Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Οσία Μαρία η Αιγυπτία



Μαρία Αιγυπτία
 site analysis 

   Στον ίσκιο του κέδρου, εκεί στου Ιορδάνη την ακροποταμιά, όπου πέρα δεξιά κόβει τον ουρανό το όρος του Πειρασμού, καθισμένος ο αββάς Ζωσιμάς ακούει την ιστορία μιας γερόντισσας. Ένα ανθρώπινο φάσμα είναι η γερόντισσα, κι’ άλλο από τα μάτια της, όπου μέσα παίζει ακόμα της ζωής η φλόγα δε δείχνουν πως το πλάσμα αυτό που έχει μείνει μόνο κόκκαλα, υπάρχει ακόμα στον κόσμο. Ωστόσο, η κάπως τρεμουλιαστή φωνή, που είχε πά¬ψει, και φαινόταν πιο νεκρή κιόλας η γυναίκα, τώρα πήρε πάλι ν’ ακούγεται με παλμό ζεστό, καθώς συνεχίζει την ιστορία:

    «…Σεργιανούσα στην προκυμαία, εκεί κάτω στην Αίγυπτο. Κι’ όπως συχνά γινόταν, και κείνη την ημέρα ένας άντρας ήρθε κοντά μου, πλούσιος κι’ από γενιά ευγενική. Μου έταξε δώρα και γλέντια και... όλα όσα κιόλας ήξερα, όσα είχα δοκιμάσει, όσα είχα απολαύσει, καθώς από χρόνια έπινα στο ποτήρι της ηδονής, και φρόντιζα να μην αφήνω ούτε σταλαγματιά. Κι’ αυτό μ’ άρεσε. Μ’ άρεσε γιατί έτσι ένοιωθα ζωντανή, ένοιωθα την ομορφιά μου να θριαμβεύει, κι’ έπαιρνα δύναμη, με τούτη τη σίγουρη χαρά του κορμιού...».
Η Μαρία σταμάτησε. Ένα σμάρι ορτύκια ξαφνιασμένα φτερούγισαν νευρικά για να χαθούν στο πέλαγος τ’ ουρανού, πέρα κει κατά την κορυφή του όρους του Πειρασμού. Κανείς δε μιλάει. Συλλογισμένα, ρωτάει σε λίγο ο άββάς Ζωσιμάς:
—Και δεν πήγες μαζί του; Γιατί;
—Δεν ξέρω. . . Μέσα μου μια δύναμη αλλιώτικη, κάτι σα σιδερένιο χέρι με βάστηξε: Μην πας, μου είπε. Κι’ εγώ ξαφνιάστηκα με τούτο και δεν ξέρω να πω, γιατί μου άρεσε. Να. Γι’ αυτό δεν πήγα. Στάθηκα μάλιστα αρκετή ώρα κι’ έβλεπα τον άντρα να ξεμακραίνει, ενώ δίπλα μου εκεί στην ακρογιαλιά, έβλεπα κόσμο να ‘ρχεται. Κόσμο πολύ. Κάθε λογής άνθρωποι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά. . . Όλοι έρχονταν να μπουν στα καράβια. Ήταν προσκυνητές. Είδηση δεν είχα τι πήγαιναν να προσκυνήσουν και που. Έμεινα εκεί ανάμεσα στο πλήθος. Μια παράξενη απαντοχή φώτιζε ολονών τα πρόσωπα, σα να ήταν για να πάνε να βρουν κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι εξαιρετικό. Με κέντησε η περιέργεια. Η λέξη «Ιερουσαλήμ», χτύπησε στην ακοή μου με απόηχο καμπάνας. «Ιερουσαλήμ… Ιερουσαλήμ…» Χαρούμενος ήταν ο απόηχος που λες κι’ απόμενε από μακρινές παιδικές θύμησες… Μ’ άρεσε αυτή η αλλόκοτη αίσθηση. Ένοιωσα παιδί… Το άτακτο παιδί που ήμουν κάποτε… Μα… Σε ζαλίζω, ξεφεύγω σε άσκοπες αναδρομές.
—Όχι. Όχι, κόρη μου, λέγε τα όπως σ’ αρέσει. Αλάφρωσε την καρδιά σου.
Και, λοιπόν, συνεχίζει η Μαρία, τέντωσα τ’ αυτιά μου, άκουσα, καθώς συνάμα ζύγωνα σ’ ένα μπουλούκι ανθρώπων, άκουσα κάποιον καλόγερο να λέει για το σταυρό που είδε στον ουρανό ο Μέγας Κωνσταντίνος. Θυμάμαι τα λόγια του: «Ήταν ένας πελώριος σταυρός που τον σχημάτιζαν δυό στήλες άστρα, και γύρω γράμματα που έλεγαν: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα ».
-Ναι, κόρη μου, αυτό ήταν το 312, εκατό χρόνια και βάλε, από τότε. Κι’ αργότερα πάλι ο Κωνσταντίνος είδε, στον ύπνο του αυτή τη φορά, το σταυρό, αλλά ήταν ο αληθινός σταυρός ο ξύλινος, κι’ απάνω βρισκόταν καρφωμένος ο Ιησούς. Κι’ άκουσε φωνή που του έλεγε: «Έγειρε και κατασκεύασον σταυρόν, όπως τον είδες, να νικάς τους πολεμίους σου πάντοτε».
– Ναι. Μα εγώ πρώτη μου φορά τ’ άκουγα αυτά κι’ ολομεμιάς ο κόσμος άλλαξε όψη καθώς άρχισα να νοιώθω αλλιώτικα. Κι’ όπως είδα τον κόσμο αυτό, τους προσκυνητές, να μπαίνουνε στα καράβια, τους ακολούθησα. Στο πλοίο μου γύρεψαν να πληρώσω το ναύλο. Τους είπα ότι δεν είχα χρήματα αρκετά απάνω μου. . . Είχα ωστόσο, μα σκέφτηκα να τα φυλά¬ξω μήπως μου χρειαστούν και…
Η Μαρία σώπασε, ύστερα με απόφαση:
-Η δύναμη της συνήθειας μ’ έκανε να πληρώσω με άλλο τίμημα.. . Κι’ ως τα κατάβαθα του κορμιού μου ένοιωσα για πρώτη φορά την αμαρτία. Κι’ έκλαψα. Έκλαψα γιατί πονούσα. Όλο μου το κορμί πονούσε μ’ έναν πόνο πρωτόγνωρο, σάμπως κάποιο φαρμάκι να είχε χυθεί στα σπλάχνα μου, να έτρεχε στο αίμα μου. Έκλαιγα κι’ ακολουθούσα ωστόσο τον κόσμο που, στην Ιερουσαλήμ πια, πορευόταν στην εκκλησία. Χτυπούσαν οι καμπάνες. Κάθε καμπανιά έφτανε ίσια στην καρδιά μου και με βαρούσε με το ηχηρό σφυρί της. Δεκατρείς Σεπτεμβρίου ήταν. Οι προσκυνητές είχαν γεμίσει την εκκλησία απ’ τα χαράματα. Στάθηκα απ’ έξω στο προαύλιο, μαζί με το πλήθος που δεν πρόλαβε να μπει μέσα. Όταν όμως ήρθε η ώρα της Υψώσεως του Σταυρού, όλο εκείνο το πλήθος, ίδιο ανθρώπινο κύμα, μ’ έσπρωχνε, μ’ έσπρωχνε με τη φοβερή του δύναμη για να μπορέσει να χωρέσει στην εκκλησία. Έτσι βρέθηκα κι’ εγώ στην πόρτα. Τότε γίνηκε τούτο το παράξενο: Όσο και να μ’ έσπρωχνε το κύμα των ανθρώπων, εγώ δεν μπορούσα να προχωρήσω. Άλλοι όμως μπροστά μου, δίπλα μου, πίσω μου, με προσπερνούσαν, έμπαιναν. Εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη, προσπαθούσα να κάνω ένα βήμα μπροστά, κι’ όμως, κάτι με βαστούσε. Ήταν αδύνατο να προχωρήσω. Τά ‘χασα. Τρόμαξα. Νόμιζα πως δε θα μου ήταν πια δυνατό να κουνηθώ από κει που στεκόμουν. Σάμπως το σώμα μου να είχε βαρύνει τόσο, ώστε τα πόδια μου να ρίζωσαν στη γη. Μέσα στη σάστισή μου είπα τότε να κάνω τουλάχιστον πίσω. Δοκίμασα. Κατά πίσω δε με βαστούσε τίποτα. Τίποτα δε με βάραινε. Ήμουν ελεύθερη να βαδίσω, να πάω όπου ήθελα. Μπροστά όμως, εκεί στη φωτισμένη πόρτα, που έλαμπε μέσα η εκκλησία με τα μύρια κεριά των πιστών, εκεί που άστραφτε ο σταυρός που τον σχημάτιζαν δυό στήλες άστρα, εκεί εγώ, η αμαρτωλή, δεν μπορούσα να μπω. Δεν έπρεπε. Τράβηξα τότε πέρα στην αυλή, σε μια γωνιά. Γονάτισα. Μέσα στα δάκρυα μου είπα τούτα τα λόγια στην Παναγία: «Παρθένα μου, Δέσποινα, Εσύ που γέννησες το Θεό, τον Άνθρωπο, το Λόγο, για να καλέσει τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν, βόηθησέ με και μένα την άθλια, την ταλαίπωρη. . . Άφησέ με και μένα που βρίσκομαι ολομόναχη στον κόσμο να μπω στην εκκλησία, να προσκυνήσω κι’ εγώ το Σταυρό του Γιού Σου και τάζω ν’ απαρνηθώ τον κόσμο και τις αμαρτωλές χαρές του. Από δω κι’ εμπρός θα πάω όπου Εσύ μου πεις, όπου Εσύ θα με οδηγήσεις…» Και τότε μια δύναμη μ’ έσπρωξε, η δύναμη κάποιας υπόσχεσης ή ελπίδας, σηκώθηκα, κίνησα μαζί με τους άλλους προσκυνητές. Προχώρησα καθώς όλο και μ’ έσπρωχνε το ζωντανό τους κύμα, έφτασα στην πόρτα πάλι. Μπήκα στην εκκλησία. Προσκύνησα τον Τίμιο Σταυρό και είπα: «Και τώρα, Παναγία μου, Δέσποινα, θα κάνω ό,τι μου πεις. Δείξε μου Εσύ το δρόμο που θα με φέρει στη μετάνοια. Κι’ άκουσα φωνή γλυκεία, μακρινή κι’ απόκοσμη που έλεγε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, εκεί θα βρεις ανάπαυση ». Τά ‘χασα. Ήταν λοιπόν δυνατό να μου γίνει μια τέτοια χάρη; Εμένα; Εμένα της άθλιας αμαρτωλής; «Δέσποινά μου, είπα. Δέσποινά μου, μη μ’ εγκαταλείψεις πια. . .» Κι’ αποφάσισα να τραβήξω για τον Ιορδάνη. Δεν ήξερα το δρόμο. Βρέθηκα σ’ ένα φούρνο, γύρεψα ν’ αγοράσω τρεις άρτους να τους έχω για το δρόμο, ρώτησα το φούρναρη. Εκείνος μου έδειξε την πύλη της πολιτείας. Ως το βασίλεμα βάδιζα. Κι’ έφτασα στην εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή που βρισκόταν κιόλας κοντά στον Ιορδάνη. Μπήκα, προσευχήθηκα. Της δύσης οι φλόγες γέμιζαν την εκκλησία με αίμα και φωτιά. Όλα εκεί μέσα άστραφταν κόκκινα. Τα καντήλια, τα ιερά σκεύη, οι παραστάσεις. Σα νά ‘χαν σβήσει από κει τα πρόσωπα των Αγίων και νά ‘χαν μείνει στη θέση τους φλόγες. Αίμα. Όλο το αίμα πού χύθηκε από τις πληγές του Χριστού. Κι’ εκείνο το αίμα μου κατάκαιγε την καρδιά, στέγνωσε τα δάκρυα μου κι’ εγώ έμεινα εκεί χάμω πεσμένη, ένα κουβάρι, να βασανίζομαι μέσα στη φωτιά, ώρες. . . Ώσπου, σιγά-σιγά, η φωτιά έπαψε να με φλογίζει. Ρίγη πήραν να ταράξουν το κορμί μου, κρύωνα. Ένα κρύο διαπεραστικό έφτανε ως τα κόκκαλά μου, μου τα τρυπούσε με χίλιες βελόνες. Τότε σήκωσα το κεφάλι. Η εκκλησία είχε αδειάσει από το αίμα και τη φωτιά κι’ έτσι μπόρεσα να κλάψω. Όταν βρέθηκα πάλι στην ακροποταμιά κι’ απόμεινα μαγεμένη να βλέπω τα νερά του Ιορδάνη που τά ‘σερνε βιαστικά κάποια μυστική δύναμη, η δύναμη που είχε πάρει ο ποταμός από τότε που λούστηκε στα νερά του ο Λυτρωτής μας, έσκυψα, καθώς ο μαγνήτης ετούτος της δύναμης όλο και πιότερο με τραβούσε, έβρεξα τα χέρια μου, δρόσισα το πρόσωπό μου κι’ η ψυχή μου πήρε ν’ αλαφρώνει, ν’ αναγαλιάζει με τούτη τη δροσιά. Όλη νύχτα έμεινα στου ποταμού την όχθη, εκεί κοντά στη θεία δύναμη κι’ έπαιρνα κουράγιο από τις φωτεινές σταλαγματιές τ’ άστρα που λικνίζονταν παρηγορητικά μέσα στο νερό. Ύστερα εξομολογήθηκα κι’ ο Άγιος γέροντας της εκκλησιάς μου έδωσε να κοινωνήσω. Την ώρα εκείνη ρόδιζε η αυγή κι’ η εκκλησιά μοσχομύρισε ροδοπέταλα. Ο ήλιος που έβγαινε στάθηκε πάνω από τις κορυφές. Κι’ όπως, έξω πια από την εκκλησιά, τον αντίκρυσα, με θάμπωσε το φως του. Μέσα σε τούτο το θάμπος άκουσα την απόκοσμη, τη γλυκεία φωνή να μου ψιθυρίζει με το πρωινό αγέρι: « Μαρία, πρέπει τώρα να διαβείς τον Ιορδάνη… Πρέπει να φτάσεις στην άλλη όχθη… Στην έρημο…» Και το φως του ήλιου δυνάμωνε, όλο δυνάμωνε, ώσπου όλα, τα πάντα γίνηκαν φως.
Ο αββάς Ζωσιμάς ασάλευτος ακούει τη Μαρία που έχει φτάσει στο πιο δύσκολο μέρος της ιστορίας της, όταν αφήνοντας πίσω τις όχθες του Ιορδάνη να πλέουν μέσα στο φως με τους δρυς και τους φοίνικες, με τις ελιές και τους κέδρους που λούζονται στο δοξαστικό χρυσάφι, προχωρεί στη στεριά. Προχωρεί εκεί όπου κάθε πράσινο φύλλο στεγνώνει, μαραίνεται, χάνεται. Όπου κάθε ζωή σβήνει, για να μείνει μόνος ο άνθρωπος. Μόνος, «ενώπιος ενωπίω». Μόνος με το πάθος του, να πολεμήσει τους πειρασμούς του. Μόνος στην υπεράνθρωπη επιχείρηση της σωτηρίας της ψυχής του. Εκεί μένει η Μαρία. Μόνη στην άγονη γη, στο φρικτό της ξηρασίας τοπίο. Μόνη στην άνιση πάλη με τις φοβερές δυνάμεις της αμαρτίας.
Μέρες, νύχτες, μήνες, χρόνια, περνά εκεί όπου τις στιγμές της προσευχής και της έκστασης τις διαδέχονται οι θύμησες. Και τότε η σιγαλιά της ερήμου γεμίζει ήχους μαυλιστικούς από όργανα του γλεντιού και της κραιπάλης. Τ’ άστρα τ’ ουρανού γκρεμίζονται στη γη να γίνουν μπρούντζινοι πολυτελέστατοι λύχνοι, και δαυλοί και πυροτεχνήματα σε κάποιο από τα πολλά αρχοντικά οπού το κορμί της κυλιόταν στην αμαρτία. Μπροστά της απλώνεται τραπέζι φορτωμένο με κάθε λογής φαγητά και φρούτα και γλυκίσματα, και το κρασί, ίδιο αίμα, βάφει τις μαλαματένιες κούπες. Κι’ αυτή χορεύει. . . Χορεύει πάνω στο τραπέζι τσαλαπατώντας τον πλούτο και τη χλιδή, κι’ οι άντρες χαχανίζουν νευρικά, έξαλλα γύρω της, πεινασμένοι για τη σάρκα της. Απλώνουν τα χέρια απάνω της, τραβούν τα ρούχα της, κι’ αυτή θριαμβεύοντας μέσα στης κραιπάλης τη μανία θέλει να σκεπάσει τη γύμνια της με τα πλούσια μαλλιά της. Θέλει να δείξει πόσο ωραία είναι τούτα τα μαλλιά που χύθηκαν απάνω στην τρυφερή σάρκα της, διάφανος εβένινος μανδύας. Νευριασμένα τα χέρια των αντρών την τυλίγουν, τη βασανίζουν, τα χείλη αναμμένα από το κρασί, ζητούν από τη σάρκα της τη φλόγα της ζωής και τα όργανα, άγρια μουσική του οργίου, ζαλίζουν την ακοή της κι’ αυτή χαίρεται. . .
Ώσπου οι μουσικές ξεφτάνε σε θλιβερά κρωξίματα από κάτι χαμένα στην έρημο αγριοπούλια, των λύχνων και των δαυλών οι φλόγες χαμηλώνουν, χάνονται για να ξαναφανούν ψηλά στην απεραντοσύνη, να γίνουν φωτεινές στάλες από δάκρυα τ’ ουρανού. Τα πεινασμένα χέρια που τύλιγαν το κορμί της ψυχραίνουνται, σκληραίνουν, γεμίζουν λέπια, γίνονται φίδια. Παγωμένα φίδια που σφίγγουν, ίδιες τανάλιες, το σώμα της, το ακινητούν εκεί στην άμμο της άγονης γης. Στο λαιμό της, στο πρόσωπό της, στα χείλη της τα πεινασμένα φιλιά των αντρών γίνηκαν δαγκάνες σκορπιών. Πλήθος δαγκάνες, αμέτρητοι οι σκορπιοί που ρίχνουν το φαρμάκι τους, μέσα στα σπλάχνα της Μαρίας. . .
Σαν έρχεται η αυγή και υποχωρούν οι πειρασμοί, εξαντλημένη η γυναίκα από τούτη τη νύχτα της κραιπάλης, ικετεύει την Προστάτισσά της, την Παναγία τη Δέσποινα, να την ελευθερώσει από τα δεσμά της θύμησης.
Μέρες περνούν με προσευχή, με μετάνοια, με νηστεία. Πάνω από το κεφάλι της διαβαίνουν πλήθος πεινασμένες ακρίδες, που σαν της μπόρας το σύννεφο σκεπάζουν τον ήλιο. Και τότε η Μαρία κρυώνει, χτυπούν τα δόντια της, τρέμει σύγκορμη, ως να περάσει το σύννεφο, να λάμψει πάλι ο ήλιος, το φως, η παρηγοριά.
Κι’ οι πειρασμοί δεν υποχωρούν. Παρουσιάζονται πολλές φορές την ημέρα. Να, εκεί μακρυά, κατά την ακροποταμιά σκόνη πολλή σηκώνεται. Κοπάδι αγριόχοιροι περνούν, κι’ ως να καταλαγιάσει η σκόνη αυτωνών, έρχονται άλλοι, άλλο κοπάδι, κι’ άλλο. Κι’ είναι μαύρα, άγρια ζώα που τρέχουν μουγκρίζοντας. Μα όχι. Δεν είναι ζώα, άντρες είναι. Όλοι οι άντρες που γνώρισε η Μαρία το έμαθαν πως βρίσκεται εδώ, ήρθαν. Ήρθαν ασυγκράτητοι, με άγρια μουγκρητά να πέσουν απάνω της. «Παναγία μου. . . Παναγία μου Δέσποινα και Παρθένα, πάρε τους από δω, τύφλωσέ τους να μη βλέπουν με τ’ αναμμένα μάτια τους, με τους δαυλούς αυτούς του αμαρτωλού πόθου, βόηθα Παναγία μου. . .».
Τρέχει η Μαρία και χώνεται πίσω από έναν αγκαθωτό θάμνο να προφυλαχτεί. Προσεύχεται, ενώ γύρω της, δίπλα της βρυχιούνται τα θηρία: « Έλα, Μαρία, κοντά μας… Είσαι δική μας… Δική μας…»
Κάποτε καταλαγιάζει ο σάλαγος. Νύχτα βαθιά. Ο ουρανός δε σημειώνεται με άστρα. Η πλάση όλη γίνηκε ένα λαγούμι θεοσκότεινο όπου η Μαρία προσεύχεται βυθισμένη στη μαύρη, πηχτή του υγρασία. Βαρειές, ίδιες μπάλλες από μολύβι, χτυπούν πάνω στη σιγαλιά, μία-μία, οι ώρες σημειώνοντας το χρόνο στης Μαρίας την προσευχή. Νύχτες ολάκερες, κόμποι, σκοινί ατέλειωτο οι μπάλλες αυτές, πήραν κάποτε ν’ αλαφρώνουν, να μαζεύουν, να μικραίνουν. . . Ώσπου, κάποια νύχτα, με το αραίωμα του σκοταδιού, άρχισαν να διαλύονται σε σταλαγματιές δροσιάς. Διαλύθηκαν σε σταλαγματιές δροσιάς οι μπάλλες, ενώ πέρα μακρυά, πέρα από την κορφή του όρους του Πειρασμού, οι άκρες τ’ ουρανού χαράζονται από το πρώτο φως. Είναι τώρα σάμπως η Μαρία ν’ ακούει μουσική ήρεμη, γλυκειά, από μάκρινες καμπάνες. Κάθε καμπάνα και μια συλλαβή κι’ οι συλλαβές λέξεις: «Μαρία προσευχήσου, θα σωθείς…Μαρία προσευχήσου, θα νικήσεις…». Ω, τι αγαλλίαση, τι παρηγοριά οι καμπάνες και πως ο ήχος τους δυναμώνει το φως, και τι τρυφερή ζέστα τυλίγει το σώμα της, μαλακώνει την καρδιά της…
Αλλά και οι πειρασμοί καιροφυλαχτούν. Ύπουλα της παρουσιάζονται εκεί που λιγότερο τους περιμένει. Παίρνουν μάλιστα μορφές αθώες. Να, ένα ζαρκάδι, όμορφο, ήσυχο έρχεται κοντά να παρηγορήσει τη μοναξιά της. Την κοιτάζει με το έκπληκτο, πειθήνιο βλέμμα του. Κι’ η Μαρία, όσο το παρατηρεί, τόσο βλέπει το ζαρκάδι να μεταμορφώνεται, να γίνεται. . . Μα, ναι λοιπόν, το ζαρκάδι γίνεται εκείνος ο στρατιώτης που κάποια νύχτα ήταν σπίτι της. Που την άλλη μέρα έφευγε για τη μάχη. Όλη νύχτα γύρεψε με απελπισμένο πάθος την παρηγοριά από τη γυναίκα. Σαν έφευγε την αυγή, του έδωσε πίσω τα χρήματα που της άφηνε, καθώς της έλεγε: « Τώρα δε με νοιάζει κι’ αν πεθάνω. . .». Τα μάτια του ζαρκαδιού γέμισαν δάκρυα. Η Μαρία απλώνει το χέρι, θέλει να το χαϊδέψει. Κι’ άξαφνα, πίσω της, εκεί στη ράχη της, ξεσπά άσκημο γέλιο. Κι’ άλλο, κι’ άλλο. . . Γέλια χλευαστικά που της φέρνουν ρίγη, που ξεκλωνίζουν το κορμί της. «Φύγε, φύγε από μπρος μου, πειρασμέ, φωνάζει αγριεμένη στο ζαρκάδι, φύγε Σατανά. . . ». Τα δόντια της χτυπούν, μαζεύει το χέρι της που θα χάιδευε τον πειρασμό, και το βυθίζει εκεί στου θάμνου τ’ αγκάθια. Ώσπου τ’ αγκάθια να στιγματισθούν με κόκκινες σταλαγματιές από το αμαρτωλό της αίμα.
Έτσι περνούν μέρες, νύχτες, μήνες, χρόνια στην άγρια ετούτη πάλη. Χρόνια δεκαεφτά. Ακριβώς τα χρόνια της αμαρτωλής ζωής της Μαρίας. Στον ίσκιο του κέδρου σιωπηλή μένει τώρα η γερασμένη γυναίκα. Το ανθρώπινο ερείπιο που ήταν κάποτε η Μαρία. Ο άββάς Ζωσιμάς κοιτάζει τη φλόγα της ζωής στα μάτια της:
-Πόσα χρόνια έχεις, Μαρία, στην έρημο; Κι’ ή Μαρία πολύ ήρεμα:
-Σαράντα επτά, αδελφέ Ζωσιμά. . .
-Σαράντα επτά. . . Και πότε κατανίκησες τους πειρασμούς αυτούς του παρελθόντος;
-Πάνε τριάντα περίπου χρόνια. Από τότε ζω με μια και μόνη προσπάθεια: Να ελευθερώσω την ψυχή μου από το βάρος του κορμιού.
-Μα το πέτυχες, Μαρία. Εσύ είσαι ελαφρύτερη κι’ από πετούμενο τ’ ουρανού. Δεν έχεις πια σχεδόν καθόλου σάρκα να σε βασανίζει. . . Πετσί και κόκκαλο απόμεινες. . . Κι αυτή σου η μετάνοια πρέπει να γίνει γνωστή, θα μιλήσω τώρα που θα γυρίσω στο μοναστήρι στον ηγούμενο, θα. . .
-Όχι. Τον κόβει έντρομη η Μαρία. Όχι. Όχι, αδελφέ Ζωσιμά, σε παρακαλώ, σε ικετεύω, δε θα πεις τίποτα σε κανέναν, έως ότου ο Μεγαλοδύναμος μ’ ελευθερώσει, έστω κι’ από το ελάχιστο αυτό βάρος που με βαστά ακόμη στη γη. . .
-Όπως θέλεις, κόρη μου. . . Όπως θέλεις. Μόνο σκέψου και πες μου, σε τί μπορώ να σου φανώ χρήσιμος; Χαρά μου θα είναι να σε βοηθήσω. Τώρα, βλέπεις, πρέπει να φύγω. Είναι ανάγκη να γυρίσω πίσω στη μονή μου.
-Να φύγεις, να πας στην ευχή του Θεού, αδελφέ Ζωσιμά, και σ’ ευχαριστώ που ήρθες, σ’ ευγνωμονώ που κάθισες και με άκουσες.
Η Μαρία σκέφτεται λίγο, συνεχίζει:
-Μια χάρη μόνο θέλω να μου κάνεις. Του χρόνου, τη Μεγάλη Εβδομάδα, το βράδυ του Μυστικού Δείπνου να πάρεις από το μοναστήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, να μου το φέρεις να κοινωνήσω. Θα σε περιμένω στην όχθη του Ιορδάνη.
Ο χρόνος πέρασε. Μεγάλη Πέμπτη βράδυ. Πανσέληνος. Ο Ιορδάνης κυλά με ασημένια βία τα νερά του. Κι’ ο αββάς Ζωσιμάς με το Άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια, περιμένει εκεί στην όχθη κάποια βάρκα για να περάσει αντίκρυ. Έχει ώρα που περιμένει, βάρκα δε φαίνεται. Με το βλέμμα στηλωμένο στην άλλη όχθη ο αββάς θλίβεται και μάταια αναζητά οτιδήποτε πλεούμενο για να μπορέσει να περάσει. Ωστόσο χάρηκε κι’ ανάσανε με ανακούφιση όταν είδε τη Μαρία που ήρθε και στάθηκε απέναντι. Περιμένει κι’ αυτή. Άδικα όμως. Βάρκα δε φαίνεται πουθενά. Κι’ ο ποταμός κυ¬λάει πάντα ανάμεσά τους τα νερά του που γίνονται φως. Άσπρο φως. Ο Ζωσιμάς σηκώνει τα μάτια στον ουρανό. Παρακαλεί το Θεό να δώσει κάποια βοήθεια. Κι’ άξαφνα βλέπει εκεί, στην άλλη όχθη τη Μαρία που απλώνει το χέρι της στον ποταμό. Σχηματίζει το σημείο του Σταυρού, σα να τον σφραγίζει, και τότε… Τότε προχωρεί η Μαρία στον ποταμό. Βαδίζει ήσυχα κι’ ελεύθερα πάνω στην ασημένια επιφάνεια του νερού.
Όταν η Μαρία έφτασε κοντά, ο Ζωσιμάς κατάπληκτος έπεσε να την προσκυνήσει.
—Όχι. Όχι. Σήκω, αββά Ζωσιμά. Εσύ που είσαι ιερέας και βαστάς τα Θεία Μυστήρια θα προσκυνήσεις εμένα;
Ο Ζωσιμάς σηκώθηκε. Της πρόσφερε τη Θεία Κοινωνία, κι’ η Μαρία εστέναξε και είπε: « Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου. . . ». Γύρισε υστέρα στο Ζωσιμά:
— Συχώρεσέ με, είπε, να σου ζητήσω ακόμα ένα μου τελευταίο πόθο. Τώρα πήγαινε στο μοναστήρι σου με του Θεού τη Χάρη. Του χρόνου όμως έλα πάλι. Προχώρησε πιο πέρα από δω, στον ξεροπόταμο, εκεί στην έρημο κοντά. Εκεί το δίχως άλλο θα με βρεις όπως το θέλει ο Κύριος. Και να προσεύχεσαι για μένα την ταλαίπωρη, την άθλια.
Ο Ζωσιμάς μετρούσε τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες, ως να περάσει ο χρόνος. Και σαν έφτασε η Μεγάλη Πέμπτη πήρε πάλι τη Θεία Μετάληψη, πήγε να βρει τη Μαρία. Περίμενε, περίμενε, τίποτα. Άρχισε να τη γυρεύει. Όλη νύχτα τη γύρευε. . . Και σαν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου χάραξαν τον ουρανό για να σχηματίσουν το στεφάνι της αυγής, η λάμψη εκείνη από το σχηματιζόμενο φωτοστέφανο έδειξε κάτι του Ζωσιμά. Κι’ αυτός ζύγωσε. Εκεί, στα κοτρόνια του ξεροπόταμου είδε ένα κουρέλι ριγμένο ίδιο αποφόρι, από παμπάλαιο ρούχο: Ήταν η Μαρία. Ήταν το βάρος αυτό της ψυχής της που μετά από τόσον αγώνα κατανικήθηκε κι’ απόμεινε άχρηστο λείψανο, να γίνει χώμα. Να γίνει ύλη. Έθαψε ο Ζωσιμάς το σώμα αυτό με το φθαρμένο κουρελιασμένο φόρεμα, της έβαλε ένα σταυρό στο στήθος.
Είναι 4 Απριλίου του 421 μ.Χ. Ο ήλιος ρίχνει όλο του το φως στην έρημο. Όλα έγιναν λάμψη και δόξα, αχλή που καταργεί κάθε σχήμα, ακόμα και των βουνών, ακόμα και της κορυφής του όρους του Πειρασμού.
Ιουλία Ιατρίδη.
(«Χριστιανικό Συμπόσιον. Γ΄», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Κολλάρου και Σία Α.Ε., σ.125-130)

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Όταν μια μάνα κλαίει, λυγίζει ακόμη κι ο Θεός



site analysis





Πόσες φορές είδες τη μητέρα σου να κλαίει μπροστά σου; Ελάχιστες, έτσι δεν είναι;
Και όταν μιλάω για δάκρια δεν εννοώ αυτά της συγκίνησης και της ικανοποίησης, αλλά εκείνα που αν τα γευτείς θα σου αφήσουν μια γεύση στυφή και έντονη. Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί μια μάνα κρατάει τόσο πόνο μέσα της και τι τον κάνει; Για σένα το κάνει και για όσους αγαπάει.

Σφίγγει τα δόντια και χαμογελάει γιατί έτσι θα δώσει κουράγιο, ώθηση και δύναμη να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Είναι σκληρή και υπομένει έτσι ώστε να βαστήξει στους ώμους της το βάρος κάθε ανθρώπου που νοιάζεται. Και ας υποφέρει, δεν την νοιάζει γιατί ξέρει πως ένα της χαμόγελο είναι βάλσαμο για κάθε είδους πόνο.

Στη ζωή της μια μητέρα θα αναγκαστεί να δει το παιδί της να δεινοπαθεί, τον άντρα της να λυγίζει και τους γονείς της να γίνονται άστρα στον ουρανό. Θα περάσει από χίλια κύματα και παρ’ όλα αυτά θα είναι το μόνο πλοίο που θα συνεχίσει να πλέει με χίλιες-δυο ρωγμές. Είναι η γυναίκα που δε θα διστάσει να μαζέψει τα κομμάτια σου ακόμα κι αν αυτή ματώσει. Η γυναίκα που από τη στιγμή της σύλληψης, της γέννησης, ή της πρώτης ματιάς, σπάει το εγώ και γίνεται εσύ…

Τι συμβαίνει ωστόσο στην ανηλεή αυτή γυναίκα όταν σβήνουν τα φώτα και μένει μόνη; Η μάσκα που φοράει σπάει και τα θραύσματα σκίζουν ανελέητα την ψυχή της. Εκεί είναι που ο πρώτος λυγμός θα ακουστεί και θα κρυφτεί πίσω από ένα μαξιλάρι.

Τα δάκρια θα ξεχειλίσουν και το σκληρό αυτό ον για πρώτη φορά θα γίνει το πιο ευάλωτο πλάσμα που υπάρχει. Μόνη καθώς είναι, θα πάρει αγκαλιά τον εαυτό της και θα κουλουριαστεί σε μια γωνία σαν μικρό παιδί. Στο μικρό αυτό κρησφύγετο της θα αφήσει τα καυτά της δάκρια να κυλήσουν για ώρα, μέχρι ο οργανισμός της να αποβάλει κάθε σπιθαμή πόνου και απόγνωσης που την διακατέχει.

Η γυναίκα που από τη στιγμή της σύλληψης, της γέννησης, ή της πρώτης ματιάς, σπάει το εγώ και γίνεται εσύ…

Βλέπετε, κάθε ένα από αυτά είναι μοναδικό, κουβαλάει μέσα του λέξεις, πράξεις, εικόνες που την πλήγωσαν μα ποτέ δεν παραπονέθηκε για αυτό. Όταν το πρώτο ξέσπασμα τελειώσει,

θα σηκωθεί και θα κοιτάξει το πρόσωπό της στον καθρέπτη και αφού σκουπίσει όλες τις ενδείξεις αδυναμίας από πάνω της, θα μιλήσει με την ίδια και θα ψάξει να βρει τις αιτίες και τις λύσεις τους, σαν πεπειραμένος ντέντεκτιβ. Αφού η διαδικασία ολοκληρωθεί, θα πάρει μια βαθειά ανάσα, θα βάλει το χαμόγελό της και όπως κάθε υπερ-ήρωας θα βγει να αντιμετωπίσει τον κόσμο.

Έτσι λοιπόν, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μια μητέρα είναι σαν τον καρπό μιας αμυγδαλιάς, σκληρή από έξω, μα στο εσωτερικό της αβρή. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο ευαίσθητοι άνθρωποι είναι και οι πιο δυνατoί.

Πηγή: daddy-cool.gr

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΤΡΩΝΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



site analysis


        Οι γυναίκες Μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας, υπήρξαν το ίδιο ηρωικές με τους άνδρες. Επέδειξαν στους άδικους διώκτες τους ένα άλλο ήθος, πρωτόγνωρο για τον αρχαίο προχριστιανικό κόσμο, τον ηρωισμό, την ομολογία της πίστης στο Χριστό και την ανεξικακία προς τους τυράννους τους. Μία από αυτές τις γενναίες Μάρτυρες υπήρξε και η αγία Ματρώνα της Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί το καύχημα της συμπρωτεύουσας.
       Έζησε στα δύσκολα, μα ηρωικά, χρόνια των πρωτοχριστιανικών διωγμών. Όταν η ψυχορραγούσα εφιαλτική  ειδωλολατρία, ευρισκόμενη σε άμυνα κατά του εύρωστου Χριστιανισμού και την πρωτοφανή ορμητική διάδοση της νέας πίστεως, είχε εγείρει τους γνωστούς μας μεγάλους διωγμούς, με στόχο την εξαφάνιση των Χριστιανών. Δε γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο που έζησε. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ο απόστολος Παύλος είχε ιδρύσει, περί το 50 μ. Χ. ισχυρή Εκκλησία, μεταξύ των πολυπληθών Ιουδαίων της πόλεως και πολλών ειδωλολατρών. Προφανώς η Ματρώνα υπήρξε ευγενής γόνος ένθερμων Χριστιανών, ένθερμη πιστή του Χριστού και η ίδια επίλεκτο μέλος της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.

      Δεν μας είναι γνωστά σχεδόν τίποτε από την οικογενειακή ζωή της, ούτε έχουμε στοιχεία από την παιδική της ηλικία. Εικάζουμε ότι ήταν φτωχή και γι’ αυτό προσκολλήθηκε ως ακόλουθη κάποιας πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, της Παντίλλας ή Παυτίλλας, συζύγου ανώτατου στρατιωτικού διοικητή της Θεσσαλονίκης (στρατοπεδάρχη). Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες μας ότι η Θεσσαλονίκη υπήρξε από τα αρχαία χρόνια η πολυπληθέστερη, μετά την Ιουδαία περιοχή για τους Ιουδαίους, ιδίως μετά την καταστροφή τηςΙερουσαλήμ το 70 μ. Χ. από τους Ρωμαίους και τη διασπορά τους στα έθνη.
        Η  Ιουδαία κυρία της Ματρώνας ήταν φανατική πιστή του Ιουδαϊσμού και γι’ αυτό επισκέπτονταν συχνά τη Συναγωγή για να προσευχηθεί και να επιτελέσει τα νενομισμένα έθιμα της θρησκείας της. Η Ματρώνα δεν είχε αποκαλύψει την πίστη της στην κυρία της, διότι ήξερε πως, όχι μόνο θα έχανε την εργασία της, αλλά και θα την κατέδιδε στις ρωμαϊκές αρχές, ως εγκληματίας του ρωμαϊκού κράτους, διότι έτσι αντιμετωπίζονταν οι Χριστιανοί.
      Όταν εκείνη βρισκόταν στην Συναγωγή, η Ματρώνα πήγαινε κρυφά σε μυστικό χριστιανικό ναό, όπου λάτρευε τον αληθινό Τριαδικό Θεό. Για πολύ καιρό, η Ματρώνα ξεγελούσε την κυρία της για να πηγαίνει στην Εκκλησία. Μια λάθος κίνησή της αποκάλυψε το μεγάλο μυστικό της, η οποία απέβη μοιραία για την ίδια. Κάποιο εβραϊκό Πάσχα, η Ματρώνα άργησε να γυρίσει στη συναγωγή για να συνοδέψει την κυρία της. Έφτασε την ώρα που έτρωγαν τα πικρά χόρτα, όπως συνηθίζουν κατά το δικό τους Πάσχα οι Ιουδαίοι. Τότε κάποιος από τους δούλους της την κατήγγειλε στην Παντίλλα ότι ήταν Χριστιανή και πως τις ώρες που λείπει πηγαίνει σε χριστιανική Εκκλησία. Φαίνεται πως ο δούλος εκείνος την είχε παρακολουθήσει και την μισούσε επειδή ήταν Χριστιανή.
      Η φανατική εβραία έγινε έξαλλη από το θυμό της διότι μισούσε και αυτή θανάσιμα τους Χριστιανούς. Έβγαζε άγριες κραυγές και την κατηγορούσε ως άπιστη, διότι θεωρούσε ότι την εξαπατούσε, που δεν της είχε αποκαλύψει την πίστη της. Έδωσε διαταγή να τη συλλάβουν, να τη δέσουν και να τη μαστιγώσουν άγρια.
      Η Ματρώνα δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να δειλιάσει και να αρνηθεί την χριστιανική της πίστη. Υπόμεινε με πρωτοφανή ηρωισμό και υπομονή τους αφόρητους πόνους του μαστιγώματος και τους εξευτελισμούς των βασανιστών της. Φώναζε με όλη τη δύναμη της ψυχής της ότι είναι και θα παραμείνει Χριστιανή και πως μπορεί να εξουσιάζουν οι δήμιοί της το σώμα της, όχι όμως και την ψυχή της, την οποία είχε αφιερώσει ολοκληρωτικά στο Χριστό, τον αληθινό Θεό.
      Κατόπιν έδωσε εντολή να την αλυσοδέσουν και να τη ρίξουν στην πιο σκοτεινή και υγρή φυλακή και να σφραγίσουν καλά την πόρτα του κελιού της, ώστε να μην μπορεί να μπει κανείς να τη βοηθήσει! Μετά από τρεις ημέρες πήγε η ίδια η Παντίλλα να δει τι κάνει η Ματρώνα. Έκπληκτη την είδε να έχει ελευθερωθεί από τα σιδερένια δεσμά της, να στέκεται όρθια και να ψέλνει, και το σπουδαιότερο να έχει θεραπευτεί από τις πληγές του άγριου μαστιγώματος! Η Παντίλλα έγινε θηρίο από το θυμό της και έδωσε εντολή για νέο, αγριότερο μαστίγωμα. Η Μάρτυρας υπέμεινε και πάλι με ηρωισμό και ανεξικακία τον βασανισμό, ρωτώντας με καλοσύνη την εβραία, για πιο λόγο τη βασανίζει, αφού με την πίστη της στο Χριστό δεν βλάπτει κανέναν. Μετά από τον άγριο ξυλοδαρμό της την έριξαν και πάλι στη φυλακή.
      Μετά από λίγες ημέρες ξαναπήγε στην φυλακή και είδε ξανά την Ματρώνα θεραπευμένη από τις πληγές της και ελευθερωμένη από τις αλυσίδες της, να υμνεί το Θεό. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν τον ήλιο! Τότε διέταξε να τις δέσουν τα πόδια σε βαριά δρύινα ξύλα και να τη βασανίσουν ανελέητα. Η Μάρτυς εξαντλημένη από τις πολυήμερες ταλαιπωρίες, την πείνα και τη δίψα, δεν άντεξε και παρέδωσε το πνεύμα της, προσευχόμενη, την ώρα του μαρτυρίου της.  Η εβραία Παντίλλα έδωσε και πάλι εντολή σε κάποιον Στρατόνικο, να τυλίξει το σώμα της Μάρτυρος  με σεντόνι και να το ρίξει από τα τείχη έξω της πόλεως να το φάνε τα σκυλιά και τα όρνεα. Όμως το περιμάζεψαν οι Χριστιανοί και το έθαψαν με τιμές κοντά στην Εγνατία οδό. Μέτα τους διωγμούς ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος, μετέφερε το ιερό λείψανο μέσα στην πόλη, κτίζοντάς της ναό, προς τιμήν της, στον οποίο το εναπόθεσε. Την εποχή της Φραγκοκρατίας οι αιρετικοί Λατίνοι άρπαξαν το λείψανο και μετέφεραν στην Βαρκελώνη της Ισπανίας, όπου κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς. Η μνήμη της εορτάζεται στις 27 Μαρτίου.       

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

- Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω...!



site analysis

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στέκεται
Την εποχή που οι Τούρκοι πολιορκούσαν το Μεσολόγγι, οι Σουλιώτες είχανε βγάλει από μέσα τις οικογένειές τους και τις είχανε ασφαλίσει στον κάλαμο. Μαζί ήτανε και οι οικογένειες των Τζαβελλαίων με αρχηγό τη Δέσπω Τζαβέλλα.
Το Μ. Σάββατο έφτασε στον Κάλαμο το τρομερό μαντάτο. Σε κάποια μάχη που γίνηκε στο Μεσολόγγι σκοτώθηκαν και τα δυο παιδιά της Δέσπως, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης.
Οι άλλες γυναίκες μόλις έμαθαν την είδηση, άρχισαν τους θρήνους και τα μοιρολόγια. Σε μια στιγμή όμως βλέπουν έκπληκτες την ηρωική μητέρα να σηκώνεται και να τους λέει επιτακτικά:
«Πάψτε μωρές τα κλάματα. Τα παιδιά μου πήγανε συνοδεία στο Χριστό, που θα τα πάει στον Παράδεισο, γιατί πέσαμε για την Πατρίδα! Σηκωθείτε να βάψουμε τα αυγά μη μας οργιστεί ο Θεός.»
Κι η ηρωική μητέρα άρχισε να ετοιμάζει τις βαφές και τα τσουκάλια. Οι άλλες Σουλιώτισσες σηκώθηκαν ντροπιασμένες και άρχισαν να την βοηθούν. Αλλά καθώς οι γυναίκες ήτανε απασχολημένες με τη βαφή των αυγών, φτάνει κάποιος μαντατοφόρος από το Μεσολόγγι. Στάθηκε μια στιγμή, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και γυρίζοντας στη Δέσπω:
«Δεν είναι τίποτε καπετάνισσα, φώναξε. Τα παιδιά είναι καλά με τη δύναμη του Θεού. Μονάχα ο Ζυγούρης λαβώθηκε στο χέρι. Μα δεν είναι τίποτα σοβαρό». Οι γυναίκες τριγύρισαν χαρούμενες τη Δέσπω.
Κι εκείνη, σοβαρή, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς, σήκωσε τα χέρια της και ακούστηκε να ψιθυρίζει:
- Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω...!



Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

ΕΙΔΕ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ



site analysis



Η ΜΟΝΑΧΗ ΠΕΛΑΓΙΑ ΤΡΟΥΜΟΥΛΙΑΡΗ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ. 
ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΨΥΧΗ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΘΕΙΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Επίσης αρκετές φορές είδε το άκτιστο φως τού Χριστού μας σε ώρα προσευχής να την περιαυγάζει και να λάμπει το κελί της μέσα στην νύκτα. Κάποια καλοκαιρινή και ασέληνη νύκτα προσευχόταν έξω στο ταρατσάκι τού σπιτιού της ανιψιάς της, το όποιο είχε και κρεβατίνα αμπελιού. Τά μεσάνυκτα ήλθε πάνω της μια φωτεινή στήλη και την περιέλουσε καθώς ήταν γονατιστή μέ το κομβοσχοίνι.

Εκείνη ψέλλισε εκστατική, «ως έμεγαλύνθη τά έργα σου Κύριε έτσι υποχώρησε το ουράνιον Φως.


Από την Παναγία ζητούσε και περίμενε πάρα πολλά. Ζητούσε να λάβει μέ την μεσιτεία της αισθητά την Χάρη τού Αγίου Πνεύματος Κάποια φορά πού βρισκόταν στον Ναό της τού Θεού Ειρήνης, μόλις ξελειτούργησε ό ιερέας, μπήκε στο Ιερό για να συγυρίσει. Τότε είδε ένα ζωντανό ολόλευκο Πτηνό και σαστισμένη σκεπτόταν να το βγάλει έξω για να μην πειράξει τα ιερά. Μα αυτό σε λίγο στάθηκε πάνω στο Άγιο Ποτήριο και ευθύς μπήκε μέσα. Σαν το είδε αυτό η αγαθή Γερόντισσά κατάλαβε και φωτίστηκε το πρόσωπο της από χαρά. Έπειτα το Πτηνό βγήκε από το Άγιο Ποτηριο κάθισε στον ώμο της και σε λίγο μπήκε στο στόμα της και το αισθάνθηκε να ριζώνει στην καρδιά της. Πλουσιοπάροχα έλαβε αυτό που επιθυμούσε!...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ 2015. ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΙΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Αδελφή Όλγα, Άγγελος Αγάπης - (Νίκος Σίμος)



site analysis


Είχα αρρωστήσει από ελονοσία τον Αύγουστο του 1991, όταν βρισκόμουν στην Αφρική. Τρεις μέρες ψηνόμουν στον πυρετό. Ο π. Χαρίτων είχε ορίσει τις Αδελφές ανά δύο να με παρακολουθούν τη νύχτα. Η Αδελφή Όλγα ως γερόντισσα με φρόντιζε την ημέρα. Ήμουν ναρκωμένος και κάθε φορά που άνοιγα τα μάτια μου, έβλεπα την Αδελφή Όλγα να έχει ένα βιβλίο στο χέρι και συνέχεια να προσεύχεται.
Αδελφή, σας παρακαλώ, καθήστε λίγο. Με ξανάπαιρνε ο ύπνος. Ξανασυνερχόμουν κάποτε. Στην ίδια στάση η Αδελφή, ακίνητη.
Αδελφή, σας παρακαλώ.
Ναι, ναι, αλλά πάλι όρθια στην προσευχή.
Νίκος Σίμος
Πρόεδρος του Ιερ/κού συλλόγου Πατρών «Πρωτόκλητος»

         «Δεν έχει σύνορα η καρδιά.
           Δεν έχει σύνορα ο κόσμος».
Οι στίχοι αυτοί του Γιάννη Ρίτσου βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους στην προσωπικότητα της Όλγας Παπασαράντου.

Δεν είχε σύνορα η καρδιά της Αδελφής Όλγας, χωρίς σύνορα και η αγάπη της. Απέραντη η αγκαλιά της, αγκαλιά μάνας για όλους τους ανθρώπους. και κυρίως για τον πιο καταφρονεμένο και πονεμένο άνθρωπο στον πλανήτη μας, τον Αφρικανό. Αυτόν τον άνθρωπο διακόνησε εικοσιπέντε χρόνια, λαμπάδα αναμμένη που καιγόταν για τη ζωή του και την προκοπή του.
«Έφυγε η Μητέρα μας, η αγία Μητέρα μας, η Μητέρα των Αφρικανών Χριστιανών. Στις καρδιές μας τ’ όνομά της είναι γραμμένο με χρυσό. Δε θα χαθεί ποτέ» είπε ο Αφρικανός φοιτητής της Θεολογίας Μπάϊ – Μπάϊ στον επικήδειο λόγο του, αποχαιρετώντας την πνευματική του Μητέρα, Αδελφή Όλγα.
«Δοξάζω το Θεό που μου έδωσε την ευλογία να έχω μια τέτοια συνεργάτιδα, που αποδείχτηκε ανεκτίμητος θησαυρός και στύλος του ιεραποστολικού έργου της Κανάγκα. Είχε τόσες αρετές που την έκαναν αξιαγάπητη στους ιθαγενείς που την αισθάνονταν ως μητέρα τους», έγραψε ο π. Χαρίτων Πνευματικάκις.
Αγάπη και προσευχή η ουσία της ζωής της. Ποια αγάπη; Να ξεχαστεί κάποιος μέσα στον άλλον και να ζήσει μέσα απ’ αυτόν. Αυτό έπραξε η Αδελφή Όλγα. Ξέχασε τον εαυτό της ολότελα και έζησε μέσα από τη φτώχεια, τον πόνο και τη χαρά των συνανθρώπων της.
         Πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο σε μια εποχή που έχει αναγάγει το συμφέρον σε αυθεντία ζωής. Σε μια εποχή που έφτιαξε μια δικιά της εντολή αντιστρέφοντας την εντολή του Θεού. Ο Θεός είπε: « θα κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου» και ο άνθρωπος είπε στον εαυτό του: θα κερδίζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου των άλλων. Η Αδελφή Όλγα έκαμε με τη ζωή της πράξη τα λόγια του Αποστόλου των Εθνών Παύλου στην προς Φιλιππησίους επιστολή του: «Μη τα εαυτών σκοπείτε, αλλά τα των ετέρων έκαστος».
Άγγελος Αγάπης και προσφοράς και στο αντικαρκινικό νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» ως νοσηλεύτρια η Αδελφή Όλγα. Διακόνησε χιλιάδες ασθενείς και τους  οδήγησε στο δρόμο του Θεού με την αγάπη της και την προσευχή της.
Και είναι, στ’ αλήθεια, δυνατό όπλο η προσευχή στον αγώνα για προσφορά και ηθική τελείωση.
Ο μεγάλος Ιρλανδός πολιτικός του 19ου  αιώνα Οκόννελ έλεγε: «Είμαι πιο δυνατός γονατιστός για προσευχή, παρά όρθιος με το όπλο στο χέρι».
           Η προσευχή της Αδελφής Όλγας ακουγόταν πιο δυνατά από το Θεό, γιατί ήταν εναγώνια κραυγή ικεσίας για το καλό των άλλων ανθρώπων και την προκοπή του ιεραποστολικού έργου.
Και όταν, εξαιτίας κατάγματος στο πόδι, μεταφέρθηκε επειγόντως στην Αθήνα και αναγκάστηκε να μείνει πλέον στον «Οίκο Ειρήνης», εξακολουθούσε συνεχώς να προσεύχεται δοξολογώντας το Θεό και εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της. « Το μόνο που θέλω, έλεγε, είναι να φύγω. Έζησα αρκετά. Να δω άγγελο Κυρίου φωτεινό να με πάρει μαζί του. Τίποτα άλλο δε θέλω».
Και ο άγγελος ήρθε – 17 Αυγούστου 1996 – ολοφώτεινος και πήρε την άγια ψυχούλα της, και την έφερε στον ουρανό, κοντά σ’ Εκείνον που τόσο αγάπησε υπηρετώντας με αυταπάρνηση τα πλάσματά Του. Απέδειξε η Αδελφή Όλγα με την άγια πορεία ζωής της ότι « το Εσύ είναι η έδρα της απόλυτης αξίας του Εγώ. Μέσα στο εσύ ενσαρκώνεται όλο το νόημα της ζωής, όλο το νόημα του σύμπαντος».
Ιεραπόστολος Όλγα Παπασαράντου:
           Δρόμος φωτεινός και δρομοδείχτης Παραδείσων.

Από το βιβλίο της Δήμητρας Μέγα με τίτλο:  « Η Ορθοδοξία σε λυτρωτικές πτήσεις » εκδόσεωςβτου Ορθόδοξου Ιεραποστολικού Συλλόγου ο Άγιος Οικουμένιος

Πηγή: trikalaola.gr

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Σοφία Σαμαρᾶ



site analysis

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιγ΄. 


Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’
Βιογραφικά
Η Σο­φί­α Σα­μα­ρᾶ τοῦ Σταύ­ρου καί τῆς Ἀ­θη­νᾶς γεν­νή­θη­κε στήν Ἀ­να­το­λι­κή Θρά­κη. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἦρ­θαν στήν Χα­ραυ­γή Κο­ζά­νης καί τό ἔ­τος 1938 κα­τέ­βη­καν στήν Βέ­ροι­α. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α καί μο­να­δι­κή πού ἔ­ζη­σε ἀ­πό τά δώ­δε­κα παι­διά πού γέν­νη­σε ἡ μη­τέ­ρα της.
Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν πτω­χοί ἀλ­λά πο­λύ εὐ­λα­βεῖς, ἰδι­αί­τε­ρα ἡ μη­τέ­ρα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ μη­τέ­ρα της ἔχα­σε τό φῶς της καί ἔ­ζη­σε ὥς 110 ἐτῶν. Ἦ­ταν τυ­φλή ἀλ­λά ἔ­βλε­πε μέ ἄλ­λον τρό­πο ὡ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα. Κά­πο­τε τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ κυ­ρί­α Με­τα­ξία Γε­ωρ­γιτ­ζί­κη μέ τόν γυι­ό της Θο­δω­ρά­κη καί ἡ για­γιά Ἀ­θη­νᾶ τήν ρώ­τη­σε: «Τό παι­δί σου ἔ­χει πρό­βλη­μα στό πό­δι;». Πράγ­μα­τι εἶ­χε πρό­βλη­μα. Ἡ για­γιά Ἀ­θη­νᾶ τήν συμ­βού­λε­ψε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Ὁ Θε­ός θά τοῦ δώ­ση ὑ­γεί­α καί δύ­να­μη, ἀλ­λά νά μή βα­ρυγ­γω­μᾶς γι­ά τό παι­δί σου, γι᾿ αὐ­τό τό πρό­βλη­μα. Τε­λεί­ως κα­λά δέν πρό­κει­ται νά γί­νη πο­τέ, για­τί αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, γι­ά νά μήν ξε­χά­σε­τε τόν Θε­ό καί νά προ­σεύ­χε­σαι συ­νέ­χεια».
Ἀ­γράμ­μα­τη ἡ για­γιά καί τυ­φλή κα­θό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ της καί συ­νε­χῶς ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή, τό «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με τήν ἁ­μαρ­τω­λή».
Τήν κό­ρη της Σο­φί­α τήν πάντρε­ψαν καί σέ ἡ­λι­κί­α 36 ἐ­τῶν χή­ρε­ψε μέ τρί­α παι­διά ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τό δεύ­τε­ρο ἐ­κοι­μή­θη.
Ἔ­με­νε μέ τήν μη­τέ­ρα της σ᾿ ἕ­να κελ­λά­κι (δι­κέλ­λα) πο­λύ φτω­χι­κό ἀλ­λά πο­λύ νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο. Ἦ­ταν ἕ­να δι­πλό κελ­λί χω­ρι­σμέ­νο ὄ­χι μέ πόρ­τα ἀλ­λά μέ ἕ­να κομ­μά­τι ὕ­φα­σμα. Στό μέ­σα προ­σευ­χό­ταν καί ἔ­και­γε συ­νο­λι­κά δε­κα­τέσ­σε­ρα καντή­λια ἀ­κοί­μη­τα. Τά κα­μέ­να φυ­τί­λια ἀ­πό τά καντή­λια δέν τά πε­τοῦ­σε. Εἶ­χε εἰ­δι­κό μέ­ρος στόν κῆ­πο, μί­α φω­λί­τσα, τά ἔ­βα­ζε ἐ­κεῖ, τά σκέ­πα­ζε καί ἔ­λε­γε: «Χρι­στού­λη μου, στά πο­δα­ρά­κια σου».
Συ­χνά ἡ γε­ρόν­τισ­σα Σο­φί­α μι­λοῦ­σε γιά τήν πολ­λή εὐ­λά­βεια πού εἶ­χε στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, καί πῶς τήν ἀ­πέ­κτη­σε: «Ὅ­ταν ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε ἡ γε­ρόντισ­σα Χα­ρί­κλεια τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο καί τῆς ἔ­δει­ξε σέ ποιό ση­μεῖ­ο νά σκά­ψουν γιά νά βροῦν τό ἁ­γί­α­σμα πή­γαι­νε πο­λύς κό­σμος νά βο­η­θή­ση μέ προ­σω­πι­κή ἐρ­γα­σία­. Πήγαινα καί ἐ­γώ. Ξε­κι­νοῦ­σα ἀ­πό τό σπί­τι μέ τά πό­δια μέ­χρι τήν Πα­τρί­δα (χωριό τῆς Βέροιας) καί ἔμενα μέχρι τό ἀπόγευμα καί βοηθοῦσα ὅπως μποροῦσα.
»Κάποιο πρωΐ ξεκίνησα ὅπως συνήθως. Πῆρα μαζί μου ψωμί καί ἐλιές. Στό μέσο τῆς διαδρομῆς κάθησα κάπου γιά νά ξαποστάσω. Τότε ἐμφανίστηκε ἕνας Γέροντας μπροστά μου καί μοῦ εἶπε:
‒Ποῦ πηγαίνεις, παιδί μου;
‒Πηγαίνω, Γέροντα, στήν Πατρίδα νά βοηθήσω στό ἁγίασμα τοῦ ἁγίου Νικολάου.
»Μέ εὐ­λό­γη­σε ὁ Γέροντας καί μοῦ ζή­τη­σε λί­γο ψω­μί. Τοῦ ἔ­δω­σα ψω­μί καί ἐ­λι­ές καί ὥ­σπου νά κλε­ί­σω τό σακ­κου­λά­κι μου ὁ Γέροντας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πό μπρο­στά μου. Τότε κα­τά­λα­βα πώς ἦ­ταν ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ἀ­πό ἐ­κε­ί­νη τή στιγμή σι­γά‒σι­γά ἦρ­θε ἡ κα­λή ἀλ­λο­ί­ω­ση, ἄρ­χι­σα νά νι­ώ­θω πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά κά­ποι­α πράγ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά. Γυρνώντας στό σπί­τι φό­ρε­σα μα­κρυ­μά­νι­κα καί τά ροῦ­χα μου μέ­χρι τόν ἀ­στρά­γα­λο. Πο­λύ τόν εὐ­λα­βοῦ­μαι καί τόν ἀ­γα­πῶ τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο. Νά πη­γα­ί­νε­τε στήν Πα­τρί­δα, ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος εἶ­ναι ἐ­κεῖ ὁ­λο­ζώντα­νος».
Ἡ  Σοφία Σαμαρᾶ μέ τήν μητέρα της Ἀθηνᾶ.
Μαρ­τυ­ρί­α κ. Ἕλ­λης Τρα­πε­ζαν­λί­δου: «Κάποια μέ­ρα πῆ­γε (ἡ γ. Σο­φί­α) στήν Πα­τρί­δα καί εἶ­δε μιά γυ­ναῖ­κα, τήν Χα­ρί­κλεια νά σκά­βη μέ­σα στίς λά­σπες καί νά δου­λε­ύ­η σκλη­ρά. Τήν ρώ­τη­σε τί κά­νει καί ἀ­πήν­τη­σε ὅ­τι ὁ Θε­ός τήν ἐ­φα­νέ­ρω­σε ὅ­τι σέ κεῖ­νο τό μέ­ρος θά βρε­θοῦν εἰ­κό­νες καί ἁ­γί­α­σμα καί θά κτι­στῆ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου. Τότε ἡ Σο­φί­α σκέ­φτη­κε ὅ­τι δέν πρέ­πει εὔ­κο­λα νά πι­στε­ύ­ου­με ἀν­θρώ­πους πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ γιά νά μήν πλα­νη­θοῦ­με. Ἔκανε προσευχή καί εἶπε: “Θεέ μου, δεῖ­ξε μου σέ πα­ρα­κα­λῶ, ἄν πρέ­πη νά βο­η­θή­σω αὐ­τήν τήν γυ­ναῖ­κα στό ἔρ­γο πού ἀ­νέ­λα­βε­”. Ἀ­μέ­σως εἶ­δε μπρο­στά της ἕ­να λό­φο πού πά­νω ἦ­ταν ὁ Χρι­στός. Ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό της γιά νά δῆ ἄν εἶ­ναι ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ καί ὁ Χρι­στός τῆς ἀ­πάν­τη­σε: “Καλά ἔ­κα­νες, παι­δί μου, πού ἔ­κα­νες τόν σταυ­ρό σου” καί τῆς ἔ­βα­λε μέ­σα στό χέ­ρι της μιά χο­ύ­φτα θυ­μί­α­μα. Ἀ­πό ἐ­κε­ί­νη τή στιγμή ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­γράμ­μα­τη ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη καί νά γρά­φη μέ τή Χάρη τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πε­κά­λυ­ψε ἡ ἴ­δια μέ τα­πε­ί­νω­ση: “Ἔμαθα νά δι­α­βά­ζω ἄ­νω­θεν ἐ­γώ ἡ ἀ­γράμ­μα­τη σέ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α”.
 »Ἤθελε πολύ νά γίνη καλόγρια. Ἀλλά ἐπειδή εἶχε παιδιά καί τήν εἶχαν ἀνάγκη δέν ἔφυγε σέ μοναστήρι. Ὅμως ἦταν ντυμένη καλόγρια καί δέν ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι της.
Εἶ­χε Πνευ­μα­τι­κό κά­ποι­ον ἐ­νά­ρε­το καί δι­α­κρι­τι­κό γέ­ροντα ἱε­ρέ­α στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, τόν π. Παῦλο. Μέ τήν εὐ­λο­γί­α του καί τίς συμ­βου­λές του ἔ­κα­νε τόν ἀ­γῶ­να της. Τη­ροῦ­σε ὅ­λες τίς νη­στεῖ­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τό τρι­ή­με­ρο. Τίς νη­στή­σι­μες ἡ­μέ­ρες καί τίς Σα­ρα­κο­στές τίς ἔ­κα­νε τρώ­γοντας ἀ­λά­δω­τα. Στίς κα­τα­λύ­σεις τῶν ἑ­ορ­τῶν ἔ­τρω­γε μό­νο ψά­ρι.
Τά με­σά­νυ­χτα στήν μί­α ἢ δύ­ο ἡ ὥ­ρα ση­κω­νό­ταν καί προ­σευ­χό­ταν συ­νή­θως γο­να­τι­στή. Ἔ­κα­νε πολ­λές με­τά­νοι­ες καί ἡ προ­σευ­χή της συ­νω­δευό­ταν ἀπό δά­κρυ­α. Προ­σευ­χόταν πρῶ­τα γι­ά ὅ­λο τόν κό­σμο καί με­τά γι­ά τήν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ἔ­λε­γε: «Πρῶ­τα νά πα­ρα­κα­λᾶς γι­ά τόν κό­σμο καί με­τά γι­ά σέ­να γι­ά νά σ᾿ ἐ­λε­ή­ση ὁ Θε­ός». Κα­τά τήν προ­σευ­χή προ­ση­λω­νό­ταν τό­σο, σάν νά ἔ­φευ­γε ὁ νοῦς της ἀ­πό τήν γῆ (ἡρ­πά­ζε­το). Ἄν περ­νοῦ­σες ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα ἀ­πό δί­πλα καί τήν σκουντοῦ­σες, δέν τό κα­τα­λά­βαι­νε.
Τό κομ­πο­σχοί­νι της τό εἶ­χε πάντα στό χέ­ρι της καί ἡ εὐ­χή δού­λευ­ε μέ­σα της. Ἤ­ξε­ρε πολ­λούς ψαλ­μούς καί τρο­πά­ρια ἀπ᾿ ἔ­ξω. Ἔ­ψελ­νε τά τρο­πά­ρια πολ­λῶν Ἁ­γί­ων. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, τόν εἶ­χε γι­ά προ­στά­τη της καί τό ἀπο­λυ­τί­κιό του τό ἔ­ψελ­νε πολ­λές φο­ρές τήν ἡ­μέ­ρα.
Κάποια γνω­στή της ἀ­να­φέ­ρει: «Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ἡ ὥ­ρα τοῦ Ἑσπε­ρι­νοῦ μοῦ ἔ­λε­γε: “Παναγιώτα, παι­δί μου, πή­γαι­νε σέ πα­ρα­κα­λῶ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα γιά τήν προσευχή μου” καί μέ γέμιζε εὐχές. Ἄλλοτε μέ κρατοῦσε καί κάναμε μαζί Ἑσπερινό. Ἔλεγε: “Ἔλα, παιδάκι μου, νά ἑτοιμασθοῦμε γιά τόν Ἑσπερινό”. Ἔσκυβα τό κεφάλι καί εὐχόμουν νά μήν τελειώση ποτέ. Τέτοια ἀγαλλίαση καί ἱλαρότητα εἶχε τό κελλί τῆς γιαγιᾶς. Ἄφηνε καί μένα νά λέω κάποια τροπάρια. Ἔτρεμε ἡ φωνή μου, ἔχανα τά λόγια μου καί αὐτή μέ ἐνθάρρυνε: “Ἔτσι, παιδί μου, ὡραῖα, ἔτσι, προσπάθησε”».
Ἡ Σοφία Σαμαρᾶ
Διηγήθηκε ἡ γερόντισσα Σοφία σέ κάποια ψυχή: «Παιδί μου, θά σοῦ πῶ κάτι προσωπικό γιά νά σέ βοηθήσω. Ἔκανα προσευχή γιά τήν Βίκυ, τήν κόρη μου καί ὁ καλός Θεός μοῦ ἔδειξε σημάδι. Ἔγραψε μέ χρυσά γράμματα στό σεντούκι πού εἶχα τά προικιά της τό ὄνομα Λευτέρης. Καί πράγματι τρεῖς μέρες ἦταν τά γράμματα χαραγμένα καί φαίνονταν, μετά χάθηκαν σιγά–σιγά. Καί τόν σύζυγο τῆς κόρης μου τόν λένε Λευτέρη, εἶναι καλό παιδί».
 Δι­η­γή­θη­κε: «Ὅ­ταν ὁ γυι­ός μου Κώστας ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πό φαν­τά­ρος δέν πο­λυ­πί­στευ­ε. Ἐ­γώ προ­σπα­θοῦ­σα νά τοῦ πῶ κά­ποι­α πράγ­μα­τα γιά τήν θρη­σκεί­α μας καί ἐ­νῶ ἤ­μουν στήν κου­ζί­να τη­γα­νίζον­τας ψά­ρια, μοῦ λέ­ει:  
‒Μάννα, ἄν βάλης τό χέρι σου στό τηγάνι τώρα πού τηγανίζεις καί δέν καῆς, τότε θά πιστέψω ὅλα αὐτά πού μοῦ λές πώς εἶναι ἀλήθεια.
»Ἀμέσως εἶπα στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔβαλα τό χέρι μου μέσα στό τηγάνι. Τότε ὁ Κώστας μοῦ λέει:
‒Μάννα, βρεγμένο χέρι ἔβαλες καί πᾶς νά μέ κοροϊδέψης.
‒Ὄχι, παιδί μου, τοῦ λέω. Κοίτα. Καί ἀμέσως σκούπισα τό χέρι μου καί τό ἔβαλα μέσα στό τηγάνι πάλι.
»Ἔπεσε στά γόνατα τό παιδί μου καί ἔκλαιγε.
‒Μάννα, συγγνώμη, συγχώρεσέ με, πιστεύω. Πιστεύω ὅλα ὅσα μοῦ λές πώς εἶναι ἀλήθεια, καί ἀπό τότε τό παιδί μου ἄλλαξε πολύ».
Ὁ γυι­ός της, ὁ Σταῦ­ρος, εἶ­χε πε­θά­νει καί μιά νύ­χτα τόν εἶ­δε στόν ὕ­πνο της. Τῆς εἶ­πε: «Μάννα, δέν μπο­ρῶ νά πε­ρά­σω τήν με­γά­λη πόρ­τα για­τί μιά ἁ­μαρ­τί­α μου δέν τήν ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κα. Βο­ή­θα με. Τότε αὐ­τή ἔ­κα­νε μέ δά­κρυ­α προ­σευ­χές. Ἔ­πει­τα ἀ­πό πολ­λές μέ­ρες ξα­να­εἶ­δε τόν γυιό της πού τήν εὐ­χα­ρί­στη­σε καί τῆς εἶ­πε: «Τώρα μπό­ρε­σα νά πε­ράσω τήν πόρ­τα, γι᾿ αὐ­τό πάν­τα νά συμ­βου­λε­ύ­ης τόν κό­σμο νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆται καί νά με­τα­λαμ­βά­νη, κα­θώς ἐ­πί­σης καί νά προ­σε­ύ­χε­ται γιά το­ύς κε­κοιμη­μέ­νους».
Ρώτησε ἡ κ. Δήμητρα τήν γε­ρόν­τισ­σα Σο­φί­α, ἄν δέ­χε­ται πάν­το­τε κό­σμο, ὅ­λες τίς ἡ­μέ­ρες ὅ,τι ὥ­ρα καί ἄν εἶ­ναι καί πό­τε ξε­κου­ρά­ζε­ται, για­τί ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τήν νύ­χτα εἶ­ναι ἄ­γρυ­πνη καί προ­σε­ύ­χε­ται. Ἀ­πάν­τη­σε: «Δέν μπο­ρῶ νά κλε­ί­σω τήν πόρ­τα γιά τήν δι­κή μου ἀ­νά­παυ­ση. Αὐ­τός πού ἔρ­χε­ται μέ­χρι ἐ­δῶ κά­ποιο πρό­βλη­μα θά ἔ­χη. Μόνο μιά μέ­ρα τοῦ χρό­νου θέ­λω νά εἶ­μαι μό­νη μου γιά νά προ­σε­ύ­χω­μαι καί νά συ­νο­μι­λῶ μέ τόν Σταῦ­ρο, τό παι­δί μου, πού ἐ­κοι­μή­θη τό 1967 καί νά τι­μῶ τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ὀ­νο­μα­στι­κῆς του ἑ­ορ­τῆς, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου».
Μιά τέτοια ἡμέρα τήν ἐπισκέφτηκε ἡ κ. Δέσποινα Κελεσίδου ἀπό τήν Νέα Νικομήδεια μαζί μέ τήν γνωστή τῆς γερόντισσας Σοφίας, τήν Παναγιώτα. Ἡ γερόντισσα ἄνοιξε μετά ἀπό πολλή ὥρα. Ἦταν ὀλιγομίλητη. Φαινόταν λυπημένη πολύ. Δέν τήν εἶχαν δῆ ποτέ ἄλλοτε ἔτσι. Σταύρωσε τό παιδί καί εἶπε στήν μητέρα του: «Τίποτε δέν ἔχει τό παιδί ἀπό πρόβλημα ὑγείας. Γεννήθηκε πολύ ἀδύνατο, γι᾿ αὐτό θέλει πολλή περιποίηση καί καλό φαγητό». Καί πράγ­μα­τι ἐ­νῶ οἱ για­τροί τήν ἀ­νη­συ­χοῦ­σαν μέ τίς προ­βλέ­ψεις τους, τό παι­δί με­γά­λω­σε φυ­σι­ο­λο­γι­κά καί ἔ­γι­νε ψη­λό καί δυ­να­τό.
  Εἶ­χε ἕ­να Σταυ­ρό μέ τόν ὁ­ποῖ­ο σταύ­ρω­νε τούς ἀν­θρώ­πους. Τόν ἔ­βα­ζε στό μέ­τω­πό τους καί τόν ἄ­φη­νε. Ὁ Σταυρός στε­κό­ταν σάν κολ­λη­μέ­νος καί ὅ­ταν ἔ­σκυ­βαν τό κε­φά­λι τους δέν ἔ­πε­φτε. Αὐ­τό τό ἔ­κα­νε σχε­δόν σέ ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκέ­πτες της.
Ἡ Σο­φί­α εἶ­χε σχέ­σεις πνευ­μα­τι­κές μέ ἄλ­λες ἐ­νά­ρε­τες γε­ρόν­τισ­σες. Τήν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν ἡ Τα­τια­νή Σαβ­βί­δου, συ­ζη­τοῦ­σαν καί προ­σεύ­χον­ταν ἀ­πό κοι­νοῦ. Μέ ἄλ­λες δυ­ό εὐ­λα­βεῖς γυ­ναῖ­κες, τήν κυ­ρα–Χα­ρί­κλεια ἀ­πό τό Τουρ­κο­χώ­ρι καί τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τό Ζερ­βο­χώ­ρι, πή­γαι­ναν σ᾿ ἕ­να ἥ­συ­χο μέ­ρος, γο­νά­τι­ζαν καί προ­σεύ­χονταν γι­ά πο­λλή ὥ­ρα. Ἡ Σο­φί­α σή­κω­νε τά χέ­ρια της καί ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό κα­τέ­βαι­νε ἕ­να φῶς πά­νω της πού ἔ­μοια­ζε μέ φω­τει­νές γα­λά­ζι­ες χάντρες.
Μί­α μέ­ρα στήν δι­κέλ­λα της, ἀ­φοῦ εἶ­χε προ­σευ­χη­θῆ ἀρ­κε­τά, κά­θη­σε νά ξε­κου­ρα­στῆ στό ντι­βα­νά­κι της. Τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε γνω­στή της καί εἶ­δε τό πρό­σω­πό της ἀ­συ­νή­θι­στα ἀλ­λοι­ω­μέ­νο, για­τί προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε δεῖ Ἀγ­γέ­λους. Καί ὅ­πως μι­λοῦ­σε καί εἶ­χε πλη­σιά­σει τό κε­φά­λι της πρός τήν γνω­στή της κυ­ρία, ἐ­κεί­νη αἰ­σθάν­θη­κε νά ἐ­ξέρ­χε­ται εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τό κε­φά­λι τῆς Σο­φί­ας, σάν αὐ­τή πού αἰ­σθα­νό­μα­στε ὅ­ταν προ­σκυ­νοῦ­με ἅ­για Λεί­ψα­να. Ὅ­πως ὅ­μως μι­λοῦ­σαν ἦρ­θε ἕ­νας ἄ­νε­μος ἀ­πό τό ἀ­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο καί αἰ­σθάν­θη­καν μί­α δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γεια πού ἔρ­ρι­ξε κά­τω τά σκεύ­η τ­ῆς μα­γει­ρι­κῆς ἀ­πό τόν μπάγ­κο. Τό­τε ἡ Σο­φί­α πῆ­ρε τό μπα­στου­νά­κι της, χτύ­πη­σε μί­α πά­νω στό μάρ­μα­ρο καί εἶ­πε: «Κα­τα­ρα­μέ­νε, φύ­γε ἀ­πό δῶ. Ἐ­νω­χλή­θη­κες;».
Κάποτε ἐνῶ συνομιλοῦσε μέ τήν κ. Δήμητρα τῆς εἶπε: «Ἄν ἤξερες, ἀδελφή Δήμητρα, ποιός κάθεται δίπλα σου!», καί ἔλαμπε τό πρόσωπό της μέ φῶς παράξενο πιό δυνατό ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας.
Μί­α φο­ρά ἔ­κο­ψε ἀ­πό τόν κῆ­πο της ἕ­να κρί­νο καί τόν ἔ­βα­λε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος καί ξα­νά πά­λι τήν ἄλ­λη χρο­νιά ἄν­θι­σε ὁ κρί­νος. Αὐ­τό συ­νε­χί­στη­κε νά γί­νε­ται ἀ­πό τό ἔ­τος 1963 μέ­χρι τό 1967. Τό εἶ­δαν πολ­λοί καί ἔ­λε­γαν: «Πᾶ­με νά δοῦ­με τό κρι­νά­κι τῆς για­γιᾶς Σο­φί­ας πού ἄν­θι­σε». Κά­θε χρό­νο ἄν­θι­ζε ὁ ξε­ρός κρί­νος τήν ἄ­νοι­ξη καί με­τά μα­ραι­νό­ταν.
«Κάποτε», δι­η­γεῖ­ται ἡ Πα­να­γι­ώ­τα ἀ­πό τή Νέα Νι­κο­μή­δεια, βρή­κα­με τή για­γιά Σο­φί­α μέ ἕ­να τσαπά­κι νά φρον­τί­ζη τόν κῆ­πο της. Μᾶς εἶ­πε: “Προσπα­θῶ νά ἔ­χω λου­λο­ύ­δια γιά νά προ­σφέ­ρω στήν Πα­να­γί­α καί στο­ύς Ἁ­γί­ους, γι᾿ αὐ­τό θέ­λω τόν ἀν­θό­κη­πο­”.
»Μετά μᾶς πῆρε μέσα καί μᾶς ἔδειξε τό κρινάκι, τό ξε­ρό κλα­δί πού πῆ­ρε ν᾿ ἀν­θί­ζη. “Εἶχα καί ἐ­γώ στήν αὐ­λή τέ­τοι­ους κρί­νους ἀλ­λά χά­θη­καν οἱ βολ­βοί. Λυ­πή­θη­κα πο­λύ καί πα­ρα­κα­λοῦ­σα τήν Πα­να­γία­ πῶς νά ξα­να­βρῶ ἀ­πό τά ἴ­δια λου­λο­ύ­δια–κρίνα γιά νά μπορῶ νά προσφέρω στήν Παναγία. Καί τώρα δεῖτε!”.
»Τό ξε­ρό κλα­δί ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πί­σω στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας κά­τω ἦ­ταν γε­μᾶ­το βολ­βο­ύς καί πά­νω μπουμ­πο­ύ­κια. “Ἀπ᾿ αὐ­το­ύς το­ύς βολ­βο­ύς θά φυ­τέ­ψω στήν αὐ­λή νά ἔ­χω κρί­να γιά τήν Πα­να­γί­α”. Ὅ­ταν ξα­να­πή­γα­με με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό τό ξε­ρό μπουμ­που­κι­α­σμέ­νο κλα­δί ἦ­ταν ἀν­θι­σμέ­νο­”».
Ἡ προ­σευ­χή της ἦ­ταν δυ­να­τή καί βο­η­θοῦ­σε πολ­λούς. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως βο­ή­θη­σε ἄ­τε­κνα ἀν­δρό­γυ­να νά ἀ­πο­κτή­σουν παι­διά. Πρῶ­τα ἀ­π᾽ ὅ­λα ζη­τοῦ­σε πί­στη. «Ἂν δέν πι­στεύ­ης, θά εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο νά ἀ­πο­κτή­σης παι­δί», ἔ­λε­γε. Ἔ­πει­τα σταύ­ρω­νε τήν γυ­ναῖ­κα μέ τόν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό, στόν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χε τυ­λιγ­μέ­νο ἕ­να λε­πτό κομ­πο­σχοι­νά­κι, τούς ἔ­βα­ζε νά προ­σκυ­νή­σουν καί με­τά ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή.
Κά­ποι­α ἀ­πό τήν Βέ­ροι­α ὑ­πο­σχέ­θη­κε στήν Σο­φί­α πώς ἂν ἀ­πο­κτή­ση παι­δί, θά τό δώ­ση νά τό βα­πτί­ση αὐ­τή (ἡ Σο­φί­α). Με­τά ἀ­πό δέ­κα χρό­νια ἀ­πέ­κτη­σε κο­ρι­τσά­κι καί σκέ­φθη­κε νά βά­λη δυ­ό νο­νές, τήν Σο­φία­ καί τήν ἀ­δελ­φή της. Ἡ Σο­φί­α εἶ­πε: «Δέν γί­νε­ται νά τό βα­πτί­σουν δυ­ό. Ἄντε πη­γαί­νε­τε στήν εὐ­χή τῆς Πα­να­γί­ας, γε­ρό νά εἶ­ναι τό παι­δί καί ἂς τό βα­φτί­ση ὅ­ποι­ος θέ­λει». Τό μω­ρό ὅ­μως, πα­ρα­μο­νές τῆς βα­πτί­σε­ως ἀρ­ρώ­στη­σε. Οἱ γο­νεῖς φο­βή­θη­καν, ἔνιωσαν ἐνοχή καί τό πῆ­γαν στήν Σο­φί­α. Αὐ­τή τούς πε­ρί­με­νε˙ τό σταύ­ρω­σε, τούς εὐ­χή­θη­κε, τό μω­ρό συ­νῆλ­θε καί μετά τό βά­πτι­σαν.
Εἶχε σέ μεγάλη εὐλάβεια τόν Τίμιο Σταυρό καί πίστευε στή δύναμή του, γιατί ἔβλεπε νά γίνωνται θεραπεῖες μέ τόν ξύλινο Σταυρό πού εἶχε. Ἀλλά καί οἱ φλόγες ἀπό τά καντηλάκια τῆς γερόντισσας Σοφίας σχημάτιζαν φωτεινό σταυρό. Τό εἶδαν πολλοί αὐτό τό θαυμαστό φαινόμενο.
Τήν χα­ρι­τω­μέ­νη για­γιά Σο­φί­α τήν ἐ­πι­σκέ­πτο­νταν πολ­λοί ἀ­πό ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα. Ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ χά­ρη πού εἶ­χε τρα­βοῦ­σε ψυ­χές κοντά της γι­ά νά ἀ­κού­σουν τά φω­τι­σμέ­να λό­για της καί νά ζη­τή­σουν τίς προ­σευ­χές της. Ὄ­χι μό­νο λα­ϊ­κοί ἀλ­λά καί γνω­στοί ἱ­ε­ρεῖς τῆς Βέ­ροι­ας, ὅ­πως ὁ π. Γρη­γό­ριος Σο­φός, ὁ π. Βα­σί­λει­ος Μπαχ­τσε­βά­νης, ὁ π. Κων­σταντῖ­νος, ὁ π. Σω­σί­πα­τρος Πι­τού­λιας καί ἕ­νας νέ­ος πού τώ­ρα μο­νά­ζει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
Ἡ γερόντισσα Σοφία ἦταν ἕνας θησαυρός γιά τήν Βέροια καί τήν γύρω περιοχή. Ἄγγελος καλωσύνης. Θυσίαζε τόν ἑαυτό της γιά τόν πλησίον. Ὅλη τή νύχτα προσευχόταν καί τήν ἡμέρα δεχό- ταν κόσμο. Ὅ,τι ἔκανε ἦταν γιά τήν ἀνακούφιση καί τό καλό τοῦ πλησίον. Ἡ αὐταπάρνηση ἦταν τό χαρακτηριστικό της. Πάντοτε χαμογελαστή μέ ἱλαρό πρόσωπο, ἀθόρυβη, καλωσυνάτη, ὀλιγομίλητη, ἀσκητική μέ βαθειά ἐσωτερική γνήσια ἐκκλησι- αστική ὀρθόδοξη ζωή. Μέ ταπείνωση καί ἀγάπη. Μέ λαμπερό–φωτεινό πρόσωπο. Πηγή γιατρειᾶς γιά τούς πονεμένους. Μιμητής Χριστοῦ, διάκονος ἀγάπης. Ἀφοσιωμένη στόν Κύριο καί στό θέλημα Ἐκείνου. Τό ἔργο της ἦταν ἀθόρυβο, ἡ ζωή της κρυπτή ἐν Χριστῷ. «Σᾶς παρακαλῶ, μή μιλᾶτε στόν κόσμο γιά μένα, δέν κάνω τίποτε», ἔλεγε. Ἡ ἴδια κρυβόταν πολύ καλά καί κάθε θαῦμα τό ἀπέδιδε στόν Κύριο ἤ στήν Παναγία μας ἤ στούς Ἁγίους πού τόσο πολύ τιμοῦσε. Ἀκόμα καί στήν πίστη τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτό  δέν δεχόταν εὐχαριστίες καί εὐγνωμοσύνη. Ἦταν χαριτωμένη, σάν ἥλιος ἔλαμπε τό πρόσωπό της.
Δεχόταν ὅλους, κάθε μέρα, ὅ,τι ὥρα κι ἄν ἦταν. Δέν εἶχε ὧρες γιά τήν προσωπική της ἀνάπαυση. Ὅλους τούς καλοδεχόταν χαμογελαστή μέ εἰρηνικό πρόσωπο γεμάτη ἀγάπη καί καλωσύνη. Ὁ καθένας ἔνιωθε ὅτι τόν ἀγαπᾶ ἰδιαίτερα καί ξεχωριστά. Δέν ἔβλεπε ἁμαρτωλούς. Μόνο πονεμένες ψυχές πού θέλουν στήριξη καί βοήθεια νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό ἁμαρτίες, πάθη, ἀρρώστειες, προβλήματα. Δέν ἤθε- λε τίποτε γι᾿ αὐτήν, μόνο νά δοξασθῆ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί νά ἀναπαυθοῦν ψυχές.
Καταλάβαινε τό πρόβλημα καί τήν διάθεση τοῦ καθενός. Πῆγε κάποτε μία νέα καί ἡ γερόντισσα δέν τήν δέχθηκε. «Πήγαινε στό καλό, παιδί μου», τῆς εἶπε. Καί ὅπως ὡμολόγησε ἡ ἴδια πῆγε μέ σκοπό νά κοροϊδέψη καί νά χλευάση ὅ,τι τῆς πῆ.
 Μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες πού ἔ­κα­νε ἡ Σο­φί­α ἔ­λα­βε τό χά­ρι­σμα τῆς δι­ο­ρά­σε­ως καί δι­έ­κρι­νε σέ τί πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση βρί­σκε­ται ὁ κα­θέ­νας.
Κά­ποι­α κυ­ρί­α ἐ­πι­σκε­πτό­ταν συ­χνά τήν Σο­φί­α καί μί­α φο­ρά ἔ­φε­ρε μα­ζί της μί­α φι­λε­νά­δα της ἀ­πό τόν Τρι­πό­τα­μο. Ὅ­ταν τήν εἶ­δε γι­ά πρώ­τη φο­ρά ἡ Σο­φί­α τῆς εἶ­πε: «Ὀ­λυμ­πί­α, ἐ­σεῖς εἶ­στε κα­λοί ἄν­θρω­ποι, ἂν καί εἶ­στε κομ­μου­νι­στές».
Με­ρι­κές φο­ρές κά­ποι­ους ἐ­πι­σκέ­πτες δέν τούς ἐπέ­τρε­πε νά μποῦν στό κελ­λί της. Ὅ­ταν αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι δέν εἶ­ναι κα­θα­ρός ὁ ἄν­θρω­πος, τόν ἄ­φη­νε ἔ­ξω ἀ­πό τό κελ­λί της λέ­γοντάς του: «Δέν θέ­λω νά σέ στε­νο­χω­ρή­σω, ἀλ­λά κά­τσε ἐ­κεῖ πού εἶ­σαι, κά­νε τόν σταυ­ρό σου καί ὅ­που πᾶς, ἅ­μα πι­στεύ­ης, τό ἴδιο εἶ­ναι». Καί ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ὁ ἄν­θρω­πος ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α καί ἔ­λε­γε: «Πα­να­γία μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, ἀλ­λά ἔ­τσι ἔ­πρε­πε νά γί­νη». Καί ὅ­ταν τό ἴ­διο ἄ­το­μο με­τα­νο­οῦ­σε, ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το, ἄλ­λα­ζε τρό­πο ζω­ῆς καί ξα­να­ερ­χό­ταν πά­λι, τότε κα­τα­λά­βαι­νε τήν ἀλλαγή του, τόν δε­χό­ταν μέ χα­ρά, λέ­γοντάς του: «Κα­λῶς τον, τί ἔ­χεις; Ἄντε ἔ­λα νά σέ ἀ­κού­σω». Κα­θό­ταν ὑπο­μο­νε­τι­κά μέ τίς ὧ­ρες ἀλ­λά ἡ συ­ζή­τη­ση ἦ­ταν μό­νο γύ­ρω ἀ­πό πνευ­μα­τι­κά θέ­μα­τα.
Ἔλεγε ἡ γερόντισσα Σοφία: «Ἡ ἁμαρτία πλήθυνε πάρα πολύ. Σάν σύννεφο ἀνέβηκε καί σκέπασε τόν οὐρανό. Ὁ οὐρανός μαύρισε καί ἡ μαυρίλα κατεβαίνει ὅλο καί πρός τά κάτω. Τό κακό θά ἔρθη ἀπό τήν Βουλγαρία».
«Στήν Ἀ­θή­να τό­σες χι­λι­ά­δες κό­σμος στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν πη­γα­ί­νουν, τρέ­χουν στά γή­πε­δα. Ἀλ­λά βλέ­πω ὅ­τι ὁ Θε­ός θά δώ­ση ἕ­να χα­στο­ύ­κι γιά νά συ­νε­τι­σθοῦν. Τά ἀ­θῶ­α θά φύ­γουν, τά ἀ­θῶ­α θά τήν πλη­ρώ­σουν», καί ἄρ­χι­σε νά κλα­ί­η. Πράγ­μα­τι στίς 8–2–1981 στό στά­διο Κα­ρα­ϊ­σκά­κη στήν θύ­ρα 7 σ᾿ ἕ­ναν πο­δο­σφαι­ρι­κό ἀ­γῶ­να σκο­τώ­θη­καν 21 ἄ­τομα καί ἦ­ταν ἑ­κα­τον­τά­δες τραυ­μα­τί­ες.
«Βλέ­πω ὅ­τι δέν πά­ει ἄλ­λο. Δέν με­τα­νο­οῦν οἱ γο­νεῖς. Πλή­θυ­νε ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἡ σαρ­κι­κή, μα­κρο­θυ­μεῖ ὁ Κύριος καί πε­ρι­μέ­νει, πε­ρι­μέ­νει. Λυ­πᾶ­μαι, ὁ Θε­ός θά θε­ρί­σει τά παι­διά. Ἄλ­λοι φταῖ­νε, ἄλ­λοι θά πληρώ­σουν. Τά ἀ­θῶ­α τά παι­διά θά φύ­γουν». Με­τά πού ἔ­γι­νε τό ἀ­τύ­χη­μα στά Τέμπη εἶ­πε συγ­γε­νι­κό πρό­σω­πο τῶν σκο­τω­θέν­των παι­δι­ῶν: «Τά θέ­ρι­σε τά παι­διά μας», καί τό­τε κα­τά­λα­βαν ὅ­σοι εἶ­χαν ἀ­κο­ύ­σει ποῦ ἀ­να­φέ­ρον­ταν ἡ προ­φη­τε­ί­α τῆς γε­ρόντισ­σας Σο­φί­ας.
«Πο­νά­ει ἡ ψυ­χή μου. Θά ἔρ­θει και­ρός πού οἱ Χρι­στια­νοί θά δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά βροῦν ἄν­θρω­πο πνευ­μα­τι­κό νά ἀ­να­παυ­θοῦν. Θά δυ­σκο­λε­ύ­ον­ται νά ἀ­κο­ύ­σουν λό­γο Θε­οῦ καί νά ἀ­να­παυ­θοῦν στίς Ἐκ­κλη­σί­ες. Τότε θά κλει­στοῦν καί θά προ­σε­ύ­χονται στά σπί­τια τους».
«Ὅσο περνοῦν τά χρόνια θά δυσκολεύονται οἱ ἄνθρωποι νά συνεννοοῦνται μεταξύ τους. Σέ κάθε σπίτι ἕνας θά μείνη, δέν θά μποροῦν μαζί».
Κάποτε ἡ κ. Δήμητρα ἀπό τήν Νέα Νικομήδεια ἀντιμετώπιζε ἕνα μεγάλο πειρασμό. Μή μπορώντας νά τόν ἀντέξη ξεκίνησε νά πάη στήν γερόντισσα Σοφία γιά νά παρηγορηθῆ. Φθάνοντας στό Βῆμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀνέβηκε καί κάθησε λίγη ὥρα ἐκεῖ καί προσευχήθηκε γιά νά μήν πάη θλιμμένη στήν γιαγιά καί τήν στενοχωρήσει. Φθάνοντας στό σπίτι τῆς γερόντισσας Σοφίας εἶδε τήν κόρη της Βίκυ νά τήν περιμένη κρατώντας τόν δί­σκο μέ δυό πο­τή­ρια νε­ρό καί δυό κα­φέ­δες. Τήν ὑ­πο­δέ­χθη­κε λέ­γον­τας: «Ἔ­λα κυ­ρα–Δήμητρα σέ περι­μέ­νου­με. Ἐ­δῶ καί λί­γη ὥ­ρα μοῦ εἶ­πε ἡ μάν­να μου: “Σήκω, Βίκυ, κά­νε δυό κα­φέ­δες γιά μέ­να καί τήν ἀ­δελφή Δήμητρα πού ἔρ­χε­ται”. Ἀ­κο­ύ­γον­τας αὐ­τά ἡ κ. Δήμητρα ἔ­νι­ω­σε ἀ­να­κο­ύ­φι­ση ἀ­πό τό βά­ρος τοῦ πει­ρα­σμοῦ πού πί­ε­ζε τήν ψυ­χή της. Πίστευε ὅτι ἡ γερόντισσα Σοφία μέ τήν χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Κύριο εἶδε τόν πειρασμό της καί γιά νά τήν δυναμώση πνευματικά καί νά τήν βοηθήση ἄφησε νά φανῆ τό προορατικό χάρισμα πού εἶχε καί πάντοτε μέ πολλή ταπείνωση καί ἐπιμέλεια ἔκρυβε.
Ρώτησαν τήν γερόντισσα Σοφία γιά κάποιο παιδί γεννημένο μέ κινητικό πρόβλημα στά πόδια, ἄν πρέπη νά τό πᾶνε στήν Βουλγαρία γιά νά τό ἐγ­χει­ρή­σουν. Ἄ­κου­σε προ­σε­κτι­κά καί ἔ­μει­νε γιά λίγο ἀ­μί­λη­τη. Ἀ­να­στε­νά­ζον­τας βα­θιά μέ πό­νο ψυ­χῆς ἀ­πάν­τη­σε: «Νά μήν πᾶ­νε που­θε­νά. Οὔ­τε στήν Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἀλ­λοῦ. Δέν γί­νε­ται κα­λά, ἔ­τσι θά εἶναι. Ἀλλά τό πρόβλημα τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό λιγώτερο…Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ θά φύγη ἀπό τήν ζωή. Ἔ­τσι εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Καί ἔ­κλαι­γε σι­ω­πη­λά, βλέ­πον­τας τόν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα πού συ­νέ­βη δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα.
Δι­ή­γη­ση Π.Μ.. «Ὅ­ταν ἀρ­ρα­βω­νι­ά­στη­κα καί πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός κά­ποι­α πράγ­μα­τα δέν μοῦ φαί­­νον­ταν σω­στά. Πῆ­γα στήν για­γιά Σο­φί­α νά κά­νου­με πα­ρά­κλη­ση νά μοῦ πῆ τί νά κά­νω. Πρίν ἀρ­χί­σου­με μοῦ εἶ­πε: “Ὄχι, δέν γί­νε­ται τί­πο­τα. Παι­δί μου Π. ὁ γά­μος θά γί­νει, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νη δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀλ­λά θά γί­νει ὄ­χι ἐ­κεῖ πού τόν ἔ­χε­τε προγραμματίσει–σέ ἐξωκκλήσι τῆς Νάουσας– ἀλλά στό ναό τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Ὁ γάμος αὐτός δέν θά κρατήση πολύ, θά χωρίσετε”.
»Γύρισα σπί­τι μου προ­βλη­μα­τι­σμέ­νη γιά ὅ­σα μοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά. Πράγ­μα­τι ξαφ­νι­κά προ­έ­κυ­ψε πρό­βλη­μα καί παν­τρευ­τή­κα­με στό ναό τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου».
Ἡ κ. Συμέλα Καρακεχαγιόγλου ἀπό τή Νέα Νικομήδεια θυμᾶται: «Πῆγα στήν ἀδελφή Σοφία μέ τή μάννα μου καί τά παιδιά μου μέ κάποιο γνωστό μας. Μᾶς καλοδέχτηκε, μᾶς πῆρε μέσα στό κελλί της καί εἶπε στήν μάννα μου: “Γιατί, παιδί μου Σαββούλα, ἤρθατε μέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο; Εἶναι καλός ἀλλά νά προσέχετε” καί μᾶς ἐξήγησε ἀπό τί νά προσέχουμε.
»Τό πιό θαυ­μα­στό εἶ­ναι ὅ­τι πη­γα­ί­να­με γιά πρώ­τη φο­ρά καί πρίν ποῦ­με τά ὀ­νό­μα­τά μας ἀ­πε­κά­λε­σε τήν μάν­να μου μέ τό βα­πτι­στι­κό της ὄ­νο­μα, ἐ­νῶ ὅ­λοι τήν φώ­να­ζαν Σταυ­ρο­ύ­λα καί αὐ­τό τό ὄ­νο­μα εἶ­χαν γρά­ψει καί στήν ταυ­τό­τη­τα».
«Ὅταν κάνης τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τά τρία δά­χτυ­λα νά εἶ­ναι ἑ­νω­μέ­να κα­λά, σφι­χτά σάν ἕ­να νά φα­ί­νων­ται, ἀργά καί σω­στά νά κά­νης τόν Σταυ­ρό σου, ὄ­χι βι­α­στι­κά καί ἐ­πι­πό­λαι­α».
«Νά λέ­τε 40 φο­ρές τό “Κύριε ἐ­λέ­η­σο­ν” κρυ­φά ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν εἶ­στε μέ πα­ρέ­α δί­χως νά σᾶς κα­τα­λά­βουν καί ὅ­ταν περ­πα­τᾶ­τε στόν δρό­μο ἤ τα­ξι­δε­ύ­ε­τε μέ αὐ­το­κί­νη­το. Τό “Κύριε ἐ­λέ­η­σο­ν” εἶ­ναι μιά ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη προ­σευ­χή. Μιά φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα νά λέ­τε τήν εὐ­χή τοῦ ἁ­γί­ου Μαρ­δα­ρί­ου “Δέσποτα Θεέ…”. Νά λέ­τε το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς στήν Πα­να­γί­α μας. Νά κά­νε­τε τήν Πα­ρά­κλη­ση τα­πει­νά καί ὅ,τι ζη­τᾶ­τε θά τό ἐκ­πλη­ρώ­σει ἡ Πα­να­γί­α μας, μό­νο νά ἔ­χου­με ὑ­πο­μο­νή. Γνω­ρί­ζει Ἐ­κε­ί­νη κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό μᾶς».
Ἡ γερόντισσα Σοφία μέ ἁπλᾶ λόγια καί φλόγα πίστεως μετέδιδε τήν ἀγάπη της γιά τόν Τριαδικό Θεό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους. Συμβούλευε γνωστή της: «Ἀδελφή Δήμητρα νά μή διστάζης, οὔτε νά προβληματίζεσαι στήν προσευχή σου. Νά τά λές μέ δικά σου λόγια, ὅπως τά νιώθεις. Νά μιλάη ἡ καρδιά σου στόν Κύριο, ἀκόμα νά χρησι- μοποιῆς καί τήν ποντιακή διάλεκτο. Ὁ Κύριος καί ἡ Παναγία μας γνωρίζει, νά μή ντρέπεσαι». Τά εἶπε αὐτά γιατί εἶδε ὅτι ἡ κ. Δήμητρα δέν γνώριζε πολλά γράμματα καί προβληματιζόταν γιά τό πῶς πρέπει νά προσεύχεται.
«Τό “γιατί” ἄφησέ το, παιδί μου, εἶναι τοῦ πονηροῦ, ὄχι τοῦ Χριστιανοῦ. Ἄστα ὅλα στόν Κύριο. Αὐτός γνωρίζει καλύτερα καί θά δώση τήν καλύτερη λύση».
«Ἡ προσευχή μας νά γίνεται κρυφά, σιγανά, μόνοι μας κρυμμένοι στό ταμεῖο μας».
«Πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με νά μήν ἀ­δι­κοῦ­με τόν πλη­σί­ον μας, για­τί εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α. Ἀλ­λο­ί­μο­νο καί τρίς ἀλ­λο­ί­μο­νο γιά το­ύς με­γά­λους, το­ύς ὑ­πε­ύ­θυ­νους πού ἐκ­με­ταλ­λε­ύ­ον­ται το­ύς ἀ­δύνα­τους, καί δέν πλη­ρώ­νουν τό με­ρο­κά­μα­τό τους. Κα­λύ­τε­ρα γι᾿ αὐ­το­ύς θά ἦ­ταν νά μήν εἶ­χαν γεν­νη­θῆ».
«Ὅταν ἔχετε κάποιο πρόβλημα, ὅταν βρίσκεσθε σέ ἀνάγκη καί δέν ἔχετε ἁγιασμό, νά σταυρώνετε τίς παλάμες σας, ὅπως ὅταν παίρνομε ἀντίδωρο, νά τίς γεμίζετε μέ νερό βρύσης καί νά λέτε: “Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος” καί νά πλένετε τό πρόσωπό σας πρός τά πάνω, πρός τό μέτωπο καί θά ἀνακουφίζεστε, θά βοηθιέστε».
Μαρ­τυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τας ἀ­πό τή Νέα Νι­κο­μήδεια: «Τό 1975 ἤ­μουν 16 ἐ­τῶν καί πή­γαι­να στήν Πέμπτη τά­ξη Γυ­μνα­σί­ου. Πήγαμε τρι­ή­με­ρη ἐκ­δρο­μή στήν Χαλ­κί­δα. Τό πρωΐ τῆς τρί­της μέ­ρας ξύ­πνη­σα πρη­σμέ­νη στό πρό­σω­πο καί μέ κόκ­κι­να ἐ­ξογ­κώ­ματα–ὄ­ζους στά πό­δια καί στά χέ­ρια. Πο­νοῦ­σα τρομε­ρά. Ὅ­ταν γύ­ρι­σα σπί­τι μου μέ πῆ­γαν στό για­τρό  καί δι­έ­γνω­σε “­ἀλ­λερ­γί­α ἀ­πό τσίμ­πη­μα ἐν­τό­μου ἤ ἀπό κάποιο φυτό”. Μοῦ ἔδωσε πολλά φάρμακα χωρίς κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Τόσο πο­λύ πρή­στη­κα πού δέν γι­νό­ταν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος καί τά μέ­λη μου ἔ­γι­ναν κα­τά­μαυ­ρα. Ἀ­πό το­ύς πολ­λο­ύς πό­νους δέν μπο­ροῦ­σα νά φά­ω, μό­νο νε­ρό ἔ­πι­να γου­λιά‒γου­λιά. Ἔ­φθα­σα 40 κι­λά, οἱ γο­νεῖς μου μέ κου­βαλοῦ­σαν στήν πλά­τη.
 »Πέρασαν σχεδόν δύο μῆνες καί ὁ πατέρας μου ἔμαθε ἀπό τόν κουμπάρο μας γιά μιά μοναχή στήν Βέροια πού δίνει ἁγιασμό, σταυρώνει, κάνει προ- σευχή καί ὅποιος ἔχει πρόβλημα γίνεται καλά. Πῆγε μιά φωτογραφία μου ὁ πατέρας μου στήν γερόντισσα Σοφία καί τήν παρεκάλεσε νά προσευχηθῆ.
‒Παιδί μου, δέν εἶμαι μάντισσα. Δέν κοιτάω φωτογραφίες. Πρέπει νά μοῦ φέρετε τό κορίτσι ἐδῶ, εἶπε.
‒Εἶναι βαρειά ἄρρωστο καί εἶναι δύσκολο, ἀπάντησε ὁ πατέρας μου.
‒Ἡ ἀγωνία σου καί ἡ πίστη σου θά βοηθήσουν νά φέρης τό κορίτσι ἐδῶ καί θά γίνη καλά. Τώρα πού θά πᾶς στό σπίτι νά τό δώσης νά πιῆ τό κορίτσι πολύ ἁγιασμό ἀπό αὐτό τό μπουκάλι, καί νά ἀλείψη τά χέρια της καί τά πόδια της καί ὅπου ἔχει πόνο καί ἀμέσως μετά πολύ σᾶς παρακαλῶ πρέπει νά μείνη μόνη της καί νά κοιμηθῆ ὁπωσδήποτε.
»Ἔγιναν ὅλα ὅπως τό εἶπε ἡ γερόντισσα Σοφία, ἀλλά ἦρθε νά μέ δῆ μιά φίλη μου καί μιλώντας γιά τά μαθήματα δέν κοιμήθηκα καθόλου. Τό ἀπόγευμα πήγαμε στήν γερόντισσα Σοφία. Μόλις μέ ἀντίκρυσε μοῦ εἶπε: “Γιατί παιδί μου, δέν κοιμήθηκες; Τί σᾶς εἶπα νά κάνετε;”.
»Μέ πῆρε μέσα στό κελλάκι της καί μέ σταύρωσε λέγοντάς με: “Θά γίνης καλά, παιδί μου, μή φοβᾶσαι. Φεύγοντας θά πᾶτε στήν ἁγία Παρασκευή. Νά πιῆς πολύ ἁγιασμό, νά πλύνης τά χέρια καί τά πόδια σου. Νά πάρετε μαζί σας ἁγιασμό καί ἡ ἁγία Παρασκευή σέ τρεῖς μέρες τό πολύ θά σέ κάνει καλά. Καί σήμερα, παιδί μου, ὅλη μέρα πρίν ἔρθει ὁ πατέρας σου ἄκουγα φωνή πού μοῦ ἔλεγε νά κάνω προσευχή γιά τήν Παναγιώτα, εἶναι πολύ ἄρρωστη καί ἔχει πολύ ἀνάγκη”.
»Κάναμε ὅπως μᾶς εἶπε καί τήν τρίτη ἡμέρα οἱ μαῦροι ὄζοι ὑποχώρησαν, τό πρήξιμο ἔφυγε καί τό βασικώτερο δέν λιποθυμοῦσα ἀπό τούς πόνους ὅταν σηκωνόμουν. Ἐμένα πού μέ περίμεναν ἀπό μέρα σέ μέρα νά πεθάνω, τώρα πῆγα στούς συγγενεῖς καί γνωστούς καί δέν πίστευαν. Πῆγα καί στήν γερόντισσα Σοφία νά τήν εὐχαριστήσω.
‒Κοίταξε, γιαγιά, ἔγινα καλά, σᾶς εὐχαριστῶ.
‒Ὄχι ἐμένα, παιδί μου, τήν ἁγία Παρασκευή. Αὐτή σέ ἔκανε καλά. Πάντοτε νά ἔχης ἁγιασμό ἀπό τήν Ἁγία νά πίνης καί νά πλένεσαι.
‒Γιαγιά, σέ λίγες μέρες τελειώνει ἡ χρονιά καί γράφουμε διαγωνισμούς. Ἐγώ ἔχω δυό μῆνες πού δέν πῆγα σχολεῖο. Πῶς νά πάω νά γράψω μέ τόσα κενά;
‒Θά κάνεις τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί σέ ὅποια σελίδα ἀνοίγεις, αὐτή νά διαβάζης γιατί ἀπό αὐτή θά σᾶς βάλουν, ἀπάντησε μέ σιγουριά.
»Ἔτσι κάνοντας πέρασα τήν χρονιά, γιατί τά περισσότερα θέματα ἦταν ἀπό τίς σελίδες πού διάβασα.
»Τό 1979 ἡ γιαγιά ἦταν ἄρρωστη. Δέν μποροῦσε νά σηκωθῆ καί νά δεχτῆ κόσμο. Πήγαμε μέ τή μητέρα μου ἀρκετές φορές καί ἦταν πάντα στό κρεββατάκι της, ξαπλωμένη ἤ καθιστή, σκεπασμένη μέ τήν κουβερτούλα της χαμογελαστή μέ ἱλαρό καί εἰρηνικό πρόσωπο κρύβοντας τόν πόνο της. Ἡ μητέρα μου ρωτοῦσε ἐπίμονα νά μάθη τί ἔχει ἡ γιαγιά, τῆς πρότεινε νά φέρουμε γιατρό. Τότε ἡ γερόντισσα σήκωσε τήν κουβερτούλα της καί μᾶς ἔδειξε τά πόδια της πού ἦταν πρησμένα καί κατάμαυρα ἀπό τίς πατοῦσες μέχρι τά γόνατα καί σέ κάποια σημεῖα ἦταν κόκκινα. Μᾶς εἶπε χαμηλόφωνα:
‒Ὅταν κάποιος ἔχει πρόβλημα ὑγείας καί γίνεται καλά ἐδῶ στό κελλί μου μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε τό πρόβλημά του τό παίρνω ἐγώ. Δέν μπορῶ οὔτε νά πάω οὔτε νά δεχθῶ γιατρό. Θά κάνω ὑπομονή. Ἔτσι πρέπει. Θά βοηθήση ὁ καλός Θεός καί ἡ Παναγία μας. Σᾶς παρακαλῶ πολύ μήν τό πῆτε πουθενά. Μόνο ἐσεῖς νά τό ξέρετε. Σᾶς ἔχω παιδιά μου καί σᾶς τό εἶπα».
Νέα ἀνύπαντρη κυοφοροῦσε καί ἤθελε νά κάνη ἔκτρωση. Ἐπισκέφτηκε τήν γερόντισσα Σοφία. Τήν ἄκουσε προσεκτικά, τῆς ἔδειξε πολλή ἀγάπη καί κατανόηση καί τήν ἔπεισε νά κρατήση τό ἔμβρυο. «Παι­δί μου, μή ρί­ξης τό μω­ρό. Αὐ­τό θά γί­νη ἡ οἰ­κο­γέ­νειά σου. Θά ἔ­χεις τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας. Μή σκο­τώ­σης μιά ἀ­θώ­α ψυ­χο­ύ­λα. Ἔ­τσι καί τήν με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α θά ἀ­πο­φύ­γεις καί σύ θά ἔ­χεις παρέ­α, θά ἔ­χεις τή δι­κή σου οἰ­κο­γέ­νεια».
Τό μωρό γεννήθηκε μέ τίς εὐχές τῆς γερόντισσας Σοφίας μεγάλωσε, παντρεύτηκε καί ἔκανε οἰκογένεια μέ δυό παιδάκια καί ἡ μητέρα του εἶναι μιά εὐτυχισμένη μάννα καί γιαγιά.
Ἡ κ. Δω­ρο­θέ­α Ἐ­λευ­θε­ρι­ά­δου ἀ­πό τή Νέα Νικο­μή­δεια ὁ­μο­λο­γεῖ: «Εἶ­χα πρό­βλη­μα ὑ­γε­ί­ας. Ἔ­νι­ωθα κά­τι στό λαι­μό μου νά μέ πνί­γη, μοῦ ἔ­φερ­νε δυ­σφο­ρί­α καί δυ­σκο­λευ­ό­μουν νά ἀ­να­πνε­ύ­σω. Πολ­λές φο­ρές τό­σο ἄ­σχη­μα ἤ­μουν πού σκε­φτό­μουν μή­πως ἔ­χω καρ­κί­νο. Ὁ Γι­άν­νης ὁ Γε­ρου­λί­δης μέ πῆ­γε στήν για­γιά Σο­φί­α. Μέ κα­λο­δέ­χτη­κε, μέ ἄ­κου­σε καί μοῦ εἶ­πε: “Τώρα θά σέ σταυ­ρώ­σω μέ τόν ξύ­λι­νο Σταυ­ρό στό μέ­τω­πο καί ὁ Σταυ­ρός θά κολ­λή­σει καί δέν θά πέ­φτει”. Τότε εἶ­πα μέ­σα μου: “Τέτοια ἄ­πι­στη πού εἶ­μαι σι­γά μήν κολ­λή­ση ὁ Σταυ­ρό­ς”, καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε ἀ­πό τό μέ­τω­πο. Τότε ἡ γε­ρόν­τισ­σα μοῦ εἶ­πε: “Παιδί μου, μή βά­ζης τέ­τοι­ους λο­γι­σμο­ύς καί ἔ­λα πά­λι νά σέ σταυ­ρώ­σω­”. “Συγγνώμη, για­γιά, γιά τήν ἀ­πι­στία­ μου­”, ἀ­πάν­τη­σα. Πάλι ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί ἔ­βα­λε τόν Σταυ­ρό στό μέ­τω­πό μου καί κόλ­λη­σε καί δέν ἔ­πε­σε κά­τω».       
 Κά­ποι­α ἄλ­λη κυ­ρί­α ἦ­ταν παντρε­μέ­νη χρό­νια ἀλ­λά δέν ἀ­πο­κτοῦ­σε παι­διά. Ἦρθε στήν για­γιά Σο­φί­α νά ζη­τή­ση τήν προ­σευ­χή της. Με­τά ἀπό και­ρό πῆ­γε στόν για­τρό, ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καί ὅ­ταν πῆ­ρε τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πῆ­γε κα­τευ­θεῖ­αν στήν για­γιά. Γε­μά­τη χα­ρά πῆ­γε νά τῆς ἀ­ναγ­γεί­λη ὅ­τι πε­ρι­μέ­νει παι­δά­κι καί νά τήν εὐ­χα­ρι­στή­ση. Ἀ­κό­μα οὔ­τε στόν ἄν­δρα της δέν τό εἶ­χε πεῖ. Μό­λις πλη­σί­α­σε, τῆς λέ­γει ἡ για­γιά: «Ἄντε, παι­δί μου, κα­λή λευ­τε­ριά». Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι πε­ρί­με­νε παι­δί.
«Μί­α μέ­ρα», δι­η­γεῖ­ται ἡ νύ­φη της, «ἦρ­θε στό σπί­τι μας νά μᾶς δῆ. Ἐνῶ κα­θό­μα­σταν καί μι­λού­σα­με, ξαφ­νι­κά μοῦ λέ­ει: “Πρέ­πει νά φύ­γω τώ­ρα. Κά­ποι­οι μέ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καί μέ ψά­χνουν”.
»Ση­κώ­θη­κε νά φύ­γη καί ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή ἔ­φθα­σε ἕ­νας τα­ξιτ­ζῆς πού ἔ­ψα­χνε τήν πε­θε­ρά μου. “Τήν ζη­τοῦν κά­ποι­οι ἀ­πό τόν Βό­λο”, ἐ­ξή­γη­σε. “Ξέ­ρω, ξέ­ρω. Σᾶς πε­ρί­με­να νά ἔρ­θε­τε. Πη­γαί­νε­τε στό σπί­τι καί ἔρ­χο­μαι”. Οἱ γο­νεῖς ἔ­φε­ραν ἕ­να παι­δά­κι πα­ρά­λυ­το μέ πα­τε­ρί­τσες. Τό ἔ­φε­ραν μέ­χρι τίς σκά­λες καί προ­σπα­θοῦ­σαν νά τό βο­η­θή­σουν νά ἀ­νέ­βη. Ἡ πε­θε­ρά μου τό σταύ­ρω­σε ἀ­πό μα­κριά καί τοῦ εἶ­πε: “Παι­δί μου, ἄ­φη­σε τίς πα­τε­ρί­τσες, κά­νε τόν σταυ­ρό σου, μή φο­βᾶ­σαι, ἔ­λα στήν Πα­να­γί­α”.
»Καί μέ τήν βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας τό παι­δί περ­πά­τη­σε καί ἄ­φη­σε γι­ά πάν­τα ἐ­κεῖ τίς πα­τε­ρί­τσες. Φεύ­γον­τας εὐ­χα­ρί­στη­σαν οἱ γο­νεῖς καί ἄ­φη­σαν χρή­μα­τα. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν πού ἐ­ξα­γρι­ώ­θη­κε ἡ για­γιά καί εἶ­πε: “Για­τί τό χα­λᾶ­τε τώ­ρα; Για­τί χα­λᾶ­τε τήν εὐ­λο­γί­α πού πή­ρα­τε; Δέν θέ­λω τί­πο­τε.Νά πᾶ­τε στήν εὐχή τῆς Πα­να­γί­ας. Πά­ρε τόν σα­τα­νᾶ (χρή­μα­τα) ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι, θά μοῦ λε­ρώ­σει τήν εὐ­λο­γί­α. Για­τί ἡ εὐ­λο­γί­α δέν πλη­ρώ­νε­ται. Ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός μοῦ τό ἔ­δω­σε δω­ρε­άν καί πῶς τώ­ρα νά πά­ρω λε­φτά;”».
Μά­λι­στα ὄ­χι μό­νο χρή­μα­τα ἀλ­λά οὔ­τε καί λά­δι γι­ά τά καντή­λια δε­χό­ταν. Ὅ­σοι ὅ­μως εὐ­ερ­γε­τή­θη­καν ἀ­πό τίς προ­σευ­χές της πή­γαι­ναν καμ­μί­α φο­ρά καί ἄ­φη­ναν κα­νέ­να μπου­κα­λά­κι λά­δι ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα της. Αὐ­τή στε­νο­χω­ρη­μέ­νη ἔ­λε­γε στήν κό­ρη της: «Βρέ παι­δί μου, τί μέ κά­νουν; Δέν εἶ­δες ποι­ός τό ἄ­φη­σε; Ἐ­γώ, δό­ξα τῷ Θε­ῷ, ἔ­χω τήν σύ­ντα­ξή μου, ἔ­χω τήν εὐ­λο­γί­α τῆς Πα­να­γί­ας, για­τί νά τήν χά­σω;». Φο­βό­ταν μή χά­ση τήν εὐ­λο­γί­α. Ὁ γυιός της ὅ­μως δυ­σπι­στοῦ­σε καί μί­α φο­ρά τήν ρώ­τη­σε ἂν πῆ­ρε πο­τέ χρή­μα­τα ἀ­πό κά­ποι­ον. Ἔ­δει­ξε τά χέ­ρια της καί εἶ­πε: «Ἔ, παι­δί μου, ἐ­γώ τά χέ­ρια μου τά ἔ­χω κα­θα­ρά. Για­τί ἂν ἤ­θε­λα νά πά­ρω λε­φτά, πύρ­γους θά ἔ­κα­να. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μέ φύ­λα­ξε καί ἔ­χω κα­θα­ρά τά χέ­ρια μου».
Ἄλ­λη φο­ρά ἔ­φε­ραν ἕ­να νέ­ο ἄρ­ρω­στο στήν για­γιά. Ἐ­κεί­νη βγῆ­κε γι­ά λί­γο ἀ­πό τό κελ­λά­κι της καί γύ­ρι­σε μέ πρό­σω­πο λυ­πη­μένο σάν κά­τι νά εἶ­δε. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν, εἶ­πε στήν κ. Με­τα­ξί­α Γε­ωρ­γιτ­ζί­κη μέ βε­βαι­ό­τη­τα: «Θά πε­θά­νει τό παλ­λη­κά­ρι». Καί με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό μά­θα­με ὅ­τι ὄντως πέ­θα­νε.
Ἡ ἴ­δια ἡ κ. Με­τα­ξί­α δι­η­γεῖ­ται: «Πρίν πᾶ­με στήν Ἀ­θή­να γι­ά τήν ἐγ­χεί­ρη­ση στό πό­δι τοῦ παι­διοῦ μου, ἡ για­γιά Σο­φί­α εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νά πᾶ­με στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο στήν Πα­τρί­δα νά προ­σευ­χη­θοῦ­με. Ἦ­ταν τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου. Ἀ­φοῦ κά­να­με Πα­ρά­κλη­ση καί ψά­λα­με καί ἄλ­λα τρο­πά­ρια, λέ­γει ἡ για­γιά: “Σκού­πι­σε αὐ­τό ἐ­δῶ τό μέ­ρος κο­ρί­τσι μου καί θά βγά­λου­με ἁγί­α­σμα”. Ἐ­γώ ἀ­πό­ρη­σα: “Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν;”. Τέ­λος πάντων σκού­πι­σα καί κα­θά­ρι­σα κα­λά. Ἡ για­γιά γο­νά­τι­σε, ἔ­κα­νε μί­α λακ­κού­βα στό χῶ­μα καί ὅ­ταν ἔ­ψαλ­λε τό “Σῶ­σον, Κύ­ρι­ε, τόν λα­όν σου..”, γέ­μι­σε ἡ λακ­κού­βα ἁ­γί­α­σμα καί ἄρ­χι­σε νά ξε­χει­λί­ζη γύ­ρω. Συγ­κι­νη­μέ­νη καί συγ­κλο­νι­σμέ­νη ἀ­πό τό πα­ρά­δο­ξο πού ἔ­βλε­πα, πῆ­ρα ἁγί­α­σμα καί ἔ­πλυ­να τό πό­δι τοῦ παι­διοῦ μου πού πο­νοῦ­σε. Ἡ για­γιά Σο­φία πρό­σθε­σε: “Ἐ­δῶ θά ἔρ­θει και­ρός πού θά βγά­ζει τό­σο ἁγί­α­σμα ὥστε θἄρ­χονται οἱ ἄν­θρω­ποι νά πλέ­νωνται καί θά γί­νονται κα­λά. Ἐ­δῶ θά γί­νονται πολ­λά θαύ­μα­τα. Καί αὐ­τό τό ὕ­ψω­μα πού βλέ­πεις, θἄρ­θει και­ρός πού θά γε­μί­σει σπί­τια”». Καί πράγ­μα­τι αὐ­τό μοῦ τό εἶ­πε τό 1964 καί σή­με­ρα ἔ­χει γε­μί­σει σπί­τια. Εἶ­ναι τά λε­γό­με­να «Φυ­τι­ά­ρι­κα». Τό ἁγί­α­σμα ὑ­πῆρ­χε καί θε­ρά­πευ­ε μέ­χρι τήν κοί­μη­σή της. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­κοι­μή­θη ἡ Σο­φί­α, ἀ­μέ­σως ἡ πη­γή τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος στέ­ρε­ψε.
*
 Κάποια ἡμέ­ρα πού μι­λοῦ­σε μέ τόν γυιό της λέ­γει σο­βα­ρά ἡ για­γιά Σο­φί­α: «Ἔ, παι­δί μου, ἐ­γώ θά φύ­γω. Τώ­ρα δέν μπο­ρεῖς νά μέ κλεί­σης τόν δρό­μο. Ἀρ­χάς τῆς ἑβδο­μά­δος φεύ­γω». Ἐ­κεῖ­νος δέν κα­τά­λα­βε καί ρώ­τη­σε ποῦ θά πά­ει. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πά­λι: «Τώ­ρα τόν δρό­μο μου δέν μπο­ρεῖς νά μοῦ τόν κλεί­σης, ὅ­πως τόν ἔ­κλει­σες τό­τε καί μοῦ ἔδω­σες τρία χρό­νια πα­ρά­τα­ση». Τό­τε εἶ­χε ἀρ­ρω­στή­σει ἀ­πό εἰ­λεό. Ὁ γυιός της τήν πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, τήν ἔ­κα­ναν ἐγ­χεί­ρη­ση καί ἔζη­σε ἄλ­λα τρί­α χρό­νια. Δι­η­γεῖ­ται ὁ γυιός της: «Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἐ­κοι­μή­θη ἐ­γώ ἐρ­γα­ζό­μουν στήν οἰ­κο­δο­μή καί ἡ ἀ­δελ­φή μου πῆ­γε νά τήν δῆ. Μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε καί μέ­να καί πῆ­γα γρή­γο­ρα. Μό­λις μέ εἶ­δε, κού­νη­σε τό κε­φά­λι της καί εἶ­πε: “Φεύ­γω”, καί τε­λεί­ω­σε».
Ἐκοι­μή­θη πα­ρα­μο­νή τῆς Ὑψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, στίς 13 Σε­πτεμ­βρί­ου 1983. Ἀκό­μα καί με­τά τήν κοί­μη­σή της συ­νε­χί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά πη­γαί­νουν στό κελ­λά­κι της, τήν δι­κέλ­λα, νά προ­σεύ­χωνται καί νά ζη­τοῦν τήν εὐ­χή της γι­ά τά προ­βλή­μα­τά τους.
Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη τῆς γε­ρόντισ­σας Σο­φί­ας. Ἀ­μήν.