Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Ή ΑΔΕΛΦΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑΝΟΣ



site analysis



29 Οκτωβρίου
Mνήμη της Oσίας Mητρός ημών Άννης, της μετονομασθείσης Eυφημιανός. 
Στολή κρυβείσαν ανδρική σεμνήν Άνναν, 
Xριστός κατ’ αυτών αρρενοί των δαιμόνων.
Η αγία Άννα είχε γεννηθή στην Κωνσταντινούπολι, στη συνοικία των Βλαχερνών, κατά την βασιλεία του Κωνσταντίνου Κοπρωνύμου. 
Όταν νέα ακόμη έχασε τους γονείς της, η γιαγιά της βιάσθηκε να την παντρέψη. Αλλά ο εκ πατρός θείος της δεν ικανοποιήθηκε από αυτό. Ήταν ένας ερημίτης του Ολύμπου, ο οποίος είχε γνωρίσει τη φυλακή και τα βασανιστήρια για την πίστι και τον οποίον ο διωγμός κρατούσε μακρυά ακόμη από την μοναξιά του. 
Γιατί, της λέει, εδέσατε με την τύχη ενός ανθρώπου ένα κορίτσι που επιθυμούσε μέσα από τους αγώνες της ασκητικής ζωής να δεθή στην υπηρεσία του Θεού; 
Μετά από αυτή την επίπληξι ευλόγησε την Άννα και εξαφανίσθηκε. Δυο χρόνια αργότερα ο εικονομάχος αυτοκράτωρ Λέων ο Δ’ πέθανε (780) και ο ερημίτης, ελευθερωμένος, ήρχετο να ιδή την ανηψιά του προτού επιστρέψη στο όρος του. 
– Κόρη μου, της λέει, ας είναι η ψυχή σου δυνατή και αρρενωπή, διότι πολλές είναι οι θλίψεις των δικαίων. Γνώριζε ότι πριν γεννηθή το παιδί που φέρεις στην κοιλιά σου θα θάψης τον σύζυγό σου.
Πραγματικά, τον έκτον μήνα ο σύζυγός της πέθανε. Η Άννα έκλαψε, θρήνησε, στέγνωσε από λύπη. Όταν αποθήλασε το βρέφος της, το εμπιστεύθηκε σε έναν από τους θείους της για να μπορέση από τότε να παραδοθή στα γυμνάσματα της ασκητικής ζωής. 
Αυτή τη στιγμή παρουσιάσθηκε πάλι ο ερημίτης και της είπε: Νάσαι δυνατή εν Κυρίω. Δείξε μου το παιδί σου. – Το εμπιστεύθηκα στον αδελφό του, απήντησε· εφύλαξα κοντά μου μόνον το μεγαλύτερο.
Έπειτα από λίγο, του παρουσίασε και τα δύο και του λέγει κλαίοντας: – Άγιε Πάτερ, προσευχηθήτε γι’ αυτά. 
– Δεν έχουν ανάγκη προσευχών, απήντησε ο γέρων. 
– Δυστυχής αμαρτωλή που είμαι! Ποιο νέο κακό πρόκειται να μου αναγγείλετε ακόμη; 
– Δεν σου είπα ότι οι θλίψεις του δικαίου είναι πολλές; Πιστεύεις ότι μπορείς να αξίζης το όνομα του δικαίου δίχως να υποφέρεις; Δεν θα είμαστε ευάρεστοι στο Θεό παρά αποδεχόμενοι γι’ Αυτόν όλους τους πόνους, όλες τις στερήσεις. 
– Όχι, όχι, όχι τα παιδιά μου! Θα ήθελε ο Θεός να μου πάρη τα παιδιά μου; 
– Εσύ το είπες. Έπειτα από λίγο καιρό θα τα πάρη και τα δυο. 
Η Άννα, με μια υπέρτατη προσπάθεια, πνίγει τα δάκρυά της και προσφέρει μεγαλόψυχα στο Θεό τη θυσία που της ζητείται. Έπειτα αρχίζει να μοιράζη στους φτωχούς ό,τι είχε. 
Όταν πέθαναν τα παιδιά της, τα έκλαψε αρκετόν καιρό και αποτελείωσε να μοιράζη τα αγαθά της. Κατόπιν πέρασε την Προποντίδα και κατευθύνθηκε προς τον Όλυμπο, έχοντας κάτω από τα συνήθη φορέματά της ένα ανδρικό ένδυμα. Έπειτα από λίγο συνήντησε ένα μοναχό ο οποίος δέχθηκε να της κόψη τα μαλλιά, σύμφωνα με το τυπικό του μοναχισμού που υποδηλώνει την παραίτησι από τον κόσμο. Πέταξε τα φορέματά της τα γυναικεία και χτύπησε την πόρτα του πρώτου μοναστηριού, το οποίο παρουσιάσθηκε στα μάτια της. 
Όταν παρουσιάσθηκε μπρος στον ηγούμενο, σύμφωνα με τη συνήθεια έπεσε στα πόδια του για να δεχθή την ευλογία του. Αυτός την σήκωσε και νομίζοντάς την για ευνούχο της λέγει: Αδελφέ μου, ποια αιτία σε οδηγεί εδώ σ’ εμάς και ποιο είναι το όνομά σου; 
– Η αιτία του ερχομού μου είναι το πλήθος των αμαρτιών μου. έρχομαι εδώ με την ελπίδα, αφού γίνω δεκτός, να ζήσω μεταξύ σας, το υπόλοιπο της ζωής μου, μέσα στην περισυλλογή και την προσευχή, για να εύρω έλεος την ημέρα της κρίσεως εμπρός στο Θεό. Ονομάζομαι Ευφημιανός. 
Ο Ηγούμενος την δέχθηκε μεταξύ των δοκίμων του. Ο νέος καλόγερος έκαμε θαυμαστές προόδους στην ευσέβεια. Λόγω της υπακοής του, της επιμέλειας στην προσευχή και ιδίως λόγω της βαθύτατης ταπεινότητός του, έγινε ένα τέλειο παράδειγμα για τους αδελφούς. Ο Θεός τον προίκισε με το δώρο των θαυμάτων. Έβλεπε κανείς τότε να προστρέχουν πλήθος προσώπων στο μοναστήρι των Λευκάδων, για να εκλιπαρήσουν θεραπείες σωματικές ή πνευματικές χάρες. Πολλοί νέοι έκπληκτοι από τη θέα των αρετών του και συγκινημένοι από τις σοφές συμβουλές του, αρνούνταν τον κόσμο και ζητούσαν να γίνουν δεκτοί στο μοναστήρι. Η συρροή υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε σε λίγον καιρό δεν υπήρχε εκεί πλέον θέσις. 
Ίδρυσις του μοναστηριού των Αβραμιτών 
Τότε ο ηγούμενος απηύθυνε στον πατριάρχη Άγιο Ταράσιο μια λεπτομερή έκθεσι για τα θαύματα τα οποία ο Θεός επιτελούσε στους Λευκάδες με τη μεσολάβησι του αδελφού Ευφημιανού, και για την ανάγκη που βρίσκονταν να αρνούνται πολλούς υποψηφίους ελλείψει θέσεως. 
Ο άγιος Ταράσιος απήντησε με τη δωρεά μιας μεγάλης εκτάσεως που ήταν γεμάτη ερείπια και χαλίκια, κοντά στην Προύσα. Η ηγούμενος διεμόρφωσε το άγριο αυτό μέρος και έκτισε εκεί το απέραντο μοναστήρι των Αβραμιτών, όπου αργότερα τόσες προσωπικότητες, κουρασμένες από αξιώματα και τιμές, αηδιασμένες από τις ραδιουργίες της αυλής και από σκοτούρες της πολιτικής, θα έλθουν να βρουν τη γαλήνη και την ευτυχία, αφιερώνοντας στο Θεό, προφυλαγμένοι από την διαφθορά του κόσμου, τις υπόλοιπες ημέρες τους σε ένα άσυλο ευλάβειας και ειρήνης. Όταν οργανώθηκε το καινούριο μοναστήρι, ο αδελφός Ευφημιανός στάλθηκε εκεί για να προσελκύση νέους ζηλωτάς. Η αποστολή του ήταν ίσως να γεμίση τα δύο αυτά μοναστήρια από άγιες και γενναίες ψυχές. 
Όταν εκπληρώθηκε αυτή η αποστολή, ο Θεός του έστειλε φοβερές δοκιμασίες. 
Οι μεγάλες δοκιμασίες 
Ένας μοναχός με χλιαρή πίστι τον μίσησε από φθόνο. Του άρεσε να τον υβρίζη σε κάθε στιγμή με χονδροειδή αστεία για τη δήθεν ιδιότητα του ευνούχου. 
Η αγία Άννα, προσεκτική πάντα να κάνη το καλό, τον άφινε να λέη και υπέμενε όλα με μια αμετάβλητη υπομονή. 
Αλλά ο ψευτοκαλόγερος, έχοντας μάθει ότι μία γυναίκα της πρωτευούσης είχε εξαφανισθή, αφού είχε μοιράσει τα πλούτη της στους πτωχούς, άρχισε να υπαινίσσεται πονηρά ότι ο ευνούχος Ευφημιανός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η γυναίκα αυτή. Έπειτα αφήνοντας τα αστεία άρχισε να διαδίδη το συμβάν σαν ένα γεγονός, πολύ πιθανό, αν μη βέβαιο. 
Εξοικειώθηκε τόσο καλά με την ιδέα αυτή, ώστε κατέληξε να την πιστέψη ο ίδιος και αποφάσισε να βεβαιωθή γι’ αυτό. Σκέφθηκε ότι κάνοντάς την να κυλίση σε ένα γκρεμό ή σε μία χαράδρα θα κατόρθωνε λόγω της αναποφεύκτου ακαταστασίας των φορεμάτων να εισδύση στο μυστήριο.
Εξετέλεσε το σχέδιό του, αλλά δεν μπόρεσε να δη τίποτα, γιατί αιφνιδίως έπεσε αυτός στη γη κατά το ήμισυ παράλυτος. Σηκώθηκε πάλι όπως μπόρεσε και μη τολμώντας να ξαναμπή στο μοναστήρι έπειτα από το ωραίο αυτό κατόρθωμα, πήγε με κόπο στη χώρα του, όπου συνελήφθη και καταδικάστηκε σε απαγχονισμό για απόπειρα φόνου. 
Η αγία Άννα έκρινε φρόνιμο, για να αφήση στο χρόνο να ησυχάση τα πνεύματα και να αποφύγη ένα σκάνδαλο, οπωσδήποτε δυνατό, να εγκαταλείψη το μοναστήρι. Επέτυχε εύκολα από τον ηγούμενο την άδεια να αποσυρθή για μερικά χρόνια στην μοναξιά. Συντροφευμένη από τους αδελφούς Ευστάθιο και Νεόφυτο εισέδυσε στο όρος και έφθασε στα ύψη. Αφού συνάντησε ένα ευχάριστο μέρος, όπου υπήρχε μία πηγή, μία εκκλησία και ένας μικρός κήπος, εγκατέστησε εκεί την κατοικία της. 
Μοναχοί της Κωνσταντινουπόλεως την προσκάλεσαν κοντά τους. Αυτή υπήρξε ευτυχής που πήρε αυτή την ευκαιρία για να απαλλαγή από μία κατάστασι, η οποία παρέμενε λεπτή. Έφθασε λοιπόν στις ακτές του Βοσπόρου και υπήρξε, για το Μοναστήρι που είχε το πλεονέκτημα να την κατέχη, ένα όργανο της χάριτος σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. 
Μετά από το θάνατό της το μυστικό του φύλου της έγινε γνωστό.

Από το βιβλίο
BERNARDIN MENTHON 
ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ 
Ο συγγραφεύς, ιερεύς στην Προύσα προ του πολέμου, το δημοσίευσε στο Παρίσι το 1935, αφού είχε περιηγηθή σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την περιοχή του Ολύμπου της Βιθυνίας και είχε μελετήσει προσεκτικά τους Βίους των αναφερομένων ασκητών, που άθλησαν εκεί στα χρόνια της εικονομαχίας.
πηγη.ιδιωτικη οδος

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ



site analysis



«Η αγία Αναστασία έζησε όταν βασιλείς ήταν οι διώκτες της χριστιανικής πίστης  Δέκιος και  Ουαλλεριανός και ηγεμόνας ο Πρόβος. Ήταν Ρωμαία στην καταγωγή, νέα στην ηλικία και ζούσε σε κάποιο Μοναστήρι. Την συνέλαβαν για την πίστη της κι επειδή ομολόγησε την πίστη αυτή με παρρησία, την κτύπησαν στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, την άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένους άνθρακες και τη μαστίγωσαν με ράβδους. Την κρέμασαν έπειτα πάνω σε ξύλο, την πίεσαν σε μέγκενη και την τρύπησαν με σιδερένιες ακίδες. Κρεμασμένη την έξυσαν σε όλο το σώμα, της έκοψαν τους μαστούς και της εκρίζωσαν τα νύχια. Της ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια, της αφαίρεσαν τη γλώσσα και της εκρίζωσαν τα δόντια. Στο τέλος, της έκοψαν και το κεφάλι».
Με τα βασανιστήρια της αγίας το σώμα της στρεβλώθηκε σε σημείο τελικώς αφανισμού της. Πάνω σ’ αυτό ο εκκλησιαστικός ποιητής προβαίνει σε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η στρέβλωση του σώματος της αγίας, χάριν του Χριστού, φανέρωνε την ψυχική της σταθερότητα, το όρθιο της προαίρεσής της. Όσο την κτυπούσαν και την «πετσόκοβαν», τόσο το φρόνημά της δυνάμωνε και παρέμενε όρθιο. «Στρεβλούμενον το σώμα αικισμοίς, εδήλου το όρθιον σης προαιρέσεως προς Θεόν, Αναστασία πανεύφημε». Η αγία δηλαδή επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που είχε πει ο Κύριος: «μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι». Η ψυχή είναι αυτό που μετράει στις δύσκολες στιγμές του βίου, κι αυτό έδειξε η αγία. Δεύτερον, μέσα σε όλα αυτά τα βάσανα, που θα έπρεπε η νεαρή κόρη να έχει αλλοιωμένα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τον πόνο και την οδύνη, εκείνη φαινόταν ακόμη περισσότερο ωραία στη μορφή: «Κάλλος το εγκάρδιον τη ορατή μορφή, ένδοξε, διαδοθέν, σε ωραιοτάτην τοις ορώσιν υπέφαινεν». Δηλαδή: Το κάλλος της καρδιάς σου, η εσωτερική ομορφιά σου, ένδοξε, μεταδόθηκε και στην ορατή, εξωτερική, μορφή σου, και σε έκανε να φαίνεσαι ωραιότατη σ’ αυτούς που σε έβλεπαν. Η αγία φανέρωνε, έστω και στα βάσανα, την υπάρχουσα σ’ αυτήν χάρη του Θεού, η οποία πράγματι κάνει τον άνθρωπο και εξωτερικά να λάμπει και να ομορφαίνει. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» υπενθυμίζει ο λόγος του Θεού. Ο άγιος υμνογράφος με τον ύμνο του αυτό τονίζει ακριβώς τον χαρισματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου της αγίας Αναστασίας. Ό,τι υπέστη, το υπέστη με τη δύναμη του Θεού. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η δύναμη, έπρεπε να συναντήσει την καλή προαίρεση της αγίας, για την ύπαρξη της οποίας εργάστηκε η ίδια ασκητικώς εκ νεότητός της.
ΠΗΓΗ.ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Η Ελληνίδα του ’40



site analysis

Η δόξα πού στεφάνωσε τήν Πατρίδα μας στο νεότερο έπος του Έλληνισμού είναι κατά ένα μεγάλο μέρος έργο και της Έλληνίδας. Έμβλημά της τό δίπτυχο: πίστη στό Θεό και στην προστασία της Μεγαλόχαρης – πάνω άπ’ όλα η Πατρίδα. 

Στις Πίνδου τις κορφές μάχονται υπέροχα μιά φούχτα γενναίοι. Στό πλάι τους γλιστρά άνάλαφρη σκιά Έλληνίδα. Είναι η ανδρειωμένη Ηπειρώτισσα, πού, όταν η 8η Μεραρχία διατάχθηκε νά προελάσει και νά καταλάβει – έστω και χωρίς έφοδιοπομπές – ορισμένες διαβάσεις, έφερε ώς τις κορυφές των βουνών τά πυροβόβα, τά πυρομαχικά, τις οβίδες εν ώρα μάχης. Είναι ή Βορειοηπειρώτισσα, που μεταφέρει στους ώμους της ή νοσηλεύει στό σπίτι της τους τραυματίες, πού ανοίγει τό παλιό σεντούκι γιά ν’ ανεμίσει τή Γαλανόλευκη.

Στη γέφυρα του Κοκόρου επειδή τό Μηχανικό δέν προβάβαινε νά τήν όλοκληρώσει, μπήκαν στό νερό ώς τό στήθος οι γυναίκες και τήν τελείωσαν αυθημερόν. Στίς διαβάσεις επίσης των ποταμών Καλαμά και Δρίνου, όπου τό ρεύμα εμπόδιζε τους σκαπανείς, μπήκαν οι χωρικές μέσα στά νερά και πιασμένες σφιχτά άπ’ τούς ώμους σχημάτισαν πρόχωμα πού διευκόλυνε τους γεφυροποιούς.

Πάλλευκη ηρωίδα η αδελφή νοσοκόμος υπηρετεί στά ορεινά χειρουργεία και στους ενδιάμεσους σταθμούς και στά νοσοκομεία των επαρχιών μέ τήν έθελόντρια δίπλα της. Κι όταν στο Μεσολόγγι ό Γερμανός έπιτεβής οργισμένος – γιατί η Προϊσταμένη αρνείται νά εκκενώσει τό νοσοκομείο από τους “Ελληνες τραυματίες, γιά νά βάλει τους δικούς του – τήν ρωτά τό όνομά της, εκείνη άπαντα: «Έλληνίς»!

Τό φρόνημα τής Ελληνίδας των μετόπισθεν εκφράζει ή ποιήτρια της εποχής στό «Γράμμα στό μέτωπο» προς τόν στρατιώτη σύζυγο: 

Δέν είμαι μιά γυναίκα πιά της προσμονής, που τρέμει μή διάβαση μέ γράμματα ψιλά μέσα άπό Θριαμβευτικά «ανακοινωθέντα» τό μήνυμα πώς τελείωσε γιά κείνη και πόλεμος και νίκη. 

Γιά τή μεγάλη τούτη τήν ύπόθεση,
πού κλείνει πλέρια τή χαρά του άνθρώπου, γιά της αυγής τό φως, που ξαγοράζεται γιά μας άπό τά σκότη, δέν λογαριάζονται γυναίκες, σπιτικά, και τ’ όνειρο του ενός – τι Θάμα – σέ μιαν εξαίσια διαστολή χωράει νά κλείση στό μικρό του κόρφο
όνειρο του κόσμου.
 

Μέ διπλή καρδιά νά πολεμάς,
γιά μένα δίχως έγνοια πού σήμερα στρατεύομαι μαζί σου και ροβολώ μέ τό ρυθμό της ιστορίας. 

(Σ. Παπαδάκη)

Ή άγνωστη αγρότισσα άρπαξε τό άροτρο και όργωσε και έσπειρε και θέρισε και κυβέρνησε τό σπίτι της και κράτησε ψηλά τήν τιμή της. Οι γυναίκες στις πόλεις στά νυχτέρια της συσκότισης επλεξαν ασταμάτητα τις φανελλες του στρατιώτη

«και οι βελόνες γίνονταν σπαθιά
που βγαίνουνε άπ’ τή χρυσή τους θήκη
ν αγωνιστούνε μέ τόν νιό πολεμιστή
κι είναι άσωστη κι άτέλειωτη ή κλωστή
όσο κι ή Νίκη”.

Οι Έλληνίδες της Κύπρου έστειλαν τότε μέσα σέ άσπρογάλαζα σακκουλάκια τά γαμήλια δαχτυλίδια γιά χάρη της κοινής Πατρίδας. Και οι Έλληνίδες του εξωτερικού τά χρόνια του πολέμου δέν έπαυσαν νά στέλνουν τά δέματα «της έλληνικής πολεμικής περιθάλψεως» γιά τις ανάγκες και τήν έγκαρδίωση των συμπατριωτών.

Κι όταν μετά τις νίκες και τους θριάμβους έρχεται ή μαύρη κατοχή μέ τήν τρομοκρατία και τήν πείνα, ή Ιδια Έλληνίδα, όταν τό εθνικό χρέος τό έπέβαλλε, θυσίασε και τήν Ιδια τή ζωή της αψηφώντας τις ανακρίσεις, τά κρατητήρια και τό έκτελεστικό απόσπασμα, ηρωίδα άπαράμιλλη της εθνικής Αντιστάσεως: Λέβα Καραγιάννη, Ήρώ Κωνσταντοπούλου, Βασιλική Παπαθανασίου και τόσες άλλες, πού προσφέρονταν ολοκαύτωμα στό βωμό της πατρίδας, προετοιμάζοντας τήν πτώση και τόν έξευτελισμό του κατακτητή.

Και μπόρεσαν και στάθηκαν όρθιες οι Έλληνίδες των Καλαβρύτων και των Διατομών, οι μάρτυρες της απάνθρωπης σφαγής των αθώων, και έσκαψαν μέ τά νύχια τους τους τάφους γιά τους αγαπημένους τους και ανάθρεψαν μαυρομαντηλούσες άδάκρυτες στά καμένα και ρημαγμένα σπίτια τους, κάτω άπό τους τσίγκους, τά παιδιά τους. Τά παιδιά του έθνους.

Οι Ελληνίδες του έπους του 1940 βρήκαν τό σθένος νά υψωθούν πάνω άπό τις ευαισθησίες και τους σπαραγμούς τους και άνοιξαν, μέ τήν πίστη και τις θυσίες τους, στό λαό μας τό δρόμο γιά τήν τελική νίκη, πνευματική και πατριωτική.
Και αυτό δέν πρέπει νά τό λησμονούν οι Ελληνίδες των ήμερων μας, πού είναι τόσο κρίσιμες γιά τήν εθνική επιβίωση μας και άπαιτούν γι αυτό «άρετήν και τόλμην».

Λ. 
από το περιοδικό: η Δράση μας, τεύχος Οκτωβρίου 2015

για την αντιγραφή: ιστολόγιο: ”Αντέχουμε…

Ερμιόνη Μπρίγκου Η «Κυρά της Χειμάρρας» και τα νεκρά παλικάρια του 1940



site analysis

Την αποκαλούν «Κυρά της Χειμάρρας» και όχι άδικα - Η 85χρονη σήμερα, Ερμιόνη Μπρίγκου, είναι από μόνη της ζωντανή ιστορία

Μικρό παιδί το 1940, βοήθησε τον πατέρα της να θάψει στον κήπο του σπιτιού τους –στην άκρη της Χειμάρρας- έξι Έλληνες στρατιώτες που σκοτώθηκαν στις επιχειρήσεις κατά των Ιταλών.


Από τότε και έως σήμερα, ακόμη και τις δύσκολες εποχές του καθεστώτος Χότζα, φροντίζει τον αυτοσχέδιο ομαδικό τάφο,  λέγοντας –ενίοτε- νοερά  στα νεκρά παλικάρια: «Βρε παιδιά εγώ έζησα, έγινα μεγάλη και γιαγιά κι εσείς παιδιά μου δεν γυρίσατε ποτέ στην πατρίδα».

Ήταν μόλις οκτώ χρονών,  στη δίνη του ελληνοϊταλικού πολέμου, όταν η κυρία Mρίγκου, βοήθησε τον πατέρα και την μητέρα της να θάψουν τα σώματα έξι Ελλήνων στρατιωτών, που έχασαν τη ζωή τους από εχθρικό όλμο, στον Σκουταρά της Χειμάρρας. «Στο σπίτι μας έμεναν Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες, ενώ στο διπλανό κτήμα μας, υπήρχαν ελληνικά χαρακώματα. Μια χούφτα Έλληνες κρατούσαν άμυνα, έχοντας απέναντι τους 500 και πλέον Ιταλούς


Ο πατέρας μου βοηθούσε και μάλιστα ήταν και οδηγός του Ελληνικού Στρατού. Και οι Ιταλοί είχαν πολλούς νεκρούς. Σε μια επίθεση με εχθρικό όλμο, σκοτώθηκαν έξι στρατιώτες που ήταν μέσα στο χαράκωμα. Τα ξέραμε τα παλικάρια αυτά.  Ο Ανδρέας Προβατάς ζούσε ακόμη. Μέσα στα αίματα έδωσε το πορτοφόλι στον πατέρα μου, για να το παραδώσουμε στους δικούς του. Μετά ξεψύχησε. Τους μαζέψαμε και τους θάψαμε σε δύο τάφους που ανοίξαμε βιαστικά. Από τότε έως σήμερα, μας συντροφεύουν» λέει στο protothema.gr η κυρία Μπρίγκου, που έως το 1990 και τη πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβερ Χόζτα, κρατούσε «επτασφράγιστο» το μεγάλο μυστικό που έκρυβε στο κτήμα της, κάτω από τις ελιές.



«Ακολουθήσαμε τον Ελληνικό Στρατό κατά την υποχώρηση του, μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα το 1941. Αργότερα επιστρέψαμε στην Χειμάρρα και οι Ιταλοί συνέλαβαν τον πατέρα μου και τον έβαλαν φυλακή για ένα χρόνο σχεδόν στα Τίρανα. Μετά οι Αλβανοί του Χότζα μας εξόρισαν για 4,5 χρόνια και το σπίτι μας επιτάχθηκε. Όταν επιστρέψαμε το βρήκαμε κατεστραμμένο. Οι Αλβανοί όμως δεν είχαν εντοπίσει τους τάφους των έξι Ελλήνων στρατιωτών και αυτό ήταν βάλσαμο για εμάς. Παρά τα βάσανα μας» λέει. .

Τα ονόματα των παλικαριών που βρίσκονται θαμμένα στο κτήμα της γιαγιάς Ερμιόνης είναι : Δημήτριος Σελάς (καταγωγή Αρχαίες Κλεωνές Κορινθίας), Νικόλαος  Βουρλούμης (Κουμάνι Ηλείας),  Σταύρος Καντάς Σταύρος (Μελλίκια Λευκίμης Κέρκυρας), Παναγιώτης Αλογογιάννης (Καμάρι Κορινθίας), Ανδρέας Προβατάς  (Αγραφούς Κέρκυρας) και  Ματθαίο Λαγό Ματθαίος (Πόρο Τροιζηνίας).



«Η συχωρεμένη μάνα μου, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα άναβε κρυφά κεριά στους τάφους και κάθε Εθνική Εορτή της Ελλάδας μοιρολογούσε τα παλικάρια που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους. Όλα αυτά μυστικά, γιατί αλίμονο μας εάν οι Αλβανοί του Χότζα μας ανακάλυπταν. Μετά τον πόλεμο ήρθαν αρκετές φορές στο σπίτι, ρώτησαν έψαξαν αλλά έφευγαν άπρακτοι» συμπληρώνει, φέρνοντας στο νου τα δύσκολα «πέτρινα»  χρόνια,  για τους Έλληνες της Χειμάρρας, που το 1945 αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα του Χότζα, με αποτέλεσμα να τους αφαιρεθούν όλα τα μειονοτικά δικαιώματα, τα οποία έως σήμερα συνεχίζει να καταπατεί η Αλβανία.

Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η οικογένεια Μπρίγκου αρχίζει να αναζητεί συγγενείς των νεκρών στρατιωτών, ενώ με πρωτοβουλία της Νεολαίας της «Ομόνοιας», του κόμματος της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, αναγέρθηκε στο κτήμα της κυρίας Μπρίγκου, δίπλα στους τάφους ένα λιτό μνημείο για τους έξι ήρωες, πάνω στο οποίο χαράχτηκαν τα ονόματα τους. «Το μνημείο αυτό, ήταν επιθυμία του πατέρα μου πριν κλείσει τα μάτια του. Το ελάχιστο που μπορούσαμε να   κάνουμε για αυτά τα παιδιά που έμειναν για πάντα στην αυλή του σπιτιού μας. Φυτέψαμε και  μια μυρτιά δίπλα από τους τάφους, για να έχουν σκιά τα καλοκαίρια οι ήρωες μας».

Για την εθνική της προσφορά, η Κυρά της Χειμάρρας τιμήθηκε το 2014 από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κ. Κάρολο Παπούλια. Παραλαμβάνοντας το Τιμητικό Δίπλωμα τότε, η ίδια είχε δηλώσει με σεβασμό και  σεμνότητα: «Ήταν όλοι τους παλικάρια.  Θυμάμαι τον αγώνα τους και τη δύναμή τους στον πόλεμο, που δεν φοβηθήκανε. Ήταν άξια παλικάρια και έπεσαν σαν παλικάρια, αφού πρώτα πολέμησαν σαν τα λιοντάρια. Η μάνα μου τους μαγείρευε και εγώ το πρωί σηκωνόμουν και τους πήγαινα το τσάι, το νερό, τους φώναζα "ελάτε παιδιά να φάτε".  Δεν με υποχρέωνε κανείς να το κάνω, το έκανα από την ψυχή μου. Θα τους θυμάμαι για πάντα, γιατί έχασαν τη ζωή τους, τα νιάτα τους, για να απελευθερώσουν εμάς από τους Ιταλούς.  Αυτά ήταν τα παλικάρια της Ελλάδος» δήλωσε.
πηγή

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Η Αγία Σεβαστιανή (24 Οκτωβρίου)



site analysis





Αγία Σεβαστιανή καταγόταν από την πόλη Σεβαστή της Φρυγίας και διδάχτηκε τη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο, και πήρε τη θερμότητα και την ανδρεία του διδασκάλου της.
Η Αγία Σεβαστιανή έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και χρησιμοποιούσε τη ζωή της κάθε μέρα για την αλήθεια του Ευαγγελίου (στη Μαρκιανούπολη της Θράκης). Πήγαινε σε σπίτια ειδωλολατρών και είλκυε πολλές γυναίκες απ’ αυτούς στους κόλπους της Εκκλησίας. Συνελήφθη γι’ αυτό επί αυτοκράτορας Δομετιανού και ηγεμόνος Σεργίου, κακοποιήθηκε και εξεδιώχθη από τον τόπο της.

Έφθασε στην Ηράκλεια της Θράκης όπου πάλι συνελήφθη, από τον ηγεμόνα Πομπηιανό, και φυλακίστηκε. Αλλά η γυναικεία της φύση, ντρόπιασε τους βασανιστές της. Οι υποσχέσεις δεν τη δελέασαν, οι απειλές δεν την έκαμψαν, και κάτω από βαριά μαρτύρια στάθηκε όρθια με όλη της τη γενναιοψυχία. Οι σάρκες της αγίας Σεβαστιανής σχίζονταν, αλλά τα χείλη, όπως και η καρδιά της, εξακολουθούσαν να υμνούν τον Χριστό. Τελικά, η μεγάλη αυτή αθλήτρια της Εκκλησίας μας, παρέδωσε τη ζωή της με τον δια αποκεφαλισμού θάνατο και ετάφη στη Ραιδεστό.
Πηγή: Optiko.Net

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Αικατερίνη Χατζηγεωργίου: Η δασκάλα του Μακεδονικού Αγώνα που έκαψαν ζωντανή οι κομιτατζήδες…



site analysis


ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ…

Μιά μόλις μέρα μετά την δολοφονία του Παύλου Μελά, στις 14 Οκτωβρίου του 1904… και η ελληνική παράδοση καταγράφει με το παράκάτω δημώδες και γλαφυρό ποιήμα την θυσία της:
Παιδιά μου, γιατί χύνεται δάκρυα με τόση λαύρα
κι όλα φοράτε μαύρα στο έρμο αυτό σχολειό ;
– Έκαψαν τη δασκάλα μας Βούλγαροι δολοφόνοι
κι έχουμε μείνει μόνοι , χωρίς μανούλα πλειό .
Γιατί από μάνα πιο πολύ μας αγαπούσε εκείνη ,
η δόλια Αικατερίνη από τη Γευγελή .
Της είπαν να παραδοθεί τα τέρατα εκείνα.
Μ’ αυτή σαν Μπουμπουλίνα, ενώ πυροβολεί, τους λέει
” Δεν παραδίνεται ποτέ της μια Ελληνίδα “.
Κι ως λύκαινα ηρωίδα τρεις ώρες τους κρατεί.
Μα τέλος την εκάψανε κι επέταξε στα ουράνια
κι εμάς σε μαύρη ορφάνια μας άφησε στη γη.
Η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου υπήρξε ένα κορίτσι, το οποίο άφησε τον μάταιο ετούτο κόσμο μόλις στα είκοσι της χρόνια μιας και είχε μπεί στο μάτι του βουλγαρικού κομιτάτου, το οποίο την είχε “προγράψει” για την αγάπη που έτρεφε στην Ελλάδα και για το οτι κρατούσε την φλόγα της ελπίδας για λευτεριά ζωντανή στα σκλαβωμένα εδάφη της Μακεδονίας των αρχών του 20ου αιώνα. Πριν όμως καεί ζωντανή, πήρε μαζί τις στον τάφο αρκετές  ψυχές Βουλγάρων κομιτατζήδων δια μέσου του πιστολιού της, αν και εγκλωβισμένη στο σπίτι στο οποίο έβαλαν τελικά φωτιά  καίγοντας την μαζί με όσους βρίσκονταν μαζί της εκείνο το κρύο βράδυ του 1904.
Στις 14 Οκτωβρίου 1904 στην Μακεδονία βασιλεύει ο τρόμος, διότι μια μέρα πριν οι τούρκοι στρατιώτες σε συνεργασία με τους βούλγαρους κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον Παύλο Μελά (Μίκη Ζέζα) στο χωριό Στάτιστα (το οποίο σήμερα ονομάζεται Παύλος Μελάς προς τιμήν του ήρωα). Η Μακεδονία θρηνεί έναν από τους μεγάλους υπερασπιστές της. Όλοι είναι λυπημένοι μα και αισιόδοξοι συνάμα, γιατί ξέρουν πως με το αίμα ενός τέτοιου παλληκαριού θα ποτιστεί το δέντρο της ελευθερίας και θα καρπίσει.
Κάπου πιο μακριά σ’ ένα χωριό της σκλάβας Μακεδονίας, στην Γρίτσιστα (Ελληνικό) της περιοχής Γευγελής (νότια Σκόπια), ζει μια κοπέλα, η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου. Είναι η μόλις 21 ετών δασκάλα του χωριού, η οποία, αν και μικρή στην ηλικία είναι μεγάλη στην ψυχή. Η Κατερίνα διδάσκει με ζέση τους μαθητές της σαν να πρόκειται για δικά της παιδιά. Διδάσκει την ιστορία αυτής της χιλιοβασανισμένης, μα πάντα Ελληνικής γης, που τόσοι και τόσοι βάρβαροι προσπάθησαν να αφελληνίσουν αλλά δεν τα κατάφεραν.
Όλοι στο χωριό την γνωρίζουν σαν το καλόκαρδο κορίτσι που βοηθάει πάντα τους Μακεδονομάχους αγωνιστές με όποιον τρόπο μπορεί. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες την έχουν βάλει στο μάτι γιατί κρατάει άσβεστη την φλόγα της Ελληνικότητας στα μικρά παιδιά και στο χωριό. Την παρενοχλούν συνεχώς, την βρίζουν, την απειλούν, της περιγράφουν τι θα της κάνουν όταν θα πέσει στα χέρια τους. Την Κατερίνα όμως, δεν την νοιάζει η ζωή της παρά μόνο να μην χάσει η Μακεδονία την ελληνικότητά της. Οι βούλγαροι μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά έχουν αποθρασυνθεί και θέλουν να τελειώνουν με κάθε εστία Ελληνικής αντίστασης.
Όταν οι κομιτατζήδες καταφτάνουν στο χωριό, τα παράθυρα και οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν. Οι χωριανοί κρυφοκοιτάζουν ανάμεσα από τις γρίλιες τους κομιτατζήδες να κατευθύνονται στο σπίτι της δασκάλας. Φτάνοντας έξω από την πόρτα του σπιτιού της, της φωνάζουν να βγει έξω. Η Κατερίνα τους ακούει από μέσα και αποκρίνεται πως «δεν παραδίδεται ποτέ της μια Ελληνίδα». Η ατρόμητη ψυχή της δεν τους φοβάται. Μαζί της βρίσκονται ακόμη έξι Μακεδονομάχοι έτοιμοι να δώσουν την ζωή τους για την πατρίδα. Η περήφανη Ελληνίδα λέει πως δεν παραδίδεται και με το όπλο της ρίχνει μια βολή εναντίον των αιμοβόρων κομιτατζήδων και η μάχη ξεκινάει.
Οι σφαίρες των βουλγάρων χτυπάνε τους τοίχους του σπιτιού γεμίζοντάς το τρύπες. Μετά από τρεις ώρες αναποτελεσματικών πυροβολισμών κι ενώ φαίνεται ότι το σπίτι της δασκάλας είναι άπαρτο κάστρο, ένας κομιτατζής δίνει την ιδέα να το κάψουν. Όλοι συμφωνούν, μιας και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καταβάλουν τους Έλληνες αγωνιστές. Ένας κομιτατζής τρέχει με αναμμένο πυρσό, σπάει το παράθυρο και τον ρίχνει μέσα. Το εσωτερικό του σπιτιού είναι ξύλινο και λαμπαδιάζει αμέσως. Οι αγωνιστές όμως δεν βγαίνουν έξω. Προτιμούν να καούν ζωντανοί παρά να πέσουν στα χέρια των βουλγάρων. Οι φλόγες λαμπαδιάζουν το σπίτι, δημιουργώντας μια κόλαση πυρός. Η Κατερίνα όπως και οι άλλοι αγωνιστές συνεχίζουν να πυροβολούν μέχρι να σωθούν οι σφαίρες τους και να τους καταπιούν οι φλόγες.
Οι βούλγαροι πανηγυρίζουν για το φοβερό «κατόρθωμά» τους, καθώς από το σπίτι έχουν πια μείνει μόνο στάχτη και καπνισμένα ντουβάρια. Ένα ακόμη ολοκαύτωμα, πήρε την θέση του δίπλα στο Κούγκι, στο Σούλι, στα Σάλωνα, στο Αρκάδι της Κρήτης και σε όλα τα ολοκαυτώματα του Ελληνισμού για την ελευθερία της πατρίδας από τον βάρβαρο ζυγό.
Το 1939 βρέθηκε στο νεκροταφείο της Γευγελής ο τάφος της ηρωικής Ελληνίδας δασκάλας. Ο σταυρός, έγραφε:
  «Υπέρ της εις τον Θεόν των Ελλήνων πίστεως αγωνιζομένη, πυρί υπό των Βουλγάρων παραδοθείσα, ενθάδε κείμαι, Αικατερίνη Χατζηγεωργίου διδάσκαλος, 14 Οκτωβρίου 1904».

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ!
επιμέλεια Alexia-momyof6

Επετειακή Ομιλία εις Μνήμην Λέλας Καραγιάννη


site analysis 



Η ιστορία της Λέλας Καραγιάννη, μοιάζει να βγαίνει από παραμύθι αλλά είναι πέρα ως πέρα αληθινή, υπερβατική και κυρίως ξεχειλίζει Ελλάδα. Η στιγμή δεν επιτρέπει λεπτομερή αναφορά στο έργο και την δράση της. Είναι αρκετό να θυμηθούμε ότι επί κατοχής, η Λέλα Καραγιάννη οργάνωσε δίκτυο για την απόκρυψη, περίθαλψη και φυγάδευση Άγγλων στρατιωτικών. Τον Οκτώβριο του 1941 συνελήφθη με προδοσία και κλείσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ με την κατηγορία της κατασκοπείας αλλά το Ιταλικό Στρατοδικείο την αθώωσε ελλείψει στοιχείων.

Αργότερα συγκρότησε την οργάνωση «Μπουμπουλίνα», με την συμμετοχή του συζύγου και των επτά τέκνων της. Η οργάνωση, έχοντας στρατολογήσει πολλά και δυναμικά στελέχη ορισμένα μάλιστα εργαζόμενα σε υπηρεσίες των κατακτητών (Έλληνες και ξένους), παρείχε πληροφορίες στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Με την δράση της βυθίστηκαν αρκετά πλοία του εχθρού και ανατινάχτηκαν αποθέματα βενζίνης και πυρομαχικών στο αεροδρόμιο Τατοϊου, ενώ επιπλέον συνέδραμε αντάρτικες ομάδες της υπαίθρου και προκάλεσε δολιοφθορές σε κατοχικούς στόχους. Όταν στελέχη της οργανώσεώς της συλλαμβάνονται και οι συνεργάτες της  συνιστούν να κρυφτεί η ίδια αρνείται να το πράξη θεωρώντας λιποταξία την εγκατάλειψη των συνεργατών της.
Στις 11 Ιουλίου 1944 και ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, συνελήφθη από την Γκεστάπο, μαζί με τα πέντε μεγαλύτερα παιδιά της, μετά από πληροφορίες που απέσπασε από λιπόψυχο συνεργάτη της. Την βασανίζουν για να ομολογήσει την δράση της και να δώσει στοιχεία για την οργάνωσή της. Την εκβιάζουν μάλιστα απειλώντας  με την εκτέλεση των τέκνων της. Αυτή ακλόνητη ως σύγχρονη Σπαρτιάτισσα απαντά: «Ζητάτε από μια Ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες και την Πατρίδα της με την απειλή του τουφεκισμού των παιδιών της. Έ, λοιπόν, όχι. Μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας !….»
Τελικά οδηγείται μαζί με άλλους πατριώτες στο Δαφνί, όπου εκτελείται την 8η Σεπτεμβρίου του 1944, ένα μήνα πριν την απελευθέρωση ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο.
Η
 Λέλα Καραγιάννη δεν είναι όψιμη αντιστασιακή. Αντιδρά στον κατακτητή από την πρώτη στιγμή, από το 1941, μία περίοδο κατά την οποία η γερμανική πολεμική μηχανή έμοιαζε ανίκητη, ενώ την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας χαρακτήριζε η σκλαβιά των κατοχικών στρατευμάτων, η πείνα, η τρομοκρατία και  οι εκτελέσεις. Το αναμενόμενο θα ήταν να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην επιβίωση και την φροντίδα των επτά τέκνων της. Όμως το ελληνικό της φρόνημα της μιλούσε ξεκάθαρα, ώστε να μην έχει αμφιβολίες ως προς τις προτεραιότητές της.  «Υπεράνω όλων η Πατρίς» και σε δεύτερη μοίρα η οικογένεια. Για την Καραγιάννη η προτεραιότητα αυτή δεν αποτελεί υπέρβαση αλλά απλό καθήκον.
Τα τέκνα της διηγούνται με υπερηφάνεια πολλά χρόνια μετά, ότι γαλουχήθηκαν με την φιλοπατρία και τις εθνικές παραδόσεις και ιδανικά. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τα μεγαλύτερα αδέλφια έσπευσαν να καταταγούν στο Ερυθρό Σταυρό, ενώ αργότερα συνέδραμαν την μητέρα τους στο αντιστασιακό της έργο, ενώ στο τέλος, από την φυλακή, παρακολούθησαν την επιβίβαση της μητέρας τους στο καμιόνι για το τελευταίο της ταξίδι προς τον θάνατο και την δόξα.
Το κράτος την έχει τιμήσει κατά τον τυπικό τρόπο αν και το σύμβολο Λέλας Καραγιάννη δεν έχει ανάγκη από τιμές.  Το μέγεθος εν τούτοις της άυλης αξίας της θυσίας της, είναι ανεκτίμητο και στον τομέα της αξιοποιήσεως του ηθικού  αυτού κεφαλαίου, είναι πρόδηλο ότι το κράτος έχει αποτύχει παταγωδώς. Δεν είναι αρκετό να φιλοτεχνείται προτομή της και να δίδεται το όνομά της σε δρόμο. Η ουσία της θυσίας της είναι η προβολή προτύπων και η μεταλαμπάδευση της φιλοπατρίας στις επόμενες γενεές δια της ιστορικής συλλογικής μνήμης.
Αλήθεια πόσες κινηματογραφικές ταινίες έχουν γυρισθεί με κρατική μέριμνα για την Λέλα Καραγιάννη; Σε πόσα σχολικά αναγνωστικά ξεδιπλώνεται η δράση της; Πως αξιοποιήθηκε η ιστορική συνέχεια του έθνους μας αφού με την προθυμία θυσίας των τέκνων της για την πατρίδα η Καραγιάννη ουσιαστικά παραπέμπει στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων; Πως έχει προβληθεί το γεγονός μίας μητέρας που αναπτύσσει πρωτοφανή δράση σε καιρό ξένης κατοχής; Πόσο έχει προβληθεί σε έναν λαό που αργοσβύνει, λόγω υπογεννητικότητος, ως πρότυπο πολύτεκνης μητέρας;
Τα αποτελέσματα της κρατικής αναλγησίας και ανικανότητος μας κατακλύζουν και μας οδηγούν σε καταστροφικούς δρόμους μη αναστρέψιμους. Οι Ελληνίδες δεν γεννούν πλέον τέκνα και κάποιες από αυτές όταν γεννούν δεν τα γαλουχούν βάζοντας στις καρδιές τους την Ελλάδα. Το σχολείο παρέχει γνώσεις αλλά δεν αποδίδει ενσυνείδητους Έλληνες πολίτες. Η έλλειψη παραδείγματος και προσανατολισμού οδηγεί κάποια από τα παιδιά αυτά σε κόσμους εκτός πραγματικότητος, με αποτέλεσμα όταν βανδαλίζουν προτομές σαν της Καραγιάννη να θεωρούν τον εαυτό τους επαναστάτη. Δεν γίνεσαι όμως επαναστάτης εκ του ασφαλούς, όταν καταστρέφεις το βράδυ μνημεία και περιουσίες συμπολιτών σου, όταν κρυπτόμενος πίσω από το υποτιθέμενο «άσυλο» των Πανεπιστημίων εξαπολύεις βόμβες «μολότωφ» κατά αστυνομικών που έχουν εντολές να παραμείνουν αδρανείς. Όταν συλλαμβάνεσαι γνωρίζοντας καλά ότι σε λίγες ώρες θα είσαι ελεύθερος. Και ούτε γίνεσαι επαναστάτης όταν καταλαμβάνεις ξένες ιδιοκτησίες, υπό τα όμματα του παράλυτου κράτους.
Το κράτος λοιπόν με τις λανθασμένες επιλογές και παραλείψεις του δεν τιμά στην ουσία την μνήμη ηρώων σαν την Λέλα Καραγιάννη. Το καλύτερο μνημόσυνο γι αυτήν θα ήταν η πολιτική ωρίμανση των Ελλήνων προκειμένου να επιλέξουν κατάλληλες πολιτικές ηγεσίες, ικανές να κτίσουν την Ελλάδα που όλοι θα θέλαμε. Την Ελλάδα της Λέλας Καραγιάννη. 
Αιωνία της η μνήμη.
                                                  21 – Οκτωβρίου – 2017
                                        Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ
                                              Επίτιμος Διοικητής της ΣΝΔ
                                                     Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.
ΠΗΓΗ.ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Αγίες Αγάπη, Ειρήνη και Χιονία



site analysis



 Εορτάζουν στις 16 Απριλίου εκάστου έτους.
Eις την Aγάπην και Xιονίαν.
Χιὼν το πυρ ην τη Χιονίᾳ τάχα,
Ου συμμετασχείν ηγάπησεν Αγάπη.
Eις την Eιρήνην.
Βέλος σε πέμπει προς τον ειρήνης τόπον,
Αφ’ αιμάτων σων ἐκμεθυσθὲν Ειρήνη.
Χιονίην τ’ Αγάπην εκκαιδεκάτῃ κατέκαυσαν.
Βιογραφία
Ήταν και οι τρεις αδελφές και πνευματικά βλαστάρια της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης.
Οι ψυχές και των τριών παρθένων ήταν στολισμένες με πολλά χριστιανικά χαρίσματα.
Όταν έγινε ο διωγμός κατά των χριστιανών επί Μαξιμιανού, οι τρεις αδελφές κατέφυγαν σε κάποιο ψηλό βουνό. Η κρυψώνα τους, όμως, ανακαλύφθηκε.
Το έτος 304 μ.Χ. συνελήφθήσαν και τις έφεραν μπροστά στον άρχοντα Δουλσήτιο. Αυτός με κάθε τρόπο προσπάθησε να τις κάνει να αρνηθούν το Χριστό. Αυτές, με όπλα τις αρετές που είχαν, ομολογούσαν Χριστόν Εσταυρωμένον. Τότε, η Αγάπη και η Χιονία πέθαναν, αφού τις έριξαν στη φωτιά. Η Αγία Ειρήνη αφού κλείσθηκε σε πορνείο (κανένας δεν τόλμησε όμως να την ενοχλήσει), βρήκε μαρτυρικό τέλος, από το βέλος που της έριξε ένας στρατιώτης.

Τα ιερά λείψανα που απέμειναν από την πυρά συνελέγησαν από ευλαβείς Χριστιανούς και ενταφιάσθηκαν δυτικά της πόλεως, σε μικρή απόσταση από τα τείχη. Εκεί ανεγέρθηκε ένας ναΐσκος στην αρχή, που αργότερα έγινε μεγαλύτερος.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Τά θαύματα τῶν ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ῆμῖν δωρησάμενος, Χριστέ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, βουλάς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς βασιλείας τά σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς αὐτάδελφοι Κόραι καὶ οὐρανόφρονες, πρὸς εὐσέβειας ἀγῶνας ὁμονοούσαι καλῶς, τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸν κατεπαλαίσατε, Χιονὶα ἡ σεμνή, σὺν Ἀγάπη τὴ κλυτή, Εἰρήνη ἡ πανολβία. Καὶ νῦν Χριστὸν δυσωπεῖτε, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας έσοπτρα, φωτοειδή πεφυκυίαι, νοερώς ηστράψατε, αθλητικάς λαμπηδόνας, πάσαν μέν, την Εκκλησίαν αγλαϊζούσας, νύκτα δέ, των νοσημάτων απελαυνούσας, Χιονία και Αγάπη, συν τη Ειρήνη, Χριστού κειμήλια.

Οπτικοακουστικό Υλικό

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ναταλία, σύζυγος Παύλου Μελά (1871-1972), αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Η Παύλαινα.



site analysis



Ναταλία, σύζυγος Παύλου Μελά (1871-1972), αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Η Παύλαινα.
της Αθηνάς Τζινίκου-Κακούλη, Φιλολόγου
"Η Μακεδόνισσα στο Θρύλο και στην Ιστορία" (1453-1940 μ.Χ.)Θεσσαλονίκη 1992
Ναταλία Μελά
 Ποιός είν’ άξιος κι άγλήγορος, άξιος και παλληκάρι 
να πάει να πει της Παύλαινας, της μικροπαντρεμένης, 
να μη αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μη φορέσει.
Τόν Παύλο τον σκοτώσανε, τον πρώτο καπετάνιο.
 Μαύρα πουλιά τον τρώγανε, τ’ άσπρα τον τραγουδούνε. 
(Δημοτικό)
 Ή Παύλαινα, όπως την ονοματίζει η λαϊκή Μούσα, η Ναταλία, κόρη του Στεφάνου Δραγούμη κι άξια σύντροφος του Παύλου Μελά, υπήρξε μια σεμνή και μεγάλη ηρωική μορφή, που σφράγισε με πράξεις φιλοπατρίας και θυσιών την εθνική μας ζωή στο μεγαλύτερο μέρος του αιώνα μας.

 Γεννήθηκε την 29ην Νοεμβρίου 1871 κι οι ρίζες της οικογένειας της, που έδωσε θαυμαστούς βλαστούς στο έθνος, βυθίζονται στην ιστορία του Βογατσικού.

’Αδελφή του ’Ίωνα και του Φιλίππου Δραγούμη,  έλαβε λαμπρή μόρφωση και ανατροφή και γαλουχήθηκε με τα υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας, της θρησκείας και της λευτεριάς, που είχαν γίνει ιερή παράδοση στην οΐκογένειά της.
Προσωπικό δάσκαλό της είχε τον Θεσσαλονικέα παιδαγωγό Θεοχάρη Πεντζίκη κι εκτός από τα ελληνικά -αρχαία και νέα έγραφε και μιλούσε γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά, ενώ έπαιζε πιάνο και ζωγράφιζε με δεξιοτεχνία.
Ψηλή, αεράτη και καλλιεργημένη, η αρχοντοπούλα Ναταλία χωρίς να είναι εκρηκτικά ωραία, ήταν συμπαθέστατη και ουδέποτε περνούσε απαρατήρητη.
Γιαυτό κι ό Παύλος Μελάς, απόφοιτος τότε της Σχολής Ευελπίδων, όταν την είδε σε ένα φιλανθρωπικό χορό το καλοκαίρι του 1891, την ξεχώρισε, αγόρασε από το τραπεζάκι της ένα σημειωματάριο και έγραψε:
«Αυτό το κορίτσι θα το πάρω γυναίκα μου!...» 
Πραγματικά, τον ’Οκτώβριο του 1892 οι δύο νέοι παντρεύτηκαν.
Τούς ένωναν κοινά ιδανικά και την ψυχή τους φλόγιζαν τα ίδια αγνά όνειρα, όπως η Ναταλία γράφει στο βιβλίο της «Παύλος Μελάς» (σελ. 35):
 «Με την γυναίκα του είχε ό Παύλος μεγάλη συμφωνία στις ιδέες, στην ανατροφή».

Και την ευτυχία τους ήρθαν νωρίς να συμπληρώσουν 

δύο χαριτωμένα παιδιά, 
ό Μίκης και η Ζέζα.
 Όμως ό πόλεμος του 1897 τάραξε την ήρεμη οικογενειακή ζωή τους.
 Ό Παύλος έσπευσε τότε να δώσει το «Παρών» στην πρώτη γραμμή κι η Ναταλία ανέλαβε την μάχη των μετόπισθεν οργανώνοντας τις γυναίκες των ’Αθηνών, που με πυρετώδη ρυθμό ετοίμαζαν στολές και εσώρουχα για τούς στρατιώτες.
Και ό Παύλος της έγραφε τέτοια γράμματα: «3 Μαρτίου. (...)Χαίρω πολύ, ότι έβάλθησαν εις την εργασίαν όλαι αί κυρίαι των 'Αθηνών.
Για την ώρα είναι πολύ καλά ώργανωμένα όλα.
Αυτή η εργασία χρειάζεται. (...)
Σε συμβουλεύω να παρατηρήσης και να κάμης κατάλογον των κοριών και δεσποινίδων που έχουν περισσότερον ζήλον και που είναι πρακτικώτεραι, που εργάζονται πολύ και άθορύβως.
Θα μάς χρειαστούν αργότερα διά να γίνη κάτι σοβαρώτερον και πρακτικώτερον». (Ν. Μελά: «Παύλος Μελάς», σελ. 52)
 Και σαν η Ναταλία έκρινε πια, ότι τα συνεργεία δούλευαν απρόσκοπτα και δεν ήταν απαραίτητη στην πρωτεύουσα, επιβιβάστηκε στο πλωτό νοσοκομείο «Θεσσαλία» σαν εθελόντρια αδελφή, για να συνοδεύει τα λαβωμένα παλληκάρια από το μέτωπο στα νοσοκομεία των ’Αθηνών.
Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι της έλαχε ό κλήρος να νοσηλεύσει και τον πληγωμένο της σύζυγο, που έμεινε άναυδος βλέποντάς την ξαφνικά μπροστά του.
 Ό ίδιος έγραψε τότε στο σημειωματάριό του: «Αλλά τί εκπληξις και χαρά, όταν παρατηρών με προσοχήν άναγνωρίζω την Νάταν, την όποίαν δέν είχα ίδή από της 8ης Μαρτίου!...» (Ν. Μελά «Παύλος Μελάς» σελ. 109).
 Ή άτυχη έκβαση του πολέμου εκείνου τραυμάτισε το φιλότιμο και των δυό τους.
Μα δεν τούς πλημμύρισε ηττοπάθεια.
 ’Απεναντίας μάλιστα.
Ό Παύλος ξάναψε τις καρδιές πολλών αξιωματικών με γενναίο φρόνημα κι όλοι μαζί ορκίστηκαν να επιχειρήσουν κάτι καινούργιο για τούς σκλάβους αδερφούς.
Έτσι το 1900 ιδρύθηκε στην ’Αθήνα το Μακεδονικόν Κομιτάτον κι η προετοιμασία άρχισε ενώ το σπίτι τους μεταβλήθηκε σε φωλιά πατριωτική και στρατηγείο εθνικών σχεδίων.
Ή λεπτεπίλεπτη Ναταλία με χαρά φιλοξενούσε τούς τραχείς ορεσίβιους Μακεδόνες αντάρτες, που έφταναν για συνεννοήσεις με το Κομιτάτο.
Ό Λάκης Πύρζας, που από τη Φλώρινα ήρθε στην ’Αθήνα στις 2 Φεβρουάριου του 1903, γράφει στα απομνημονεύματα του:
 «Ό Παύλος Μελάς με επήρεν και διευθύνθημεν εις τον σταθμόν του Λαυρίου, διά να άναχωρήσωμεν διά Κηφισιά, όπου εμενεν.
Εις τον σταθμόν συναντήσαμεν την κυρίαν του Ναταλίαν.
Όμού έπήγαμεν εις την Κηφισιάν.
Μου παρεχώρησαν ένα δωμάτιο διά να το έχω διά τον ύπνον».
Και σαν πήγαν στην ’Αθήνα να ζητήσουν βοήθεια ό Παύλος Κύρου από το Ζέλοβο και ό καπετάν Κώττας από τη Ρούλια, που από το 1897 με τοπικές δυνάμεις μόνος αγωνίζονταν στη Δυτική Μακεδονία, ό Μελάς ένιωσε πώς η θέση του ήταν πια εκεί, όπου κονταροχτυπιόταν ό Ελληνισμός με τη βουλγαρική θηριωδία.
Τον ίδιο μήνα λοιπόν, τον Φεβρουάριο του 1904, φεύγει για πρώτη φορά με όλη την αγάπη και τις ευχές της Ναταλίας.
Επιστρέφει κοντά της καθώς μπαίνει το καλοκαίρι, για να φύγει και πάλι στις αρχές ’Ιουλίου με το ψευδώνυμο και την ιδιότητα του ζωέμπορα Πέτρου Δέδε.
Για τρίτη και τελευταία φορά γυρίζει ό Παύλος στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1904 με ψευδώνυμο εμπνευσμένο από τα ονόματα των δυο αγαπημένων του παιδιών:
Σαν Μίκης Ζέζας.
 Ή Ναταλία περήφανη και συγκινημένη, πότε δακρύζοντας και πότε χαμογελώντας, κάθε φορά τον δέχεται και τον ξεπροβοδάει σηκώνοντας με χαρά την ευθύνη του σπιτικού και των παιδιών.
Μα κι ό Παύλος από τη Μακεδονία κάνοντας λυτρωτική ανάπαυλα στις ταλαιπωρίες και τα βάσανά του, της στέλνει αδιάκοπα τη σκέψη και την αγάπη του.
Της γράφει συχνά, με την πρώτη ευκαιρία.
Της ιστορεί με λεπτομέρεια την ψυχολογική κατάσταση των σκιαγμένων χωρικών και τη συγκλονιστική μεταστροφή που συντελείται στις καρδιές τους από την παρουσία του. Της μεταδίδει τον ενθουσιασμό, τις λαχτάρες και τις αγωνίες του.
 Κι η γυναίκα του τού απαντά.
Και με την αγάπη και τη φλόγα της τον ενθαρρύνει. τον δυναμώνει. τον προτρέπει ολόψυχα να αφιερωθεί στην πραγμάτωση του υψηλού ονείρου για τη νεκρανάσταση της Μακεδονίας.
 Να μη νοιάζεται για τίποτε άλλο. Γιατί για όλα είναι αυτή. Πόση ευγνωμοσύνη, πόση λατρεία κι αγάπη δεν αποπνέουν τα γράμματα του Παύλου προς την υπέροχη συντρόφισσά του!..
Στις 25 Φεβρουάριου της γράφει:
« Ή άνάμνησις τόσων άγαπητών προσώπων, τα όποια με τόσας εΰχάς με παρακολουθούν, άντί να μ’ άδυνατίζει, μ’ ενισχύει και μ’ ενθαρρύνει εις ό,τι έχω να κάμω... Όπως καθ’ όλον τον βίον μου έτσι και τώρα είμαι ευτυχής άκόμη δέ ευτυχέστερος και υπερήφανος, ότι έχω γυναίκα τόσον γενναίαν, τόσον εύγενή και τόσον πατριώτισσαν. 
Σ’ ευγνωμονώ και σέ λατρεύω». 
Και άλλου διαβάζουμε:
 «Τά πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, άλλ’ ιδίως ηθικού, τα όποια συνήντησα εις την άγαπητήν, την άγίαν σου οικογένειαν, με έβοήθησαν». 
Τά γράμματα της Ναταλίας πλημμυρίζουν αύταξία τον Παύλο.
Άπό το Βελεμίστι την Κυριακή 29 Φεβρουάριου 1904 της γράφει: (σελ. 190) «Ό Κοντούλης μού έδωσε το γράμμα σου και το γράμμα σου μού έδωσε πτερά.
Σ’ ευλογώ καθημέραν διά την γενναιότητά σου και την φιλοπατρίαν, σ’ ευγνωμονώ, αγάπη μου, διότι με υποστηρίζεις τόσον γενναίως εις την έκτέλεσιν των καθηκόντων μου(...) (...) 
Είμαι ευτυχής ότι τα παιδάκια μου θά μείνουν εις τα λεπτά αλλά στιβαρά χεράκια σου. 
Ναι, σάς σκέπτομαι με άγάπην όλους σας. 
Είμαι ύπερήφανος δι’ όλους εσάς, είμαι ύπερήφανος διά την άποστολήν μου». 
Αίσιοδοξει ό Παύλος πώς όλα θα πάνε καλά.
Πότε-πότε όμως κάτι προαισθάνεται και ενθαρρύνει αυτός τη Ναταλία.
’Απ’ το χωριό Κριτσοτάδες, Παρασκευή 5 Μαρτίου, της γράφει: (σελ. 205).
Όλα τα αποσπάσματα των επιστολών είναι παρμένα από το βιβλίο-ντοκουμέντο της Ναταλίας Μελά: «Παύλος Μελάς»-Αλεξάνδρεια 1926 και 6' έκδοση Αθήναι 1964.
 «... Έχω την πεποίθησιν ότι και η μάς και την άγίαν ύπόθεσιν θα ευλογήσει ό Θεός. 
Άν όμως τυχόν δεν θελήση να έπιστρέψωμεν, να μη λυπηθής, αλλά να είσαι υπερήφανη και να χρησιμεύσης έτσι ώς παράδειγμα εις όλας τάς Έλληνίδας. 
Ή ώραία και άγγελική ψυχή σου είμαι βέβαιος ότι θα αίσθανθή όπως θέλω».
Στις 13 Ιουλίου του 1904 της γράφει:
«...Δεν περνά στιγμή χωρίς να σ’ ευλογώ και να σ’ ευγνωμονώ διά την ύποστήριξίν σου...» 
Και πώς να μην αισθάνεται ευγνώμων ό Παύλος, αφού η Ναταλία δεν συμπαρίσταται στο έργο του μόνο με λόγια, αλλά και με έργα;
Στην ’Αθήνα κηρύσσει εθνική εκστρατεία, συγκινεί καρδιές, αφυπνίζει συνειδήσεις και συγκεντρώνει χρήματα, που τα στέλνει στη Μακεδονία για να εξοπλίζονται οι αντάρτες και να συντηρούνται οι οικογένειές τους.
Σε πολλά γράμματα του Παύλου διαβάζουμε τέτοιες φράσεις: «Έμαζεύσατε τίποτε χρήματα;»  η  «Είναι άπαραίτητον να δοθούν τα χρήματα αυτά.
 Πρέπει χωρίς άλλο και τάχιστα να ένεργήσετε διά να εύρέβουν»
η «Φρόντισε, αγάπη μου, τα άνωτέρω, όπως δυνηθής καλύτερα και ταχύτερα...».
Κι η Ναταλία όλα τα νοιάζεται, όλα τα προλαβαίνει.
Ώσπου φτάνει το πικρό τέλος...
 Στις 13 ’Οκτωβρίου του 1904 στη Στάτιστα το εχθρικό βόλι σημαδεύει θανάσιμα τον Παύλο, για να τον περάσει ήρωα στην αιωνιότητα. 
Κι εκεί στο στερνό ψυχορράγημά του, καθώς τα μάτια του βασιλεύουν στον ανονείρευτο ύπνο και πάλι η σκέψη του γυρίζει πίσω στη λατρεμένη του οικογένεια, που τόσο πρόωρα κι από τόσο μακριά για πάντα την αποχαιρετά.
Καλεί κοντά του τον αφοσιωμένο Πύρζα και με πολύ κόπο του εμπιστεύεται το τουφέκι του να το παραδώσει στο γυιό του Μίκη.
Του δίνει και τον σταυρό του να τον δώσει στη Ναταλία.
Ποιός είν’ άξιος κι άγλήγορος, άξιος και παλληκάρι 
να πάει να πει της Παύλαινας της μικροπαντρεμένης 
να μην αλλάξει τη Λαμπρή, φλουριά να μην φορέσει... 
Ό Πύρζας στα απομνημονεύματα του περιγράφει:
«Άκούστηκεν ένας πυροβολισμός μόνον. Ό 'Αρχηγός γύρισε πίσω λέγοντας:
«Στη μέση με πήρε παιδιά».
Μπήκε μέσα και με φώναξε:
«Νίκο που είσαι;» Ζύγωσα τον Ζέζα και γονάτισα δίπλα του.
’Έβγαλε το σταυρό από τον λαιμό του και μου είπε:
«Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι, όπως σου είπα του Μίκη και να τούς πεις, ότι το καθήκον μου έκαμα. Σε σένα αφήνω το όνομά μου».
 ”Έβγαλε το πορτοφόλι με τις φωτογραφίες των παιδιών του και ξεζώθηκε, φάνηκαν αίματα, καταγής πέσανε λίρες.
Ή σφαίρα είχε τρυπήσει το κεμέρι του.
 Πόναγε ό Παύλος και έλεγε:
«Σκοτώστε με παιδιά, πώς θα μ’ αφήσετε στους Τούρκους;» 
Περνούσε η ώρα και πόναγε και βογγούσε περισσότερο, ό Παύλος έλεγε «πονώ».
Ύστερα με δυνατή φωνή είπε:
«Νίκο εσύ πώς θα με άφήσης;» 
Τον φίλησα στο στόμα και του είπα:
 «Κοντά σου είμαι Καπετάνιε, δεν σε άφήνουμε».
Τα χείλια του Παύλου ήτανε κρύα.
Ό Παύλος έλεγε, πονώ και φώναζε τα παιδιά του και πάλιν έλεγε σκοτώστε με.
Ύστερα δεν κουνιότανε και ούτε φώναζε πλέον τα παιδιά του.
Είπε σιγά «πονώ» και ξεψύχησε»
 Ή θυσία του συγκλόνισε το Πανελλήνιο και η λαϊκή Μούσα έκανε τραγούδι τον θάνατό του:
 Τί ’ναι ό αχός που ακούγεται στης Φλώρινας τα μέρη 
Μην κάνας γάμος γίνεται; Μην κάνα πανηγύρι; 
Ουδέ και γάμος γίνεται, ουδέ και πανηγύρι.
 Ό Μίκης Ζέζας πολεμάει μ’ ένα ταμπόρι άσκέρι. 
Τριγύρω-γύρω παγανιά κι ό Μίκης με τριάντα. 
Κράζει τα παλληκάρια του και τα γλυκομιλάει: 
— Παιδιά μου, μην τρομάζετε, το χάρο μη φοβάστε. 
Τα παλληκάρια τα καλά μόνο Θεό φοβούνται. 
Αρπάξτε τα τουφέκια σας και σύρτε τα σπαθιά σας 
γιουρούσι για να κάμομε, αντίπερα να βγούμε.
 'Αρπάζουν τα τουφέκια τους και σέρνουν τα σπαθιά τους 
γιουρούσι κάνουν και περνούν στην αντίκρυ ραχούλα 
Κανένας δεν σκοτώθηκε, κανένας δεν λαβώθη, 
μον’ ένα λεβεντόπαιδο, του πήραν το καμάρι. 
Μελά, σε κλαίει η ’Ήπειρος και η Μακεδονία, 
σε κλαίει η μαύρη μάννα σου, σε κλαίει κι η Ναταλία. 
Ή Παύλαινα έμεινε πια μόνη με συντροφιά τις αναμνήσεις να σηκώνει με αξιοπρέπεια και καρτερία τον πόνο σαν πραγματική ηρωίδα.
Και τούτο για εβδομήντα κοντά χρόνια. 
Ήταν τέτοιες οι δραματικές συνθήκες της διπλής, πες καλύτερα της τριπλής ταφής του ήρωα —το κεφάλι του θάπτεται στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι και το ακέφαλο σώμα πρώτα πρόχειρα στη Στάτιστα κι έπειτα στο ναό Ταξιαρχών στην Καστοριά πού δεν πρόφτασε η Ναταλία να τον θρηνήσει, να τον νεκροστολίσει, να τον κηδέψει.
 Σε τούτα τα δακρύβρεχτα καθήκοντα άλλες Μακεδόνισσες την αντικατέστησαν κι έγιναν αφανείς Μυροφόρες του παλληκαριού.
 Όμως η ίδια θα ρθει δυό φορές στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία.
Την πρώτη, το 1905, φτάνει με ψευδώνυμο στην Καστοριά, για να προσκυνήσει τον τάφο του αγαπημένου νεκρού.
 Την συνοδεύουν οι άνδράδερφοί της Κωνσταντίνος και Λέων Μελάς.
Ό Γερμανός Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του γράφει σχετικά:
 « Ή κυρία Μελά έφερε το ψευδώνυμο Μαρία Ίωάννου και την μετέφερα δήθεν ως δασκάλα στο χωριό Χρούπιστα, μη τυχόν την ανακάλυπταν οι αρχές(...) (...)
Δεν μπόρεσα να ανακαλύψω πώς μαθεύτηκε το πράγμα στην Καστοριά. 
Φαίνεται, πώς Καστοριεΐς, που μένουν στην Αθήνα, ειδοποίησαν τους συγγενείς τους, ότι έρχεται η κυρία Μελά. 
Κι έτσι όταν φτάσαμε στους Δουπιάκους, παραλίμνιο χωριό είδα πολύν κόσμον που περίμενε να χαιρετήσει την κυρίαν Μελά. 
Προσπάθησα να τούς διαψεύσω με κάθε τρόπο, αλλά δεν το πίστεψαν (...)» 
Κι άλλου:
«Καταλύσαμε στη Μητρόπολι. Την νύχτα, κατά τα μεσάνυχτα, βγήκαμε  από τη Μητρόπολι, η κ. Μελά, οι δυό αδερφές μου κι εγώ και πήγαμε στον τάφο που ήταν στο απέναντι νεκροταφείο. Εκεί φαντάζεται καθένας τι σπαρακτικές σκηνές ξετυλίχτηκαν (...) »
 Για δεύτερη φορά η Ναταλία ήρθε στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία τον ’Απρίλιο του 1907, για να κάνει την ανακομιδή των λειψάνων του Παύλου και να ενώσει τη σεπτή κεφαλή του με το λοιπό σώμα. 
Έφτασε πρώτα στη Θεσσαλονίκη, όπου φιλοξενήθηκε στη σχολή χειροτεχνημάτων «Ό Άγιος Παύλος», που η ίδια είχε ιδρύσει με τη θεία της Μαρία Δραγούμη στη μνήμη του ήρωα άντρα της.
Διευθύντρια εκεί ήταν η ’Αμαλία Οικονόμου και μαζί της αναχώρησαν για την Καστοριά.
Αν και είχε συμφωνηθεί να ταξειδέψουν μυστικά, η πληροφορία διέρρευσε κι από όπου περνούσαν έβγαιναν οι χωρικοί με δάκρυα στα μάτια να τις προϋπαντήσουν ψάλλοντας το τραγούδι του Παύλου Μελά.
Έσφιγγαν με δέος και συγκίνηση το χέρι της, ακτινοβολούσαν τα μάτια τους σεβασμό, αναπτέρωναν τις ελπίδες τους κι αντλούσαν νέο κουράγιο απ’ το δικό της κουράγιο.
'Ιερή φρικίαση διαπερνούσε την Ναταλία στη θέα τούτων των εκδηλώσεων λατρείας και τιμής.
Ό Παύλος της ζούσε.
Ήταν ό Παύλος όλων.
Έγινε θρύλος.
Πέρασε στις καρδιές αυτών αιδώ των ανθρώπων, έγινε φώς εθνικής ζωής, που σίγουρα θα διέλυε τα σκοτάδια της σκλαβιάς.
 Ή θυσία του δεν πήγε χαμένη...
Στην Καστοριά δέχτηκε τις δυό γυναίκες, τις φιλοξένησε και φρόντισε για τα υπόλοιπα ό Γερμανός Καραβαγγέλης.
Μα καθώς γίνονταν η ανακομιδή, η Ναταλία για πρώτη φορά λύγισε.
Δεν μπόρεσε να άντέξει τον πόνο κι έπεσε λιπόθυμη στην αγκαλιά της ’Αμαλίας Οικονόμου, που με στοργή και αγάπη τη συνέφερε.
Σαν τέλειωσαν όλα και τη ρώτησαν, αν επιθυμεί να πάρει τα οστά του Παύλου στην ’Αθήνα, απάντησε: 
—Όχι! Ό άντρας μου θυσιάστηκε για τη Μακεδονία. Εδώ σκοτώθηκε και τούτη η γη ας κρατήσει τα οστά του σαν αρραβώνα μυστικό και άγιο με τη λευτεριά!... 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Ναταλία έδωσε βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της, αφοσιωμένη πάντα στην πραγμάτωση των υψηλών ιδανικών, κι έγινε σύμβολο προσφοράς στην οικογένεια, την πατρίδα και τον άνθρωπο.
Προσωπικός της άθλος ήταν η δημιουργία στο Μοναστήρι, παρά το πρόσφατο βαρύτατο πένθος της, τον Νοέμβριο του 1904 της σχολής χειροτεχνημάτων ό «"Άγιος Παύλος», καθώς και η ίδρυση της παρόμοιας σχολής με το ίδιο όνομα -πού ήδη αναφέραμε στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1905 με διευθύντρια την ’Αμαλία Οικονόμου από το Σιδηρόκαστρο.
Οι δυό αυτές σχολές ήταν παραρτήματα των «Ελληνικών Βασιλικών Σχολών Χειροτεχνημάτων», που είχαν έδρα την ’Αθήνα.
Παρείχαν μόρφωση, προστασία και επαγγελματική αποκατάσταση σε ορφανά κορίτσια Μακεδονομάχων, ενώ συγχρόνως ήταν κέντρα διερχομένων και ανεφοδιασμού του Μακεδονικού Αγώνος.
’Αλλά και ποιός ζήτησε τη συμπαράσταση της Ναταλίας και δεν την έλαβε με απλοχεριά και αγάπη;
 Όταν ό ’Επίσκοπος Δράμας Χρυσόστομος, μετέπειτα εθνομάρτυρας Σμύρνης, συνέλαβε την ιδέα να αποκρούσει στη μαρτυρική Δράμα τις ξένες προπαγάνδες ιδρύοντας εκεί μεγαλοπρεπέστατο ελληνικό διδακτήριο, σε οικόπεδο που είχε δωρίσει η Μαριγώ Άριτζίδου, στο πρόσωπο της Ναταλίας βρήκε τον μεγάλο ευεργέτη και υποστηρικτή
Γιατί σε παρακλητικό έγγραφο, που απεύθυνε και σε άλλους επιφανείς Μακεδόνες των ’Αθηνών, η Παύλαινα απήντησε, ότι με χαρά αναλαμβάνει την δαπάνη του έργου.
Τη μελέτη και τα σχέδια κατήρτισε ό αρχιτέκτονας Γεώργιος Χατζημιχάλης, ό όποιος ήταν και μυστικά διορισμένος υπολοχαγός από το ελληνικό κεντρικό κομιτάτο.
 Το κτίριο συμβολικά κατασκευάστηκε σε σχήμα Π από ευγνωμοσύνη προς τη μεγάλη ευεργέτιδα και για να τιμηθεί η μνήμη του ήρωα συζύγου της. 
Τα εγκαίνια του σχολείου έγιναν το 1909 κι αποτελεί μέχρι σήμερα ένα πραγματικό μνημείο για τη Δράμα.
Την ίδρυση παρομοίου σχολείου χρηματοδότησε η Παύλαινα και στη Νέα Ζίχνη Σερρών, όπου έμελλε να φοιτήσει και ό Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Καραμανλής. 
Ή Ναταλία χρόνια και χρόνια έπειτα πρωτοστατούσε σεμνά και αθόρυβα σε κάθε καλή προσπάθεια, που γίνονταν στη Μακεδονία.
Τόσο που θα χρειαζόταν αμέτρητες σελίδες για να καταγραφούν όλα τα καλά της έργα.
 Καθ’ υπόδειξη της φίλης της Καλλιρόης Κοεμτζοπούλου, προέδρου του συλλόγου «’Αναγέννησις», χρηματοδότησε την ίδρυση στα Σέρβια ύφαντηρίου και παραρτήματος κέντρου ελληνικής λαϊκής τέχνης.
Γιαυτό και οι σερβιώτισσες από ευγνωμοσύνη την ανακήρυξαν επίτιμο πρόεδρο της «Αναγεννήσεως».
Το ότι αυτή τόσο νέα στερήθηκε τον σύντροφό της και περιβλήθηκε τον βαρύτατο -για την εποχή εκείνη τίτλο της χήρας, όχι μόνο δεν σκλήρυνε την καρδιά της απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, αλλά την πλημμύρισε συμπόνια, τρυφερότητα προς τούς δυστυχισμένους και ανθρωπισμό.
 Πόσο συγκινητικό δεν ήταν το ενδιαφέρον της να συνδράμει τις οικογένειες των Μακεδονομάχων κι η φροντίδα της να αποδοθεί επί τέλους ό πρέπων σεβασμός κι η έμπρακτη απόδειξη ευγνωμοσύνης της πατρίδας απέναντι στους επιζήσαντες απ’ αυτούς!...
Και σαν ήρθε η μεγάλη στιγμή να δικαιωθούν οι αγώνες και πάλι η Ναταλία βρέθηκε πρώτη στις επάλξεις του καθήκοντος.
Γιατί τον ’Οκτώβριο του 1912 μαζί με άλλες Ελληνίδες ακολούθησε σαν εθελόντρια αδελφή τον στρατό κατά την απελευθερωτική του εξόρμηση στη Μακεδονία κι έγινε θρύλος η στοργή της προς τον τραυματία στρατιώτη, η συμβολή της στην οργάνωση της φιλανθρωπίας, το ενδιαφέρον της για την πνευματική ανύψωση των πληθυσμών και ιδιαίτερα της Μακεδόνισσας.
Μα και στον μικρασιατικό πόλεμο πάλι η Παύλαινα στάθηκε πλάι στον στρατιώτη σαν μάννα.
Τον εμψύχωνε, τον φρόντιζε με στοργή και αγάπη και σαν τραυματίζονταν, τον συνόδευε στη Σμύρνη για περίθαλψη.
Ό εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Χρυσόστομος έβλεπε στο πρόσωπό της την ιδεωδέστερη συνεργάτιδα, την ενσάρκωση της αυταπαρνήσεως, την αδελφή του ελέους. 
Λαμπρή υπήρξε και η κοινωνική προσφορά της Ναταλίας μέσα από φιλανθρωπικά, πνευματικά και πολιτιστικά σωματεία.
 Μέλος του ΔΣ. του Π.Κ.Π.Α. από το 1914, συμπαραστάθηκε το 1927 και το 1930 την Εύα και τον ’Άγγελο Σικελιανό στην πραγμάτωση της Δελφικής ’Ιδέας, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ίδρυσε στην ’Αθήνα «Την Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» για την προστασία και διάσωση της πατρογονικής κληρονομιάς. Παράλληλα δημιουργική ήταν και η ενασχόλησή της με τα γράμματα.
Στα χρόνια του Μακεδονικού ’Αγώνος, η πέννα κι η γλωσσομάθειά της έγιναν όπλα εθνικά κι ακαταμάχητα.
 Γιατί αρθρογραφώντας με ζέση σε ξένα περιοδικά και εφημερίδες διέλυε τα ψεύδη που διέσπειρε η βουλγαρική προπαγάνδα για να επηρεάσει τη διεθνή κοινή γνώμη.
Κι ακόμα εκτός από τις εμπνευσμένες εισαγωγές, που δημοσίευσε στις εκδόσεις της «Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», μάς άφησε δυό σπουδαία έργα.
Την «Βατραχομυομαχία», μετάφραση από τα αρχαία στη νεοελληνική, και το ιστορικό ντοκουμέντο «Παύλος Μελάς», όπου πέρασε όλη την αλληλογραφία με τον ήρωα σύζυγό της φωτίζοντας σημαντικά αρκετές πτυχές του Μακεδονικού ’Αγώνος.
 Τέλος σαν μητέρα η Ναταλία Μελά υπήρξε ιδανική.
Τρυφερή και φιλόστοργη έδωσε λαμπρή μόρφωση και αγωγή στα παιδιά της, ευτύχησε να χαρεί τον Μιχαήλ αξιωματικό και την Ζωή, σύζυγο Γεωργίου Ίωαννίδου, χημικό και να περιτριγυριστεί από εγγόνια και δισέγγονα.
 Ή Παύλαινα, θαλερή παρά τα 101 της χρόνια, ήρεμη γιατί έπετέλεσε προς κάθε κατεύθυνση στο ακέραιο το καθήκον της,  πλημμυρισμένη χριστιανική ταπεινοφροσύνη, πραότητα και γαλήνη αποχαιρέτησε τα εγκόσμια τον ’Ιούλιο του 1972.
 Ή κόρη της Ζωή λίγα χρόνια αργότερα, εκπληρώνοντας τη στερνή της επιθυμία,  εναπόθεσε τα λείψανά της πλάι στου Παύλου Μελά  στο βυζαντινό εκκλησάκι των Ταξιαρχών στην Καστοριά. 
Έτσι τούς δυό συζύγους, που τόσο πρόωρα μα δοξασμένα χώρισε στη ζωή η αγάπη τους για τη Μακεδονία  κι η λαχτάρα για τη λευτεριά της,  τούς ενώνει τώρα η ελεύθερη Μακεδονική γη στην αιώνια ανάπαυσή τους.

Από yaunatakabara