Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Βίος Αγίας Χριστίνας της Μεγαλομάρτυρος



site analysis

Η Αγία Χριστίνα η Μεγαλομάρτυς εορτάζει στις 24 Ιουλίου



Η Αγία Χριστίνα έζησε στους χρόνους του βασιλέως Σεβήρου, περί το έτος 200 μ..Χ. στη Τύρο, πόλη της Συρίας. Οι γονείς της ήσαν πλούσιοι στο χρήμα, πάμπτωχοι όμως στην ψυχή, γιατί ήσαν ειδωλολάτρες. Ο πατέρας της ήταν στρατηλάτης. Βλέποντας όμως την υπέροχη ομορφιά της κόρης του και φοβούμενος τους κακούς ανθρώπους έκτισε ένα υψηλό πύργο όπως συνήθιζαν τότε. Μέσα σ’ αυτόν έκλεισε τη Χριστίνα με πολλές υπηρέτριες δια να την υπηρετούν και αρκετά ειδωλολατρικά, είδωλα χρυσά και αργυρά, για να προσεύχεται σ’ αυτά. Επίσης εκεί της είχε και όλα όσα χρειαζότανε για να μη βγαίνει καθόλου έξω και την βλέπουν άνθρωποι. Αυτά της έκανε ο κατά σάρκα πατέρας της, Ουρβανός ονόματι.
Ο Χρίστος την φώτισε δε με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος και την οδήγησε στη Θεογνωσία. Ήταν πολύ συνετή. Βλέποντας την ομορφιά του ουρανού και της γης και της θάλασσας και όλα τα δημιουργήματα του Θεού συλλογιζόταν, ποιος άραγε να τα έκανε όλα αυτά. Ποθούσε να μάθει τον ποιητή και κυβερνήτη της Δημιουργίας. Και ο Καλός Θεός σαν Πανάγαθος και γνωρίζοντας την καλή της προαίρεση, της έστειλε άνθρωπο και την δίδαξε όλα, όσα λαχταρούσε να μάθει. Αφού λοιπόν φωτίσθηκε, η μακαρία, σεβότανε τον αληθινό Θεό και αφιερωνόταν σε προσευχές και νηστείες.

«Λέγομαι Χριστίνα»
Κάποια ημέρα, που ανεβήκανε οι γονείς της στον πύργο να την χαιρετήσουν, την προσκαλέσανε να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Η Χριστίνα όμως δεν τους άκουσε καν, ούτε και φοβήθηκε τις φοβέρες τους και τις συνέπειες. Ο πατέρας της μάλιστα θύμωσε πολύ και έφυγε να σκεφθεί τις τιμωρίες, που θα της έκανε. Η μητέρα της όμως στενοχωρήθηκε πολύ και προσπαθούσε με λόγια να πείσει την Χριστίνα να προσφέρει θυσία στους θεούς. Η Αγία όμως της απάντησε:
- Μη με συμβουλεύεις, απάντησε, μητέρα μου, να προτιμήσω το σκοτάδι από το φως. Οι θεοί σας είναι δαιμόνια, ο δε. Κύριος δημιούργησε τους ουρανούς και όσα υπάρχουν πάνω στη γη. Εγώ είμαι δούλη του Χριστού. Γι αυτό πήρα τώρα και το όνομά του. Λέγομαι Χριστίνα. Επομένως δεν πείθομαι στα ψεύτικα και φαρμακερά λόγια σας, για να προσκυνήσω τα αναίσθητα ξόανα.

Άρτον Αγγέλων έφαγε
Η Αγία φόρεσε το άσπιλο φόρεμα που είχε παραγγείλει από τον πατέρα της, ένιψε τα χέρια της και το πρόσωπο και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Έπειτα, θύμιασε τον αληθινό Θεό και προσευχήθηκε λέγοντας:
Ο Θεός ο ουράνιος, ο Δεσπότης και ποιητής του κόσμου, που καταδέχθηκες να φορέσεις σώμα ανθρώπινο και να υπομένεις πάθος εκούσιο για την σωτηρία μας, παρακαλώ την Βασιλεία σου, άκουσέ με και μη μ’ εγκαταλείπεις, γιατί αμάρτησα πολύ, προσκυνώντας εν αγνοία μου τα ακάθαρτα είδωλα. Σβήσε, σαν αγαθός και ελεήμων Θεός, τας αμαρτίας μου και στάσου κοντά μου στα μαρτύρια, που με περιμένουν, για την ομολογία μου και δώσε μου δύναμη να νικήσω τους εχθρούς μας προς Δόξαν του φοβερού και Αγίου Ονόματός Σου.
Όταν έλεγε αυτά η Αγία, ήλθε Άγγελος από τον ουρανό και της είπε:
- Χαίρε, νύμφη και συνονόματη του Δεσπότου Χριστού Χριστίνα αμόλυντη. Ο Κύριος άκουσε την δέηση σου. Λοιπόν, πάρε δύναμη και ενίσχυση στην καρδιά σου, διότι θα παρουσιασθείς με τρεις άρχοντες, για να δοξασθεί ο Θεός με σένα.
- Δώσε μου, του λέγει η Αγία, την σφραγίδα του Σωτήρος, μου, για να μη φοβηθώ τους εχθρούς του.
Ο Άγγελος έκαμε ευχή, της έδωσε την εν Χριστώ σφραγίδα, δηλαδή την σταύρωσε, την ευλόγησε και της έδωκε να φάγει ψωμί ουράνιο. Η Αγία έφαγε και ευχαρίστησε τον Κύριο.


Καταστρέφει τα είδωλα
Την νύκτα κατέστρεψε με τσεκούρι τα χρυσά και τα ασημένια είδωλα των θεών, κατέβηκε από τον πύργο, τα μοίρασε στους φτωχούς και πάλι ανέβηκε. Το πρωί ανέβηκε ο πατέρας της να προσκυνήσει τα είδωλα και δεν τα βρήκε. Με πολύ θυμό ρώτησε τις υπηρέτριες τι έγιναν και πήρε την απόκριση, ότι η κόρη του τα κομμάτιασε και τα πέταξε από το παράθυρο. Αυτός έγινε θηρίο και πρόσταξε να τις αποκεφαλίσουν και την κόρη του να την δείρουν, χωρίς λύπη, μέχρι να κουρασθούν. Στα αλήθεια την έδειραν ωσότου κουράσθηκαν. Η Αγία όμως, με την χάρι του Θεού, μάλλον δυνάμωνε και έλεγε στον πατέρα της αυτά τα λόγια:
- Γιατί πατέρα είσαι τυφλωμένος; Δεν βλέπεις, ότι εκείνοι, που με βασανίζουν έπεσαν κάτω; Ας έλθουν οι θεοί σας να τους βοηθήσουν, αν μπορούν!
Τότε ο Ουρβανός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε την έδεσε με αλυσίδα από τον λαιμό και την φυλάκισε. Η γυναίκα του όμως, που άκουσε τα βάσανα της Αγίας, πήγε με κλάματα στη φυλακή, έπεσε στα πόδια της κόρης της και την παρακαλούσε να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία. Όμως η Αγία έμενε ακλόνητη στην ομολογία της.

Σκληρά βασανιστήρια από τον πατέρα της
Όταν ο πατέρας της έμαθε, ότι είναι σταθερή στην απόφαση της, έστειλε στρατιώτες το πρωί και φέρανε την Αγία στο πραιτώριο όπου και της λέγει:
- Λυπούμαι, Χριστίνα, γιατί δεν έχω άλλο παιδί και σε παρακαλώ να προσκυνήσεις τους θεούς, γιατί αλλοιώς δεν θα σε λυπηθώ και θα σε βασανίσω τόσο πολύ, που θα λυώσω τα κρέατα σου.
- Μου δίδεις μεγάλη χαρά, του αποκρίθηκε, να μη μ' έχεις πια παιδί σου, γιατί συ με τη διαγωγή σου είσαι υιός του διαβόλου και συνήγορος των άλλων δαιμόνων.
Τότε ο πατέρας γίνηκε αιμοβόρο θηρίο και διέταξε. να την κρεμάσουν και να ξεσχίζουν τις σάρκες της. Εκείνη όμως η μακάρια χαιρόταν με τα βασανιστήρια και έλεγε:
- Σε ευχαριστώ, Θεέ μου επουράνιε, γιατί με αξίωσες να καθαρισθώ, με αυτά τα βασανιστήρια από τον ρύπο της ειδωλολατρίας.
Πολλές φορές, έπαιρνε ένα κομμάτι από τις σάρκες της, το πετούσε στο πρόσωπο του πατέρα, της, λέγοντας:
- Επεθύμησες, δύστυχε, να φας τις σάρκες του παιδιού σου. Φάγε να χορτάσεις.
Τότε ο τύραννος πρόσταζε να φέρουν ένα τροχό και την έδεσαν επάνω. Άναψαν κατόπιν από κάτω φωτιά, τις χύνανε λάδι καυτό για να την βασανίζουν χειρότερα. Η Μάρτυς όμως σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και έλεγε:
- Κύριε, Ιησού, Χρίστε, που βοηθάς αυτούς, που σε φοβούνται, μη μ’ αφήνεις τη δούλη, σου, αλλά δείξε και τώρα το θαύμα σου, για να μη χαρούν οι ασεβείς τύραννοι! Αμέσως σκορπίστηκε η φωτιά και κατέκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες. Η Αγία βγήκε από τον τροχό. Τότε την ρώτησε ο ανόητος τύραννος:
- Δεν μου λες, ποιος σ’ έμαθε αυτές τις μαγείες και δεν σε καίει η φωτιά;
Τότε η Μάρτυς τον ελεεινολόγησε και πάλι διότι δεν μπορούσε να δη την αλήθεια. Βλέποντας δε αυτός, ότι δεν μπορούσε να την νικήσει, την φυλάκισε, χωρίς να της δώσει καμιά τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Ο Ουράνιος όμως Πατέρας, σαν φιλόστοργος, δεν την άφησε χωρίς φροντίδα, αλλά έστειλε τρεις Αγγέλους και της φέρανε τροφή σωτήρια και ακόμη γιατρέψανε και το κατακομματιασμένο σώμα της. Η δε Αγία, ευχαριστούσε τον Θεό όλη την ημέρα και προσευχόταν.

Σώζεται από τη θάλασσα
Όταν νύχτωσε, ο πατέρας της έστειλε πέντε δούλους, δέσανε μια μεγάλη πέτρα στο λαιμό της και την ρίξανε στο πέλαγος. Οι Άγιοι Άγγελοι τη δεχθήκανε και περιπατούσε με χαρά πάνω στο πέλαγος, γιατί η πέτρα λύθηκε Θαυματουργικά και βούλιαξε. Αυτή δε δόξαζε το Θεό με τούτα τα λόγια:
- Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου Παντοδύναμε, και σε παρακαλώ σήμερα να μου δώσεις και αυτή τη χάρη: να πάρω τώρα το Άγιον βάπτισμα σ’ αυτά τα νερά και να συγχωρήσουν οι αμαρτίες μου.
Μόλις τελείωσε αυτά, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό:
- Άκουσα την δέηση σου.
Μαζί δε με τη φωνή, παρουσιάστηκε και νεφέλη φωτεινή. Βλέπει τότε μπροστά της τον Δεσπότη Χριστό με βασιλική πορφύρα και στεφάνι. Γύρω του στέκονταν Άγιοι Άγγελοι, με ύμνους και ευωδία θυμιαμάτων εξαιρετική. Μόλις δε η Αγία αντίκρυσε τον Κύριο, φοβήθηκε και έπεσε μπρούμυτα. Ο Σωτήρ όμως την σήκωσε και είπε:
- Εγώ είμαι ο Χριστός, Χριστίνα, που φωτίζω όλους που μ’ επικαλούνται και ήλθα να σε γλυτώσω απ’ την πλάνην των ειδώλων, όπως ζήτησες.
Τότε την κατέδυσε στην θάλασσα λέγοντας:
- Σε βαπτίζω, Χριστίνα εις το όνομα του Πατρός και εις εμέ τον Υιόν Του και εις το Πνεύμα το Άγιον.
Όταν είπε αυτά ο Δεσπότης την παρέδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, λέγοντας:
- Δώσε της την σφραγίδα μου, κάμε την λαμπροφόρο και οδήγησέ την στην, ξηρά.
Έτσι ο μεν Κύριος επέστρεψε στα ουράνια, η δε Αγία βρέθηκε στη πόλι της, κοντά στο πατρικό της σπίτι.


Ο τύραννος πατέρας της πεθαίνει
Όταν, λοιπόν, ξημέρωσε, την είδε να προσεύχεται ο τύραννος πατέρας της και νομίζοντας, ότι οι δούλοι του δεν την ρίξανε στη θάλασσα, θέλησε να τους θανατώσει ο κακούργος, άδικα. Εκείνοι, όμως, ομολογήσανε το θαύμα και ο πατέρας της την ρώτησε:
- Πες μου, Χριστίνα, με ποιες μαγείες νίκησες την θάλασσα;
- Δεν βλέπεις, δύστυχε, αποκρίθηκε η Χριστίνα, ότι πήρα χαρά από τον Χριστό μου και ξαναγεννήθηκα. Τότε διέταξε να την φυλακίσουν πάλι, για να την αποκεφαλίσει την άλλη ημέρα. Η Αγία, προσευχόταν όλη τη νύχτα. Ο αμετανόητος πατέρας της βασανίσθηκε όλη την νύκτα πάρα πολύ και το πρωί απέθανε. Η Χριστίνα έμεινε λίγο καιρό ήσυχη, ευχαριστώντας τον Κύριο, γιατί την γλύτωσε από τον τύραννο πατέρα της.

Την βράζουν στη πίσσα
Έπειτα από λίγες ημέρες, επήρε την θέση του πατέρα της, καινούργιος άρχοντας, που λεγόταν Δίων. Αυτός διάβασε όλα τα έγγραφα της Χριστίνας και πρόσταξε να την φέρουν στο Κριτήριο. Βλέποντας την ομορφιά του προσώπου της, άρχισε τις κολακείες και ύστερα με φοβέρες προσπάθησε να πείσει την Αγία να γυρίσει στην πλάνη των ειδώλων. Αφού όμως ο τύραννος είδε ότι η Αγία δεν αλλάζει διέταξε να την δείρουν, χωρίς λύπη. Υπέμενε όμως η Αγία με καρτερία τα βασανιστήρια κι έλεγε στον τύραννο της:
- Μ’ αυτά νομίζεις ότι θα με νικήσεις, αδύνατε; Βασάνισε με περισσότερο, γιατί αυτά μου φαίνονται παιχνίδια.
Τότε διέταξε ε τύραννος, και φέρανε μια σκάφη σιδερένια γεμάτη πίσσα, ρετσίνι και λάδι. Βάλανε δυνατή φωτιά από κάτω και βάλανε μέσα την Αγία. Τη βράζανε!!! πολλή ώρα, γυρίζοντας την με σιδερένιες σούβλες! για να ψήσουν και διαλύσουν τις σάρκες της. Η Μάρτυς υπέμενε με γαλήνη και αυτό το φοβερό μαρτύριο, ευχαριστώντας τον Κύριο διότι τη διαφύλαξε αβλαβή. Το θαύμα ήταν ολοφάνερο. Τότε πάλι ο τύραννος τη συμβούλευσε:
- Βλέπεις, Χριστίνα, ότι οι θεοί σε λυπούνται και σου ελαφρύνουν τη παίδευσιν; Αναγνώρισε την ευεργεσία των και θυσίασε σ’ αυτούς.
- Τη δύναμη του Χριστού μου, του λέγει, αποδίδεις στους σιχαμερούς θεούς σου, αφρονέστατε και αναίσθητε; Πως μπορούν να βοηθήσουν τους ζωντανούς οι τυφλοί και άλαλοι;
Τότε ο τύραννος γίνηκε τρελός από το θυμό και διέταξε να ξυρίσουνε το κεφάλι της, να την παιδέψουν γυμνή και έτσι να την περιφέρουν σ’ όλη την πόλι, για περιφρόνηση. Αφού γίνανε όλα αυτά την φυλακίσανε.
Την άλλη ημέρα την ξαναφέρανε στο κριτήριο και ο τύραννος της είπε:
- Ας πάμε στο ναό να προσκυνήσεις τον ουράνιο θεό Απόλλωνα.
- Καλά είπες, του είπε η Αγία, να προσκυνήσω το Θεό τον ουράνιο.
Ο άρχοντας χάρηκε, γιατί νόμισε, ότι θα προσκυνήσει το είδωλο... Την οδηγήσανε, λοιπόν, στο ναό με αφάνταστη τιμή. Η Αγία απευθύνθηκε στο άγαλμα του Απόλλωνα και είπε το εξής:
- Σε διατάσσω, εν ονόματι του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, να πέσεις στη γη και να γίνεις συντρίμματα.
Αμέσως άκουσε ο ψεύτικος θεός την Αγία και έπεσε σε κομμάτια. Όλοι, που βρίσκονταν εκεί, βλέποντας το εξαίσιο, αλλά και φρικτό θέαμα, δόξαζαν τον Θεό της Χριστίνας. Τρεις χιλιάδες τότε πιστέψανε σ’ Αυτόν. Ο άρχοντας έμεινε άφωνος από την λύπη του και ξεψύχησε. Άλλος δε συνάρχοντας, φυλάκισε την Αγία, έως ότου ψηφίσουν άλλον άρχοντα.

Μέσα στο αναμμένο καμίνι
Έπειτα από λίγες ημέρες γίνηκε άλλος άρχοντας ο Ιουλιανός. Αυτός, όταν έμαθε για την μάρτυρα, πρόσταξε και την φέρανε στο Κριτήριο. Μόλις παρουσιάσθηκε, άρχισε με υποσχέσεις και με φοβέρες, χωρίς να επιτύχει τίποτε. Διέταξε τότε, να κάψουν επί τρεις ημέρες κάμινο και να την ρίξουν μέσα, όπου και παρέμεινε πέντε μέρες, χρίζοντας με φροντίδα απ’ έξω την κάμινο για να μη βγαίνει καθόλου η ζέστη. Η Μάρτυς όμως έψαλλε από μέσα με τους Αγγέλους, δοξάζοντας κι ευχαριστώντας τον Θεό, με μεγάλη φωνή. Οι στρατιώτες, που την φρουρούσαν, ακούγοντας τις ψαλμωδίες, φοβήθηκαν κι αναφέρθηκαν στον τύραννο. Πρόσταξε τότε αυτός να την ανοίξουν την έκτη ημέρα και η Αγία βγήκε από αυτήν ολοζώντανη, σαν να έβγαινε από λουτρό. Τότε της λέγει ο τύραννος:
- Πες μας, Χριστίνα, και ομολόγησε τις μαντείες σου, ει δε μη σήμερα θα σε θανατώσω.
- Δεν σε φοβούμαι καθόλου, του αποκρίθηκε, λύκε άρπαγε. Κάνε με ότι θέλεις. Έχω βοηθό μου ταν ουράνιο Πατέρα μου.
Τότε διέταξε τον φροντιστή των θηρίων, ο πιο αναίσθητος και από τα θηρία, να φέρει δυο ασπίδες (δηλ. τα πιο φαρμακερά φίδια), δύο έχιδνες και δύο άλλα φοβερά φίδια Τα φοβερότερα και τα πιο φαρμακερά φίδια τα έφεραν και τα άφησαν εναντίον της Αγίας.
Λυτά, όχι μονάχα δεν την δάγκασαν, αλλά έδειξαν προς αυτήν ευσπλαχνία: δηλ. οι δυο ασπίδες έγλυφαν τα πόδια της και τα φίδια σκουπίζανε τον ιδρώτα, γιατί αγωνιζόταν η Αγία για τον Χρίστο! Ο τύραννος όμως, πιο θηριώδης και από τα θηρία, μάλωνε τον υπηρέτη των θηρίων και του έλεγε να τα ερεθίσει, εναντίον της Αγίας. Τα θηρία εξαγριώθηκαν και επετέθησαν εναντίον του φύλακα, που τον θανατώσανε. Τότε η Αγία διέταξε τα θηρία να φύγουν από την. πόλη, χωρίς να βλάψουν κανένα, ευχαρίστησε δε τον Κύριο.
- Δέσποτα, ζωοδότη, Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που ανέστησες το Λάζαρο, άκουσε και την δούλη σου και ανάστησε αυτόν τον άνθρωπο, για να δοξασθεί το Πανάγιο όνομά σου και να πιστέψουν αυτοί που παρακολουθούν, ότι συ είσαι ο μόνος, που κάνει θαυμάσια.
Τότε ακούσθηκε από τους ουρανούς φωνή μεγάλη και είπε:
- Χριστίνα, ευλογημένη δούλη μου, εγώ ο Θεός σου, είμαι μαζί σου και ότι ζητήσεις θα γίνεται.
Τότε σφράγισε τον νεκρό η Αγία με το σημείον του σταυρού, λέγουσα:
- Εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού σήκω!.
Αναστήθηκε ο νεκρός, δοξάζοντας τον Θεό και την Αγία.

Της έκοψαν τους μαστούς
Ο τυφλωμένος τύραννος, νομίζοντας μαγεία το θαύμα της Αγίας, διέταξε να κόψουν τους μαστούς της. Το μαρτύριο αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Η Χριστίνα, όμως υπέμενε καρτερικά και σήκωσε τότε τα μάτια της στον ουρανό και έκανε τούτη την προσευχή:
- Σ’ ευχαριστώ, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, ότι με αξίωσες να πάθω αυτά για την αγάπη σου και για να καθαρισθεί ο ρύπος της ψυχής μου και του σώματος. Γνωρίζω, ότι αύριο τελειώνω τον αγώνα μου για να λάβω το άφθαρτο στεφάνι.
Τότε την φυλάκισαν. Την επισκεφθήκανε όμως πολλές γυναίκες και την παρηγορούσαν με εκδηλώσεις συμπάθειας στους πόνους της. Η Αγία και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές της τις δίδασκε και πολλές πιστέψανε στο Χριστό με την διδαχή της. Το πρωί της άλλης ημέρας διέταξε ο τύραννος και τη φέρανε στο μέσον και της είπε:
- Προσκύνησε τους θεούς. Αλλοιώς θα σε θανατώσω.
- Σήμερα, του είπε: συ θα χαθείς και θα πας στην αιώνια Κόλαση.
Τότε διέταξε τύραννος να κόψουν την γλώσσα της. Αυτή όμως προσευχήθηκε έτσι:
- Ευχαριστώ, Θεέ μου, άτι δεν μ’ άφησες από την κοιλιά της μητέρας μου. Ο θησαυρός κάθε αγαθότητας, επέβλεψε εις εμέ, γιατί ήλθε ο καιρός ν’ αναπαυθώ. Πρόσταξε να τελειώσω το δρόμο σ’ αυτό το στάδιο.
Τότε, ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό να λέγει:
- Χριστίνα άμωμε, έχε θάρρος, γιατί πολλά υπέφερες για μένα. Γι’ αυτό και πολλή απόλαυση σε περιμένει. Η βασιλεία των ουρανών, έχει ανοιχθεί για σένα και οι Άγγελοι σε περιμένουν. Λοιπόν, έλα να πάρεις το στεφάνι σου, που σε περιμένει...
Όταν δε κόψανε τη γλώσσα της, την πήρε η Αγία στο δεξί της χέρι και την πέταξε στο πρόσωπο του άρχοντα, που τυφλώθηκε αμέσως. Αλλά και φωνή βγήκε από το στόμα της, λέγοντας προς τον τύραννο:
- Ιουλιανέ άπιστε, επειδή έκοψες την γλώσσα μου, που ευλογεί τον Κύριον, έχασες και συ το φως σου δίκαια, άδικε.
Τότε ο τυφλός διέταξε δύο στρατιώτες, θηρία σαν κι αυτόν, να την θανατώσουν. Και ο ένας την πλήγωσε στην καρδιά, με το τόξο του και ο άλλος στα πλευρά και έτσι τελείωσε η Αγία. Αλλά ο τύραννος, όταν πήγαινε στο σπίτι του, δέχθηκε την οργή του Θεού και πέθανε με φριχτούς πόνους. Βλέποντας όμως τα θαύματα της Αγίας ένας συγγενής της, πίστεψε και αυτός στο Χριστό και έκτισε στο όνομά της Εκκλησία, οπού και τοποθέτησε το τίμιο και σεβάσμιο λείψανό της. Η Αγία, παρέδωσε το πνεύμα της την 24ην Ιουλίου, ημέραν Πέμπτη, εις δόξαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.





Στίχος
Τὴν Χριστίναν ἥνωσε Χριστῷ νυμφίῳ, Νύμφην ἄμωμον, αἷμα τοῦ μαρτυρίου. Εἰκάδι βλῆτο τετάρτῃ Χριστῖνα ὀξέσι πέλταις.

Στίχος
Kτείνουσι πέλται Xριστέ την σην Xριστίναν, Tην Xριστιανών πίστιν ουκ αρνουμένην. Eικάδι βλήτο τετάρτη Xριστίνα οξέσι πέλταις.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'.
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ. Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καὶ πάσχω διὰ σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Αγρυπνία Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής


Βίος Οσίας Πελαγίας της Τηνίας



site analysis

Η Οσία Πελαγία η Τηνία εορτάζει στις 23 Ιουλίου



Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τον Τριπόταμο της Τήνου και άνηκε στην οικογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε το 1752 μ.Χ. στο χωριό Κάμπο της
Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία. Από διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Η οικογένειά της διακρινόταν για την αγνή πίστη και την προσήλωση στα θρησκευτικά
ιδεώδη.

Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ο πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών και έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα του Θεού. Οι δυσκολίες της
ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Εκεί η Λουκία έμεινε τρία χρόνια και συχνά επισκεπτόταν την άλλη θεία της, που ήταν μοναχή
στη Μονή Κεχροβουνίου. Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν' ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και σε ηλικία 15 χρονών μπήκε στο Μοναστήρι σαν δόκιμη, υπό την επίβλεψη της θείας της
μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε η ώρα έγινε και η ίδια μοναχή με το όνομα Πελαγία.

Ως μοναχή αφοσιώθηκε με ψυχή και σώμα στην λατρεία του Θεού και στην ανακούφιση των πασχόντων. Η αγνότητα της ψυχής της, η οσιότητα της ζωής της, η αυταπάρνηση της, η μυστική
ζωή της κι ο πόθος της για λύτρωση συντέλεσαν ώστε η μοναχή Πελαγία να γίνει το «σκεύος εκλογής» για ν' αποκαλυφθεί σ' αυτήν η Παναγία για την εύρεση της Αγίας εικόνας της στον αγρό
του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ.), γεγονός που έμελλε να κάμει την Τήνο ιερό νησί και να κατατάξει την Πελαγία μεταξύ των Αγίων. Το γεγονός δε αυτό συνέβη όταν
η Όσια ήταν 73 χρόνων και αρχιερέας Τήνου ήταν ο Γαβριήλ.

Η Οσία Πελαγία έκανε, με τις πρεσβείες της Παναγίας και τη χάρη του Θεού, αρκετά θαύματα πριν και μετά τον θάνατο της, ο όποιος ήλθε στις 28 Απριλίου 1834 μ.Χ. και τάφηκε στο ναό των
Ταξιαρχών του μοναστηριού.

Το 1973 μ.Χ. όμως, κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός στο όνομα της, όπου φυλάσσεται και προσκυνείται η αγία κάρα της σήμερα. Ανακηρύχτηκε αγία με Συνοδική Πατριαρχική Πράξη στις
11 Σεπτεμβρίου 1970 μ.Χ. και η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, την ήμερα δηλαδή του οράματος της.



Το όραμα της ευρέσεως

Η εύρεση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας, έγινε ύστερα από όραμα της Αγίας Πελαγίας.

Την Κυριακή 9 Ιουλίου 1822μ.Χ. βλέπει στον ύπνο της μία μεγαλοπρεπή κυρία με φωτοστέφανο, η οποία της εξηγεί πόσο υπέφερε θαμμένη τόσα χρόνια κάτω από το χώμα. Της ζήτησε όταν
ξημερώσει να επισκεφθεί τον επίτροπο εσωτερικών υποθέσεων της Μονής και να του ανακοινώσει την επιθυμία της να αποκαλυφθεί το ερειπωμένο θαμμένο μέγαρό της στον αγρό του Αντ. Δωξαρά.

Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι η κυρία ήταν η Θεοτόκος και ότι το μέγαρο ήταν προφανώς ο Ναός Της. Της γεννήθηκαν όμως αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει σε εκείνη
την άσημη ταπεινή και το πώς θα έπρεπε να υποφέρει τους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του δύσπιστου κόσμου. Έτσι αποφάσισε να μην αναφέρει τίποτα.

Την επόμενη Κυριακή 16 Ιουλίου 1822 μ.Χ., εμφανίζεται και πάλι στον ύπνο της η ίδια Κυρία δίνοντας και πάλι την ίδια παραγγελία. Η Πελαγία δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η
εκλεκτή από την Θεοτόκο, αλλά και πάλι την απέτρεψαν οι αμφιβολίες.

Όταν και την τρίτη Κυριακή 23 Ιουλίου 1822 μ.Χ. εμφανίζεται στον ύπνο της με στεναχωρημένο, αλλά αυστηρό ύφος ζητώντας εξηγήσεις για την αγνόηση της παραγγελίας της, η Πελαγία
αποφασίζει πλέον να προχωρήσει χωρίς να ολιγωρήσει.

Την ίδια μέρα η Πελαγία κατέφυγε στην Ηγουμένη η οποία γνωρίζοντας τον ενάρετο βίο της την πίστεψε και επισκέφθηκε τον επίτροπο. Ο επίτροπος με την σειρά του ειδοποίησε με την συνοδεία
της Πελαγίας τον Μητροπολίτη της Τήνου ο οποίος προσκαλεί τον λαό της Τήνου στον Μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών, παρακαλώντας τον να συνδράμουν για τον σκοπό αυτό σε
χρήμα ή και σε εργασία.

Ο λαός πρόθυμα άρχισε τις ανασκαφές στις αρχές Σεπτεμβρίου 1822 μ.Χ. από τις οποίες αποκαλύφθηκαν ο αρχαίος ναός του Διονύσου και ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Ωστόσο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος εικόνας πράγμα που επισκίασε το θετικό κλίμα και οδήγησε τον κόσμο σιγά, σιγά στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος. Η Πανώλη θέριζε εκείνη την εποχή, πράγμα
που ο επίτροπος το θεώρησε θεία τιμωρία.

Σε συνεργασία πάλι με τον Μητροπολίτη Τήνου συγκαλούν και πάλι τον λαό της Τήνου με την ίδια έκκληση ορίζοντας επιπλέον και μια επιτροπή ελέγχου του έργου. Όσο οι εργασίες δεν έφερναν
αποτέλεσμα, ο λαός χλεύαζε και κατηγορούσε την Πελαγία ως ονειροπόλα.

Με δάκρια στα μάτια η Πελαγία ζητά την βοήθεια της Παναγίας, η οποία της αποκαλύπτει πλέον το ακριβές σημείο στο οποίο ήταν θαμμένη η εικόνα Της.

Στις 30 Ιανουαρίου 1823 μ.Χ., μετά από την υπόδειξη της εν λόγω θέσης, η αξίνα του Δημ. Βλάσση προσκρούει στο θαυματουργό εικόνισμα!



Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε
Ἀμέμτπως ἐβίωσας ἐν ἐγκράτειᾳ πολλὴ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμή, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσαν
σοὶ Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σέ.

Κοντάκιον. Ἦχος α'. Χορὸς Ἀγγελικός
Ζωὴν θεοφιλῆ, διανύσασα Μῆτερ, ἀσκήσει ἀρετῶν, καὶ ἠθῶν εὐκοσμίᾳ, θεράπαινα πεφήνας, τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος. Ὅθεν χαίρουσα, Κεχροβουνίου ἡ Μάνδρα,
μακαρίζει σε, ὦ Πελαγία θεόφρον, τιμῶσα τὴν Κάραν σου.
ΠΗΓΗ.ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Η μοναχή Μόνικα, ο πνευματικός της Καλύμνου



site analysis


Έφερε πάντα πολύτιμο περιδέραιο την διάκριση, την σιωπή και το ακατάκριτο. Διαμάντια πιο λαμπερά και από τον φωστήρα της ημέρας. Την γνώρισα στα μέσα του ’50. Ερχότανε στην Πάτμο στον γέροντα Αμφιλόχιο όσο το γήρας της το επέτρεπε και γιόρταζε κοντά του το Πάσχα το καινό. Τα χρόνια εκείνα ήταν ο Ευαγγελισμός η πόλις Ιερουσαλήμ. Εκεί ανέβαιναν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου να γιορτάσουν Πάσχα Κυρίου. Ήταν υψίκορμη και λιπόσαρκη σαν  δούγα παλαιού ξύλινου βαρελιού. ‘Όταν κάποτε νοσηλεύθηκε σε θεραπευτήριο των Αθηνών, οι φοιτητές ρώτησαν τον γιο της, καθηγητή της Παιδιατρικής :

-         Η μητέρα σας δεν έφαγε ποτέ μια μπριζόλα;

Ερχότανε στον ναό της Βαγγελίστρας μαζί με την αδελφή που άναπτε τις κανδήλες. Καθότανε στο στασίδι, με το μακροφούστανο και το μαντήλι μέχρι την μύτη, τόσο ήσυχα, που δεν έδειχνε μέσα στο μισοσκόταδο πως υπάρχει παρουσία ζωντανού ανθρώπου. Ήταν σαν κάποια αδελφή να κρέμασε το ράσο της στο θρονί. Είτε έμπαιναν είτε έβγαιναν από την εκκλησία, ούτε σήκωνε το κεφάλι  ούτε το έστρεφε. Ρώτησα:

-         Αυτή η γριά δεν βλέπει, δεν ακούει;

-         Και βλέπει και ακούει, αλλά συνεχώς προσεύχεται.

Μου θύμιζε την μάννα του Σαμουήλ , όταν πήγαινε στο  ναό να προσευχηθή και ο γιος του ιερέα Ηλεί την πρόσεξε και είπε στον πατέρα του: «Μια γυναίκα ίσταται στον ναό και μαίνεται».

Καθόμουνα απέναντί της .Η μόνη κίνηση που έκανε ήταν να σκουπίζη τα δάκρυά της, τα ασίγητα και αθόρυβα, με το άσπρο της μαντήλι. Περισσότερο έστρεφα την προσοχή μου στην γερόντισσα Μόνικα παρά στο τέμπλο της εκκλησιάς.

Όταν απαντούσε στις ερωτήσεις του Γέροντα, μιλούσε τόσο στοχαστικά, σαν να έβγαινε η φωνή της μέσα από τους παλαιούς αιώνες. Αν ήταν άνδρας, θα μου θύμιζε τον παλαιό των ημερών. Ο λόγος της ήταν τόσο μετρημένος σαν ρήση ευαγγελική.

Εκεί όμως που εγνώρισα τον άνθρωπο αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Τότε έζησα από κοντά τον άνθρωπο των δακρύων και της καρδιακής προσευχής και έμαθα την ιστορία της ζωής της.

Ο σύζυγός της Γεράσιμος Ζερβός ήταν πάντα «ο πατέρας» και για την σύζυγο και για τα παιδιά. Οσάκις έλεγε «ο πατέρας μας» , αρκετό καιρό υπελάμβανα την πατέρα της, αλλ’ αργότερα εννόησα ότι επρόκειτο περί του συζύγου. Εργαζόταν στις Ινδίες, στις αγγλικές επιχειρήσεις εξορύξεως πολύτιμων μετάλλων. Σε μία από τις επισκέψεις του στον οίκο του πατρός του εγνώρισε την Άννα και ηράσθη του αληθινού κάλλους της ψυχής της. Την ζήτησε εις γάμου κοινωνίαν . Έπασχε όμως από μυοκαρδίτιδα. Του λέει:

-         Δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Πώς θα γίνη ο γάμος;

Και υπανδρεύθη καθιστή. Τον ακολούθησε στην Ινδία και έφερε στον κόσμο πέντε παιδιά. Έπειτα από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα , ίσως για τις σπουδές των παιδιών. Τα δύο, την Φανή και τον Τζον, τα έχασε εφήβους από κάποια λιμώδη νόσο της εποχής εκείνης. Ο Τζον έγινε ουρανοβάμων προτού γίνη άνδρας. Δεκαέξι ετών ήταν ψάλτης αριστερός στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση. Υπέμεινε την αρρώστια με μαρτυρική υπομονή. Τα τελευταία λόγια του στην αγία μάννα του ήταν:

-         Θα λυπηθώ πολύ, όταν φορέσης μαύρα και κλάψης. Εγώ είδα τον Χριστό και μου είπε: «Έρχου γρήγορα∙ σε περιμένω».

Εκεί στην Αθήνα η κυρία Άννα εδέχετο όλη την ημέρα όχι μόνον πονεμένους, αλλά και κληρικούς. Έτσι γνωρίστηκε με τον πατέρα Σάββα και τον βοήθησε , μαζί με τον σύζυγό της, να εγκατασταθή στο νησί και σήμερα είναι ο προστάτης της Καλύμνου και των κήπων του ανατολικού Αιγαίου το εγκαλλώπισμα. Ο προϊστάμενος της Ζωής πατήρ Σεραφείμ Παπακώστας ήταν από τους πιο τακτικούς επισκέπτες. Ο γιος της ο παιδίατρος της έλεγε:

-         Μάννα ,  εσύ έχεις περισσότερους επισκέπτες από μένα.

Κάτω από το προσκέφαλό της είχε τρία βιβλία: τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Νείλο τον Σιναΐτη και τον αββά Ισαάκ. Αυτούς μελετούσε μέρα και νύχτα. Προτιμούσε την ανάγνωση από το κείμενο.

-         Καλύτερα – έλεγε- να διαβάσω μια σελίδα κείμενο παρά δέκα ερμηνεία. Στο κείμενο βρίσκεται το πνεύμα του Πατρός. Στην ερμηνεία έχει εξατμισθή το πνεύμα του και επικρατεί του ερμηνευτού.

Στους προσερχομένους πάντα απαντούσε από τους Πατέρες : «Αυτό μας λέγει ο αββάς Ισαάκ Ιωάννης, αυτό ο Νείλος και αυτό ο Ισαάκ». Ποτέ δεν έκλωθε δικά της λόγια. Έτσι, κανένας δεν αντέλεγε στις νουθεσίες της. Όλοι ευχαριστημένοι έφευγαν από την εξαγόρευση και την πατερική νουθεσία.

Είχε φοβερή υπομονή να ακροάζεται τους πειρασμούς , τον πόνο και την θλίψη των άλλων. Η νύφη της ερχόταν κάθε πρωί και μιλούσε επιθετικά εις βάρος του γιού της. Έπειτα από δίωρη ακρόαση αναπάντητη , της έλεγε:

-         Πήγαινε τώρα να ετοιμάσης φαγητό, γιατί τα παιδιά θα επιστρέψουν από το σχολείο.

-         Δεν στενοχωριέστε για όσα λέγει;

-         Καθόλου. Μόνον για την ψυχή της θλίβομαι.

Είχε τόση διάκριση, που ακουμπούσε στις ψυχές αυτό που μπορούσαν να βαστάξουν. Κανένας δεν έφευγε ούτε βαρυφορτωμένος ούτε ξεφόρτωτος. Το στόμα της ήτανε χρυσό. Ούτε αστεϊσμούς ούτε σαπρούς λόγους έλεγε ούτε κατάκριση εξήρχετο. Αυτά είναι τα στόματα των Αγίων.

Στην προσευχή – όπως μου ωμολόγησε η θεία μου μοναχή Θεοκτίστη και όπως και εγώ είδα και μαρτυρώ- συνεχώς έτρεχαν τα μάτια της αστείρευτη πηγή.

-         Πού , Γρηγόριέ μου –μου έλεγε η θεία μου μοναχή –βρίσκονταν τόσα δάκρυα; Εσπερινό κάναμε; Απόδειπνο διαβάζαμε; Όρθρο ψάλλαμε; Ώρες λέγαμε; Οι βρύσες των ομματιών της έτρεχαν.

Στην νοερά προσευχή η στάση της ήταν ουράνια. Μοναχός Πάτμιος, Αντίπας το όνομα, της είχε προσφέρει το επίτομο βιβλίο της Φιλοκαλίας των αγίων Πατέρων, το οποίο μελέτησε πολύ καλά.

Αλλά και ο Γεράσιμος καθόλου δεν υστερούσε στα πνευματικά της «μητέρας»- συζύγου του. Φαίνεται από πολύ νωρίς είχε συναναστραφή με πνευματικούς άνδρες. Είχε πολλά ωφεληθή και πολλά σπουδάσει. Αυτός πρέπει να βοήθησε την Άννα να προαχθή στα πνευματικά γυμνάσματα. Στον οίκο του στην Κάλυμνο είχε δωμάτιο με τους τέσσερις τοίχους γεμάτους βιβλία. Το δωμάτιο αυτό το έλεγαν «παπαδικό». Στους επισκέπτες έλεγε:

-         Περάστε να σας δείξω τα χόμπι της ζωής μου. Από ΄δω είναι τα «τσιγάρα» μου. Από ‘κει τα «ποτά» μου. Και πιο  ‘κει τα «γλυκά» μου.

Κάθε βράδυ περιήρχετο το λιμάνι μήπως βρη κάποιον άστεγο επισκέπτη του νησιού να φιλοξενήση στο σπίτι του. Αν επέστρεφε με επισκέπτη, έλεγε στην Άννα:

-         Έφερα τον Χριστό.

Αν δεν λάχαινε  κανένας άστεγος, γύριζε λυπημένος.

-         Χάσαμε , μητέρα, σήμερα.

Στο τέλος του προσεβλήθη από την επάρατο νόσο του καρκίνου. Δάγκωνε τα σίδερα του κρεβατιού να μη φανή ο πόνος του ούτε στους ανθρώπους ούτε στους Αγγέλους.



Η σύζυγός του, μετά την χηρεία, εκάρη ,μοναχή από τον γέροντα Αμφιλόχιο με το όνομα Μόνικα. Της ζήτησα κάποτε το βιβλίο του αββά Νείλου. Μου είπε:

-         Μετά την κοίμησή μου να είναι δικό σου. Τώρα όμως δεν μπορώ να το αποχωριστώ, γιατί ό όσιος Νείλος με τέρπει. Ο Σιναΐτης με οικοδομεί και όλα τα λαμπικάρει στην καρδιά μου ο Ισαάκ ο Σύρος.

Εκοιμήθη ενενήντα ετών η καρδιοπαθής και αδύνατη σαν την καλαμιά του ξηροπόταμου.

Αυτά έζησα και ενθυμούμαι και τα καταθέτω. Ξεύρω ότι είναι φτωχά και λίγα. Ας έχω την συμπάθειά της και τις πρεσβείες της μαζί μου.
 

πηγή:Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Η Αγία Φωτού στο χωριό Άγιος Ανδρόνικος Καρπασίας -



site analysis


Καρηασέων το κλέος και Κυπρίων αγλάισμα και των ασθενούντων η ρώσις, των πεπηρωμένων ανάβλεψις, των προς σε πιστώς προστρεχόντων εν τω θείω ναώ σου, πανένδοξε, τας ιάσεις παράσχου τοις δούλοις σου πάντοτε, ίνα ευχαρίστως κράζωμεν, Φωτεινή Οσία νύμφη Χριστού καλλιπάρθενε. Δόξα τω σε δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν Ιάματα.

Στο χωριό Άγιος Ανδρόνικος Γιαλούσας στη χερσόνησο της Καρπασίας , βρίσκεται το σπήλαιο στο οποίο ασκήτεψε η Αγία Φωτεινή η Κυπρία που στην Κύπρο είναι γνωστή ως Αγία Φωτού και είναι μια από τις πιο αγαπημένες αγίες της περιοχής. Όταν ανακάλυψαν το σπήλαιο οι κάτοικοι του χωριού ανακήρυξαν την Αγία Φωτού ως πολιούχο του χωριού τους και της έκτισαν ναό επί Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, κατά τον 18 ο ειώνα.
Κάθε χρόνο τη παραμονή της γιορτής της αγίας που είναι στις 2 Αυγούστου, χιλιάδες πιστοί απ' όλη την Καρπασία αλλά και από άλλα μέρη της Κύπρου κατέκλυζαν τον Άγιο Ανδρόνικο όπου έστηναν καλύβες και άρχιζαν ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια του νησιού, με χορούς τραγούδια και μπόλικο φαγοπότι. Ο Άγιος Ανδρόνικος μέχρι το 1964 ήταν μικτό χωριό και έτσι συμμετείχαν και οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι στο πανηγύρι οι οποίοι γιόρταζαν μαζί με τους Ελληνοκύπριους.
Παρόλη την αγάπη που τρέφουν οι κάτοικοι της Καρπασίας για την Αγία Φωτού, δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ζωή της , την καταγωγή της, και τον χρόνο που έζησε. Τα όσα είναι γνωστά αναφέρονται από την παράδοση και τον χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά.
Η τοπική παράδοση στη Καρπασία, λέγει ότι η Αγία Φωτού καταγόταν από το Ριζοκάρπασο, από απλοϊκούς γονείς. Από νεανική ηλικία απέρριψε την κοσμική ζωή και τον γάμο και απεσύρθηκε σε ασκητήριο που δημιούργισε, μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί έζησε μία άγια ζωή , με προσευχή, νηστεία εγκράτεια, και παρθενία, αφιερωμένη στον Θεό.
Η παράδοση λέγει επίσης 'οτι η Αγία έκανε θαύματα ενώ ακόμη βρισκόταν στην ζωή. Όταν απεβίωσε ετάφη από πιστούς και ευλαβείς Χριστιανούς. Στον Τάφο της ο οποίος ανεκαλύθηκε μετά από θεία αποκάλυψη, έγραφε τα εξής λόγια: Φωτεινή Παρθένος Νύμφη Χριστού.
Η θεία αυτή αποκάλυψη έγινε κατά τον 15 ο αιώνα καθώς μαρτυρεί ο χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Γράφει στο " Χρονικόν " του: " Ακόμη ευρίσκεται εις την Ακροτικήν ( Καρπασίαν ) εις την Κώμην του Αγίου Ανδρονίκου της Κανακαριάς, έχει ολίγον καιρόν και ευρέθη δι αποκαλύψεως Θεού, την λέγουν Αγίαν Φωτεινήν, και ο τάφος της έχει κάτω της γης. Έχει βήμαν και λειτουργούν και έχει νερόν αγίασμαν και έχει πολλύν βάθος νερόν και εις το γύρισμαν του φενκαριού ( στην αλλαγή του φεγγαριού), πήσση απάνω το νερόν, καθώς πήσσει το πάγος εις μίαν τζίππαν και σηκώνουν το ως γοιόν μίαν τάβλαν ως πάγος, και το ν' αργήση λεί ( όταν αρχίσει να λιώνει ) και γίνεται ψιλόν ως σγιόν τον κορνιακτόν ( λεπτόν σαν σκόνη ) και χολλιάζονται τυφλοί και θεραπεύονται ( και αλοίφονται οι τυφλοί και βλέπουν ) ".
Η Αγία Φωτού πιστεύεται ότι θεραπεύει ιδίως τις παθήσεις των ματιών. Ο τάφος της είναι υπόγειος και λαξευτός με 23 σκαλοπάτια και το αγίασμα βρίσκεται στο βάθος της σπηλιάς.
Μετά την προσφυγοποίηση τους, οι κάτοικοι του Αγίου Ανδρονίκου μετέφεραν τα οστά της Αγίας Φωτούς τις ελεύθερες περιοχές και τα τοποθέτησαν στον νεόκτιστο ναό του Αποστόλου Ανδρέα στον Συνοικισμό Κολοσσίου στη Λεμεσό. Από το 1974 μέχρι το 2003, ο Ναός της Αγίας Φωτούς που βλέπετε στις φωτογραφίες, εχρησιμοποιείτο από του Τούρκους σαν στάβλος για πρόβατα, αφού συλήθηκε και λεηλατήθηκε πρώτα.

Αγία Μαρκέλλα: Το φρικτό μαρτύριο της προστάτιδας της Χίου



site analysis



PIC_16899
Η Αγία Μαρκέλλα είναι η προστάτιδα της Χίου, μαρτύρησε στο ομώνυμο ακρωτήρι που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού, κοντά στη Βολισσό.
Η Αγία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βολισσό. Η μητέρα της ήταν χριστιανή ενώ ο πατέρας της ειδωλολάτρης. Όταν έγινε 18 ετών ασπάσθηκε τον χριστιανισμό πράγμα που εξόργισε τον πατέρα της, ο οποίος προσπάθησε να την μεταπείσει. Άλλες φορές με το καλό και άλλες με απειλές προσπαθούσε να την κάνει να αλλάξει απόφαση. Η συμπεριφορά αυτή του πατέρα της ανάγκασε την Αγία να εγκαταλείψει το πατρικό της σπίτι.
Έφυγε στο βουνό και κρύφτηκε σε ένα βάτο. Εκεί την βρήκε ο πατέρας της μετά από υπόδειξη ενός βοσκού. Για να την αναγκάσει να βγει από το βάτο, του έβαλε φωτιά. Η Αγία έτρεξε προς τη θάλασσα προσπαθώντας να σωθεί. Πάνω σε αυτήν την προσπάθεια ο πατέρας της τη σημάδεψε με το τόξο του και την πλήγωσε με ένα βέλος. Το αίμα της Αγίας έβαψε κόκκινα τα βράχια πάνω στα οποία έτρεχε.
http://2.bp.blogspot.com/_86K2us7JvjQ/TEbe-jLz2lI/AAAAAAAAEds/BRZOhXXCSCw/s1600/img108aa.jpgΑκόμα και σήμερα φαίνονται τα σημάδια που άφησε πάνω τους το αίμα. Τις τελευταίες στιγμές της ζωής της έκανε προσευχή στο Χριστό και τον παρακάλεσε να ανοίξει έναν βράχο για να κρυφτεί μέσα του. Έτσι και έγινε. Ένας βράχος άνοιξε και έκρυψε όλο το σώμα της Αγίας εκτός από το κεφάλι της το οποίο βρήκε ο πατέρας της και το έκοψε. Μετά από το αποτρόπαιο αυτό έγκλημά του, πέταξε το κεφάλι της κόρης του στη θάλασσα.Από αυτόν τον βράχο αναβλύζει αγίασμα.
Στον όρμο της Αγίας Μαρκέλλας ανάμεσα σε πλατάνια είναι χτισμένος ο ναός της. Εκτός από το ναό υπάρχουν κελιά στα οποία μπορούν να φιλοξενηθούν περιηγητές για μια νύχτα. Ο τόπος του μαρτυρίου της Αγίας, βρίσκεται σε απόσταση 20 λεπτών περίπου από τον ναό. Η εικόνα της θεωρείται από πολλούς θαυματουργή.
http://www.diakonima.gr/wp-content/uploads/2010/07/agia_markella-ceb2ceb5cebdceb4ceb9ceb1cebcceb5cf83ceb1.jpgΟι εκδοχές για την κατάληξη της Κάρας της Αγίας ποικίλλουν. Σύμφωνα με αυτήν της Ιεράς Σκήτης των Αγίων Πατέρων, περισυλλέχθη και ετάφη στο σημείο της καμένης βάτου. Από την άλλη, ο Άγιος Νικηφόρος ο Χίος υποστηρίζει πως η Αγία Κάρα πιθανόν να βρίσκεται στην Παλαιά Ρώμη όπου ενδεχομένως να μεταφέρθηκε όταν τη Χίο εξουσίαζαν οι Γενουάτες, στοιχείο όμως το οποίο δεν είναι εξακριβωμένο.
Στο βράχο όπου φιλοξενούνται τα λείψανα της Αγίας Μαρκέλλας, όταν γίνεται δέηση για την θεία «χάρη» της στις 22 Ιουλίου, η θάλασσα βράζει, χάνει την αλμυρή ιδιότητα της και αναβλύζει αγίασμα. Επίσης σύμφωνα με την παράδοση την ημέρα εκείνη η θάλασσα, που βρίσκεται πλησίον του προσκυνήματος παίρνει ένα σκούρο, σχεδόν κόκκινο χρώμα, όπως το αίμα της αγίας, που χύθηκε στα νερά αυτά. Την ημέρα αυτή γίνεται μεγάλο πανηγύρι και προσκυνητές έρχονται όχι μόνο από όλο το νησί αλλά και από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό.