Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Η ΑΓΙΑ ΝΤΥΜΦΑ - ΠΡΟΣΤΑΤΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΨΥΧΙΚΟ ΝΟΣΗΜΑ



site analysis





*******



Η αγία Ντύμφα ήταν κόρη του τοπικού βασιλιά κάποιας περιοχής της Ιρλανδίας τον 7ο αι. μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα της χριστιανή κι έτσι η κοπέλα αγάπησε το χριστιανισμό & βαφτίστηκε κρυφά απ' τον πατέρα της. Η ζωή της ήταν πολύ πνευματική και, αφοσιωμένη στο Χριστό, έδωσε υπόσχεση αγνότητας.
Μετά το θάνατο της μητέρας της, ο βασιλιάς πένθησε τρομερά, όμως με τον καιρό θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Ανάθεσε λοιπόν στους ανθρώπους του να του βρουν μια όμορφη και καλή σύζυγο. Εκείνοι όμως, αφού ερεύνησαν, του είπαν πως δεν υπάρχει πιο όμορφη και συνετή γυναίκα στο βασίλειό του από την κόρη του! Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του!
Η Ντύμφα, μπροστά σ' αυτό τον τρομαχτικό πειρασμό, το 'σκασε με τη βοήθεια του πνευματικού της, του αγίου ιερέα Gerebran. Ο βασιλιάς όμως τους καταδίωξε, τους ανακάλυψε σ' ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Cheel [ή Geel], κοντά στη σημερινή Αμβέρσα, και τους σκότωσε και τους δυο. Ήταν 15 Μαΐου, κάπου μεταξύ 620 & 640 μ.Χ., και η αγία ήταν 15 χρονών.
Άλλη μια αγία λοιπόν δολοφονημένη από τον πατέρα της, όπως η αγία Βαρβάρα, η αγία Φιλοθέη του Άρτζες, η σύγχρονη νεομάρτυς Ντανιέλα από το Βουκουρέτσι κ.λ.π. Αλλά και το μαρτύριο της αγίας Θωμαΐδος της Αλεξάνδρειας δεν είναι άσχετο.
Σύντομα άρχισαν να σημειώνονται θαύματα, που σχετίζονταν κυρίως με θεραπείες ψυχοπαθών. Έτσι πολλοί άρχισαν να επισκέπτονται το Cheel και να προσκυνούν στον τάφο της αγίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην κοινότητα μια παράδοση φιλανθρωπίας, φιλοξενίας και φροντίδας ανθρώπων με ψυχικό νόσημα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η βιογραφία της συντάχθηκε το 13ο αιώνα, αλλά υπάρχουν και πολλά καταγεγραμμένα θαύματά της από τους Βολλανδιστές. Η αγία Ντύμφα είναι μια αγία του ορθόδοξου παρελθόντος της Δύσης και, παρόλο που τιμάται ιδιαίτερα από τη Δυτική Εκκλησία, είναι μια ορθόδοξη αγία. Ας έχουμε την ευχή της, ιδιαίτερα οι αδελφοί μας που χρειάζονται τη βοήθειά της.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Eldress Agatha: Mother of Elder Cleopa Ilie



site analysis


 

Eldress Agatha Ilie (1876 - 1968), formerly known as Maria before being tonsured a nun, was the mother according to the flesh of one of the greatest hesychasts of modern Romania - Elder Cleopa Ilie.

She was from Soulitsa in the district of Botosani. Her husband was named Alexander, who was a cow merchant for a living. God blessed them with ten children. From a young age this pious couple taught their children to love the ecclesiastical services, to pray, and to flee temptations in their personal lives. Nearby their village was the Kozantsea-Botosani Skete, where Fr. Paisios Olarou struggled, who became the spiritual father of Elder Cleopa as well as the entire family. This is where the children of this large family would go to pray and to listen to the teachings of Elder Paisios, as well as help graze the animals of the Skete.

But God, Who alone is All-Good, and Whose ways are beyond comprehension, allowed this large pious family to suffer many bitter trials. One by one each child was taken from this life, much like the children of Job. This occurred between 1915 and 1935, by the will of God. John died at the age of 16. After a year his sister Porphyria died at the age of 18. After two years the 26 year old Maria died. Their mother Maria was in deep sorrow constantly for the loss of her children. She would go to the Skete and Elder Paisios would console her saying that she was sending angels to heaven. Her sorrow would continue after a few years when Basil and George left to become monks at Sihastria Monastery, and in 1931 she was informed that Basil had died as well. George, who had taken the name Gerasimos, would die two years later. One year later another terrible loss came upon Maria, when her daughter Katherine died; she was only 20 years old and was a novice at Agapia Monastery. Eight children had died at this point, and two were left for her consolation. Every time a child was taken from her, Fr. Paisios would say: "Your children are chanting to God like angels, Maria. There you will meet again." In 1949 Maria went to inform Fr. Paisios that her ninth child died, named Michael. He told her: "Your nine children have gone to the Lord and received nine martyric crowns." Shortly after this her husband, Alexander, died. Her last surviving child, Constantine, had already gone to become a novice at Sihastria Monastery in 1936, and came to be known as Cleopas upon his tonsure. Cleopa was urging his mother at this point to become a nun, and Fr. Paisios informed her: "Go Maria, you also become a monastic and pray for the living and the dead."

In the winter of 1946 Maria went to join a convent, at the age of 70, after first visiting Sihastria Monastery to venerate the tombs of her two sons. From there she went by carriage to the Monastery of Old Agapia, where she stayed for good. There she took the name Agatha and lived for another 22 years. All her life she was illiterate and could not read books or the Divine Services. What characterized her was her goodness and innocence of soul. Her soul was child-like, without evil, without pride, without bad thoughts in her mind. Whatever somebody told her, she believed, and whatever she was asked to do, she did with obedience, because she loved everybody and had no discrimination. She spoke with everyone, and cried for the misfortune and pain of all people.

 

When she was asked what obedience she had at the Monastery, she would respond: "I cut wood with the saw, I take care of the flowers, and I help with the cooking." Another job she had was to go into the woods all day to gather sticks for the kitchen, the whole time praying while she worked, and she would return before sunset.

One year before her repose, she ceased altogether speaking of her children. If a nun happened to ask Sister Agatha about her children, she would groan a little bit, but then be happy as a child, saying: "How good are these sisters. They care for me like a mother. Behold, here I am alone. Abbess Olympia also reposed. I have remained alone."

Her only consolation now was the Church and the Sisters who took care of her in her cell. She lived the 22 years of her monastic life with humility, prayer, silence, love, quietude, and spiritual prayer.

Old Agapia Monastery was a haven for Eldress Agatha. Though she sent all but one of her children to heaven before her own repose, through prayer she was ever near them together with all the saints through the grace of the Holy Spirit. In the Monastery she found comfort and peace of soul. In the summer of 1968 Eldress Agatha began to feel weak. She only had the strength to walk to the balcony of her cell to catch some warmth from the rays of the sun. For a few days she was bedridden. "Eldress Agatha, won't you eat some food? Here are a few apples," said the nuns who took care of her. To this she responded: "Apples I will eat in Paradise, where I am going soon." On 15 September 1968, at the age of 92, her soul went to Paradise, after saying farewell to the entire Sisterhood of the Monastery.


Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α Εις την Οσιωτάτη Γερόντισσα + Μοναχή Μακαρία Δεσύπρη.



site analysis


Καθηγουμένη και Κτιτόρισσα Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ,
Όρους Άμωμων Αττικής
Μνήμη, Ευγνωμοσύνη και Αγάπη
ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗΣ+ΜΟΝΑΧΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΔΕΣΥΠΡΗ (1911-1999)
Οσιωτάτη Καθηγουμένη +Μοναχή Μακαριά, κατά κόσμον Μαργαρίτα Δεσύπρη, έγεννήθη την 12ην Μαρτίου 1911 στο χωριό Φαλατάδο της Τήνου. Γόνος πολύτεχνης ευσεβούς οικογένειας εγαλουχήθη στα νάματα της Ορθοδοξίας από τους ευσεβείς γονείς της, Μαρίνα και Γεώργιο, ιδιαίτερα δε από τον ιερέα πάππο της εκ μητρός, π. Αντώνιο, ον και υπερηγάπα.
Η ευσεβής μήτηρ της, ως άλλη Εμμέλεια ηξιώθη νά αφιέρωση στον Κύριο δύο θυγατέρας μοναχάς, την Μοναχή Πελαγία και την Μακαριστή Καθηγουμένη μας, και έναν υιό ιερέα, τον π. Ανδρέ­α Δεσύπρη, τον μόνο επιζώντα σήμερον.
Προσήλθεν στην ταξί των Μοναχών ως Δόκιμος στις 11 Δεκεμβρίου 1930· εκάρη Μοναχή στις 31 Ιουνίου 1932 από τον μακαρι­στό Ιερομόναχο Πέτρο Βλοτίλδη και στις 29-6-1935 εχειροτονήθησε Μεγαλόσχημο επί Μακαριωτάτου Χρυσοστόμου στην Ιερά Μονής Αγίου Ιεροθέου στα Μέγαρα Αττικής.
Όμως ο Κύριος της Δόξης την εκάλει δι' άλλους αγώνας. Η περίοδος της Κατοχής την ευρίσκει στις γυναικείες φυλακές του Α­βέρωφ στην Αθήνα, όπου παρηγορούσε φυλακισμένες και περιέθαλπε μετά αγάπης πολλής τα τέκνα τους.
Το καλοκαίρι του 1945 επισκεφθείσα την Νέα Μάκρη Αττικής ανηφόρησε δια να ανάψη το καντηλάκι των ερειπίων τής πάλαι ποτέ Σταυροπηγιακής ανδρώας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Ό­ρους των Αμώμων, όπως αργότερα τής απεκαλύφθη θαυμαστώς έκτοτε, πληροφορηθείσα εσωτερικώς ότι «ο τόπος ούτος Άγιος έστι» παρέμεινεν αδιαλείπτως μέχρι την εκδημία της.
Εγκατασταθείσα στα ερείπια διεβίωσε στο κελλίο της με αφαντάστους στερήσεις, κάτω από τελείως αντίξοες συνθήκες. Την νύκτα έπλεκε κάλτσες «διά να προσπορίζεται τα προς το ζην» και την ήμερα «ξέθαβε» τα ερείπια του μικρού ναΐσκου του Ευαγγελισμού, διότι ήθελε να εύρη τους θεμέλιους λίθους των Πατέρων και επ' αυτών να ανοικοδόμηση τον Ναόν και τα κελλία των Μοναχών.
Πολλάκις ησθένησεν και παρέμεινε στο κελλίο της «πυρέσουσα εν καιρώ χειμώνος» χωρίς σκεπάσματα, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Περαστικός τις τσοπάνος της έριξε την κάπα του, ό­ταν αντελήφθη, ότι έζη άνθρωπος ασθενής στα ερείπια ταύτα.
Όμως ό Θεός της επεφύλασσεν υψίστη τιμή: την αποκάλυψι των Λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εφραίμ του Θαυματουργού μετά πεντακοσίων χρόνων κατάκρυψι στην γη.
ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου ή θεία πρόνοια ωδήγησε τα βήματα μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ή­ταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, πού με το αίμα τους ποτίστη­κε το δέντρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο κα­θάρισμα απ' τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο, και έλεγα· Θεέ μου αξίωσε με την ανάξια δούλη σου να ίδω έναν από τους πατέρας πού έζησαν εδώ. Και ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον όποιο συνεχώς παρακαλού­σα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: «σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό πού επιθυμείς» και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστη­ριού. Ό καιρός περνούσε και ή φωνή πιο δυνατή, πιο φλογερή με προέτρεπε· «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς» κι έδειξα τον τόπο στον εργάτη πού είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μία μικρή επισκευή στο παλιό Ηγουμενείο. Εκείνος ό άνθρωπος δενήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί πού με ωθούσε ή εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε άλλου. Στην επιμο­νή του τον άφησα να πάει όπου ήθελε, και εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους, για να αναγκαστεί να έλθει στον τόπο πού με ωθούσε εκείνη ή φωνή.
Και πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία-τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι' αυτό επέστρεψε εις τον τόπο πού αρ­χικώς του υπέδειξα.
Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, το μισογκρε­μισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πώς κάποτε υπήρξε κελί κάποιου Μοναχού και πού έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα πού κάποτε συνέβη εκεί.
Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβη κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνη ζημιά, του είπα: «μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε πιο σιγά», άλλ' επειδή δεν με άκουγε και έσκα­βε με τον ίδιο ρυθμό, τού είπα: «Μήπως είναι και κανείς θαμμέ­νος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε». Και τότε κατάλα­βε και μου είπε«νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό πού έχεις στο νου σου;» Και αλήθεια ήμουν τόσο βεβαία σαν να τον έβλε­πα. Και προχωρώντας τώρα εις την αγία και ιεράν εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος πρώτα έφερε εις το φως ο κασμάς το κεφάλι τού άνθρωπου του Θεού. Την ίδια δε στιγμή σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη τη γύρω ατμόσφαιρα. Ό εργάτης χλώμιασε, δέθηκε ή γλώσσα του, κόπηκε ή μιλιά του.
«Άφησε με μόνη, σε παρακαλώ», είπα στον εργάτη, και απο­μακρύνθηκε.
Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα τού Άγιου και αισθάνθηκα βαθειά την έκταση του μαρτυρίου του.
Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απόκτησα μεγάλο θησαυ­ρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματος του, πού, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν εί­χε αλλοιωθεί.
Χαρακτηριστικόν, ότι επρόκειτο για κληρικόν, είναι το ό­τι παίρνοντας το χώμα εις την θέσιν όπου ήσαν τα άγια του χέ­ρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, πού δεν υπήρχε ούτε ή ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργα­λειό του παλαιού καιρού· το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό και προχωρώντας κάτω εις τα πόδια και πάλιν να! το στρίφωμα τού ράσου του, όπως και εις τα χέρια του ολοκάθαρο, και τα πέλματα του είχαν αποτυπωθεί στο χώμα. Δεν ήξευρα τι πρώτα να κάνω να χαρώ ή να τον κλάψω· πώς βρέθηκε εκεί θαμ­μένος ο τού Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι, να είδαν τα μάτια του; Έλεγα, κάποιο δράμα θα συνέβη. Και προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του έθρυμματίζονταν, διότι ή βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι' αυτό και τα έτοποθέτησα, όπως ήταν στην θυρίδα, πού ήταν πάνω από τον τάφο του.
-  Μα τι να σας πω και για κείνη την βροχή; Λες και ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα όποια έραινε τον Άγιο και τον τάφον του.
Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό, ήμουν μόνη ακόμα σ΄ αυτόν τον άγιο τόπον, πού μ' έφερε ό Κύριος να τον υπηρετήσω, και ξαφνικά ακούω βήματα, πού ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου, προχώρησαν εις την αυλή και έφτασαν εις την πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματα του ήκούοντο δυνατά και σταθερά τόσον, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήτο ή μόνη φορά πού φοβήθηκα, αι­σθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει εις το κεφάλι μου και από το φόβο μου ούτε γύριζα πίσω να ιδώ, οπότε ακούω τη φωνή του να μου λέγει:
«Έως πότε θα με έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κε­φάλι μου έτσι ....» Τότε γύρισα και τον είδα ήτο υψηλός εις το α­νάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφριές ρυτίδες στην ά­κρη, τα γένια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό, και κάπως εδώ και εκεί με χάρι εδιχάζοντο πλαγίως και έμπροσθεν και ολί­γον σγουρά, χρώματος μαύρου, με όλη την μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρον και το δεξί του χέρι ευλογούσε.
-  Ή ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητο· πήρα θάρρος και δύναμι, ο φόβος εξαφανίστηκε, τον ένιωσα δικό μου και του είπα.
Συγχώρησέ με, και αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την ήμερα θα σε περιποιηθώ, και αμέσως έγινε άφαντος, και συνέχισα τον Εσπερινό μου εν ειρήνη. Το πρωί μετά την ακολουθία του Όρθρου επήρα τα άγια οστά και τα εκαθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Λερό σε μία παλιά θυρίδα, αφού ά­ναψα και ένα καντηλάκι.
Το βράδυ τής ιδίας ημέρας βλέπω στον ύπνο μου τον Όσιον άνθρωπον του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν όρθιον, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, είδα όρθια και στο ανάστημα τού Αγίου, μια περίλαμπρη ωραιότατη εικόνα του Άγιου, πού την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυ­ρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη, δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι και εγώ τού έβαλα μία λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί, και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει:
«Σ' ευχαριστώ πολύ. Ονομάζομαι Εφραίμ».
Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου μία απορία για τούτο το περιστατικό. Μία μέρα. και μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα τής Εκ­κλησίας ακούω τρία χτυπήματα, σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος, εμπήκα στο ιερό, διότι είχα εκεί τοποθετημένα τα Αγία του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα. "Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω δια την ουράνιον εκείνην ευωδία πού ανέπεμπαν τα άγια του Λείψανα! Χείμαρρος πραγματικός επλημμύρισε όλο μου το είναι, αισθάνθηκα εντός μου τον Παράδεισον, μα και την ταπεινότητα μου σ' αυτό το με­γαλείο.
+Καθηγουμένη Μοναχή Μακαριά
Το 1950 η Μακαριστή Γερόντισσα πλαισιωθελίσα από  τας πρώτας προσελθούσας Μοναχάς προέβη στην ανασύστασι τής παλαίφατης Μονής και μέσα από πολύχρονους στερήσεις, κόπους και αγώνας, «την ανέ­δειξε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο τής Παγκό­σμιας Ορθοδοξίας» χάρι στην δύναμη του Θαυματουργού "Αγί­ου μας Εφραίμ, όπως ομολογούν σύγχρονα μεγάλα πνευματικά αναστήματα.
Το «θαυμαστό Σέμνωμα» του Όρους των Άμωμων ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Εφραίμ ο Θαυματουργός, χάριτι Θεού και αόκνοις προσπάθειαις τής Μακαριστής Καθηγουμένης Μακαριάς κατέ­στη γνωστός απανταχού σχεδόν τής Γης και ως σύγχρονος κολυ­μπήθρα του Σιλωάμ παρέχει «πάσιν τοις αιτούσιν ιάματα».
Ή «Μητέρα Μακαρία», η «Μάννα των πονεμένων», όπως την απεκάλουν οι ίδιοι οι πιστοί, διότι έτσι την αισθάνονταν, σ' ό­λο τον επίγειο βίο της, παρά τα αλεπάλληλα εμφράγματα πού εί­χε υποστεί, τον σακχαρώδη διαβήτη, πού την εταλαιπώρει και το θραύσμα βλήματος πού έφερε στην κοιλιακή χώρα από τα χρόνια τής Κατοχής, περιχαρής διηκόνει πάντα πιστόν προσερχόμενο και εξαιτούντα την Αγία Προσευχή της. Σχεδόν νυχθημερόν προσηύχετο και ενουθέτει πνευματικά ορφανά, χήρας, διαζευγμένους, νέους και ασθενείς, επιστήμονας και βιοπαλαιστάς, μονα­χούς και μοναχάς. Πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι τής εζήτουν να ευλόγηση τις διατριβές τους, εκπαιδευτικοί το έργο τους και δι­καστικοί τις οικογένειες τους.
Ακάματη στην διακονία του Θείου Λόγου, αυστηρά αφοσιωμένη στην "Ορθόδοξη Λατρεία, ασκήτρια στην μοναχική της ζωή. «ετρέφετο με την λειτουργική ζωή. την μελέτη του Θείου Λόγου, την αδιάλειπτη προσευχή και την σιωπή».
Ολιγομίλητη με μία έκφραση «χαρμολύπης» διάχυτη στο γλυ­κό και τρυφερό, γεμάτο αγάπη και ταπείνωση βλέμμα της. προσπα­θούσε να απόκρυψη τις πλούσιες δωρεές με τις όποιες την είχε πε­ριβάλει ο Δωροθέτης Κύριος.
Η βαθύτατη πίστη της, η ευγένεια και το πράον του χαρακτήρος της, η διακριτικότητα, η ανεξικακία, η συγχωρητικότητα, η «χωρίς όρια φιλανθρωπία» της και ή απέραντη αγάπη της προς «πάντα άνθρωπον» σημάδεψαν καθοριστικά την Αγία της Μορφή.
Χωρίς οικονομικούς πόρους συνετήρει μέχρι το 1980 ορφα­νοτροφείο με 70 περίπου παιδιά σχολικής ηλικίας, στα όποια παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και παιδεία στοιχειώδους βαθμίδος, όσα δε επρόκοπτον στα γράμματα τα έφτασε μέχρι των Ανωτάτων "Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και σήμερον ομολο­γούν ότι «τα εχόρταινεν εκ του μηδενός». Δια να ανταπεξέλθη δε στις ανάγκες τους εξέθετε στον προαύλιο χώρο του Ζαππείου μεγάρου των Αθηνών εργόχειρα της αγάπης της. μη φειδομένη χρόνου, κόπου, μόχθου και αποστάσεων.
Αν και δεν είχε Πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση Πατερικών κειμένων, «Λόγοι Ασκητικοί Βασιλείου του Μεγά­λου» και σε σύνταξη Παρακλητικού Κανόνος και ακολουθίας Χαιρετισμών προς τον Άγιον της Εφραίμ, τον όποιον υπερηγάπα. Τα θαύματα δε του οποίου κατέγραψε και εξέδωσε σταδιακά σε (10) δέκα τόμους δια να στηρίζει και να ενδυναμώνει τους πι­στούς. Επεδίδετο ακόμη και στην Αγιογραφία Ιερών Μορφών της Ορθοδοξίας μας.
Απαντούσε καθημερινά σε πλήθος τηλεφωνημάτων και επι­στολών πιστών που εδέχετο, ενώ προσηύχετο θερμά και εσταύρωνε υπομονετικά με τεμάχιο Ιερού Λειψάνου του Άγιου τους ευσε­βείς πού ζητούσαν την προσευχή της.
Ετέλεσε ατομικές και ομαδικές βαπτίσεις Βορειοηπειρωτών τους οποίους εφιλοξένησε επί διετία μετά των οικογενειών τους στον ξενώνα της Μονής.
Το μελίρρυτο στόμα της ακαταπαύστως μέχρι τελευταίας ανα­πνοής εδόξαζε τον Κύριο, την Παναγία Παρθένο και τον Άγιον της Εφραίμ στον όποιο ανέθετε «πάσαν την ζωήν ημών».
Δεν αξιώθηκε να ζήση την επίσημη αναγνώρισι του Μεγάλου Αγίου της, ενώ διαρκής πόθος της ήταν να πάρει ή ίδια με τα χέ­ρια της από το Πατριαρχείο την πολυπόθητη Πατριαρχική Πράξι της Αγιεπωνυμίας.
Ό Κύριος της Δόξης επέτρεψε σε βαθύτατο γήρας να σήκωση μεγάλο σταυρό. Τον σήκωσε με καρτερία και σιωπή. Αντιμετώπι­
Την προτεραία τής Αγίας Κοιμήσεως της έψαλε με χαρά με παρευρισκόμενο Ιερέα Αναστάσιμα Τροπάρια στο κρεβάτι του πόνου.
Η τελευτή της υπήρξεν απολύτως ήρεμη και οσιακή· άλλωστε την είχε προείπει προ δεκαετίας και πλέον.
Η Αγία Ψυχή της, ασφαλώς χειραγωγημένη από τον Άγιον της Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον Θαυματουργόν, αφού μετέλαβε των Άχραντων Μυστηρίων, επέταξε στους Ουρανούς, όπου και άνηκε, στις 23-4-99, ήμερα Παρασκευή περί ώρα 2:20 μ.μ. εορτή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Άρρητος δε ευωδιά περιέβαλε αμέσως το Σεπτόν της Σκήνωμα στο δωμάτιοτου Νοσοκομείου, όπου ενοσηλεύετο, οι δε παριστάμενοι ιατροί, νοσοκόμοι και μέλη τής ακολουθίας τής δακρυρροούντες «εθαύμαζον» δια τα γενόμενα.
Τηλεόραση και Τύπος ανήγγειλαν την εκδημία τής Μακαρι­στής πια +Μοναχής Μακαριάς Καθηγουμένης Ιεράς Μονής Ευαγ­γελισμού και Αγίου Εφραίμ Όρους Άμωμων Αττικής.
Το Σεπτό της Λείψανο εξετέθη σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα εντός του Καθολικού τής Ιεράς Μονής τής οποίας υπήρξε Χάριτι Θεού Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη επί ήμισυ αιώνα διά την οποίαν Μονήν ηνάλωσε εαυτόν μέχρι τελευταίας αναπνοής παραμείνασα πιστή στην διακονία του Σαρκωθέντος Λόγου, τής Σταυρωθείσης Αγάπης.
Χιλιάδες πιστοί την προσκύνησαν και περίπου πέντε χιλιάδες την συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία παρά την δυνατή βροχή πού έπεφτε συνεχώς. Κηδεύτηκε πανδήμως υπό πλήθους πι­στών μοναχών και ιερέων, παρουσία των τοπικών Άρχων, του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ.κ. Κλεόπα, χοροστατούντος του Θε­οφιλέστατου Επισκόπου Διαυλείας κ.κ. Δαμασκηνού Καρπαθάκη, όστις μετά των λοιπών ομιλητών και εξήρε την «μεγάλη αυτή μορφή του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού», της «Ταπεινής και φιλαγάθου Καθηγουμένης»του Αγίου Εφραίμ.
Τέλος ευλαβικά εναπόθεσαν το πολυβασανισμένο Όσιο Σώμα της στον απόμερο τάφο πού είχε πρό ετών ή ίδια ετοιμάσει στον Άβατο προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής της «για να αφουγκράται τις ψαλμωδίες και να θεάται τα ένδοξα και εξαίσια πού ο Άγιος επιτελεί στους μετά πίστεως προσερχόμενους στην Μο­νή Του».
Ας είναι ή Ουράνια ζωή σου. Μητέρα Μακαρία, αγγελική, ό­πως και ή επίγεια βιοτή σου και ή 'Αγία Ευχή σου πού «χάρισε στην Οικουμενική "Ορθοδοξία τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Εφραίμ » πάντα να μας εύλογη, να μάς συγχωρεί και να μας αξιώσει της Επουρανίου Βασιλείας. "Αμήν.
Αιωνία Σου ή μνήμη. Πολυσέβαστη και Πεφιλημένη Μητέρα μας.
Εις τα πνευματικά μου τέκνα τάς Μοναχάς
Υπερήφανος Μοναχός δένδρον άριζον και ου μη φέρη προσβολήν
άνεμου. Και ωσάν ή
σαπουνόφουσκα μόλις ραγείσα
αφανίζεται· ούτω και ή μνήμη
του υπερήφανου μετά θάνατον
αφανίζεται. Και όπως ή προσευχή
του ταπεινού κάμπτη τον Θεόν,
τοιοτοτρόπως και ή προσευχή του
υπερήφανου παροργίζη τον Ύψιστον
αγαπητά μου τέκνα και
θυγατέρες μου εν Κυρίω.
Αγαπήσατε τας ύβρεις και
ατιμίας, τας ταπεινώσεις και
εξουδενώσεις και εξουδενώσεις
ίνα ο Κύριος σας συναριθμήση
εν τω χορώ των Μονα­ζόντων
και των Μαρτύρων αγαπήσατε τας ύβρεις· τας ατιμί­ας
μετά λογισμού ταπεινού και
να πιστεύσητε ότι ουδέν είστε
και όταν αυτό πιστεύσητε
εντός σας, τότε ο Κύριος θα
ελεήση τεκνίον μου την
καρδίαν σου και θα σωθήτε
παιδιά μου δια της
ευλογη­μένης ταπεινώσεως.
ή μητέρα σας Μακαριά Μοναχή
έγραφον εν τω κελλίω μου 12-8-64