Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία μιας Ρωμιάς που έμεινε στην Τουρκία το 1922



site analysis


ΝΙΚΟΥ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗ 
Δημοσιογράφου-Συγγραφέα-Τουρκολόγου 
Η Maçkalı Ελένη είναι η ιστορία μιας Ελληνοπόντιας, της Ελένης, που στην ανταλλαγή των πληθυσμών δεν έφυγε μαζί με τους δικούς της στην Ελλάδα αλλά έμεινε στην Τουρκία και μετά από πολλά χρόνια κάποιοι…
Τούρκοι την φέρνουν στο φως της δημοσιότητας για να γίνει κινηματογραφική ταινία που θα δείχνει και το μεγάλο δράμα χιλιάδων Ρωμηών κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1922-23. Η προβολή αυτής της καταπληκτικής ιστορίας είναι και άλλο ένα δείγμα του πως κάποιες τύψεις από το μεγάλο εκείνο δράμα των Ελλήνων του Πόντου κατατρέχουν σήμερα πολλούς «Τούρκους», σε σημείο όχι μόνον να την δημοσιοποιήσουν, (εφημερίδα Akşam, 25/5/2013), αλλά και να τολμούν να την κάνουν κινηματογραφική ταινία που σίγουρα θα αποκαλύπτει πολλές πτυχές αυτού του δράματος. Να μην ξεχνάμε πως πριν από δυο χρόνια είχε προβληθεί η τουρκική ταινία, «Yüreğine Sor», που αποκάλυπτε το μεγάλο δράμα των κρυπτοχριστιανών του Πόντου και η οποία δυστυχώς στη συνέχεια «εξαφανίστηκε» στην Τουρκία.
Η ιστορία λοιπόν αυτής της Ελένης έχει ως εξής: Το 1920 ζούσε σε ένα χωριό έξω από την Τραπεζούντα ο μεταλλουργός Χαράλαμπος Χρυσοστομιδης με το παρατσούκλι, Lampo Usta, (δηλαδή Μάστορα Λάμπη), με την γυναίκα του Αναστασία και την μικρή τους κόρη την Ελένη. Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και ο μάστορας κέρδιζε αρκετά για να ζει η οικογένειά του χωρίς στερήσεις.
 Όλα αυτά όμως άλλαξαν με βίαιο τρόπο το 1923, (εδώ βέβαια οι Τούρκοι δεν κάνουν καμία αναφορά για την φρικτή γενοκτονία των Ποντίων που τότε έχει αποκορυφωθεί), καθώς είχε έρθει η ώρα της αναγκαστικής προσφυγιάς. Το ζευγάρι με την 13 χρονών κόρη τους Ελένη πήραν ό,τι μπορούσαν μαζί τους και κατευθύνθηκαν μαζί με πολλούς άλλους Ελληνοπόντιους προς την Τραπεζούντα για να αποβιβαστούν στο πλοίο που θα τους έφερνε στην Ελλάδα. Στον δρόμο όμως τους σταμάτησε ένα ένοπλο τμήμα. Οι Τσέτες συγκέντρωσαν κάποια κορίτσια που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και τα απήγαγαν. Ο καημένος ο Χαράλαμπος χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι έστειλε την σύζυγό του προς το λιμάνι της Τραπεζούντιας ενώ εκείνος έμεινε πίσω για να ψάξει για την κόρη του. Πέρασαν τέσσερις μήνες όμως χωρίς κανένα αποτέλεσμα και η Ελένη δεν είχε βρεθεί. Εν τω μεταξύ η γυναίκα του η Αναστασία έφυγε με το πλοίο της προσφυγιάς και έφτασε στην Καβάλα. Στον Πόντο ο Χαραλάμπης συνέχιζε να ψάχνει παντού για την κόρη του. Στο χωριό του όπου ξαναπήγε του είπαν πως δεν έμεινε κανένας Έλληνας καθώς όλοι είχαν φύγει και μάλιστα τον προειδοποίησαν ότι το αν παραμείνει εκεί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για την ζωή του. 
Τότε ήρθαν κάποιοι και του είπαν πως η Ελένη σκοτώθηκε από τους άτακτους και ότι είχαν δει το πτώμα της μαζί με άλλα πτώματα σε κάποιο ρέμα κοντά στην Τραπεζούντα. Ο καημένος ο Χαραλάμπης χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του αποφάσισε τελικά να φύγει από τον Πόντο. Μετά από περιπλανήσεις τριών μηνών έφτασε στο Καντήκιοϊ της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί απελπισμένος, χωρίς την γυναίκα του που είχε φτάσει στην Ελλάδα και την κόρη του χαμένη, ο Χαράλαμπος γνωρίζεται με έναν επιφανή Τούρκο, τον Süreyya Paşa, ο όποιος τον εκτίμησε και θαύμασε την επιδεξιότητά του στην τέχνη του. Ο Τούρκος τότε του άνοιξε ένα μαγαζί στο Καντήκιοϊ και ο Χαράλαμπος με την μεγάλη του εργατικότητα απέκτησε πολλούς πελάτες και άρχισε να βγάζει πολλά χρήματα. Ο Λάμπης τότε εγκατέλειψε την ιδέα να φύγει στην Ελλάδα και αφού γνωρίστηκε μια κοντοχωριανή του, την Antusa, που είχε μείνει και αυτή στην Πόλη, την παντρεύεται και κάνει μια κόρη, την Σοφία. Η Σοφία αφού μεγάλωσε παντρεύτηκε και έκανε ένα γιο. Ο γιός της αγάπησε πολύ τον παππού του, τον Λάμπη, ο όποιος συνεχώς του μιλούσε για την χαμένη του θεία την Ελένη γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε σκοτωθεί αλλά ότι ζούσε χαμένη κάπου στον Πόντο. Ο γιός της Σοφίας μεγάλωσε έγινε χρυσοχόος και άνοιξε ένα μαγαζί κοντά στο Καπαλί Τσαρσί αλλά συνεχώς σκέφτονταν για την Ελένη που είχε χαθεί. Απευθύνθηκε τότε σε ένα δικηγόρο και του ανέθεσε να ψάξει για την χαμένη του θεία. Πριν περάσει πολύς καιρός, ένα τηλεφώνημα έκπληξη ήρθε από την Τραπεζούντα. Αυτοί που τηλεφωνούσαν τον ρώτησαν, «εσείς δεν είστε που ψάχνετε για την Εμινέ;», (δηλαδή την Ελένη). Ο γιος της Σοφίας σάστισε και τότε έμαθε ότι η Ελένη είχε βρεθεί από την οικογένεια του Abdülkadir Sümer που την είχαν υιοθετήσει και την ονόμασαν Εμινέ.
Παράλληλα όμως καθώς έψαχνε για την χαμένη κόρη του παππού του ρωτούσε και για την χαμένη του γιαγιά την Αναστασία. Τότε μαθαίνει ότι η Αναστασία που βρίσκονταν στην Ελλάδα είχε παντρευτεί και αυτή και είχε κάνει δυο παιδιά. Τα παιδιά της Αναστασίας ήθελαν πολύ να έρθουν στην Τουρκία για να ψάξουν για τον Χαραλάμπη και την χαμένη κόρη της Αναστασίας και τελικά κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με το γιο της Σοφίας. Εντωμεταξύ από την Τραπεζούντα ο Sümer, δηλαδή ο θετός πατέρας της Ελένης, μόλις έμαθε για όλη αυτή την ιστορία της υιοθετημένης του κόρης ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και προσκάλεσε όλους τους συγγενείς της Εμινέ στην Τραπεζούντα. Εδώ αντιλαμβάνεται κανείς τα συναισθήματα όλων αυτών καθώς μετά από πολλά χρόνια τα παιδιά της Αναστασίας και ο γιος της Σοφίας συναντήθηκαν στην Τραπεζούντα και βρήκαν την χαμένη κόρη του Χαραλάμπη, την Ελένη, που τώρα ήταν η Εμινέ. Αλλά το πιο ίσως εντυπωσιακό σε όλη αυτή την συγκλονιστική ιστορία είναι ότι όλοι μαζί πήγαν και προσκύνησαν το μοναστήρι της Βαζελώνας, ένα από τα πιο ιερά μέρη του ελληνορθόδοξου Πόντου.
Η συγκλονιστική αυτή ιστορία, (την οποία όταν την διαβάσει κανείς στα τουρκικά πραγματικά συγκινείται), δείχνει για άλλη μια φορά το μεγάλο δράμα των Ελληνορθόδοξων Ποντίων. Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι αποφασίστηκε να την κάνουν ταινία μια ομάδα «Τούρκων» οι οποίοι όταν την έμαθαν είχαν συγκλονιστεί καθώς είχαν γίνει και μάρτυρες της συνάντησης μετά από τόσα χρόνια όλων αυτών των χαμένων συγγενών από την φρίκη ενός πολέμου και μιας γενοκτονίας. Βέβαια το ποιοι είναι αυτοί οι «Τούρκοι» που θα γυρίσουν την ταινία δεν μας γίνεται γνωστό, ίσως για ευνόητους λόγους. Όμως και μόνο που στην σημερινή Τουρκία ένα τέτοιο μεγάλο δράμα των Ελληνοποντίων θα γίνει φιλμ, είναι άλλο ένα δείγμα και σημείο των καιρών και φανερή ένδειξη ότι η πανάρχαια φλόγα της ελληνοορθοδοξίας δεν έχει σβήσει ποτέ σε αυτή την ιστορική μεριά του ελληνισμού.

Ποια είναι αυτή η γυναίκα;



site analysis


Πώς τη λένε; Την ξέρω; Κάτι μου λέει το πρόσωπό της. Πού την έχω δει; Στην τηλεόραση; Στο internet; Στο σινεμά; Κάπου στον δρόμο; Είναι διαφήμιση, είναι πραγματικότητα, τι είναι; Μοιάζουν τα πρόσωπα, μπορείς να μπερδευτείς. Μήπως είναι κάποιος δικός μου άνθρωπος; Κι αν είναι μια παλιά φωτογραφία της οικογένειάς μου, αν είναι συγγενής μου, αίμα μου; Μια άγνωστη ιστορία του προσφυγικού μας παρελθόντος; Τα ξέρω τα μάτια της…
Ποια είναι, άραγε, αυτή η γυναίκα; Μοιάζει φτωχή και κουρασμένη. Τι της έχει συμβεί; Από ποια δύσκολη εποχή έρχεται η εικόνα της; Από ποια χώρα; Σε ποιο σημείο της αέναης Αδικίας βρέθηκε να ζει;
Τι απέγινε εκείνη; Τι απέγιναν τα παιδιά της; Τι απέγιναν οι σκέψεις της; Χάθηκαν; Ή μήπως όχι; Είναι εδώ δίπλα μου; Μήπως ζει; Μήπως βρίσκεται στην Αθήνα, μήπως βλέπουμε τον ίδιο ήλιο τώρα που γράφω στο μικρό μου δωμάτιο; Ποια είναι; Μήπως δεν έχει σημασία; Μήπως χάνω (ξανά) τον χρόνο μου; Τι με νοιάζει; Τι θα αλλάξει στη δική μου τη ζωή αν ξέρω; Πότε θα αλλάξει η δική μου η ζωή αν, τελικά, μάθω;
Ποια είναι;

Επί 20 ολόκληρα μίλια, η φωτογράφος σκεφτόταν αν θα έπρεπε να είχε σταματήσει σ’ αυτό που είδε με την άκρη του ματιού της στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Η δουλειά είχε γίνει, την αμοιβή της θα την έπαιρνε, μέχρι τελευταίο σεντ, έξω έβρεχε κι όμως μέσα της υπήρχε μια δύναμη- μη ελέγξιμη πια- που δεν άφηνε σε ησυχία το μυαλό της. Για 20 μίλια ήταν αναποφάσιστη (μικρή απόσταση, αν σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν πολλοί που διανύουν αναποφάσιστοι κι αδρανείς ολόκληρη τη ζωή τους). Ξαφνικά σταμάτησε το αυτοκίνητο. Ο δρόμος ήταν άδειος. Επιτόπου στροφή. Ακολούθησε την αντίθετη πορεία – του δρόμου και της λογικής- και βρέθηκε ξανά στον καταυλισμό.
Εκεί ζούσαν προσωρινά, με τις οικογένειές τους σε παραπήγματα, περιφερόμενοι άστεγοι αγρότες. Πάμφθηνα εργατικά χέρια μεταναστών για τις καλλιέργειες της περιοχής. Θα μάζευαν αρακά και μπιζέλια, αλλά την προηγούμενη νύχτα ο παγετός είχε καταστρέψει τη σοδειά. Άλλο ένα κακό νέο ανάμεσα στα χιλιάδες δυσάρεστα μαντάτα της ζωής τους- πότε θα σταματούσε αυτό; Ίσως ποτέ.
Η ανησυχία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Πολύ σύντομα, οι κάτοικοι της περιοχής και οι ιδιοκτήτες των καλλιεργειών, θα έρχονταν να τους διώξουν. Με βίαιο τρόπο, χωρίς έλεος. Οι ίδιοι καθωσπρέπει άνθρωποι, με τα παιδιά, τα σπίτια και τη γη τους- οι οποίοι θα τους έδιναν δουλειά στα χωράφια τους- οι ίδιοι την επόμενη μέρα θα χρησιμοποιούσαν κάθε τρόπο για να τους διώξουν, αφού πια η παρουσία τους δε θα απέφερε πια κανένα απολύτως κέρδος. Η πραότητα του χαρακτήρα και ο ανθρωπισμός τους βασίζονταν στον αστάθμητο παράγοντα του κατάλληλου απτού ανταλλάγματος. Η υπόγεια αποδοχή της ένοχης χρησιμότητας ενός εγκλήματος γεννά τον πιο ορκισμένο στρατό φανατικών, εκείνων που εθίζονται στη δικαιολογία κάθε επόμενου εγκλήματος.
Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της απόλυτης φτώχιας, της αγωνίας και του πόνου, η φωτογράφος εστίασε στη μητέρα με τα τέσσερα πεινασμένα παιδιά (υπήρχε κι ένα πέμπτο στην κοιλιά της μάνας, που θα γεννιόταν σε λίγους μήνες, σε καιρούς απόγνωσης). Η δικιά τους ήταν η πιο πρόχειρα φτιαγμένη τέντα απ’ όλες. Τράβηξε δυο πρώτες φωτογραφίες. Δυο γενικά πλάνα.

Και μετά πλησίασε. Όλο και πλησίαζε. Η μητέρα δεν κοίταξε ποτέ προς το φακό ή προς τον άνθρωπο που ακάλεστος είχε εισβάλει στην ελάχιστη ιδιωτικότητά τους.
Συνολικά τράβηξε έξι φωτογραφίες. Δεν ρώτησε το όνομα της μητέρας, ζήτησε μόνο να μάθει την ηλικία της.
«32 χρόνων».
Κι όμως… Αυτό ήταν το ταλαιπωρημένο πρόσωπο μιας 32χρονης γυναίκας, που είχε βιώσει τόσα, όσα αρκούσαν για πολλές ζωές. Ζούσαν τρώγοντας παγωμένα λαχανικά – ήταν βαρυχειμωνιά- και όσα μικρά πουλιά μπορούσαν να σκοτώσουν τα ίδια τα παιδιά.

Η φωτογράφος υποσχέθηκε προφορικά – αν και δεν της ζητήθηκε- να μην δημοσιεύσει το υλικό.
Είπε ψέματα.
Αυτό το ψέμα ,όμως, ευεργέτησε αμέσως πολλούς κατατρεγμένους. Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της φωτογραφίας στην εφημερίδα, εκείνος ο καταυλισμός στη μέση του τίποτα (US Highway 101, 2.500χλμ, κατά μήκος της δυτικής ακτής) γέμισε με τρόφιμα, ρούχα και προσφορές ανθρώπων που είχαν συγκινηθεί από τη φωτογραφία της μητέρας. Κάποιοι απ’ τους άστεγους εργάτες είχαν ήδη φύγει (για πού άραγε; Για ένα επόμενο πουθενά…), ανάμεσά τους, όμως, και η μητέρα με τα παιδιά. Εκείνοι δεν ήξεραν τι είχε συμβεί.
Η δημοσίευση μιας δεύτερης φωτογραφίας- διαφορετικής από αυτή που είχε μπει στην εφημερίδα- έκανε τον γύρο της χώρας μέσα σε λίγες μέρες. Η μητέρα είχε γίνει σύμβολο καρτερικότητας κι αξιοπρέπειας σε καιρούς δυστυχίας κι εξαθλίωσης. Όλοι μιλούσαν για εκείνη και τα μικρά της.
Ένα αποφασισμένο βλέμμα, σ’ ένα κουρασμένο πρόσωπο. Και δυο παιδιά ν ακουμπούν φοβισμένα πάνω της. Ήταν ο φόβος του φακού, αλλά έμοιαζε με το φόβο του παρόντος και του μέλλοντος. Ήταν τα δύσκολα χρόνια. Κι εκείνη ήταν η Μόνα Λίζα μιας σκονισμένης απ’ τις αντιξοότητες εποχής.

H Dorothea Lange (Ντοροθέα Λανγκ) τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες το 1936, στις Ηνωμένες Πολιτείες (NipomoCalifornia). Το στιγμιότυπο της μητέρας με τα δυο παιδιά γυρισμένα στο φακό, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική φωτογραφία της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (GreatDepression).  Η ταυτότητα της εμβληματικής “Migrant Mother” έγινε γνωστή πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα εκείνης της φωτογραφίας έδινε μάχη με τον καρκίνο και δεν είχε τα χρήματα για να νοσηλευτεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Τότε δημοσιεύτηκε τ’ όνομά της και μαζεύτηκε ένα ποσό (κάποιες χιλιάδες δολάρια) που της επέτρεψε να ‘χει ένα αξιοπρεπές τέλος. Την έλεγαν Φλόρενς (Florence Owens Thomson 1903 -1983), ήταν μια Τσερόκι. Διωγμένη από την Οκλαχόμα – όπως χιλιάδες της φυλής της-  παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία, όμως η οικογένεια του συζύγου δεν ήθελε μια ινδιάνα για νύφη. Έκαναν παιδιά, εκείνος πέθανε ξαφνικά. Πώς θα ζήσουν; Τι θα κάνουν; Οικονομική ύφεση, ανεργία, διώξεις. Ανατροπές, μόνο ανατροπές. Ένας άβολος σκληρός άδικος κόσμος. Κάθε βήμα της ζωής της- από την αρχή- έμοιαζε δύσκολο, έως ακατόρθωτο. Κάθε βήμα κι ένας πόνος. Κι όλα να μοιάζουν κάθε φορά με το τέλος του κόσμου. 
Η Φλόρενς δεν κέρδισε ποτέ χρήματα από τη φωτογραφία (μόνο το ποσό εκείνο στα γεράματα, πριν πεθάνει). Ούτε η Λανγκ. Τα δικαιώματα ανήκαν στην αμερικανική κυβέρνηση ( με κρατικό χρήμα-Farm Security Administration- είχαν πληρωθεί τα ντοκουμέντα της ομάδας φωτογράφων που ταξίδευαν στις φτωχές αγροτικές περιοχές της Αμερικής). Η Λανγκ, όμως, κέρδισε αναγνωρισιμότητα κι επαγγελματική καταξίωση.]
(Dorothea Lange 1895-1965)

Aυτή είναι η Φλόρενς το 1979, μαζί με τις κόρες της. Μπροστά της γονατιστή η Νόρμα (το μωρό που κρατούσε τότε στα χέρια της). Πίσω της η Κάθριν και η Ρούμπυ (τα δυο παιδιά με τη γυρισμένη πλάτη στη φωτογραφία του ’36. H Ρούμπυ εμφανιζόταν στο πλευρό της μητέρας της και σε δυο ακόμα από εκείνες τις φωτογραφίες)

H “Migrant Mother” είναι η χαρακτηριστικότερη φωτογραφία της Μεγάλης Ύφεσης. Γρήγορα, όμως, ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι απέκτησε τους δικούς του ήρωες, τις δικές του εμβληματικές μορφές. Και μετά ήρθε η εποχή της ευημερίας. Κι εκείνη είχε τα σύμβολά της, παντοδύναμα. Ζήτω το χρήμα! Η φτωχή μητέρα έμοιαζε πολύ μακρινή. Τόσο μακρινή, που αρκούσε για να γίνει γραμματόσημο.
(Γραμματόσημο του 1998).

Έτσι γίνεται συνήθως. Οι άνθρωποι τιμούν, φροντίζουν, επιβραβεύουν κι αγαπούν οτιδήποτε υπάρχει σε απόσταση ασφαλείας. Το ΤΩΡΑ παραμένει πάντοτε η εποχή της βαρβαρότητας.

ΥΓ. Σήμερα στο Nipomo (πληθυσμός 16.000 κάτοικοι), πολύ κοντά στο σημείο της τυχαίας ιστορικής φωτογράφισης υπάρχει ένα σχολείο, που φέρει ένα όνομα. Το όνομα της φωτογράφου Ντοροθέα Λανγκ. Όχι της Φλόρενς. Ίσως καλύτερα. 
Καλύτερα να μην ήξερα καν το όνομά της, όπως όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία κι αναρωτιόμουν αν ήταν ένας δικός μου άνθρωπος. Γιατί όταν ξέρεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες, η γυναίκα γίνεται το ενδιαφέρον ντεκόρ μιας ακόμα ιστορίας, ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες- που θα μάθεις ή δε θα μάθεις- και νομίζεις πως δεν έχουν καμία σύνδεση με το δικό σου σύντομο πέρασμα απ’ αυτόν τον κόσμο.
Ενώ στην πραγματικότητα εκείνο το βλέμμα, εκείνη η μάνα και τα παιδιά είναι η δική σου ιστορία.
ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Βίος Αγίων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας των αδελφών



site analysis

Οι Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία τα αδέλφια εορτάζουν στις 30 Οκτωβρίου

Zoom in (real dimensions: 237 x 340)Εικόνα

Οι Άγιοι Μάρτυρες, ο Ζηνόβιος και η Ζηνοβία ήσαν αδέλφια, πού κατάγονταν από την επαρχία των Κιλίκων.


Ο πατέρας τους ονομαζόταν και αυτός Ζηνόβιος και η μητέρα τους Θέκλα. Όταν πέθαναν οι γονείς τους, μοίρασαν τα υπάρχοντα τους στους ξένους και δεν κράτησαν τίποτα 
για τον εαυτόν τους. Ο Ζηνόβιος είχε σπουδάσει Ιατρική και γιάτρευε τούς αρρώστους όχι μόνο γιατί ήταν εύσπλαχνος, αλλά και με τη Χάρι του Θεού, δεν έπαιρνε λεφτά από 
τούς φτωχούς, όπως λέει το ευαγγέλιο.



Βασιλιάς ήταν εκείνη την περίοδο ο Διοκλητιανός και είχε έπαρχο σε εκείνη την περιοχή τον Λυσία. Ο Λυσίας ήταν ειδωλολάτρης και αυτός και έτρεφε μίσος κατά των χριστιανών 
όπως και ο Διοκλητιανός. Αυτός λοιπόν ο Λυσίας δεν ήθελε καθόλου τούς Χριστιανούς ενώ ο καλός και ευσεβής Ζηνόβιος ζούσε ήσυχα με τούς χριστιανούς, διότι ο Κύριος τον 
πρόσταξε με θεία αποκάλυψη να γίνει επίσκοπος των Κιλίκων. Πρώτον ήταν στα σώματα γιατρός, ύστερα τις ψυχές επιμελείτο με σοφία Θεού.



Όταν άκουσε ο κακός έπαρχος Λυσίας, για τον ιερό Ζηνόβιο, ότι κηρύττει ένα και μοναδικό Θεό και θεραπεύει στο όνομά Του κάθε ασθένεια, και ότι δίδει άπειρη ελεημοσύνη 
στους πτωχούς, θύμωσε για την τόσην πολλή φιλανθρωπία του Αγίου, διέταξε και του έφεραν τον Άγιο μπροστά του, και του είπε: «Πολλά άκουσα για σένα Ζηνόβιε, αλλά εγώ 
δεν πιστεύω αυτά αν δεν τα δω με τα ίδια τα μάτια μου. Γι αυτό σε έφερα εδώ για να βεβαιωθώ. Γι αυτό λοιπόν διάλεξε ένα από τα δύο, ή να θυσιάσεις μαζί μου στους θεούς, 
οπότε θα ζήσης ζωή με πλούτο και λαμπρότητα, ή θα πεθάνεις με μεγάλα βάσανα και μαρτύρια».



Ο Άγιος απάντησε:
«Εγώ έχω έναν Θεό αληθινό, τον Ιησού Χριστό. Αυτός με έπλασε και μου χάρισε τη ζωή και επιθυμώ να θυσιαστώ γι αυτόν». Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος, διέταξε να τον 
κρεμάσουν.
Όταν γινόταν αυτά έφτασε η αδελφή του Αγίου, Ζηνοβία και όταν είδε στο ξύλο να κρέμεται ο αδελφό της, δεν δείλιασε καθόλου, αλλά έλεγξε με θάρρος τον έπαρχο και του 
είπε:
«Κακέ και υπερήφανε τύραννε, ποιά κακουργία έκανε ο αδελφός μου και τον δέρνεις;»



Τότε τούς έβαλαν και τούς δυο σε κρεβάτι και κάτω από αυτό έβαλαν κάρβουνα αναμμένα πού έκαιγαν αυτό αλλά οι μάρτυρες υπέμεναν με καρτερία. Μετά τους έβαλαν σε 
καζάνι γεμάτο βρασμένο νερό και τους έριξαν μέσα να βράσουν μέχρι να διαλυθούν. Εις μάτην όμως ο δύστυχος κοπίαζε, διότι όσον έβραζε το νερό τόσο αυτοί δροσίζονταν 
και έψαλλαν χαίροντες.



Αφού δεν είχε άλλη ελπίδα ο τύραννος, έλαβε την τελική απόφαση να τούς θανατώσει με ξίφος, έξω από την πόλη. Όταν έφθασαν εκεί, προσευχήθηκαν οι Άγιοι λέγοντες: 
«Σε ευχαριστούμε Χριστέ μας πού μας αξίωσες να τελέσουμε τον δρόμο του Μαρτυρίου, και να φυλάξουμε την πίστη μας καθαρή. Σε παρακαλούμε, φιλάνθρωπε Κύριε, να 
μας αξιώσεις του χαρίσματος της αιωνίου Βασιλείας σου και να μας συναριθμήσεις με τούς Αγίους δούλους σου».



Έκοψαν λοιπόν οι δήμιοι την 30ήν Οκτωβρίου τα κεφάλια των Μαρτύρων σύμφωνα με τη διαταγή, τα άγια δε λείψανά τους ευρίσκοντο έξω από την πόλη. Τα μεσάνυχτα πήγαν 
δύο πρεσβύτεροι, ο Ερμογένης και ο Γάιος, έλαβαν κρυφά τα λείψανα και τα ενταφίασαν μαζί. Έτσι οι Άγιοί μας όπως είχαν κοινούς γονείς και κοινή διαβίωση, έτσι αξιώθηκαν 
κοινής αθλήσεως και κοινής ενταφιάσεως.
ΠΗΓΗ.xristianos.gr

Εγκώμια εις την Αγίαν Οσιοπαρθενομάρτυρα Αναστασίαν Ρωμαία



site analysis
ΣΤΑΣΙΣ Α'
Ήχος πλ. α. Η ζωή εν τάφω.
Μακαρίζομέν σε, του Νυμφίου Χριστού, την φιλτάτην Νύμφην και καλλιπάρθενον, και το καύχημα πιστών Χριστιανών.
Μακαρίζομέν σε, μοναζόντων χορός, την σεμνήν Αναστασίαν και πάντιμον, καταστέφοντες σους άθλους εμμελώς.
Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΩΝ.
Απαρνησαμένη, τα του βίου τερπνά, παιδιόθεν τον Χριστόν επεπόθησας· όθεν γέγονας φιλέρημος τρύγων.

Βασιλείας δόξαν, κοσμικάς τε τρυφάς, απηρνήσω εκ καρδίας αοίδιμε, εμφοιτώσα εν σεμνείω ιερώ.

Γένους παριδούσα, περίοπτους τιμάς, πενιχρόν περιεβλήθης ιμάτιον, και εξέδραμες θηρεύσαι τον Χριστόν.

Διδαχάς αγίας, ηγουμένης σοφής, ώσπερ μέλι φιλοπόνως συνέλεξας, εντρυφώσα εν ταις θείαις εντολαίς.

Επελθόν το Πνεύμα, συν Πατρί και Υιώ, ενεποίησαν μονήν τη καρδία σου, θείας χάριτος εμπλήσαντες αυτήν.

Ζόφον αμαρτίας, ενοχλήσεις σαρκός, νουνεχώς Αναστασία διέλυσας, εζωσμένη πανοπλίαν θεικήν.

Ησυχίας πόθος, πυρπολών σην ψυχήν, εστερέωσε τη πίστει σε Πάνσεμνε, ευτρεπίσας προς μαρτύριον στερράν.

Θείον πόθον σχούσα, εξελέξω σοφώς, το μαρτύριον το της συνειδήσεως, δι αιμάτων σου λαμπρώς τελειωθέν.

Ισχυρών ενέδρας, πλανεράς, δολεράς, κολακείας τε ,επάρχου διέφυγες, και ερρύσθης ως στρουθίον εξ αυτών.

Κατατμήσεις πάντων, των μελών καί πληγάς, σθεναρώς Αναστασία υπέμεινας, καταισχύνασα εχθρού τας μηχανάς.

Λαμπροφόρος ώφθης, εστεμμένη τρισσώς, παρθενίας και ασκήσεως σκάμμασι, και αγώσι μαρτυρίου σου Σεμνή.

Μεγαλύνω πάθη, τας πληγάς εξυμνώ, και γεραίρω τα λαμπρά σου παλαίσματα, α υπέμεινας Αγνή δια Χριστόν.

Νυμφοστόλος αίγλη, παρθενίας κλεινής, και ασκήσεως αγώνες υπέρμετροι, μαρτυρία) εκοσμήθησαν φαιδρώς.

Ξέσεις τη σαρκί σου, εκκοπάς των μαστών, και τανύσεις των οστέων υπήνεγκας, προς δε τούτοις την της γλώσσης εκτομήν.

Ουρανόθεν ήλθε, μαρτυρούσα φωνή, την τελείωσιν Σεμνή σης αιτήσεως, του ιάσθαι πάσαν νόσον ασθενών.

Πειρασμούς ποικίλους, οικισμών συμφοράς, και τομήν της κεφαλής καθυπέμεινας, συντριβέντων κεφαλών δυναστικών.

Ρώμη πάσα χαίρει, και σκιρτά η Μονή, του Οσίου Γρηγορίου ως έχουσα, σων λειψάνων θαυματόβρυτον πηγήν.

Σων αιμάτων ρείθρα, Φαραώ νοητόν, κατεπόντισαν δισσώς θεραπεύοντα, ιαμάτων ως πηγαί πάντας πιστούς.

Τυραννούντων θράση, αισθητά, νοητά, εν τω αίματί σου άμφω κατέπνιξας, και συνέκοψας δρακόντων κεφάλας.

Υπομένω, άδεις, τον Χριστόν ψαλμικώς, και προσέσχε εισακούων την δέησιν, καταπέμπων επ' εμέ την δωρεάν.

Φαιδροτάτη αίγλη, επιφάνηθι νυν, επιχέουσα αγάπης Ιάματα, τη αθλία μου ψυχή και τη σαρκί.

Χορηγός υγείας, ιατήρ συμπαθής, και φρουρός ,Αναστασία συ πέφυκας, φωτισμός δε μοναστών αθωνιτών.
Δόξα πατρί...
Ψαλμωδούντες αίνους, και δεήσεις πυκνάς, αναφέρομεν αιτούντες το έλεος, την Τριάδα την Παντοκρατορικήν.
Και νυν...
Ως νυμφών Νυμφίου, ως του Λόγου παστάς, ως ανύμφευτος Δεσπότου γεννήτρια, διασώζοις τους πιστούς εκ των δεινών.

(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)
ΣΤΑΣΙΣ Β'
Ήχος πλ. α. "Αξιόν εστίν.
Άξιόν εστίν, μεγαλύνειν σε Αναστασία, των αθωνιτών λαμπρόν εγκαλλώπισμα, και Μονής του Γρηγορίου αρωγόν.

Άξιόν εστίν, μακαρίζειν σε Παρθενομάρτυς, των μοναζουσών περίλαμπρον καύχημα, και αγλάισμα μαρτύρων γυναικών.
Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ
Άσπιλος αμνάς, και αήττητος εδείχθης μάρτυς αντιπάλων κέντρα γαρ ήμβλυνας, και συνέτριψας τυράννων απειλάς.

Βάπτισμα τρισσόν, υποδέδεξαι Οσιομάρτυς, το δι' ύδατός τε και Πνεύματος, το της σης κουράς και το μαρτυρικόν.

Γάμοις μυστικοίς, υπαντήσασα Χριστόν Τρισμάκαρ, φρόνιμος παρθένος καθέστηκας, εισελθούσα τω νυμφώνι εν φωτί.

Δένδρον ευθαλές, φυτευθέν εν τω μοναστηρίω, εν τω μαρτυρίω εξήνθησας, και απέδωκας καρπούς εν ουρανοίς.

Έσπειρας εν γη, και ελίπανας δια δακρύων, εν κρουνοίς αιμάτων επότισας, και εθέρισας ουράνιον ζωήν.

Ζήλος πυρπολών, καταφλέγων δε σου την καρδίαν, σε Αναστασία ανέδειξε, κοινωνόν των παθημάτων του Χριστού.

Ήχον καθαρόν, ακατάπαυστον εορταζόντων, νυν απολαμβάνειν ηξίωσαι, κατά πρόσωπον ορώσα τον Χριστόν.

Θεραπευτικήν, Μάρτυς δύναμιν ητήσω πάλαι, έργω δε ο λόγος πεπλήρωται, και ιδού η μαρτυρία τηλαυγής.

Ιαματικήν, σε γινώσκομεν παραμυθίαν όθεν την υγείαν χορήγησαν, την κατ' άμφω τοις πιστοίς Χριστιανοίς.

Καταθορυβών, την ψυχήν μου ο εχθρός συνθλίβει συ Αναστασία βοήθει μοι, επιστάζουσα ειρήνης γλυκασμόν.

Λαμπαδηφορείς, δι' ελαίου αρετών Οσία αλλά σαις λιταίς καταξίωσαν, συναρίθμιον γενέσθαι σοι καμέ.

Μέτοχος παθών, των Χριστού γενέσθαι ηξιώθης, κοινωνός δε και Αναστάσεως, επαξίως τη ση κλήσει αγαθή.

Νίκην φωταυγή, αληθώς νικήσασαν τον κόσμον,πίστιν την σεπτήν συ απέδειξας, ως διδάσκει ο Υιός ο της βροντής.

Ξένη επί γης, ανεφάνη εν μοναστηρίω, και τη σθεναρά αντιστάσει σου, ξενιτείας άκρον μέτρον εκπληροίς.

Ολοθρευτικός, ο σος θάνατος εδείχθη Μάκαρ, τω εχθρώ ημών και πικρότατος, φυγαδεύων πάσαν φάλαγγα αυτού.

Πάσαν ζοφεράν, εβδελύξω ειδωλομανίαν, τους ανθρώπους έργω διδάσκουσα, προσκυνείν ένα θεόν Τριαδικόν.

Ρήσεις τας χρηστάς, ενηχήθης εν μοναστηρίω, παρά της σοφής διδασκάλου σου, ουρανίους δε απήνεγκας καρπούς.

Στέφανος ζωής, ητοιμάσθη σοι παρά Κυρίου, τρίκλωνος, φαιδρός και λαμπρότατος, οία τύπος δόξης της τρισσοφεγγούς.

Τείχισον ημάς, εκτενέσι μεσιτείαις Κόρη, παύσον τάς ορμάς των παθών ημών, ανιστώσα τας ψυχάς εις προσευχήν.

Ύδωρ ζωηρόν, αναβλύζοις τη εμή καρδία, όμβρον κατανύξεως στέλλουσα, τη διψώση καί αυχμώση μου ψυχή.

Φυγαδεύουσα, πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν, πάσαν συμφοράν και ασθένειαν, θεραπεύεις σους ικέτας πολλαπλώς.

Χάρισμα διπλούν, ουχί μόνον εις Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το πάσχειν υπέρ Αυτού, επεδόθη σοι ως μάρτυρι πιστή.
Δόξα.
Ψήγματα χαράς, επιρρίπτων τη εμή καρδία, νυν τα σα ελέη θαυμάστωσον, επ' εμέ Τριάς Αγία ο θεός.
Και νυν.
Ως περικαλλής, ως πανάμωμός τε καί ωραία,Μήτηρ του θεού αναδέδειξαι, παρεστώσα δεξιόθεν σου Υιού.

(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)

ΣΤΑΣΙΣ Γ'
Ήχος γ'. Αι γενεαί πάσαι.
Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, σεμνή Αναστασία.

Αι γενεαί πάσαι, χοροί τε μοναζόντων, τιμώμενσους αγώνας.

Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ
Αγάπης τετρωμένη, εγώ ειμί εβόας, ασματικώς ως νύμφη.

Βίω σου αγίω, αγώσί τε γενναίοις, Χριστός ευηρέστηθη.

Γυνή ανδρεία ώφθης, χρυσώ αγιωσύνης, περικεκοσμημένη.

Δεήσεσιν απαύστοις, Χριστόν καθικετεύεις, υπέρ ασθενούντων.

Ελπίς ου καταισχύνει· διο αυτήν κατέσχες, ως βάσιν μαρτυρίου.

Ζήλω ευσεβείας, και πόθω αληθείας, τα σπλάγχνα κατεφλέγης.

Ησυχίας λύχνος, ασκήσεως τε φάρος, εν κόσμω ανεφάνης.

Θάνατον εδέξω, τίμιον Οσία, ενώπιον Κυρίου.

Ικέτις προς Δεσπότην, γενού Παρθενομάρτυς, υπέρ των σε υμνούντων.

Καρδίας καθαρότης, και Πνεύματος ευθέος, εδόθη καινισμός σοι.

Λατρεύειν θεώ ζώντι, μη θύειν δαιμονίοις, μανθάνεις εν Σεμνείω.

Μετάνοιαν και πένθος, και θείαν χαρμολύπην, επέδειξας Αγία.

Νηστεία και δεήσει, εμπόνω τε ασκήσει, προσφόρως ητοιμάσθης.

Ξενιτείας έρως, ηυτρέπισε σον πνεύμα, προς μείζονας αγώνας.

Ομολογίας στύλος, κρηπίς τε μαρτυρίου, Αναστασία ώφθης.

Πίστει ακραδάντω, και έργοις θεαρέστοις, εισήλθες εν Νυμφώνι.

Ρίζας θείου φόβου, τοις μέλεσί μου ένθες, συντόνω σου δεήσει.

Σταυρούσθαι κατά κόσμον, υπέρ Χριστού τε θνήσκειν, Παμμάκαρ εξελέξω.

Ταπείνωσις υψοί σε, μαρτύριον καθαίρει, αγάπη δε θεοί σε.

Υπήκοος εγένου, θεώ έως θανάτου, Αγνή χριστομιμήτως.

Φωτί θεού ακτίστω, καταυγασθείσα όλη, Τρισμάκαρ εθεώθης.

Χάριν ως λαβούσα, ταύτην δη προσνέμοις, καμοί τω τρισαθλίω.

Δόξα.
Ψαλμόν καρδίας δέχου, ει και ανενδεής ει, Τριάς Μονάς θεέ μου.
Και νυν.
Ώραν παρθενίας, στηλογραφείς τοις πάσι, Παρθένε Θεοτόκε.
(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)

Αμήν..