μητρόπολη των πόλεων του Πόντου. Ήταν κόρη της ευσεβούς οικογένειας Μπεκιάρη. Οι γονείς της την ανέθρεψαν με φόβο Θεού. Στην ανατροφή της επέδρασε και ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, που δίδασκε σε ελληνικό , κρυφό, σχολειό της Σινώπης.Η αγία ήταν δεκαπέντε ετών, πολύ όμορφη, η δε αγνότητά της έδινε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της.
Μια ημέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράσει νήματα, για το κέντημα από το κατάστημα του Κρυωνά. Στο δρόμο εκείνο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου πασά της Σινώπης. Την ώρα που περνούσε η Ελένη την είδε ο πασάς απ’ το παράθυρο και η ωραιότητά της τράβηξε την ακόλαστη ψυχή του. Διέταξε αμέσως και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσπάθησε δυο και τρεις φορές να την μιάνει αλλά μια αόρατη δύναμη τον απωθούσε . Ένα αόρατο τείχος προστάτευε την κόρη. Ήταν το τείχος της προσευχής .Η Ελένη προσευχόταν νοερώς λέγοντας συνεχώς τον εξάψαλμο .
Ο αγαρηνός δεν απελπίστηκε, διέταξε τους στρατιώτες του να την φρουρούν. Πίστευε πως αργά ή γρήγορα θα πετύχαινε τον βδελυρό σκοπό του.
Κάποια στιγμή όμως η αγία, με τη σκέπη του Θεού, διέφυγε την προσοχή των στρατιωτών και έτρεξε σπίτι της, όπου διηγήθηκε στους γονείς της τι της συνέβη. Ο πασάς όταν αντιλήφθηκε την απόδραση της κόρης έγινε έξω φρενών. Κάλεσε τους δημογέροντες και τους ζήτησε να του φέρουν αμέσως την κοπέλλα ειδ’ άλλως θα διέτασσε γενική σφαγή των Ελλήνων στην πόλη.
Οι δημογέροντες, αφού έκαναν σύσκεψη στο Ελληνικό Σχολείο, κάλεσαν τον πατέρα και του ζήτησαν να παραδώσει την κόρη του στον πασά για το γενικό καλό. Ο πατέρας με λυγμούς αναγκάστηκε να δεχθεί για να μη γίνει μεγάλο κακό. Πήγε στο σπίτι του και ,αφού ενίσχυσε κατάλληλα την κόρη του , την πήρε και την οδήγησε στον πασά , για να προσφέρει τον εαυτό της όχι στις ασελγείς ορέξεις του τούρκου αλλά ευώδες θυμίαμα στον Χριστό.
Ο πασάς τη δέχτηκε με ανείπωτη χαρά ελπίζοντας ότι θα ικανοποιήσει την επιθυμία του. Προσπάθησε πολλές φορές να την μολύνει , μάταια όμως, η αόρατη δύναμη , ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη, τον εμπόδιζε και τον απωθούσε. Η αγία προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον εξάψαλμο, τον οποίο γνώριζε από στήθους καθώς και άλλες προσευχές που είχε μάθει στο σχολείο από τον θείο της.
Την επόμενη μέρα πάλι επεχείρησε ο πασάς αλλά τίποτε. Οργισμένος, εκνευρισμένος, διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές υγρές φυλακές της Σινώπης. Η καρδιά του σκλήρυνε συνεχώς, δεν έβλεπε το θαύμα. Η ακόρεστη ασέλγειά του φούντωνε περισσότερο. Την επισκέφτηκε στη φυλακή ελπίζοντας να πετύχει εκεί τον σκοπό του αλλά μάταια, και εκεί ο Νυμφίος Χριστός προστάτευσε την νύμφη του. Οπότε υπερβολικά οργισμένος διέταξε να την βασανίσουν και να την θανατώσουν.
Την βασάνισαν μπήγοντάς της καρφιά στο κεφάλι. Και την αποκεφάλισαν. Το σώμα της και το κεφάλι τα έβαλαν σ’ ένα σακί και το έριξαν στη θάλασσα. Αυτό όμως αντί να βυθιστεί επέπλεε ενώ φως κατέβαινε από τον ουρανό και φώτιζε το άγιο λείψανο. Οι τούρκοι τα’χασαν , άρχισαν να φωνάζουν « η γκιαούρισα καίγεται, η γκιαούρισα καίγεται » . Το άγιο λείψανο συνέχισε να επιπλέει, ώσπου έφτασε στην τοποθεσία Γάει , όπου τα νερά είναι μαύρα λόγω του βάθους και εκεί βυθίστηκε.
Ύστερα από λίγες ημέρες ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε εκεί κοντά. Το τρίτο βράδυ ο νυχτοφύλακας είδε στο βυθό κάτι να λάμπει σαν χρυσός. Ειδοποίησε τον πλοίαρχο και με δύτες ανέσυραν τον θησαυρό . Δεν επρόκειτο όμως για φθαρτό θησαυρό . Ανοίγοντας τον σάκο βρέθηκαν μπροστά στο τίμιο λείψανο της αγίας παρθενομάρτυρος και νεομάρτυρος Ελένης. Στην κεφαλή της ήταν μπηγμένο ένα καρφί και υπήρχε και άλλη μια τρύπα από καρφί.
Ο πλοίαρχος φοβήθηκε τους τούρκους και παρέδωσε το σώμα της αγίας σε παραπλέον πλοίο που έφευγε με Έλληνες για τη Ρωσία ενώ την αγία κάρα της κρυφά τη μετέφερε στον ναό της Παναγίας στη Σινώπη.
Στον τόπο που βυθίστηκε η αγία μέσα στη θάλασσα βγήκε σαν πίδακας γλυκό νερό, αγίασμα και έκτοτε η περιοχή ονομάστηκε Αγιάσματα.
Η τιμία κάρα της αγίας έκανε πολλά θαύματα στη Σινώπη. Ιδιαίτερα όταν υπέφεραν από πονοκεφάλους , καλούσαν τον ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία κάρα ,έψαλλε παράκληση και αγιασμό και θεραπεύονταν ο πονοκέφαλος.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922, ο πρόεδρος της Σινώπης Χρήστος Καφαρόπουλος μετέφερε την κάρα της αγίας στη Θεσσαλονίκη και την εναπέθεσε στον Ι. Ναό της Αγίας Μαρίνης στην Άνω Τούμπα, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα ευωδιάζοντας και θαυματουργώντας.
Ο καταγόμενος από τη Σινώπη αείμνηστος μητροπολίτης Σερρών Κωνσταντίνος Μεγρέλης ερχόταν στην Αγία Μαρίνα κάθε 1 Νοεμβρίου και συνεόρταζε την Αγία νεομάρτυρα Ελένη μαζί με τους Αγίους Αναργύρους. Την ημέρα δε αυτή συγκεντρώνονταν και συνεόρταζαν όλοι οι Σινωπείς.