Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Η καλόγρια της Μολδαυίας



site analysis


Η ΜΟΝΗ ΑΓΑΠΙΑ ΣΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Ξέρω εκεί, σε μια βουνήσια αγκαλιά της Μολδαυίας, δασωμένη από πηχτό ελατό, ένα γυναικείο μοναστήρι. Το λένε «το μο­ναστήρι της Άγαπίας»Ή βαθυπράσινη λαγκαδιά πού το περιζώνει, κατρακυλάει ζερβόδεξα σα να θέλει να το σφίξει στον κόρφο της, να το κρύψει. Και πάνω του ανεμίζεται χάδι ανάερο, ευωδιά άχραντη. Είναι άλαφριά σαν πούπουλο αγγέλου, δροσερή καθώς ή όλόπρωτη ανάσα όρ­θρου εαρινού.Σύθαμπο. Από τα καταρράχια γύρω, κατεβαίνει επίσημη ή ώρα ή εσπερινή. Ό δρόμος πού κολπώνεται απαλά προτού ξεφανερώσει το μοναστήρι, περνάει μπρος οπό μια πηγή. Το νερό αναβλύζει κρουσταλλένιο, μυρωδάτο, κατάσαρκα στο βράχο, αγιασμός. Στέκεσαι να πιεις στη χούφτα σου. 
Καθώς σκύβεις, ξεκρίνεις μια σκαλισμένη μελαχρινή πλάκα, πού γρά­φει απάνω: «Μ. Χρ. Μαυρομμάτης, 1888». "Ελληνας ό κτήτορας της πηγής, όπως κι Έλληνες ανασταίνονται γύρω σου εδώ, πλήθος, στο κάθε βήμα.Το ταξίδι τοϋτο στη Ρουμανία πάει να γίνει κάτι σαν προ­σκύνημα σε κρυφό λίκνο της ελληνικής ψυχής. Ανήσυχης ψυχής, ακοίμητης, πού σκόρπισε μέσα στον κόσμο, για να τον καρπίσει.Ώρα εφτά ενός μαγιάτικου δειλινού φτάνουμε οτό Μοναστήρι της Άγαπίας. Σημαίνουν τον εσπερινό και ή λαγκαδιά γύρω αντιβουίζει με το βαρύ, μελωτό κρούσιμο της καμπάνας. Παράξενο πού γίνεται το νόημα του κόσμου τέτοιες ώρες! Από γύρω ανεβαίνει λιβανωτό το θυμίαμα του βουνού.Χωριάτες Μολδαυοί, χωριάτισσες, με τις κεντητές τους φορε­σιές, έρχονται από τα χωριά με τα πόδια, κρατώντας λαμπάδες. Κι ανθίζουν οι άγριοτριανταφυλλιές στα πλάγια του δρό­μου, μέσα στους κήπους, και τα μπου­μπούκια παίρνουν φωτιά, σκάζουν φλογοκόκκινα. 
Το κοινόβιο έχει απλωθεί ως έξω από το μοναστήρι, έστησε στα πλάγια του δρόμου κάτι σπιτάκια ανάλαφρα, κάτα­σπρα, βουτηγμένα στην πρασινάδα και στο λουλούδι. Είναι για τίς πολύ ηλικιωμέ­νες καλόγριες, αυτές πού δεν μπορούν πια ν' ακολουθήσουν τον αυστηρό κανό­να της μοναστικής ζωής. Και για ξενώνες. Σ' ένα τέτοιο θα περάσω τη νύχτα μου κι εγώ.Ή πόρτα πού βγάζει στον προθάλαμο έχει μείνει ανοιχτή- στο βαθύ σκοτάδι, έκεϊ έξω, ακούω ένα γεροντικό κοντόβηχα. Σέ λίγο πάλι. Μου περνάει ή ιδέα πώς γίνεται επίτηδες, έτσι σαν προσπάθεια να υποδη­λωθεί μια παρουσία. Κάποια στιγμή, σάμπως ή ψυχή πού αναδεύεται εκεί στό έσωτερικό του σπιτιού να μη μπορεί πια ν' αντέξει στον πόθο της επικοινωνίας, ακού­γεται ανάλαφρο σούρσιμο από βήμα πολύ αργό, και το κροτάλισμα από ένα μπα­στούνι πού ζυγώνει. Σηκώνω τα μάτια μου. Στό ανοιγμα της πόρτας μου έχει γραφεί μια μορφή. Είναι μια γριούλα καλό­γρια, πού με κοιτάζει με γαλανό, τρυφερό βλέμμα. "Εχει το παιδικό εκείνο άνάβλεμμα των πολύ γέρων. Το άνάβλεμμα της μητέρας μου λίγο πριν σταυρώσει τα χέ­ρια της για πάντα και φύγει γι' άλλου."Ω, τί γριούλα πού εΐναι! Με καλησπερί­ζει στη γλώσσα της και πιάνει να λέει, να λέει. Τάχα να νομίζει πώς την καταλαβαί­νω; Δεν το φαντάζομαι. Το ξέρει πώς είναι μονόλογος, θέλει όμως να νομίζει πώς τη νοιώθω. Ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες να την έχει θαμμένη μέσα της αύτη τη δίψα για συνεννόηση. Κι αυτά εδώ είναι τα γλυκότερα ρουμάνικα πού έχω ακούσει. Ί­σως γιατί λένε την ήσυχη αγωνία μιας ψυ­χής ερημωμένης, τη λαχτάρα επικοινω­νίας με κάποιον μέσα στον κόσμο. «Είσαι Έγκλέζ;», με ρωτάει. Όχι, δεν είμαι Εγ­γλέζος, Έλληνας είμαι. «Γκρέκ!» κάνει και το πρόσωπο της περιχύνεται ξάφνου με φως, τα μάτια της πνίγονται σε τρυφε­ρότητα.Με τα καμπουριασμένα από τον αρθρίτη δαχτυλάκια της, μου γνέφει να περιμέ­νω, φεύγει. Έχει το δύσκολο περπάτημα της αρρώστιας και των γερατιών. Σέ λίγο ξανάρχεται κρατώντας μια φωτογραφία πολύ παλιά, με φαγωμένο χαρτόνι. Είναι μια συντροφιά άντρες. Μου δείχνει με τρε­μάμενη στοργή έναν καθιστό εκεί δεξιά, με γένεια, έναν ιερωμένο...
Διαβάστε τη συνέχεια

Κάτι από όσα μαντεύω, κάτι από αυτά πού θα μάθω αρ­γότερα, είναι ό πατέρας της. Πατέρας κα­λόγερος, κόρης καλογριάς. Κάποια μέρα, ό άνθρωπος αυτός ξέκοψε από το σπίτι του —ένας Θεός ξέρει γιατί— το απαρνή­θηκε, παράτησε τον κόσμο και πήγε να καλογερέψει στον "Αθω. Και ή κόρη του, πού καλογέρεψε αργότερα κι αυτή, έζησε πια με τον καϋμό του μακρυνοϋ αύτοΰ πατέρα και με τ' όνειρο της χώρας οπού βρισκόταν το μοναστήρι του..."Εχουμε κατορθώσει τώρα να καταλα­βαινόμαστε μέσες-άκρες. Γελαστή,συνά­ζει από το μνημονικό της τα λίγα ελληνικά πού διδάχτηκε από τον πατέρα της καϊ μου τ' αραδιάζει: «Καλημέρα - καλησπέ­ρα. Χριστός Ανέστη». Το τελευταίο τοΰτο μου το λέει ολάκερο ελληνικά, χαριτω­μένα λαθεύοντας από τη μέση καϊ πέρα. Τέλος τα μάτια της γεμίζουν έκσταση και με ρωτάει: «—Έχει πάντα λεμονιές στην Ελλάδα;» Της αποκρίνομαι πώς ναι, έχει πάντα λεμονιές. «—Εδώ δεν έχει», μου κάνει με θλίψη ανεξήγητη.Ποιος ξέρει τί σύμβολο αιώνιας άνοι­ξης, άνέσπερης ευδαιμονίας, να έχουν γί­νει γι' αυτήν ο! λεμονιές, πού δεν άνθισαν ποτέ για το μέτωπο της. Παίρνει πάλι τη φωτογραφία, τη σφίγγει πάνω στον κόρ­φο της, προσκυνάει βαθειά για να με κα­ληνυχτίσει και πάει μέσα, να κρύψει το θησαυρό της. Το φαγωμένο αυτό - εκεί χαρτόνι φαίνεται να είναι ό,τι πιο αγαπη­μένο μπόρεσε ν' αποκτήσει στο μάκρος μιας άγονης ζωής.
Τ' άλλο πρωί έγερση με τον όρθρο. Φεύγουμε. Ό οδηγός του αυτοκινήτου μας, πού πήγε να πάρει τις βαλίτσες μας από τα δωμάτια μας, έρχεται χωρίς να μου φέρει το καπέλλο μου. Ή γριούλα δεν το έδινε, θέλει λέει να πάω μόνος μου να το πάρω.Σπρώχνω τη σανιδένια καγκελόπορτα του φράχτη κι ανεβαίνω τα λίγα σκαλοπά­τια. Στόν προθάλαμο, μου παρουσιάζεται ή 'ίδια. "Εχει βάλει τώρα τα καλά της, φό­ρεσε και τ' όμορφο έκείνο μικρό καλλυ-μαύκι, κι από πάνω την καλύπτρα της. Όπως ήταν τότε πού έπαιρνε κι αυτή μέ­ρος στη ζωή του μοναστηρίου.Σκύβω να της φιλήσω το χέρι, όμως προλαβαίνει και σκύβει εκείνη πρώτη, μου φιλάει το δικό μου, δυο φορές. Κατε­βαίνω αργά τα σκαλοπάτια πού πάνε στον κήπο. Και γυρίζοντας πίσω το κεφά­λι μου, τη βλέπω να έχει βγεΐ στό κεφαλόσκαλο, να στέκεται έκεΐ στο αψύ αγιάζι του βουνίσιου όρθρου και να με θωρεϊ πού φεύγω. Είναι σαν ένας ίσκιος, φρύγανο πού έτσι να κάνει ό πρωινός άνεμος θα το πάρει. Για τελευταία φορά μου φωνάζει ελληνικά: — «Χριστός Ανέστη!» και γνέ­φει με τ' αχνό, βασανισμένο από την αρ­ρώστια χεράκι της.Γριούλα καλόγρια της Μολδαβίας, δε θα σε ξαναδώ σε τούτη τη ζωή. Όμως όταν θ' ακούω να γλυκοσημαίνουν οί κα­μπάνες του εσπερινού, όταν κάπου θα μοΰρχεται μυρωδιά από βουνό νυχτωμέ­νο, πού λιβανίζει δροσερά κάτω από τ' αστέρια, θα οέ θυμάμαι. Γύρω σου, οί άν­θρωποι αναταράζονται, δέρνονται, βουίζουν, βάζουν προβλήματα, τα μπλέκουν,πιάνονται ατά χέρια, σκοτώνονται. Έσύ στέκεσαι εκεί, όρθια, και λυώνεις. Άργοκαίγεσαι μέσα στην ερημιά του βουνού, λαμπάδα πού ό άνεμος δέν τη σβύνει, ό καϋμός δεν τη λυγίζει, στέρεα, ταπεινή. Στό στερεμένο στήθος σου δίνει την αιώ­νια μάχη της ή λαχτάρα του ανθρώπου για συνεννόηση, επικοινωνία. Γριούλα καλό­γρια της Μολδαβίας, με δίδαξες πώς οϊ ανθρώπινες ψυχές ψάχνονται να συναντηθούν απελπισμένα μέσα στην ερημιά του κόσμου τούτου, άποζητιόνται, διψάνε να ψηλαφιστούν κάτω από το τρυφερό καϊ ματωμένο λάβαρο της αγάπης. Δέο­μαι, γριούλα καλόγρια τήςΜολδαβίας, ν' απαντήσεις έτσι καθώς σε γνώρισα, χαμο­γελαστή, και τον αφέντη το Χάρο, σαν έρθει ή ώρα. Δίχως έναν ίσκιο πάνω στο φρύδι σου το γαληνό.Χριστός Ανέστη!-

Από   το   
βιβλίο   του   "Αγγέλου   Τερζάκη   Προσανατολισμός   στον  αίώνα,    Αθήνα   1983,Εκδόσεις των Φίλων

 Μεταφορά στο διαδίκτυο-www.proskynitis.blogspot.com

Περί της Παρθένου της δια Χριστόν σαλής.



site analysis




















Σ’ ένα γυναικείο Μοναστήρι ήταν μια μοναχή που έκανε την τρελή και πως τάχα είχε δαιμόνιο. Με τον τρόπο αυτό η ευλογημένη κόρη έπλεκε το στεφάνι της αρετής. Τόσο πολύ την εσυχαίνονταν οι άλλες αδελφές, δεν την καταδέχονταν να καθίσει μαζί τους στην τράπε...ζα. Εκείνη όμως χαιρόταν για την καταφρόνηση που της έκαναν. Δούλευε πάντοτε στο μαγειρείο της Μονής και υπηρετούσε όλους αγόγγυστα και με προθυμία. ήταν, κατά την παροιμία, ένα σφουγγάρι υπομονής. Αυτή η ευλογημένη εφάρμοζε την εντολή του Κυρίου: Εκείνος που θέλει να γίνει πρώτος και μεγαλύτερος από όλους, πρέπει να γίνει τελευταίος και υπηρέτης όλων. Τα κεφάλια των άλλων παρθένων είναι κουρευμένα και σκεπάζονται με τα κουκούλια που φορούν. Εκείνη δε η ευλογημένη έριχνε στο κεφάλι της ένα καταμπαλωμένο ρούχο και με εκείνο έκανε πάντοτε τις υπηρεσίες της. Δεν την είδε ποτέ καμιά μοναχή να μασά τροφή, Ούτε στην τράπεζα κάθισε καμιά φορά, ούτε ένα κομμάτι ψωμί δε την είδε καμιά να πάρει για να φάγει, αλλά έτρωγε μόνο τα ψίχουλα που καθάριζε την τράπεζα και από τα ξεπλύματα των καζανιών και των πιάτων. Ούτε έτρωγε και κανένα άλλο φαγητό. Πάντοτε περπατούσε με γυμνά πόδια, χωρίς παπούτσια. Ποτέ δεν γόγγυσε ούτε έβρισε, ούτε καν μιλούσε σε καμιά αδελφή, παρ' όλο που όλες την έβριζαν και την κοροΐδευαν και πολλές φορές την κτυπούσαν μερικές άτακτες αδελφές. Εκείνο το καιρό ζούσε ο περίφημος ασκητής Πιτηρούμ, που ασκήτευε και αγωνιζόταν εναντίον των δαιμόνων στη σκήτη Πορφυρίτης. Σ' αυτόν τον Όσιο φάνηκε άγγελος Κυρίου και του φανέρωσε τα κατά τη φαινόμενη σαλή παρθένο, λέγοντας του. "Τι σου φαίνεται, Πιτηρούμ; Με το να βρίσκεσαι στην έρημο αυτή νομίζεις ότι έφτασες σε μέτρα τελειότητας; Αν θέλεις να δεις γυναίκα να σε ξεπερνά στην άσκηση και η οποία έφτασε στα μέτρα της τελειότητας, πήγαινε στο γυναικείο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών και εκεί θα βρεις μια μοναχή που φορεί κορώνα στο κεφάλι της. Εκείνη λοιπόν είναι ανώτερη και αξιότερη από σένα, γιατί με το να υπηρετεί τόσο πλήθος μοναχών και παρ' όλο που καταφρονείται απ' όλες, δε λείπει από το στόμα της και το νου της η θεωρητική προσευχή. Τότε σηκώθηκε ο όσιος, πήρε μαζί του τους πιο άξιους μοναχούς και πήγε στο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών παρθένων, οι οποίες δέχτηκαν τον Μέγα Πιτηρούμ με πολλή ευλάβεια. Τότε πρόσταξε ο άγιος και ήλθαν μπροστά του όλες οι μοναχές, χωρίς την σαλή. Ο Όσιος όμως δεν έβλεπε αυτήν που του είχε πει ο άγγελος, και λέγει• δεν ήλθαν όλες λείπει μια. Οι μοναχές αποκρίθηκαν και είπαν ότι όλες εδώ είμαστε, πάτερ, εκτός μιας σαλής που βρίσκεται στο μαγειρείο. Ο Όσιος λέγει• ας έλθει και εκείνη να την ιδώ. Πήγαν και με τη βία την έσυραν και την έφεραν μπροστά στον Όσιο, ο οποίος την αναγνώρισε. Μόλις την έφεραν και την είδε ο Πιτηρούμ στο σχήμα που του είχε πει ο άγγελος, έπεσε στα πόδια της και ζητούσε με ταπείνωση να τον ευλογήσει. Το ίδιο έκαμε και η σαλή πέφτοντας στα πόδια του αγίου ζητούσε να την ευλογήσει φωνάζοντας, ευλόγησον με κύριε μου. Βλέποντας αυτά οι άλλες μοναχές στέκονταν άφωνες και θαύμαζαν• ωστόσο είπαν στον Όσιο: Αυτή είναι σαλή και να μην ενοχλείται από αυτήν. Ο Όσιος απάντησε˙ σεις είστε οι σαλές, αυτή η ευλογημένη, είναι πραγματικά σοφή και αγία και δε θα μπορέσουμε να τη φτάσουμε στα μέτρα της αγιότητας. Και μακάρι να βρεθώ σαν αυτήν άξιος την ημέρα της κρίσεως. Όταν άκουσαν αυτά οι άλλες μοναχές έπεσαν στα πόδια του αγίου και εξομολογούνταν αυτά που έκαναν στην αδελφή εκείνη. Η μια έλεγε, εγώ την έβριζα, άλλη έλεγε, εγώ την περιγελούσα, και άλλη, εγώ πολλές φορές την έλουζα με τα ξεπλύματα των πιάτων, και άλλη εγώ της έβαζα πιπέρι στη μύτη κλπ. Ο Όσιος δέχτηκε την εξομολόγηση τους και παρεκάλεσε και την σαλή, και τις συγχώρησε από καρδιάς. Λυπήθηκε όμως, γιατί δεν την ενοχλούσαν πλέον, αλλά την ευλαβούνταν και την τιμούσαν σαν αγία. Για να αποφύγει τις τιμές των ανθρώπων αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι και δεν έμαθε κανένας που είχε πάει η που βρίσκεται.
ΛΕΙΜΩΝΑΣ

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ



site analysis



 
Εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει φερώνυμος Σκήτη ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ εἶναι ἡ μεγαλύτερα καὶ ἀρχαιότερα τῶν ἰδιορρύθμων Σκητῶν. Ἂς σημειωθῆ δὲ, ὅτι καμμία ἄλλη ἑορτὴ (γυναικεία) δὲν ἑορτάζεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος εἰμὴ μόνον τῆς «Γιαγιᾶς», ὡς ὀνομάζεται χαϊδευτικῶς, ἀπὸ τοὺς μοναχούς.
Ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (1669—1707) Νοταρᾶς, ὁ Πελοποννήσιος, ἐν τῇ Δωδεκαβίβλῳ αὐτοῦ ἀναφέρει τάδε: «Ἡ νῦν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης εἰς τόπον τραχὺν καὶ κρημνώδη ἤρξατο οἰκοδομηθῆναι περὶ τὸ 1680, διὰ συνεργίας τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ ἐξ Ἄνδρου, ὅστις παρητήσατο τὸν Θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἐξ αἰτίας ταύτης. Ἐν ἐπίσημῳ τινι ἡμέρᾳ, ἐνοχλουμένου τοῦ Πατριάρχου τούτου ὑπὸ πολλῶν, ὤφθη πτωχὸς τις ζητῶν θεωρηθῆναι τὸ δίκαιον αὐτοῦ παρὰ τοῦ Πατριάρχου καὶ ἐβόα: "Θεώρησόν μου τὸ δίκαιον".Λέγει αὐτῷ ὁ Πατριάρχης: "Οὐχ ὁρᾷς πόσην σύγχυσιν ἔχω καὶ ζητεῖς μοι καὶ σὺ τὸ δίκαιόν σου νὰ θεωρήσω;" Λέγει ὁ πτωχός• "ἂν τὸ δίκαιόν μου οὐ δύνασαι ἰδεῖν, μὴ Πατριάρχευε". Ἤθελεν ὅμως ἀνταποκριθῆναι καὶ τὸν Πατριάρχην. "Καὶ τί νὰ κάμω, ἂν μὴ Πατριαρχεύσω;" Λέγει ὁ πτωχός• "πήγαινε εἰς τὸ Ὄρος νὰ σώσῃς τὴν ψυχήν σου". Καὶ μὲ τὸν λόγον τοῦτον ἔγινεν ἀφανὴς ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ πτωχὸς καὶ οὐχ εὑρέθη. Ὅθεν ἐγνω ἐκ θείας ἄφατου οἰκονομίας γενέσθαι τὴν ὀπτασίαν ἐκείνην καὶ οὕτω παρῃτήσατο καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Ὄρος πολλῶν καλῶν ἐγένετο πρόξενος μετὰ τῶν ἄλλων δὲ καὶ τούτου, τῆς Σκήτης.
Προεκατοίκησαν ἐν τῇ Σκήτῃ δυὸ ἢ τρεῖς Ἡσυχασταὶ ἔχοντες μετ᾿ αὐτοῦ γνωριμίαν, οἵτινες καὶ μικρὰν εἶχον Καλύβην καὶ Ναὸν σμικρότατον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Συνέβη τότε νὰ ἔλθουν ἐξ Ἀσίας τινὲς καὶ φέρουν εἰς τὰ Κελλία τῆς Προβάτας (Κελλίον Ἁγίου Γεωργίου) τὸν πόδα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ ἐφανέρωσαν περὶ τούτου τῷ Πατριάρχῃ ζητοῦντες συμβουλὴν τί νὰ κάμωσιν.
Ἔχων δὲ κλίσιν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸν τόπον τοῦτον συνεβούλευσεν αὐτοῖς, νὰ οἰκοδομήσωσι Ναὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ νὰ ἀφιερώσωσιν ἐν αὐτῷ τὸν πόδα καὶ νὰ ἡσυχάσωσι καὶ οἱ ἴδιοι κτίζοντες οἰκήματα• καὶ ἔδωκε καὶ τὴν δαπάνην τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Ναοῦ ὁ Πατριάρχης καὶ ὠκοδομήθη μικρὸς Ναὸς τότε. Διότι ὁ νῦν μέγιστος καὶ κάλλιστος ἐγένετο ἔπειτα.
Ἔκτοτε ὁ τόπος ἔλαβε τὴν ὀνομασίαν «ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ» καὶ ἔπαυσε τὸ ὄνομα τῶν «Βουλευτηρίων». Πρὸ δὲ τούτου, πανταχοῦ τῶν «βουλευτηρίων» εὑρίσκομεν λεγόμενον. Ἐκ τοῦ Κώδικος δὲ τῆς Σκήτεως μανθάνομεν ὅτι ὁ ποῦς τῆς Ἁγίας Ἄννης προσεκομίσθη τῷ 1686.
Κατὰ τῷ 1753 Κύριλλος ὁ 5ος ἐκύρωσε τὴν κανονισθεῖσαν τάξιν ἐν τῇ Σκήτῃ καὶ τοῦ ὁποίου σῴζεται ἐν τῇ Σκήτῃ τὸ μέγα εὐρύχωρον Πατριαρχικὸν Κελλίον «ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ», ἱδρυθὲν τῷ 1759. Οὗτος ἀπεβίωσε καὶ ἐτάφη ἐνταῦθα.
Ἡ Σκήτη αὕτη φαίνεται ὅτι ἱδρύθη σχεδὸν συγχρόνως τῇ Λαύρᾳ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἡ ἐν ἀρχῇ τοῦ 11ου αἰῶνος (1007) ὑπὸ διάφορον ὅμως ἐπωνυμίαν. Εἶναι αἱ Καλύβαι αὐτῆς ἐπὶ τραχέων καὶ κρημνωδῶν μερῶν ἐνιδρυμέναι, φαίνονται δὲ εἰς τὸν ἀνιόντα πρὸς αὐτὰς ὡς μετέωρά τινα λευκάζοντα ἐν μέσῳ χλοερῶν λοχμῶν.
Εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Μεγίστης Λαύρας ὑπάρχει Ἑλληνικὴ «Σκήτη τῆς θεοπρομήτορος Ἁγίας Ἄννης», ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχαιότερα καὶ μεγαλύτερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κατὰ τὸ ἔτος 1780 εἶχε Καλύβας 60. Τὸ 1903 εἶχε 55 καὶ περὶ τοὺς 165 Ἀσκητάς. Ἀπὸ τὴν Λαύραν ἀπέχει 4 ὥρας.
Ἀπὸ τῆς Κερασιᾶς, εἰς ἀπόστασιν 1 ὥρας καὶ 30 λεπτῶν, άφοῦ διέλθῃ τις κατ᾿ ἀρχὰς μὲν ὁμαλὴν ὁδόν, εἶτα δὲ ἀνωφερῆ καὶ βραχώδη καὶ τἀνάπαλιν, φθάνει εἰς τὴν θέσιν ὅπου ὑπάρχει ὁ λεγόμενος Σταυρὸς τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τῆς Λαύρας, τὸν ὁποῖον ἐχάραξεν ἐπὶ τοῦ αὐτόθι μεγάλου βράχου διὰ τοῦ δακτύλου αὐτοῦ.
Ἐκ τῆς θέσεως ταύτης θεᾶται τις τὰ Κελλία τῆς Σκήτεως Μεγάλης Ἁγίας Ἄννης. Ἐκεῖθεν μετὰ 15λεπτον πορείαν, ἀφικνεῖται δι᾿ ἀποτόμων καὶ κρημνωδῶν ἀτραπῶν εἰς τὴν ρηθεῖσαν Σκήτην, κειμένην εἰς ὕψος 340 μέτρων ὡς ἔγγιστα ἄνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης.
Παρὰ τὸν Ὅρμον τῆς Σκήτεως, ἀφιστάμενον ἀπ᾿ αὐτῆς ἐν ἀναβάσει ¾ της ὥρας, κατὰ τὴν θέσιν Αὐλάκι εἶχεν ἱδρυθῇ τὸ πάλαι τὸ Μοναστήριον τῶν «Βουλευτηρίων», τανῦν «Ἅγιος Ἐλευθέριος», ὅπου ὑφίστατο τῷ 1010.
Καταστραφέντος ὅμως ὑπὸ ληστοπειρατῶν Ἀράβων, ὁ τελευταῖος Ἡγούμενος αὐτοῦ Γερόντιος ἀνῆλθεν εἰς τὰ ὑψηλότερα ὀρεινὰ καὶ κρημνώδη μέρη καὶ ἀνήγειρε τὸ Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὑφιστάμενον καὶ νῦν μετὰ τῆς Πηγῆς τοῦ Ἁγιάσματος, ἥτις παραδόξως ποτὲ δὲν ὑπερεκχειλίζει, ἀλλ᾿ οὐδὲ μειοῦται ὅσον καὶ ἂν ἀντλῇ τις. Ἕτεροι δ᾿ ὡσαύτως Μοναχοὶ τοῦ καταστραφέντος Μοναστηριοῦ κατέφυγον ἄνωθεν τῶν Καυσοκαλυβίων, ἱδρύσαντες τὸ Μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.
Ἐν τῇ Σκήτῃ ταύτῃ καλλιεργεῖται τὸ Καλαμῶδες φυτόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγονται κόκκοι σκληροὶ καὶ φαιόχροοι, καλούμενοι ἐν Ἅγιῳ Ὄρει τὰ «ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Τούτους τοὺς καρποὺς οἱ Ἀσκηταὶ τοὺς κατασκευάζουσι κομβολόγια, συνδέοντες διὰ σύρματος, ὅπερ διαπερῶσι διὰ τῶν φύσει ὑπαρχουσῶν διατρήσεων αὐτῶν.
Ἀπεκλήθησαν δὲ δάκρυα τῆς Παναγίας, ὑπὸ τῶν Ἡσυχαστῶν, διότι ἡ Παναγία ἐμφανισθεῖσα εἰς τὸν ἐν τῇ Καλύβῃ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος διαμένοντα Γέροντα ὑπέδειξεν αὐτῷ τὴν καλλιέργειαν τοῦ φυτοῦ τούτου πρὸς πόρον ζωῆς, καθ᾿ ὃν χρόνον ἡδημόνει δακρύων, μὴ δυνάμενος ἕνεκα γήρατος νὰ προσπορίζεται τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτοῦ.
Ἡ εἰς τὰς ὑψηλοτέρας κλιτύας κειμένη Καλύβη εἶναι ἡ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἐκ τῆς ὁποίας διὰ πολυαρίθμων βαθμίδων κατέρχεταί τις εἰς τὴν Σκήτην εἶναι δὲ λίαν ἀπομεμονωμένη, προσβληθεῖσα πολλάκις ὑπὸ λῃστῶν. Ἐν τῇ Σκήτῃ ταύτῃ ἀφθονοῦσι τὰ ψυχρὰ καὶ διαυγῆ ὕδατα τοῦ Ἄθω, διὰ τῶν ὁποίων οἱ Ἀσκηταὶ συντηροῦσιν ἐν ταῖς βραχώδεσι περιοχαῖς αὐτῶν ἐλαιῶνας, λεμονεῶνας καὶ πορτοκαλεῶνας πολλούς.
Ἐν τῷ Κυριακῷ τῆς Σκήτεως ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἑξῆς ΑΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ: Τμῆμα τῆς Κάρας τοῦ Ὁσιομάρτυρος Νεκταρίου τοῦ Νέου, καὶ τῶν νέων Ὁσιομαρτύρων ΙΓΝΑΤΙΟΥ, ΕΥΘΥΜΙΟΥ καὶ ΑΚΑΚΙΟΥ, ἐκ τῆς Σκήτεως Ἰβήρων, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ κ.λπ. Ἐγγὺς τοῦ Κυριακοῦ εὑρίσκεται τὸ Κοιμητήριον ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῆς ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ τιμώμενον καὶ ἱδρυθὲν ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Μητροπολίτου Νεοφύτου Μαυρομμάτη τῷ 1729.
Ἀπὸ τοῦ 17ου αἰῶνος συνεκεντρώθησαν ἡσυχασταί τινες εἰς τὰς τῆς Μεγάλης Ἁγίας Ἄννης κλιτύας καὶ εἰς ἀπόστασιν ἀπ᾿ αὐτῆς 30 λεπτῶν τῆς ὥρας καὶ ἀπήρτησαν τὴν Σκήτην τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης ἐπὶ ξηροῦ, ἀνύδρου καὶ λιθώδους τόπου τῶν ἀποτομωτάτων καὶ ὑπερκειμένων τῆς θαλάσσης βράχων.

Η ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΖΝΤΑΛ (+ 1542)



site analysis




Η Οσία Σοφία -κατά κόσμον Σολομωνή- ήταν Pριγκίπισσα και κόρη του ευγενούς Γιούρι Σαμπούρωβ. Το 1505 παντρεύτηκε τον διαδόχο του Ρωσικού Θρόνου, Μεγάλο Πρίγκηπα Βασίλειο Γ'  Ιβάνοβιτς. Παρά την φυσική ομορφιά της και τις αρετές της, ο γάμος τους δεν ήταν ευτυχισμένος, επειδή η Σοφία δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Έτσι  ο  Ηγεμόνας, τρομοκρατημένος από τη σκέψη ότι θα κληρονομήσουν τον θρόνο οι διάδοχοι του αδελφού του, παντρεύτηκε την Έλενα Γκλίνσκι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου 1525 διέταξε την Σολομωνή να γίνει μοναχή. (Από  τον  γάμο  αυτό  γεννήθηκε  ο  Ιβάν  Δ΄ ο  Τρομερός).  Έτσι η Σολομωνή υποχρεώθηκε να γίνει μοναχή στη Μονή τoυ Γενεθλίου της Θεοτόκου στη Μόσχα, ενώ αργότερα την έστειλαν στη Μονή της Αγίας Σκέπης στο Σουζνταλ. Εδώ με ασκητικούς αγώνες κατάφερε να νικήσει τα πάθη και να αφιερώσει νου και καρδιά στον Θεό.
Ο Πρίγκηπας Κουρμπσκι ονόμασε την μοναχή Σοφία ''Μάρτυρα''. Σε μια παλιά σημείωση από τους "Βίους Αγίων", η Οσία Σοφία ονομάζετε ως «Αγία Πριγκίπισσα Σοφία η Θαυματουργή, η οποία έζησε στη Μονή της Αγίας Σκέπης».
Από τον καιρό του Μεγάλου  Ηγεμόνα Θεοδώρου  Ιβάνοβιτς τιμώνταν ως Αγία. Η Τσαρίνα Ειρήνη είχε στείλει ''στην Πριγκίπισσα Σολομωνή, νυν Σοφία, ένα υφαντό από βελούδο, το οποίο αναπαριστούσε τον Σωτήρα Χριστό μαζί με Αγίους".
Ο Πατριάρχης Μόσχας Ιωσήφ είχε ζητήσει από τον Επίσκοπο Σουζντάλ Σεραπίωνα, να τελέσει Τρισάγιο στον τάφο της οσίας μοναχής Σοφίας.
Η Οσία Σοφία εκοιμήθη το 1542. Στον τάφο της τελούνταν κατά καιρούς πολλά θαύματα. Η μνήμη της τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου. Το Λείψανό της βρίσκεται στην Ι. Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, στη Μόσχα.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Η ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΙΑ Η ΠΡΩΤΗ ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ DIVEEVO.



site analysis






Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ
Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ.



ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΛΙΤΑΝΙΑ
ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΝ
ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΑΡΙΑΣ USHAKOVA.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Ἡ Ἁγία Νόννα-05 Aυγούστου



site analysis

 γία ατ νήκει στ μερίδα τν χριστιανν γυναικν, κα μητέρων, πο μ τ φς το ησο Χριστο λάμπρυναν τ στερέωμα τς χριστιανικς στορίας. Εσεβής, γνή, μ θερμ πίστη, μ διαμαντένιο χαρακτρα, μ πολλ μελέτη κα κριβ γνώση τν δογμάτων κα τν ντολν τς χριστιανικς θρησκείας, ναδείχτηκε  καλς γγελος το σπιτιο της.
 σύζυγός της Γρηγόριος εχε πέσει στν αρεση τν ψισταρίων, ποδεχόταν μονοπρόσωπο τν ψιστο κα πέρριπτε τν Τριαδικ Θεό.λλ  Νόννα μ τς προσευχές της κα τν πειθώ, πο ξασκοσε μσοφία κα στοργή, πανέφερε τν σύζυγό της στν ρθόδοξο δρόμο,γι ν ναδειχθε στ συνέχεια νας π τος πι εσεβεςπισκόπους της κκλησίας μας.
πειτα  Νόννα, δειξε τόσο μεγάλη προσοχ στν νατροφ τν παιδιν της, στε νέδειξε πολύτιμες δυνάμεις κα ξοχα κοσμήματα τς χριστιανικς πίστης. Κα ατ ταν,  μεγάλος πατέρας τς κκλησίας μας Γρηγόριος  Θεολόγος,  λλος γιός της Καισάριος κα  πασίγνωστη – γι τν εσέβειά της – κόρη της Γοργονία.
τσι  Νόννα ποτελε παράδειγμα γι μίμηση στς κοινωνίες, πο θέλουν ν ντλον π τν οκογένεια χριστιανικ τόνωση, κα νικηφόρες δυνάμεις κατ τν σεβν δοξασιν κα τς τυραννίας τν παθν.
 γία Νόννα πεβίωσε ερηνικά.

Οἱ Ὁσίες Θεοδώρα καὶ Θεοπίστη ἡ θυγατέρα της ἐξ Αἰγίνης



site analysis


Ἡ Ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε στὴν Αἴγινα.
Μετὰ τὸν γάμο της, ᾖλθε στὴ Θεσσαλονίκη λόγω ἐπιδρομῶν τῶν Σαρακινῶν. Ἀσπάστηκε τὸν μοναχισμὸ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της καὶ μπῆκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου μὲ τὴν θυγατέρα της Θεοπίστη.
Ἔζησε μὲ πολλὴ ἀρετὴ καὶ κοιμήθηκε τὸ 892.
Ἑορτάζονται τὴν 29η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἡ γιορτὴ τους μεταφέρθηκε τὴν 3η Αὐγούστου λόγω τῆς γιορτῆς τῆς ἀποτομῆς τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου.