Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Η μακαρία Γερόντισσα Θεοσέμνη της Μονής Χρυσοπηγής Χανίων († 31 Μαΐου 2000)



site analysis



Είναι ευχής έργον και πρόνοια του Θεού πού υπάρχουν ακόμη στην εποχή μας αγίες μορφές πού μας καθοδηγούν και μας εμπνέουν, αλλά προπαντός μας βεβαιώνουν ότι η αγιότητα δεν είναι ένα άπιαστο για την εποχή μας όνειρο. Μια σεμνοπρεπής μορφή πού σφράγισε την Ιερά Μονή Χρυσοπηγής και ίσως και ολόκληρη τη Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου είναι η μακαριστή Γερόντισσα της Μονής Θεοσέμνη. Από τότε πού ήταν εν ζωή, αλλά ακόμη περισσότερο μετά την κοίμησή της, ο τάφος της έγινε σημείο αναφοράς για τους πολυάριθμους προσκυνητές πού καταφεύγουν σε κείνην και την επικαλούνται. Η Γερόντισσα Θεοσέμνη έζησε και κοιμήθηκε οσίως ως άνθρωπος και ως μοναχή.
Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1938 από ευσεβείς γονείς και ονομαζόταν Αναστασία Αριστέα Δήμτσα. Ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειάς της και σε ηλικία τεσσάρων ετών έχασε τον πατέρα της και η φροντίδα της οικογενείας έμεινε στην αφοσιωμένη στο Θεό νέα χήρα μητέρα της η οποία καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Από μικρό παιδί έτρεφε θερμή αγάπη για τον Χριστό και την Εκκλησία και έτρεχε στις ακολουθίες και στις ολονύκτιες αγρυπνίες με ζήλο πρωτοφανή για την ηλικία της. Συμμετείχε επίσης με μεγάλο ενθουσιασμό σε νεανικές δραστηριότητες στο χώρο της Εκκλησίας και είχε εκδηλώσει την κλίση της για την ιεραποστολική διακονία από πολύ νωρίς.
Από το 1976 πού ανέλαβε την ερειπωμένη Ιερά Μονή Χρυσοπηγης και επί 24 χρόνια εργάστηκε σιωπηλά και με τέλεια αυταπάρνηση, με αποτέλεσμα το Μοναστήρι της να γίνει μία πνευματική όαση για την γύρω περιοχή, αλλά και για χιλιάδες ψυχές πού κατέφευγαν κοντά της. Η πνευματική της παρουσία και το ασκητικό της παράδειγμα παρακίνησαν πολλές ψυχές να αφοσιωθούν στο Νυμφίο Χριστό κι εκείνη ως φιλόστοργη μητέρα τις παιδαγωγούσε και τις κατάρτιζε εν Κυρίω.
Η ζωή της αείμνηστης Γερόντισσας είναι ένα συναξάρι τελείας κενώσεως και μαρτυρικής εν σιωπή και ταπεινώσει ασκήσεως, όπως γράφει η Γερόντισσα της Μονής Θεοξένη. Στο μικρό πόνημα πού έγραψαν ως ευλαβικό αφιέρωμα οι μοναχές της Ι.Μ. Χρυσοπηγής αναφέρουν ότι μόνο λίγες πτυχές της ζωής θα αναφέρουν προς το παρόν και ό,τι αναφερθεί θα είναι πολύ λίγο μπροστά σ’ αυτό πού ήταν και βίωσε η μακαριστή Γερόντισσα Θεοσέμνη. Η δυσκολία στο να αναφερθεί κανείς στην αγία της βιοτή πηγάζει και από το γεγονός ότι είναι δύσκολο να απαριθμηθούν οι αρετές και η πνευματική κατάσταση ενός ανθρώπου πού μιλούσε με τη σιωπή.
Η Γερόντισσα Θεοσέμνη ήταν πρότυπο μοναχής σύμφωνα με τις διδαχές των Πατέρων. Συνδύαζε σπάνια χαρίσματα και μεγάλες ικανότητες σε όλα τα θέματα. Ήταν δραστήρια και ενεργητική, αλλά παράλληλα ασκητική και ησυχαστική. Ήταν εκ φύσεως σιωπηλή και αφανής στις σχέσεις της με τους ανθρώπους, και είχε την τέχνη να κρύβει ακόμα και από τους κοντινούς της ανθρώπους τις μεγάλες της ικανότητες και αρετές. Παρόλο πού η ίδια ηταν ώριμη, οργανωτική, μεθοδική, οξύνους και παρατηρητική, παρουσίαζε πάντοτε το αποτέλεσμα της εργασίας ως συλλογική κοινή εργασία κι έτσι δίδασκε τις αδελφές να μην επιδιώκουν ποτέ την προσωπική τους προβολή.
Η Γερόντισσα ουδέποτε πίστεψε στα πολλά της χαρίσματα. Τη διέκρινε βαθειά ταπείνωση και όχι απλή, συνηθισμένη ταπεινολογία ή αξιοπρεπής σεμνότητα.
Ασκούσε τη διοίκηση της Μονής εντελώς αθόρυβα. Γνώριζε με διάκριση σε ποιά αδελφή έπρεπε να αναθέσει το κάθε διακόνημα ή την συγκεκριμένη ευθύνη αξιοποιώντας τα χαρίσματα όλων. Και όπως με μοναδικό τρόπο περιποιόταν τα δέντρα, γνωρίζοντας ποιό κλαδί πρέπει να μείνει και ποιό να αφαιρεθεί, για να ανθίσει το δέντρο και να καρπίσει, το ίδιο έκανε και με την Αδελφότητα. Απ’ όποιον χώρο ή διακόνημα της Μονης διερχόταν, είχε την παρατηρητικότητα να διακρίνει τί έπρεπε να διορθωθεί ή να βελτιωθεί και αυτό γινόταν πάντοτε με σεμνότητα και μία λακωνική εξήγηση.
Η ίδια έκανε διάφορα διακονήματα της Μονης, χωρίς να περιορίζεται στην εκτέλεση των ηγουμενικών καθηκόντων. Αξιοποιούσε το χρόνο με απερίγραπτη δημιουργικότητα.
Όταν διαπίστωνε ότι ένας τομέας διακονίας στο μοναστήρι παρουσίαζε καθυστέρηση ή αναποτελεσματικότητα, χωρίς εκνευρισμό ή ένταση εμπλεκόταν η ίδια στο διακόνημα, με εκείνη την απαράμιλλη απλότητα πού τη χαρακτήριζε, λέγοντας: “Για να δούμε, αδελφές, με υπομονή, πώς αλλιώς μπορεί να γίνει…”. Και, βεβαίως, έβρισκε πάντοτε λύση.
Η Γερόντισσα σεβόταν απεριόριστα όλες τις αδελφές και κανείς δεν την άκουσε ποτέ να μιλήσει προσβλητικά. Δεν συμβούλευε κανέναν, αν δεν της το ζητούσε, ούτε τις μοναχές της Μονής μας, παρά μόνο σπάνια. Και όταν το έκανε, μεμφόταν γι’ αυτό τον εαυτό της, λέγοντάς μας ότι δεν είναι άξια να μας διδάξει. Για τα δικά μας σφάλματα και τις ελλείψεις θεωρούσε τον εαυτό της υπαίτιο.
Είχε το χάρισμα να διοικεί και να κατευθύνει την αδελφότητα χωρίς να ταράζεται, να υψώνει τη φωνή, να ελέγχει ή να απειλεί με κανόνες. Γενικά δεν έβαζε κανόνες. Αν κάποτε το έκανε, ήταν πολύ λυπημένη, γι’ αυτό έσπευδε να εκτελέσει πρώτη τον κανόνα πού είχε δώσει στην αδελφή.
Ουδέποτε αποδέχτηκε ως ηγουμένη εξυπηρετήσεις ή προνόμια. Αν χρειαζόταν κάτι ενώ εργαζόταν, δεν έστελνε κάποια αδελφή να της το φέρει, αλλά σαν μικρό παιδί έτρεχε μόνη της να το πάρει. Στις ενστάσεις μας σχετικά με αυτό απαντούσε ειρηνικά: Ευλόγησον αισθάνομαι ότι έτσι πρέπει να ενεργούμε στο μοναστήρι”.
Δεν κρατούσε για τον εαυτό της ποτέ κανένα από τα δώρα πού της έφερναν. Τα έδινε αμέσως, για να μοιραστούν στις αδελφές.
Όταν της επιμέναμε να κρατήσει ένα εργαλείο, για να το χρησιμοποιεί μόνο εκείνη -είχε μεγάλη επιδεξιότητα σε τεχνικά πράγματα-, δίσταζε να το κάνει και έλεγε ότι τα εργαλεία, όπως όλα τα αντικείμενα, πρέπει να είναι σε κοινή χρήση στο μοναστήρι. Μολονότι η ίδια ήξερε να χειρίζεται εργαλεία και μηχανήματα με σπάνια ικανότητα, υπέμενε ως άσκηση τη φθορά πού προκαλούσε η χρήση τους από όλη την αδελφότητα.
Η Γερόντισσα ήταν απέραντα ελεήμων. Αγαπούσε και σεβόταν βαθιά, χωρίς καμία διάκριση, τους ανθρώπους πού βρίσκονταν σε ανάγκη και απορία. Κανείς δεν έφυγε ποτέ από τη Μονή με άδεια χέρια· δεν παρέλειπε ούτε εκείνους πού, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το μοναστήρι. Τόση ήταν η χαρά της όταν έδινε, πού ένιωθε την ανάγκη να ευχαριστήσει γι’ αυτό.
Η Γερόντισσα αγαπούσε πολύ να κρύβεται μέσα στην αδελφότητα. Γενικά δεν παρουσιαζόταν στους επισκέπτες, ιδιαίτερα όταν έρχονταν πολλοί άνθρωποι στο μοναστήρι. Επιδίωκε να είναι μακριά από τον κόσμο. Ενώ συμπονούσε τους άνθρώπους και προσευχόταν πολύ για τα προβλήματά τους, απέφευγε συστηματικά να εμπλέκεται σε συναναστροφή μαζί τους. “Αυτό, έλεγε, είναι διακόνημα της αρχοντάρισσας” και με τον τρόπο αυτόν δίδασκε στις αδελφές να μην επιδιώκουν τις συναναστροφές και τις συνομιλίες με προσκυνητές, γνωστούς ή συγγενείς. ‘Ελεγε, χαρακτηριστικά, ότι η πνευματική ζωή του μοναχού αυξάνει στην απομόνωση και στη σιωπή.
Λεπτολογούσε κάθε πτυχή της μοναχικής ζωής και δεν προσπερνούσε τίποτα ως ασήμαντο ή λεπτομερές. Δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να αποφασίζει αλλαγές, μένοντας πάντοτε πιστή στο πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ουδέποτε έδινε ευλογία να γίνει κατάλυση, αν δεν ήταν σημειωμένη στο Ωρολόγιο.
Ακόμα και ο άσθενής τηρούσε το τυπικό της νηστείας απαρέγκλιτα. Όταν κάποτε είχαμε βρεθεί εκτός Μονής, αρχή Μεγάλης Σαρακοστής, για ακτινοθεραπεία, τήρησε το τριήμερο με απόλυτη ακρίβεια και έκανε την πρώτη ακτινοβολία, Τετάρτη απόγευμα της πρώτης εβδομάδας, μετά την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Σε όλη την περίοδο της ασθένειάς της, παρά τις επίμονες παρακλήσεις μας, ουδέποτε εξέφρασε επιθυμία για κάποιο είδος φαγητού, αλλά δεχόταν με ευγνωμοσύνη οποιαδήποτε τροφή της προσφερόταν.
Η μακαρία Γερόντισσα Θεοσέμνη δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, για τίποτα, για κανέναν.
Θεωρούσε το μαρτύριο και την εξουθένωση συνώνυμα της μοναχικής ζωής, έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Θεός επιτρέπει τις δοκιμασίες για τη σωτηρία μας.
Πάντοτε σκέπαζε τα λάθη των άλλων, ουδέποτε απέδωσε ευθύνες σε κανέναν και δεν ακούσαμε ποτέ κρίση, κατάκριση ή παράπονο για κάποιο πρόσωπο πού την είχε αδικήσει ή συκοφαντήσει. Συγχωρούσε και αγαπούσε τους πάντες αβίαστα, χωρίς προσπάθεια, γι’ αυτό και όλοι αισθάνονταν οικειότητα μαζί της, παρά τη σοβαρή και μετρημένη παρουσία της. Εκείνη, ωστόσο, πίστευε ότι δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το αυτονόητο χρέος του μοναχού.
Όταν κάποτε, στο τέλος της επίγειας ζωής της, τολμήσαμε να της υπενθυμίσουμε γεγονότα σπάνιας θυσίας και ταπείνωσης, απάντησε λακωνικά: “Αδελφές, μην προσπαθούμε να μετατρέψουμε σε επίτευγμα το καθημερινό μας καθηκον, αν το έχουμε, χάριτι Θεού, εκτελέσει ποτέ…”.
Η Γερόντισσα αγωνιούσε για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Προσευχόταν ακατάπαυστα για γνωστούς και αγνώστους, μικρούς και μεγάλους, χριστιανούς και μη, για όλους τους ανθρώπους.
Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, περπατούσαμε σ’ ένα δρόμο στο Λονδίνο, μετά από συνάντηση με τον ογκολόγο καθηγητή, πού της είχε αναγγείλει ότι ο όγκος στον πνεύμονα είχε πάλι ενεργοποιηθεί και θα έπρεπε να κάνει νέα θεραπεία. Μου φάνηκε σκεπτική. Νόμισα ότι την απασχολούσε το πρόβλημα της υγείας της και τη ρώτησα σχετικά. “Όχι, μου απάντησε, αυτό το θέμα το έχω αφήσει τελείως στο Θεό. Αυτό πού σκεφτόμουν τώρα, και γι’ αυτό είμαι προβληματισμένη, είναι αυτά τα νέα παιδιά πού συναντήσαμε στη γωνία να ζητιανεύουν. Τα παρατηρούσα· ήταν ωχρά και τα χέρια… αχ, πώς ήταν τα χέρια τους! Πόσο στεναχωριέμαι! Φοβάμαι ότι παίρνουν ναρκωτικά. Και εκείνο το κορίτσι, τι ωραία πού έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε! Θα μπορούσε και να ψάλλει…”.
Η σοβαρή ασθένειά της ήταν πληγμα για όλους μας, όχι όμως και για την ίδια. Συνέχιζε τη ζωή της με ψυχικό σθένος, ανεπανάληπτη υπομονή και πραότητα, θάρρος και ανδρεία, απέραντη πίστη και υπακοή στο θέλημα του Θεού.
Η ειρήνη του προσώπου της γαλήνευε τις ανησυχίες όλων και ο ειρηνοποιός της λόγος λειτουργούσε ιαματικά στην ψυχή όσων την άκουγαν. Όλος ο βίος της ηταν αρμονία θεωρίας, λόγου και πράξεως. Η Γερόντισσα ενσάρκωνε την αγιοπατερική ταπείνωση, γι’ αυτό και οι άνθρωποι ένιωθαν κοντά της ειρήνη και μια χάρη υπερκόσμια, ίδια με αυτή που νιώθουμε κοντά στους Αγίους.
Το τέλος της υπήρξε οσιακό, όπως οσιακή ήταν και η ζωή της. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 31 Μαΐου 2000, σε ηλικία 62 ετών και όσοι προσκύνησαν το σεπτό σκήνωμά της ένιωσαν ότι “ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει”.
πηγή: “Γερόντισσα Θεοσέμνη”, Έκδοσις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά 2002αναδημοσίευση από: Περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», τ. 19, Μάρτιος-Απρίλιος 2007, Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Νεκταρίου, Τρίκορφο Φωκίδος

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

α΄Σεπτεμβρίου-Μνήμη τῶν ἁγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ καί ΑΜΜΟΥΝ τοῦ διακόνου καί διδασκάλου αὐτῶν



site analysis

.
Οἱ Ἅγιες αὐτές γυναῖκες ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-324) στήν Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης. Ὁ ἡγεμών τῆς περιοχῆς Βάβδος τίς συνέλαβε ὡς χριστιανές καί τίς προέτρεπε νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα. Ἡ Κελσίνα, μία ἐξ αὐτῶν καί ἡ πρώτη τῆς πόλεως, μετά τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς της τίς ἐσύναξε ὅλες στήν οἰκία της μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους, διάκονο ἅγιο Ἀμμούν, γιά νά ἐνισχυθοῦν πρός τό μαρτύριο. Ὁ Ἀμμούν πῆρε τό χαρτί μέ τά ὀνόματά τους καί τά διάβασε δυνατά ἕνα-ἕνα. Ὕστερα εἶπε: «Ἀγωνισθῆτε ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ μαρτυρίου, διότι ἔτσι θά καθίσει καί ὁ Δεσπότης Χριστός στήν πύλη τῆς οὐρανίου βασιλείας καί θά σᾶς προσκαλεῖ μία-μία κατ’ ὄνομα, γιά νά σᾶς ἀποδώσει τόν στέφανο τῆς αἰωνίου ζωῆς».
Ὅταν καί πάλι τίς ἀνέκρινε ὁ ἡγεμών, ὁμολόγησαν ὅλες σταθερά τήν πίστη τους. Μέ τήν προσευχή τους συνέτριψαν τά εἴδωλα καί ὁ ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἀνυψώθηκε στόν ἀέρα, μέχρις ὅτου, βασα­νι­ζόμενος ἀπό πύρινους ἀγγέλους, ἔπεσε νεκρός στή γῆ. Τότε ὁ Βάβ­δος πρόσταξε νά κρεμάσουν τόν ἅγιο Ἀμμούν, νά τοῦ ξύσουν τίς πλευρές, νά καύσουν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες καί νά τοῦ φορέσουν στήν κεφαλή χάλκινη πυρακτωμένη περικεφα­λαία.
Ἐπειδή ὁ ἅγιος διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, ὁδη­γήθηκε μαζί μέ τίς μαθήτριές του ἀπό τή Βερόη (σημερ. Στάρα Ζαγορά τῆς Βουλγαρίας) στήν Ἡράκλεια, στόν βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ ὁδόν ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τούς ἐνεθάρρυνε. Φθάνοντας στήν πόλη πῆγαν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν κατατεθεῖ τά τίμια λείψανα τῆς ἁγίας μάρτυρος Γλυκερίας. Ἐνῶ διανυκτέρευαν ἐκεῖ προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε ἡ Ἁγία λέγοντας: «Καλῶς ἤλθατε, ἅγιες δοῦ­λες τοῦ Θεοῦ! Πρό πολλοῦ περίμενα τήν λαμπρή ἐν Χρι­στῷ συνοδία σας, γιά νά χορεύσωμε στεφανωμένες ὅλες μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγ­γέλους στήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο μέχρις αἵματος ὁμο­λογήσαμε».
Στήν Ἡράκλεια τούς ἔρριξαν στά θηρία. Οἱ ἅγιες γυναῖκες μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους προσηύχοντο ὄρθιες μέ ὑψωμένα τά χέρια, τά δέ θηρία κατελήφθησαν ἀπό ὕπνο καί δέν τούς ἤγγισαν. Τήν ὥρα πού οἱ στρατιῶτες ἄναβαν φωτιά γιά νά τίς ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στόν ἀσεβῆ Λικίνιο τήν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου Κων­σταντίνου, τή νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν κατάργηση τῆς εἰδω­λολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί δέκα ἀπό αὐτές πήδησαν ἀγαλλόμενες μέσα στίς φλόγες ὑ­μνῶντας τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐδρόσισε τό πῦρ. Ἔτσι, αὐτές μέν ἐτε­λειώ­θησαν ἐν εἰρήνῃ στήν πυρά, ὀκτώ δέ ἀποκεφαλίσθησαν μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους Ἀμμούν. Ἀπό τίς ὑπόλοιπες οἱ δήμιοι ἄλλες κατέσφαξαν καί σέ ἄλλες ἔβαλαν στό στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τά ὀνόματά τους ἔχουν διασωθεῖ στό ἀρχαῖο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) καί εἶναι: Λαυρεντία ἡ διά­κονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (ἤ Θεόκλεια), Δωροθέα, Εὐτυχιανή, Θέκλα, Ἀρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Εὐλαλία (ἤ Εὐ­θυ­μία), Λαμπροτάτη, Εὐφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ἀκυλί­να, Θεοδούλη, Ἁπλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παῦλα, Ἰουλιάνα, Ἀμπλι­ανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ἤ Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Ἀγαθονίκη, Ἰούστα, Εἰ­ρή­νη, Ματρῶνα (ἤ Ἀγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Ἄννα (ἤ Ἀνθοῦ­σα).
Ὡστόσο, στήν ἀσματική Ἀκολουθία καί σέ νεότερους Συναξαριστές ἀπαντοῦν τά ἑξῆς ὀνόματα: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβή, Ἀντιγόνη, Ἀριβοία, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρα­σμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θε­ανόη, Θε­όνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐ­ρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπ­­φώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω καί Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, ῾Εορ­τολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, Ἀπο­στολική Διακονία, ἔκδ. Δ΄, 1997, σελ. 23 ὑποσ.).
ΠΗΓΗ.
[Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. A΄ Σεπτέμβριος (Ὁρμύλια: Ἱ. Κοιν. Εὐαγγ. Θεοτόκου, 2007), 1-3, 11-13].

Η Αγία Κωνσταντία η εν Πάφω: Ιλαρίωνος διακόνισσα, δόξης, Αυτού ισότιμος ώφθης, Κωνσταντία



site analysis


Ασκητή τω μεγάλω διακονήσασα, εν Πάφου περιοικίδι, τω ασκουμένω σεπτώς, Ιλαρίωνι και πίστει διαπρέψασα, ώφθης κοσμήτωρ γυ­ναικών, και προστάτις Παφηνών, θεόσοφε Κων­σταντία, ημίν Χριστόν η αόκνως, ιλεουμένη τοις τιμώσί σε.
Απολυτίκιον Αγίας Κωνσταντίας. Ήχος πλ. α' Τον συνάναρχον Λόγον . 

Όταν πριν περίπου ένα χρόνο είχαμε προτογράψει για την Αγία Κωνσταντία την Παφία, προστάτιδα της Πάφου και των Παφιτών (εδώ), καμία αναφορά δεν υπήρχε γι' αυτή την αγία οπουδήποτε για τον απλούστατο λόγο ότι η ύπαρξή της είχε ξεχαστεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Να, όμως, που ακόμα γίνονται θαύματα και η Αγία Κωνσταντία εμφανίστηκε στις μέρες μας με θαυμαστόν τρόπο για να μας υπενθυμίσει ότι υπάρχει και βρίσκεται εδώ κοντά μας και ότι δεν μας έχει ξεχάσει όπως την ξεχάσαμε εμείς. Φέτος, λόγο των πρόσφατων θαυμάτων της, μετά από εκατοντάδες χρόνια, όχι μόνο την τιμήσαμε κατά την ημέρα της εορτής της στις 25 Αυγούστου, αλλά έγινε και αγρυπνία προς τιμήν της στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Σαλαμιώτισσας καθώς και στην εκκλησία της κοινότητας Αναβαργός στην Πάφο. Επιπλέον, για πρώτη φορά (μετά ίσως από εκατοντάδες χρόνια) υπάρχει και η εικόνα της Αγίας Κωνσταντίας στην Πάφο και βρίσκεται για μόνιμο προσκύνημα στην Μονή της Παναγίας Σαλαμιώτισσας. Ευχόμαστε σύντομα να χτιστεί και ναός στην πόλη της, την Πάφο, προς τιμήν της. 

Και μερικές πληροφορίες από το συναξάρι της Αγίας Κωνσταντίας:
Η Αγία Κωνσταντία "ευλαβής γυνή" όπως την ονομάζει ο συναξαριστής, ήταν μαθήτρια του Αγίου και Μεγάλου Ιλαρίωνος, ο οποίος ασκήτευε στην Επισκοπή της Πάφου. Μετά τον θάνατό του αγίου Ιλαρίωνα, η αγία Κωνσταντία παρέμεινε στον τάφο του και με αγώνες ασκητικούς προσπαθούσε να μιμηθεί τον άγιο, προσευχόμενη αδιάλειπτα και αγωνιζομένη για την ψυχική της τελείωση. Με την πίστη της και τις πρεσβείες του αγίου Ιλαρίωνος αξιώθηκε να κάνει και θαύματα. Όταν κάποτε το λείψανο του αγίου είχε κλαπεί και μεταφερθεί στην Παλαιστίνη, η αγία μόλις το είχε μάθει "εξέπνευσε" δείχνοντας έτσι με τον θάνατό της τον πόθο και την ευλάβεια που έτρεφε προς τον άγιον Ιλαρίωνα.
Η Αγία Κωνσταντία έχει πλήρη ακολουθία στα Κύπρια Μηναία. Στο απολυτίκιό της ονομάζεται «Προστάτιδα της Πάφου». Η Μνήμη της εορτάζεται στις 25 Αυγούστου.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Από τις συγκλονιστικές προφητείες της Οσίας μεγαλόσχημης μοναχής Μακαρίας(+18 Ιουνίου 1993)




Σας παρουσιάζουμε παρακάτω τις συγκλονιστικές προφητείες μιας σύγχρονης αγίας,ρωσίδα στην καταγωγή,της μεγαλόσχημης μοναχής Μακαρίας(11 Ιουνίου 1926+18 Ιουνίου 1993).
 Από τριών ετών ήταν παράλυτη και τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε σχεδόν αβοήθητη.Μέσω αυτής ο Χριστός θεράπευσε χιλιάδες πονεμένες και αμαρτωλές ψυχές.
Διηγείται η ίδια:«Δεν γνώριζα τίποτα άλλο εκτός από τον Κύριο.Είναι τόσο λαμπερός,πιο λαμπερός και από τον ήλιο.Να μην Τον λυπούμε.Δεν έβλεπα τίποτα άλλο εκτός από τον Κύριο και το κρεβάτι μου.Να κάθεσαι στο κρεβάτι και να κοιτάς τον Θεό.Έτσι μπορείς να ζήσεις εκατό χρόνια.
 -«Πέρασα όλην τη ζωή μου με δάκρυα και προσευχές.Δε γνωρίζω κάτι άλλο.Προσευχήθηκα και έκλαψα πολύ»έλεγε η μάτουσκα.«Ούτε μάτια δεν έχω πια μετά από τόσο κλάμα»
Λένε ότι όταν είσαι νέος κάτι σε αναστατώνει,μου έλεγε μία φορά,μιλώντας για τα πάθη του σώματος.Εγώ όμως σ'όλη μου τη ζωή έκλαψα.Ούτε μπορείς να φανταστείς πόσο έκλαψε η μάτουσκα
-Και γιατί έκλαιγες τόσο;
-Για όλους εσάς έκλαιγα!
http://www.proskynitis.blogspot.com/



ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ

Από το βιβλίο του Ghenadie Durasov-Οσία μοναχή Μακαρία,η παρηγοριά των θλιβομένων(στα ρουμανικά)
..Σύντομα θα συμβεί κάτι..
-Τι συγκεκριμένα μάτουσκα;
-Πόλεμος,πόλεμος θα είναι παντού,θα αρχίσουν να χτυπιόνται μεταξύ τους με ρόπαλα και πολλοί άνθρωποι θα πεθάνουν.Όταν θα αρ΄χισουν να χτυπιόνται με τα ρόπαλα όλοι θα γελάνε.όταν όμως θα αρχίσουν να τους πυροβολούν όλοι θα κλαίνε(4 Μαρτίου 1992)
***
...Δεν θα υπάρχει κάποιος να θάψει τους νεκρούς.Θα τους πετάνε σ'έναν λάκκο και εκεί θα τους θάβουν(28 Μαίου 1992)
 ----------------------------------------------------------------
-Βλέπετε πόσο σκοτεινά είναι όλα;Οι μάγοι τα σκοτείνιασαν όλα.Σας το ξαναείπα.Σύντομα όλα θα είναι σκοτεινά(17 Νοεμβρίου 1987)
 -Ο ήλιος έλαμπε και τον χειμώνα.Τώρα δεν θα λάμπει ούτε το καλοκαίρι.Οι μάγοι θα ρίξουν κατάρες στον ήλιο(27 Αυγούστου 1987)
 -Οι μάγοι σκοτείνιασαν τον ουρανό για να μην φαίνονται οι πράξεις τους.Οι μάγοι αγαπούν το σκοτάδι(5 Οκτωβρίου 1987)
 -Στους σκοτεινούς ανθρώπους αρέσει να μαυρίζουν την γη,ενώ οι δυνάμεις του κακού πολλαπλασιάζονται.Σύντομα ο καθένας θα ξέρει αυτήν την δουλειά(σ.σ.την μαγεία).Όλα τα ακάθαρτα πνεύματα θα συγκεντρωθούν γύρω από τον κακό.Θα τους συγκεντώσει και θα αρχίσουν.Η ζωή θα είναι άσχημη(28 Οκτωβρίου 1987)
 -Τώρα ήρθε η ώρα τους,ενώ οι καλές εποχές τελειώνουν.Θα ξεγελάσουν τον λαό και θα δείχνουν ο ένας τον άλλον με το δάχτυλο.(27 Μαρτίου 1987)
 -Οι μάγοι θα καλύψουν όλον τον κόσμο με το σκοτάδι,ενώ χωρίς ήλιο τίποτα δεν θα μεγαλώνει.(18 Φεβρουαρίου 1988)
 -Ο ήλιος θα εμφανιστεί τέσσερις φορές και μετά θα είναι πάλι σκοτάδι.Θα ζούμε στα σκοτεινά.(27 Αυγούστου 1987)
 - Δεν θα σας αφήνουν να ανάψετε τα φώτα.Θα λένε ότι πρέπει να κάνετε οικονομία στην ενέργεια(28 Ιουνίου 1988)

***
...Αυτή είναι μόνο η αρχή.Σύντομα θα κάνει πολύ κρύο.Το Πάσχα θα έχουμε χιόνια,ενώ ο χειμώνας θα αρχίζει από της Αγιας Σκέπης(σ.σ.1/14 Οκτωβρίου).-Δεν θα βγαίνει χορτάρι μέχρι των Αγίων Αποστόλων.Ο ήλιος θα σμικρυνθεί στο μισό(27 Αυγούστου 1987)
 -Θα είναι δύσκολα ο καλοκαίρι και ακόμη πιο δύσκολα τον χειμώνα.Οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι με χιόνια και κανένας δεν θα τους καθαρίζει.Η παγωνιά θα είναι σκληρή και ανυπόφορη(29 Απριλίου 1988).***
-Σύντομα θα μείνετε χωρίς ψωμί(29 Ιανουαρίου 1989)
-Σύντομα δεν θα έχετε ούτε νερό,ούτε μήλα,ούτε πατάτες(19 Δεκεμβρίου 1987)
-Μεγάλη πείνα θα υπάρχει,χωρίς ψωμί.Θα κόβετε την κλώδα στα δυο για να την μοιραστείτε.(18 Φεβρουαρίου 1988)
***
 -Θα λάβει χώρα μεγάλη εξέγερση.Οι άνθρωποι θα φεύγουν από τα υψωμένα(σ.σ.εννοεί τις πόλεις).Θα τρέχουν οι άνθρωποι από εδώ και από εκεί.Κανένας δεν θα μένει στο σπίτι του-δεν θα υπάρχει τίποτα για φαγητό,ούτε ψωμί.(28 Δεκεμβρίου 1990)
-Εαν προσευχηθούμε στον Χριστό,στην Παναγία και στον Προφήτη Ηλία αυτοί δεν θα μας αφήσουν να πεθάνουμε από την πείνα.Θα προστατέψουν όσους πιστεύουν στον Θεό και προσεύχονται ανυπόκριτα.
***
Εικόνα 2 από 12 376
 -Όταν θα αρχίσουν να εξορίζουν τους καλόγερους θα σταματήσουν να φυτρώνουν τα σιτηρά.
***
 Θα τυπώσουν μια ψεύτικη Βίβλο(σ.μετ.πιθανόν εννοεί τους εβραίους)και θα βγάλουν από μέσα ότι δεν τους βολεύει.Δεν τους αρέσει να αισθάνονται ένοχοι(14 Μαρτίου 1989).
***
 Ετοιμάζουν αλλαγές στα της Πίστεώς μας.Όταν θα γίνει αυτό οι άγιοί μας θα φύγουν και θα σταματήσουν να προσεύχονται για την Ρωσία.Όσοι παραμείνουν(σ.σ. εννοεί τους πιστούς)θα τους πάρεο ο Κύριος μαζί Του.Οι επίσκοποι που θα το επιτρέψουν αυτό δεν θα δουν το πρόσωπο του Κυρίου ούτε εδώ,ούτε εκεί(σ.σ.εννοεί στον άλλον κόσμο)(3 Αυγούστου 1988)
***
 -Όπου να'ναι τις ακολουθίες θα τις συντομέψουν.Θα μείνουν μισές(11 Νοεμβρίου 1988)
-Μόνο στα μεγάλα μοναστήρια θα ψάλλουν τις ακολουθίες όπως πρέπει.Αλλού θα κάνουν αλλαγές(27 Απριλίου 1988)
-Ένα πράγμα μόνο θα πω.Αλοίμονο στους ιερείς.Θα σκορπίσουν ένας-ένας και θα μείνουν μόνοι(28 Ιουνίου 1989)
***
Οι μάγοι θα μαγαρίσουν τα πρόσφορα και δεν θα έχουν με τι να λειτουργήσουν.Οι πιστοί θα μπορούν να κοινωνήσουν μια φορά.Η Παναγία θα πει στους δικούς της που και πότε να κοινωνήσουν.Οι πιστοί θα πρέπει μόνο να υπάκουσουν(28 Ιουνίου 1989)
***
Παναγία η ελπίς μου
-Όταν στις τέσσερις το απόγευμα θα είναι έξω σκοτεινά σαν να είναι βράδυ,τότε θα έρθει η Παναγία.Υα διασχίσει όλη τη γη και θα έρθει με όλη της τη δόξα στη Ρωσία για να επαναφέρει την ορθή πίστη.Όταν θα έρθει η Παναγία θα φτιάξει τα πράγματα όχι κατά τη θέλησή τους(αυτών που θα είναι στην εξουσία ή των μάγων)αλλά κατά τη θέλησή της,όπως θα ορίσει ο Σωτήρας Χριστός.Για λίγο καιρό θα επανέλθει η ορθή πίστη(11 Ιουλίου 1986)
***
Ο καιρός των διωγμών πλησιάζει
-Τα πράγματα θα είναι τόσο μπερδεμένα που ο άνθρωπος δεν θα είναι σε θέση να σώσει την ψυχή του.(Ιανουάριος 1990)
-Θα φτιάξουν λίστες με αυτούς που πηγαίνουν στην εκκλησία(10 Φεβρουαρίου 1988)
-Θα υποστείτε διωγμούς επειδή προσεύχεστε στο Θεό(20 Μαίου 1989)
Θα πρέπει να προσεύχεστε έτσι ώστε να μην το ξέρει κανένας.Να προσεύχεσθε σιωπηλά.Θα παρακολουθούν τους ανθρώπους και θα τους συλλαμβάνουν(15 Μαίου 1987)
-Πρώτα θα απομακρύνουν τα βιβλία και μετά τις εικόνες.Τις εικόνες θα τις κατασχέσουν(1 Ιουλίου 1988)
-Θα σας βασανίσουν.«Δεν έχουμε ανάγκη από πιστούς»θα λένε αυτοί.(14 Ιουλίου 1988)
  -Όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα θα είναι πιο άσχημα.Θα κλείσουν τις εκκλησίες.Δεν θα γίνονται ακολουθίες Οι άνθρωποι θα κάνουν τις ακολουθίες όπου μπορούν.Θα το κάνουν έτσι ώστε οι εκκλησίες να είνια μακριά και να μην μπορούν οι άνθρωποι να φτάσουν.(14 Ιουλίου 1988)
***
-Οι εκκλησίες θα πέσουν στα χέρια των άλλων.Δεν θα χρησιμεύουν σε κανέναν.Θα ονομάζονται εν συνεχεία εκκλησίες ,αλλά μέσα θα χρησιμεύει- ως ποιος ξέρει τι επινόηση δική τους.Θα βρουν αυτοί τι να κάνουν στις εκκλησίες(11 Ιουλίου 1988)
***
-Οι ευσεβείς δεν θα δουν τον αντίχριστο(7 Ιανουαρίου 1988).Θα τους αποκαλύψει ο Θεός που να πάνε και που να κρυφτούν ώστε κανείς να μην τους βρει(17 Νοεμβρίου 1988)
Πηγή-razbointrucuvant.ro μετάφραση-επιμέλεια proskynitis.blogspot.com

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Η Νεομάρτυς Στεφανίδα από το Κόσσοβο(+1945)



site analysis



Η Αγία Νεομάρτυς Στεφανίδα από το Κόσσοβο

Στο βάπτισμα, αυτό το αγαπημένο παιδί του Θεού ονομάσθηκε Στέφκα Ντιούρτσεβιτς. Γεννήθηκε το 1887 ατό χωριό Βράκα, κοντά στην πόλη Σκάνταρ, στην Αλβανία. Όταν ήταν ακόμη παιδί, οι Αλβανοί εκδίωξαν την Στέφκα και την οικογένεια της, εξαναγκάζοντας τους να μετακομίσουν στο χωριό Ντρένοβατς του Κοσσυφοπεδίου. Όταν ενηλικιώθηκε, ή Στέφκα ζούσε μόνη σε ένα μικρό σπίτι στο Ντρένοβατς, αφιερώνοντας τον εαυτό της στον Κύριο και Σωτήρα Ιησού Χριστό μέσω της προσευχής, τής νηστείας και τής ησυχίας. Πήγαινε τακτικά για εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία στην Μονή Ντέτσανι, όπου την ανακάλυψε ό Επίσκοπος Νικόλαος, ό όποιος τής ζήτησε να μετακομίσει στην Μονή τής Ζίτσα για να την έχει για παράδειγμα σε όλες τις μοναχές εκεί.
Αυτή επειδή υπέφερε από τα πόδια της, λόγω τής ορθοστασίας στις πολύωρες ακολουθίες, δεν μπορούσε πια να κάνει την εξαντλητική πορεία μέχρι το Ντέτσανι και επομένως δέχθηκε την κλήση του Επισκόπου Νικολάου. Επιθυμώντας την κατά μόνας προσευχή, ή Στέφκα δέχθηκε αργότερα την πρόσκληση τής Νάντα Αντγιτς—τής μετέπειτα Μητέρας Άννας—και ταξίδεψε στην Μπίτολα, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια τής ζωής της σε ένα απομονωμένο σπιτάκι στον κήπο του βρεφικού σταθμού «Μπόγκνταϊ».
Στο τέλος τής ζωής της φανέρωσε ένα διπλό μαρτύριο. Υπομονετικά υπέμεινε τον πόνο των ανοιχτών πληγών στα πόδια της από τις πολλές ώρες τής προσωπικής της προσευχής στο σπιτάκι της επιπλέον, οι Γερμανοί στρατιώτες επιδείνωσαν την κατάσταση τής υγείας της, όταν την έδειραν, επειδή δεν έσβηνε την κανδήλα πού έκαιγε συνεχώς στο δωμάτιο της, ενώ εκείνοι είχαν δώσει διαταγή να γίνει στην πόλη γενική συσκότιση. Υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες πού είπαν ότι ενόσω την χτυπούσαν, το αίμα από τις πληγές της ξεχύνονταν και γέμιζε το πάτωμα και τούς τοίχους του δωματίου της. Πέθανε ως μάρτυς το 1945. λίγο μόνο πριν τον θάνατο της, κάποιος Βούλγαρος επίσκοπος δέχτηκε την Στέφκα στις μοναστικές τάξεις δίνοντας της το όνομα Στεφανίδα, το οποίο προέρχεται από την ελληνική λέξη «στέφανος». Ή Αδελφή Στεφανίδα ή Νεομάρτυς θάφτηκε τιμητικά στην Μονή του Άγ. Χριστόφορου, κοντά στην Μπίτολα.
Ή Αδελφή Στεφανίδα μας άφησε ένα Ορθόδοξο πνευματικό κλασσικό έργο των καιρών μας—τις Εξομολογήσεις της. Αυτές οι 92 εξομολογητικές επιστολές, τις όποιες συνέθεσε λόγω τής υπόσχεσης της ησυχίας πού είχε δώσει, συγκεντρώθηκαν από τον πνευματικό της πατέρα, Βίκτωρα, τον Σέρβο Ορθόδοξο Επίσκοπο του Σκάνταρ. Οι επιστολές περιέχουν κατά τον Επίσκοπο Άμφιλόχιο Ράντοβιτς, «την φωτεινή λάμψη όπως επίσης και την απλή πνευματική εμπειρία αυτής τής Αγίας του καιρού μας. Σε αυτές παρατηρούμε ότι. με την φλογερή πίστη για τον Χριστό και την αγάπη της για τον Θεό, συμμετείχε στην Θεία Ευχαριστία κάθε εβδομάδα, και μερικές φορές δύο φορές την εβδομάδα. Νήστευε αυστηρά όλον τον χρόνο, χρησιμοποιώντας το λάδι κυρίως για το κανδήλι της, και τρώγοντας ψάρι μόνον στην Γέννηση του Χριστού και το Πάσχα, από αγάπη για τούς άλλους. Οι Εξομολογήσεις της είναι διαποτισμένες από μία βαθειά παραδοσιακή θλίψη, πού χαρακτηρίζει εν γένει τον λαό μας, αλλά με μία ακόμη βαθύτερη χαρά, πού γεννιόταν μέσα της από την διαρκή ένωσή της με τον Χριστό». Αληθινά ψυχωφελείς για όλους τούς Σέρβους Ορθοδόξους ζηλωτές, αυτές οι εξομολογητικές επιστολές, όταν μεταφρασθούν, θα γίνουν για όλους πηγή ύδατος ζώντος.
Πηγή- ΣΕΡΒΙΚΟ ΠΑΤΕΡΙΚΟ. Τόμος Α,Εκδόσεις Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ/apantaortodoxias-proskynitis

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Η καλόγρια της Μολδαυίας



site analysis


Η ΜΟΝΗ ΑΓΑΠΙΑ ΣΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Ξέρω εκεί, σε μια βουνήσια αγκαλιά της Μολδαυίας, δασωμένη από πηχτό ελατό, ένα γυναικείο μοναστήρι. Το λένε «το μο­ναστήρι της Άγαπίας»Ή βαθυπράσινη λαγκαδιά πού το περιζώνει, κατρακυλάει ζερβόδεξα σα να θέλει να το σφίξει στον κόρφο της, να το κρύψει. Και πάνω του ανεμίζεται χάδι ανάερο, ευωδιά άχραντη. Είναι άλαφριά σαν πούπουλο αγγέλου, δροσερή καθώς ή όλόπρωτη ανάσα όρ­θρου εαρινού.Σύθαμπο. Από τα καταρράχια γύρω, κατεβαίνει επίσημη ή ώρα ή εσπερινή. Ό δρόμος πού κολπώνεται απαλά προτού ξεφανερώσει το μοναστήρι, περνάει μπρος οπό μια πηγή. Το νερό αναβλύζει κρουσταλλένιο, μυρωδάτο, κατάσαρκα στο βράχο, αγιασμός. Στέκεσαι να πιεις στη χούφτα σου. 
Καθώς σκύβεις, ξεκρίνεις μια σκαλισμένη μελαχρινή πλάκα, πού γρά­φει απάνω: «Μ. Χρ. Μαυρομμάτης, 1888». "Ελληνας ό κτήτορας της πηγής, όπως κι Έλληνες ανασταίνονται γύρω σου εδώ, πλήθος, στο κάθε βήμα.Το ταξίδι τοϋτο στη Ρουμανία πάει να γίνει κάτι σαν προ­σκύνημα σε κρυφό λίκνο της ελληνικής ψυχής. Ανήσυχης ψυχής, ακοίμητης, πού σκόρπισε μέσα στον κόσμο, για να τον καρπίσει.Ώρα εφτά ενός μαγιάτικου δειλινού φτάνουμε οτό Μοναστήρι της Άγαπίας. Σημαίνουν τον εσπερινό και ή λαγκαδιά γύρω αντιβουίζει με το βαρύ, μελωτό κρούσιμο της καμπάνας. Παράξενο πού γίνεται το νόημα του κόσμου τέτοιες ώρες! Από γύρω ανεβαίνει λιβανωτό το θυμίαμα του βουνού.Χωριάτες Μολδαυοί, χωριάτισσες, με τις κεντητές τους φορε­σιές, έρχονται από τα χωριά με τα πόδια, κρατώντας λαμπάδες. Κι ανθίζουν οι άγριοτριανταφυλλιές στα πλάγια του δρό­μου, μέσα στους κήπους, και τα μπου­μπούκια παίρνουν φωτιά, σκάζουν φλογοκόκκινα. 
Το κοινόβιο έχει απλωθεί ως έξω από το μοναστήρι, έστησε στα πλάγια του δρόμου κάτι σπιτάκια ανάλαφρα, κάτα­σπρα, βουτηγμένα στην πρασινάδα και στο λουλούδι. Είναι για τίς πολύ ηλικιωμέ­νες καλόγριες, αυτές πού δεν μπορούν πια ν' ακολουθήσουν τον αυστηρό κανό­να της μοναστικής ζωής. Και για ξενώνες. Σ' ένα τέτοιο θα περάσω τη νύχτα μου κι εγώ.Ή πόρτα πού βγάζει στον προθάλαμο έχει μείνει ανοιχτή- στο βαθύ σκοτάδι, έκεϊ έξω, ακούω ένα γεροντικό κοντόβηχα. Σέ λίγο πάλι. Μου περνάει ή ιδέα πώς γίνεται επίτηδες, έτσι σαν προσπάθεια να υποδη­λωθεί μια παρουσία. Κάποια στιγμή, σάμπως ή ψυχή πού αναδεύεται εκεί στό έσωτερικό του σπιτιού να μη μπορεί πια ν' αντέξει στον πόθο της επικοινωνίας, ακού­γεται ανάλαφρο σούρσιμο από βήμα πολύ αργό, και το κροτάλισμα από ένα μπα­στούνι πού ζυγώνει. Σηκώνω τα μάτια μου. Στό ανοιγμα της πόρτας μου έχει γραφεί μια μορφή. Είναι μια γριούλα καλό­γρια, πού με κοιτάζει με γαλανό, τρυφερό βλέμμα. "Εχει το παιδικό εκείνο άνάβλεμμα των πολύ γέρων. Το άνάβλεμμα της μητέρας μου λίγο πριν σταυρώσει τα χέ­ρια της για πάντα και φύγει γι' άλλου."Ω, τί γριούλα πού εΐναι! Με καλησπερί­ζει στη γλώσσα της και πιάνει να λέει, να λέει. Τάχα να νομίζει πώς την καταλαβαί­νω; Δεν το φαντάζομαι. Το ξέρει πώς είναι μονόλογος, θέλει όμως να νομίζει πώς τη νοιώθω. Ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες να την έχει θαμμένη μέσα της αύτη τη δίψα για συνεννόηση. Κι αυτά εδώ είναι τα γλυκότερα ρουμάνικα πού έχω ακούσει. Ί­σως γιατί λένε την ήσυχη αγωνία μιας ψυ­χής ερημωμένης, τη λαχτάρα επικοινω­νίας με κάποιον μέσα στον κόσμο. «Είσαι Έγκλέζ;», με ρωτάει. Όχι, δεν είμαι Εγ­γλέζος, Έλληνας είμαι. «Γκρέκ!» κάνει και το πρόσωπο της περιχύνεται ξάφνου με φως, τα μάτια της πνίγονται σε τρυφε­ρότητα.Με τα καμπουριασμένα από τον αρθρίτη δαχτυλάκια της, μου γνέφει να περιμέ­νω, φεύγει. Έχει το δύσκολο περπάτημα της αρρώστιας και των γερατιών. Σέ λίγο ξανάρχεται κρατώντας μια φωτογραφία πολύ παλιά, με φαγωμένο χαρτόνι. Είναι μια συντροφιά άντρες. Μου δείχνει με τρε­μάμενη στοργή έναν καθιστό εκεί δεξιά, με γένεια, έναν ιερωμένο...
Διαβάστε τη συνέχεια

Κάτι από όσα μαντεύω, κάτι από αυτά πού θα μάθω αρ­γότερα, είναι ό πατέρας της. Πατέρας κα­λόγερος, κόρης καλογριάς. Κάποια μέρα, ό άνθρωπος αυτός ξέκοψε από το σπίτι του —ένας Θεός ξέρει γιατί— το απαρνή­θηκε, παράτησε τον κόσμο και πήγε να καλογερέψει στον "Αθω. Και ή κόρη του, πού καλογέρεψε αργότερα κι αυτή, έζησε πια με τον καϋμό του μακρυνοϋ αύτοΰ πατέρα και με τ' όνειρο της χώρας οπού βρισκόταν το μοναστήρι του..."Εχουμε κατορθώσει τώρα να καταλα­βαινόμαστε μέσες-άκρες. Γελαστή,συνά­ζει από το μνημονικό της τα λίγα ελληνικά πού διδάχτηκε από τον πατέρα της καϊ μου τ' αραδιάζει: «Καλημέρα - καλησπέ­ρα. Χριστός Ανέστη». Το τελευταίο τοΰτο μου το λέει ολάκερο ελληνικά, χαριτω­μένα λαθεύοντας από τη μέση καϊ πέρα. Τέλος τα μάτια της γεμίζουν έκσταση και με ρωτάει: «—Έχει πάντα λεμονιές στην Ελλάδα;» Της αποκρίνομαι πώς ναι, έχει πάντα λεμονιές. «—Εδώ δεν έχει», μου κάνει με θλίψη ανεξήγητη.Ποιος ξέρει τί σύμβολο αιώνιας άνοι­ξης, άνέσπερης ευδαιμονίας, να έχουν γί­νει γι' αυτήν ο! λεμονιές, πού δεν άνθισαν ποτέ για το μέτωπο της. Παίρνει πάλι τη φωτογραφία, τη σφίγγει πάνω στον κόρ­φο της, προσκυνάει βαθειά για να με κα­ληνυχτίσει και πάει μέσα, να κρύψει το θησαυρό της. Το φαγωμένο αυτό - εκεί χαρτόνι φαίνεται να είναι ό,τι πιο αγαπη­μένο μπόρεσε ν' αποκτήσει στο μάκρος μιας άγονης ζωής.
Τ' άλλο πρωί έγερση με τον όρθρο. Φεύγουμε. Ό οδηγός του αυτοκινήτου μας, πού πήγε να πάρει τις βαλίτσες μας από τα δωμάτια μας, έρχεται χωρίς να μου φέρει το καπέλλο μου. Ή γριούλα δεν το έδινε, θέλει λέει να πάω μόνος μου να το πάρω.Σπρώχνω τη σανιδένια καγκελόπορτα του φράχτη κι ανεβαίνω τα λίγα σκαλοπά­τια. Στόν προθάλαμο, μου παρουσιάζεται ή 'ίδια. "Εχει βάλει τώρα τα καλά της, φό­ρεσε και τ' όμορφο έκείνο μικρό καλλυ-μαύκι, κι από πάνω την καλύπτρα της. Όπως ήταν τότε πού έπαιρνε κι αυτή μέ­ρος στη ζωή του μοναστηρίου.Σκύβω να της φιλήσω το χέρι, όμως προλαβαίνει και σκύβει εκείνη πρώτη, μου φιλάει το δικό μου, δυο φορές. Κατε­βαίνω αργά τα σκαλοπάτια πού πάνε στον κήπο. Και γυρίζοντας πίσω το κεφά­λι μου, τη βλέπω να έχει βγεΐ στό κεφαλόσκαλο, να στέκεται έκεΐ στο αψύ αγιάζι του βουνίσιου όρθρου και να με θωρεϊ πού φεύγω. Είναι σαν ένας ίσκιος, φρύγανο πού έτσι να κάνει ό πρωινός άνεμος θα το πάρει. Για τελευταία φορά μου φωνάζει ελληνικά: — «Χριστός Ανέστη!» και γνέ­φει με τ' αχνό, βασανισμένο από την αρ­ρώστια χεράκι της.Γριούλα καλόγρια της Μολδαβίας, δε θα σε ξαναδώ σε τούτη τη ζωή. Όμως όταν θ' ακούω να γλυκοσημαίνουν οί κα­μπάνες του εσπερινού, όταν κάπου θα μοΰρχεται μυρωδιά από βουνό νυχτωμέ­νο, πού λιβανίζει δροσερά κάτω από τ' αστέρια, θα οέ θυμάμαι. Γύρω σου, οί άν­θρωποι αναταράζονται, δέρνονται, βουίζουν, βάζουν προβλήματα, τα μπλέκουν,πιάνονται ατά χέρια, σκοτώνονται. Έσύ στέκεσαι εκεί, όρθια, και λυώνεις. Άργοκαίγεσαι μέσα στην ερημιά του βουνού, λαμπάδα πού ό άνεμος δέν τη σβύνει, ό καϋμός δεν τη λυγίζει, στέρεα, ταπεινή. Στό στερεμένο στήθος σου δίνει την αιώ­νια μάχη της ή λαχτάρα του ανθρώπου για συνεννόηση, επικοινωνία. Γριούλα καλό­γρια της Μολδαβίας, με δίδαξες πώς οϊ ανθρώπινες ψυχές ψάχνονται να συναντηθούν απελπισμένα μέσα στην ερημιά του κόσμου τούτου, άποζητιόνται, διψάνε να ψηλαφιστούν κάτω από το τρυφερό καϊ ματωμένο λάβαρο της αγάπης. Δέο­μαι, γριούλα καλόγρια τήςΜολδαβίας, ν' απαντήσεις έτσι καθώς σε γνώρισα, χαμο­γελαστή, και τον αφέντη το Χάρο, σαν έρθει ή ώρα. Δίχως έναν ίσκιο πάνω στο φρύδι σου το γαληνό.Χριστός Ανέστη!-

Από   το   
βιβλίο   του   "Αγγέλου   Τερζάκη   Προσανατολισμός   στον  αίώνα,    Αθήνα   1983,Εκδόσεις των Φίλων

 Μεταφορά στο διαδίκτυο-www.proskynitis.blogspot.com

Περί της Παρθένου της δια Χριστόν σαλής.



site analysis




















Σ’ ένα γυναικείο Μοναστήρι ήταν μια μοναχή που έκανε την τρελή και πως τάχα είχε δαιμόνιο. Με τον τρόπο αυτό η ευλογημένη κόρη έπλεκε το στεφάνι της αρετής. Τόσο πολύ την εσυχαίνονταν οι άλλες αδελφές, δεν την καταδέχονταν να καθίσει μαζί τους στην τράπε...ζα. Εκείνη όμως χαιρόταν για την καταφρόνηση που της έκαναν. Δούλευε πάντοτε στο μαγειρείο της Μονής και υπηρετούσε όλους αγόγγυστα και με προθυμία. ήταν, κατά την παροιμία, ένα σφουγγάρι υπομονής. Αυτή η ευλογημένη εφάρμοζε την εντολή του Κυρίου: Εκείνος που θέλει να γίνει πρώτος και μεγαλύτερος από όλους, πρέπει να γίνει τελευταίος και υπηρέτης όλων. Τα κεφάλια των άλλων παρθένων είναι κουρευμένα και σκεπάζονται με τα κουκούλια που φορούν. Εκείνη δε η ευλογημένη έριχνε στο κεφάλι της ένα καταμπαλωμένο ρούχο και με εκείνο έκανε πάντοτε τις υπηρεσίες της. Δεν την είδε ποτέ καμιά μοναχή να μασά τροφή, Ούτε στην τράπεζα κάθισε καμιά φορά, ούτε ένα κομμάτι ψωμί δε την είδε καμιά να πάρει για να φάγει, αλλά έτρωγε μόνο τα ψίχουλα που καθάριζε την τράπεζα και από τα ξεπλύματα των καζανιών και των πιάτων. Ούτε έτρωγε και κανένα άλλο φαγητό. Πάντοτε περπατούσε με γυμνά πόδια, χωρίς παπούτσια. Ποτέ δεν γόγγυσε ούτε έβρισε, ούτε καν μιλούσε σε καμιά αδελφή, παρ' όλο που όλες την έβριζαν και την κοροΐδευαν και πολλές φορές την κτυπούσαν μερικές άτακτες αδελφές. Εκείνο το καιρό ζούσε ο περίφημος ασκητής Πιτηρούμ, που ασκήτευε και αγωνιζόταν εναντίον των δαιμόνων στη σκήτη Πορφυρίτης. Σ' αυτόν τον Όσιο φάνηκε άγγελος Κυρίου και του φανέρωσε τα κατά τη φαινόμενη σαλή παρθένο, λέγοντας του. "Τι σου φαίνεται, Πιτηρούμ; Με το να βρίσκεσαι στην έρημο αυτή νομίζεις ότι έφτασες σε μέτρα τελειότητας; Αν θέλεις να δεις γυναίκα να σε ξεπερνά στην άσκηση και η οποία έφτασε στα μέτρα της τελειότητας, πήγαινε στο γυναικείο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών και εκεί θα βρεις μια μοναχή που φορεί κορώνα στο κεφάλι της. Εκείνη λοιπόν είναι ανώτερη και αξιότερη από σένα, γιατί με το να υπηρετεί τόσο πλήθος μοναχών και παρ' όλο που καταφρονείται απ' όλες, δε λείπει από το στόμα της και το νου της η θεωρητική προσευχή. Τότε σηκώθηκε ο όσιος, πήρε μαζί του τους πιο άξιους μοναχούς και πήγε στο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών παρθένων, οι οποίες δέχτηκαν τον Μέγα Πιτηρούμ με πολλή ευλάβεια. Τότε πρόσταξε ο άγιος και ήλθαν μπροστά του όλες οι μοναχές, χωρίς την σαλή. Ο Όσιος όμως δεν έβλεπε αυτήν που του είχε πει ο άγγελος, και λέγει• δεν ήλθαν όλες λείπει μια. Οι μοναχές αποκρίθηκαν και είπαν ότι όλες εδώ είμαστε, πάτερ, εκτός μιας σαλής που βρίσκεται στο μαγειρείο. Ο Όσιος λέγει• ας έλθει και εκείνη να την ιδώ. Πήγαν και με τη βία την έσυραν και την έφεραν μπροστά στον Όσιο, ο οποίος την αναγνώρισε. Μόλις την έφεραν και την είδε ο Πιτηρούμ στο σχήμα που του είχε πει ο άγγελος, έπεσε στα πόδια της και ζητούσε με ταπείνωση να τον ευλογήσει. Το ίδιο έκαμε και η σαλή πέφτοντας στα πόδια του αγίου ζητούσε να την ευλογήσει φωνάζοντας, ευλόγησον με κύριε μου. Βλέποντας αυτά οι άλλες μοναχές στέκονταν άφωνες και θαύμαζαν• ωστόσο είπαν στον Όσιο: Αυτή είναι σαλή και να μην ενοχλείται από αυτήν. Ο Όσιος απάντησε˙ σεις είστε οι σαλές, αυτή η ευλογημένη, είναι πραγματικά σοφή και αγία και δε θα μπορέσουμε να τη φτάσουμε στα μέτρα της αγιότητας. Και μακάρι να βρεθώ σαν αυτήν άξιος την ημέρα της κρίσεως. Όταν άκουσαν αυτά οι άλλες μοναχές έπεσαν στα πόδια του αγίου και εξομολογούνταν αυτά που έκαναν στην αδελφή εκείνη. Η μια έλεγε, εγώ την έβριζα, άλλη έλεγε, εγώ την περιγελούσα, και άλλη, εγώ πολλές φορές την έλουζα με τα ξεπλύματα των πιάτων, και άλλη εγώ της έβαζα πιπέρι στη μύτη κλπ. Ο Όσιος δέχτηκε την εξομολόγηση τους και παρεκάλεσε και την σαλή, και τις συγχώρησε από καρδιάς. Λυπήθηκε όμως, γιατί δεν την ενοχλούσαν πλέον, αλλά την ευλαβούνταν και την τιμούσαν σαν αγία. Για να αποφύγει τις τιμές των ανθρώπων αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι και δεν έμαθε κανένας που είχε πάει η που βρίσκεται.
ΛΕΙΜΩΝΑΣ

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ



site analysis



 
Εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει φερώνυμος Σκήτη ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ εἶναι ἡ μεγαλύτερα καὶ ἀρχαιότερα τῶν ἰδιορρύθμων Σκητῶν. Ἂς σημειωθῆ δὲ, ὅτι καμμία ἄλλη ἑορτὴ (γυναικεία) δὲν ἑορτάζεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος εἰμὴ μόνον τῆς «Γιαγιᾶς», ὡς ὀνομάζεται χαϊδευτικῶς, ἀπὸ τοὺς μοναχούς.
Ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (1669—1707) Νοταρᾶς, ὁ Πελοποννήσιος, ἐν τῇ Δωδεκαβίβλῳ αὐτοῦ ἀναφέρει τάδε: «Ἡ νῦν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης εἰς τόπον τραχὺν καὶ κρημνώδη ἤρξατο οἰκοδομηθῆναι περὶ τὸ 1680, διὰ συνεργίας τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ ἐξ Ἄνδρου, ὅστις παρητήσατο τὸν Θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἐξ αἰτίας ταύτης. Ἐν ἐπίσημῳ τινι ἡμέρᾳ, ἐνοχλουμένου τοῦ Πατριάρχου τούτου ὑπὸ πολλῶν, ὤφθη πτωχὸς τις ζητῶν θεωρηθῆναι τὸ δίκαιον αὐτοῦ παρὰ τοῦ Πατριάρχου καὶ ἐβόα: "Θεώρησόν μου τὸ δίκαιον".Λέγει αὐτῷ ὁ Πατριάρχης: "Οὐχ ὁρᾷς πόσην σύγχυσιν ἔχω καὶ ζητεῖς μοι καὶ σὺ τὸ δίκαιόν σου νὰ θεωρήσω;" Λέγει ὁ πτωχός• "ἂν τὸ δίκαιόν μου οὐ δύνασαι ἰδεῖν, μὴ Πατριάρχευε". Ἤθελεν ὅμως ἀνταποκριθῆναι καὶ τὸν Πατριάρχην. "Καὶ τί νὰ κάμω, ἂν μὴ Πατριαρχεύσω;" Λέγει ὁ πτωχός• "πήγαινε εἰς τὸ Ὄρος νὰ σώσῃς τὴν ψυχήν σου". Καὶ μὲ τὸν λόγον τοῦτον ἔγινεν ἀφανὴς ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ πτωχὸς καὶ οὐχ εὑρέθη. Ὅθεν ἐγνω ἐκ θείας ἄφατου οἰκονομίας γενέσθαι τὴν ὀπτασίαν ἐκείνην καὶ οὕτω παρῃτήσατο καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Ὄρος πολλῶν καλῶν ἐγένετο πρόξενος μετὰ τῶν ἄλλων δὲ καὶ τούτου, τῆς Σκήτης.
Προεκατοίκησαν ἐν τῇ Σκήτῃ δυὸ ἢ τρεῖς Ἡσυχασταὶ ἔχοντες μετ᾿ αὐτοῦ γνωριμίαν, οἵτινες καὶ μικρὰν εἶχον Καλύβην καὶ Ναὸν σμικρότατον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Συνέβη τότε νὰ ἔλθουν ἐξ Ἀσίας τινὲς καὶ φέρουν εἰς τὰ Κελλία τῆς Προβάτας (Κελλίον Ἁγίου Γεωργίου) τὸν πόδα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ ἐφανέρωσαν περὶ τούτου τῷ Πατριάρχῃ ζητοῦντες συμβουλὴν τί νὰ κάμωσιν.
Ἔχων δὲ κλίσιν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸν τόπον τοῦτον συνεβούλευσεν αὐτοῖς, νὰ οἰκοδομήσωσι Ναὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ νὰ ἀφιερώσωσιν ἐν αὐτῷ τὸν πόδα καὶ νὰ ἡσυχάσωσι καὶ οἱ ἴδιοι κτίζοντες οἰκήματα• καὶ ἔδωκε καὶ τὴν δαπάνην τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Ναοῦ ὁ Πατριάρχης καὶ ὠκοδομήθη μικρὸς Ναὸς τότε. Διότι ὁ νῦν μέγιστος καὶ κάλλιστος ἐγένετο ἔπειτα.
Ἔκτοτε ὁ τόπος ἔλαβε τὴν ὀνομασίαν «ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ» καὶ ἔπαυσε τὸ ὄνομα τῶν «Βουλευτηρίων». Πρὸ δὲ τούτου, πανταχοῦ τῶν «βουλευτηρίων» εὑρίσκομεν λεγόμενον. Ἐκ τοῦ Κώδικος δὲ τῆς Σκήτεως μανθάνομεν ὅτι ὁ ποῦς τῆς Ἁγίας Ἄννης προσεκομίσθη τῷ 1686.
Κατὰ τῷ 1753 Κύριλλος ὁ 5ος ἐκύρωσε τὴν κανονισθεῖσαν τάξιν ἐν τῇ Σκήτῃ καὶ τοῦ ὁποίου σῴζεται ἐν τῇ Σκήτῃ τὸ μέγα εὐρύχωρον Πατριαρχικὸν Κελλίον «ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ», ἱδρυθὲν τῷ 1759. Οὗτος ἀπεβίωσε καὶ ἐτάφη ἐνταῦθα.
Ἡ Σκήτη αὕτη φαίνεται ὅτι ἱδρύθη σχεδὸν συγχρόνως τῇ Λαύρᾳ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἡ ἐν ἀρχῇ τοῦ 11ου αἰῶνος (1007) ὑπὸ διάφορον ὅμως ἐπωνυμίαν. Εἶναι αἱ Καλύβαι αὐτῆς ἐπὶ τραχέων καὶ κρημνωδῶν μερῶν ἐνιδρυμέναι, φαίνονται δὲ εἰς τὸν ἀνιόντα πρὸς αὐτὰς ὡς μετέωρά τινα λευκάζοντα ἐν μέσῳ χλοερῶν λοχμῶν.
Εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Μεγίστης Λαύρας ὑπάρχει Ἑλληνικὴ «Σκήτη τῆς θεοπρομήτορος Ἁγίας Ἄννης», ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχαιότερα καὶ μεγαλύτερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κατὰ τὸ ἔτος 1780 εἶχε Καλύβας 60. Τὸ 1903 εἶχε 55 καὶ περὶ τοὺς 165 Ἀσκητάς. Ἀπὸ τὴν Λαύραν ἀπέχει 4 ὥρας.
Ἀπὸ τῆς Κερασιᾶς, εἰς ἀπόστασιν 1 ὥρας καὶ 30 λεπτῶν, άφοῦ διέλθῃ τις κατ᾿ ἀρχὰς μὲν ὁμαλὴν ὁδόν, εἶτα δὲ ἀνωφερῆ καὶ βραχώδη καὶ τἀνάπαλιν, φθάνει εἰς τὴν θέσιν ὅπου ὑπάρχει ὁ λεγόμενος Σταυρὸς τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τῆς Λαύρας, τὸν ὁποῖον ἐχάραξεν ἐπὶ τοῦ αὐτόθι μεγάλου βράχου διὰ τοῦ δακτύλου αὐτοῦ.
Ἐκ τῆς θέσεως ταύτης θεᾶται τις τὰ Κελλία τῆς Σκήτεως Μεγάλης Ἁγίας Ἄννης. Ἐκεῖθεν μετὰ 15λεπτον πορείαν, ἀφικνεῖται δι᾿ ἀποτόμων καὶ κρημνωδῶν ἀτραπῶν εἰς τὴν ρηθεῖσαν Σκήτην, κειμένην εἰς ὕψος 340 μέτρων ὡς ἔγγιστα ἄνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης.
Παρὰ τὸν Ὅρμον τῆς Σκήτεως, ἀφιστάμενον ἀπ᾿ αὐτῆς ἐν ἀναβάσει ¾ της ὥρας, κατὰ τὴν θέσιν Αὐλάκι εἶχεν ἱδρυθῇ τὸ πάλαι τὸ Μοναστήριον τῶν «Βουλευτηρίων», τανῦν «Ἅγιος Ἐλευθέριος», ὅπου ὑφίστατο τῷ 1010.
Καταστραφέντος ὅμως ὑπὸ ληστοπειρατῶν Ἀράβων, ὁ τελευταῖος Ἡγούμενος αὐτοῦ Γερόντιος ἀνῆλθεν εἰς τὰ ὑψηλότερα ὀρεινὰ καὶ κρημνώδη μέρη καὶ ἀνήγειρε τὸ Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὑφιστάμενον καὶ νῦν μετὰ τῆς Πηγῆς τοῦ Ἁγιάσματος, ἥτις παραδόξως ποτὲ δὲν ὑπερεκχειλίζει, ἀλλ᾿ οὐδὲ μειοῦται ὅσον καὶ ἂν ἀντλῇ τις. Ἕτεροι δ᾿ ὡσαύτως Μοναχοὶ τοῦ καταστραφέντος Μοναστηριοῦ κατέφυγον ἄνωθεν τῶν Καυσοκαλυβίων, ἱδρύσαντες τὸ Μονύδριον τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.
Ἐν τῇ Σκήτῃ ταύτῃ καλλιεργεῖται τὸ Καλαμῶδες φυτόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγονται κόκκοι σκληροὶ καὶ φαιόχροοι, καλούμενοι ἐν Ἅγιῳ Ὄρει τὰ «ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Τούτους τοὺς καρποὺς οἱ Ἀσκηταὶ τοὺς κατασκευάζουσι κομβολόγια, συνδέοντες διὰ σύρματος, ὅπερ διαπερῶσι διὰ τῶν φύσει ὑπαρχουσῶν διατρήσεων αὐτῶν.
Ἀπεκλήθησαν δὲ δάκρυα τῆς Παναγίας, ὑπὸ τῶν Ἡσυχαστῶν, διότι ἡ Παναγία ἐμφανισθεῖσα εἰς τὸν ἐν τῇ Καλύβῃ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος διαμένοντα Γέροντα ὑπέδειξεν αὐτῷ τὴν καλλιέργειαν τοῦ φυτοῦ τούτου πρὸς πόρον ζωῆς, καθ᾿ ὃν χρόνον ἡδημόνει δακρύων, μὴ δυνάμενος ἕνεκα γήρατος νὰ προσπορίζεται τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτοῦ.
Ἡ εἰς τὰς ὑψηλοτέρας κλιτύας κειμένη Καλύβη εἶναι ἡ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἐκ τῆς ὁποίας διὰ πολυαρίθμων βαθμίδων κατέρχεταί τις εἰς τὴν Σκήτην εἶναι δὲ λίαν ἀπομεμονωμένη, προσβληθεῖσα πολλάκις ὑπὸ λῃστῶν. Ἐν τῇ Σκήτῃ ταύτῃ ἀφθονοῦσι τὰ ψυχρὰ καὶ διαυγῆ ὕδατα τοῦ Ἄθω, διὰ τῶν ὁποίων οἱ Ἀσκηταὶ συντηροῦσιν ἐν ταῖς βραχώδεσι περιοχαῖς αὐτῶν ἐλαιῶνας, λεμονεῶνας καὶ πορτοκαλεῶνας πολλούς.
Ἐν τῷ Κυριακῷ τῆς Σκήτεως ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἑξῆς ΑΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ: Τμῆμα τῆς Κάρας τοῦ Ὁσιομάρτυρος Νεκταρίου τοῦ Νέου, καὶ τῶν νέων Ὁσιομαρτύρων ΙΓΝΑΤΙΟΥ, ΕΥΘΥΜΙΟΥ καὶ ΑΚΑΚΙΟΥ, ἐκ τῆς Σκήτεως Ἰβήρων, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ κ.λπ. Ἐγγὺς τοῦ Κυριακοῦ εὑρίσκεται τὸ Κοιμητήριον ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῆς ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ τιμώμενον καὶ ἱδρυθὲν ὑπὸ τοῦ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Μητροπολίτου Νεοφύτου Μαυρομμάτη τῷ 1729.
Ἀπὸ τοῦ 17ου αἰῶνος συνεκεντρώθησαν ἡσυχασταί τινες εἰς τὰς τῆς Μεγάλης Ἁγίας Ἄννης κλιτύας καὶ εἰς ἀπόστασιν ἀπ᾿ αὐτῆς 30 λεπτῶν τῆς ὥρας καὶ ἀπήρτησαν τὴν Σκήτην τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης ἐπὶ ξηροῦ, ἀνύδρου καὶ λιθώδους τόπου τῶν ἀποτομωτάτων καὶ ὑπερκειμένων τῆς θαλάσσης βράχων.

Η ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΖΝΤΑΛ (+ 1542)



site analysis




Η Οσία Σοφία -κατά κόσμον Σολομωνή- ήταν Pριγκίπισσα και κόρη του ευγενούς Γιούρι Σαμπούρωβ. Το 1505 παντρεύτηκε τον διαδόχο του Ρωσικού Θρόνου, Μεγάλο Πρίγκηπα Βασίλειο Γ'  Ιβάνοβιτς. Παρά την φυσική ομορφιά της και τις αρετές της, ο γάμος τους δεν ήταν ευτυχισμένος, επειδή η Σοφία δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Έτσι  ο  Ηγεμόνας, τρομοκρατημένος από τη σκέψη ότι θα κληρονομήσουν τον θρόνο οι διάδοχοι του αδελφού του, παντρεύτηκε την Έλενα Γκλίνσκι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου 1525 διέταξε την Σολομωνή να γίνει μοναχή. (Από  τον  γάμο  αυτό  γεννήθηκε  ο  Ιβάν  Δ΄ ο  Τρομερός).  Έτσι η Σολομωνή υποχρεώθηκε να γίνει μοναχή στη Μονή τoυ Γενεθλίου της Θεοτόκου στη Μόσχα, ενώ αργότερα την έστειλαν στη Μονή της Αγίας Σκέπης στο Σουζνταλ. Εδώ με ασκητικούς αγώνες κατάφερε να νικήσει τα πάθη και να αφιερώσει νου και καρδιά στον Θεό.
Ο Πρίγκηπας Κουρμπσκι ονόμασε την μοναχή Σοφία ''Μάρτυρα''. Σε μια παλιά σημείωση από τους "Βίους Αγίων", η Οσία Σοφία ονομάζετε ως «Αγία Πριγκίπισσα Σοφία η Θαυματουργή, η οποία έζησε στη Μονή της Αγίας Σκέπης».
Από τον καιρό του Μεγάλου  Ηγεμόνα Θεοδώρου  Ιβάνοβιτς τιμώνταν ως Αγία. Η Τσαρίνα Ειρήνη είχε στείλει ''στην Πριγκίπισσα Σολομωνή, νυν Σοφία, ένα υφαντό από βελούδο, το οποίο αναπαριστούσε τον Σωτήρα Χριστό μαζί με Αγίους".
Ο Πατριάρχης Μόσχας Ιωσήφ είχε ζητήσει από τον Επίσκοπο Σουζντάλ Σεραπίωνα, να τελέσει Τρισάγιο στον τάφο της οσίας μοναχής Σοφίας.
Η Οσία Σοφία εκοιμήθη το 1542. Στον τάφο της τελούνταν κατά καιρούς πολλά θαύματα. Η μνήμη της τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου. Το Λείψανό της βρίσκεται στην Ι. Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, στη Μόσχα.