Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Συζήτηση με μια δόκιμη μοναχή



site analysis

    Σχεδόν πάντοτε όποτε είχα την τύχη να συμμετέχω σε προσκυνηματική εκδρομή σε μοναστήρια, έφευγα με την αίσθηση ότι ήταν μια πολύ σύντομη επίσκεψη και δεν είχα δει τίποτε από τον τρόπο ζωής στο μοναστήρι. 
    Είχα βέβαια την ευκαιρία να προσκυνήσω στην Εκκλησία, να ανάψω ένα κεράκι, να ακούσω κάτι για την ιστορία του μοναστηριού. Συχνά είχα επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάποια κατανυκτική ακολουθία στο ναό, να απολαύσω το φιλόξενο κέρασμα στο καθαρό και περιποιημένο αρχονταρίκι, να απολαύσω την γαλήνια ατμόσφαιρα του μοναστηριού -οπότε δεν την διαταράσσαμε εμείς οι επισκέπτες- και να πάρω την ευχή της γερόντισσας. 
    Δεν είχα, όμως, την ευκαιρία να συναντηθώ πραγματικά με τις μοναχές και να έχω μια εκ βαθέων συνομιλία μαζί τους. Τα πρόσωπά τους μου φαίνονταν πολύ απόμακρα, έτσι όπως ήσαν κουκουλωμένες με τις μαντίλες και τα ράσα τους. Τις φανταζόμουν παραιτημένες από την «πραγματική ζωή», αυστηρές και άκαμπτες στα μυαλά, ψυχαναγκαστικές με την καθαριότητα και με την ακριβή τήρηση του τυπικού κάποιων μακροσκελών, ανιαρών ακολουθιών. 
    Μέχρι τώρα τελευταία, που πληροφορήθηκα ότι μια καλή μου φίλη και συνάδελφος είχε πάει να γίνει καλόγρια. Παραξενεύθηκα ιδιαίτερα, γιατί δεν την ήξερα φιλομόναχη. Αναρωτήθηκα τι την έπιασε ξαφνικά, και πρέπει να ομολογήσω ότι αρχικά στενοχωρήθηκα και ανησύχησα γι’ αυτήν. Κάτι σοβαρό θα πρέπει να της συνέβη, είπα με το νου μου. Περίεργο, μια χαρά την έβλεπα τελευταία. Αποφάσισα να της τηλεφωνήσω στο μοναστήρι. Την άκουσα ιδιαίτερα καλά, ενθουσιασμένη με τη ζωή της εκεί και αποφασισμένη να συνεχίσει. 
    -Καλά, βρε παιδί μου, της λέω, αλλά πως και πήρες μια τέτοια απόφαση, έτσι ξαφνικά; 
    -Κι εγώ δεν ξέρω καλά-καλά, μου λέει. Έλα όμως, καμιά φορά να τα πούμε από κοντά. Θα χαρώ πολύ να σε δω. 
    Και πήγα. Και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω κάτι, έστω και λίγο, από τη ζωή των μοναζουσών. 
    Κάθισα για λίγο μόνη μου στην αυλή του μοναστηριού, περιμένοντας τη φίλη μου. Μέσα σ’ αυτά τα λίγα λεπτά μου δόθηκε η ευκαιρία να ηρεμήσω λίγο, απολαμβάνοντας την ομορφιά και τη γαλήνη που απέπνεε ο χώρος. Σε λίγο ήρθε και η φίλη μου, η οποία με υποδέχθηκε πολύ εγκάρδια. Και εγώ επίσης, παρ’ όλο που είχα πάει με πολλές επιφυλάξεις, χάρηκα πολύ που την είδα. 
    Παραθέτω εδώ κάποια κομμάτια από τη συνομιλία μας, αποφεύγοντας βέβαια να αναφέρω πολύ προσωπικά στοιχεία. 
    -Σε βλέπω πολύ καλά. Πολύ ήρεμη, χαρούμενη και φωτεινή. Για πες μου λοιπόν, τι είναι αυτό που βρίσκεις εδώ και έχεις πάρει τέτοια απόφαση; 
    -Χωρίς καλά-καλά κι να καταλαβαίνω γιατί, μου λέει, από τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ σαν φιλοξενούμενη, αισθάνθηκα σαν στο σπίτι μου. Συνάντησα πρόσχαρα, καλοσυνάτα πρόσωπα, και με συγκίνησε το κλίμα σύμπνοιας και αγάπης, που υπάρχει ανάμεσα στις αδελφές. Με δέχθηκαν και μένα με πολλή αγάπη. Ένιωσα ότι βρέθηκα μέσα σε μια αγαπημένη οικογένεια. Έκτοτε είχα την ευκαιρία να έρχομαι εδώ ξανά και ξανά, σαν ένα μέλος της οικογένειας, που έλειπε για καιρό και τώρα επιστρέφει. 
    -Κάτι σαν «διορθωτική συναισθηματική εμπειρία», είπα εγώ, κολλημένη, όπως πάντα στις ψυχολογικές ερμηνείες μου. Ήσουνα μοναχοπαίδι και τώρα χαίρεσαι που απόκτησες αδελφές. Σου δίνεται λοιπόν εδώ μια ευκαιρία να διορθώσεις ίσως κάποια τραύματα και ελλείψεις από το παρελθόν σου. 
    -Πράγματι, μου δίνεται μια ευκαιρία, όχι για επιστροφή στην παλιά παιδική μου ηλικία, αλλά για μια αρχή προς μια καινούργια ζωή. Αυτό όχι μόνο χάρη στις σχέσεις μου με τις αδελφές. Ακόμη πιο σημαντική για μένα είναι η σχέση μου με τη γερόντισσα, που λειτουργεί για μένα ως «αρκετά καλή μητέρα», για να χρησιμοποιήσω κι εγώ ψυχολογικούς όρους. Μια μητέρα, που με αποδέχεται όπως είμαι, αλλά ταυτόχρονα με ωθεί να προχωρήσω. Από τις πρώτες μέρες, που έμεινα στο μοναστήρι με συγκίνησε η απλότητά της, η αμεσότητά της, η ταπεινοφροσύνη της. Δεν άρχισε να μου μιλάει για βαθυστόχαστες πνευματικές έννοιες, όπως περίμενα όταν πρωτοήρθα. Είναι η ίδια πολύ προσγειωμένη και αυτό με βοηθάει πολύ στο να πατάω και με τα δυο μου πόδια στη γη, ενώ ταυτόχρονα δίνει στο νου μου και στην καρδιά μου φτερά. 
    Υπάρχει επίσης εδώ μια πολύ συγκεκριμένη δομή και σαφή όρια, τα οποία η γερόντισσα φρόντισε να μου τα ξεκαθαρίσει από την αρχή, που ήρθα να μείνω σαν δόκιμη. 
    Όλα αυτά, όπως ξέρουμε από την ψυχολογία, είναι σημαντικές προϋποθέσεις για μια ψυχολογική ωρίμανση. Με αυτή την έννοια θα έλεγα ότι το μοναστήρι λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, κάτι δηλαδή σαν ψυχοθεραπευτική κοινότητα. 
    Αυτό ήταν που αρχικά με τράβηξε και με έκανε να έρχομαι εδώ ξανά και ξανά. Αυτό, όμως, που σταδιακά ανακαλύπτω είναι κάτι περισσότερο. Και αυτό είναι το άνοιγμα της καρδιάς στη σχέση με τον Χριστό. Μπροστά σ’ αυτό, το ψυχοθεραπευτικό κομμάτι φαίνεται κάτι σαν παραπροϊόν, κάτι που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτή τη σχέση με τον Χριστό. Αυτό είναι τελικά που μας κρατά εδώ, αυτό που μας ενώνει. 
    -Από την ψυχολογία ξέρουμε αρκετά για τη δημιουργία σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Ποια είναι, όμως τα στοιχεία εκείνα, που βοηθούν στη δόμηση μιας σχέσης με τον Θεό; 
    -Ο Χριστός μας έδωσε μια ιδανική μορφή αυτής της σχέσης με τα λόγια· «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ολόκληρη η ζωή του μοναστηριού είναι προσανατολισμένη προς αυτό το ιδανικό. 
    -Πως εκδηλώνεται αυτό μέσα στην καθημερινή ζωή σας στο μοναστήρι; Πως περνάει μια συνηθισμένη, καθημερινή μέρα στο μοναστήρι; 
    -Ξυπνάμε νωρίς το πρωί, με το χτύπημα του τάλαντου, και ξεκινάμε τον κανόνα μας, δηλαδή την καθημερινή μας πρωινή προσευχή. Μετά πηγαίνουμε στην Εκκλησία, για να προσευχηθούμε όλες μαζί κατά την πρωινή ακολουθία. Στη συνέχεια έχουμε λίγο χρόνο για ησυχία και για πρόγευμα, και μετά ξεκινάμε τα διακονήματά μας. 
    -Τι είναι τα διακονήματα; 
    -Είναι οι καθημερινές μας εργασίες, τις οποίες αναθέτει στην κάθε μία η γερόντισσα. Αυτό για μένα τουλάχιστον είναι σημαντικό, γιατί δεν έχω να προγραμματίσω και να οργανώσω εγώ τις καθημερινές μου δραστηριότητες, δεν έχω να μεριμνήσω εγώ για το τι είναι σημαντικό να κάνω μέσα στη μέρα μου και τι όχι. Αυτό κάνει τα πράγματα πιο ήρεμα και πιο απλά. Αυτό ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας το περιγράφει πολύ ωραία ως· «να οδοιπορείς ξέγνοιαστα σαν να κοιμάσαι». Αυτό επίσης με βοηθάει στο να με κρατά σε κάποια εγρήγορση και να με βγάζει από την οκνηρία και την αναβλητικότητα στην οποία συχνά έχω την τάση να πέφτω. 
    Όσο μπορούμε κάνουμε τα διακονήματά μας με ησυχία, αποφεύγοντας τις άσκοπες συζητήσεις. Συχνά κατά την ώρα των διακονημάτων λέμε και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Όλα αυτά βοηθούν στο να εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εσωτερικά σε προσευχή σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Παρ’ όλα αυτά δεν λείπουν και το χιούμορ, και οι φιλοφρονήσεις, και η έμπρακτη η με λόγια συμπαράσταση της μιας προς την άλλη. 
    -Και μετά πως συνεχίζεται η μέρα σας; 
    -Το μεσημέρι χτυπάει το καμπανάκι για φαγητό και τρώμε όλες μαζί, επίσης σιωπηλά. Αν και πρέπει να ομολογήσω ότι συνήθως το φαγητό είναι πολύ νόστιμο, οπότε η σιωπή αυτή διακόπτεται συχνά από διάφορα θετικά σχόλια. Πάντως, κάνουμε μια καθορισμένη προσευχή πριν και μετά το φαγητό, και επίσης κατά την διάρκεια του φαγητού συνήθως κάποια από τις αδελφές αναλαμβάνει να διαβάσει κάτι, ώστε εκτός από την υλική τροφή να λαμβάνουμε και πνευματική τροφή, που μας ενδυναμώνει στο να συνεχίσουμε το δρόμο μας. 
    Στη συνέχεια, για κάποια ώρα αποσυρόμαστε στα κελιά μας. Το απόγευμα, μετά τον εσπερινό, συνεχίζουμε τα διακονήματά μας μέχρι το βράδι, οπότε έπειτα από ένα -ελαφρύ συνήθως- φαγητό, μαζευόμαστε πάλι όλες μαζί για να κάνουμε το απόδειπνο. Μετά το απόδειπνο παίρνουμε την ευχή της γερόντισσας, βάζοντας μετάνοια και φιλώντας το χέρι της, ζητώντας μια-μια με τη σειρά μας συγχώρεση από την γερόντισσα και τις αδελφές για ότι στραβό μπορεί εν γνώσει ή εν αγνοία μας να έχουμε κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτό μας βοηθάει να ταπεινωνόμαστε και να πάμε μετά στα κελιά μας συμφιλιωμένες, αδελφωμένες και με μια αίσθηση εσωτερικής γαλήνης. Είναι ένα σημαντικό και πολύτιμο για μένα δώρο να αποσύρομαι τη νύχτα μόνη στο κελί μου, περιβαλλόμενη, όμως, από την αίσθηση ότι αποτελώ αναπόσπαστο μέρος ενός όλου. 
    -Μένετε δηλαδή όλη τη μέρα κλεισμένες στο μοναστήρι; δεν βγαίνετε καθόλου έξω, δεν κατεβαίνετε στην πόλη; 
    -Συνήθως όχι, εκτός αν υπάρχει λόγος και πάλι τότε παίρνουμε την ευλογία της γερόντισσας γι’ αυτό. 
    -Δεν είναι πολύ περιοριστικό αυτό; 
    -Θα σου απαντήσω με μια ιστορία από το γεροντικό. Όταν ο αββάς Σεραπίων ρώτησε μια έγκλειστη Ρωμαία ασκήτρια· «Τι κάθεσαι εδώ;» εκείνη του απάντησε· «Δεν κάθομαι, αλλά οδεύω» (Λαυσαϊκή Ιστορία, πε΄). Αυτή η πορεία προς τα μέσα δίνει μια αίσθηση εσωτερικής ελευθερίας, ενώ όσο και να ταξιδεύει κανείς εξωτερικά δεν παύει να παραμένει δέσμιος του χώρου και του χρόνου. 
    Από αυτή την αυλή μπορεί να έχουμε μια ωραία θέα προς την πόλη, προς την θάλασσα, προς τον ανοιχτό ορίζοντα. Όμως, πολύ ευρύτεροι και συναρπαστικότεροι είναι οι ορίζοντες που ανοίγονται μέσα μας. 
    -Ωραία, έστω λοιπόν ότι εσείς «τη βρίσκετε» έτσι με αυτό τον τρόπο ζωής. Πως, όμως, βοηθάτε τον κόσμο με αυτόν τον τρόπο; Πως εκφράζετε την αγάπη προς τον πλησίον; 
    -Ένας τρόπος ζωής με εσωτερική προσευχή, ειρήνη και αγάπη μεταξύ μας, είναι από μόνος του μια προσφορά προς τον κόσμο. Σε μια ομιλία του ο π. Λουδοβίκος Νικόλαος έλεγε μεταξύ άλλων τα εξής· 
    «Ένας ασκητής, ερημίτης, ένας άνθρωπος άγιος, που βρίσκεται κάπου κρυμμένος, αυτός ο άνθρωπος, με την παρουσία του και μόνο, προξενεί μια αλλαγή στα πεπρωμένα της ανθρωπότητας. Κάνει τον κόσμο διαφορετικό. Κάνει τον Θεό να βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Αυτός ο ένας, που είναι κρυμμένος κάπου. Όπως και ο κακός, ακόμα και αν δεν φαίνεται πουθενά, αν είναι άρρωστος και η αρρώστια του δεν τον αφήνει να σηκωθεί από το κρεβάτι, και εκεί ζει μόνος με την κακία του, έ αυτός ο άνθρωπος κάνει κακό στον κόσμο. Έχει ένα κακό ρεύμα, το οποίο ξαπλώνει παντού. ‘ Ο θρους’ που λέει η γραφή. Ένα ρεύμα. Ένας άνθρωπος που αγαπάει, έχει ένα ρεύμα που μας κάνει να τον αγαπούμε. Σκορπάει κάτι. Ένας άνθρωπος, που είναι κακός, ακόμα και αν δεν κάνει τίποτα, σκορπάει ένα ρεύμα κακίας. Μπορεί να είναι στην Αυστραλία ο ένας και ο άλλος στην Ελλάδα, και να τον μισείς κι ο ίδιος να νιώθει κακία για σένα». 
    Αλλά και πέρα από αυτό, εκφράζουμε και με έμπρακτο τρόπο την προσφορά μας η μία προς την άλλη και προς το μοναστήρι γενικότερα, αλλά και προς τους επισκέπτες οι οποίοι έρχονται να ξαποστάσουν για λίγο εδώ, βρίσκοντας ένα λιμάνι για ανεφοδιασμό, για να μπορέσουν μετά ξανά ν’ ανοίξουν τα πανιά τους και ν’ αντιμετωπίσουν πάλι την τρικυμία της ζωής. 
    Παρέμεινα λίγες μέρες και είχα την ευκαιρία να ζήσω κι εγώ από κοντά αυτή την καθημερινή ζωή στο μοναστήρι, που με περιέγραψε η φίλη μου. Και πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό με έβγαλε από τις προκαταλήψεις μου για την μοναστική ζωή. Με έκανε να διαπιστώσω ότι πράγματι αυτό το «κλείσιμο στο μοναστήρι» αυτή η «φυγή από τον κόσμο», αποτελούν ταυτόχρονα ένα άνοιγμα σ’ ένα διαφορετικό κόσμο. Αυτό που ονόμαζα «παραίτηση από την πραγματική ζωή» εμφανίζεται τώρα σε μένα σαν ένας διαφορετικός τρόπος ζωής, που οδηγεί σε μια άλλη, μεστή νοήματος πραγματικότητα. 
Μαρία Ζηρά, Ψυχολόγος 

Περιοδικό «Ενοριακά Νέα» Αγίου Γεωργίου,

Διονύσου Αττικής, Μάιος 2009 αρ.123


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Αικατερίνα Δέρβα



site analysis


Βιογραφικά
Γεννήθηκε στην Βλάστη Κοζάνης το 1890 και ήταν η έκτη θυγατέρα του Γιάννη Βλαχογιάννη και της Μαρίας, που ήταν πολύ ευλαβής γυναίκα και πολύ συνετή. Διηγείτο η μητέρα της ότι οι πρόγονοί της φιλοξένησαν στο σπίτι τους δύο φορές τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και τους ευλόγησε.
Η Κατερίνα παρακολούθησε μερικές τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, έμαθε να διαβάζη και σ’ όλη της την ζωή μελετούσε πολύ. Ήταν πολύ όμορφη και όταν ήρθε στο χωριό τους ένας νέος δάσκαλος, του άρεσε και την έκλεψε. Ο πατέρας της έδωσε την ευχή του, έγινε ο γάμος της Κατερίνας με τον Κωνσταντίνο Δέρβα και εγκαταστάθηκαν στο χωριό του συζύγου της, στην Τσαρίτσανη Ελασσώνος. Όταν η Κατερίνα περίμενε το τρίτο της παιδί, τον άνδρα της κάποιος τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Έτσι σε ηλικία 27 ετών έμεινε χήρα με τρία μωρά. Για να ζήση εμαθε να ράβη. Αργότερα οι συγγενείς της της έκτισαν ένα σπίτι στην Βλάστη δίπλα στο πατρικό της. Εκεί έμαθε και πλεκτομηχανή. Ο γυιός της, ο Γιώργος, έμαθε και αυτός ραπτική και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου τον ακολούθησε και η μητέρα του Κατερίνα.
Η εγκατάστασή της στην πόλη του Αγίου Δημητρίου ήταν δώρο Θεού για την Κατερίνα, γιατί αξιοποίησε τις πνευματικές ευκαιρίες που υπήρχαν. Εκκλησιαζόταν στον Άγιο Μηνά, στην Παναγία Χαλκέων, στην Αγία Αικατερίνη και κυρίως στην Αγία Σοφία, την οποία θεωρούσε σπίτι της. Εκεί βρήκε τον π. Βασίλειο Καϊμάκη, τον ενάρετο πνευματικό, στον οποίον εξωμολογείτο.
Είχε μεγάλη ευλάβεια στα θεία και εσέβετο πολύ τους ιερείς. Είχε άνεψιό τον π. Ευσέβιο Βίττη, τον οποίον υπεραγαπούσε. Στην ζωή της αξιώθηκε δύο φορές να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους.
Στην εξωτερική της εμφάνιση ήταν μικρόσωμη. Φορούσε πάντα μανδήλα στο κεφάλι και μαύρα ρούχα. Ήταν περιποιημένη, δεν ήταν ρακένδυτη και ατημέλητη. «Αυτά είναι υπερβολές», έλεγε. «Ο άνθρωπος να είναι καθαρός και περιποιημένος».
Ζούσε την μετάνοια και πενθούσε για τις αμαρτίες της, αλλά εκφραζόταν αυτό ως χαρά. Ζούσε το χαροποιό πένθος, την χαρμολύπη, όπως λέγουν οι πατέρες. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε την ζωή, την ομορφιά της ζωής, την καθημερινή πραγματικότητα. Δεν ένιωθε μέσα της ότι εστερήθη, ότι εταλαιπωρήθη, ότι υπέφερε. Δεν παραπονείτο για τίποτε, όλα τα ξεπέρασε με την εμπιστοσύνη της στον Θεό και την προσευχή.
Όπου πήγαινε άλλαζε την ατμόσφαιρα. Μετέδιδε αυτό που βίωνε, και όταν την ρωτούσαν κάτι, μετέδιδε τον λόγο του Θεού. Δεν είχε μονοτονία στην συμπεριφορά της. Ήταν πάντα ένας δροσερός άνθρωπος. Έλεγε: «Μία καινούργια μέρα, μία καινούργια ζωή». Δεν αγωνιούσε για τίποτε. Αν και είχε περάσει πολλές δυσκολίες στην ζωή της, έλεγε: «Αν ξαναερχόμουν στην ζωή, πάλι εύκολα θα την περνούσα. Εμένα ο Θεός με αξίωσε να περνώ άνετα, χωρίς να έχω ούτε κτήμα ούτε σπίτι στο όνομά μου. Δεν ξέρω τι θα πει εφορία, τι θα πει δικηγόρος. Πέρασα σαν βασίλισσα». Ήταν πάντα ειρηνική χωρίς εκρήξεις και θυμούς.


Το τυπικό της
Ο γυιός της είχε αγοράσει ένα κτήμα κοντά στην Σχολή Πολέμου και αυτό για την Κατερίνα ήταν σαν παράδεισος. Εργαζόταν εκεί και η ίδια, αλλά πιο πολύ επιστατούσε στους εργάτες που καλλιεργούσαν τις φυστικιές. Η ίδια ανέβαινε, στα δένδρα και προσευχόταν. Αργότερα εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί.
Ξυπνούσε πολύ πρωί και έλεγε: «Εγώ αργότερα θα κοιμάμαι αιώνια. Όταν θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, τότε θα χορτάσω ύπνο. Τώρα πρέπει να προλάβω να χαρώ αυτό το δώρο του Θεού, να σκεφτώ και να φιλοσοφήσω».
Εκτός από την πρωινή προσευχή συνήθιζε να προσεύχεται τα μεσάνυχτα αφού προηγουμένως ξεκουράζετο λίγο. Έλεγε: «Τα μεσάνυχτα, όταν όλα ησυχάζουν αφού ξεκουραστή λίγο ο άνθρωπος, η ψυχή του εχει ανάγκη να μιλήση με τον Θεόν». Αγαπούσε πάρα πολύ να προσεύχεται με το κομποσχοίνι, και έλεγε να προσέχουμε πως κάνουμε την προσευχή μας.
Έλεγε στον εαυτό της όταν έπεφτε να κοιμηθή: «Η νύχτα πέφτει, η ζωή μου πλησιάζει στο τέρμα της». Και στη νυχτερινή προσευχή της μεταξύ άλλων ελεγε: «Είμαι μπροστά Σου, κλαίω ζητώντας να καταλάβω τι έκανα σήμερα. Τα λουδούδια Σου τα πάτησα, στον κήπο μου δεν έχω άλλα λουλούδια, μόνο αγκάθια φυτρώνουν. Κάνε, Χριστέ μου, να ανθίσουν άλλα».
Εκκλησιάζετο κάθε Κυριακή και εορτή και κοινωνούσε συχνά, αφού εξωμολογείτο. Παρακολουθούσε και κηρύγματα. Τις υπόλοιπες προσευχές τις έκανε στην καλύβα της. Ήταν γι’ αυτήν ένας χώρος που την ανέβαζε στον ουρανό. Αν και ζούσε μόνη της, σε μία παράγκα στην ερημιά, όχι στο μεγάλο σπίτι που υπήρχε εκεί δίπλα, δεν φοβόταν. «Τί να φοβηθώ;», έλεγε. «Στα φτωχά και στα ταπεινά κλέφτες δεν πάνε. Μου είπαν να καθήσω εδώ• κάθησα και βρήκα μεγάλη ωφέλεια».
Αγαπούσε πολύ το διάβασμα. Εκτός από την Αγία Γραφή και τα πνευματικά βιβλία, διάβαζε και λογοτεχνικά για να εμβαθύνη στις έννοιες και να μάθη να ψυχολογή τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Ό,τι διάβαζε δεν το προσπερνούσε τυπικά αλλά εμβάθυνε. Είχε την ικανότητα να παίρνη μία λέξη, να την αναπτύσση, να κάνη ολόκληρο κήρυγμα. Επειδή μιλούσε για πνευματικά και ενέπνεε σεβασμό, μερικοί νόμιζαν ότι είναι πρεσβυτέρα και την προσφωνούσαν κυρα-παπαδιά. Είχε δυνατή μνήμη και αποστήθιζε όσα διάβαζε. Κάποτε είπε: «Θεέ μου, έμαθα πολλά για σένα, διάβασα πολλά, άκουσα πολλά, ας κλείσω τώρα τα βιβλία και ας μιλήση η ψυχή μου μαζί Σου».
Έλεγε στην προσευχή της: «Πολυεύσπλαχνε, δώσε μας να αισθανθούμε το φως της Μεταμορφώσεως, την δύναμη της Αναστάσεως και την φλόγα της Πεντηκοστής».
«Ιησού, εσύ είσαι η ζωή και το φως, ο λόγος και ο άρτος, η αλήθεια και η αγάπη. Δώσε μας τον εαυτό σου για να βρούμε τον εαυτό μας».
Νήστευε και έκανε όσα ορίζει η Εκκλησία, αλλά είχε ξεπεράσει το τυπικό. Όταν έψαλλε και προσευχόταν ήταν συγκεντρωμένη στον εαυτό της και φαινόταν ότι τα αισθανόταν, τα ζούσε. Ήταν πολύ αδύνατη. Έτρωγε ελάχιστα. «Δεν θυμάμαι ποτέ να έφαγα και να χόρτασα», ελεγε.
Της άρεσε πολύ ν’ ανάβη κερί και να θυμιάζη. Έλεγε: «Να καίη το κερί πάντα μπροστά στην εικόνα. Όπως λάμπει το φως του κεριού, να λάμπη και η ψυχή μου, να φωτισθή με το φως της Μεταμορφώσεως».
Αν και είχε πολλή αγάπη στους ανθρώπους δεν είχε στο τυπικό της να κάνη ελεημοσύνες. Όπως έλεγε δεν είχε τίποτε, όλα ήταν του γυιού της και αυτή δεν μπορούσε να τα διαθέση. Δεν είχε χρήματα και περιουσίες για να εκδηλώνεται η υλική ελεημοσύνη της, αλλά η ελεήμων ψυχή της εδινε άφθονη πνευματική ελεημοσύνη. Όποιος πήγαινε κοντά της, ήταν σαν να του έδινε ολόκληρο το είναι της, εάν ο επισκέπτης το ζητούσε αλλοιώς σιωπούσε. «Στα πνευματικά δεν μπορείς να βοηθήσης, αν δεν έχη ο άλλος διάθεση», έλεγε. Δεν ήταν μέλημά της να πηγαίνη σε Νοσοκομεία και φυλακές, αλλά έδινε ό,τι είχε με διάθεση, με εγκαρδιότητα• όσο ασήμαντο κι αν ήταν αυτό, σε γέμιζε.

Η πνευματική της εργασία
Η Κατερίνα ζούσε έντονα πνευματική ζωή, καθοδηγούμενη από τα πατερικά βιβλία, σαν να ήταν θεοδίδακτη. Είχε όμως την καλή ανησυχία και εφοβείτο μην είναι σε πλάνη. Είπε στον π. Μεθόδιο, γνωστό της ιερομόναχο που σύχναζε στο Άγιον Όρος, αν βγή κάποιος αγιορείτης διακριτικός Γέροντας, να την πάη να τον συμβουλευτή. Όταν ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης επαθε κυάμωση και πήγε στο Νοσοκομείο, πήγε να τον δή με τον π. Μεθόδιο. Ο Γέροντας την είδε ιδιαιτέρως και, ενώ έξω περίμεναν πολλοί, αυτήν την κρατούσε και της έλεγε: «Γερόντισσα, πές κι άλλα». Την κοίταζε έκπληκτος και με θαυμασμό της επαναλάμβανε: «Γερόντισσα, πές κι άλλα». Η Γερόντισσα του είπε: «Εγώ ήρθα εδώ για να ρωτήσω και ν’ ακούσω, όχι να πώ». Και ο Γέροντας της είπε: «Έτσι να συνέχισης. Μή φοβάσαι. Εγώ θα εύχομαι για σένα». Την κράτησε πάνω από ώρα, ενώ οι άλλοι περίμεναν απ’ εξω και χτυπούσαν την πόρτα• στον π. Μεθόδιο είπε ιδιαιτέρως: «Η Γερόντισσα θα κοιμηθή σε λίγα χρόνια». Όταν πήγε αργότερα στον παπα-Εφραίμ του είπε πάλι: «Η Γερόντισσα θα κοιμηθή σε ένα χρόνο. Αυτή θα είναι πρώτη στον Παράδεισο, μπροστά από πολλούς Αγιορείτες. Δεν έχω δει τέτοια ψυχή στην ζωή μου, ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι υπάρχει τέτοια ψυχή μέσα στον κόσμο. Είναι μία ψυχή που εχει ζήσει την θεολογία στην πράξη και εχει ξεπεράσει όλα τα πνευματικά στάδια. Αυτή η γιαγιά με την απλότητά της, με την εσωτερική κοινωνία με τον Θεό διά της προσευχής, με την πολλή της ταπείνωση και την δίψα και την λαχτάρα που έχει για τον Χριστό, έφθασε σε τέτοια μέτρα και δεν της χρειάσθηκε η άσκηση σε Μοναστήρι. Θα εύχομαι εγώ γι’ αυτήν, αλλά πές την να εύχεται κι αυτή για μένα».
Η Κατερίνα ζούσε αθόρυβα και εν κρυπτώ την πνευματική ζωή. Δεν μιλούσε για υπερφυσικές καταστάσεις και χαρίσματα, και δεν της άρεσε που έλεγαν μερικοί ότι είδαν τον Χριστό και την Παναγία. Έλεγε: «Είδε κάποιος αυτό ή δάκρυσε μία εικόνα και τρέχει ο κόσμος. Πως κάνουν ετσι; Τι ζητούν αποδείξεις και τι χρειάζεται να δης αυτά; Εγώ τα πιστεύω αυτά και δεν αισθάνομαι την ανάγκη να πάω».
Είχε περάσει σε άλλα επίπεδα. Μιλούσε κυρίως για την ουσία της πνευματικής ζωής, για την εσωτερική εργασία και για την αίσθηση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το ένιωθε πολύ έντονα και έλεγε: «Το Άγιο Πνεύμα ζωοποιεί την ψυχή του ανθρώπου».
Αγάπησε πολύ τον Χριστό και προσευχόταν με αίσθηση σαν να ήταν ενώπιόν της ο Χριστός και η Παναγία. Δινόταν ολόκληρη στην προσευχή, ξεχνούσε τα πάντα. Στην θεία Λειτουργία, εστέκετο σ’ ένα ήσυχο μέρος και αφοσιωνόταν τελείως στο Μυστήριο.
Αισθανόταν ότι ποτέ δεν ήταν εντάξει ενώπιον του Θεού, ότι δεν είχε ανταποκριθή. Είχε μεγάλη μετάνοια και αυτομεμψία. Έλεγε: «Από την ζωή μου αυτό που ξέρω είναι ότι 85 χρόνια είναι γεμάτα αμαρτίες. Βάρυναν οι ώμοι μου. Τίποτα δεν έκανα για την μετάνοια και την σωτηρία μου».
Ήταν συνήθως σιωπηλή, δεν έλεγε πολλά λόγια. Καθόταν συμμαζεμένη με σκυφτό το κεφάλι, φορώντας μαντήλα σαν μοναχή και πάντα με το κομποσχοίνι στο χέρι. Έλεγε: «Καλύτερη είναι η σιωπή παρά να λέμε άχρηστα πράγματα».
Μερικές φορές ελεγε κάτι και όταν την ξαναρωτούσαν να το ξαναπή, έλεγε: «Πότε το είπα εγώ αυτό; Δεν το θυμάμαι. Αν είπα κάτι και ήταν καλό, αυτό δεν το είπα εγώ. Εγώ μόνο ανοησίες λέω, τίποτε καλό».
Όλα όσα έλεγε δεν τα είχε προετοιμασμένα στο μυαλό της. Απορούσε κάποιος πως δεν θυμόταν τα τόσο ωραία και πνευματικά λόγια που του έλεγε και αυτή απάντησε: «Αυτά δεν είναι ποίημα να τα πης. Άμα βγή βγήκε, άμα δε βγή… δεν λες τίποτε». Μιλούσε δηλαδή κατ’ έμπνευση και φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και όχι ανθρώπινα.
Έλεγε: «Σκέφτηκα τον Παράδεισο και είπα στον εαυτό μου, “θα μείνω απ’ εξω. Ποιός θα δώσει σημασία σ’ εμένα, μία φτωχή, αμαρτωλή και τιποτένια; Είμαι γυμνή από αρετές, δεν εχω τίποτε να παρουσιάσω. Πόσο θάθελα να είχα μερικούς αγίους φίλους, να μεσιτεύουν για μένα και να πουν ότι με γνωρίζουν!”. Μεγάλο πράγμα! Να κάνουμε φίλους τους αγίους στον Παράδεισο».
Αγαπούσε πολύ την ταπείνωση και μιλούσε συχνά γι’ αυτήν. Έλεγε ότι είναι μία βασική εργασία του ανθρώπου. Πρέπει ο άνθρωπος να ασκήται στην ταπείνωση, να την ζη βαθειά. Βίωνε την ταπείνωση και είχε πλήρη αυτογνωσία με την πατερική έννοια. Ό,τι καλό έβλεπαν οι άλλοι σ’ αυτήν, το θεωρούσε δώρο Θεού, ενώ θεωρούσε ότι η ίδια ήταν μόνο μία γριά.
Είχε χάρι Θεού και αυτό το αισθάνοντο οι πολλοί επισκέπτες της. Εγίνετο κοσμοσυρροή στην καλύβα της. Πήγαιναν άλλοι για να την δούν και να την συμβουλευτούν, και ασθενείς για να παρηγορηθούν. Έλεγε γνωστός της ιερομόναχος: «Ένιωθα το ίδιο πράγμα, την ίδια ειρήνη, όπως όταν επισκεπτόμουν τον γερο-Παΐσιο και τον παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια. Είχε το νού της στα πνευματικά και στον Θεό και όλα τα περιστατικά της καθημερινότητας τα ανήγαγε στον Κύριο. Αυτά που έλεγε σε έβαζαν σε μία άλλη πραγματικότητα. Μερικές φορές δεν μιλούσε. Εφαίνετο ότι ζούσε αλλού, ότι βίωνε κάτι υπερφυσικό. Έσκυβε το κεφάλι της και μονολογούσε: “Αχ, Πατερούλη μου!… πώ, πώ, πώ!… Μεγάλα μυστήρια έχει ο Θεός, αλλά ποιός δίνει σημασία;”».
Δεν έκανε παρέα με γιαγιάδες αλλά με νέους. Την ρώτησε κάποιος πως τα καταφέρνει να επικοινωνή με τους νέους και απάντησε: «Μεγαλώνουν αυτοί καμμιά δεκαριά χρόνια, μικραίνω εγώ καμμιά τριανταριά και έτσι πλησιάζομε και συναντιώμαστε. Τους γέρους δεν τους θέλω. Τί να τους κάνω; Οι γέροι τρων καλά, πίνουν καλά, καλοπερνούν και πάνε και στην Εκκλησία. Αλλά και στην Εκκλησία είναι έτοιμοι να φωνάξουν “γκαρσόν, φέρε μας και ένα καφέ”. Καλά περνάνε και λίγο τους λείπει να καθήσουν και σταυροπόδι. Τελειώνει η Λειτουργία και είναι έτοιμες οι γιαγιάδες να μιλήσουν και να πούνε. Που την βρίσκουν αυτήν την διάθεση; Εγώ φεύγω γρήγορα μετά την Λειτουργία και όταν με ρωτούν που πάω, τους λέω, “πάω στο κελλάκι μου”, για να μη δώ, να μην ακούσω και να μην ξέρω τίποτε. Άμα βλέπης άνθρωπο μετά την Λειτουργία που γελάει και είναι έτοιμος να πή και αστεία, δεν ξέρει αυτός, δεν κατάλαβε τι είναι η Λειτουργία. Δεν εκκλησιάστηκε».
Αυτά τα έλεγε η γερόντισσα Κατερίνα με παράπονο όχι με διάθεση κατακρίσεως, και πρόσθετε: «Όταν σκανδαλίζεσαι στην Εκκλησία, να κλείνης τα μάτια σου, διότι οι αρνητικές εικόνες θα σε επηρεάσουν δυσμενώς. Πές στον εαυτό σου ότι είσαι χειρότερος από όλους. Τα λόγια που λέει ο παπάς όσο αμαρτωλός και νάναι, είναι λόγια Χριστού και παίρνεις ευλογία. Και στον πιο παράφωνο παπά και στον πιο παράφωνο ψάλτη αν βρεθής, πές μέσα σου εδώ είναι ο Παράδεισος. Άνοιξε ο Παράδεισος».

Συμβουλές
Έλεγε η γερόντισσα Κατερίνα: «Καταρράκτης Χάριτος και ευλογίας πέφτει κάθε πρωί από τον ουρανό. Ρίχνει ο Θεός, αλλά οι άνθρωποι κοιμώμαστε. Δεν ενδιαφέρεται κανείς να γυρίση να κοιτάξη τι αγάπη έχει ο Θεός για μας, και ετσι οι Άγγελοι παίρνουν πίσω την Χάρι».
Έλεγε σε γνωστό της νέο κληρικό: «Έχεις ένα καλό. Σε παίρνουν τηλέφωνο το πρωί, και είσαι όλος διάθεση. Σε παίρνουν το μεσημέρι, δεν λες ποτέ “τρώω”. Σε παίρνουν το βράδυ, δεν λες ποτέ “κοιμάμαι”. Αυτό να το κράτησης σε όλη σου την ζωή για όλους τους ανθρώπους. Ποτέ να μην είσαι απασχολημένος για τον εαυτό σου. Να είσαι πάντα στην διάθεση των άλλων. Είναι μεγάλο καλό αυτό, εύχομαι να σε βοηθήση ο Θεός να το κρατήσης σ’ όλη σου την ζωή».
«Δεν μπορώ να καθήσω με ανθρώπους της ηλικίας μου, γιατί βλέπω ότι σ’ αυτήν την ηλικία μοιάζουν σαν να είναι μαθητές επί 80 χρόνια στην πρώτη τάξη. Δεν μπορούμε να είμαστε τόσα χρόνια στην ίδια τάξη. Πρέπει να προχωράμε παραπάνω. Και δεν εχω να πώ και τίποτε, διότι άλλα λέω εγώ, άλλα καταλαβαίνουν».
Έλεγε για την ταπείνωση: «Μία μέρα είπα στο βασιλικό, όταν έσκυψα να τον μυρίσω: “Γιατί έχεις τόση ευωδία και είσαι τόσο χαμηλός; Ψήλωσε για να μυρίζουν πιο εύκολα οι άνθρωποι το άρωμά σου”. Και ο βασιλικός απάντησε: “Γερόντισσα, αν ψηλώσω θα χάσω την ευωδία μου”».
Για την ματαιότητα του κόσμου έλεγε: «Βγήκα στον κήπο, είδα τα μαραμένα τριαντάφυλλα και τα έκοψα. Δίπλα έβλεπα τα μπουμπούκια, ήταν όλο χαρά και δεν έδιναν καμμία σημασία στα μαραμένα. Υπήρχε μία μεγάλη αντίθεση και είπα στα μπουμπούκια: “Μήν υπερηφανεύεστε, γιατί, σε λίγες μέρες που θα ξανάρθω, θα έχετε μαραθή και σεις”».
Είπε σ’ ένα μπουμπούκι τριαντάφυλλου μία μέρα: «Εκεί που είσαι ήμουνα και εδώ που είμαι θάρθεις. Έτσι ήμουν κάποτε και εγώ μπουμπούκι και δες πως έγινα τώρα».
«Η φύση είναι ενα βιβλίο ανοιχτό. Χιλιάδες φωνές μυστικές μιλούν για τον Δημιουργό. Όμως πρέπει να είσαι μάστορας, αλλά και χασομέρης, και τότε θα μπορέσεις να μάθης την γλώσσα τους».
«Αραδιάζω κομποσχοίνια. Είναι κανένας κόμπος γόνιμος ή είναι όλα άδεια κομπολόγια;».
«Οι ιερείς όλο τρέχουν, όλο ακολουθίες κάνουν, όλο ακούν και διαβάζουν. Πολλές φορές όλα αυτά μπορεί να είναι ψεύτικα». (Δηλαδή, αν δεν γίνωνται με την καρδιά).
«Μή χαίρεσαι, όταν κερδίζης οποιοδήποτε κέρδος, ακόμη και πνευματικό να είναι και ανεβαίνεις. Υπάρχει φόβος να πέσης».
«Μη στενοχωριέσαι, όταν χάνης. Αυτό σε κατεβάζει. Πατάς χαμηλά στην γή και δεν υπάρχει φόβος να πέσης».
«Στα φτωχά και στα χαμηλά κλέφτες δεν πάνε. Στα μεγάλα και στα πλούσια οι κλέφτες στρέφουν το βλέμμα τους πάντοτε».
«Μη βασίζεσαι στην βιτρίνα που βλέπεις στον κάθε άνθρωπο εξωτερικά. Την αποθήκη (καρδιά) δεν βλέπεις τι εχει μέσα».
«Αν με ρωτήσης θα σου πώ, αν δεν με ρωτήσης τι να σου πώ; Εγώ ποιήματα δεν ξέρω».
«Η Χάρις πέφτει πριν να την δή ο ήλιος. Η ψυχή δροσίζεται πριν να ξημερώση».
«Ξύπνα τα μεσάνυχτα, κάνε την προσευχή σου, ρίξε ενα δάκρυ καυτερό με πόνο ψυχής, με βαθειά μετάνοια, να γιάνης την ψυχή σου».
«Αν η καθημερινή ζωή σου είναι φτωχή, μην την περιφρονήσης. Κρίνε τον εαυτό σου που δεν είναι αρκετά ποιητής για να κάνη την ζωή ενα ωραίο ποίημα και μία όμορφη μουσική».
«Πρέπει να συντομεύσουμε τον δρόμο μας για να πάμε εκεί που θέλει ο Θεός. Εμείς κοιτάζομε τα απ’ εξω. Με τ’ απ’ έξω δεν μπαίνεις μέσα. Θα πας μέσα για να βρής».
«Τους πειρασμούς μην τους φοβάσαι. Είναι κοπριά. Το δένδρο που εχει κοπριά στην ρίζα του μην το φοβάσαι. Θα μεγαλώσει. Αλλοίμονο στο δένδρο που δεν εχει κοπριά». (Πειρασμούς).
Πάντα όταν μιλούσε δεν καθόταν σαν γερόντισσα να πή συμβουλές υψηλής πνευματικότητος, αλλά μιλούσε απλά με βάθος και προσπαθούσε να σε κρατά σε βαθύτερη σχέση με το ουσιαστικό. Έλεγε: «Δεν καθόμαστε σταυροπόδι έτσι για να καθήσουμε. Πρέπει κάτι να ζούμε. Δεν μπορούμε να χάνουμε χρόνο. Πόσο είναι ακόμη η ζωή μας;».
«Πες μία καλημέρα στον εχθρό σου με αγάπη και να ξέρης ότι εκείνη την ώρα κάνεις ένα μεγάλο δώρο στον Θεό».
Έλεγε για τα Μοναστήρια: «Όλα είναι τέλεια (τα εξωτερικά). Αν πάη στο βάθος των πραγμάτων ο μοναχός, τότε είναι μοναχός. Διαφορετικά, και όλα τέλεια να είναι τα απ’ εξω και οι ωραιότερες φωνές και οι καλύτερες ακολουθίες και όλα αυτά… ακόμα δεν φθάσαμε εκεί που έπρεπε».
«Πώ, πώ, πώ! Τι κάνει ο ιερέας όταν είναι μπροστά στην Αγία Τράπεζα! Τι γίνεται εκείνη την ώρα! Κατεβάζει τον ουρανό στην γή».
«Ο εγωιστής είναι αλάδωτη μηχανή που κάνει θόρυβο, τρώει τα σωθικά της και κουράζει και τους άλλους».
«Υπάρχουν δάκρυα ανθρώπινα και υπάρχουν δάκρυα κατά Χριστόν. Τα δάκρυα τα ανθρώπινα μπορεί να είναι παράπονο και διαμαρτυρία. Τα δάκρυα κατά Χριστόν δεν βάζουν κανέναν σαν αιτία των δακρύων, αλλά ο άνθρωπος αισθάνεται μέσα στα δάκρυα την αγάπη του Χριστού γι’ αυτόν, και τότε ανακαλύπτει το βάθος και το πλάτος της αναισθησίας και της αμαρτωλότητός του».
«Όταν οι Άγιοι μιλούν για δάκρυα μετανοίας που μας καθαρίζουν και μας αγιάζουν, εννοούν αυτά, τα γόνιμα δάκρυα, και όχι τα ανθρώπινα δάκρυα που μπορεί να είναι και διαβολικά κάποτε. Να μη μας συγκινούν τα οποιαδήποτε δάκρυα, αλλά τα κατά Χριστόν δάκρυα».
«Οι Πατέρες δεν μιλούν για τα δάκρυα που είναι διαμαρτυρία, παράπονο, άπογοήτευση και κλαψουρί- σματα, αλλά για δάκρυα ευγνωμοσύνης. Αυτά είναι δάκρυα συναισθήσεως της άγάπης του Θεού, και μέσα σ’ αυτά τα δάκρυα είναι η λύτρωση του άνθρώπου. Έκεί καθαίρεται η ψυχή, εκεί βρίσκει παρηγοριά».
Έλεγε στα εγγόνια της: «Όποια ώρα με βάλεις να κοιμηθώ, θα κοιμηθώ, γιατί η συνείδησή μου είναι αναπαυμένη. Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Να φροντίζετε κάθε βράδυ να κάνετε αυτοέλεγχο και μετά να κοιμάσθε».
Συμβούλευε με παραβολές τα εγγόνια της και Ελεγε: «Εγώ έρριξα τον σπόρο. Αν είναι καλό το χωράφι θα φυτρώσει. Αν όχι δεν θα φυτρώσει».
«Στη ζωή σας ναα μην είστε άκαμπτοι. Για να φθάσετε εκεί που θέλετε, θα πρέπει να πάτε λίγο από δώ, λίγο από κει, να σκύβετε το κεφάλι. Ποτέ να μήν πηγαίνετε κατ’ ευθείαν επάνω».
«Να μή διαλέγετε τον εύκολο δρόμο πάντα. Δέν είναι ο καλύτερος. Στόν δύσκολο δρόμο θα μάθεις πως να περπατάς και θα μάθεις να σηκώνεσαι, όταν πέφτης. Στην ευθεία δέν μαθαίνεις τίποτε».
«Άν οι πράξεις μας είναι καλές και η συνείδησή μας καθαρή, δέν φοβόμαστε τον Θεό».
«Να είσαι ταπεινός σε όλες τις εκδηλώσεις γιατί η έπαρση δεν αρέσει σε κανέναν, ούτε στον Θεό ούτε στους ανθρώπους».
Σε κάποια που παντρεύτηκε πλούσιο, την συμβούλευε: «Να είσαι ταπεινή, να μην πετάς. Τα χρήματα σήμερα τάχεις, αύριο δέν τάχεις. Αν εχης ταπείνωση και πέσης, θα πέσεις μαλακά. Άμα όμως είσαι πολύ ψηλά (εχεις υπερηφάνεια) και πέσης, θα τσακιστής».


Η κοίμησή της
Στα τελευταία της έβλεπε ένα φως και έλεγε οτι περιμενει να δη ποιός θάρθει να τήν πάρη. Θα είναι καλός ή κακός; Έλεγε: «Δεν πρέπει να φοβώμαστε τον θάνατο. Δεν είναι τίποτε. Είναι ένα φως».
Ενώ την περίμεναν να πεθάνη τους είπε: «Δεν θα φύγω ακόμη. Θα περιμένω τον π. Μεθόδιο να γυρίση από το Παρίσι, διότι του το υποσχέθηκα». Και πράγματι, όταν γύρισε, την επισκέφθηκε με άλλα πνευματικά της παιδιά και τον Νομάρχη. Της έκαναν Ευχέλαιο και το χάρηκε, γιατί το ήθελε πολύ. Της πήγαν και μία ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα που τα αγαπούσε, και τους είπε: «Σας ευχαριστώ πολύ. Πάντα μου άρεσαν τα τριαντάφυλλα. Καλά κάνατε και τα φέρατε τώρα γιατί στο φέρετρο δεν θα τα έβλεπα». Την παραμονή ζήτησε να της διαβάσουν ευχή και ευχαρίστησε με νεύμα.
Λίγο πριν κοιμηθή, πήγε ενας νεαρός Γάλλος υποψήφιος ιερέας και ζήτησε μία συμβουλή: «Τι να σου πώ! Μεγάλο πράγμα η Ιερωσύνη! Αν ήμουν άνδρας θα ήθελα να γίνω παπάς. Ταπείνωση και πάλι ταπείνωση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο από την ταπείνωση. Αυτό να κρατήσης στην ζωή σου».
Ύστερα σηκώθηκε, πήγε πλύθηκε μόνη της, μάζεψε τα μαλλιά της, χαιρέτησε τους παρευρισκομένους και ξάπλωσε. Περίμενε να κοιμηθούν οι άλλοι και αυτή έφυγε για την άλλη ζωή ήσυχα, ειρηνικά και αθόρυβα στις 18-11-1978.
Στην κηδεία της μαζεύτηκαν πολλοί. Ήταν περίπου 20 Ιερείς, καθηγητές Πανεπιστημίου και άλλοι άνθρωποι της Εκκλησίας που την γνώριζαν και την αγαπούσαν. Εφαίνετο σαν διαδήλωση και επικρατούσε χαρμόσυνη ατμόσφαιρα. Την πήγαν με τιμή μέσω της οδού Ερμού, που ήταν γεμάτη κόσμο, στην Αγία Σοφία, όπου της έψαλαν την νεκρώσιμη ακολουθία.
Αιωνία η μνήμη της. Αμήν.

Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄,έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Πληροφορίες για την Αικατερίνα Δέρβα έδωσαν ο Πανοσιολογιώτατος Άρχιμ. Μεθόδιος Αλεξίου, Εφημέριος του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Θεσ/νίκης, η ανεψιά της Αικατερίνης κ. Ευαγγελία Βίττη και τα εγγόνια της Αικατερίνα Δέρβα και ο μακαριστός πλέον Κωνσταντίνος Δέρβας. Τους ευχαριστούμε.

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑΣ ΤΗΣ ΧΙΟΠΟΛΙΤΙΔΟΣ



site analysis


Ευλογήσαντος του Ιερέως.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)


Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησιν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνην σου. Και μη εισέλθεις εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισεν με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδίαν μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτησα. Διαπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι.
..................
Είτα τα παρόντα Τροπάρια.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος έν ονόματι Κυρίου.


Ήχος δ΄. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Οι εν δεινοίς και περιστάσεσι δεύτε τη της Μαρκέλλης θαυμαστή αντιλήψει πάντες καταφύγωμεν κραυγάζοντες. Αθληφόρε λύτρωσαι τους προστρέχοντας πίστει τη θεία προστασία Σου και γαρ Χριστώ παρρησία τη πορφυρά Σου και μαρτυρική, λαμπρά Εσθήτι, Παρθενομάρτυς παρίστασαι.
Το απολυτυκίον του Αγίου Νικηφόρου του Χίου
(υμνογράφου της Αγίας)
Καρδαμύλων το κλέος και Ρεστών τον Διδάσκαλον, της Νέας Μονής τε ιερόν καθηγούμενον.Νικηφόρον υμνήσωμεν πιστοί, ως νίκην εργασάμενον λαμπράν, κατά δαιμόνων τοις θαύμασι, και αγγέλους κατευφράναντα, και οσίων τα τάγματα.Δόξα τω Σε δοξάσαντι Χριστώ. Δόξα τω Σε αναδείξαντι Μακαρίου του Κορίνθου μιμητήν μεθ’ού εν Χίω συμψύχως εβίωσας.
Δόξα Του Κυρίου τοις νόμοις (ίδε είς το τέλος)
Και νύν Ού σιωπήσωμεν
Ψαλμός Ν΄ (50)

Ελέησον με, ο Θεός, κατά το μέγα Έλεός Σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου, εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου έστι δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιον Σου εποίησα, όπως αν δικαιωθείς εν τοις λόγοις Σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί Σε. 
Ιδοί γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ι δού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα κσι τα κρύφις της σοφίας Σου εδήλωσας μοι. Ραντιείς με υσσώπω και και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινομένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν Σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνησον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου Σου, και το πνεύμα Σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου Σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στηριξόν με . Διδάξω ανόμους τας οδούς Σου, και ασεβείς επί Σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί τηνα αινεσίν Σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ούκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινομένην ο Θεός ούκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε , εν τη ευδοκίαν Σου την Σιώ, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν Σου μόσχους. 

Αγία του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.

Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας
Σωτήρα δυσώπει πάντων Θεόν, Μαρκέλλα απαύστως, και αξάγαγε συμφορών, τους πίστει προσελθόντας και ευλαβεία πάση, υπό την σκέπην Σου μάρτυς Κυρίου πανένδοξε.
Όλος υπάρχω τη εμμονή προσβλέπειν εν βίω, παρερχόμενα και θνητά, τον νούν ανόρθωσον μου τα άνω βλέπειν μάρτυς, εν όρει τω Αγίω ώ κατεσκήνωσας.
Ιατρεύεις απάντων πάθη πολλά, θεράπευσον όθεν, συν τω σώματι, την ψυχήν, των Σε φωνούντων πόθω, Μαρκέλλα Καλλιμάρτυς επιστασία, Σου.

Χαίρε απάντων μόνη ελπίς, διάσωσον πάντας, τους εν πίστει και ακλινεί, προσφεύγοντας ελπίδι, Παρθένε Θεοτόκε, τή Ευσπλαχνία Σου.

'Ωδή γ'. Ουρανίας άψΐδος
Σώσον μάρτυς Κυρίου, τους ανυμνούντας Σε, έν αληθεία και πόθω Μαρκέλλα πάνσεμνε, ως αν σωθέντες πρεσβεία Σου, προσβολών του όφεως, Χριστόν δοξάζομεν.

Όλην σχούσα καρδίαν, ταις νοηταίς λάμψεσιν, και θεωρίας εκείθεν, Μαρκέλλα Καλλίνικε, έκλινας την κάραν Σου, τω Σώ πατρί τώ βαναύσω, απελθούσα χαράν πρός την ουράνιον.
Λιμένα Σε θείον ως αληθώς έδειξε, εν τή νήσω της Χίου, Χριστός ο Κύριος, όθεν καταφεύγομεν τώ Ναώ εν Μαρκέλλα λαμβάνοντες εκείθεν γαλήνη αστασίαστον.

Θεοτοκίον
Υπεραγία Παρθένε Θεοτόκε Ανύμφευτε, την παναθλίαν ψυχήν μου, Αγνή επίσκεψαι, και καθαράν αυτήν δείξον, μετανοίας δάκρυσιν, αυτήν ευπρεπίζουσα.

Διάσωσον εκ πάσης εναντίας περιστάσεως αθληφόρε, τους εν πίστει τη παρρησία Σου προσφεύγοντας, και Σε φωνούντας καλλιμάρτυς Μαρκέλλα.

Επίβλεψον...
Αίτησις και το Κάθισμα
Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή

Πηγή θαυμαστή ιάσεων γέγονεν, Μαρκέλλα σεμνή η πέτρα ή Σε εδέξατο, ιάται γαρ τους άπαντας το εκ ταύτης χεόμενον ύδωρ και χριομένους ευλαβώς, είς δόξαν Χριστού του Νυμφίου Σου.

Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε
Γεγηθότες βοώμεν Σοι, Μαρκέλλα εκλύτρωσαι, του δολίου δράκοντος, και διατήρει ασινείς τους υμνούντας Σε.
Γέγονας Νύμφη τώ Κυρίω ωραία, ώ Μαρκέλλα πανέντιμε, τή στολή του αίματος περιβεβλημένη, και την της Παρθενίας , λαμπάδα βαστάζουσα.
Όθεν τους προστρέχοντας πανταχόθεν, τώ αγίω Ναώ Σου, αφύπνισον εξ ύπνου αγνωσίας, πρός εργασίαν τών εντολών του Δεσπότου Σου.

Θεοτοκίον

Ρωσιν δίδου Πανάμωμε, έν τή ψυχή και τώ Σώματι, και κακών τα σκιρτήματα, αφάνισον και τούτων, την ομίχλην διάλυσον.

Ωδή ε’ Φώτισον ημάς..
Τιμία Σου κεφαλή είς θάλασσαν ριφθείσα, αγιάζει τα ύδατα, και γαρ χειρί πατρώ ετμήθης διά τον κτίστιν Σου.

Σκέπε ωύν ημάς ώ Μαρκέλλα Θεοδόξαστε, ίνα Σου τα θαύματα αεί, κηρύττομεν λυτρούμενοι, πάσης θλίψεως.
Σωτήρα Χριστόν κόσμου παντός αγαπήσασα, τούτω επομένη καλούντος, ήρας τον Σταυρόν, Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα της αθλήσεως.

Θεοτοκίον
Ήθλησας Σεμνή του Θεού Μητέρα Θεόνυμφον, καλούσα και λέγουσα θερμώς, Θεοτόκε καιρός, βοηθείας βοήθει μοι.

Ωδή στ’ Την δέησιν, εκχεώ..

Τρωθείς του εχθρού βέλει μάρτυς, την τρωθείσαν χειρός πατρώας τόξω, Σε ικετεύω την Θεόφρονα Μαρκέλλαν, τα τραύματα μου θεράπευσον, και ασθενείας τής ψυχής, τή χειρί Σου είς τέλος αφάνισον. 
Ωράισμα και κλέος της Χίου, ανεδείχθης και σέμνωμα θείον, των πρός την σήν δ’ αφορώντων πρεσβείαν, όντως καταφύγιον και προστασία αρραγής, εκ μέσου ημών ποιούσα τα σκάνδαλα.

Ιατρείον νοσημάτων εφάνη, ο ναός Σου άμισθον τοίς πάσι, και δεινών και κακώσεων πλείστων, ενταύθα την λύσιν λαμβάνομεν, αθληφόρε Κυρίου Νύμφη Χριστού, οι προστρέχοντες ενταύθα εκ πίστεως.

Θεοτοκίον
Γενόμενον εν πολλοίς πειρατηρίοις, Θεοτόκε ανύμφευτε Μήτερ, σώσον με Κόρη τή σή συμπαθεία σύν Μαρκέλλης πρεσβείαις ήν κέκτηται, Χίος ώς κλέος αληθώς, και θείον θησαύρισμα Χάριτος.

Διάσωσον εκ πάσης εναντίας περιστάσεως, αθληφόρε, τους εν πίστει τή παρρησία Σου προσφεύγοντας, και Σε φωνούντας, Καλλιμάρτυς Μαρκέλλα.

’Αχραντε, η διά λόγου τον Λόγον....
Αίτησις και Κοντάκιον, ήχος β
Προστασία των χριστιανών
Ιατρείον νοσημάτων νύν γέγονεν, και των κλονουμένων Μαρκέλλα το έρεισμα, η σή πέτρα η σεπτή και αγία Σου σορός, αλλά πάντοτε ακλίνως τους προστρέχοντας αυτή, ατρώτουςτώ ύδατι φύλαττε, εκ κινδύνων και κακών ολεθρίων, εποπτεύουσα εξ ουρανού, Καλλιμάρτυς συμπαθώς αυτούς.

Προκείμενον
Θαυμαστός ο Θεός εν τοίς Αγίοις Αυτού
Στιχ. Τοις αγίοις τοίς εν τή γή....

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού Μαθηταίς. προσέχετε από των ανθρώπων. επιβαλούσι γαρ εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου. αποβήσεται δε υμίν εις μαρτύριον. Θέσθε ούν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι. εγώ γαρ δώσω ημίν στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν. Παραδοθήσεσθε δε και υπό γονέων και συγγενών και φίλων και φίλων και αδελφών, και θανατώσουσι εξ υμών, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου. και θριξ εκ της κεφαλής υμών ου μη απόληται. εν τη υπομονή κτήσασθε τας ψυχάς υμών.

Δόξα. Ταις των Αθλοφόρων....

Και νύν. Ταις της Θεοτόκου....

Προσόμοιον.

Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου....

Νύμφη καλλιπάρθενε τού άνω δόξης Νυμφώνος, Μαρκέλλα Καλλίνικε, βέλει πρώτον τέτρωσαι, δια τον Κτίστιν Σου, νοερώς βλέπουσα τον εν Σοι Νυμφίον, αγιάζεις τή πληγή Σεμνή θαλάσσης ύδατα ταις μαρμαρυγαίς του Σού αίματος, συν τώ βέλει τρέχουσα και διωκομένη και φεύγουσα, ξίφει του πατρός Σου. Μή άλλως δυναμένη δε φυγείν, κατακαλύπτει ο βράχος Σε, και την χαράν τέτμησαι.

Σώσον ο Θεός τον λαόν σου....

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Αλγηδόνων παντοίων, και δεινών ολεθρίων και πάσης θλίψεως, και φθόνου των δαιμόνων, και μίσους των ανθρώπων, Μαρκέλλα διάσωζε, τους προστρέχοντας αεί, τή πέτρα τή σχισθείση.
Νομημάτων ποικίλων, χαλεπών και κινδύνων, μάρτυς Καλλίνικε, τους πόθω προσιόντας, τω ύδατι Σου ρύσαι, και παντός διαφύλαττε, εν πάση ώρα κακού, τους πίστει Σε τιμώντας.
Αγιάσματος Θείου, καιμπηγής τών ιάσεων η σορός Σου γέγονεν, Μαρκέλλα πρόξενος, τή νήσω εν τή Χίω, ήτις αεί καταφεύγει, Σοι Μάρτυς πολύαθλε, ένθα σώμα το σεπτόν, η πέτρα καλύπτει Σού.


Θεοτοκίον
Πασών τιμιωτέρα υπάρχεις, Σεραφείμ, Χερουβείμ τε και άνω τάξεων, μαρτύρων και Οσίων, και πάντων των Αγίων, προφητών Αποστόλων δε, Ιεραρχών Πατριαρχών, Χριστού Θεού Μήτερ.

Ωδή η’. Τον Βασιλέα.
Σκέπε ουρανόθεν τους ακλίνως, εν εκάστη ώρα προστρέχοντας τώ σεπτώ Σου ναώ, ένθα ενήθλησας, και εν πέτρα τή σχισθείση.

Ουρανόθεν εφαπλούσα την προστασίαν Σου ύδατος δωρούμενη, είς τέλος με θεράπευσον βοώ Σοι.

Ίασαι Νύμφη Κυρίου την πανάθλιαν ψυχήν μου, σύν τώ σώματι, Ναόν αυτήν ποιούσα, Χριστού του Θεού του Νυμφίου Σου.
Ρούν παντοίων δυσχερειών και στενώσεων, και θλίψεων αποξήρανον Παρθένε, δυνάμει των θείων πρεσβειών Σου.


Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Απάντων των κινδύνων, εχθρών ες αοράτων και των εν σώματι παντοίων κακώσεων, εκλύτρωσαι μάρτυς, τους εις Σε καταφεύγοντας.
Κλίνον Σου το γόνυ, τώ θρόνω της Τριάδος, και των κακών με απάντων διάσωσον, ώς σχούσα παρρησίαν, Μαρκέλλα Θείω βήματι.
Άνωθεν αγγέλους, αιώσι συγχορεύεις, και τών εκείθεν τερπνών συμμετέχουσα, έπιδε έξ ουρανών, Μαρκέλλα τους τιμώντας Σε.

Θεοτοκίον
Μακάριος Κορίνθου, σύν τώ Νικηφόρω, ήλθον πρό τής πέτρας, η εκάλυψε Σε, ύστερον δε ήλθεν Νεκτάριος ο Θείος, μεθ’ ών και της Πανάγνου, σκέπε ημάς Μαρκέλλα.