Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Η Αγία Ακυλίνα η Ζαγκλιβερίνη



site analysis


Η ξεχωριστή αυτή νεαρή κοπέλα καί παρθενομάρτυρας του Χρίστου Ακυλίνα γεννήθηκε, έζησε και μαρτύ­ρησε στην επαρχία Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης στο β’ μισό του 18ου αιώνα.
Το όνομα της από το λατινικό «Αquilla» που σημαίνει αετός , ταυτίζεται με το μεγαλείο της υψιπετούς ψυχής της , μιας ψυχής που από πολύ νωρίς αναζητούσε ψηλά στον ουρανό το αθλοθέτη Ιησου Χριστό , στα νάματα της Ορθοδοξίας.
Την περίοδο εκείνη οι διωγμοί εναντίον των χρι­στιανών ήταν φοβεροί και ανελέητοι. Το μόνο που σφό­δρα επιζητούσαν και επεδίωκαν οι Τούρκοι με κάθε αφορμή και σε κάθε περίσταση ήταν να αλλαξοπιστήσουν οι χριστιανοί. Ο θρησκευτικός φανατισμός , που επικρα­τούσε τότε και σημάδευε κάθε σκέψη και ενέργεια των Τούρκων, είναι η αιτία των διαφόρων ακροτητών που λάμβαναν χώρα.

Κατά τα δύσκολα λοιπόν εκείνα χρόνια ζούσε στο Ζαγκλιβέρι η οικογένεια της Αγίας Ακυλίνας, οικογέ­νεια ευσεβών χριστιανών που επιβίωνε ανάμεσα στους Τούρκους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Το σπίτι όπου έζησε και μαρτύρησε η Αγία σώζεται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στην είσοδο της κωμοπόλεως του Ζαγκλιβερίου. Πιθανότερη χρονολογία γέννησης της Αγίας είναι το έτος 1746 μ.Χ. Αν και δια μέσου της ιστορίας το όνομα της Αγιοτόκου μητέρας της δε σώθηκε, είναι γνωστός και αξιέπαινος ο αγώνας της να αναθρέψει το παιδί της «με παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Μάνα πραγματικά υποδειγματική, που μαζί με το μητρικό γάλα ανέθρεψε το τέκνο της και με τα νάματα της Ορθόδοξης Πίστης. Είναι άλλωστε γνωστό στην παράδοση της Εκκλησίας μας Αγίες μητέρες να κατευθύνουν τα παιδιά τους με θέρμη και ζήλο προς την αγάπη του Χριστού. Ετσι, λοι­πόν, δικαιολογείται και η ευσεβής και άδολη καθοδήγη­ση της Αγίας από τη μητέρα της, μολονότι ο ίδιος ο πα­τέρας της επέδειξε δειλία και λιποψυχία μπροστά στην θανατική καταδίκη που του επέβαλαν οι Τούρκοι. Έτσι , αποτελεί ολοζώντανο θαύμα η διδασκαλία και η μύηση στην χριστιανική παράδοση της μικρής Ακυλίνης από την ευλογημένη εκείνη μάνα.
Εξετάζοντας κανείς την ιστορική πορεία της οικογέ­νειας της Αγίας , μπορεί εύκολα να διαπιστώσει την αυτοθυσία και το ψυχικό σθένος της μητέρας της σε αντί­θεση με την ολιγοπιστία και την ατολμία του πατέρα της που , όταν κάποια στιγμή ζούσε με την σύζυγο του ήσυχα στο Ζαγλιβέρι, μια φιλονικία με τον τούρκο γείτονα του δεν άργησε να τον οδηγήσει στο έγκλημα. Η μητέρα ζούσε στην ψυχή της το φόβο και την απόγνωση μετά από το γεγονός αυτό. Ο σύζυγος της για να γλιτώσει την θα­νατική ποινή , κυριαρχούμενος από φόβο και τρόμο , αλλά κυρίως από την αγάπη του για την επίγεια ζωή , αλλαξο-πίστησε. Σκληρή η τουρκική νομοθεσία: όποιος σκότωνε Τούρκο , το αίμα του το ξέπλενε η θανατική ποινή ή η άρνηση της χριστιανικής πίστης του. Ντροπή και όνειδος για την οικογένεια και για όλη την υπόλοιπη μικρή κοι­νωνία ο εξωμότης σύζυγος. Οι Τούρκοι υπερήφανοι για το γεγονός επιδεικνύουν τον λιπόψυχο πατέρα ως λάφυ­ρο. Η μητέρα της Αγίας μετά από το δραματικό αυτό γεγονός επικεντρώνει όλη της την προσοχή και φροντίδα στην μονάκριβη κόρη της Ακυλίνα , λες και διαισθανόταν ό,τι θα ακολουθούσε. Παρακαλεί καθημερινά τον Θεό να φωτίζει την κόρη της , ώστε να παραμείνει βράχος ακλό­νητος στην πίστη της και να μην ακολουθήσει το παρά­δειγμα του πατέρα της. Συγχρόνως , οι Τούρκοι πίεζαν συνεχώς τον εξωμότη πατέρα να οδηγήσει την γυναίκα και την κόρη του στον Ισλαμισμό κι αυτός πάντοτε μετά από κάθε τέτοιο κέλευσμα αποκρινόταν: «μη σας μέλη δια την θυγατέρα μου. Αυτή είναι εις το εδικόν μου χέρι, και ότε θελήσω την τουρκίζω». Αφού η Άκυλίνα συμ­πλήρωσε την ηλικία των δεκαοκτώ ετων , οι Τούρκοι για άλλη μια φορά ζήτησαν από τον πατέρα της να εκπληρώ­σει την υπόσχεση που τους είχε δώσει , να πείσει δηλαδή την κόρη του να αλλαξοπιστήσει. Πανικός και τρόμος κυ­ρίευε την ευλογημένη μάνα αναλογιζόμενη τι θα απαντή­σει η κόρη της στις αλλεπάλληλες πιέσεις τόσο του πατέ­ρα της , όσο και των Τούρκων. Ο πατέρας της , βέβαια , παρά τις προσπάθειες του να αλλάξει την πίστη της θυγα­τέρας του , διαπίστωνε όλο και περισσότερο το αμετάκλη­το και ακλόνητο φρόνημα αυτής. Από τη μεριά της η Aκυλίνα αποκρινόταν: «μήπως είμαι εγώ oλιγόπιστος ωσάν καi εσένα , να αρνηθώ τoν ποιητήν και πλάστην μου, τoν Κύριον Iησούν Χριστόν, o oποίος υπέμεινε για εμάς σταυρό και θάνατο; είμαι έτοιμη να υπομείνω κάθε βάσανο , ακόμη και θάνατο για την αγάπη του Χριστού μου». Πηγαίνει, λοιπόν, ο πατέρας της στους Τούρκους και τους λέει : Κάνετε ότι θέλετε, εγώ προσπάθησα, τώρα αναλάβετε εσείς». Η Ακυλίνα πρέπει να αλλαζοπιστησει, να γίνει μωαμεθανή, ήταν η απάντηση τους.
Οι Τούρκοι στο άκουσμα των λόγων αυτών ταράχτηκαν και αμέσως έστειλαν ανθρώπους από το ιεροδικείο να συλλάβουν την Ακυλίνα, προκειμένου να την ανακρίνουν. Η μητέρα της δοξάζει τον Πανάγαθο Θεό και προσεύχεται για να αντέξει η τρυφερή ψυχή της κόρης της στην δύσκολη αυτή δοκιμασία. Την προτρέπει να παραμείνει ακλόνητη στην πίστη της και να επιδείξει ανδρεία λέγοντας την: «…τώρα, αξιαγάπητο παιδί μου , έφθασε η στιγμή για την οποία καθημερινά σε προετοίμαζα» στάσου ανδρεία απέναντι στα μαρτύρια που θα υποστείς και μην αρνηθείς τον Χριστό. Η Αγία με δακρυα στα μάτια της αποκρίθηκε: μη φοβάσαι , μητέρα μου , κι εγώ τον ίδιο σκοπό έχω , κι ο Θεός να είναι βοηθός μου και προσευχήσου για μένα». Ετσι , με τα λόγια αυτά αποχαιρετιστήκανε με θρήνους και δάκρυα. Οι Τούρκοι ήρθαν και την συνέλαβαν. Το μίσος και ο φανατισμός είχαν από καιρό ριζώσει μέσα τους. Καθώς την οδηγούσαν στο ιεροδικείο , η φιλόστοργη μάνα ακολουθούσε ξωπίσω λέγοντας: «μην αρνηθείς το στεφανοθέτη Χριστό , πρόσεχε παιδί μου κα μη δειλιάσεις . Γέμισε θάρρος και αποφασιστικότητα η Ακυλίνα και η ψυχή της όλο και δυνάμωνε. Φθάνοντας στο ιεροδικείο προσεύχεται με θερμά δάκρυα για βοήθεια , καθώς προχωρούσε στο ματωμένο πλέον στάδιο του μαρτυρίου της. Οι υπηρέτες , αφού έδεσαν την μάρτυρα , την οδήγησαν στο δικαστήριο. Ακολουθούσε συνεχώς η μητέρα της , αλλά την εμπόδισαν να εισέλθει στο προαύλιο. Οδήγησαν την Ακυλίνα μπροστά στον δικαστή , ο οποίος της βροντοφώναξε: «αλλάζεις την πίστη σου , άτιμη;». Η Αγία με γενναιότητα και παρρησία του απαντά: « Οχι , δεν θ’αρνηθώ την πίστη μου και τον Δεσπότη μου Χριστό! Χριστιανή γεννήθηκα , Χριστιανή θ’ αποθάνω». Οι Τούρκοι στο άκουσμα των λόγων της Ακυλίνας σάστισαν. Λύσσα τους έπιασε και οργισμένοι όρμησαν κατά πάνω της. Ο πασάς ακούγοντας την ομολογία της Αγίας διατάζει να την ξεγυμνώσουν. Την δένουν σ´ένα στύλο και την χτυπούν με ραβδιά για ώρα πολλή, όμως η μάρτυρας υπομένει με ανδρεία τα μαρτύρια. Βλέποντας οι Τούρκοι την γενναιότητα της νεαρής κοπέλας και την άρνηση της για μεταμέλεια, άρχισαν τις δελεαστικές προτάσεις με σκοπό ν’ αρνηθεί την πίστη της. Την πλησίασαν, σκέπασαν το γυμνό κορμί τους και με κολακείες και δώρα , που τις υπόσχονταν, προσπαθούσαν να την κάνουν ν’ αλλαζοπιστησει. Η ανυπέρβλητη όμως αγάπη της Ακυλίνας για τον Χριστό την γέμιζε τόσο , που όλα τα περιφρονούσε και δεν έδινε σημασία σε οποιαδήποτε δελεαστική πρόταση η κολακεία. Τότε ένας επιφανής και πλούσιος Τούρκος της πρότεινε να τουρκέψει και να την πάρει νύφη στο υιό του. Η Ακυλίνα με απαρασάλευτη τόλμη αρνήθηκε για ακόμη μία φορά ν’ αλλαζοπιστήσει. Ηταν επόμενο μετά από αυτή την σθεναρή άρνηση της ν’ αρχίσει ένας νέος κύκλος βασανιστηρίων. Αρχισαν και πάλι να την χτυπούν ανελέητα. Οι ραβδισμοί ξέσκιζαν τα ρούχα της και η Ακυλίνα γυμνή πια υπέμενε τα φρικτά βασανιστήρια. Ετσι, ο Τούρκος δικαστής βρήκε την ευκαιρία να την προκαλέσει: «Δεν ντρέπεσαι, μωρή , να δέρνεσαι γυμνή μπροστά σε τόσους ανθρώπους; Η τούρ­κεψε η θα συντρίψω τα κόκκαλα σου ένα προς ένα». Η Ακυλίνα δεν δίστασε να απαντήσει αμέσως στο δικαστή: «Και τι ορέχτηκα από την πίστη σας να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου και από ποια θαύματα της πίστεως σας να πιστέψω , εσείς που βρωμάτε ακόμα και ζωντανοί;»

Οι Τούρκοι άκουσαν τα ανδρεία αυτά λόγια της Ακυλίνας και ο θυμός τους άναψε ακόμα περισσότερο. Αρχισαν να ραβδίζουν την μάρτυρα για τρίτη φορά. Αυτή ήταν όμως και η τελευταία , γιατί τα χτυπήματα ήταν τόσο σκληρά καί αλύπητα που την άφησαν σχεδόν πεθαμένη. Το πρόσωπο της γέμισε αίματα , κοκκίνισε η πάλλευκη σάρκα της και όσο η ένταση των ραβδισμών αυξανόταν, τόσο πιο αφόρητοι γίνονταν οι πόνοι , ενώ δάκρυα και αίμα γίνονταν ένα. Το αίμα που έτρεχε από τις πληγές της έφθανε κάτω στη γη και την έβαφε κόκκινη , ενώ η σάρκα της κομματιαζόταν από τα ανελέητα χτυπήματα. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν πως το τέλος της Ακυλίνας έφθα­νε. Την λύνουν από το στύλο , την φορτώνουν σ’ έναν χριστιανό που ήταν παρών και την μεταφέρουν στο σπίτι της μητέρας της , το οποίο σώζεται μέχρι τις μέρες μας στην κωμόπολη του Ζαγκλιβερίου. Η δύστυχη μητέρα αντικρύζοντας την μονάκριβη κό­ρη της σ’ αυτήν την φρικτή κατάσταση, αγκαλιάζει με λαχτάρα το ματωμένο σώμα της και με την σκέψη μή­πως δείλιασε την ρωτά με δάκρυα στα μάτια: « Τι έκαμες , τέκνον μου; Αρνήθηκες μήπως την πίστη σου στον Χριστό; » Και η Ακυλίνα μόλις και μετά βίας ικανή να αρθρώσει κάποιες λέξεις , της αποκρίνεται: « Τι άλλο μητέρα μου από αυτό που μου παρήγγειλες και συμφωνήσαμε; Φύλαξα την ομολογία της πίστεως μου». Η πονεμένη και περήφανη μάνα σήκωσε με ευλάβεια τα χέρια της προς τον ουρανό και δόξασε το Θεό. Η Άκυλίνα , με τα λόγια αυτά παρέδωσε το πνεύμα της στον στεφανοθέτη Χριστό και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Την ίδια από το άγιο λείψανο της ξεχύθηκε μία ανέκφραστη ουράνια ευωδία, τόσο δυνατή , που για πολλές μέρες πλημμύριζε τους δρόμους της περιοχής.
agia-akilina
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764.
Διακόσια σαράντα χρόνια πέρασαν από εκείνη την αγία νύχτα και ακόμη κανείς δεν γνωρίζει που εναπόθεσαν οι συντοπίτες της το τίμιο λείψανο της. Λέγεται πως οι Τούρκοι θέλησαν ακόμη και νεκρή να την κάνουν δική τους , γι’ αυτό και διέταξαν να την θάψουν στο τούρκικο νεκροταφείο που ήταν κοντά στο τζαμί για να ικανοποιήσουν έτσι τον άσβεστο εγωισμό τους. Έτσι κι έγινε. Το θεόσταλτο όμως φώς , που σαν άστρο κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε πάνω από τον τάφο της , ήταν το σημείο που υποχρέωσε τους χριστιανούς συμπατριώτες της να κλέψουν το σώμα της και να το ενταφιάσουν κάπου όπου θα ήταν ασφαλές. Κατά την παράδοση , τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας , Καλημέρης και Μπούκλας , οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό , γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανο της στα χέρια των Τούρκων. Χριστιανοί πολλοί έχουν φύγει έκτοτε από τη ζωή με τον καημό να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα της. Σήμερα έχει χτιστεί προς τιμήν της περικαλλής και μεγαλοπρε­πής Ιερός Ναός ο οποίος , όμως , παραμένει ελλιπής χω­ρίς την ευλογία των αγίων της λειψάνων. Η προσευχή κάθε χριστιανού , κατά τους λόγους του Κυρίου: «Αιτείτε , και δοθήσεται υμίν , ζητείτε και ευρήσετε , κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθαίος, Ζ, 7) καθίσταται απαραί­τητη , ώστε όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου , να φανε­ρωθεί το σεπτό και χαριτόβρυτο λείψανο της Αγίας προς βοήθειαν , ενίσχυση και ευλογίαν κάθε πιστής ψυχής. Η ακράδαντη πίστη της Ακυλίνας , η αξιοθαύμαστη εμμονή της στην αγάπη προς το Χριστό , η γενναία στάση της στις απειλές των διωκτών της και η υπεράνθρωπη αντιμετώπιση των βασανιστηρίων που υπέστει την εμφα­νίζουν ως ένα πρόσωπο με υπέροχες αρετές και ανυπέρ­βλητες ψυχικές δυνάμεις , καύχημα και εγκαλλώπισμα της εκκλησίας μας. Κοντά στην Αγία Ακυλίνα , δεν θα πρέπει κανείς να πα­ραλείψει να υπογραμμίσει το μεγαλείο της ψυχής της μη­τέρας της , όχι μόνον διότι δίδασκε στην κόρη της από τη νηπιακή ακόμη ηλικία την αγάπη για το Χριστό και την εμμονή στην πίστη με κάθε θυσία , αλλά και γιατί σ’ αυτό το διάστημα του μαρτυρίου της Αγίας ζούσε και η ίδια το δικό της μαρτύριο βλέποντας το σπλάχνο της να παραδί­δει την ψυχή της στο Χριστό , για τον οποίο μέσα από φρικτές δοκιμασίες θυσιάστηκε. Υπερήφανοι για την χάρη της οι χριστιανοί του Ζαγκλιβερίου , γιορτάζουν με ευλάβεια και συγκίνηση κάθε χρόνο στις 27 Σεπτεμβρίου την ημέρα του μαρτυρίου της, έχοντας χαραγμένα για πάντα στην ψυχή τους τα λόγια του Νικόδημου του Αγιορείτου:
«Την Φύσιν Ούσα Θήλυ Η Ακυλίνα , Ανήρ Εδείχθη Γεννάδας Προς Βασάνους».
Πηγές:Gerontas.Com  –Ahdoni.Blogspot.Gr

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΑΜΑ καὶ ΓΙΑΓΙΑ. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥΣ.



site analysis


Μαμά καί Γιαγιά

Τοῦ N. I.
περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»
(Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου),

ἀρ. 253, Αὔγ. 2017

.               Σέ ἄρθρο τῆς Λίνας Γιάνναρου στήν Ἐφημερίδα «Καθημερινή», μέ τίτλο «Οἱ γιαγιάδες σώζουν ἀκόμα τήν οἰκογένεια», γίνεται ἀναφορά στήν βοήθεια τῶν γιαγιάδων καί τῶν παππούδων στήν οἰκονομική βοήθεια τῶν οἰκογενειῶν τῶν παιδιῶν τους. Μεταξύ ἄλλων γράφεται ὅτι «τό νά εἶσαι μαμά, λένε, εἶναι ἡ ὀμορφότερη καί ταυτόχρονα ἡ δυσκολότερη δουλειά τοῦ κόσμου».
.               Αὐτό εἶναι μιά μεγάλη ἀλήθεια, ὅταν σκεφθῆ κανείς ὅτι μία γυναίκα περνᾶ ἐννέα μῆνες ἐγκυμοσύνης μέ τίς πολλές δυσκολίες της καί στήν συνέχεια πολύ χρόνο γιά νά μεγαλώση τά παιδιά της καί νά τά προσαρμόση στήν ζωή καί πολλά χρόνια γιά νά ἀποκτήσουν τήν στοιχειώδη γνώση. Εἶναι ὄμορφο νά βλέπη κανείς νά μεγαλώνη τό παιδί του, ἀλλά αὐτό ἀπαιτεῖ πολύ κόπο. Ἄλλωστε, ὅλα τά γεγονότα στήν ζωή ἔχουν τήν ἡδονή καί τήν ὀδύνη. Ἔτσι, ἡ μητρότητα εἶναι «ἡ ὀμορφότερη», ἀλλά καί ἡ «δυσκολότερη δουλειά» στόν κόσμο. Ὅμως, στήν συνέχεια ἡ ἀρθρογράφος τονίζει ὅτι «τό νά εἶσαι γιαγιά στήν Ἑλλάδα, πάντως, εἶναι κανονικό “ἐπάγγελμα” μέ αὐστηρά ὡράρια καί συγκεκριμένα ρεπό». Καί αὐτό, γιατί φροντίζουν νά ἀναπληρώνουν τά παιδιά τους στήν ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν, ὅταν ἐκεῖνες πρέπει νά ἐργασθοῦν. Ἔτσι, ἀναλαμβάνουν ἕνα καθημερινό ὡράριο ἐργασίας, πολλές φορές ταξιδεύουν σέ ἄλλες πόλεις καί χῶρες γιά νά βοηθήσουν τά ἐγγόνια τους, καί τά ἐγγόνια τους τίς ἀποκαλοῦν μαμάδες, γιατί μπερδεύουν τούς ρόλους μαμᾶς καί γιαγιᾶς.
.               Ἡ ἀρθρογράφος χρησιμοποιεῖ τά στατιστικά δεδομένα γιά νά ἀποδείξη τήν προσφορά τῶν γιαγιάδων στίς οἰκογένειες τῶν παιδιῶν τους, ἐπειδή στήν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἔλλειψη κρατικῶν δομῶν, δηλαδή βρεφονηπιακῶν καί παιδικῶν σταθμῶν, ἀλλά ὑπάρχει καί «οἰκονομική στενότητα πού περιορίζει τήν πρόσβαση σέ ἰδιωτικές ὑπηρεσίες φύλαξης καί φροντίδας».
.               Τό γεγονός εἶναι ὅτι ἀπό στατιστικούς προσδιορισμούς στήν Ἑλλάδα περίπου τό 13% τῶν παιδιῶν κάτω τῶν τριῶν ἐτῶν πηγαίνουν σέ δημόσιους ἤ ἰδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, τό 37% τῶν παιδιῶν αὐτῶν παρακολουθοῦνται ἀποκλειστικά ἀπό τούς γονεῖς, καί τά ὑπόλοιπα παιδιά, περίπου τό 50% φροντίζονται ἀπό ἄλλους ἀνθρώπους, κυρίως ἀπό τίς γιαγιάδες τους.
.               Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στούς βρεφονηπιακούς σταθμούς προσφέρεται φροντίδα καί ἀγωγή μέ ἐπιστημονικό τρόπο καί σύγχρονη γνώση, ἀλλά οἱ γιαγιάδες μεταδίδουν ἀγάπη, στοργή, κυρίως παράδοση. Πόσοι ἄνθρωποι δέν ὀφείλουν τά πάντα στίς γιαγιάδες τους, οἱ ὁποῖες ἔχουν πείρα, ὑπομονή, ἀγάπη, κατά τόν λόγο τοῦ λαοῦ: «τῶν παιδιῶν μου τά παιδιά εἶναι δυό φορές παιδιά μου», ἀλλά καί πίστη στόν Θεό καί ἀγάπη στήν Ἐκκλησία. Τούς μαθαίνουν νά κάνουν τόν σταυρό τους, νά ἀσπάζονται τίς εἰκόνες, νά λένε προσευχές καί ἄλλα.
.               Εἶναι ἡ «ὀμορφότερη», ἀλλά καί «δυσκολότερη» δουλειά στόν κόσμο νά εἶναι κάποια γυναίκα μητέρα, ἀλλά σπουδαιότερο νά εἶναι κάποια γυναίκα γιαγιά. Ἔτσι, ἡ οἰκονομική κρίση ἔχει καί τά θετικά σημεῖα, ἀφοῦ ἐνεργοποιεῖται ὁ πολιτιστικός καί πνευματικός συναγερμός τῆς παρουσίας τῶν γιαγιάδων, πού καί αὐτές κουράζονται, ἀλλά τελικά μέ αὐτές ἐνεργοποιεῖται ἡ δυναμικότητα τῆς παραδόσεως.
.               Εἶναι γνωστόν ὅτι στήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν δέν συντελοῦν μόνον οἱ γονεῖς καί οἱ δάσκαλοι, ἀλλά ἕνας ὁλόκληρος περίγυρος, ἡ γειτονιά, τό συγγενικό περιβάλλον, ἡ πόλη, ἡ κοινωνία, κυρίως οἱ γιαγιάδες καί οἱ παπποῦδες. Τούς ἀξίζει ὁ σεβασμός καί ἡ τιμή.


ΠΗΓΗ: parem

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ



site analysis





«Η οσία Ευφροσύνη έζησε στην Αλεξάνδρεια, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450 μ.Χ.). Ήταν κόρη του Παφνουτίου, πλουσίου άρχοντα, ο οποίος, λόγω θανάτου της συζύγου του, ανέθρεψε τη μονάκριβη κόρη του με μεγάλη αγάπη και πίστη στον Θεό. Η οσία από μικρή θέλησε να αφιερωθεί στον Θεό, κάτι όμως που δεν κατάφερε, αφού  ο πατέρας της, όταν έγινε η κόρη του δεκαοκτώ ετών, την εμνήστευσε με πλούσιο και ευγενή νέο. Πριν από τους γάμους, η Ευφροσύνη εκμεταλλευόμενη την απουσία του πατέρα της σ’ ένα γνωστό του μοναστήρι, κούρεψε τα μαλλιά της, φόρεσε ανδρικά ρούχα και θέλησε   να ενταχτεί στη μοναστική γνωστή κοινότητα του πατέρα της, παρουσιαζόμενη ως  ευνούχος του βασιλιά. Ο ηγούμενος πράγματι την δέχτηκε ως καλόγερο, δίνοντάς την το όνομα Σμάραγδος. Από τότε αποδύθηκε σε σκληρότατους ασκητικούς αγώνες, τέτοιους που υπερέβαλε σχεδόν όλους, γι’  αυτό και τα γυναικεία της χαρακτηριστικά αλλοιώθηκαν και έγιναν σκληροτράχηλα. Αργότερα, με τη σύμφωνη γνώμη του ηγουμένου, αποσύρθηκε σε κατά μόνας άσκηση, μακρύτερα από τη μονή, φτάνοντας εκεί σε μεγάλη ύψη αγιότητας. Ο πατέρας της που την αναζητούσε με πολύ πόνο διαρκώς, ήταν απαρηγόρητος, ενώ η Ευφροσύνη, μετά από τριάντα οχτώ χρόνια άσκησης αρρώστησε, οπότε και η οσία θέλησε να αποκαλυφθεί στον πατέρα της, προγνωρίζοντας τον θάνατό της. Η αποκάλυψη υπήρξε ιδιαιτέρως συγκινητική για τον Παφνούτιο, βλέποντας την κόρη του σε τέτοιο ύψος αγιασμού, αλλά αμέσως εκείνη πέθανε. Ο Παφνούτιος θέλησε έκτοτε να μονάσει στο κελί της Ευφροσύνης, και μετά δεκαετία άσκησης, άφησε κι εκείνος εκεί την τελευταία του πνοή».  

Εκείνο που είναι ιδιαιτέρως σημαντικό στο βίο της οσίας είναι το γεγονός ότι δεν δίστασε να «μετασχηματιστεί», να μεταμφιεστεί δηλαδή σε άνδρα, προκειμένου να ζήσει την σκληρή ασκητική ζωή των ανδρών. Ξεπέρασε δηλαδή τη γυναικεία φύση της η Ευφροσύνη, αλλά με ταυτόχρονη υπέρβαση και άλλων ανθρωπίνων στοιχείων, όπως της αγάπης προς τον πατέρα της, όπως της συναισθηματικής ανταπόκρισης στον έρωτα ενός νέου ανθρώπου.  Υποκλινόμαστε κυριολεκτικά μπροστά στην «ατσάλινη» θέλησή της, η οποία συνεργαζόταν με απόλυτη υπακοή  με το θέλημα του Θεού. Αυτή η ευθύτητά της, η χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση απόβλεψή της στον Κύριο, θυμίζει την ευθύτητα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μετά τη μεταστροφή της από τον αμαρτωλό τρόπο ζωής. Με τη διαφορά ότι η οσία Μαρία είχε ζήσει την αμαρτία και είχε εισπράξει το τίμημα της κατάντιας και της θλίψης που φέρνει αυτή. Η οσία Ευφροσύνη όμως δεν είχε εμπειρία τέτοιου τρόπου ζωής, γι’  αυτό και ίσως είναι πιο αξιοθαύμαστη στο σημείο αυτό και από την οσία Μαρία. Κι αυτή η μεταμφίεσή της αποκαλύπτει βεβαίως και την αλήθεια ότι αν κανείς πράγματι αγαπά τον Θεό, θα κάνει τα πάντα προκειμένου να Τον ακολουθήσει. Κανένα εμπόδιο δεν θα μπορεί να σταθεί μπροστά του, για να ανακόψει την ευλογημένη πορεία του. Πόσο μας ελέγχει η αγάπη της αυτή, εμάς που πολύ εύκολα βρίσκουμε «επιχειρήματα», για να δικαιολογούμε τον εαυτό μας ότι είναι δύσκολη η βίωση της χριστιανικής ζωής. Δύσκολη ναι, αλλά όταν δεν υπάρχει η κινητήρια δύναμη, η αγάπη του Θεού.
ΠΗΓΗ.ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Η αγία Θεοδώρα Βάστας και η θαυμαστή εκκλησία της με τα 17 δέντρα στη στέγη



site analysis


 (με πολλές φωτογραφίες της εκκλησίας με τα δέντρα επάνω)


Η νεαρή Θεοδώρα ήταν το μεγαλύτερο κορίτσι μιας φτωχής και πολύ θρήσκας οικογένειας με πατέρα ηλικιωμένο και άρρωστο και ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, τη Βάστα, λίγο έξω από τη Μεγαλόπολη. Το χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την πληρωμή μισθοφόρου ήταν πολύ μεγάλο για τις δυνατότητες της οικογένειάς της και ο πατέρας της ανήμπορος να πάρει μέρος σε μάχη. Έτσι η Θεοδώρα σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να υποδυθεί τον άντρα και να συμμετέχει η ίδια στο στρατό του χωριού της.
Μια νεαρή κοπέλα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη γοητεία του νεαρού στρατιώτη κι έτσι τον ερωτεύθηκε. Η Θεοδώρα δεν ήθελε να προδώσει το μυστικό της γιατί αυτό θα εξέθετε όλη την οικογένειά της.
Η συνεχής άρνηση της Θεοδώρας οδήγησε τη νεαρή κοπέλα να δηλώσει ότι η Θεοδώρα ήταν εκείνος που την άφησε έγκυο και θα έπρεπε να την παντρευτεί. Η άρνηση της Θεοδώρας, η οποία δεν ήθελε να αποκαλύψει το μυστικό της, στο συγκεκριμένο γάμο, δεν επέτρεπε παρά την καταδίκη της σε θάνατο λόγω ατίμωσης της νεαρής κοπέλας. Έτσι κι έγινε. Οδηγήθηκε έξω από το χωριό και εκτελέστηκε.
Καθώς ξεψυχούσε, είπε: «Κάνε, Κύριε, τα χρόνια μου να γίνουν δέντρα και το αίμα μου νερό να τα ποτίζει». και ξαφνικά, ένα ρυάκι σχηματίστηκε με ορμητικό νερό…
Μερικούς αιώνες αργότερα, γύρω στον 12ο αιώνα, στο σημείο αυτό φτιάχτηκε ένα εκκλησάκι εις μνήμη της Αγίας Θεοδώρας όπου μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν τα λείψανά της. Με την ολοκλήρωση του ναϊδρίου αυτού, φύτρωσαν 17 δέντρα στη στέγη του όσα και τα χρόνια της Θεοδώρας όταν θανατώθηκε και έτσι ολοκληρώθηκε ο θρύλος της Αγίας Θεοδώρας.
ekklissia agias theodoras
Ο ναός της Αγίας Θεοδώρας αποτελεί μοναδικό φαινόμενο και είναι από τα πιο δημοφιλή και αξιόλογα αξιοθέατα της Αρκαδίας. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ του 1050-1100 προς τιμήν της οσιομάρτυρος Θεοδώρας. Βρίσκεται κοντά στο χωριό Βάστα της Μεγαλόπολης σε μια κατάφυτη ειδυλλιακή ρεματιά με πυκνό δάσος από θεόρατες βελανιδιές. Η οδική πρόσβαση γίνεται από το Ίσαρι μετά από μια πανέμορφη κατηφορική διαδρομή. Η μνήμη της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας από αμνημονεύτων ετών και μέχρι του έτους 1952 εορταζόταν κάθε Λαμπροτρίτη για λόγους που δεν διέσωσε η παράδοση ως τοπική Αγία και πανηγύριζε ο φερώνυμος ιερός ναΐσκος της. Έκτοτε καθιερώθηκε να εορτάζεται την ίδια μέρα, που η εκκλησία μας τιμά και την μνήμη της Οσίας Θεοδώρας της εξ Αλεξάνδρειας.












Θαυμαστό ναΐδριο τιτλοφορείται από το βιβλίο Ρεκόρ Γκίνες ο ναός της Αγίας Θεοδώρας στο χωριό Βάστα Μεγαλόπολης Αρκαδίας.
Εορτάζει στις 11 Σεπτεμβρίου.

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η ιστορία της Κυράς της Ρήνειας.: Η γυναίκα που ζούσε μόνη της επί 54 χρόνια σε ακατοίκητο νησί απέναντι απ' τη Μύκονο



site analysis




Η Κατερίνα Σαντοριναίου (1915-1990) είναι γνωστή με το προσωνύμιο «Κυρά της Ρήνειας» ή «Διαφεντού της Μεγάλης Δήλου». Η Ρήνεια είναι ένα μικρό νησί κοντά στη Μύκονο και σχεδόν «κολλημένο» με τη Δήλο. Στο παρελθόν είχε πλούσια ιστορία και συνέδεσε το όνομα της με τη γειτονική Δήλο. Οι παλιοί Μυκονιάτες ακόμα ταυτίζουν τα δύο νησιά και τα αποκαλούν με την ονομασία «Δήλες».

Η γυναίκα που δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησί.

Η Κατερίνα Σαντοριναίου πέρασε όλη της ζωή στη Ρήνεια. Τα πρώτα χρόνια ζούσε με τον σύζυγό της και μεγάλωσαν εκεί τα εφτά παιδιά τους. Συντροφιά της οικογένειας ήταν οι καλλιεργητές και οι βοσκοί που επισκέπτονταν το νησί αυθημερόν και το βράδυ επέστρεφαν στη Μύκονο. Φυσικά αν τους το επέτρεπε ο καιρός. Τις ημέρες που το καΐκι κατάφερνε να δέσει στη Ρήνεια, η Κατερίνα κατέβαινε στο λιμανάκι να πάρει κάποιες προμήθειες, αλλά και να υποδεχτεί τους λιγοστούς επισκέπτες.

Με χαρά τους ξεναγούσε στο νησί της και δεν ήταν λίγες οι φορές που τους φιλοξενούσε στο σπίτι της. Εκτός από φύλακας και ξεναγός, η γυναίκα φρόντιζε και τις πέντε εκκλησίες του νησιού. Άναβε τα καντήλια, καθάριζε τους χώρους και τις αυλές και περιποιούνταν τους κήπους. Όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή και τα παιδιά της εγκατέλειψαν το νησί, η ίδια δε θέλησε να φύγει. Έμεινε μόνη της στην έρημη Ρήνεια με μόνη συντροφιά τα δύο σκυλιά της. Τον πρώτο καιρό συνέχισε τις παλιές της δραστηριότητες.

Όταν τα κατάφερνε μάλιστα, παρήγαγε και δικό της τυρί. Με το πέρασμα του χρόνου απέκτησε και το μοναδικό τηλέφωνο του νησιού, που ήταν για εκείνη σημαντική συντροφιά, ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα βράδια με κακοκαιρία που κανείς δεν μπορούσε να προσεγγίσει τη Ρήνεια. Όσο κι αν οι βοσκοί και οι καλλιεργητές που επισκέπτονταν το νησί την παρότρυναν να το εγκαταλείψει, εκείνη αρνιόταν πεισματικά.


Η Κατερίνα Σαντοριναίου έμεινε τελικά στην αγαπημένη της Ρήνεια για 54 συνεχή χρόνια, μέχρι που έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 1990. Ετάφη στη Μύκονο με την παραδοσιακή της φορεσιά την οποία επίσης αρνούνταν να εγκαταλείψει. Ένας από τους γιους της φροντίζει μέχρι σήμερα την περιουσία της οικογένειας στο νησί, καθώς και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Η ιστορία της Ρήνειας
Το 530 π.Χ. ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης κατέλαβε τη Ρήνεια και τη «δώρισε» στη Δήλο, που ήταν το ιερό νησί του Απόλλωνα. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μυθολογία ο τύραννος έδεσε τα δύο νησιά μεταξύ τους με μια αλυσίδα γι’ αυτό βρίσκονται τόσο κοντά το ένα με το άλλο. Στις μέρες μας χρησιμοποιείται σαν χώρος βοσκής ζώων από τη Μύκονο. Τα τελευταία χρόνια τα μικρό νησί έχει συζητηθεί πολύ λόγω καταγγελιών για παράνομη ανοικοδόμηση, ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα ακατοίκητο.
Η Ρήνεια είναι σχεδόν κολλημένη με τη Δήλο γι αυτό και τα δύο νησιά ονομάζονταν παλιά Δήλες.
Αντλήθηκαν πληροφορίες από το σημείωμα του νησιολόγου Γ. Γιαγκάκη. «Η κυρά της Ρήνειας, είκοσι χρόνια από την κοίμησή της».... 

Η Αγία ένδοξος, θεόστεπτος και Ισαπόστολος Βασίλισσα Πουλχερία η Παρθένος



site analysis


Αυτή η αγιωτάτη και Ισαπόστολος Βασίλισσα ήταν εγγονή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου και αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του λεγομένου Μικρού.
Ήταν σοφώτατη και ευσεβέστατη και υποσχέθηκε στο Θεό την δια βίου παρθενία και γι’αυτό αναφέρεται ως Πουλχερία η Παρθένος.
Ανέλαβε τη μόρφωση και διαπαιδαγώγηση στην ευσέβεια του μικροτέρου αδελφού της μέχρι της ενηλικιώσεώς του, αλλά και αργότερα υπήρξε το δεξί χέρι του και ο πραγματικός κυβερνήτης της Αυτοκρατορίας.
Πολύ υπερασπιζόταν την Ορθοδοξία και βοήθησε την Εκκλησία. Οι Πατριάρχες και ο λοιπός κλήρος και ο λαός την σέβονταν και την τιμούσαν πολύ. Τιμήθηκε όσο ελάχιστοι άλλοι βασιλείς για την ευλάβεια, τη σύνεση, τις πολλές αρετές και τις αμέτρητες αγαθοεργίες της. Με ειλικρινή και άπειρο σεβασμό αναφέρονταν σε αυτήν και την επευφημούσαν ως νέα Αγία Ελένη.
Το 450 απεβίωσε ο αδελφός της αυτοκράτορας Θεοδόσιος και η διακυβέρνηση του Κράτους απέμεινε σε αυτήν. Κατανόησε ότι η διακυβέρνηση χρειαζόταν στιβαρώτερα χέρια και, καθ’ υπόδειξη και της Συγκλήτου, έλαβε σύζυγο τον ευλαβέστατο και ενάρετο συγκλητικό Μαρκιανό τον οποίο κατέστησε βασιλέα, υπό τον όρο ότι θα φυλάξει ως τέλους την παρθενία της.
Το 451, μαζί με το Μαρκιανό, ο οποίος συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των Αγίων, συνεκάλεσαν την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αναθεμάτισε τον Ευτυχή και το Διόσκορο και γενικά τον μονοφυσιτισμό.
Τιμήθηκε ακόμη και εν ζωή ως αγία από όλους τους Επισκόπους και τους Πατριάρχες και ιδιαίτερα από τόν άγιο Λέοντα Πάπα Ρώμης. Είναι εκ των ευλαβεστέρων Βασιλισσών οι οποίες τίμησαν την Εκκλησία. Προς αυτήν απηύθυνε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας θεολογικώτατες επιστολές του, με τις οποίες αποδεικνύει την δυσσέβεια της αίρεσης του Νεστορίου.
Αυτή πρώτη θέσπισε δια νόμου το «περί του Ελληνιστί διατίθεσθαι» , να χρησιμοποιείται δηλ. η Ελληνική ως επίσημη γλώσσα του Κράτους, ενώ πριν χρησιμοποιόταν η Λατινική.

Η Αγία Πουλχερία επί Πατριαρχείας Αγίου Πρόκλου, συνήργησε στην επαναφορά του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.
Πολλά είναι τα ευαγή ιδρύματα, οι Σχολές, τα Νοσοκομεία, οι Ναοί και οι Μονές, τα οποία οικοδόμησε και πλούτισε ποικιλοτρόπως με προσόδους, προνόμια και άλλα αγαθά, ώστε να μένουν εις δόξαν Θεού και μνημόσυνό της.
Αυτή υπήρξε και η πρώτη κτιτόρισσα της Μονής του Εσφιγμένου, γι’αυτό και δικαίως και πρεπόντως δοξάζεται σε αυτήν αιωνίως.
Το όνομά της φέρει και ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια της Μονής, ο πολυτιμότατος και ανεκτίμητος ομώνυμος Σταυρός.
Η Αγία απήλθε προς Κύριον την 10η Σεπτεμβρίου του έτους 453.

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η αμετανόητη γυναίκα!



site analysis




Κάποτε, μία γυναίκα ζούσε με Νηστείες και Προσευχές.
Φαινόταν εξωτερικά ευλαβής, είχε όμως πολλή υπερηφάνεια και πίστευε πώς ήταν 
αγία.

Είχε επίσης τόση μνησικακία, πού, αν μάλωνε με κάποια άλλη, όχι μόνο δεν τη συγχωρούσε, μα ούτε ήθελε νά την ξαναδεί στα μάτια της.

Κάποτε αρρώστησε και κάλεσε τον πνευματικό, άλλά δεν εξομολογήθηκε καθαρά.

Αυτό το συνηθίζουν μερικοί επιπόλαιοι χριστιανοί, πού κρύβουν τις μεγάλες αμαρτίες και φανερώνουν τις μικρές. 
Τέλος, όταν ο ιερέας έφερε τα ‘Άγια για να την κοινωνήσει, εκείνη γύρισε στον τοίχο το πρόσωπο και δεν μπορούσε ούτε να αντικρίσει τον Θειο μαργαρίτη.

Την ίδια στιγμή, με θεία παραχώρηση, ομολόγησε με δυνατή φωνή:
Όπως εγώ από υπερηφάνεια δεν συγχωρούσα όσους μου έφταιγαν, αλλά τούς αποστρεφόμουν, έτσι τώρα αποστρέφει και ο Κύριος Το πρόσωπό Του από μένα και δεν θέλει νά μπει στην ανάξια ψυχή μου. δεν θα τον δω στην ουράνια βασιλεία, αλλά θα καίγομαι στην αιώνια κόλαση!

Και μ’ αυτά τα λόγια ξεψύχησε…

Από: ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η ιστορία της Ελένης της Ρωμιάς



site analysis

(Βιβλίο+ταινία) και «Ρώτα την καρδιά σου» (κείμενο+ταινία με ελλ. υπότιτλους)...


Μια Ιστορία Ξεριζωμού δύο ταινίες κι ένα βιβλίο...
Αγάπη χωρίς κατεχόμενα - Σοφία Ντρέκου[1]

Περιεχόμενα:

  • Η ιστορία της Ελένης της ρωμηάς που έμεινε το '22 στην Τουρκία! (Άρθρο)
  • Βίντεο: «Yüreğine Sor» Ρώτα την καρδιά σου 2010. Ταινία που πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού για την Τουρκία: τους κρυπτοχριστιανούς. Συγκλονιστική ταινία με ελληνικούς υποτίτλους. Διάρκεια 117'
  • Την αναζητούσε ο πατέρας της σε όλη τη ζωή του και τελικά τη βρήκε ο εγγονός του στην Τραπεζούντα. Ο εγγονός βρίσκει την Ελένη στην Τραπεζούντα. Βρήκε και τη χαμένη γιαγιά. (Διήγηση)
  • Η Ιστορία της Ελένης σε βιβλίο και Ταινία/Βίντεο. Η «Ταμάμα» 2004 Διάρκεια 128' με ελληνικούς υποτίτλους.
Η MAÇKALI (ΠΟΝΤΙΑ) ΕΛΕΝΗ
Η ιστορία μιας ρωμηάς που έμεινε το '22 στην Τουρκία!

«Η Maçkalı Ελένη είναι η ιστορία μιας Ελληνοπόντιας, της Ελένης, που στην ανταλλαγή των πληθυσμών δεν έφυγε μαζί με τους δικούς της στην Ελλάδα αλλά έμεινε στην Τουρκία και μετά από πολλά χρόνια κάποιοι… Τούρκοι την φέρνουν στο φως της δημοσιότητας για να γίνει κινηματογραφική ταινία που θα δείχνει και το μεγάλο δράμα χιλιάδων Ρωμηών κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1922-23.

Η προβολή αυτής της καταπληκτικής ιστορίας είναι και άλλο ένα δείγμα του πως κάποιες τύψεις από το μεγάλο εκείνο δράμα των Ελλήνων του Πόντου κατατρέχουν σήμερα πολλούς «Τούρκους», σε σημείο όχι μόνον να την δημοσιοποιήσουν, (εφημερίδα Akşam, 25/5/2013), αλλά και να τολμούν να την κάνουν κινηματογραφική ταινία που σίγουρα θα αποκαλύπτει πολλές πτυχές αυτού του δράματος.

Να μην ξεχνάμε πως πριν από δυο χρόνια είχε προβληθεί η τουρκική ταινία, «Yüreğine Sor», που αποκάλυπτε το μεγάλο δράμα των κρυπτοχριστιανών του Πόντου και η οποία δυστυχώς στη συνέχεια «εξαφανίστηκε» στην Τουρκία.[2]

(«Yüreğine Sor» Ρώτα την καρδιά σου (ταινία) 2010 Διάρκεια 117'


Συγκλονιστική (αλλά και δραματική) Τουρκική ταινία με ελληνικούς υποτίτλους που αποκαλύπτει για πρώτη φορά στην Τουρκική γλώσσα το δράμα και την πίστη των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου σπάζοντας τη σιωπή αιώνων. Πρόκειται για μία ταινία του 2010 με τίτλο «Ρώτα την καρδιά σου» (Yuregine Sor) που πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού για την Τουρκία: τους κρυπτοχριστιανούς και πιο συγκεκριμένα αυτούς του Πόντου! Μία τραγική ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε μία Μουσουλμάνα, την Esma και έναν κρυπτοχριστιανό, τον Mustafa. Πώς αντιδρά μητέρα του Μουσταφά, όταν μαθαίνει ότι ὁ γιος της θέλει να “κλέψει” την μουσουλμάνα Esma; Πώς ὁ μικρός της οικογένειας, μαθαίνει ότι ἡ ομοιογένειά του δεν είναι μουσουλμάνοι όπως νόμιζε, αλλά….κάτι ἄλλο; Πώς ὁ παππούς ενώ πηγαίνουν νὰ των κηδέψουν ὡς μουσουλμάνο, τελικά καταλήγει σὲ χριστιανικό νεκροταφείο;)[3]

  • Η ιστορία λοιπόν αυτής της Ελένης έχει ως εξής:
«Το 1920 ζούσε σε ένα χωριό έξω από την Τραπεζούντα ο μεταλλουργός Χαράλαμπος Χρυσοστομιδης με το παρατσούκλι, Lampo Usta, (δηλαδή Μάστορα Λάμπη), με την γυναίκα του Αναστασία και την μικρή τους κόρη την Ελένη. Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και ο μάστορας κέρδιζε αρκετά για να ζει η οικογένειά του χωρίς στερήσεις. 

Όλα αυτά όμως άλλαξαν με βίαιο τρόπο το 1923, (εδώ βέβαια οι Τούρκοι δεν κάνουν καμία αναφορά για την φρικτή γενοκτονία των Ποντίων που τότε έχει αποκορυφωθεί), καθώς είχε έρθει η ώρα της αναγκαστικής προσφυγιάς. 

Το ζευγάρι με την 13 χρονών κόρη τους Ελένη πήραν ό,τι μπορούσαν μαζί τους και κατευθύνθηκαν μαζί με πολλούς άλλους Ελληνοπόντιους προς την Τραπεζούντα για να αποβιβαστούν στο πλοίο που θα τους έφερνε στην Ελλάδα. Στον δρόμο όμως τους σταμάτησε ένα ένοπλο τμήμα.
  • Οι Τσέτες συγκέντρωσαν κάποια κορίτσια που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και τα απήγαγαν.Ο καημένος ο Χαράλαμπος χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι έστειλε την σύζυγό του προς το λιμάνι της Τραπεζούντιας ενώ εκείνος έμεινε πίσω για να ψάξει για την κόρη του. 
Πέρασαν τέσσερις μήνες όμως χωρίς κανένα αποτέλεσμα και η Ελένη δεν είχε βρεθεί. Εν τω μεταξύ η γυναίκα του η Αναστασία έφυγε με το πλοίο της προσφυγιάς και έφτασε στην Καβάλα. Στον Πόντο ο Χαραλάμπης συνέχιζε να ψάχνει παντού για την κόρη του. Στο χωριό του όπου ξαναπήγε του είπαν πως δεν έμεινε κανένας Έλληνας καθώς όλοι είχαν φύγει και μάλιστα τον προειδοποίησαν ότι το αν παραμείνει εκεί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για την ζωή του.

Τότε ήρθαν κάποιοι και του είπαν πως η Ελένη σκοτώθηκε από τους άτακτους και ότι είχαν δει το πτώμα της μαζί με άλλα πτώματα σε κάποιο ρέμα κοντά στην Τραπεζούντα. Ο καημένος ο Χαραλάμπης χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του αποφάσισε τελικά να φύγει από τον Πόντο. Μετά από περιπλανήσεις τριών μηνών έφτασε στο Καντήκιοϊ της Κωνσταντινούπολης.

Εκεί απελπισμένος, χωρίς την γυναίκα του που είχε φτάσει στην Ελλάδα και την κόρη του χαμένη, ο Χαράλαμπος γνωρίζεται με έναν επιφανή Τούρκο, τον Süreyya Paşa, ο όποιος τον εκτίμησε και θαύμασε την επιδεξιότητά του στην τέχνη του. Ο Τούρκος τότε του άνοιξε ένα μαγαζί στο Καντήκιοϊ και ο Χαράλαμπος με την μεγάλη του εργατικότητα απέκτησε πολλούς πελάτες και άρχισε να βγάζει πολλά χρήματα.

Ο Λάμπης τότε εγκατέλειψε την ιδέα να φύγει στην Ελλάδα και αφού γνωρίστηκε μια κοντοχωριανή του, την Antusa, που είχε μείνει και αυτή στην Πόλη, την παντρεύεται και κάνει μια κόρη, την Σοφία. Η Σοφία αφού μεγάλωσε παντρεύτηκε και έκανε ένα γιο. Ο γιός της αγάπησε πολύ τον παππού του, τον Λάμπη, ο όποιος συνεχώς του μιλούσε για την χαμένη του θεία την Ελένη γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε σκοτωθεί αλλά ότι ζούσε χαμένη κάπου στον Πόντο.

Ο εγγονός βρίσκει την Ελένη στην Τραπεζούντα.

Βρήκε και τη χαμένη γιαγιά...


Ο γιός της Σοφίας μεγάλωσε έγινε χρυσοχόος και άνοιξε ένα μαγαζί κοντά στο Καπαλί Τσαρσί αλλά συνεχώς σκέφτονταν για την Ελένη που είχε χαθεί. Απευθύνθηκε τότε σε ένα δικηγόρο και του ανέθεσε να ψάξει για την χαμένη του θεία. Πριν περάσει πολύς καιρός, ένα τηλεφώνημα έκπληξη ήρθε από την Τραπεζούντα. Αυτοί που τηλεφωνούσαν τον ρώτησαν, «εσείς δεν είστε που ψάχνετε για την Εμινέ;», (δηλαδή την Ελένη).
  • Ο γιος της Σοφίας σάστισε και τότε έμαθε ότι η Ελένη είχε βρεθεί από την οικογένεια του Abdülkadir Sümer που την είχαν υιοθετήσει και την ονόμασαν Εμινέ.
Παράλληλα όμως καθώς έψαχνε για την χαμένη κόρη του παππού του ρωτούσε και για την χαμένη του γιαγιά την Αναστασία. Τότε μαθαίνει ότι η Αναστασία που βρίσκονταν στην Ελλάδα είχε παντρευτεί και αυτή και είχε κάνει δυο παιδιά. Τα παιδιά της Αναστασίας ήθελαν πολύ να έρθουν στην Τουρκία για να ψάξουν για τον Χαραλάμπη και την χαμένη κόρη της Αναστασίας και τελικά κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με το γιο της Σοφίας.

Εν τω μεταξύ από την Τραπεζούντα ο Sümer, δηλαδή ο θετός πατέρας της Ελένης, μόλις έμαθε για όλη αυτή την ιστορία της υιοθετημένης του κόρης ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και προσκάλεσε όλους τους συγγενείς της Εμινέ στην Τραπεζούντα. 

Εδώ αντιλαμβάνεται κανείς τα συναισθήματα όλων αυτών καθώς μετά από πολλά χρόνια τα παιδιά της Αναστασίας και ο γιος της Σοφίας συναντήθηκαν στην Τραπεζούντα και βρήκαν την χαμένη κόρη του Χαραλάμπη, την Ελένη, που τώρα ήταν η Εμινέ. 

Αλλά το πιο ίσως εντυπωσιακό σε όλη αυτή την συγκλονιστική ιστορίαείναι ότι όλοι μαζί πήγαν και προσκύνησαν το μοναστήρι της Βαζελώνας, ένα από τα πιο ιερά μέρη του ελληνορθόδοξου Πόντου. Η συγκλονιστική αυτή ιστορία, (την οποία όταν την διαβάσει κανείς στα τουρκικά πραγματικά συγκινείται), δείχνει για άλλη μια φορά το μεγάλο δράμα των Ελληνορθόδοξων Ποντίων.
Η μονή του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνα στην περιοχή 
της Ματσούκας του νομού Τραπεζούντας, το 1997. 
Εκεί προσκύνησε όλη η οικογένεια 
όταν επανενώθηκε μετά τον ξεριζωμό...

Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι αποφασίστηκε να την κάνουν ταινία μια ομάδα «Τούρκων» οι οποίοι όταν την έμαθαν είχαν συγκλονιστεί καθώς είχαν γίνει και μάρτυρες της συνάντησης μετά από τόσα χρόνια όλων αυτών των χαμένων συγγενών από την φρίκη ενός πολέμου και μιας γενοκτονίας.

Βέβαια το ποιοι είναι αυτοί οι «Τούρκοι» που θα γυρίσουν την ταινία δεν μας γίνεται γνωστό, ίσως για ευνόητους λόγους. Όμως και μόνο που στην σημερινή Τουρκία ένα τέτοιο μεγάλο δράμα των Ελληνοποντίων θα γίνει φιλμ, είναι άλλο ένα δείγμα και σημείο των καιρών και φανερή ένδειξη ότι η πανάρχαια φλόγα της ελληνοορθοδοξίας δεν έχει σβήσει ποτέ σε αυτή την ιστορική μεριά του ελληνισμού.»[2] Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr/2013/12/H-istoria-mias-rwmias

Η Ιστορία της Ελένης σε βιβλίο και Ταινία


«Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αυτού αναδύεται όλα το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού, από την αρχή έως τις μέρες μας. Η «Ταμάμα» είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που χάθηκε στο διωγμό του ποντιακού ελληνισμού. Κουρελιασμένα και νηστικά προσφυγόπουλα που τριγυρνούσανε χαμένα, έβρισκαν να φωλιάσουν σε σπλαχνικά τούρκικα σπίτια. Οι τούρκικες οικογένειες που τα έκαναν δικά τους και οι ελληνικές που τα είχαν χάσει, δεν μιλούσαν για το περιστατικό. Έτσι και η Ταμάμα, το 1916 βρήκε καταφύγιο σε μια τουρκική οικογένεια, αλλά στα γεράματα της άρχισα να μιλάει τη μητρική της γλώσσα και να ζητάει να πάει στο χωριό της, γεγονός που σηματοδοτεί την περίτρανη απόδειξη ότι η ταυτότητα δεν χάνεται ως το τέλος της ζωής.


Η ιστορία του βιβλίου, η οποία καταγράφηκε ύστερα από μαρτυρίες και επεξεργασία ιστορικών πηγών, καταδεικνύει την τραγική μοίρα των ανθρώπων στον Πόντο, με μεγάλη τρυφερότητα για τη φιλία των λαών, όπως αυτή εκφράζεται στους απλούς ανθρώπους.[4]

Η ιστορία της ηρωίδας μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο στην Τουρκία, το 2004, από τη Yesim Ustaoglu, στην ταινία με τίτλο "Περιμένοντας τα σύννεφα" ("Bulutlari beklerken"), μια κοινή τουρκική, γαλλική, γερμανική και ελληνική παραγωγή που κέρδισε το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης και προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.[1]

Δείτε την...

Ταινία/Βίντεο: Η «Ταμάμα» (2004) Η ιστορία της Ελένης


Πηγές/ Παραπομπές:
1. Μια Ιστορία Ξεριζωμού δύο ταινίες κι ένα βιβλίο - Αγάπη χωρίς κατεχόμενα - sophia-ntrekou.gr
2. «Η MAÇKALI (ΠΟΝΤΙΑ) ΕΛΕΝΗ» του Ν. Χειλαδάκη, Δημοσιογράφου-Συγγραφέα-Τουρκολόγου αναδημοσιεύτηκε στο constantinoupoli με πληροφορίες από το aksam... κι εμείς από εδώ.
3. Βίντεο από το YouTube την εταιρία της Google www.youtube.com
4. Η Ιστορία της Ελένης σε βιβλίο από το βιβλιοπωλείο www.biblionet.gr
5. Πηγή και επιμέλεια: http://www.sophia-ntrekou.gr/2013/12/H-istoria-mias-rwmias.html

Δείτε και... 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος-αφιερωμα



site analysis




ΚΞΚασσιανή, η αγία υμνογράφος και μουσικός


Μια αγία μουσικοσυνθέτρια και ποιήτρια


Εικόνα από εδώ
Κείμενο από εκεί

Από τα λίγα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρουν διάφοροι Βυζαντινοί χρονογράφοι, γνωρίζομε ότι η Κασσιανή είχε ευγενική καταγωγή, με πολύ μόρφωση και αρετή.
Την εικόνα της ζωής και της προσωπικότητάς της την συμπληρώνει το λαμπρό συγγραφικό της έργο. Η ποίησή της μαρτυρεί μια γυναίκα σοφή, με αναπτυγμένο καλλιτεχνικό συναίσθημα, με μεγάλη πνευματική δύναμη, με βαθιά θρησκευτικότητα και θεολογική γνώση της Αγίας Γραφής. Ο Κρουμβάχερ, ο πατέρας της μελέτης της Βυζαντινής λογοτεχνίας, γράφει: 
«Η Κασσιανή υπήρξε η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια, προσωπικότητα ενδιαφέρουσα για το άτομο και τη λογοτεχνική της θέση, και συνδύασε τη λαμπρή συναισθηματικότητα, με τη βαθιά θρησκευτικότητα και τη δραστήρια ειλικρίνεια».
Όταν το 830 μ.Χ. στο Τρίκλινο των ανακτόρων κάλεσε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος τις ωραιότερες κόρες του Βυζαντίου για να διαλέξει τη πιο καλή για γυναίκα του, δεν άρχιζε για την Κασσιανή μια ζωή ακολασίας, όπως παρουσιάζουν μερικοί αλλά μια ζωή αγιότητας, που της χάρισε το στεφάνι της αιωνιότητας.
Η ομορφιά και η χάρη της Κασσιανής ξεχώριζε μέσα στις τόσες όμορφες της Πόλης και ο Θεόφιλος την πρόσεξε. Και στην απόφασή του να την κάνει βασίλισσα, ίσως για να δοκιμάσει τη σοφία της, είπε το θρυλικό εκείνο «εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα», δηλ. από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά (εννοώντας την Εύα που έφερε το προπατορικό αμάρτημα). 
Η ενάρετη και σοφή Κασσιανή, έχοντας κατά νου το μεγαλείο και την αγιότητα της Παναγίας Θεοτόκου, απάντησε: «Αλλά και δια της γυναικός πηγάζει τα κρείττονα, ω Βασιλεύ» [=αλλά από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα]. Τη σοφή αυτή απάντηση της Κασσιανής ο αλαζονικός αυτοκράτορας τη θεώρησε προσβολή και με θυμό, ίσως και με αόριστο φόβο, της είπε «ω γύναι! Είθε να εσίγας», δηλαδή καλύτερα να σιωπούσες, και έδωσε το μήλο και την εκλογή στη Θεοδώρα.

Θα πρέπει να πιστέψομε, ότι η θεία πρόνοια επενέβη για να γίνει αυτοκράτειρα η Θεοδώρα που με την ορθόδοξη πίστη της και το δυναμικό χαρακτήρα της έμελλε να βοηθήσει στο θρίαμ­βο της Ορθοδοξίας και την τακτοποίηση του θέματος των εικόνων (εικονομαχίες) το 843 μ.Χ. Και η Κασσιανή να φορέσει το μοναχικό σχήμα και μακριά από τους περισπασμούς και την τύρβη του κόσμου να αναδειχθεί η μεγάλη υμνωδός και Αγία της Εκκλησίας μας.
Η Κασσιανή αρνήθηκε την ύλη για το πνεύμα, τα πρόσκαιρα για τα αιώνια, τα φθαρτά για τα άφθαρτα. Εγκατέλειψε το αρχοντικό της, τον κόσμο και τους δικούς της και έγινε μοναχή, και ίδρυσε τη Μονή της Κασσίας ή Εικασίας ή Κασσιανής. Δεν την οδήγησε στο Μοναστήρι "η αμαρτωλή της ζωή", γιατί ποτέ της δεν υπήρξε αμαρτωλή.
Η Εκκλησία μας έχει τη δύναμη να παρουσιάσει στο φως της δημοσιότητας αμαρτωλές ψυχές και να τις προβάλλει ακόμη σαν παράδειγμα μετανοίας, όπως συμβαίνει με τη Οσία Μαρία την Αιγυπτία και την Πόρνη του Ευαγγελίου. Δεν θα της ήταν δύσκολο να διακηρύξει ότι και η Κασσιανή υπήρξε μετανοημένη αμαρτωλή, αν πραγματικά ήταν τέτοια.
Η Κασσιανή δεν νικήθηκε από το ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία, διότι η ψυχή της φλεγόταν από θείο έρωτα, που την οδήγησε τελικά στην υπηρεσία του θείου θελήματος και τη μοναδική αφιέρωσή της.

Συγγραφικό έργο της Οσίας Κασσιανής

Η Οσία Κασσιανή μέσα στην ησυχία του Μοναστηριού προσεύχεται, μελετά τη Γραφή και τα πατερικά κείμενα και συγγράφει. Έγραψε ύμνους εκκλησιαστικούς, τροπάρια, γνωμικά, επιγράμματα σε ιάμβους και «γνώμες», που τα βρίσκομε με το όνομα Κασσίας, Ικασίας, Εικασίας και Κασσιανής μοναχής.
Από τα τροπάριά της σώζονται το δοξαστικό του Εσπερινού των Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος», οι ειρμοί του κανόνος του Μ. Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης» και το γνωστό «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» που είναι ο πιο δημοφιλής ύμνος της.
Τα στιχηρά που ψάλλονται το βράδυ της Μ. Τρίτης και αναφέρονται στην αμαρτωλή του Ευαγγελίου είναι επίσης έργο της Κασσιανής:
«Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις, η μεν έ χαιρε καινούσα το πολύτιμον, οδε έσπευδε πωλήσαι τον ατίμητον, αυτή τον Δεσπότην ε­πεγίνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο, αύτη ηλευθερούτο και ο Ιούδας δούλος εγεγό νει του εχθρού ...».
Στα νέα ελληνικά:
Όταν η αμαρτωλή πρόσφερε το μύρο, τότε ο μαθητής συμφωνούσε με τους παράνομους. Από τη μια μεριά αυτή χαιρόταν που άδειαζε το πολύτιμο μύρο και ο άλλος έσπευδε να πουλή­σει τον Ανεκτίμητο. Η ίδια αναγνώριζε τον Κύριο, αυτός απομακρυνόταν από τον Κύριο. Η ίδια ελευθερωνόταν και ο Ιούδας είχε γίνει δούλος του εχθρού …
Με άφθαστη πραγματικά τέχνη και ζωηρές αντιθέσεις περιγράφει λυρικά τους δύο τύπους των ανθρώπων. 
«Ω της Ιούδα αθλιότητος! Εθεώρει την πόρνην φιλούσαν τα ίχνη και εσκέπτετο δόλω προδοσίας το φίλημα, εκείνη τους ποκάμους διέλυσε και ούτος τω θυμώ εδεσμείτο φέρων αντί μύρου την κακίαν, φθόνος γαρ είδε προτιμάν το συμφέρον».
Στα νέα ελληνικά:
«Αλίμονο στην αθλιότητα του Ιούδα! Κοίταζε την πόρνη να φιλά τα πόδια και σκεπτόταν με δόλο το φίλημα της προδοσίας. Εκείνη έλυσε τα μαλλιά της και αυτός κατεχόταν από θυμό, φέροντας αντί για το μύρο την βρωμερή κακία. Γιατί ο φθόνος γνωρίζει να προτιμά το συμφέρον».
Και σε άλλο στιχηρό διαβάζομε: 
«Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη, ήπλωσεν Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις. Η μεν, λαβείν την άφεσιν, ο δε λαβείν αργύρια».
Δηλαδή:
«Άπλωσε η πόρνη τα μαλλιά της σε Σένα, το Δεσπότη, άπλωσε τα χέρια ο Ιούδας στους παρανόμους. Αυτή για να πάρει την άφεση, αυτός για πάρει χρήματα …»
Σε όλα τα ιδιόμελα και στιχηρά, που υπερβαίνουν τα 40, διακρίνει κανείς την έξαρση, το βάθος αισθήματος, τη μεγάλη ανεξαρτησία και ευσέβεια, χαρακτηριστικά της μεγάλης ποιητικής της πνοής. Αναφέρονται σε Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές [δηλ. γιορτές του Χριστού & της Παναγίας], καθώς και σε πρόσωπα Αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Η Κασσιανή δεν είναι μόνο υμνογράφος, δηλ. δεν έγραψε μόνο τους ύμνους, που ανα φέρονται στο όνομά της, αλλά και τους μελοποίησε, δηλ. είναι και μελωδός[=μουσικοσυνθέτρια].
Εκτός από την καθαρά θρησκευτική ποίηση η Κασσιανή ασχολήθηκε και με ποιήματα ποικίλου περιεχομένου. Συνέγραψε ακόμη πολλά γνωμικά και επιγράμματα.
Σε 32 μόνον στίχους διαπραγματεύεται θαυμάσια το μεγάλο και σοβαρό θέμα της φιλίας. Αξίζει να αναφέρουμε μερικούς:
«Ει θέλεις πάντως και φιλείν και φιλείσθαι, των ψιθυριστών και φθονερών απέχου.» 
Στους δύο αυτούς στίχους ο λεπτός νους της Κασσιανής περιέκλεισε ολόκληρη φιλο σοφία. Και παρακάτω σημειώνει:
«Φρόνιμον φίλον, ως χρυσόν, κόλπω βάλλε τον δι’ αύγε μωρόν φεύγε καθάπερ όφιν».
Δηλαδή, τον φρόνιμο φίλον να βάζεις στο πλευρό σου, όπως θα ήθελες να έχεις και τον χρυσό. Τον ανόητον όμως να τον αποφεύγεις όπως και το φίδι.
Και αλλού: «Φραγμόν πέφυκεν η των φίλων αγάπη» που σημαίνει ότι η αγάπη των φίλων δημιουργεί φραγμό προστατευτικό για τον καθένα απ’ αυτούς.
Η αρετή της αγάπης, το πραγματικό γνώρισμα των οπαδών του Ναζωραίου, που πρέπει να θερμαίνει τις καρδιές των ανθρώπων, δεν πρέπει να τους απομακρύνει από την σύνεση, μας συμβουλεύει η μεγάλη υμνωδός.
«Πάντας δ' αγάπα, μη θάρρει δε τοις πάσιν».
Δηλαδή, ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, ο τέλειος χριστιανός έχει καθήκον να αγαπά όλους, όχι όμως και να εμπιστεύεται σε όλους. Μόνον όσοι νοσταλγούν και στη ζωή τους επιδιώκουν την ένωση με το Χριστό και μέσα στα στήθη τους κοχλάζει ο πόθος της αρετής, αξίζουν την εμπιστοσύνη σου και μπορεί να εγγίζει η δική σου ψυχή την δική τους, χωρίς τον φόβο της καταστροφής.
Η Κασσιανή, εκτός από το σοφό επίγραμμα «περί φιλίας», έγραψε και άλλα βαθυστόχα στα επιγράμματα και αναφέρονται στον χαρακτήρα του ανθρώπου, στη γυναίκα, στην ευτυχία, την χάρη, το κάλλος, το ήθος, στους τρόπους της αληθινής Ζωής, που οδηγεί με τον κόσμο της αρμονίας στην αληθινή μακαριότητα, γιατί πλημμυρίζει την ζωή αυτή το φως του ουρανού και της αλήθειας.
Η Κασσιανή δεν τιμήθηκε από τους Βυζαντινούς σαν βασίλισσά τους ούτε στον αυτοκρατορικό Οίκο του Θεοφίλου αναφέρεται το όνομά της. Αν όμως δεν κάθισε σε επίγειο θρόνο και δεν τιμήθηκε όσο έπρεπε από τους συγχρόνους της, οι γενεές των ευσεβών Χριστιανών δια μέσου των αιώνων υποκλίνονται ευλαβικά μπρος στην άγια ζωή της και κάθε βράδυ της Μ. Τρίτης με μυστηριακή κατάνυξη και ιερή συγκίνηση παρακολουθούν το μελοποιημένο τροπάριό της και διδάσκονται πως οι χρυσοί θρόνοι είναι μηδαμινοί και οι δόξες του κόσμου αυτού παρέρχονται και δεν πρέπει να τις επιθυμούμε. ["Νεκρός": η Εκκλησία την τίμησε ιδιαίτερα, όπως και έπρεπε, όχι μόνο αναγνωρίζοντας την αγιότητά της και καθιερώνοντας τον εορτασμό της μνήμης της, αλλά και εντάσσοντας τα έργα της στη λειτουργική ζωή, δηλ. ψάλλοντάς τα μέσα στους ναούς και μάλιστα σε πολύ επίσημες ημέρες].
Κατά πληροφορίες από την Κάσσο η Κασσιανή, επειδή την ενοχλούσε στο Μοναστήρι της ο Θεόφιλος, αναχώρησε στην Ιταλία και στη συνεχεία με μια άλλη Μοναχή, την Ευδοκία, πήγε στην Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο, όπου και εκοιμήθη στην 7η Σεπτεμβρίου. Μετά το θάνατό της ετοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα.
Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Κατά πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.
Το πέρασμα της Οσίας Κασσιανής από την Κρήτη, ίσως συνδέεται με την δική μας Αγία Κασσιανή, την αδελφή των Οσίων Eυτυχιανών, που ασκήτεψε στο Κεφάλι, κοντά στο Μάρτσαλο. Το θέμα αυτό όμως χρειάζεται έρευνα από ειδικούς ["Νεκρός": Για τους αγίους Ευτυχιανούς δες εδώ. Δε νομίζω πως η αγία Κασσιανή η Υμνογράφος μπορεί να είναι η ίδια με την ομώνυμη αγία της Κρήτης, έστω κι αν πέρασε κι από εκεί. Όμως είναι πιθανόν η αγία Υμνογράφος, όταν μόναζε στην Κρήτη, να έγινε φίλη ή γερόντισσα (πνευματική δασκάλα) της οικογένειας της Κρητικιάς αγίας Κασσιανής και από σεβασμό και θαυμασμό στην αγιότητά της να πήρε το όνομά της η Κρητικιά αγία].
Η μνήμη της Οσίας Κασσιανής τιμάται σε πολλά μέρη της Ελλάδος και ιδιαίτερα στη Κάσσο, την ιδιαίτερη πατρίδα της, γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 7 Σεπτεμβρίου, με ειδική ασματική ακολουθία [μουσικό-ποιητικό έργο που ψάλλεται στην εκκλησία], από την οποία παραθέτομε ένα χαρακτηριστικό τροπάριο ("κάθισμα").
«Τον βίον ευσεβώς, διανύσασα, Μήτερ, δοχείον καθαρόν, Συ του Πνεύματος ώφθης, φωτίζουσα τους πίστει σοι προσιόντας θεόπνευστε, όθεν αίτησαι τον Σον δεσπότην φωτίσαι τας ψυχάς ημών, των ανυμνούντων σε πόθω, Κασσιανή πανθαύμαστε».
πηγη.http://o-nekros.blogspot.gr
--------------------------
Βιογραφία
Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).

Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

- Εκ γυναικός τα χείρω.
- Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.

Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.

Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 μ.Χ. ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56).

Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το γνωστό τροπάριο της, που ψάλλεται στις Εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.

Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Αγία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο ετελείωσε η επίγεια ζωή της. Μετά το θάνατό της, τοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα μ.Χ. Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Κατά πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.

Παρόλο που την μνήμη της δεν την αναφέρει κανένας Συναξαριστής, οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματος της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 μ.Χ. στο τυπογραφείο της «Μεταρρυθμίσεως». Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889 μ.Χ.) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η Αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν οι κάτοικοι της Κάσου.

Η παρουσία της Κασσιανής έχει επισκιάσει τους υμνογράφους και μελωδούς της εποχής της, διότι αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελωδό (έγραφε και τους ύμνους και τη μελωδία) στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο, ευφυΐα, ευαισθησία και εκφραστικό πλούτο διακρίθηκε στον τομέα της μελουργίας (σ' αυτό τη βοήθησε η μεγάλη μόρφωση, που η ευγενής καταγωγή της, της επέτρεψε να έχει). Γι' αυτό και το έργο της είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, και συγκινεί ιδιαίτερα τον ορθόδοξο κόσμο.

Στην Κασσιανή αποδίδονται γύρω στα 45 έργα, από τα οποία τα 23 τουλάχιστον είναι χωρίς αμφιβολία δικά της, ενώ τα υπόλοιπα είναι αγνώστου προελεύσεως. Έχει επίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων υμνογράφων. Από τα πιο γνωστά τροπάρια είναι το περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σε ήχο πλ. δ΄, που ψάλλεται στους ναούς το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, καθώς και οι ειρμοί από την Α΄Ε΄ ωδή του Κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης» ). Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελείται από στιχηρά για εορταζομένους Αγίους. Στην ίδια αποδίδεται και ο τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , όπως και πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων, το «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», σέ ήχο β΄. Κατά τον βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, αναφερόμενος στο έργο της, έγραψε ότι «το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Μερικές σημαντικές επισημάνσεις για το Τροπάριο της Κασσιανής

Αρκετοί πιστοί πιστεύουν (λανθασμένα) ότι η Κασσιανή ήταν αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα, και μιλώντας η Κασσιανή για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό της. Όπως όμως διαβάζουμε στον βίο της, από πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Η Κασσιανή ήταν μία οσία μοναχή του Βυζαντίου, προικισμένη με καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Αντί για τη βασιλική αλουργίδα προτίμησε το ταπεινό σχήμα της μοναχής και έγραψε πολλούς ύμνους.

Ποιά λοιπόν είναι η πόρνη γυναίκα, για την οποία μιλάνε όλα τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Στην ερώτηση αυτή, αρκετοί απαντούν (λανθασμένα) ότι αφού δεν είναι η Οσία Κασσιανή, τότε η αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα θα πρέπει να είναι η Μαρία η Μαγδαληνή! Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν υπήρξε διεφθαρμένη και πόρνη ποτέ. Ήταν μια ύπαρξη, που έπασχε, και την θεράπευσε ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει χαρακτηριστικά για τη Μαρία τη Μαγδαληνή: «Ακολουθούσαν τον Ιησού οι δώδεκα μαθηταί και γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια» (Λουκ. 8, 2). Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν λοιπόν δαιμονισμένη και ο Χριστός της έβγαλε τα δαιμόνια, όπως έβγαλε και τα δαιμόνια τόσων άλλων ανθρώπων.

Και τότε ποιά είναι η πόρνη, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, η πόρνη, για την οποία μιλάνε τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);

Η αμαρτωλή και διεφθαρμένη πόρνη, αυτή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, μας είναι άγνωστη, είναι ανώνυμη. Ακούσατε σε κανένα τροπάριο το όνομα της πόρνης; Διαβάσατε στον Ευαγγελιστής Λουκά, που περιγράφει τη σχετική σκηνή, να αναφέρει πουθενά το όνομα της; Όχι! Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Απόστολοι, ενώ δεν έκρυβαν τις δικές τους ατέλειες και πτώσεις, όταν μιλάνε για μεγάλους αμαρτωλούς που μετανοούν, δεν αναφέρουν το όνομά τους. Δεν θέλουν να τους διαπομπεύσουν.

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.