Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Προσεγγίζοντας την ορθόδοξη Μητέρα



site analysis

Πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου*
Σας καλησπερίζω κι εγώ με τη σειρά μου και σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς που μου κάνατε την τιμή να βρίσκομαι απόψε κοντά σας, σ’αυτή την όμορφη παρέα και στο ζεστό σας χώρο, για να προσεγγίσουμε όλοι μαζί αυτή την εργάτρια του Ευαγγελίου, μια λαξεύτρια της παιδικής ψυχής, την Ορθόδοξη Χριστιανή μητέρα. Όμως, πριν φτάσουμε σε αυτή πρέπει πρωτίστως να ξεκινήσουμε από την ευλογημένη συζυγία. Μία συζυγία, η οποία δεν είναι ένας βίος ανθόσπαρτος, όπως ορισμένες φορές λανθασμένα ευχόμαστε στα νιόπαντρα ζευγάρια, γιατί η συζυγία, όπως όλοι θα γνωρίζετε, αλλά και όπως το λέει και η ίδια η λέξη είναι «συν+ζυγός», δηλαδή είναι ένα φορτίο, το οποίο καλούνται να σηκώσουν με αγάπη και υπομονή δύο άνθρωποι.

Δύο άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι χθες ήταν ολότελα ξένοι, με διαφορετικούς χαρακτήρες, παρελθόν, ήθη και έθιμα, ακόμα και πατρίδες, με ελεύθερη βούληση και πάντοτε με τη Θεία ευλογία, αποφασίζουν να πορευθούν μαζί στη ζωή. Ζωές παράλληλες, σήμερα τέμνονται! Σώματα δύο, γίνονται ένα! «῏Ω μακαρία δυάς! … λένε οι Πατέρες… ῏Ωἀγάπη ἀστείρευτη!» … που ολοκληρώνεσαι και καθαγιάζεσαι μέσα από το μυστήριο του γάμου!

Μέσα σε αυτό το ευλογημένο πλαίσιο, οι δύο άνθρωποι ενώνονται σε ένα ψυχοσωματικό σύνολο και παλεύουν όχι μόνο να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, αλλά και να συναντήσουν το Θεό. Από την ένωση αυτή επέρχεται ως υψίστη ευλογία του Θεού, η τεκνογονία. Ο μικρός και φθαρτός άνθρωπος, καθίσταται συνδημιουργός του Θεού και προσφέρει αυτό που έχει, το φθαρτό, το σώμα. Οι άνθρωποι προσφέρουν την ύλη-σώμα και ο Θεός την αθάνατη ψυχή.

Μπορεί άραγε η ανθρώπινη διάνοια να συλλάβει το ύψος της κλήσεως και της τιμής; Ο Θεός δεν μας έχει ανάγκη. Θα μπορούσε να βρει ένα οποιοδήποτε άλλο τρόπο για να δημιουργήσει νέους ανθρώπους. Όμως δεν ήθελε να μας παραμερίσει. Ήθελε να καθαγιαστούμε κι εμείς μέσα από τους νέους ανθρώπους. Πατέρας, Μητέρα! Υπάρχουν λέξεις πιο σπουδαίες από αυτές; Μεταξύ όλων των λαών, οι γονείς είναι πρόσωπα σεβαστά και ιερά. Τι έλεγε ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης; «Οὐκ ἔστι μητρὸς οὐδὲν ἥδιον», δηλαδή «Δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό από τη μητέρα». Σπουδαίο πράγμα η μητρότητα, μα τι είναι στ’αλήθεια; Μητρότητα σημαίνει εκούσια θυσία. Η θυσία όμως αυτή είναι ηθελημένη και υψίστη και θα πληρωθεί με μεγάλη αμοιβή από το Θεό.

Αν ήθελε κάποιος να μιλήσει για τις θυσίες που κάνουν οι μητέρες, θα μπορούσε να μιλάει μέρες και να γράψει τόμους. Πόσες μητέρες στις μέρες μας, στο άκουσμα ότι πάσχουν από μια ανίατη ασθένεια και ότι θα πρέπει να κάνουν διακοπή της κυήσεώς τους, δε θυσιάζουν το «εγώ» τους και τον εαυτό τους και αρνούνται κατηγορηματικά να θυσιάσουν το σπλάγχνο τους για να σωθεί η ζωή τους; Πόσες ακόμη δεν έχουν θυσιάσει και τη ζωή τους; Σε πρόσφατο σεισμό, όταν μια μητέρα κατάλαβε ότι το σπίτι της επρόκειτο να καταρρεύσει, προστάτευσε το μωρό της με το ίδιο της το σώμα και όταν, δύο μέρες μετά, οι διασώστες ανέσυραν το βρέφος ζωντανό αλλά τη μητέρα νεκρή, διάβασαν στην οθόνη του κινητού της δύστυχης μάνας: «Αν επιζήσεις, να ξέρεις ότι σ’αγαπώ!» Πριν ξεψυχήσει, άφησε στο παιδί της παντοτινή κληρονομιά δυο λόγια αγάπης! Αλλά και πριν πολλά χρόνια, τη μετακατοχική περίοδο, σε μια πόλη της Αθήνας, μια φτωχή μάνα, στην προσπάθειά της να ηρεμήσει το νεογέννητο αγοράκι της που έκλαιγε σπαρακτικά γιατί πεινούσε, αποφάσισε να το θηλάσει, ενώ δεν είχε γάλα. Λίγη ώρα μετά, έντρομη διαπίστωσε πως το πρόσωπο του μωρού ήταν γεμάτο κόκκινα στίγματα. Βλέποντάς το ο γιατρός, συγκινημένος, της λέει: «Καημενούλα μου, τα κόκκινα αυτά στίγματα είναι το αίμα της καρδιάς σου!» Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα θα μπορούσε να αναφέρει κανείς…

Στο σημείο όμως αυτό, ένας σύγχρονος παιδαγωγός έρχεται να εξυψώσει την ορθόδοξη χριστιανή μητέρα λέγοντας: «Δώστε μου μητέρες χριστιανές και μπορώ να αναμορφώσω τον κόσμο!» Γιατί δεν λέει ικανές μητέρες; Γιατί ζητά μητέρες χριστιανές ο μεγάλος αυτός παιδαγωγός; Μα γιατί οι χριστιανές μητέρες, ύστερα από το Θεό, είναι οι σπουδαιότερες εργάτριες, που λαξεύουν τις παιδικές ψυχές και εμπνέουν ιδανικά, αγωνιζόμενες να μορφώσουν τα τέκνα τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου»!

Αυτό το σκοπό είχαν και οι άγιες μητέρες των Τριών Ιεραρχών, τα τέκνα των οποίων η Εκκλησία μας εόρτασε πριν λίγες μέρες. Θα τις αναφέρουμε για να μας εμπνεύσουν και για να μπορέσουμε να τις ακολουθήσουμε.

Πρώτη, η αγία Εμμέλεια, η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου. Μητέρα δέκα τέκνων εκ των οποίων τα πέντε άγιοι της Εκκλησίας μας! Όπως έλεγε και το όνομά της, «ἐν+μέλος» υπήρχε σε όλη τη ζωή της αρμονία. Η ζωή της όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Λίγο μετά τη γέννηση του δέκατου παιδιού της, του αγίου Πέτρου Σεβαστείας, ο σύζυγος της Βασίλειος, πεθαίνει και μένει μόνη να μεγαλώσει τα τέκνα της. Λίγο αργότερα, χάνει και ένα από τα μικρότερά της αγόρια, και λίγο πιο μετά χάνει τον αγαπημένο της γιο, τον άγιο Ναυκράτιο, ο οποίος ήταν μοναχός και πνίγηκε κατά τη διάρκεια ψαρέματος. Μένει μόνη να μεγαλώσει τα οκτώ της παιδιά. Δεν το έβαλε κάτω ούτε μια στιγμή. Από μικρά τους έλεγε ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους μάθαινε να προσεύχονται, να ψάλλουν ύμνους της Εκκλησίας, να εκκλησιάζονται τακτικά. Τα παρακολουθούσε ως άγρυπνος φρουρός, έχοντας πάντα στο νου της ότι μπροστά της δεν είχε μόνο σώματα, αλλά αθάνατες ψυχές. Όταν κάποτε ο άγιος Βασίλειος αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ρητορική εκτός από τις άλλες επιστήμες που είχε σπουδάσει, εκείνη με κλάματα και αγάπη και τη βοήθεια της κόρης της αγίας Μακρίνας, κατόρθωσε να τον μεταπείσει, αλλά και να αξιωθεί να τον δει Επίσκοπο Καισάρειας.

Δεύτερη, η Νόννα, η μητέρα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η γυναίκα των προσευχών και των δακρύων. Βρέθηκε μπροστά σε δύο μεγάλους σταυρούς: Ο σύζυγός της Γρηγόριος ήταν αιρετικός, οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, το οποίο συνδύαζε ειδωλολατρικά και ιουδαϊστικά στοιχεία. Δύο κόσμοι αντίθετοι. Ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε το χωρισμό. Χρόνια ολόκληρα προσευχόταν με πίστη και ο καλός Θεός όχι μόνο άκουσε τις προσευχές της, αλλά την αξίωσε να δει το σύζυγό της Επίσκοπο Ναζιανζού! Εδώ να υπενθυμίσω στην αγάπη σας ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια εποχή όπου η Εκκλησία ανεδείκνυε έγγαμους Αρχιερείς έως το 691 μ.Χ. με τη Σύνοδο της Πενθέκτης. Αλήθεια πόση χαρά και ευτυχία απήλαυσε η Νόννα! Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ενώ το σπίτι της ήταν γεμάτο αγαθά, έλειπε ο θησαυρός που ποθούσε, τα παιδιά! Νύχτα μέρα προσευχόταν και ικέτευε τον Κύριο να της χαρίσει τέκνα και το θαύμα εγένετο! Η προσευχή της, έφερε στο φως τον υιό της, άγιο Γρηγόριο! Εκείνη όμως συνέχισε τις προσευχές της και ο Κύριος την αξίωσε να αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά, τη αγία Γοργονία και τον άγιο Καισάριο. Έβλεπε τα παιδιά της με δέος και πριν αυτά μάθουν ακόμη γράμματα τους έδινε να κρατούν την Αγία Γραφή κι εκείνη τους έλεγε τις ιερές ιστορίες. Τα παιδιά μεγάλωσαν και λάτρεψαν και τα τρία τον Θεό. Η καρδιά της Νόννας όμως, έμελλε να περάσει κι άλλες θλίψεις. Σε ηλικία 37 ετών χάνεται ο λαμπρός ιατρός και υιός της Καισάριος και λίγο αργότερα η κόρη της Γοργονία και ο γαμπρός της Αλύπιος. Όμως η Νόννα, ως άνθρωπος του Θεού, όλα τα υπέμενε! Παρέμεινε γενναία, νικήτρια του πόνου και ανέθρεψε τα έξι ορφανά εγγόνια της…

Μια τέτοια γενναία γυναίκα ήταν και η Ανθούσα, σύζυγος του Στρατηλάτου Σεκούνδου, μητέρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς και μορφώσεως που στα είκοσι της χρόνια και λίγους μήνες μετά τη γέννηση του υιού της, έμεινε χήρα! Δε θέλησε να κάνει δεύτερο γάμο, αλλά προτίμησε σε τόσο μικρή ηλικία να αφιερωθεί στη ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγηση του υιού της. Ήξερε άλλωστε ότι ο Κύριος είναι «ὁ πατὴρ τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴς τῶν χηρῶν» ή όπως πιο απλά λέει ο λαός μας «στο φτωχό και στο ορφανό πουλί ο Θεός χτίζει φωλιά»!

Βλέποντας τέτοιες ένδοξες γυναίκες πώς να μη θαυμάσει και αναφωνήσει ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος Λιβάνιος: «Βαβαί, οἷαι παρὰ χριστιανοῖς γυναῖκες εἰσίν!»

Υπάρχουν σήμερα Εμμέλειες, Νόννες, Ανθούσες; Η απάντηση είναι καταφατική! Είναι όλες αυτές οι ορθόδοξες μητέρες που αγωνίζονται καθημερινά να μεγαλώσουν τα παιδιά τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δε μεριμνούν μόνο για την ευπορία και ευζωία των παιδιών τους. Δεν αγωνίζονται μόνο για το πώς θα τους χτίσουν σπίτια και θα τους αφήσουν κληρονομιές. Αυτά είναι όμορφα, αλλά είναι μόνο για αυτή τη ζωή. Και όπως καλά γνωρίζουμε, μία ῥοπὴ καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Πόθος τους τρανός λοιπόν, θα πρέπει να είναι να αποκτήσουν τα τέκνα τους χριστιανικές αρετές, να έχουν καλούς τρόπους, να θησαυρίσουν έργα αγάπης. Και πώς θα το κατορθώσουν αυτό; Οδηγώντας τα στο Χριστό, όχι μόνο από παιδική ηλικία, ούτε από βρεφική ηλικία, αλλά από μητρός κοιλίας και γνωρίζοντας πως η αγιότητα των γονέων είναι η καλύτερη αγωγή ἐνΚυρίῳ, όπως έλεγε και ο γέροντας Πορφύριος. Ακτινοβολείς Χριστό, το ίδιο θα κάνει και το παιδί σου αργά ή γρήγορα.

Και αν τα παιδιά φαίνονται απρόθυμα να ακολουθήσουν τη μακαρία οδό; Τότε τι κάνει η ορθόδοξη μάνα; Μα φυσικά κάνει το θέμα της, θέμα προσευχής! Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Με λάδι και δάκρυ δε χάνονται ποτέ! Ας θυμηθούμε το παράδειγμα της Αγίας Μόνικας, η οποία δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια προσευχόταν για να γυρίσει στο δρόμο της αληθείας ο υιός της, Ιερός Αυγουστίνος.

Αυτή είναι η ορθόδοξη μητέρα! Αυτή που δεν τη νοιάζει το «εγώ» της και το φαίνεσθαι του κόσμου. Αυτή που αγωνίζεται μέχρις εσχάτων και που η αγάπη της νικάει ακόμα και τον ίδιο το θάνατο! Ναι, και τον ίδιο το θάνατο μας επιβεβαιώνει ο πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ με ένα συγκλονιστικό πραγματικό περιστατικό: ήταν κάποτε ένας βοσκός, άγριος και αντικοινωνικός, κακότροπος, θηρίο ανήμερο θα λέγαμε. Από κάποιο σημείο στη ζωή του και μετά αποφάσισε να απομονωθεί με τα λιγοστά του ζώα στην κορφή ενός βουνού, περιμένοντας το τέλος του. Και όταν πράγματι κατάλαβε ότι πλησιάζει ο θάνατός του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και περίμενε το τέλος. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά του ένας ιερέας. Εκείνος όταν τον είδε, αφήνιασε. «Να φύγεις! Ποιός σε κάλεσε;» φώναζε. Μάταια προσπαθούσε να τον πείσει ο ιερέας για το λόγο που είχε πάει εκεί και αφού δεν μπόρεσε να τον πείσει με τίποτα, του είπε: «Αλήθεια σου λέω με κάλεσε αυτή η γυναίκα!» «Ποια γυναίκα;» τον ρώτησε ο άντρας. «Αυτή η γυναίκα που έχεις τη φωτογραφία της πάνω από το κρεβάτι σου!» Συγκλονισμένος ο άντρας ξέσπασε σε λυγμούς. «Μα αυτή είναι η μάνα μου και έχει πεθάνει εδώ και τριάντα χρόνια!» Ήταν η ψυχή της μάνας που πέρασε τα σύνορα, νίκησε ακόμα και τον ίδιο το θάνατο για να βρει τον ιερέα και να τον παρακαλέσει να σώσει και την ύστατη ώρα την ψυχή του παιδιού της. Εκείνος ο άνθρωπος δεν πρόλαβε να κάνει πολλά, πρόλαβε μόνο να πει «ἥμαρτον Κύριε!», να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να παραδώσει την ψυχή του. Όπως βλέπουμε, δεν έχει σύνορα η μητρική αγάπη. Μπορεί να νικήσει τα πάντα, ακόμη και το θάνατο.

Ας μας ελεήσει ο Κύριος αδελφοί μου, την ημέρα της Κρίσεως να σταθούμε μπροστά Του με ταπείνωση και γενναίο φρόνημα και να αναφωνήσουμε: «ἰδού ἐγώ και τάπαιδία ἅ μοι ἔδωκας» αλλά να αξιωθούμε να ακούσουμε και από το δικό Του στόμα: «εὖ, δούλη ἀγαθή καὶ πιστή! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» Αμήν!

Σας ευχαριστώ από καρδιάς!

(Ομιλία της πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου σε εκδήλωση με την ευκαιρία της εορτής της «Υπαπαντής του Κυρίου» και προς τιμήν της Ορθοδόξου Χριστιανής Μητέρας, στο ενοριακό κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς)
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας: κα Δήμητρα Γκούτη-φιλόλογος
http://synodoiporia.blogspot.gr/2013/02/blog-post_237.html

Ομιλία Γερόντισσας Άννας στην Ημερίδα «Ο Όσιος Πορφύριος και οι Νέοι»



site analysis




12/1/2016
Ημερίδα για τον Άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη.
Εισήγηση με θέμα: «Ο Άγιος Πορφύριος και οι νέοι»
Παναγιώτατε Μητροπολίτα Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμε.
Σεβασμιότατε Αρχιεπίσκοπε του Θεοβαδίστου όρους Σινά κ. Δαμιανέ.
Σεβασμιότατοι Άγιοι αρχιερείς:  Άγιε Δρυϊνουπόλεως κ. Ανδρέα, Άγιε Πειραιώς κ. Σεραφείμ...............
Άγιοι Καθηγούμενοι και οσιολογιώτατες Γερόντισσες, άγιοι πατέρες.
Αξιότιμοι φορείς της τοπικής Διοικήσεως.
Αγαπητοί μου και σεβαστοί μου σύνεδροι, συμπορευτές της ζωής μου κοντά στον Γέροντα Πορφύριο.
Πολυαγαπημένα μου παιδιά, φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και όχι μόνο, ας έχουμε την ευχή του Αγίου Πορφυρίου, έτσι ώστε αυτή η Ημερίδα πολύ να ωφελήσει τις ψυχές μας.
Το θέμα μας είναι: «Ο άγιος Πορφύριος και οι νέοι, πώς ο άγιος Πορφύριος και με ποιό τρόπο προσέγγιζε και νουθετούσε τους νέους» και μου ζητήθηκε να μιλήσω για την προσωπική μου γνωριμία μαζί του όταν και εγώ ως νέα τον  εγνώρισα και συνδέθηκα μαζί του.

Κατ’αρχήν να ευχαριστήσω τον Παναγιώτατο Κ. Άνθιμο και τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής για την ευγενή πρόσκληση, αν και η παρουσία μου εδώ ανάμεσα σε τόσους εκλεκτούς και πολύ αγαπητούς εισηγητές δεν νομίζω ότι έχει να προσδώσει κάτι περισσότερο, απ’ αυτό που εκείνοι τόσο εμπειρικά μας έδωσαν. Όμως όταν μου έγινε η πρόταση απευθύνθηκα προσευχητικά στον Γέροντα και του είπα: «Παππούλη μου όλο και περισσότερο γίνεσαι γνωστός και η φήμη σου έφθασε στα άκρα της γης, ο λόγος σου ο πατρικός αγκαλιάζει ψυχές συνεχώς, και όλο και προσελκύονται άνθρωποι στον Χριστό και ζητούν όλοι αυτοί να μάθουν για σένα, όμως ξέρεις πολύ καλά πως εγώ αυτό που ζητούσα από σένα, ήταν η ησυχία, αυτήν που και εσύ ποθούσες, όταν έφυγες για τα αγαπημένα σου βράχια, τα καυσοκαλύβια και όμως βρέθηκες Ιεραπόστολος μέσα στον βούρκο της Ομόνοιας και έλαμψες, γιατί πήρες το μέλι της ησυχίας και το μετέδωσες στον πολύβουο και κοσμικό άνθρωπο και κατέστησες το κέντρο της αμαρτίας τόπον ησυχασμού και αγιασμού. Αυτό ζητούσες και από μένα και προφητικά τότε που ήμουν νέα μου έλεγες «Θα πάς να ζήσεις στα ριζά ενός βουνού εκεί θ’ανακαλύψεις τον Θεό και εκεί θα τουευαρεστήσεις». Και πραγματικά επαληθεύτηκες όπως πάντα. Ιδρύθηκε το μοναστήρι σου σε μια ευαίσθητη περιοχή με την αμέριστη βοήθεια και καθοδήγηση του Αγίου Ξάνθης, σ’έναν τόπο που εσύ με έστειλες, μέσα σ’ένα ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, με το δάσος τα πουλάκια, τα λουλούδια, το ποταμάκι, έτσι όπως  εσύ ήθελες να βρίσκεσαι και να υμνείς τον θεό, ώς ένα μικρό αηδονάκι μέσα στην χαράδρα.
Κα να εδώ σήμερα μας σύναξες όλους στην όμορφη συμπρωτεύουσα για να μιλήσουμε για σένα. Να καταργήσουμε τον χρόνο και να βρεθούμε όπως τότε μαζί σου. Φυσικά δεν υπάρχει χρόνος όταν μας συνδέει ο Χριστός μου έλεγες. Τότε ίσως δεν το καταλάβαινα, όμως αργότερα με την βοήθειά σου άνοιξε ο νούς μου και κατάλαβα ότι δεν υπάρχει μοναξιά, δεν υπάρχει θλίψη, δεν υπάρχει στεναχώρια, δεν υπάρχει αγωνία, όταν είμαστε με τον Χριστό, αλλά αντίθετα ο Χριστός είναι τόσο γλυκύς, είναι όλος φως και σκορπάει την χαρά και την αγαλίαση σε όλους μας. Πως όμως θα μπορούσαμε να μεταδώσουμε σ’όλους τους νέους αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα; Ελάτε στον Χριστό, στον Χριστό είναι όλα τα ωραία, ο Χριστός είναιτο παν,είναι το άκρως εφετόν, είναι η ζωή, είναι το παν.
Γνώρισα τον Γέροντα Πορφύριο ένα ζεστό καλοκαίρι μέσα στο δάσος. Ήταν μια περίοδο εκείνη της ζωής μου πολύ δύσκολη, ήμουν αναστατωμένη, μπερδεμένη ενώ εξωτερικά γελούσα και φαινόταν ότι χαιρόμουν μέσα μου ήμουν πολύ προβληματισμένη και ανήσυχη. Ένιωθα τον εαυτό μου αδικημένο και τον κόσμο υποκριτικά τοποθετημένο, άρχισα να ψάχνω τη χαρά έξω από τον Χριστό, άκουγα μουσική NewAge, ντυνόμουν όπως- όπως και ήθελα να διασκεδάζω με τους φίλους μου έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ήταν οι μόνοι που μ’αγαπούσαν. Σπούδαζα θεολογία κατά τ’άλλα και είχα και την μητέρα μου να ανησυχεί για μένα και να με συμβουλεύει να πάω στον Γέροντα Πορφύριο. Μου έλεγε ότι όλα αυτά που νιώθω, μόνο ο Γέροντας Πορφύριος θα μπορούσε να τα βάλει σε μια τάξη. Εγώ για να φανώ ότι της κάνω το χατίρι όλο της υποσχόμουν ότι θα πάω, όμως πάντα έβρισκα μια δικαιολογία και δεν πήγαινα. Έλεγα μέσα μου, τι να μου πει ένας παππούλης γέρος και άρρωστος; Όμως η θεία πρόνοια και η προσευχή του παππούλη έφεραν τα πράγματα έτσι που γνωριστήκαμε. Είχα πάει στην θάλασσα στον Ωρωπό για μπάνιο με τους φίλους μου και γυρνώντας προς την Αθήνα μέσω Μαλακάσας, περάσαμε μπροστά από το νεοιδρυθέν ησυχαστήριο του Γέροντα. Είδα μια ταμπέλα όπου έγραφε: «Ιερόν Ησυχαστήριον Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Γέροντος Πορφυρίου». Δέν ξέρω τι ήταν αυτό που μ’έκανε να πεταχτώ, μέσα στο αυτοκίνητο και να πώ Α!!!Να εδώ είναι ο παππούλης που μου λέει συνεχώς να πάω η μητέρα μου και σταματώντας έβλεπα διερευνητικά την ανηφορίτσα που οδηγεί στο μοναστήρι. Τότε ήταν όλα απερίφραχτα και το μοναστήρι δεν είχε πάρει την σημερινή του μορφή. Κοιτώντας δεξιά-αριστερά και ενώ είχα κατέβει από το αυτοκίνητο προχωρούσα σαν κάποιος να μ’εσπρωχνε, να μ’οδηγούσε στον τόπο της συνάντησης μου με τον Γέροντα Πορφύριο. Κάποια στιγμή είδα μέσα στο πευκοδάσος έναν παππούλη να μου Επειδή όμως ήμουν από την θάλασσα λίγο κοντοστάθηκα, εκείνη την ώρα πάλι με το χέρι του με καλούσε να πάω κοντά του, τότε άρχισα να τον πλησιάζω και χωρίς να ξέρω αν είναι αυτός ο Γέροντας Πορφύριος, πρόσεξα πως ήταν κουκουλωμένος και κρατούσε κάτι στο ένα του χέρι που έμοιαζε με φύλλο δένδρου, κοιτούσε χαμηλά και χαμογελούσε. Εγώ από σεβασμό έσκυψα να του φιλήσω το χέρι και εκείνος μ’άρπαξε με τ’άλλο του χέρι από το χέρι το δικό μου και μου έδωσε μια σφαλιάρα που αληθινά με ξάφνιασε χωρίς όμως να μπορώ να αντιδράσω και μου είπε: βρε δε ντρέπεσαι θεολόγος άνθρωπος να γυρνάς μ’αυτούς τους μαντραχαλάδες; Εγώ τότε πάγωσα και χωρίς να προλάβω ν’ανοίξω το στόμα μου, πιάνοντας τον σφιγμό μου, άρχισε να μου μιλά γλυκά λέγοντας μου πως κοιτά  την ψυχή μου και βλέπει πως λάθος σκέφτομαι, λάθος είμαι, δέν είναι έτσι τα πράγματα, αυτό το οποίο με βασανίζει είναι κάτι που φαίνεται εξωτερικά ογκόλιθος ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα μικρό πετραδάκι, που δεν είναι τίποτα δια τον Χριστό, ο Χριστός με αγαπά και νοιάζεται για μένα. Πρώτη φορά στην ζωή μου ήμουν μπροστά σ’έναν άνθρωπο, σ’έναν παππούλη που άγγιζε τα βαθύτερα σταθερά της ύπαρξης μου και χωρίς εγώ να τον έχω πει κάτι για μένα μου αποκάλυπτε πως με γνωρίζει πολύ πολύ καλύτερα απ’ότι εγώ γνώριζα τον εαυτό μου. Πρώτη φορά το πρόβλημα που εγώ θεωρούσα μεγάλο και αξεπέραστο γινόταν μπροστά στα μάτια μου με την σταθερή και βέβαιη αποκάλυψη του παππούλη μικρό και ασήμαντο. Άρχισα να δακρύζω γιατί συγκλονισμένη βρισκόμουν μπροστά σ’έναν άνθρωπο, γέρο  και άρρωστο κατά τ’άλλα που όμως δεν ήταν όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Πρόσεξα καλά το θείο πρόσωπό του και τότε κατάλαβα πως ο παππούλης που κοίταζε συνεχώς χαμηλά είχε πάψει να με κρατά και να διερευνά την ψυχή μου αλλά τυφλός καθώς ήταν κρατιόνταν πάνω μου ως ανήμπορος και απροστάτευτος. Ήταν η ώρα μου, ήταν ανοιχτός ο ουρανός και έστελνε ο Χριστός την Χάρη του σ’εμένα την φτωχή,την τιποτένια. Να λοιπόν που μια σφαλιάρα μπορούσε να’ναι αγία σφαλιάρα, ν’ανοίξει το μυαλό μου, να σκορπίσει την θολούρα, να’ρθει το φως του Χριστού να γλυκάνει την ψυχή μου. Τότε παραμένοντας λίγα λεπτά αμίλητοι και εγώ και ο παππούλης, δακρύζοντας, και οι δύο στεκόμασταν εκέι μέσα στο πευκοδάσος, δύο μονάδες διαφορετικές, εκείνος ένας άγιος του καιρού μας που μόλις εκείνη την στιγμή ως πατέρας στοργικός φορούσε ξανά σε μένα το απολωλός την χρυσοΰφαντη στολή και το δακτυλίδι στο χέρι σύμβολο του αιωνίου αραβώνος με τον Χριστό. Και με το ραβδί της αγάπης του μου έδειχνε ξανά το δρόμο προς το παλάτι, την βασιλεία του θεού. Όταν αργότερα θυμόμουν μαζί με τον παππούλη την γνωριμία μας, μου έλεγε: Να, σου ‘κανα μια μετάγγιση, για να ζήσεις γιατί έτσι όπως ήσουν, ήσουν σαν πεθαμένη.Τότε, φιλούσα τα χεράκια του και μ’άρπαζε από το κεφάλι και με πίεζε και μου ΄λεγε: αχ! μωρέ αυτό το κεφάλι σου, σπάσιμο θέλει αλλά ο Χριστός μωρέ δεν κρατά σφυρί θέλει να τον αγαπάεις με φιλότιμο. Τίποτα δεν μετρά για σένα μπροστά στον Χριστό που τόσο σ’αγαπά; Ήταν αυτά του τα λόγια – χειρουργικές επεμβάσεις – σ’έφερνε ξανά μέσα στον παράδεισο που ο ίδιος ζούσε και τότε ειρήνευες, γαλήνευες, έφευγες με τα φτερά στα πόδια, σου μετέδιδε μια δύναμη πνευματική, έβαζες ξανά αρχή μετάνοιας, αρχή ταπεινώσεως, αρχή υπακοής, γινόσουν χαρούμενος γιατί ο Χριστός σ’αγαπά και ας ήσουν εσύ ένα μυρμηγκάκι ασήμαντο πάνω στον φλοιό της γης και ο Δημιουργός του σύμπαντος σ’αγαπά. Πως μετά να μην νιώθεις τον Θεό τόσο κοντά σου, τόσο δίπλα σου, μέσα σου, κρυβόταν ο Θεός μέσα σου και αποκαλύπτονταν στον φτωχό Πορφύριο και γινόταν πανηγύρι – χαρά στον ουρανό – χαρά στη γη.
Άλλες φορές ήταν τόσο αποκαλυπτικός για καταστάσεις του παρελθόντος που έτριβες τα μάτια σου μ’αυτά που έλεγε, θυμάμαι όταν μια φορά γύρισε και μου είπε: «Το ξέρεις πως τώρα μπροστά στον Χριστό κάθονται γονατιστοί δύο άγιοι παπάδες και παρακαλούν τον Χριστό για σένα;»
Αυτοί μωρέ είναι δύο παπάδες πρόγονοί σου, που εσύ μόνο τα ονόματα τους ξέρεις, αλλά αυτοί αγίασαν και έχουν πολύ χάρηκαι με την προσευχή τους, σε σπρώχνουν να πάρει μπρός το μυαλουδάκι σου να σωθείς. Πράγματι ήταν δύο παπάδες πρόσφυγες θύματα του τουρκικού επεκτατισμού που ξεριζώθηκαν απο τον Πόντο, την αγαπημένη τους Κερασούντα και ήρθαν κατατρεγμένοι στην ελεύθερη Ελλάδα.
Ο ένας έχασε την παπαδιά του στην πόλη, πέθανε απο τις κακουχίες των τούρκων, έχασε μετά και τα 5 παιδιά του και σαν παλαλός έφτασε εδώ στην θες/νίκη. Ηταν ο προπάππους μου ο παπα Παναγιώτης ο ένας.Ο άλλος ήταν θείος της γιαγιάς μου ο παπα Γιάννης που έφερε 9 παιδιά απο τον Πόντο και υιοθέτησε και άλλα 9 ορφανά και τα μεγάλωσε μαζί με την παπαδιά του όλα σαν να ήταν δικά του, μέσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, προστάτης των ορφανών.
Ποτέ δεν φανταζόμουν οτι είχα προγόνους αγίους και πόσο μπορούσαν αυτοί να μεσιτεύουν στον Χριστό για μένα. Να, τώρα που ο παππούλης, άνοιγε μπροστά μου έναν άλλο κόσμο, πνευματικό που εγώ ως εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να φανταστώ οτι υπάρχει, γιατί η πίστη μου και το οτι μεγάλωνα μέσα σε μία θρησκευτικά ώριμη οικογένεια φαίνεται οτι ήταν ανώριμα ουσιαστικά να μου δώσουν το έναυσμα μιας πνευματικής αναζήτησης. Να, τώρα που ο θεός με λυπήθηκε και οδήγησε τα βήματα μου στα στοιβαρά χέρια ενός πνευματικού γίγαντος όπως του Γέροντος Πορφυρίου. Όταν αργότερα μέσα στα γλυκά δάκρυα της μετανοίας, πήγαινα στον παππούλη και του εξομολογόμουν πόσο ενοχή ένιωθα, απέναντι στον Χριστό, πόσο με έθλιβε το γεγονός οτι τόσο στεναχώρεσα τον Χριστό και τον ελύπησα τότε μου έλεγε «να βρε !  μην είσαι κουτή τώρα ζείς τον Χριστό και τον αγαπάεις και εκείνος σ’αγαπα, όμως εκείνος κάτι είδε σε σένα και σ’αγαπά, κάτι είδε στην ψυχή σου, έχεις καλή ψυχή μωρέ και τραβάεις τον Χριστό να σ’άγαπήση». Μ’αυτά του τα λόγια έδινε στην ψυχή μου τροφή για να εργάζεται τότε ήταν μια περίοδος που μέσα μου τίποτα δε μ’ένοιαζε, μόνο τον Χριστό να μην λυπήσω, τον Χριστό να μην στεναχωρήσω. Όπου και να πήγαινα όπου και να στεκόμουν ήμουν μέσα στην χάρη, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει απο τα κύματα αυτά της Χάρητος και χόρευα εσωτερικά και γελούσα, έλεγα ασταμάτητα την ευχή, ήθελα όλους να τους αγαπώ, όχι όμως όπως τους αγαπούσα πρίν, αλλά τώρα με μια νέα αγάπη, την αγάπη του Χριστού. Αυτή η θεία τρέλα όπως την έλεγε ο παππούλης κράτησε για ενα μεγάλο χρονικό διάστημα και ήταν σαν ένα προμήνυμα μια πρόγευση του τι έπονταν.  «Να τώρα σ’έκανε ο Χριστός τρελή και φωνάζεις μωρέ και σ’ακούω  Κύριε Ιησού Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ, όμως θα΄ρθει καιρός, θά’ρθει μέρα που θα φύγει η χάρη και τότε όλο θα λές ελέησον με, ελέησον με.
Και πράγματι πέρασαν τα χρόνια σαν νερό και ο παππούλης έφυγε, μετοίκησε στον ουρανό γιατι γι’αυτόν αγωνίστηκε, εκεί ανήκε, και εγώ έχασα τη γή κάτω απο τα πόδια μου, προσπαθούσα να βρώ ένα παράθυρο ανοιχτό, απευθυνόμουν σ’εκείνον όπως όταν ήταν εδώ, και η αλήθεια να σας εξομολογηθώ μου ‘λειψε η παρουσία του, η πατρική του αγάπη, γιατί για μένα που δεν είχα πατέρα ο παππούλης στάθηκε ο πατέρας μου, με πήρε αδύναμο και καχαικτικό, ανώριμο και αρχάριο άνθρωπο και μου γνώρισε τον Χριστό και μ’έκανε δυνατή μέσα στον Χριστό. Πήγαινα τότε στο Μήλεσι και ανέβαινα πάνω στον Αη Γιώργη και στεκόμουν πίσω στο παράθυρο και έκλαιγα και ερχόταν ο κ. Γιώργος ο Αρβανίτης και μου λέγε δυο λόγια αγάπης, κατέβαινα στο κελάκιτου και γονάτιζα στο κρεβατάκι και αναπολούσα την παρουσία του. Τότε βλέποντας ο παππούλης την μεγάλη μου θλίψη οδήγησε έναν πνευματικό αδερφό να μου πεί το όνειρο του: «Είδα, μου είπε να κάθεσαι σε μια καρέκλα και να είσαι πολύ λυπημένη και να κλαίς κρατώντας με τα χέρια το πρόσωπό σου και ξαφνικά εμφανίστηκε απο πάνω σου ο Γέροντας Πορφύριος και ενώ εγώ ξαφνιάστηκα με την παρουσία του και αναφώνησα Α!ο Γέροντας Πορφύριος εκείνος με το χέρι του μου έκανε νόημα να σιωπήσω λέγοντας μου. Σσ!!! Είναι πολύ στεναχωρημένη δεν βλέπεις; Αυτό και μόνο μ’έκανε να ησυχάσω, μου πήρε την θλίψη. Βέβαια πνευματικά ποτέ δεν χωριστήκαμε, απο τότε που μας ένωσε ο Χριστός σ’αυτήν την σχέση πατέρα – παιδιού ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε.
Έρχονται βέβαια ανθρώπινες στιγμές όπου λέω καλό και το πνευματικό αλλά να¨, θα θέλαμε και το σωματικό γι’αυτό όταν θέλω κάτι να του πω παίρνω ένα μικρό εικονάκι του, και χάνομαι μέσα στο πρόσωπό του και του λέω παππούλη μου – πατερούλη μου πόσο σ’αγαπώ και περιπλανώμαι μαζί του και επιθυμώ και τώρα να’μαι μαζί του, μέσα στο σπίτι του, το ουράνιο που του χάρισε ο θεός. Έτσι είναι η επικοινωνία μας ζωντανή, αληθινή, ότι του ζητώ όχι για μένα, αλλά πάντα για τους άλλους, πάντα για την δόξα του θεού, σπεύδει πολύ γρήγορα και μας απαντά, εκπληρώνοντας τα αιτήματά μας.
Σήμερα πολλοι νέοι έχουν ελκυσθεί στον Χριστό από την βιοτή του Γέροντος Πορφυρίου. Γιορτάσαμε τα άγια θεοφάνεια, πριν λίγες μέρες και δεν θα’ταν παράτολμο να πω, πως εμείς ζήσαμε κοντά στον Γέροντα μια συνεχή «Θεοφάνεια» γιατί τι άλλο ήταν ο Γέροντας παρά μια θεοφάνεια στον κόσμο. Ίσως στα μέτρα αυτά του Γέροντος να δούμε μετά απο 1000 χρόνια. Όταν τον ρωτούσα: Γέροντα πόσο εύκολο είναι να γίνει κάποιος άγιος; Μου έλεγε: Πολύ εύκολο είναι μωρέ αρκεί να αγαπήσει τον Χριστό, όταν αγαπήσει κανείς τον Χριστό γίνεται ταπεινός όπως ο Χριστός, γίνεται υπάκουος όπως ο Χριστός, γίνεται άγιος όπως ο Χριστός, δεν λεει «άγιοι γίνεσθε όπως εγώ άγιος ειμί»; Αυτό που λείπει σήμερα από την διαπαιδαγώγηση των νέων είναι η αγιότητα του βίου μας, μπορεί μέσα από διάφορες φιλοσοφίες και ρεύματα να κάνουμε προσπάθεια να τους προσεγγίσουμε και για λίγο όλα αυτά κάτι να κάνουν όμως αν εμείς οι ίδιοι, είτε δεσποτάδες, έιτε παπάδες, είτε μοναχοί, είτε γονείς δεν κατορθώσουμε την αγιότητα τότε τίποτα δεν αγγίζει την ψυχή τους. Η αγιότης είναι μια κατάσταση άνωθεν, ζεί ο άνθρωπος εδώ πατά στην γη αλλά ο νους του όλος είναι εκεί στον ουρανό, και ο άγιος ποτέ δεν εκφράζει τον εαυτό του αλλά πάντα το θέλημα του Κυρίου του, ζει την αγάπη που είναι ο Χριστός και την αγάπη αυτή μεταγγίζει ως δοχείο καθαρό στους νέους.
Ο Γέροντας Πορφύριος είχε μιαν αγάπη που νόμιζες ότι μόνο εσένα αγαπά, μόνο εσένα σκέφτεται και νοιάζεται. Και η παιδαγωγία του απέναντι στους νέους διακατέχονταν από την αγάπη, ήθελε όλοι να μετέχουν στην αγάπη του Χριστού γι’αυτό και φώναζε «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί Χριστός» ζούσε μέσα του η αγάπη που είναι ο Χριστός. Ο Χριστός  είναι το παν, αν δεν αγαπήσουμε τον Χριστό τίποτα δε κάνουμε. Τα πάντα και δια πάντα Χριστός. Ελεημοσύνη κάνουμε στο όνομα του Χριστού, αγάπη κάνουμε, ένας λόγος μας ζητείτε να πούμε στο όνομα του Χριστού, αγάπη κάνουμε, προσευχή κάνουμε για τον Χριστό, μετάνοια κάνουμε για το Χριστό, τον κανόνα μας κάνουμε για τον Χριστό, γι’αυτό και εμείς οι μοναχοί, πολλές φορές λέμε κάνε αγάπη για τον αδελφό, κάνε τον Χριστό στον αδελφό γιατί και αυτός εικόνα του Χριστού είναι, για να είμαστε όλοι του Χριστού, για να είμαστε όλοι ένα μέσα στο σώμα του Χριστού.
Αν λοιπόν ζούμε τον Χριστό, ζούμε άγια, τότε έντονα είμαστε μέσα στην χάρη και όταν πλημυρίζει η χάρη μέσα μας έρχεται και ξεχειλίζει στους γύρω μας όπως στον Γέροντα Πορφύριο. Ποιός ήταν αυτός που πήγε κοντά του  και δεν γλυκάνθηκε από την χάρη του Χριστού μας που ήταν τόσο εμποτισμένος ο Γέροντας; Ακόμη ήρθαν άνθρωποι, που πήραν μόνον την ευχή του, χωρίς ν’ακούσουν να τους λέει κάτι, ακόμη κιαυτοί μιλούν για μιαν ιδιαίτερη στιγμή στην ζωή τους όταν έσκυψαν και φίλησαν το άγιο χέρι του και μετείχαν στη χάρη του Χριστού που έβγαινε από μέσα του.
Αν λοιπόν ταπεινά ζητήσουμε απο τον Χριστό μας να μας οδηγήση να βρούμε τρόπους μέσω της χάριτος να πλησιάσουμε τους νέους, τότε η χάρις θα μας οδηγήση. Έρχονται γονείς και νέοι στο μοναστήρι και ζητούν λύσεις για τους ίδιους και για τα παιδιά τους,και του λέω : Μιλήστε μέσω της χάριτος του Χριστού μας. Τι σας επιτρέπει η χάρις να πείτε, αυτό να πείτε, έτσι να εκφραστείτε, παραμερίστε τον εγωισμό σας, την υπερηφάνεια σας, ταπεινωθήτε και κερδίσατε, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Μη φοβηθήτε να πείτε στο παιδί σας, παιδί μου σ’ αγαπώ, έχω την ένοια σου και σου ζητώ να με συγχωρέσεις, αν νομίζεις ότι σε ελέγχω ή σε καταπιέζω. Είναι κάτι που οφείλουμε να τους το πούμε. Ο Γέροντας Πορφύριος μερικές φορές μου έλεγε κάτι και εγώ δεν συμφωνούσα και αμέσως μου έλεγε «συγχώραμε, να, κουταμάρες σου λέω». Τότε αμέσως μέσα μου λειτουργούσε το φιλότιμο και έκανα αυτό που μου έλεγε ο Γέροντας και έβγαινα κερδισμένη και εκείνος όλο χαρά χτυπούσε τα χεράκια του και έπιανε το χέρι μου για να με δεί και να μου μεταδώσει Χριστό. Έτσι να κάνετε και εσείς. Να αφήνεστε στην χάρη και εκείνα που δεν μπορείτε να μεταδώσετε στους νέους θα τους τα πεί η χάρη και μόνο η παρουσία ενός ταπεινού που ζεί μέσα στη χάρη ειναι ένα ευαγγέλιο.
Ο Γέροντας Πορφύριος κάποια φορά μου ανέφερε εκείνη την τόσο όμορφη ευαγγελική περικοπή όπου ο Χριστός βρίσκεται επί τόπου πεδινού και όχλος μαθητών αυτού και πλήθος ανθρώπων απο πάσης Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ και από τις παράλιες πόλεις της Τύρου και της Σιδώνος είχαν έλθει για να ακούσουν τον λόγο του και να γίνουν καλά από τις αρρώστιες τους, ακόμη και άνθρωποι που ενοχλούνταν από ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα και όλοι ζητούσαν να τον αγγίξουν «ότι δύναμις παρ’αυτού εξήρχετο και ιάτο πάντας» και με ρωτούσε: «Τι καταλαβαίνεις τώρα; Άντε πες μου σε παρακαλώ πώς το καταλαβαίνεις αυτό;».Εγώ ταπεινά παππούλη μου, με το λίγο μυαλό μου, θα έλεγα πως ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής.Ποιός δεν θέλει να ζήσει; Ποιός θα’ βλεπε τον Χριστό και δεν θα’θελε να τον αγγίξεινα πάρει ζωή η ζωή του; Ναι, μου έλεγε αλλά να, εδώ ενώ όλοι τον άγγιζαν όλοι γίνονταν καλά, ο Χριστός σήκωσε τα μάτια του προς τους μαθητάς του και μακάρισε τους πτωχούς, τους πεινασμένους, τους κλαίοντες, τους αδικημένους. Αυτό σου λέει κάτι; Πράγματι αυτό μας λέει πολλά. Η δύναμις της χάριτος του Χριστού είναι η ίδια δύναμη της χάριτος του Χριστού που έχει ένας Άγιος, όμως ο Άγιος μιλά για την φτώχεια γιατί ζει φτωχός, ο Άγιος μιλά για την αδικία γιατί αδικείται ο ίδιος, ο Άγιος μιλά στους πεινασμένους γιατί είναι νήστις ο ίδιος, μιλά στους κλαίοντες γιατί έχει συνεχή δάκρυα της χάριτος ο ίδιος,ο Άγιος εντέλει μιλά στους νέους γιατί μέσα του ποτέ δεν γερνά αλλά ζει Κύριος ο Θεός και ως νέος και αυτός μπορεί να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές των νέων. Εξέρχεται η Θεία δύναμις ενός Αγίου προς όλους. Ο Άγιος γίνεται η γέφυρα όπου πατούν όλοι για να φθάσουν στον Χριστό. Ο Άγιος θέλει να είναι η γέφυρα, η τροφή του, η χαρά του είναι αυτή, πως θα φέρει περισσότερους κοντά στον Χριστό να σωθούν.
Σήμερα όλοι μιλούν για την αποστασία των νέων από τον Χριστό και βρίσκουν πάντα σφάλματα στην εποχή μας, στην τεχνολογία, στην εξέλιξη. Όμως ταπεινά θα έλεγα πως δεν θέλουμε να αποδεχθούμε κάτι τολμηρό, που είναι να κατεβούμε εμείς εκεί που βρίσκονται οι νέοι, μέσα στις φοιτητικές συντροφιές, μέσα στα clubs, μέσα στα ναρκωτικά, μέσα στους ομοφιλόφυλους, μέσα στους περιθωριακούς, όπου η μεγάλη πλειοψηφία είναι νέοι. Έχει η Εκκλησία την υποχρέωση να σώσει τα παιδιά της, τους νέους. Να γεννήσει Πορφυρίους, Παισίους, Ιακώβους και να τους αποστείλει στα έθνη των νέων. Αυτό ονειρεύονταν και ο σήμερα τιμώμενος Άγιος της Εκκλησίας μας, σ’αυτήν εδώ την ημερίδα Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ήθελε την Εκκλησία ως νοσοκομείο εκτάκτου ανάγκης, να είναι πάντα ανοιχτή και όλοι οι μπερδεμένοι, πληγωμένοι, ναρκομανείς και άλλοι να’ ρχονται να εναποθέτουν το βάρος της ψυχής τους, εκεί στον Χριστό. Η Αγιότης είναι δυνατότερη απο την μουσική στα clubs, δυνατότερη απο τις εξαρτήσεις των ναρκωτικών, δυνατότερη από τα πάθη της σαρκός. Είναι υποχρέωσή μας να βγούμε έξω από το καβούκι μας και οχυρωμένοι μέσα στην χάρη να ζητήσουμε τους νέους, να ζήσουμε τους νέους, να τους εκλύσουμε ελεύθερα με αγάπη στο Χριστό.Ο Άγιος Πορφύριος, ο Άγιος των ημερών μας δεν δίσταζε να μπεί σε οίκους ανοχής, να σταυρώσει κοπέλες που ξεστράτησαν,να δέχεται παιδιά ανατολικών φιλοσοφιών και θρησκειών, παιδιά μπερδεμένα και ζαλισμένα απο τις εξαρτήσεις και ως άγιος που ήταν να εξήρχετο δύναμις παρ’αυτού και να ιάτο πάντας.
Συγχωρέστεμε που σας λέω αυτά. Αλλά ο Άγιος Πορφύριος, ο αγαπημένος άγιος των νέων μας, που είναι εδώ και μας ακούει, σίγουρα έτσι θα μας παρακινούσε:
«Αγαπήστε τον Χριστό, θυσιαστήτε με φιλότιμο για τον Χριστό.Μη φοβάστε αν σας κοροϊδεύουν, αν σας κατακρίνουν, αν σας συκοφαντούν για τον Χριστό. Αλλά αντίθετα να χαίρεστε και να αγιαλιάζετε γιατί αποκτήσατε μισθό πολύ στον ουρανό».
Σας ευχαριστώ μέσα απο τα βάθη της καρδιάς μου.
Να εύχεσθε. Ευλογείτε.
Γερόντισσα Ἄννα, καθηγουμένη τοῦ ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου ἁγίου Πορφυρίου Ξάνθης

Χαιρετισμός Καθηγουμένης Ἱ. Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας Θεοδοσίας Μοναχῆς, στην Ημερίδα «Ο Όσιος Πορφύριος και οι Νέοι»



site analysis


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
          Παναγιώτατε,
          εὐλαβέστατοι Πατέρες καίἈδελφοί,
          Εὐλογεῖτε!
          Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὅπως ἅπλᾶ καί φυσικά διῆλθε τόν χρόνο τῆς ἐπιγείου βιοτῆς Του, μέ τήν ἴδια ἁπλότητα εἰσῆλθε καί στήν δική μας ζωή, σέ μιά δύσκολη περίοδο γιά τήν μικρή τότε Ἀδελφότητά μας, πού εἶχε ἄμεσα ἀνάγκη γιά στήριξι καί διακριτική καθοδήγησι.

          Τό πῶς ἡ Πρόνοια τοῦ ἁγίου ΘεοῦΤόν ἔφερε κοντά μας παραμένει μυστήριο, καθώς ἡ πρώτη τηλεφωνική ἐπικοινωνία Του μαζί μας (τό 1985 στήν Ἱ. Μονή Ἁγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, ὅπως ἔχει δημοσιευθεῖ στό σχετικό βιβλίο τοῦ Ἐλλογ. Καθηγητοῦ κ. Γ. Κρουσταλλάκη), ἦταν ἡ ἀπροσδόκητη «φωνή τοῦ Θεοῦ», πού μᾶς ὑπεδείκνυε ἀπό τί νά φυλαχθοῦμε καί πῶς νά πορευθοῦμε μέ τά διάφορα θέματα τῆς τότε Μονῆς.
          Δένεἶχε προϋπάρξειοὐδεμία γνωριμία ἤ ἐπικοινωνία μαζί Του, ὅμως, ὅσοι εἶναι «γνωστοί στόν Θεό», ὑπερβαίνουν τά ἀνθρώπινα καί ζοῦν σέ ἄλλες συχνότητες.
          Ἀλλά καί ὅταν ἀργότερα ἔκτακτοι λόγοι ὑγείας μᾶς ὁδήγησαν σέ νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, πιστέψαμε ἀπόλυτα ὅτι ἐπρόκειτο γιά εὐκαιρία συναντήσεως μετά τοῦ ὁσίου Γέροντος, ὁ ὁποῖος, ὄχι μόνο μᾶς ἀνεγνώρισε, ἄν καί εἶχε κλειστά τά μάτια Του, ἀλλά καί ἀπεκατέστησε μέ τό ἰαματικό Του χάρισμα τό ὀξύ πρόβλημα ὑγείας πού ἀπαιτοῦσε ἄμεση χειρουργική ἐπέμβασι.
          Δύο ἡμέρες πρίν τήν μακαρία Του κοίμησι, μᾶς ἔστειλε μέ κάποιον πού, καθ’ ὑπόδειξιν δική μας, τόν ἐπεσκέφθη στά Καυσοκαλύβια, τήν ἑξῆς διαβεβαίωσι: «Νά πῆς στήν ψυχή πού σέ ἔστειλε καί δοκιμάζεται πολύ ὅτι κάθε βράδυ κάνω μαζί τους προσευχή καί ὅτι καί ἀπό τόν τάφο θά τήν προστατεύω!».
          Τό ὅτι δέ συνεχίζει νά μᾶς παρακολουθῆ μέ ἀνύστακτη πατρική φροντίδα ἀποδεικνύεται καί ἀπό τό ἑξῆς ἁπλό ἀλλά συνάμα ξεχωριστό γεγονός: Ὅταν τόν Μάϊο τοῦ 1992 ἡ Ἀδελφότητά μας εἶχε πλέον μετοικήσει γιά λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μας στήν Ἱ. Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας καί ἐπρόκοιτο νά γίνη ἡ Μεγαλοσχημία μου, ἐπισκέφθηκε τήν Μονή μας μιά πνευματική του κόρη, ἔχοντας τόν μοναχικό Του Μανδύα καί τά παπούτσια Του, τά ὁποῖα μᾶς χορήγησαν ἰδιαίτερη εὐλογία. Προσωπικά τό ἐξέλαβα σάν ἀπάντησι σέ ἕναν δισταγμό πού εἶχα σχετικά μέ τόν Μανδύα πού ἔπρεπε νά φορέσω στήν Κουρά, καθώς αἰσθανόμουν ὄχι ἄνετα μέ κάτι ἐπιπλέον τοῦ λιτοῦ ράσου.
Παναγιώτατε,
εὐλαβεστάτη ὁμήγυρις,
Αἰσθάνομαι μεγάλη τήν τιμή νά καλοῦμαι νά ἀρθρώσω λόγο γιά τήν εὐλογία τῆς παρουσίας τοῦ ὁσίου Πορφυρίου στήν ζωή τῆς Ἀδελφότητός μας ἀλλά καί τῆς δικῆς μου ἰδιαίτερα. Βέβαια, ἡ σχέσις μας μέ τούς Ἁγίους εἶναι ζωντανή, ὄχι μιά ἀνάμνησι, γι’ αὐτό καί δύσκολα ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπό λέξεις καί γεγονότα. Ὁ μόνος λόγος ὅμως πού τόλμησα νά κάνω αὐτή τή μικρή προσωπική ἀναφορά, εἶναι ἡ αἴσθησις χρέους πρός ἐσᾶς, τά νέα παιδιά, γιά νά γνωρίσετε, μέσα ἀπό τήν ἐλάχιστη δική μου ἐμπειρία καί τά ὅσα περισσότερα καταθέσουν οἱ ἐκλεκτοί ὁμιλητές, τήν σύγχρονη ὁσιακή μορφή Του, πού καθηγίασε τήν ἐποχή μας. Διότι ὁ πνευματικός λιμός εἶναι ἐπί θύραις, καί τό παράδειγμα τῶν Ὁσίων πού πρίν λίγα χρόνια συνανεστράφημεν καί ἐγνωρίσαμεν ἰδίοις ὄμμασιν, ἀποτελεῖ γνήσια καί πιό προσιτή τροφή γιά τήν ψυχή μας.
Ἡ ἁπλότητα τῆς βιοτῆς, ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου, ἡ βεβαιότητα τῆς πίστεως καί ἡ ἐνάρετη πολιτεία τους κρύβουν τήν δύναμι πού ταπεινώνει καί ξεκαθαρίζει τόν πολύπλοκο νοῦ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί εἶναι τόσο σημαντική ἡ ἐντρύφησις στόν βίο τους, διότι μᾶς παρέχει τά «κλειδιά» καί τίς ἀπαντήσεις πού χρειαζόμαστε γιά νά διέλθουμε τήν ἐποχή μας μέ χαρά, χωρίς φθορά.
Σᾶς εὐχαριστοῦμε καί ταπεινά σᾶς συγχαίρουμε γιά τήν εὐλάβειά σας πρός τόν νέο Ὅσιό μας Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη. Εὐχόμεθα δέ, διά πρεσβειῶν Του, ὅσον ἐπιπλέον χρόνο μᾶς ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεός, νά εἶναι γιά τήν δόξα Του, καί στό τέρμα τοῦ στίβου τῆς ζωῆς μας νά ἀναδειχθοῦμε μέ τήν Χάρι Του νικητές τῆς ὄντως ζωῆς. Ἀμήν.
Εὔχεσθε ὑπέρ ἡμῶν,
Θεοδοσίας Μοναχῆς καί τῆς Συνοδείας αὐτῆς.

Χαιρετισμός Γερόντισσας Μακρίνας, Καθηγουμένης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου Μακρυνοῦ Μεγάρων, στην Ημερίδα «Ο Όσιος Πορφύριος και οι Νέοι»



site analysis


Πρός τούς φοιτητάς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης.
            Ἀγαπητά μου παιδιά, χαίρετε πάντοτε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ!
          Συγκινοῦμαι βαθιά, ὅταν νέοι ἄνθρωποι, ὅπως ἐσεῖς, ἀναζητοῦν τό Φῶς, ἀγαποῦν τούς Ἁγίους καί ποθοῦν νά ἰχνηλατήσουν τήν ἀνοδική πορεία τους.
          Μέσα στήν ἀπόγνωσι καί τήν σύγχυσι τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, τό μοναδικό στήριγμά μας εἶναι ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πᾶν, ὅπως ἔλεγε ὁ Παππούλης μας.
          Ὁ Ἅγιος Πορφύριος, καθώς καί ὅλοι οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι, διακηρύττουν πώς ἡ ἁγιότης ὑπάρχει καί στίς μέρες μας. Ἡ παρουσία τῶν Ἁγίων σκορπίζει τήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, τό μήνυμα τῆς κατά χάριν θεώσεως. Οἱ Ἅγιοι διαχέουν τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στόν κόσμο. Οἱ Ἅγιοι μᾶς παρακολουθοῦν μέ ἀγάπη, μᾶς παρηγοροῦν, στέκουν δίπλα μας μέ στοργή, ἀκοῦνε τίς δεήσεις μας, συμμετέχουν στόν πόνο μας. Εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ἡ ζῶσα παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

          Βέβαια σήμερα ἡ κοινωνία προβάλλει διαφορετικά πρότυπα. Ἐξαίρει τούς μεγιστάνες, τούς σοφούς κατά κόσμον, τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, τούς πρωταθλητές, τούς παντός εἴδους καλλιτέχνες.
          Οἱ Ἅγιοι ὅμωςεἶναι οἱ ἀφανεῖς, οἱ ἀδύναμοι, οἱ ἀσήμαντοι καί συγχρόνως οἱ ἐπιφανεῖς, οἱ δυνατοί, οἱ κριτές τοῦ κόσμου.
          Ὁ δικός μας Ἅγιος Πορφύριος ἦταν κατά κόσμον ἀγράμματος, ἀδύναμος, ἀσθενικός. Ἦταν νήπιος καί ἐξουθενημένος, «ἕνα ἀλητόπαιδο τοῦ Χριστοῦ», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Ἀλλά συγχρόνως ἦταν πάνσοφος, ἦταν «παντοδύναμος» ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. Στόν ταπεινό αὐτόν ἄνθρωπο ὁ Κύριος ἀπεκάλυψετό πλήρωμα τῆς σοφίας, τήν γνῶσι τοῦ σύμπαντος, τά μυστήρια τῆς θείας Οἰκονομίας, τούς λόγους τῶν ὄντων, τά ἄδηλα καί τά κρύφια, τίς ἀλήθειες τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.
          Ἀγαπητά μου παιδιά, νά βλέπατε τόν πόνο του γιά τήν Ἐκκλησία, γιά ὅλο τόν κόσμο, καί ἰδιαιτέρως γιά σᾶς τούς νέους! Τί νά σᾶς πῶ! Ὁ πόνος του ἦταν Χριστοειδής!
          Συνεχῶς ἔλεγε: Οἱ γονεῖς νά δοθοῦν στήν ἀγάπητοῦ Χριστοῦ. Διότι, ὅταν μυστικά ἀγκαλιάζουν τίς ψυχές τῶν παιδιῶν μέ τήν προσευχή, τά παιδιά ἀπαλλάσσονται ἀπό τά προβλήματα. Ἐξαἰτίας τῶν γονέων δημιουργεῖται μέσα στήν ψυχή τῶν παιδιῶν μία κατάστασις, πού τά σημαδεύει γιά ὁλόκληρητήν ζωή τους.
          Ὁ γλυκύς Παππούλης μας, ὁ Ἅγιος Πορφύριος, τό λαμπρότατο αὐτό κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἦταν ὄντως σοφός διδάσκαλος, διακριτικός παιδαγωγός. Δέν δίδασκε μόνο μέ λόγους, ἀλλά, σκορπίζοντας τήν θεϊκή ἀγάπη πού εἶχε μέσα του, ἀπεκάλυπτε στόν συνομιλητή του τήν ἀπέραντη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ.
          Ἀγαποῦσε τόν κάθε ἄνθρωπο ὅπως ἦταν, μέ τίς ἀδυναμίες του καί τά ἐλαττώματά του. Δέν τόν ἀπασχολοῦσε ἡ ἐξωτερική ἐμφάνισι τοῦ ἄλλου, διότι ἔβλεπε στό βάθος τῆς ψυχῆς, γνωρίζοντας ὅτι, ὅταν κανείς ἀγαπήση τόν Χριστόν, ἀμέσως ἀλλάζει καί ἐξωτερικά.
          Μία μέρα μέ πῆρε χαρούμενος τηλέφωνο καί μοῦ εἶπε: Ποῦ νά στά λέω! Ἐδῶ ἔχουν ἔρθει κάτι χίππυδες. Νά δῆς ἕνα ντύσιμο περίεργο, κάτι χαϊμαλιά, μαλλιά ἀνακατεμένα! Ἀλλ’ ἐγώ τούς ἀγαπῶ!... Δέν γνώρισαν τόν Χριστό. Βλέπω τίς ψυχοῦλες τους πόσο ἁγνές καί ὡραῖες εἶναι, καί τούς ἀγαπῶ πολύ, μωρέ.
          Ἄλλοτε πάλι κτυποῦσε τό τηλέφωνο μετά τά μεσάνυκτα.
          -Κλαίω, κλαίω, μέ πόνεσε ἡ καρδιά μου, μοῦ ἔλεγε μέ λυγμούς.
          -Γιατί, Γέροντα, τί πάθατε;
          -Ὑποφέρω πολύ. Νά, βλέπω τούς νέους κλεισμένους  μέσα στά σκοτεινά κέντρα διασκεδάσεως, βουτηγμένους μέσα στήν ἁμαρτία. Βλέπω νά μολύνουν ὅλη τήν νύχτα τήν ψυχή καί τό σῶμα τους… καί θρηνῶ. Πόσο πονάω!... Ὑψώνω τά χέρια καί προσεύχομαι. Καταστρέφονται ψυχές.
          Βλέπετε, παιδιά μου, οἱ Ἅγιοι εἶναι φίλοι μας στοργικοί, μᾶς πονοῦν, μᾶς σκέπτονται…
          Ὁ Παππούλης μας ἄλλωστε εἶχε πεῖ: «Δέν ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξύ μας. Ὅταν φύγω γιά τόν οὐρανό, θά εἶμαι πιο κοντά σας, ὅταν μέ ζητᾶτε».
          Ἄς εὐχώμαστε, λοιπόν, ἐμεῖς γιά σᾶς καί σεῖς γιά μᾶς νά ἀγαπήσωμε τόν Χριστόν μέ ὅλη μας τήν ψυχή, καί νά Τόν δοξάζωμε εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
Γερόντισσα Μακρῖνα, Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου Μακρυνοῦ Μεγάρων

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ ΑΓ.ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΗΣ-ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΣΜΟΛΕΝΣΚΙ



site analysis

Αυτόν τον πρώτο Μακαρισμό της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου μας “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών” μπορούμε να τον αποδώσουμε πλήρως στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, την δια Χριστόν σαλή. Ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.


“Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, συζύγου του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.


Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο. Καμμιά λαϊκή διήγηση, καμμιά ανάμνηση ανθρώπων, ούτε γραπτές πηγές δεν μας προμηθεύουν πληροφορίες σχετικά με τους γονείς της, την ανατροφή της, την παιδεία της ή άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ξένη Γκριγκόριεβνα δεν ήταν από χαμηλή οικογένεια. Ο σύζυγός της Ανδρέας Φεοντόροβιτς είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.


πηγή-www.miriamturism.ro
Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δύο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους, καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια. Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν “καλή τύχη” και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένη, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολύ καταβλήθηκε αυτή από θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, ώστε στους πολλούς φαινόταν ότι έχασε τα λογικά της. Έτσι νόμισαν οι συγγενείς της, οι φίλοι της και οι γνωστοί της.


Πραγματικά η συμπεριφορά της Ξένης μετά το θάνατο του συζύγου της ήταν πολύ περίεργη. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνη όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζη τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς.

 Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα , όταν αυτή άρχισε να μοιράζη την περιουσία της στους φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκεύα Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνη ό,τι ήθελε την περιουσία της.

Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, πού, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!…Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν , κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την πιο δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως “κατά Χριστόν τρελλή”.




Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: “Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζης για να τρως, να πίνης, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνης και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζης γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία. Το να ζης όμως για να ευχαριστής τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος.”(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής) .


Από αυτό βλέπουμε ότι το “χτύπημα” που “χτύπησε” την δούλη του Θεού Ξένη ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.

Η μακαρία Ξένη, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωΐ. Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.
Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν- μια κόκκινη φούστα και μια πράσινη ζακέτα. Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλωσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ’ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια. Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία στους αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.Όλοι αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένη. Πολλοί την λυπούνταν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο.
Όταν κτιζόταν μια Εκκλησία στο νεκροταφείο Σμόλενσκ, τη νύχτα η μακαρία Ξένη έσερνε λίθους με τα αδύνατα χέρια της ως την κορυφή των τοίχων του οικοδομήματος. Με αυτό που έκανε έγραφε το όνομά της για πάντα στο βιβλίο των μνημοσύνων με την δέηση “υπέρ των μακαρίων και αειμνήστων κτητόρων του αγίου οίκου τούτου”. Οι κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τους λίθους στην κορυφή. “Από που βρίσκονται αυτοί οι σωροί των λίθων κάθε πρωΐ;” έλεγαν. Αλλά κατάλαβαν έπειτα ότι βοηθός τους ήταν η μακαρία Ξένη.



Αυτά που γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αυτούς τους κόπους και τους αγώνες της μακαρίας Ξένης τα γνωρίζουμε από το συναξάριο του λαού. Πόσα όμως άλλα άγνωστα για μας θα υπάρχουν γι’ αυτή τη θαυμαστή οσία, που είναι όμως γνωστά μόνο στο Θεό;


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: “Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Με ταπείνωση, με υπομονή και χαρά η μακαρία Ξένη σήκωσε με προθυμία και αυταπάρνηση τον σταυρό της πνευματικής πενίας και αντί να σκέπτεται το δικό της συμφέρον έκλεισε στην καρδιά της όλους τους “γείτονές” της με τις δυστυχίες τους, τις ανάγκες τους, τις φροντίδες και τις λύπες τους. “Γείτονές” της, εικονικώς ομιλούντες, ήταν όλοι οι κάτοικοι της αγίας Πετρούπολης.

Комаров Николай. Ксения Петербургская
Η μακαρία Ξένη, όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: “Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα”. Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια. Όταν θώπευε ένα άρρωστο παιδάκι, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρη κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπη στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά.


Η μακαρία Ξένη έλαβε από τον Θεό και το προορατικό χάρισμα. Κάποτε, το έτος 1764, ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: “Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!”. Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε. Αλλά τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί εσήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώση τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.

 
Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΙΑΣ

Στις 24 Δεκεμβρίου 1761, την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. Την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.


Ο αγώνας των δια Χριστόν σαλών ήταν δύσκολος. Οι άγιοι μοναστικοί πατέρες και ασκητές έφυγαν από τους πειρασμούς αυτού του κόσμου στην έρημο και στα δάση και έλαβαν την αμοιβή των κόπων τους στους ουρανούς και το φωτοστέφανο της αγιότητάς τους στη γή. Όμως οι μακάριοι δια Χριστόν σαλοί δεν άφησαν τον κόσμο και με την εμφάνιση της σαλότητας έκρυβαν τους πνευματικούς αγώνες, μη θέλοντες να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως δίκαιους ανθρώπους, αλλά ως τρελλούς.

Η δούλη του Θεού Ξένη είδε καθαρά την δυσκολία αυτού του αγώνα των κατά Χριστόν σαλών και για να προετοιμάση πνευματικώς την ψυχή της, εξαφανίστηκε από την αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό ήταν το πρώτο στάδιο της επί σαράντα πέντε χρόνια αφιερώσεώς της. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένη για την πνευματική της τελείωση εδαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των δια Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.


Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ήρθε τέλος η στιγμή που έληξαν οι αγώνες της. Η μακαρία Ξένη εγκατέλειψε τον πρόσκαιρο κόσμο και εισήλθε στον αιώνιο. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 και 1814. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της. Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώση τον τελευταίο χαιρετισμό.

Αμέσως μετά την κηδεία της οι θαυμαστές άρχισαν να παίρνουν χούφτες χώμα από τον τάφο της. Ο αριθμός των προσκυνητών αύξανε κάθε μέρα. Ο σωρός του χώματος στον τάφο της συνέχεια ελαττωνόταν. Τελικά τοποθετήθηκε στον τάφο της μια πέτρινη πλάκα, αλλά και αυτήν την έσπαζαν κομμάτια και την αφαιρούσαν. Τελικά τοποθετήθηκε πάνω στον τάφο της μια πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή που είπαμε στην αρχή και έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν στους τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωΐ.

Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο.



Και η μακαρία Ξένια τους βοηθούσε όλους.

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ορθόδοξη Ζωή”, Μάρτιος 1981)
www.gonia.gr
proskynitis.blogspot.com

ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ



site analysis


                      
                                                                  ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μέσα στους αιώνες που κύλισαν είναι πολλές οι ψυχές που αγάπησαν το θείο Διδάσκαλο και έζησαν όπως εκείνος παραγγέλει. Αυτές οι ψυχές γίνονται , ιδιαίτερα στις μέρες μας φάροι πνευματικοί.
Μια από αυτές τις ψυχές είναι και η Οσία Ξένη
Στα ίχνη του Ιησού,που ξενιτεύτηκε από τον ουρανό στη γη, αναχώρησε και η οσία με τις δύο θεαραπαινίδες της σε ξένη χώρα για να μπορεί εκεί να προσφέρει τη λατρεία της στο Χριστό και τη διακονία της στον συνάνθρωπο.
Στη ζωή της συνάντησε πολλές δυσκολίες. Δεν λύγισε όμως. Έμεινε όρθια και σαν λαμπάδα έλιωνε στο βωμό της αγάπης και της προσφοράς, για να φωτίζει αιώνια κάθε ψυχή που θέλει να ακολουθήσει τη δική της ζωή.
Αυτή τη ζωή της,  ζωή  αγάπης και  διακονίας, αγωνίζεται να υλοποιήσει  η Αδελφότητά μας. Και προσπαθεί να το επιτυγχάνει κάθε φορά και περισσότερο, κάθε φορά και καλύτερα.
είθε η Οσία Ξένη, να γίνει το φωτεινό παράδειγμα που θα μας εμπνέει πάντοτε, ώσπου να έρθει η ώρα και της δικής μας αποδημίας από τη γη στον ουρανό, όπου ευφραίνεται η Οσία μας με άπειρες άλλες ψυχές που αγάπησαν και ακολούθησαν τα ίχνη του Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει κάθε τιμή και δόξα.

Η ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ
Βρισκόμαστε στον Ε΄ μ.Χ. αιώνα. Η Ρώμη εξακολουθεί να παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον από το παλιό της μεγαλείο.
Η Ρώμη θα θυμίζει πάντοτε τις πιο ευγενικές μορφές που έζησαν στην πόλη αυτή τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Θα θυμίζει ένα Σεβαστιανό και έναν Παγκράτιο μια Αγνή και μια Καικιλία και πλήθος άλλων μαρτύρων.
Αλλά και μετά την εποχή των διωγμών η πόλη δεν έπαψε να γεννά ευγενικές και εκλεκτές ψυχές. Μια τέτοια ψυχή είναι η Οσία Ξένη. Ευσεβία ήταν το πρώτο της όνομα. Οι γονείς της ήταν ειδωλολάτρες επιφανείς και πλούσιοι.Γι’ αυτό φρόντισαν να δώσουν στην κόρη  τους ανάλογη αγωγή και μόρφωση. Η Ευσεβία, όσο ήταν δυνατό σε μια κοπέλα της εποχής της, αγάπησε τα γράμματα, αλλά περισσότερο αγάπησε την αρετή. Ήταν ψυχή ενάρετη, ήταν όμως ειδωλολάτρισσα.
Αλλά μια τόσο καλοπροαίρετη ψυχή ήταν αδύνατο να μείνει μακριά από τη χριστιανική πίστη. Μέσα στο αρχοντικό της υπήρχαν πολλές δούλες και δύο από αυτές ήταν χριστιανές. Αυτές οι δύο ανέλαβαν, με πολλή προσευχή, αγάπη και υπομονή να κατηχήσουν τη νεαρή Ευσεβία, που έγινε μια πιστή και αφοσιωμένη μαθήτρια του Ιησού. Η καρδιά της ήταν «γη αγαθή»,και ο σπόρος του Θείου Λόγου ρίζωσε και καρποφόρησε πλούσια.
ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ
Όταν η χριστιανή Ευσεβία ενηλικιώθηκε, διέθετε πολλά προσόντα. Είχε ευγενική καταγωγή, μόρφωση, ομορφιά και ήταν πλούσια. Γι’ αυτό πολλοί επιφανείς Ρωμαίοι τη ζήτησαν σε γάμο. Οι γονείς της διάλεξαν τον επιφανέστερο. Η κόρη όμως δυσαρεστήθηκε, γιατί στην καρδιά της είχε ανάψει η φλόγα της αγάπης στον Ιησού. Προτιμούσε να γίνει νύμφη Χριστού και όχι ενός Ρωμαίου άρχοντα. Ωστόσο οι γονείς της γίνονταν καθημερινά φορτικοί και επέμεναν στο γάμο. Έτσι η Ευσεβία αποφάσισε να φύγει κρυφά σε άγνωστο μέρος, όπου θα μπορούσε ελεύθερη και απερίσπαστη να δοθεί ολοκληρωτικά στα δύο μεγάλα της ιδανικά: Στη λατρεία του Ιησού και στη διακονία του πλησίον.
Αλλά μόνη της πού θα πήγαινε; Αποφάσισε λοιπόν να εμπιστευθεί την απόφασή της στις δύο χριστιανές θεραπαινίδες της και να τις καλέσει στο δικό της τρόπο ζωής λέγοντάς τους την απόφασή της: «Επιθυμώ να σας εμπιστευθώ ένα μυστικό της καρδιάς μου. Σας εξορκίζω όμως να μην αποκαλύψετε τίποτε και σε κανέναν. Επιπλέον σας παρακαλώ να με ακολουθήσετε, για να με βοηθήσετε στον ιερό σκοπό μου, αλλά κι εσείς να σώσετε τις ψυχές σας».
Ύστερα από αυτά πρόσθεσαν και εκείνες: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου. Προτιμούμε να πεθάνουμε μαζί σου παρά να βασιλεύσουμε μακριά σου».
ΑΠΟΔΗΜΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η Ευσεβία ευχαρίστησε το Θεό για την κατανόηση που βρήκε από τις δύο πιστές θεραπαινίδες και επιδόθηκε στην προετοιμασία του μεγάλου εγχειρήματος. Μοίρασε στους φτωχούς της πόλης όλα τα χρυσά και ασημένια στολίδια της, ενώ για τον εαυτό της κράτησε όσα χρήματα της ήταν αναγκαία. Πώς όμως θα έφευγε από το σπίτι της , χωρίς να γίνει αντιληπτή η αναχώρησή της; Προσευχήθηκε πολύ στον Κύριο και αποφάσισε να αναχωρήσουν νύχτα από το σπίτι της.Και για να μη δώσουν υποψία σε κανένα φόρεσαν ανδρικές στολές.
Φωτισμένες από την προσευχή κατέβηκαν στο επίνειο της Ρώμης, την Όστια. Εκεί ένα πλοίο ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για την Αλεξάνδρεια. Ανέβηκαν στο καράβι και ξεκίνησαν για την Αλεξάνδρεια.
Το ταξίδι ήταν κοπιαστικό και επικίνδυνο, η Ευσεβία όμως δεν ανησυχούσε γι’ αυτό. Ήταν πρόθυμη να υποστεί κάθε ταλαιπωρία και είχε πλήρη εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον για τον οποίο επιχειρούσε την περιπέτεια αυτή.
ΣΤΗΝ ΚΩ
Στην Αλεξάνδρεια η Ευσεβία δεν ησύχασε. Σε μια μεγάλη πόλη υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να γίνει αντιληπτή η παρουσία της από του πατέρα της, που σίγουρα θα κινούσαν γη και ουρανό για να την βρουν. Γι’ αυτό επιβιβάζεται για δεύτερη φορά σ’ ένα πλοίο, με κατεύθυνση τη νήσο Κω. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού η Ευσεβία σκέφτηκε ότι οι άνθρωποι που θα έστελνε ο πατέρας της για να τη βρουν θα την αναζητούσαν με το όνομα Ευσεβία.
Έτσι αποφάσισε να αλλάξει το όνομά της με κάποιο άλλο που θα ήταν σχετικό με την περιπέτειά της και θα εξέφραζε τον ψυχικό της κόσμο. Κι αυτό το όνομα ήταν το όνομα Ξένη.
 Ξένη, γιατί ξένη ήταν στα μέρη που ταξίδευε, Ξένη, γιατί ξενιτεύθηκε. Πολλοί Ρωμαίοι και Ρωμαίες ξενιτεύονταν τότε εξαιτίας του εμπορίου, για να γνωρίσουν άλλα μέρη ή να διασκεδάσουν την ανία τους. Η Ξένη όμως ξενιτεύθηκε για να μπορεί να επιδοθεί απερίσπαστα στη λατρεία του Ιησού και στη διακονία των ανθρώπων.
Ξένη, γιατί ήθελε να παραμείνει ξένη μέσα στον κόσμο, απαρατήρητη, αφανής. Αγάπησε πολύ την ταπεινοφροσύνη η Οσία Ξένη. Όνειρό της ήταν να παραμείνει για πάντα μια ταπεινή ψυχή. Το καινούριο της λοιπόν όνομα θα της υπενθύμιζε την επιδίωξή της αυτή.
Ξένη, γιατί έπρεπε να είναι ξένη προς τον κόσμο της αμαρτίας, ξένη προς την κακία. Το μίσος δεν είχε θέση στην καρδιά της ούτε ο φθόνος ούτε η ζήλεια. Μέσα στην καρδιά της υπήρχε μόνο φλογερή αγάπη. Αγάπη για τον Χριστό και για τον κόσμο. Δεν είχε καρδιά που να εχθρεύεται. Ήταν μια αληθινή νύμφη του Νυμφίου Ιησού.
Ξένη, για να μη ξεχάσει ποτέ ότι ήταν ξένη στη γη αυτή. Ξένη, για να μην επηρεασθεί από τα πράγματα του κόσμου αυτού.
Ξένη, για να θυμάται το χρέος της ξενίας, της φιλοξενίας προς τους ανθρώπους. Η Οσία Ξένη σκεφτόταν ότι όταν θα τακτοποιούνταν οριστικά, θα έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη για τους ξένους. Θα έχτιζε ιδιαίτερο ξενώνα γι’ αυτούς και θα ασκούσε τη φιλοξενία όπως ο Αβραάμ, ο Λωτ και άλλες φιλόξενες ψυχές.
Ξένη, για να της θυμίζει το όνομα αυτό την ουράνια φιλοξενία, για την οποία έκανε λόγο ο Κύριος τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής του.
Την απόφασή της για το καινούριο όνομα η Οσία Ξένη την έκανε γνωστή στις δύο θεραπαινίδες,οι οποίες άκουσαν με θαυμασμό την έμπνευση της αυτή.
                     ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΠΟΙΜΑΙΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ;
Παράλληλα με τον τόπο της οριστικής τους διαμονής τις τρεις αποδημήτριες του Χριστού τις  απασχολεί η έλλειψη πνευματικού οδηγού. Πού να πάνε να μείνουν για πάντα μόνες; Ποιος θα τις συμβουλεύει; Ποιος θα τις προτρέπει στο καλύτερο; Ποιος θα τις επιπλήττει για τα σφάλματά τους; Ποιος θα τις ενισχύει στις  δύσκολες στιγμές, στις στιγμές των ποικίλων πειρασμών; Ποιο πατρικό χέρι θα τις σηκώνει από τις πνευματικές τους πτώσεις;
Είναι πρόβατα του Χριστού. Πρόβατα χωρίς ποιμένα γίνεται; Ποιος θα τις ποιμαίνει; Υπάρχουν λύκοι παντού, που ζητούν, να κατασπαράξουν τα πρόβατα του Χριστού. Ποιος λοιπόν, θα τις προστατεύσει απ’ αυτούς τους λύκους;
Αναζητούν λοιπόν οδηγό, ποιμένα για τον πνευματικό τους καταρτισμό, για την πνευματική τους ασφάλεια και για   να ασκηθούν στην υπακοή.

 
Ο ΠΑΥΛΟΣ
Από το λιμάνι της Κω περνούσαν πολλά πλοία, που πήγαιναν σε όλα τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Εκατοντάδες άνθρωποι ταξίδευαν από το ένα μέρος στο άλλο. Εκεί, παράμερα από το λιμάνι , βλέπουν από μακριά, κάποιο κληρικό. Ήταν μια σεβάσμια μορφή με πρόσωπο αγγελικό. Ήταν ταξιδιώτης, ερχόταν από τα Ιεροσόλυμα. Είχε πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους που κάποτε περπάτησαν τα πόδια του Χριστού. Τώρα επέστρεφε στα Μύλασα της Καρίας, απέναντι στη Μικρασιατική γη,στο Μοναστήρι του Αγίου Απόστολου Ανδρέα, στο οποίο ήταν ηγούμενος. Το όνομά του ήταν Παύλος, ιερομόναχος.
                                               Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ ΣΤΑ ΜΥΛΑΣΑ
Οι τρεις αμνάδες του Ιησού, ακολουθώντας τον πνευματικό τους ποιμένα, που τους έστειλε Εκείνος, φθάνουν στα Μύλασα. Ο Παύλος φροντίζει πολύ για τις ψυχές αυτές. Αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην οριστική τακτοποίησή τους. Φωτίζεται από το Θεό και διαπιστώνει στις ψυχές τους δύο μεγάλους πόθους, τον πόθο της αγιότητας και τον πόθο για δράση. Να κάνουν καλό στον κόσμο, να φανούν χρήσιμες στον πλησίον. Να διακονήσουν πιστά και πρόθυμα τον Κύριο, παντού, όπου τις προστάξει ο Παύλος τους. Να αξιωθούν να γίνουν τρεις σεμνές και ταπεινές διακόνισσες Εκείνου.
                                                
                                              ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ

Από εδώ και πέρα η διακονία της Οσίας Ξένης γίνεται πιο εντατική και κοπιαστική. Δεν είχε πια μόνο το Κοινόβιό της αλλά και το έργο και την αποστολή της Διακόνισσας της Εκκλησίας. Πρώτη αυτή, και ύστερα ένας αριθμός ευλαβών ψυχών, αφιερωμένων παρθένων, αποτελούσαν , πλάι στον καλό και ευλαβή επίσκοπο Παύλο , έναν όμιλο, σαν τον όμιλο των γυναικών που ακολουθούσαν τον Ιησού και τον διακονούσαν…
Σαν ένας άγγελος του Θεού έδινε το παρών στους φτωχούς, στους αρρώστους και στους φυλακισμένους. Φρόντιζε για τη φιλοξενία των γυναικών, για την επιτήρηση των θυρών του Ναού κατά την ώρα της λατρείας και είχε την επίβλεψη των χριστιανών γυναικών, τις οποίες συμβούλευε και νουθετούσε σαν Διακόνισσα. Κατηχούσε τις νέες και τις γυναίκες και έπαιρνε ενεργό μέρος στο Μυστήριο του Βαπτίσματος. Αλλά η πιο υψηλή διακονία ήταν η μεταφορά της Θείας Ευχαριστίας σε άρρωστες, γυναίκες, που δεν μπορούσαν να εκκλησιαστούν
Στην κοπιαστική της διακονία θυμόταν πάντοτε τον Νυμφίο της και Σωτήρα Χριστό, που δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται για τη σωτηρία των ψυχών.
Η Οσία Ξένη, μεθυσμένη από την πνευματική της διακονία , ξέχασε το νόημα της λέξης ανάπαυση. Βιαζόταν να κάνει καλό στον κόσμο. Πονούσε να βλέπει άλλες ψυχές να ζουν στην άγνοια και στην αμαρτία, και άλλες να έχουν ανάγκη από οποιαδήποτε βοήθεια.
Στη διακονία της συχνά θυμόταν τα ολοκαυτώματα της Παλαιάς Διαθήκης. Θυμόταν τα περιστέρια, που καίγονταν ολόκληρα πάνω στα θυσιαστήρια, για να γίνουν οσμή ευωδίας στον Κύριο. Περιστερά κι’ αυτή του Χριστού, ήθελε να θυσιαστεί ολόκληρη πάνω στην ωραία της αποστολή.
Θυσιαστήρια, πάνω στα οποία καιγόταν καθημερινά, ήταν πολλά. Θυσιαστήρια ήταν οι αδελφές του Κοινοβίου της. Κάθε αδελφή ήταν για την Οσία Ξένη κι’ ένα θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο θυσίαζε κάθε φορά και κάτι περισσότερο από τη ζωή της.Η αγωνία για την πνευματική τους προκοπή, η ανησυχία τους για την σωτηρία των ψυχών τους, ήταν μια φλόγα που κάλυπτε ολόκληρο το είναι της.
Θυσιαστήριο ήταν κάθε κατηχούμενη. Η σκέψη ότι γι’ αυτή την ψυχή ο Ιησούς με αγωνία προσευχόταν στον κήπο της Γεθσημανής την έκανε να συμμετέχει στην αγωνία του Ιησού, στην αγωνία για τη σωτηρία της ψυχής που κατηχούσε, έργο, το οποίο της ανέθεσε η Εκκλησία με τον πνευματικό της πατέρα, τον επίσκοπο των Μυλάσων, τον Παύλο.
Θυσιαστήριο ήταν κάθε πονεμένη ψυχή που ζητούσε δύο λόγια παρηγοριάς και λίγο κουράγιο, για να συνεχίσει την πορεία της σε κάποιο Γολγοθά της ζωής της. Η Οσία Ξένη πονούσε με όλες τις πονεμένες ψυχές, γιατί τις αγαπούσε όλες. Όλοι οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά της για οποιοδήποτε πνευματικό θέμα, ήταν θυσιαστήρια για την καλή και ακαταπόνητη Διακόνισσα της επισκοπής των Μυλάσων.
Η ζωή της ήταν μια λαμπάδα. Και όπως η λαμπάδα λιώνει όσο καίει, έτσι και εκείνη. Σαν μια πνευματική λαμπάδα έλιωνε κάθε μέρα όλο και περισσότερο, ώσπου έφθασε το τέλος.
                                                            
                                    ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΣΤΕΦΑΝΙ
Όλες οι αδελφές του κοινοβίου των Μυλάσων συγκεντρώθηκαν,τότε, γύρω από το σεπτό σκήνωμα της Οσίας Ξένης με βαθιά οδύνη στην καρδιά και με δάκρυα στα μάτια. Την έκλαψαν πολύ την πνευματική τους μητέρα. Την έκλαψαν όσο την πόνεσαν. Την έκλαψαν όσο την αγάπησαν στη ζωή τους.
Εκεί πλάι, με το βλέμμα τους στραμμένο στη θεία μορφή της, άφησαν την σκέψη τους να πάει στα περασμένα. Η κάθε αδελφή θυμόταν τη δική της ιστορία, που σχετιζόταν με τη γερόντισσα αυτή, και άρχιζε την ώρα που ο Κύριος οδήγησε τα βήματά της στο Κοινόβιο της Καρίας .Στην αναμόχλευση της όμορφης αυτής ιστορίας τους, έβλεπαν για μια ακόμα φορά την απέραντη αγάπη που έτρεφε η μεγάλη νεκρή τους, όσο ζούσε στις ψυχές τους. Μια αγάπη που εκδηλωνόταν άλλοτε με γλυκύτητα, άλλοτε με αυστηρότητα, άλλοτε με επιπλήξεις κι άλλοτε με κάποιον άλλο τρόπο που τον ενέπνεε η αγάπη της και ο Ιησούς.
Στη συνείδηση των αδελφών η προεστώσα τους είχε επιβληθεί σαν αγία. Αυτό το διακήρυξε και ο Θεός την ημέρα της κοιμήσεώς της με τον πιο εντυπωσιακό και θαυμαστό τρόπο. Ήταν μεσημέρι, κανένα σύννεφο δεν σκίαζε τον ορίζοντα των Μυλάσων και ο ήλιος έλαμπε. Τότε ακριβώς φάνηκε στον ουρανό ένα στεφάνι από αστέρια, που στο κέντρο είχε ένα σταυρό λαμπρό, από αστέρια κι’ αυτό.
Το θαυμάσιο αυτό φαινόμενο το είδαν όλοι οι κάτοικοι των Μυλάσων και των περιχώρων. Το παρατήρησαν με προσοχή και με δέος χωρίς όμως να καταλαβαίνουν τη σημασία του. Εκείνη την ημέρα γιόρταζε το χωριό Λευκή, προάστιο των Μυλάσων, τη μνήμη του Αγίου Εφραίμ, που έζησε και κοιμήθηκε στα Μύλασα. Οι προσκυνητές, που ήταν πολλοί, είδαν και αυτοί τα λαμπρό στεφάνι με το ίδιο δέος και την ίδια συγκίνηση, αλλά και με την ίδια απορία που το έβλεπαν και οι εκεί κάτοικοι. Την εξήγηση έδωσε ο επίσκοπος Παύλος, που ήταν παρών στην πανήγυρη του Αγίου: «Η κυρία Ξένη κοιμήθηκε και γι’ αυτό φάνηκε τέτοιο σημάδι θαυμαστό».
Η εξήγηση αυτή συγκλόνισε τους χριστιανούς. Επίσκοπος και λαός αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία έτρεξαν στο Κοινόβιο των Μυλάσων. Όλος αυτός ο κόσμος δόξαζε το Θεό, που με το θαυμαστό στεφάνι διακήρυττε την αγιότητα της καλής Διακόνισσας. Οι ευλαβείς γυναίκες των Μυλάσων παρακαλούσαν θερμά τον επίσκοπό τους: «Μη κρύψεις το μαργαριτάρι Δέσποτα. Μη θάψεις το θυσαυρό. Μη καλύψεις τον έπαινο και τη δόξα της πόλης. Ας δουν όλοι ποιου Δεσπότη Χριστού είμαστε δούλοι. Ας δουν οι άπιστοι το μυστήριο και ας ντραπούν. Ας δουν οι Ιουδαίοι το σημείο του Σταυρού και ας γνωρίσουν ότι ο Σταυρωθείς απ’ αυτούς, Θεός ήταν.Ας δουν όλοι την Ξένη ποια δόξα αξιώθηκε από το Θεό. Ας δουν όλοι ποια δωρεά και χάρη αξιώθηκε η πόλη μας…»
Ο καλός εκείνος επίσκοπος άκουσε την παράκληση των πιστών και έκανε όπως του είπαν. Όταν έφθασαν στο Κοινόβιο, προσκύνησαν με ευλάβεια το λείψανο της Οσίας και ύστερα σχηματίστηκε μεγάλη πομπή με το λείψανό της. Μπροστά ήταν ο κλήρος και πίσω ακολουθούσε ο λαός με αναμμένες λαμπάδες. Η πομπή πέρασε μέσα από τα Μύλασα, για να δουν όλοι τη δόξα που αξιώθηκε από τον Θεό η Οσία Ξένη.Το παράδοξο ουράνιο στεφάνι με το σταυρό ακολουθούσε πάνω από την πομπή και ακριβώς πάνω από το άγιο λείψανο. Και κάθε φορά που η πομπή σταματούσε μπροστά σε κάθε εκκλησία , για να γίνει δέηση, σταματούσε και το στεφάνι. Όλοι έτρεξαν να δουν από κοντά αυτό το θαύμα. Ακόμα και οι Ιουδαίοι αναγκάσθηκαν να αναγνωρίσουν το θαύμα εκείνης της ημέρας. Η πομπή κατέληξε στο μοναστήρι και κανένας χριστιανός δεν γύρισε το βράδυ σπίτι του. Έμειναν κοντά στο επίσκοπο και στις αδελφές του Κοινοβίου ξάγρυπνοι και προσευχόμενοι.
Θεραπείες ασθενειών
Ανάμεσα στο πλήθος που αγρύπνησε εκείνη τη νύχτα στο Μοναστήρι της Οσίας Ξένης, ήταν και αρκετοί άρρωστοι. Το παράδοξο ουράνιο στεφάνι, που διακήρυττε την αγιότητα της Ξένης των Μυλάσων, έκανε πολλούς αρρώστους να φθάσουν στο Μοναστήρι. Άρρωστοι, που δεν γίνονταν καλά με βότανα και φάρμακα, πίστευαν ότι θα γίνουν καλά με τη χάρη της και έτσι γινόταν. Μόλις οι άρρωστοι άγγιζαν το άγιο λείψανο, γίνονταν καλά.Κόσμος πολύς που υπέφερε από χρόνιες και ανίατες παθήσεις, εκείνο το βράδυ βρήκε τη θεραπεία του, γεγονός για το οποίο όλοι δόξαζαν το Θεό.
                                                 ΣΤΟΝ ΣΙΚΙΝΙΟ ΤΟΠΟ
Επιθυμία της Οσίας ήταν να ενταφιαστεί στον Σικίνιο τόπο. Το ήξεραν αυτό οι αδελφές του Κοινοβίου γι’ αυτό και ο επίσκοπος δέχτηκε να ταφεί εκεί. Έτσι μετά την αγρυπνία και τη νεκρώσιμη ακολουθία μετέφεραν το άγιο λείψανο με πομπή στον Σικίνιο τόπο στο νότιο μέρος των Μυλάσων
Το ουράνιο στεφάνι ακολουθούσε και τώρα την πομπή και μόνο όταν το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε στον τάφο, μόνο τότε εξαφανίστηκε από τον ουρανό, ώστε να μην αμφιβάλλει κανείς ότι για την Οσία Ξένη είχε φανεί. Εκεί στο μνήμα του Σικινίου ο επίσκοπος Παύλος πήρε τα σεντόνια που ήταν στο φέρετρο της Οσίας, τα έκοψε σε τεμάχια και τα μοίρασε όλα στους πιστούς. Τα τεμάχια αυτά θα ήταν φυλαχτά, αλλά και μια διαρκής ανάμνηση εκείνης που, ύστερα από το Χριστό, έδωσε την καρδιά της στο λαό αυτό του Θεού.
                                          ΕΥΛΑΒΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ
Το ιερό σκήνωμα εναποτέθηκε στον τάφο του Σικίνιου τόπου, ενώ η ψυχή της είχε πάρει θέση στην πόλη, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός. Εκείνος στον οποίο έδωσε όλη της την αγάπη και τη λατρεία, όλη της την καρδιά, της έδωσε τα φτερά, για να πετάξει και να αναπαυθεί κοντά του. Την πρώτη φορά πέταξε από τη Ρώμη στα Μύλασα. Αυτή τη φορά πέταξε από τα Μύλασα στον ουρανό. Αποδήμησε από τη γη στα ουράνια σκηνώματα.
Η Οσία Ξένη, με την κοίμησή της, έπαψε να είναι σωματικά παρούσα ανάμεσα στις αδελφές του Κοινοβίου και ανάμεσα στο λαό του Θεού που την αγαπούσε. Ήταν όμως παρούσα πνευματικά. Χάρη στην παρρησία που βρήκε κοντά στον Κύριο, ήταν γι’ αυτές τις ψυχές μια αιώνια μεσίτρια. Δεν έπαψε ποτέ να προσεύχεται στον Κύριο για τους πιστούς που αγάπησε και διακόνησε, όσο ζούσε, κάτω στη γη. Αλλά και οι πιστοί , μάλιστα δε οι αδελφές του Κοινοβίου, έστρεφαν διαρκώς τη σκέψη τους σ’ εκείνην και έκαναν παράκληση στη χάρη της να μεσιτεύει γι’ αυτές στο Θεό.
Ο τάφος της Οσίας έγινε προσκύνημα. Καθημερινά οι πιστοί έρχονταν στον τάφο και εκεί γονατιστοί παρακαλούσαν την Οσία να μεσιτεύει στο Θεό γι’ αυτούς. Πολλοί από τους προσκυνητές, που ήταν άρρωστοι και υπέφεραν από διάφορες παθήσεις, με την πίστη που τους διέκρινε, γίνονταν καλά. Κι αυτοί ήταν εκείνοι, που περισσότερο από όλους μιλούσαν με παλμό για την Οσία, ώστε η φήμη της να φθάσει παντού.
                                                   ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ
Το ιερό λείψανο έμεινε πολλά χρόνια στη γη της Καρίας. Κάποτε όμως, στα μεταγενέστερα χρόνια, παρέστη ανάγκη να γίνει μετακομιδή. Έτσι το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης, σε χρόνο που δεν είναι γνωστός, μεταφέρθηκε στη Θρακική πόλη Σηλυβρία, στον εκεί Μητροπολιτικό Ναό.
                                                     ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΩΝ ΜΥΛΑΣΩΝ
Ακολούθησαν χρόνια δύσκολα για τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας. Στα 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή και ακολούθησε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι Έλληνες χριστιανοί εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν στο πάτριο έδαφος της κυρίως  Ελλάδας. Μαζί τους πήραν πρώτα τα ιερά λείψανα κι ό,τι άλλο μπορούσαν. Έτσι το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης από τη Σηλυβρία μεταφέρθηκε στην Καβάλα, όπου και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο ναό του Αγίου Ιωάννου, και από τα Μύλασα στη σημερινή Νίκαια του Πειραιά. Εδώ, στη Νίκαια, οι Μυλασείς, με πρωτοβουλία του από τον Πόντο Επισκόπου Σεβαστείας Γερβασίου, που το 1934 πήρε προαγωγή ως Μητροπολίτης Γρεβενών, και του Αρχιμ. Φιλαρέτου, ανήγειραν ναό στο όνομα της Οσίας, όπου και εναπόθεσαν το τεμάχιο από το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης.
                                                             ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ
Αυτή ήταν η ζωή της Οσίας Ξένης και των δύο θεραπαινίδων της. Αλλά ποια είναι η δική μας ζωή; Όποια κι’ αν είναι, μπορεί να γίνει καλή και από καλή καλύτερη. Τα μυστικά μάς τα αποκαλύπτει η Οσία μας.
Πρώτο μυστικό: Να αγαπήσουμε το Χριστό, έτσι όπως μας το ζητά ο ίδιος, με όλη μας την ψυχή, με όλη μας τη διάνοια, με όλη μας τη δύναμη. Έτσι τον αγάπησε η Οσία μας και οι θεραπαινίδες, έτσι τον αγάπησαν όλες οι άγιες ψυχές. Και όταν έτσι τον αγαπήσουμε, τότε δε θα μπορεί καμιά δύναμη στον κόσμο να μας χωρίσει από το Χριστό.
Δεύτερο μυστικό: Να καλλιεργήσουμε την πνευματική ενότητα με όσες ψυχές έχουν τα ίδια με εμάς πνευματικά ενδιαφέροντα. Με τις αδελφές ψυχές, μ’ αυτές που αγαπούν όπως κι εμείς το Χριστό, με τις αγωνίστριες ψυχές. Ο Ιησούς ζητά επίμονα την ενότητα αυτή.
Τρίτο μυστικό: Να καταρτιζόμαστε πνευματικά. Η συχνή και θερμή προσευχή,  η μελέτη της Αγ. Γραφής και άλλων πατερικών βιβλίων, η τακτική Θεία Κοινωνία και η καθημερινή περισυλλογή θα μας βοηθήσουν σημαντικά στον πνευματικό μας καταρτισμό.
Τέταρτο μυστικό: Να αγαπήσουμε τη διακονία, την προσφορά. Ο Ιησούς έδωσε τη ζωή του. Ας δώσουμε και εμείς τη δική μας. Έ μ β λ η μ ά   μ α ς   α ς   ε ί ν α ι   τ ο   Λ έ ν τ ι ο   τ η ς   Μ.   Π έ μ π τ η ς.

Μακάρι να βρεθούν ψυχές, πολλές ψυχές, που να ενσαρκώσουν τη ζωή και το πνεύμα της Οσίας Ξένης, να δώσουν τη μαρτυρία του Ιησού στο σύγχρονο κόσμο και να πράξουν ό,τι καλό και ωραίο για το καλό των συνανθρώπων μας και για τη δόξα του Κυρίου μας. Αμήν.