Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Διδαχές της αείμνηστης Γερόντισσας Μακρίνας,Ηγουμένης της Ι.Μ.Παναγίας Οδηγήτριας Πορταριάς.




ΗΓΟΥΜΕΝΗ Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΒΟΛΟΥ


Ευσεβείς πνευματικές σκέψεις

* Για να νικήσει κανείς τα πάθη του πρέπει να κοιτάζει μόνο τον εαυτό του όχι να βλέπει δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να προλαβαίνουμε τα πάθη και τα ελαττώματα που ξεφυτρώνουν στην ψυχή μας γιατί αν μεγαλώσουν δεν θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε εύκολα. Το κάθε πάθος που ξεφυτρώνει θέλει πολύ ταπείνωση για να προχωρήσουμε στο μεγαλείο της αγάπης του Θεού, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί κανείς να στερεωθεί. Εμάς μας έχει προορίσει ο Θεός για την Άνω Ιερουσαλήμ, για να απολαύσουμε τα αγαθά που ετοίμασε.
* Μόνο εκείνος που ακουμπάει στο Θεό και τον αγαπάει έχει για λίγο την πνευματική ηδονή και μετά αρχίζουν πάλι οι θλίψεις. Όσοι όμως έχουν θεωρία και ο νους τους είναι στον ουρανό, θέλουν να πάνε στην πραγματική τους πατρίδα έχουν πνευματική ευφροσύνη και εμείς, πολύ ευτυχισμένες είμαστε και να ευχαριστούμε τον Θεό, που μας έφερε στη μάνδρα του.
* Να φυλάμε τα μάτια μας, την ακοή μας και να προσευχόμαστε αδιαλείπτως για να έχουμε τη χάρη του Θεού, γιατί, όσο αγωνιζόμαστε, βάζουμε στην άκρη και δεν θα φοβηθούμε ότι κι αν έρθει.
* Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται βλέπει το διάβολο από που έρχεται να τον χτυπήσει. Ενώ όταν είναι ξένοιαστος τρυπώνουν τα δαιμόνια μέσα του καθώς έχει αμέλεια και σκληρότητα και κάνουν σαματά και σκοτίζεται ο άνθρωπος και γίνεται σαν τον Διάβολο.
* Τα κλειδιά από την πόρτα της ψυχής μας πρέπει να τα 'χουμε στα χέρια. Να μην αμελούμε τα καθήκοντα μας. Να μην δίνουμε σημασία στις επιθυμίες μας (φαγητά, αναπαύσεις κλπ.).


* * *


* Θέλω να επικρατήσει σιωπή, να λέτε την ευχή, να προσεύχεστε, να μου κάνετε ένα κομποσχοίνι με σταυρό και μια παράκληση, για να 'ναι μια ενίσχυση για μένα αυτό.
Να μην αργολογείτε, συζητάτε, και μεμψιμοιρείτε.
Την ευχή να λέτε για να βρούμε τον Θεό.
Πρέπει να κυνηγήσουμε τον Θεό, να μην αφήνουμε λεπτό να πηγαίνει χαμένο. Όσο το δυνατόν να πιάσετε τον Θεό, γιατί αυτές τις μέρες που περνούν θα τις αναζητούμε και δε θα τις βρίσκουμε. Με αγάπη και καλοσύνη να μιλάμε.
Είναι λυπηρό να στερούμαστε τη μακαριότητα, την γλυκύτητα του Θεού και την αγάπη Του ενώ βρισκόμαστε στο μοναστήρι. Να μην αμελούμε, να μην κάνουμε διακεκομμένη την προσευχή μας, για να την απολαμβάνουμε κι' αυτή θα φέρει την ανάπαυση της ψυχής και την μακαριότητα.
Συνέχεια την ευχή. Να μην την αφήνουμε από την ψυχή μας. Να έχουμε προσοχή πώς να αρέσουμε στην Παναγία μας. Το βράδυ, που θα κάνουμε προσευχή, να σημειώνουμε τις αμαρτίες μας. Χρειάζεται πολλή υπομονή στη ζωή μας. Ο καθένας έχει τα ελαττώματα του, τα πάθη του και για κάθε ψυχή που πάσχει, που δεν ξέρει πώς να πολιτευθεί, να κάνουμε μια προσευχή για τη σωτηρία της και θα 'ρθει η Θεία Μακροθυμία στην ψυχή μας.
Πιάστε την προσευχή να διορθώσετε τα πάθη και τα ελαττώματά σας.
Η προσευχή μας γαληνεύει. Να συγκεντρώσουμε τον λογισμό μας καλά - καλά και να σκεφτόμαστε το Θεό. Όλα τα άλλα είναι σκουπίδια, να τα πετάμε. Σημασία να μη δίνουμε στις παγίδες του διαβόλου. Τον εαυτό μας να βλέπουμε, που λυπήσαμε τον Θεό, Τον ευαρεστήσαμε. Τότε θα πάμε μπροστά.
Αλλιώς ξεφεύγουμε. Ταπείνωση όσο το δυνατόν.
Τελευταίος άνθρωπος να γίνουμε. Αυτός θα πάει μπροστά.
Να αποφεύγουμε τα λόγια, τις μεμψιμοιρίες. Δεν ταπεινωθήκαμε, δεν θα σωθούμε. Πρέπει να έχουμε μια δυναμικότητα στον εαυτό μας να στεκόμαστε καλά απέναντι στο Θεό.


* * *


* Τον νου μας να τον έχουμε βιβλίο ανοιγμένο και να κάνουμε μελέτη την κόλαση και τον Παράδεισο. Άμα σκεφτούμε την αιώνια κόλαση, συγκλονίζεται το εσωτερικό μας όλο. Για σκέψου το πυρ το αιώνιον; Τον σκώληκα τον ακοίμητο; τον βρυγμό των οδόντων;
Αν σκεφθεί κανείς την κόλαση, δεν μπορεί να συγκράτησει τα δάκρυά του.
Όταν ο άνθρωπος έχει στη μνήμη του την κόλαση, τα πάθη του ελαττώνονται, η ψυχή γίνεται μαλακιά σαν το βαμβάκι, τρυφερή. Πονάει, συμπαθεί, ευσπλαχνίζεται.
Όλα μπορεί να τα σηκώσει κανείς, αλλά από την ευσπλαχνία του Θεού καίγεται, διαλύεται, «φθάνει Θεέ μου, λέει, δεν μπορώ άλλο, ελάττωσέ την». Αν ο άνθρωπος, τότε που έρχεται μέσα του η αγάπη του Θεού, πονάει όλο τον κόσμο με τις αμαρτίες του, τα πάθη του, και δε μπορεί να το αντέξει αυτό, για σκέψου την ευσπλαχνία του Θεού. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Για σκέψου, να πορνεύει, να σκοτώνει και εσύ να τον αγαπάς. Αν ξέραμε τι χάνουμε κάθε δευτερόλεπτο δεν θα κοιτάζαμε δεξιά κι αριστερά. Θα κοιτάζαμε όλο το είναι μας να το αφιερώσουμε στο Θεό.
*Άμα θα σιωπήσετε κι έχετε τον νου σας στην αδιάλειπτη προσευχή, μια βδομάδα, θα δείτε τη διαφορά τη μεγάλη μέσα στην ψυχή σας. Αλλά κοιτάζουμε τον Α και τον Β και δεν μπορούμε να προοδεύσουμε.
Τότε θα ζητάμε μοναξιά, ησυχία, τόσο πολύ θα νοιώσει η ψυχή μας το μεγαλείο του Θεού. Και μπορούμε μέσα στην κιβωτό να τα απολαύσουμε όλα αυτά.
Όταν βιαστεί κανείς, αισθάνεται τη Θεία Μακαριότητα και θα είναι ήσυχος, ανεύθυνος, χωρίς προβλήματα και το πνεύμα του θα είναι στον ουρανό και θα γεύεται τα μεγαλεία του Θεού.
Το κελί έχει πάρα πολλή χάρη. Είναι μία παλαίστρα που παλεύει κανείς και δίνεται στο Θεό.
*Όταν υπάρχει πνευματική ένωση με τους προεστώτας ο υποτακτικός αισθάνεται στην ψυχή του το Θεό χωρίς να κηλιδωθεί ο λογισμός του. Αισθάνεται πώς είναι το ρεύμα, ή πρίζα.
Όταν υπάρχει πνευματική προεργασία στο Χριστό και στους προεστώτας αισθάνεται μεγάλη χαρά, αγαλλίαση παρακαλεί πότε να πεθάνει και λέει ας φύγω. Θέλει προσοχή στο λογισμό να μην έρθει μώμος ή για τον Γέροντα ή για την Γερόντισσα. Όταν αυτό φυλάξουμε, θαύματα θα δούμε.


* * *


*Όποιος αγωνίζεται να απολαύσει την αρετή αυτός θα αισθανθεί τα μελίρρυτα άνθη, την γλυκύτητα, το μέλι της χάριτος θα λάβει, όταν προσπαθεί να ενωθεί με τον Θεό, να γίνει ένα.
Να γίνει θέωση μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, να γίνει Θεός κατά χάριν.
Να μην ζούμε κατώτερα, ρηχά, να μη ζούμε τόσο επιπόλαια, να έχουμε σύνεση στην εργασία.
*Μας λέει ο λογισμός να κοιμηθούμε πιο πολύ όχι, να λέμε, δεν θα κοιμηθούμε πιο πολύ. Όποτε μας ξυπνάει ο φύλακας άγγελος της ψυχής, προσευχή να κάνουμε εκείνη την ώρα να μην αφήνουμε τον εαυτό μας. Η προσευχή θεραπεύει τα πάθη και τα ελαττώματα. Όταν θα πέσει ο ήλιος μέσα σε μια λάσπη και την αποξηραίνει, την κάνει κόκκαλο και ότι έντομο έχει το αποδιώκει, το φυγαδεύει, το ψοφάει.
Σαν βολίδα έρχεται η χάρις του Θεού.
*Εμάς μας πολεμάει πιο πολύ η μεμψιμοιρία και πολλές φορές, πιστέψατε με, βλέπω κοπάδι δαιμόνων και βλέπεις, λοιπόν, άλλος σκουντάει τη μία, άλλος τσιγκλάει την άλλη και γίνεται ένα πράγμα τρομερό. Άλλα αν είναι οπλισμένο το μοναστήρι με προσευχή δεν θα μπορούν να κάνουν κακό, θα στέκονται από μακριά και θα βλέπουν.
Αλλά βρίσκει χώρα και τριγυρνάει και την μια την πιάνει από το πόδι, την άλλη από το λαιμό, την άλλη από τη φωνή, την άλλη από την κραυγή και χαλάει ο κόσμος• εκείνη την ώρα πιστέψετε με βλέπω τους δαίμονες πώς περνάνε εν ριπή οφθαλμού, όπως πετούν τα αεροπλάνα.
Λοιπόν, πολύ προσοχή και προσευχή.
Όταν ο άνθρωπος έχει προσοχή και προσευχή, η χάρις του Θεού τον επισκιάζει. Εάν το ψηλαφήσουμε στη διάνοια μας, ότι ο θάνατος μας είναι και η κρίσης του Θεού, δηλαδή που θα πάμε και που θα σταθούμε, δηλαδή ή στην κόλαση ή στον παράδεισο, θα είμαστε προσεκτικές.
* Να μην αντιλογούμε το θέμα της αντιλογίας είναι το πιο φοβερό πράγμα «όχι δεν θα πάω, εκείνη γιατί δεν πάει, γιατί δεν την λες».... Μέσα στον κόπο θα βρείτε το Χριστό σας το λέω από μεγάλη πείρα, επειδή το 'νιωσα αυτό το πράγμα, καίτοι ανάξια είμαι και αμαρτωλή, αλλά επειδή μέσα στον κόπο είδα τον Θεό, γι' αυτό ο κόπος είναι ένα πολύ μεγάλο πράγμα.
Να αγαπούμε πολύ την Παναγία. Να της τραβάτε κομποσχοίνι, να κάνετε κάθε μέρα παράκληση και θα μας πάει όλες στον Παράδεισο. Την είδα σαν μικρό κοριτσάκι 15 χρονών (όπως είναι στην εικόνα στην Γοργοϋπήκοο στο κελί της) την ώρα του Χερουβικού, που ήμουν γονατισμένη.
Στεκόταν όρθια μπροστά στην ωραία Πύλη και κρατούσε πάνω στην κοιλίτσα Της τον Χριστούλη. Δεν θα ξεχάσω τα ματάκια Της εκείνα τα γλυκά, πώς με κοιτούσαν μέχρι μέσα στην καρδιά μου έμπαινε εκείνο το Βλέμμα Της. Ήταν γαλάζια και η Παναγία είχε δύο ξανθές κοτσίδες, αλλά όλη μου η προσοχή είχε συγκεντρωθεί στα μάτια Της.
Και την παρακαλούσα και έλεγα «Παναγία μου τι θα γίνουμε, τι θα γίνει αυτό το μοναστήρι, τίποτε δεν κάνουμε, πώς θα σωθούμε;» Και η Παναγία χαμογέλασε, η διάθεση μου άλλαξε από εκείνη την μέρα μια γαλήνη ήρθε μέσα μου από το βλέμμα της Παναγίας.
Η μονή μας να ξέρετε ότι είναι αγιασμένη.
Το κάθε βήμα που κάνουμε μας το γράφει ο Χριστός. O π. Ιγνάτιος που είναι στα Ιεροσόλυμα έλεγε: πολύ αγιασμένο το μοναστήρι σας, άγια τα χώματα εκεί. Αυτό βέβαια το έχω διαπιστώσει πολλές φορές παρουσιάζεται η χάρις της Παναγίας μας εδώ πέρα και πολλοί άνθρωποι την βλέπουν. Είναι η προστασία της Παναγίας, που μας προστατεύει.
Γι' αυτό, όταν θα έρθει η χάρις του Θεού στην ψυχή σας, θα λέτε: «Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, εγώ δεν σου προσέφερα τίποτε, άσε που θα μας τα δώσει στον ουρανό. Θα τα δούμε σωρούδια εδώ, σωρουδάκια παραπέρα, ότι, κι ένα κρεμμύδι να ‘χει δώσει κανείς και μια πατάτα και μια κλωστή, όλα, όλα θα τα δει στον ουρανό.
Και το κάθε βηματάκι πού\υ θα κάνει κανείς η χάρις του Θεού τον πλουτίζει.
Το μοναστήρι δεν είναι δικό μας. Μας φιλοξενεί η Παναγία και σύμφωνα με την φιλοξενία που μας κάνει πρέπει να πολιτευόμαστε.


* * *


Κυριακή της Σαμαρείτιδος '85.

Όταν θα ‘χουμε γρήγορον νουν, που λέει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν» να παίρνει γρήγορα ο νους, να μην αμελεί, να τρέχει στον Θεό να έχει πολλή αγάπη, να έχει λατρεία στο Θεό πολλή. Γιατί ο Χριστός θέλει να Τον αγαπούμε πάρα πολύ, να τον λατρεύουμε ολοκληρωμένα, ούτε στα παιδιά μας, ούτε στην οικογένεια μας να 'ναι ο νους μας, ούτε σε διάφορα που μας ενοχλούν κ.λ.π. Θέλει δηλ. να έχουμε την μέριμνα όλη στο Θεό, πώς θα Τον λατρέψουμε, πώς θα τον ευεργετήσουμε, πώς να κάνουμε τάς εντολάς Του, να είμαστε ειλικρινείς, να μην είμαστε χλιαροί, να έχουμε δυνατότητα ν' αγαπούμε τον Θεό.
Η Σαμαρείτης είχε προαίρεση καλή γι' αυτό την αξίωσε ό Θεός να δει τον Χριστό, είχε προαίρεση, αλλά δεν έβρισκε φως, δεν έβρισκε άνθρωπο να τη φωτίσει. Τα χαρίσματα αυτά τα είχε μέσα στην ψυχή της και μετά, αφού είχε την προαίρεση την καλή, βρήκε τον Χριστό, την περίμενε εκεί πέρα και ζήτησε το ύδωρ το ζών κ.λ.π. Η προσευχή μας να μην είναι χλιαρή, να μην είναι αδρανής. Αυτό πού θέλει ο Θεός, αυτό να κάνουμε. Τώρα ήρθε η ώρα π.χ. να κάνουμε την προσευχή μας, θα κάνουμε την προσευχή μας. Τώρα ήρθε ή ώρα να ησυχάσουμε, θα ησυχάσουμε. Ήρθε η ώρα να κάνουμε το θέλημα του Θεού, την εργασία, θα κάνουμε την εργασία γιατί η εργασία είναι συνδεδεμένη με την προσευχή, και μετά η χαρά, πώς βλέπουμε το φως, έτσι έρχεται μέσα στην ψυχή μας ένα φως ουράνιο. Κι έρχεται η νήψις. Βλέπει τον εαυτό του κανείς και δεν κοιτάει δεξιά, αριστερά, ποιος φταίει, ποιος δεν φταίει, τι κάνει τι δεν κάνει, τίποτα, τίποτα, μόνο τον εαυτό του, πώς δηλαδή θα ευχαριστήσει το Θεό, τι λόγια θα Του πει.
Θέλει να Του μιλάμε ο Χριστός μας, όχι να λέμε ένα ξερό «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» θέλει να Του λέμε λόγια να μας σώσει. Ήταν μία κοπέλα, μου τηλεφώνησε προχθές και μου λέει ότι πέρσι ήταν κατάκοιτη. Ούτε από δω γυρνούσε ούτε από κει, είχε πάθει εγκεφαλικό. Αλλά την ευχούλα δεν την άφηνε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθει μοι», στο κεφάλι δεν είχε πάθει τίποτε. Και λοιπόν μετά παρουσιάστηκε η Παναγία τόσο λαμπρή, τόσο όμορφη, τόσο ωραία, πού ήταν ένα ανάστημα που δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς και πίσω της ήταν τάγμα αγγέλων. Είχε μία σκέπη και σκέπαζε όλο τον κόσμο και της λέει: -«Τι θέλεις να σου κάνω;» -Λέει: «θέλω να γυρίσω από το ένα πλευρό και από το άλλο γιατί είμαι παράλυτη. Η πλάτη μου κουράστηκε και να σωθώ, τη σωτηρία μου θέλω». -«Αυτά θα σ' τα δώσω, αλλά όμως αυτό που θα σου πω να κάνεις να με φωνάζεις, γιατί εγώ θέλω να με φωνάζετε». Λοιπόν, της Παναγία μας να της λέμε λογάκια, να της λέμε το ένα, το άλλο. Θέλω να φωνάζεις της λέει. Αυτά θα σ' τα κάνω. Πλημμύρισε το δωμάτιο όλο άρωμα και τέτοιο φως μέσα στο σπίτι της, πού έλαμπε το προσωπάκι της, τόσο πολύ χάρη είχε και κατόπιν άρχισε και σηκωνότανε από το ένα πλευρό, από το άλλο και γύριζε από το ένα μέρος και το άλλο.
Γι' αυτό ό Χριστός μας θέλει να Τον φωνάζουμε, θέλει να Τον ζητάμε. Είναι εραστής μας. Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ' Εκείνον και ύστερα Αυτός τα οικονομάει όλα....
...Είδατε όταν ο πνευματικός μας δείξει λίγο αγάπη πόσο μέσα στον εαυτό μας αισθανόμαστε μια αλλαγή και μια ένωση, έτσι, λοιπόν, και ο Νυμφίος Χριστός δωρίζει αυτή την ένωση. Και υστέρα δεν μπορεί να σταθεί. Γι' αυτό οι Πατέρες λέγαν, τότε, «παύσον Χριστέ τα κύματα της χάριτος Σου», δεν μπορούσαν να εξιχνιάσουν αυτή τη γεύση, το μέλι της χάριτος την ευωδία της χάριτος, την Θεία μακαριότητα, την Θεία λάμψη, το άκτιστο φως και ο άνθρωπος, άμα βρίσκεται συνέχεια στην προσευχή βλέπει ένα φως μέσα στην ψυχή του, βλέπει μια λάμψη, ένα μεγαλείο, του έρχονται άφθονα δάκρυα, κι αυτά τα δάκρυα είναι τόσο γλυκά, τόσο νόστιμα, πού δεν μπορούσε κανείς να αισθανθεί το καλύτερο φαγητό να 'τρωγε, δηλαδή αισθάνεται χορτασμό, ένα χορτασμό, δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους του.
Μια φορά, μεγάλη πείνα ήταν. Τότε στην πείνα, 66 στην κατοχή κι όλη την εβδομάδα είχα μια πολλή μεγάλη στέρηση. Είχα ένα χρέος, πού έπρεπε να το δώσω μέχρι το Πάσχα, εντολή να το έδινα. Και τώρα εγώ έκανα μεγάλη οικονομία για να το δώσω και έτρωγα όλη την Μ. Εβδομάδα λίγο ψωμάκι 50 δράμια ψωμί, γιατί κι αυτό δεν μπορούσα να το αγοράσω, κι έβρεχα το ψωμί μου μέσα στο νερό και το έτρωγα, δεν είχα τίποτε άλλο.
Ε! όταν πήγαμε στην εκκλησία, τότε το Μ. Σάββατο, γιατί ο πνευματικός μας διάβαζε από η ώρα 8 τους Αγίους Αποστόλους, όπως κάνουν στο Άγιο Όρος, και θέλω να σας πω για τη στέρηση, τι κάνει ο Θεός, για την ανέχεια τη μεγάλη, πώς βοηθάει ο Θεός, όχι ότι είχα αξία, αλλά για να μου δείξει πόσο δυνατός είναι και πόσο πρέπει να τον λατρεύουμε. Ήρθε και το Μ. Σάββατο πήγα στις 8 στην εκκλησία, ε! κάθησα σε μια γωνιά τραβούσα κομποσχοινάκι, όλοι κρατούσαν λαμπάδες, εγώ δεν είχα τίποτα, ούτε ένα κεράκι, τίποτα. Τώρα πώς να πάω, στο «Δεύτε λάβετε φως» δεν είχα κερί. Λέω με το νου μου «Χριστέ μου αν Εσύ θέλεις να κρατήσω και την λαμπάδα Σου, αν Εσύ δεν θέλεις να ‘ναι ευλογημένο, αφού δεν θέλεις ούτε κερί να ‘χω».
Ε! εκεί έλεγα λόγια στον Χριστό, παράπονα, έλεγα τον πόνο μου, αφού άρχισε η ακολουθία, δεν κατάλαβα εγώ είχα λιποθυμήσει, μόνο κατάλαβα σαν να είχε ανοίξει όλα τα ράδια του κόσμου κι' έλεγε: «Εν αρχή ην ό Λόγος και ό Λόγος ην ό Θεός, και Θεός ην ό Λόγος» και το πασχαλινό το Ευαγγέλιο κι αυτού λοιπόν, μ' αυτό το Ευαγγέλιο τώρα πόση ώρα ήμουν λιποθυμισμένη δεν ξέρω. Πήγαν να με συνεφέρουν, αλλά εμένα αυτά τα λόγια είχανε τυπωθεί μέσα στην ψυχή μου. Άκουγα αυτή τη φωνή την ωραία σ' όλη την ακολουθία την Πασχαλινή, κι αυτά τα λόγια μου φέρνανε έναν χορτασμό, πώς τρως δηλ. κατά κόρον και δεν μπορείς να σταθείς έτσι ακριβώς αισθανόμουν κι ύστερα μου ήρθε ο λογισμός: να και οι Πατέρες στην έρημο που δεν τρώνε που δε γεύονται τίποτε, αυτόν τον χορτασμό αισθάνονται, έτσι μια φωνή μου το ‘λεγε αυτό το πράγμα και δεν μπορώ να σας πω, και άρρητα ρήματα μέσα στην ψυχή μου και άρρητη ευωδία και άρρητη γεύση, σα να είχα φάει του κόσμου τα μέλια, του κόσμου τα γλυκά και μετά έλαβα δυνάμεις. Ενώ την Μ. Εβδομάδα είχα εξαντληθεί από την αφαγιά και τη στέρηση, ύστερα έλαβα ισχυρές δυνάμεις, και την ώρα που πήγαινα να ασπαστώ την Ανάσταση και το Ευαγγέλιο, ο πνευματικός με κατάλαβε και μου λέει: «Χριστός Ανέστη» και με το Χριστός Ανέστη εμένα πιο πολύ μ' ανέβηκε αυτό το πράγμα στην ψυχή μου, ήρθε κι απλώθηκε πιο πολύ αυτός ο πλούτος μέσα στην ψυχή μου. Και παίρνω έναν δρόμο λοιπόν, τους αφήνω προτού τελειώσει η εκκλησία και πηγαίνω στο σπίτι για να μην χάσω αυτό το μεγαλείο. Πήγα στο σπίτι. Δεν ήθελα να φάω, μα τίποτα - τίποτα. Ούτε νεράκι, ούτε ψωμί, μα τίποτα, τίποτα δεν ήθελα. Μου λέει η ξαδέλφη μου - ήταν απέναντι τα σπίτια μας. Έλα έχω κάνει πατσά, να φας, τίποτε δεν πήρες. Εγώ που να πω ότι είχα φάει; κτλ. δεν είπα τίποτα. Πήγα να φάω μια κουταλιά δεν κατέβαινε και το μεσημέρι με είχε κάνει τραπέζι η κουμπάρα μου, πού τους είχα βαφτίσει 2 παιδάκια. Ήταν πολύ πλούσια αυτή. Και μέχρι το μεσημέρι δεν είχα φάει τίποτα. Έλεγα πώς θα πάω σ' αυτό το σπίτι τώρα; Ήταν πνευματικός κόσμος. Λέω θα με ρωτούν το ένα, το άλλο. Εγώ τώρα ήθελα να βρω άνθρωπο να πω αυτό το μεγαλείο, πού αισθάνθηκα μέσα μου. Λέω, τι κάνει ο Θεός, να βλέπω το Θεό, δηλαδή, τόσο μεγάλο που να λέω: μα τι κάνει ο Θεός! Πόσο πλουτίζει τον άνθρωπο! Γι' αυτό λέω που λένε μερικοί, δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά και με τη χάρη του Θεού. Ε! εγώ αυτό το πράγμα, τη χάρη του Χρίστου, το αισθάνθηκα λόγω της πείνας και της κακομοιριάς, που είχα και της στερήσεως, ο Θεός μου το ‘δωσε για να καταλάβω τι δίνει ο Θεός στη στέρηση επάνω. Και λέω η εγκράτεια πόσο καλό κάνει στον άνθρωπο, και η προσευχή, και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στο Θεό εξ ολοκλήρου, ο Θεός τον ταΐζει, ο Θεός τον ποτίζει, από τον Θεό γεύεται κι' όλα αυτά τα ουράνια μεγαλεία τα αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου, που τα δίνει δωρεάν ο Θεός. Δεν μας υστερεί εμάς τίποτα. Εμείς τώρα δε θέλουμε να πλησιάσουμε το Χριστό μας για να μας δώσει αυτό το ουράνιο μεγαλείο, να το γευόμαστε, να το σκεφτόμαστε, να Τον αγαπάμε. Εμείς απομακρυνόμαστε. Εκείνος μας καλεί συνέχεια, να μας δώσει εκείνο, να μας δώσει το άλλο, δηλαδή όλα, χαρά, αγαλλίαση, ότι έχει Εκείνος να μας τα χαρίσει. Άμα σκεφθούμε τι μας έχει ετοιμάσει στον ουρανό, θα φρίξουμε. Δεν μπορεί να το συλλάβει η διάνοια του ανθρώπου, το να δει τα κάλλη του Παραδείσου, δεν μπορεί να ζήσει άμα τα δει κανείς.
Είναι τρομερά, είναι φοβερά, τόσο όμορφα είναι και τόση αγαλλίαση αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου.
Θέλει αγάπη, να Τον αγαπήσουμε. Αν τον αγαπήσουμε θα μας τα δώσει όλα δωρεάν. Μόνο να δώσουμε την καρδιά μας σ' Εκείνον. «Να ‘ναι ευλογημένο» και «ευλόγησαν». Αυτό είναι να βρει κανείς στην ψυχή του το Θεό. Η στέρηση είναι πολύ μεγάλο πράγμα.
Μέναμε σ' ένα σπιτάκι τότε στην Αθήνα, μας είχε ένας Δεσπότης, Πολύκαρπος και μας είχε δώσει ένα σπιτάκι, παιδιά εγκαταλελειμμένα, πήγαμε εκεί πέρα στενοχωρημένοι, μας πήγε ο Δεσπότης και μας νοίκιασε ένα σπίτι κι αυτό ήταν καλοκαιρινό, ήταν τα κεραμίδια μόνο και να πέφτει το χιόνι και να κοιμάμαι σε δυο σανιδάκια επάνω ακόμα λίγο και θα κοκκαλιάζαμε εκεί μέσα. Τρέξαν οι άνθρωποι και μας γλύτωσαν, Θεοφάνεια. Και θέλω να πω ότι αυτά ήταν της στερήσεως που πέρασα. Αυτά κάνει η Χάρις του Θεού.
Σ' ένα παρεκκλήσι στην πείνα, στην Κατοχή, πήγα ν' ανάψω το καντηλάκι. Κι εκεί λοιπόν είχε συκιές απέξω από τον φράχτη. Και λέω «Βοήθησε Χριστέ μου να κόψω ένα συκάκι, μόνο ένα συκάκι», κι η πείνα να σε δουλεύει ε! να σε θερίζει.
Και πάω και κόβω ένα συκαλάκι και τρώω να δυναμώσω και να ‘χω τύψεις γιατί να κόψω το σύκο αυτό. Πάω, λοιπόν, και το λέω στον πνευματικό.
-Έκοψα ένα σύκο λέω, αλλά η πείνα τόσο πολύ μ' ανάγκασε. Μου λέει όταν θα γίνεις σε καλή κατάσταση, θα πάρεις 3 οκάδες σύκα και θα τα μοιράσεις γι' αυτό που έκλεψες. Ήταν ο απαγορευμένος καρπός.
Ήμασταν 3 και σηκωθήκαμε τώρα να πάμε στη Ζαγορά. Στο πίσω μέρος, στο ανατολικό Πήλιο. Λοιπόν, γνώριζα κάποια δική μου εκεί πέρα και λέω ας πάω μήπως μου δώσει λίγο ψωμάκι και λίγο λαδάκι. Μόλις πήγα εκεί πέρα και με είδανε άρχισαν να κλαίνε. Πάει το Μαρικάκι. Είχε βγει το χνούδι από την αδυναμία σκελετός ήμουνα. Αυτοί, λοιπόν, οι καημένοι μάζεψαν πατάτες από δω, μάζεψαν λίγο λαδάκι, εν τω μεταξύ κόβουν ψωμί (είχαν ψωμί ζυμωτό) κι έφαγα 1 καρβέλι εκείνο το βράδυ. Πώς το ‘φαγα; που πήγε; Φάε μου λέει πατάτες βραστές. Μου έδιναν από όλα κι όλα τα έτρωγα. Δεν χόρταινα. Τώρα, το πρωί; πώς σηκώνω εγώ τις πατάτες, πού μου δώσανε; σηκώνονται 18 οκάδες πατάτες και μου δίνουν ένα τενεκεδάκι λάδι. Μου τ' ανέβασαν στον ανήφορο τα παιδιά -είχαν ζώα- μετά από κει είχαν φυλάκια οι Ιταλοί και νυχτώσαμε. Ήταν 12 η ώρα νύχτα. Που να πάω με το βάρος; Μόλις έβλεπα τους Ιταλούς ωχ! ακουμπούσα στα βραχάκια και καθόμασταν εκεί πέρα και κοιτούσαν αυτοί και κλαίγαμε εμείς και λέγαμε: «Τείχος ει των παρθένων Θεοτόκε Παρθένε» κι αυτοί τα έβλεπαν τώρα αυτά πού προσευχόμασταν και παρακαλούσαμε και έκλαιγαν και μας σήκωναν το βάρος, που είχαμε πίσω για να μπορέσουμε να βαδίσουμε. Μόλις φτάνουμε πρωί στο σπίτι, σιγά - σιγά, 6 ώρες δρόμο. Είχα τις πατάτες στον ώμο, ετοιμοθάνατη ήμουν. Αμέσως λιποθύμησα, έπεσα κάτω γιατί δεν είχα άλλη αντοχή. Μου κλέβουν τις πατάτες οι γειτόνοι όλοι, μου κλέβουν το λάδι και δεν μ' άφησαν τίποτε. Κι εμένα, λοιπόν, μ' έπιασε ένας πόνος στο πλευρό, ένα επανωφόρι φορούσα τότε, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Λέω άσχημα την έχω. Που να βρω γιατρό; Η γειτονιά έρημη, δηλαδή λίγα πρόσωπα. Αυτά τα λίγα μου κλέψαν τις πατάτες. Πάω στο γιατρό σιγά - σιγά, μου λέει: έχεις πλευρίτιδα και πρέπει να βρεις πίτουρα να βάλεις. Που να βρω; Εγώ λέω: Θα καθίσω Παναγία μου μέσ' το δωμάτιο κι ότι είναι ευλογημένο. Θες να με πάρεις; πάρε με, δε θέλεις, όποτε εσύ θέλεις. Κάθισα μόνη μου τώρα, σκοτεινά, χωρίς καντήλι, χωρίς τίποτα.
Όπως ήμουν ξαπλωμένη, κουκουλωμένη, είχε θαμπώσει, είχε σκοτεινιάσει Βλέπω μια μοναχίτσα με το σχηματάκι. Λέει: «δεν μπορείς»; με πλησιάζει, αλλά το δωμάτιο έλαμψε όλο φως. Λέω: «ναι δεν μπορώ -Πήγα στη Ζαγορά, κάθισα, είπα τα παράπονα μου εγώ και μου δώσανε λίγες πατάτες και μου τις κλέψαν, και τώρα δεν έχω τίποτα, ούτε καντηλάκι έχω, τίποτα δεν έχω κι είπα θα καθίσω εδώ και ας πεθάνω ποιος θα με ανοίξει την πόρτα; Δεν έχω κανέναν.» Λέει: «μη στεναχωριέσαι, θα γίνεις καλά εγώ θα σε κάνω καλά» κι' ούτε να φαντασθώ ποια είναι, να τη ρωτήσω. Παίρνει, λοιπόν, και βάζει το πάπλωμα μου, είχα ένα παπλωματάκι μικρό και μου το ‘βαλε πώς κάνεις το χωνί; έτσι ακριβώς και μου λέει: «άντε δεν έχεις τίποτε, θα γίνεις καλά.» Αμέσως μου πέρασε το πλευρό μου, έλαβα τον χορτασμό, είχα πείνα, εξάντληση, που να βρω φαγητό, που να βρω τίποτα, και χόρτασα σαν να είχα σφάξει ένα ζώο μπροστά μου και το ‘ψησα και το ‘φαγα.
Τέτοιο χορτασμό αισθανόμουν. Το πρωί πήγα στο γιατρό. «Λέει: τι ήρθες; -Να με ακροαστείτε λιγάκι» Μου κάνει εξέταση, μου λέει «δεν έχεις τίποτε. Τι έγινε;» Λέω, αυτό κι' αυτό. Επέτρεψε ο Θεός για τις ανέχειες, λόγω της πείνας, για να σε κάνει η Αγία καλά. Και μου λέει μέσα μου: Ποια είναι αυτή; ποια είναι αυτή; και μου λέει μια φωνή: η Αγία Παρασκευή" και γι' αυτό την αγαπούσα την Αγ. Παρασκευή. Μου το ‘πε η ίδια στ' αυτί, πληροφορία, ότι ήταν ή Αγ. Παρασκευή.
Είναι της πείνας αυτά, της κατοχής. Πήγα μάζευα χόρτα. Στο μέρος που τα μάζευα ξαναφύτρωναν την άλλη μέρα. Κάθε μέρα στο ίδιο μέρος φυτρώνανε όλα. Και μετά σιγά - σιγά τα ‘πλενα και τους τα πήγαινα πολλές φορές ωμά, σ' αυτό το κοριτσάκι πού ήταν άρρωστο. Είχε φυματίωση το καημένο. Μ' είδε κι εμένα ο π. Εφραίμ ο παλιός μου πνευματικός. Κοίταξε παιδί μου, μου λέει. Κοίταξε παιδάκι μου, όλους τους θάψαμε. Κοίταξε Μαρικάκι μου, χρυσό μου παιδί, κοίταξε, άμα πας στο Χριστό και έχεις παρρησία πολλή εύχου και για μένα τον αμαρτωλό. Ό,τι είναι θέλημα Θεού, έλεγα. Άμα θέλει να με πάρει ό Χριστός, ας πεθάνω. Ό,τι είναι θέλημα Θεού. Ύστερα, λοιπόν, βγάζει κήρυγμα και λέει: Όσο θα έχετε ψωμί, από μια μπουκιά θα ρίχνετε, θα κόβετε, το Μαρικάκι θ' ανοίξει το παράθυρο, να πετάτε την μπουκιά μέσα στο σπίτι να βρίσκει, να τρώει. Και τότε λοιπόν είχαν εξαφανίσει οι Ιταλοί τις γάτες και άνοιγα το παράθυρο και ‘ρίχναν μπουκιές - μπουκιές μέσα κι έπαιρνα λοιπόν κι έτρωγα και συνήλθα. Έκανα υπακοή.
Λοιπόν, όταν συναντιόμασταν με τις αδελφές δεν μιλούσαμε. Μας έλεγε: μη μιλάτε. Θα πάρετε το αντίδωρο και θα πάτε στο σπίτι και στη διαδρομή όλη θα λέτε την ευχή και μόλις φτάσετε στο σπίτι, θα λέτε" Δόξα σοι ο Θεός ημών δόξα σοι, και μέσα θα αισθάνεστε στο σπίτι μεγάλη ευωδία, μεγάλη χάρη. Δεν κοινωνούσαμε, μόνο το αντίδωρο παίρναμε, αυτό λέγαμε και νομίζαμε ότι λιβανίζανε εκείνη την ώρα. Στο δρόμο που βαδίζαμε σαν κάποιος να λιβάνιζε. Λέμε: τι ευωδέστατα λουλούδια είναι αυτά; και δεν είχε τίποτε ούτε περιβόλι, ούτε τίποτε, ήταν δηλαδή η χάρις του Θεού πολλή. Στην εκκλησία: τι κάνεις; ευλόγησαν αδελφές, τι κάνεις; Ευλόγησον, όλη τη μέρα την ευχή, δεν έφευγε η ευχή από το στόμα καθόλου. Η ευχή πήγαινε ρολόι. Μόνο τι κάνεις κι όλο ευχή και ουράνια, όλο στα ουράνια.
Μια φορά πήγαμε σ' ένα παρεκκλησάκι. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, λέω «δεν πάμε ν' ανάψουμε τα καντηλάκια στον Αγ. Νικόλαο και να φύγουμε;» Όλες μαζί ξεκινήσαμε. Ήμασταν 7. Και αφού ξεκινήσαμε, δεν πήραμε ούτε κουλούρι, μόνο με τ' αντίδωρο. Λοιπόν, μόλις φθάσαμε στους πρόποδες, στο παρεκκλησάκι εκεί πέρα, λέω: τι καλά να είχαμε μια φετούλα ψωμάκι και να είχαμε και από ένα συκαλάκι φρέσκο και φρέσκο ψωμάκι να τρώγαμε! Μπαίνουμε στο παρεκκλησάκι, ανάψαμε τα καντηλάκια, ψάλαμε, μπαίνω εγώ στο ιερό να ανάψω το καντηλάκι μέσα. Βλέπω ένα δέμα πάνω στην Αγ. Τράπεζα. Λέω: παιδιά ό Αγ. Νικόλαος μας έφερε κάτι. Δεν ξέρω, του Αγ. Νικολάου δώρο είναι.
Πάω, λοιπόν, να το ανοίξω, τι να δω; Όσες ήμασταν από ένα σύκο και από μία φέτα ψωμί ζεστό, φρέσκο, της ώρας. Και υστέρα, λοιπόν, μετά από ενάμιση μήνα ξαναπήγαμε κι εγώ τώρα γλυκάθηκα, πήγα πάλι μέσα στο ιερόν, ανάψω τα καντηλάκια και βλέπω τον Εσταυρωμένο και στ' αγκάθινο στέφανο είδα πώς τρέχουν σταλαγμίτες, πώς τρέχουν τα δάκρυα, έτρεχαν από την πλευρά του, έτρεχε ύδωρ μεμιγμένο με αίμα. Είχαμε μια εικόνα της Παναγίας κι είχε μέσα γύρω - γύρω βαμβάκι και παίρνω, λοιπόν, το βαμβάκι, πάω πίσω και σκούπιζα, σκούπιζα τον Εσταυρωμένο ήταν μούσκεμα. Κατ' ευθείαν πάμε στον εσπερινό. Το είπαμε αυτό το πράγμα. Λέει: παιδιά, πόλεμος θα γίνει και το έκανε κήρυγμα στην εκκλησία. Και αυτός όταν έβλεπε τέτοια σημάδια να κλαίνε οι Άγιοι, να κλαίει ο Χριστός θα γίνει πόλεμος λέει και πολύ γρήγορα. Και μ' αυτό το βαμβάκι είχαμε σταυρώσει όλον τον κόσμο, πού ήταν εκεί πέρα και πράγματι έγινε έτσι σε λίγο καιρό κηρύχθηκε ό πόλεμος.


Φεβρουάριος 1989

Όπως είδαμε τον γέροντα, είδαμε ένα πολύ μεγάλο παράδειγμα, είδαμε ότι θέλει να αγωνιστεί για το Θεό, βλέποντας ότι πίνει ένα ζουμί σκέτο, μας δίδαξε την εγκράτεια, τη μνήμη θανάτου, την αυταπάρνηση.
Όπως αντιληφθήκατε κάτι προβλέπει. Μας έδειξε πώς πρέπει να βιώνουμε. Εύχομαι να βάλουμε μια αρχή και να βιώσουμε την Αγάπη του Χριστού και να αγωνιστούμε όπως πρέπει. Γιατί δεν έχουμε καθόλου την ακρίβεια, που ζητάει ο Γέροντας.
Είτε από λεπτότητα, είτε από σεβασμό και αγάπη δεν ήθελα να σας εκθέσω, αλλά τώρα να βάλουμε μια αρχή όπως το θέλει ο Θεός, γιατί χαλαρώσαμε πολύ, ιδίως στη μεμψιμοιρία, την αργολογία, μεγαλοφωνία, απιστία, ανευλάβεια κι' όλα μαζί.
«Αγαπήσεις.... και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Αλλά σ' εμάς δεν υπάρχει αυτή η αγάπη και η συμπόνοια.
Η προσοχή και η προσευχή είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα. Δεν έχουμε προσοχή, δεν έχουμε προσευχή. Η αντιλογία φέρνει την μεμψιμοιρία, τις έριδες, οπότε δεν μπορεί ο άνθρωπος να νοιώσει την Θ. Χάρη όταν δεν εγκρατεύεται, στη γλώσσα, στο στομάχι.
Βρισκόμαστε στα Ανάκτορα πώς θα σταθούμε, πώς θα χαιρετίσουμε τον Βασιλέα, μία Κυρία της τιμής πώς θα της φερθούμε; Έτσι και στην προσευχή.
Η χάρις του Θεού θα μας πιάνει από το χεράκι και θα μας λέει έτσι θα φερθείς, έτσι θα κοιμηθείς.
Θέλει από μας ολοκληρωμένη την Αγάπη ο Θεός και όχι μοιρασμένη.
Να προσέχουμε τις συζητήσεις μεταξύ μας. Όταν λέω τον λογισμό μου στην άλλη δήθεν για να με ξεκουράσει, δεν ξεκουράζομαι. Λες το κακό; διπλασιάζεται. Λες το καλό; αφαιρείται.
Η Γερόντισσα προσπαθεί να μην γίνει του διαβόλου το κέφι. Νομίζουμε ότι θα βοηθήσουμε τον εαυτό μας με τις διάφορες οικονομίες, αλλά φθάνουμε σε πολύ άσχημη κατάσταση.
Εκείνος πού πληγώνεται τιμάται, αλλά o λιποτάκτης τουφεκίζεται. Μερικές φορές λιποτακτούμε από το διακόνημα, από την προσευχή, από την εντολή του Γέροντα. Να κάνουμε κάθε μέρα ταμείο.
Πώς κάναμε την προσευχή μας; Συγχωρέσαμε τον αδελφό; Μέσα μας έχουμε μεμψιμοιρία, αντιλογία;
Κι εσείς θα είστε αναπαυμένες και τον γέροντα θα αναπαύσετε, γιατί θα ξέρει πώς πολιτεύεσθε....
...Γι' αυτό είναι ο προεστός μέσα στη Μονή για να παίρνει ευλογία σε καθετί, έτσι φεύγει η ψυχή χαρούμενη, ότι ανέπαυσε τον γέροντα και πάει στον Παράδεισο. Αυτές οι λεπτομέρειες, που δεν υπολογίζουμε, φέρνουν τη Θ. Χάρη στην ψυχή μας....
Μετά το απόδειπνο να φάμε γρήγορα και να πάμε στα κελιά μας.
Στους αρρώστους 5-10' το πολύ για να μην χρωστάμε κομποσχοίνια.
Το ότι δεν εγκρατευόμαστε στο φαγητό είναι κάτι που κωλύει τη χάρη του Θεού....
Το κάθε τι που γίνεται μεταξύ σας ξεσπάει σε μένα. Όταν έχετε προσοχή και επιμέλεια και σε μένα θα είναι ωφέλιμο. Κάθε βράδυ ταμείο «τι έκανες; είτε σε πίκραναν, είτε πίκρανες», και ας βάλεις μετάνοια, θα γραφεί κι αυτό όπως περνάει ο σαλιαγκός κι αφήνει μια γραμμή. Όταν γράφετε συχνά στο γέροντα, αυτό θα σας βοηθήσει πολύ, γιατί όταν υπάρχει αυτή η παρακολούθηση θα φέρει τη χάρη του Θεού στην ψυχή σας κι εμένα θα μου μείνει χρόνος να προσευχηθώ.
Δοκιμάστε να μη φάτε ότι σας ανήκει, να μην κοιμηθείτε όσο κοιμάστε, να μην πιείτε μια μέρα νερό, για την αγάπη του Χριστού, να δείτε τι θα νοιώσετε, ο Θεός τα δωρίζει αυτά...


Λόγος της Γερόντισσας Μακρίνας 1971

Όταν ο μοναχός δεν έχει ακρίβεια στη ζωή του, στην υπακοή του, στα καθήκοντα του, δεν έχει προκοπή. Γι' αυτό, λοιπόν, πολλές φορές σας λέω, παιδιά κάντε τα καθήκοντα σας, γιατί κι εγώ έκανα φυσικά πολλά αδιάκριτα πράγματα κι έβλαψα τον εαυτό μου στο θέμα της υγείας μου, γιατί έκανα ανευλόγητα ήταν ο πολύς ό ζήλος τότε, δεν ήμασταν και σε κοινόβιο κι όσο θέλαμε τρώγαμε είτε κάναμε ξηροφαγία και δεν το λέγαμε στον πνευματικό. Εμείς ότι ακούγαμε απ’ τις αναγνώσεις θέλαμε να τα εφαρμόσουμε και δεν λάβαινε γνώση ο πνευματικός μας. Ύστερα, λοιπόν, αρρωστήσαμε από αδενοπάθεια κλπ. γιατί ήταν αδιάκριτα. Γι' αυτό, λοιπόν, εμείς εδώ, επειδή είμαστε στην υπακοή, μέσα στο κοινόβιο, δε θα πρέπει να συμβαίνει αυτό το πράγμα.
Όταν κανείς βαδίζει την βασιλική οδό, δεν μπορεί να τον τραβήξει κανείς ούτε από δω, ούτε από κει. Φυσικά όταν γίνεται με ευλογία του Γέροντος ή της Γερόντισσας, αισθάνεται μέσα και ο γέροντας ότι πρέπει να το κάνει αυτό και δίνει ευλογία να το κάνει. Όταν όμως σου λέει δε θα το κάνεις αυτό, δεν πρέπει να το κάνεις .
Όταν τον πιέζουμε τον Γέροντα να μας δώσει μια ευλογία να κάνουμε κάτι, και μας τη δίνει χωρίς να θέλει παθαίνουμε και υστέρα λέμε πώς το έπαθα εγώ αυτό το πράγμα; Να γιατί, γιατί δεν έδωσε μ' όλη του την ψυχή την ευλογία.
Όταν κάνει υπακοή, έχει ταπείνωση η ψυχή. Γι' αυτό, λοιπόν, οι άνθρωποι, επειδή έχουμε σωματική ασθένεια και μια σχετική πείρα, γι' αυτό κι εγώ σας λέω καμία κουβεντούλα: είτε σας λέω παιδιά προσέξτε αυτό το πράγμα, είτε προσέξτε το θέμα της προσευχής σας, είτε το φαγητό σας, είτε τις μετάνοιες σας, είτε το α, το β, από πείρα τέλος πάντων. Γι' αυτό, λοιπόν, όταν θα κάνουμε γνήσια τέλεια υπακοή, ούτε το σώμα μας θα εξασθενεί, ούτε η ψυχή μας θα αρρωσταίνει.
Αφού το λέει ο Γέροντας ή η Γερόντισσα αυτό, «να ‘ναι ευλογημένο». Μα στραβό το λέει, μα κουτσό, μα αδιάκριτο είναι, μα άδικο είναι; Ό,τι κι αν είναι. Τόπε, τελείωσε. Αφού τόπε, να ‘ναι ευλογημένο. Από πάνω είναι ο Θεός και το βλέπει και κρίνει. Είτε άδικο, είτε δίκαιο, εκείνος θα δώσει λόγο στο Θεό. Λοιπόν, εμείς οφείλουμε να υπακούσομε. Όσο ακρίβεια φυλάγει κανείς στη ζωή του, δηλαδή μ' αυτές τις παραγγελίες πού ακούμε απ' το γέροντα και διαβάζουμε, και τα εκτελούμε με πολλή σύνεση και σεβασμό, και από αυτού θ' αποκομίσουμε τη σωτηρία μας κι όλες τις αρετές.
Όταν, λοιπόν, λέμε ότι ετούτο δεν πειράζει, το άλλο δε βαριέσαι, το άλλο αφού το κάνει εκείνη, θα το κάνω κι' εγώ. Γιατί το κάνει εκείνη, θα το κάνης κι εσύ; Εκείνη μπορεί να την παρέσυρε ο πειρασμός και να είναι στο σκοτάδι της. Πρέπει να ακολουθήσουμε εκείνη πού είναι πεσμένη; Εμείς να κρατήσουμε να πούμε «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Να προσέξουμε κι εμείς τον εαυτό μας, να μην πέσουμε στο ίδιο. Γι' αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή. Έχει μεγαλείο η ζωή μας, έχει μεγάλη χάρη. Έχει τέτοιο βάθος και τέτοιο ύψος πού δεν μπορεί διάνοια να το φαντασθεί. Φυσικά αυτό θα το νοιώσει κανείς σε μια στιγμή πού θα τον επισκεφθεί η χάρις του Θεού, θα τον επισκεφθεί ο Κύριος. Ενώ όταν βρίσκεται στον πειρασμό του και σε μένα και σε όλους, γενικά μας φαίνεται ότι πια δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει τίποτε.
Όταν βλέπουμε τον εαυτό μας, και δεν κοιτάζουμε δεξιά κι αριστερά, κι ό,τι σάπια τα πετάμε, όταν κοιτάζουμε την οδό πού μας άνοιξε ό πνευματικός μας και ο γέροντάς μας, τότε αισθανόμαστε αυτό το μεγαλείο.
Εμείς μπορεί να σφάλλουμε σαν άνθρωποι, αλλά είπαμε, εσείς οφείλετε να κάνετε υπακοή και μέσα σ' αυτήν την υπακοή, θα βρείτε τον μαργαρίτη, τον χρυσό μαργαρίτη, θα βρείτε τα ουράνια, θα βρείτε όλα τα μεγαλεία της άνω ζωής, πού δεν έχουν τέλος, πού δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπου να τα διηγηθεί αυτά τα πράγματα. Όλα αυτά τα έχει η υπακοή. Όλες οι αρετές είναι μέσα στην υπακοή, μέσα στην ταπείνωση, γιατί άμα θα έχει ταπείνωση, θα έχει και υπακοή. Όταν κανείς δεν τα ψηλαφίζει και τα παίρνει επιπόλαια και ξεφεύγει από δω και ξεφεύγει από κει και δεν ενδιαφέρεται και λέει δε βαριέσαι... το δεν βαριέσαι αυτό είναι πτώσης. Ύστερα λέμε: πώς μου ήρθε αυτή η σκοτοδίνη, πώς μου ήρθε αυτή η ανορεξία της προσευχής, πώς με πνίξανε αυτοί οι λογισμοί, πώς μου ήρθε αυτός ο πόλεμος, και δεν μπορούμε να καταλάβουμε από που μας έρχεται, είναι από το θέμα της παρακοής. Δηλαδή αν προσέξαμε τις υποσχέσεις πού δώσαμε την ώρα του σχήματος, τις υποσχέσεις πού δώσαμε πολλάκις στο γέροντα, επί παρουσία όλων, ότι θα βάλουμε καλή αρχή, «ευχηθείτε δια των ευχών σας να βάλω μια καλή αρχή», να διορθωθούμε γιατί είναι μια ομολογία αυτή, πού γίνεται ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων και αρχαγγέλων. Και για μια στιγμή, αυτήν την καλή αρχή την ξεχνάμε, και φεύγει από τη διάνοια μας και δεν λογαριάζουμε αν ο γέροντας μας νουθέτησε, εάν μας άφησε παραγγελίες, εάν μας είπε εκείνο πού θέλει ο Θεός.
Εάν όλα του κόσμου τα καλά τα κερδίσουμε, ζημιώσουμε αυτήν την πολύτιμη ψυχή; τα χάσαμε όλα. Γι' αυτό, ό,τι μπορούμε κατά δύναμιν να κάνουμε, να μην ξεφεύγουμε από τον σκοπό μας, να μην ξεφεύγουμε από τις υποσχέσεις πού δώσαμε ενώπιον Θεού, ανθρώπων και προεστώτων μας.
Κάθε φορά στον ερχομό του Γέροντα να του δίνουμε ζωή και χαρά, να μας βρίσκει οπλισμένες από τα πνευματικά εφόδια, με χαρίσματα πνευματικά, για να χαίρεται.
Κι' εμείς, όταν έχουμε την ακρίβεια αυτή, θα βλέπουμε την ψυχή μας να θρέφεται με το ουράνιο μάννα.
Όσο θα Τον αγαπήσουμε πραγματικά τον Χριστό, θα κρεμαστούμε στον τράχηλο Του, θα αγκαλιάσουμε τα πόδια Του, κι αν δεν υπάρχει κάτι στην ψυχή μας κι αν σαν άνθρωποι πέφτουμε «βοήθησε μας Χριστέ μου, ενίσχυσε μας, χάρισε μου φωτισμό, πρόσθεσε μου πίστη, αγάπη, πρόσθεσε μου σωφροσύνη, πρόσθεσε μου υπακοή». Θα τα ζητάει η ψυχή γιατί θέλει τη σωτηρία. Βλέπουμε ότι μας πολεμάει ένα πάθος" «Χριστέ μου βοήθησε με, ενίσχυσε με, με πολεμάει αυτό το πάθος, έως πότε θα σε πικραίνω με την παρακοή μου, μ' αυτό το έντονο πάθος, μ' αυτή τη σκοτοδίνη πού έχω μέσα μου, βοήθησε με». Όταν θα δει αυτόν τον πόνο και τα δάκρυα μας ο Θεός θα μας βοηθήσει. Όταν καταλαβαίνουμε ότι κάποιο κακό μας υπερνικά, είτε θυμός είναι, είτε περιέργεια, είτε αμέλεια, είτε σκοτοδίνη, είτε αναισθησία, να παρακαλούμε, να ικετεύουμε τον Θεό μας. Όλοι μας έχουμε τα πάθη και τα ελαττώματα μας. Όσο μπορούμε να λαμπρύνουμε την διάνοια μας. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε μας, φώτισε μας». Κι ο Χριστός μας υστέρα δεν θα μας ακούσει; Θα πει: το παιδί μου εύχεται, με παρακαλεί, πάει ο πειρασμός, το πειράζει κι εγώ ας το βοηθήσω γιατί με επικαλείται. Είδες η μάνα, όταν την φωνάζουμε και πεινάμε μας δίνει να φάμε. Εμείς πνιγόμαστε από λογισμούς και δεν Τον φωνάζουμε και μας κυριεύουν όλα τα πάθη και σκοτιζόμαστε και τα βλέπουμε όλα καλά και έχουμε μια αναισθησία στον εαυτό μας.
Όταν λείπει η προσοχή και η υπακοή έρχεται η αναισθησία.
Αν εξετάσει τον εαυτό του και ανοίξει το βιβλίο της ψυχής, να δει που ελύπησε τον Θεό, που λύπησε την αδελφή, αν έκανε προσευχή, αν έκανε μελέτη, αν είχε αυτομεμψία στον εαυτό της, αν έκανε γνήσια τα καθήκοντα της, τότε ανοίγοντας αυτό το βιβλίο, θα βλέπει τον εαυτό της μόνο και θα λέει ας κλειστώ στο κελλί μου να γονατίσω, να φωνάξω τον Θεό να με ελεήσει, γιατί πόσα χρόνια θα ζήσω; Πρόσκαιρη η ζωή.
Κι αν χάσουμε αυτό το μεγαλείο, το χάνουμε αιώνια και θα κλαίμε με μαύρα δάκρυα στην άλλη ζωή. Φεύγουμε και τότε θα λέμε τι χάσαμε; Τώρα λέμε ότι ο Θεός είναι εύσπλαχνος και θα μας σώσει. Ο Κύριος μας ανοίγει όλες τις πόρτες της σωτηρίας μας, και εμείς δεν θέλουμε να το καταλάβουμε, τότε, δεν μας φταίει κανένας.
Απ' τη μνήμη των αγίων δεν έφευγε η κόλασης. Όταν έρχεται η χάρις του Θεού, ο άνθρωπος θα δει τον εαυτό του, ότι βρίσκεται στην κόλαση, στον τάφο, μέσα στο πυρ. Κι αν θα μείνει πολύ στην ψυχή του ανθρώπου δεν αντέχει ο άνθρωπος, καταβάλλεται ο οργανισμός γι' αυτό ο Θεός το παίρνει και φέρνει τη χαρά.
Αυτή η θεωρία φέρνει πολλή ταπείνωση στην ψυχή του ανθρώπου, πολλή μετάνοια, βλέπει τον εαυτό του.
Όταν θα 'ρθει ο χορτασμός του Θεού, ο άνθρωπος δεν θέλει να βάλει τίποτε στο στόμα του. Μπορεί να μείνει μέρες νηστικός και να αισθάνεται γεμάτο το στομάχι του.
Πώς καταδέχεται ο Χριστός και θρονίζεται στην καρδιά του ανθρώπου και πόσο παρηγορεί και δροσίζει την ψυχή του ανθρώπου. Γι' αυτό θέλει πολλή προσοχή, ας βιάζουμε και εμείς τον εαυτό μας για να μην έχουμε να δώσουμε λόγο στο Θεό και σύμφωνα βέβαια, με τις υποσχέσεις μας και τη ζωή μας να εκτελούμε, κατά δύναμη, εκείνο πού θέλει ο Θεός και κατόπιν ευλογίας έστω και μία μετάνοια. Όταν λέμε: «ας το κάνω Γερόντισσα, δεν έχω τίποτα, είμαι καλά» και η Γερόντισσα δεν δίνει ευλογία και εμείς επιμένουμε. Βία, βία, βία έ! κάνε το, όπως θες κάμε. Έπειτα έρχεται η πληρωμή. Ενώ στην αρχή έκανες την προσευχούλα σου, την καταλάβαινες, κατά δύναμιν, υστέρα, με την εξόρμηση πού κάνεις εκείνη την ώρα, βλέπεις τον εαυτό σου γίνεται ένα ράκος και δεν μπορείς ψυχή τε και σώματι ν' ανορθώσεις μια λέξη, να πεις «Θεέ μου μνήσθητί μου». Γι' αυτό κάμετε υπακοή, πολλή υπακοή, αντιλογία καθόλου, να 'ναι ευλογημένο. Αυτό το «να 'ναι ευλογημένο» πόσο το ποθώ να τ' ακούσω! πόσο το νοσταλγεί ή ψυχή μου τόσα χρόνια; Ν' αναπαυθεί η καρδιά μου και να χαίρομαι. «Να 'ναι ευλογημένο» και να πάει στην δουλίτσα της, με σκυφτό το κεφαλάκι της, σταυρωμένα τα χεράκια της και να πάρει την ευλογία. «Άντε παιδάκι μου στην ευχή του Θεού. Και να πάρει την ευλογία και να πάει να ησυχάσει και να έχει ένα ωραίο σακκίδιο με την ευχή και να βλέπεις να τη βοηθά, βακτηρία από την υπακοή, «να 'ναι ευλογημένο», σταυρώνει τα χεράκια της και πάει στο διακόνημά της. Εκείνο, πού θα μας πει ο λογισμός μας ότι είναι δύσκολο, πώς θα το κάνω; Αυτό θα γίνει εύκολο, θα γίνει πούπουλο, όταν εσύ θα πάρεις τη βακτηρία σου και θα πας.
Είμαστε στρατιώτες του Χριστού. Σήμερα ο αξιωματικός θέλει τον στρατιώτη του να πάει στα σύνορα, αύριο στην πόλη, σήμερα στο παζάρι" δε θα πει κανείς «γιατί».... «να 'ναι ευλογημένο». Αυτή είναι πνευματικό της, αυτό είναι μοναχισμός, αυτή είναι υποταγή, αυτή σωτηρία.
Υπακοή τυφλή, σιωπή, προσευχή, ταπείνωση, εγκράτεια στα λόγια, στις συμπεριφορές, στις κινήσεις μας, σε όλα μας. Αυτή είναι η χαρά και η αγαλλίασης των μοναχών.
Ο μοναχός ποιο πανεπιστήμιο θα περάσει; Η χαρά μας είναι, κάθε χρόνο, κάθε μήνα να παίρνουμε κι ένα βαθμό. Και να λέμε, σήμερα κόψαμε αυτό το πάθος, την άλλη, κατά δύναμη Χριστέ μου κι εγώ αγωνίζομαι να κόψω αυτό το πάθος. Αυτό είναι το Πανεπιστήμιο μας, από αυτό θα παίρνουμε βαθμούς, παράσημα, από τον Χριστό μας. Πολλή προσοχή στο θέμα της σωτηρίας μας, αν θέλουμε να πάμε στο Χριστό. Να προσπαθούμε να μην βάζουμε θέλημα, πού τσακίζει την ψυχή του ανθρώπου....
Αν φαντασθεί κανείς τι ομορφιά έχουμε στο μοναστήρι! αλλά τα πάθη, τα ελαττώματα. Πώς κάνανε οι Άγιοι; σηκωνόντουσαν την νύχτα και πλένανε τα ρούχα των ασθενών, διακονούσαν τους φτωχούς, γιατί; πώς; Είχανε το Θείο ερωτά. Εμείς μέσα στο μοναστήρι μας πώς πρέπει να είμαστε; να πετάει η καρδιά μας, να μην γογγύζει να πάμε όλοι μαζί, για την αγάπη του Χριστού, να βοηθήσουμε, να μην ξεσυνερίζεται η μία την άλλη. Ο Θεός θα δει τα βήματα του καθενός, πρέπει να κοπιάζεις για να δεις το Χριστό θέλει βία, εκτός αν υπάρχει ασθένεια. Αλλά όταν μπορεί κανείς να προσφέρει και δεν το κάνει και φυλάει τον εαυτό του, όπως θα στρώσει έτσι θα κοιμηθεί. Πολλά εργάζεται, πολλά θ' απολαύσει.
Τότε πού εργαζόμουν έλεγα την προσευχή και δεν μιλούσα και είχα ωφέλεια και σωματική και ψυχική. Όταν κανείς αγωνίζεται δεν αφήνει ο Θεός γεμίζει το μπαούλο του «χρήματα», γεμίζει αρετές και αυτά θα τα φορτωθεί πηγαίνοντας στον ουρανό. Δεν το κάνει κανείς ούτε για την Γερόντισσα, ούτε για τον Γέροντα, αλλά για την Παναγία. Άμα σκεφθεί αυτό, όχι προθυμία, όχι ζήλος, θα θέλει το μοναστήρι να το γλύφει με τη γλώσσα του τόση χαρά! Να 'χουμε τάξη και σειρά στο μοναστήρι. Και για όλα αυτά πληρώνεται από την Παναγία και λαμβάνει χάρη στην ψυχή του μέσα. Και όταν κάνει το κάθε πράγμα με ταπείνωση «εγώ δεν κάνω τίποτε, αλλά ο Θεός μου δίνει δύναμη και το κάνω». Δεν τα βλέπουμε εδώ, θα τα δούμε στον ουρανό....


* * *


Διάφορα ωφέλιμα

Προσπαθώ με την προσευχή να σας βοηθήσω.
Έλεγα: Πώς γίνεται και να μην έρχεται η Θεία Χάρις στην ψυχή μας; ποια είναι τα εμπόδια, τι φταίει; Και βλέπω κατά σειρά δυο βράδια και ένα μεσημέρι τα εξής:
Το πρώτο βράδυ βλέπω και ανατέλλει ένας ήλιος πολύ λαμπερός και φωτεινός και μέσα μου έλεγε μια φωνή, ότι έτσι φωτίζεται από την Θεία Χάρη ο άνθρωπος όταν έχει πολλή βία και αυταπάρνηση, και ό,τι θλίψη είχα, μου την πήρε αυτό πού είδα....
Το άλλο βράδυ είδα πολλά τοιχώματα και μόλις έμπαινε ανάμεσα λίγο φως, με την ανατολή του ηλίου, και περνούσε καμιά ακτίνα. Και μια φωνή μου έλεγε ότι είναι στον άνθρωπο πού δεν κάνει τα έργα του Θεού όπως πρέπει. Και πάλι το άλλο μεσημέρι έβλεπα μικρά-μεγάλα τοιχώματα και κοίταζα σε ποιο μέρος θα μπει λίγος ήλιος. Και έλεγα: Τι Μεγάλος Θεός είναι! Παρ' όλο ότι αμαρτάνουμε, ότι έχουμε τοιχώματα, έστω και λίγο φως έρχεται και κοιτάζει να μας ζεστάνει, να μας ζωογονήσει, να έχουμε πότε-πότε μια παρηγοριά. Και έφυγε η λύπη, και σαν να μου έλεγε μη στεναχωριέσαι, θα βγει εκείνος ο ήλιος και θα διαλύσει όλα τα τοιχώματα.
Γι' αυτό ας προσέξουμε, ας βοηθήσουμε τον εαυτό μας με την προσευχή και να ζητήσουμε το φως της Θεότητος να έρθει να λάμψη μέσα μας. Ν' αφήσουμε τις συζητήσεις και να κυνηγήσουμε τον Θεό για να μας ανοίξει τον Παράδεισο.
Πρέπει όμως και εμείς ολοψύχως να τον αγαπήσουμε εξ όλης της ψυχής και εξ όλης καρδίας και εξ όλης ισχύος μας... Σας τα λέω αυτά από πολύ πόνο γιατί είναι μεγάλο το θέμα της σωτηρίας μας και να μην το παίρνουμε αψήφιστα και ρηχά. Λίγο φόβο Θεού, λίγη αυταπάρνηση, το όνομα του Θεού να κυνηγάμε και τότε θα δείτε ο Θεός τι θα μας χαρίσει.
* Ο Θεός μας χαρίζει ένα αμπέλι πού έχει πέτρες, αγριάδες και σου λέει αυτό στο χαρίζω, όπως θέλεις φτιάξτο. Και παίρνεις και σκάβεις και πετάς τις πέτρες και τις αγριάδες. Μετά το οργώνεις, το φυτεύεις, το λιπαίνεις, το καλλιεργείς κ.λπ.
* Πάντα να έχουμε αμφιβολία και στο αυτί και στο στόμα, γιατί καμιά φορά λέμε μια λέξη πάνω στο θυμό μας και δεν την θυμόμαστε και τα παίρνουμε όλα στην πλάτη, τα ανευλόγητα κ.λπ. κι υστέρα γονατίζουμε και πάσχει η ψυχή μας, πάσχει το σώμα μας, η διάνοια μας. Κυρίως το στόμα μας να προσέξουμε, για να ‘ρθει η χάρις του Θεού στην ψυχή μας, για να μην υστερούμεθα τα μεγαλεία του Θεού.


Ο Θεός θέλει προσευχή - προσοχή και ταπείνωση.


Τόπε ή γερόντισσα; Να 'ναι ευλογημένο. Όταν δεν δίνετε σημασία, παθαίνετε ζημιές. Βουλοκέρι στο στόμα για να μπορέσουμε να λέμε την «ευχή» μέσα μας, γιατί τότε ούτε θα θυμώνουμε, ούτε θα κατακρίνουμε. Γι' αυτό Προσοχή - Προσοχή - Προσοχή! Ό Θεός τότε θα μας ελεήσει, θα μας ενισχύσει, θα μας βοηθήσει πολύ. Άμα προσέξουμε θα μας στεφανώσει ο Χριστός.
Πώς λέμε, τι προσεκτικός άνθρωπος!
Λίγα λογάκια λέει, δεν προτρέχει. Να προσέχουμε την αργολογία. Να δαγκώνουμε λίγο τη γλώσσα μας για να λέμε και καμιά ευχή. Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε και λίγο τη νύχτα, να θυμηθούμε και τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη....
Γι' αυτό να ζητάμε σύνεση, επίγνωση των πραγμάτων που θα πούμε, τι δεν θα πούμε.
Αν είχαμε καρκινώματα και πονούσαμε δεν θα κλαίγαμε; δεν θα παρακαλούσαμε τον Θεό να μας θεραπεύσει;
Έτσι και σε μας για την ψυχή μας είναι η αντιλογία, η παρρησία και η κατάκριση. Να μην ανοίγουμε τάρτες και παράθυρα και τους χαϊδεύουμε τους λογισμούς μας και δίνουμε και πολυθρόνα. Ύστερα πώς θα απαλλαγούμε από αυτούς;
Θέλει να πολεμούμε τους λογισμούς μας. Ό,τι ακάθαρτος λογισμός, πέταμα.
Να είμαστε συνεπείς στην εκκλησία, στο διακόνημά μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Προσέξτε την παρρησία, την μεγαλοφωνία, την αργολογία και την κατάκριση.
Να μη κάνετε στέκια. Όσο ανοχή κάνει ο προεστώς, μετά επεμβαίνει ο Θεός στον καθένα μας και να προσευχώμεθα για τον γέροντα" Να λέμε:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, βοήθησε τον δούλο σον» και «Υπεραγία Θεοτόκε, ενίσχυσαν τον δούλον σου».


* * *


* ...Απ' τη μια να φωνάζει, να λυπεί τον αδελφό, να κατακρίνει και απ' την άλλη να κοινωνάει είναι φοβερό. Περνάμε και βλέπουμε ένα σκουπιδάκι και το καταφρονούμε. Να συλλάβουμε στη διάνοια μας ότι εδώ πού πατάμε βαδίζει η Παναγία. Το σπίτι της Παναγίας να το ‘χουμε να λάμπει. Ο μοναχός πρέπει να είναι πολυόμματος. Αν δεν κάνουμε ότι θέλει ο Θεός κατακρινόμαστε. Αν εξετάσουμε τον εαυτό μας θα δούμε ένα κόσμο καταφρονήσεως, αργολογίας, κατακρίσεως. Πώς ζητούμε να ‘ρθει η Θεία λαμπρότης, η γλυκύτης, το πυρ της Θεότητος; Πρέπει να τα ζούμε, να τα γευόμαστε εδώ πού είμαστε. Η προσευχή πρέπει να γίνεται με φόβο Θεού. Στην εκκλησία να μην πηγαινοερχόμαστε. Δεν υπάρχει πραγματική αγάπη για το Θεό. Χάνουμε τον χρόνο μας με τις κουβέντες, γι' αυτό αισθανόμαστε άδειες και ανικανοποίητες, γιατί δεν έχουμε προσευχή. Ο φόβος του Θεού φέρνει εγκράτεια, αγάπη προς τον πλησίον. Δεν έχουμε τίποτε μέσα μας γι' αυτό πρέπει να κλάψουμε, γιατί λέμε ότι είμαστε αφιερωμένες, και αυτό είναι ψέμα. Θα μείνουν μόνο τα καλά έργα. Να κάνουμε προετοιμασία της Θ. Μεταλήψεως. Εάν καταλαβαίνετε κάτι σας βαραίνει δεν πρέπει να πλησιάζετε. Αφού ο άλλος λυπήθηκε μαζί σου πώς εσύ κοινωνάς; Γιατί να μην πάμε να φτερουγίσουμε στο θρόνο του Θεού; και να προτιμάμε τις συζητήσεις;
* Όποια κάνει οικονομία, προσέχει στο φαγητό της δεν θα στερηθεί. Να γίνεται οικονομία για να μας σκεπάσει ο Θεός. Φοβάμαι πολύ την πείνα. Όποιος δεν την έζησε... Είπα, στη ζωή μου δεν θα πετάξω ούτε μια μπουκίτσα. Έβλεπα τις πέτρες κι έλεγα «Χριστέ μου κάνε τις ψωμάκι να φάω, να στηριχθώ στα πόδια μου». Θα 'ρθει εποχή που δεν θα υπάρχουν ούτε ρούχα, ούτε παπούτσια. Εμείς πρέπει να παρακαλούμε την Παναγία να μας σκεπάζει από τις παγίδες του διαβόλου και τους κακούς ανθρώπους.
Να μην αργολογούμε, καιρός μετανοίας. Ολα τα λεπτά θα μας τα ζητήσει ο Θεός και τις μέρες μας που φεύγουν.
Και τα παπούτσια μας και τις κάλτσες μας όλα να τα οικονομούμε. Θα με θυμηθείτε μια μέρα. Πρέπει να τα προσέξουμε όλα για να φωτίσει ανθρώπους να μας φέρνουν....


* * *


Με την μεμψιμοιρία μας και τα χαζά μας τα χάνουμε όλα και ζημιωνόμαστε το Θείο Μεγαλείο.
Αν σκεφτόμασταν τι χάνουμε, τι μας κάνει ο διάβολος, θα κλαίγαμε μέρα-νύχτα.
Επειδή λοιπόν κάθε μέρα μας ρίχνει στην μεμψιμοιρία, θα σας πω κάτι, αν και ήθελα να το νοιώθω μόνη μου και να το βλέπω. Αυτό είναι πολύ σοβαρό και να το τυπώσετε. Ο Θεός δεν το δίνει στον τυχόντα, αλλά στον προεστώτα για να βάλει σωστή γραμμή. Και τα παρουσιάζει αυτά ο Θεός για να μη κολασθούμε, γιατί ξεφύγαμε πάρα πολύ... Αυτά τα δείχνει ο Θεός επειδή είναι τέτοια η θέση μου για να μπορέσω να σας κυβερνήσω.
Μ' αυτήν την μεμψιμοιρία, τα γέλια, τις χειρονομίες, ξεφύγαμε πολύ και χάνουμε τις ώρες μας και τυλίγεται το βιβλίο και βλέπεις στα πρόσωπα μας μια δαιμονική μορφή.
Αυτό πού θα σας πω είναι πράγμα αισθητό - πνευματικό. Το βλέπω με την ψυχή μου.
Αυτό είναι πράγμα πνευματικό πού δεν μπορείτε να το νοιώσετε.
Βλέπω ένα βόδι απ' τα μεγαλύτερα πού υπάρχουν στον κόσμο, ένα βόδι με κάτι μάτια γουρλωμένα και φλογισμένα κι έχει μια φουστανέλα με γαζί κι αυτή η φουστανέλα του είναι όλο βελόνια και βλέπεις την μια την τραυματίζει στο κεφάλι και πέφτει κάτω -έτσι τα βλέπω, τα λέω για να διορθωθούμε για την αγάπη του Χριστού την άλλη την τραυματίζει στα πόδια της, δεν μπορώ να κάνω εκείνο, το άλλο, είναι του διαβόλου αμέλεια.
Να μην κάνουμε προσευχή, να μη σηκωθούμε να πάμε το πρωί στην εκκλησία, να μην πάμε στην ώρα μας στην ακολουθία, να χάνουμε τα πνευματικά μας, για να γίνει το κέφι του διαβόλου....

Ευχές της γερόντισσας στην τράπεζα πριν από την αγρυπνία των Χριστουγέννων

«Απόψε εύχομαι να Τον δούμε τον Χριστό μέσα μας, να γεννιέται και να γίνει οδηγός μας μέχρις εσχάτης μας αναπνοής. Καλή αγρυπνία, δύναμη να μας δώσει η χάρις του Θεού.
Άγγελοι και αρχάγγελοι και εξουσίαι θα χοροστατούν απόψε. Νοερώς να είμαστε γονατισμένες στη Βηθλεέμ, στη Φάτνη, στον αστέρα, εκεί οπού με δόξα θα γίνεται αγρυπνία ολονύχτια. Να Τον αγκαλιάσουμε, να Τον χαϊδέψουμε τον Χριστό μας όπως η Παναγία. Να σκιρτήσει σαν βρέφος στις ψυχές μας. Να Του δείξουμε την αγάπη μας και να γίνει ψυχική και σωματική αναγέννηση -Χρόνια πολλά, σας εύχομαι, ευλογημένα παρά Κυρίου -Αμήν Γένοιτο».


* * *


Σε επιστολή του ο κ. Μ.Κ., προϊστάμενος Π. Εκπαιδεύσεως από την Αθήνα, πού έγραψε 12 ήμερες μετά την εκδημία της μακαριστής Γερόντισσας Μακρίνας Μοναχής, 16-6-95, μεταξύ των άλλων μας ανέφερε και τα εξής αξιοπρόσεκτα:
Η μακαριστή Γερόντισσα Μακρινά ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα. Μορφή οσιακή. Δεμένη με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ήταν πνευματική μάνα, και είχε το χάρισμα να σε ξεκουράζει... Η Γερόντισσα Μακρινά διακρινόταν από την χάρη που την διακατείχε....
Τα νεανικά της χρόνια τα πέρασε στο Βόλο. Ο Άγιος Θεός την δοκίμασε ως χρυσόν στο χωνευτήρι. Πείνασε και δίψασε. Πολλές φορές παρακαλούσε τις πέτρες να γίνουν ψωμάκια. Αργότερα λυπόταν όταν έβλεπε τεμάχια άρτου στους δρόμους πεταμένα... Η καρδιά της ήταν δοσμένη στον Κύριο. Αγάπησε τον Νυμφίον της Εκκλησίας και έγινε αξία νύμφη Του.
Συνεδέετο με τον Μακαριστόν Γέροντα π. Ιωσήφ τον Ησυχαστήν και είχε πνευματικόν Γέροντα τον π. Έφραίμ της Ί. Μονής Φιλόθεου Αγ. Όρους.
Πολύ νωρίς έλαβε γνώση της ευχής του Ιησού Χρίστου και το ιερό κομποσχοίνι ήταν πάντα στα χέρια της. Μάλιστα συνεχώς μοίραζε και στους λαϊκούς, για να προσεύχονται με την ευχή.
Στο Ιερό Κοινόβιο της Μονής είχε χωρίσει σε ομάδες τις αδελφές και ηή ευχή λεγόταν συνέχεια.
Ο Κανόνας της Μονής ήταν η ευχή και η καθημερινή Θεία Λειτουργία....
Συνήθιζε η Γερόντισσα Μακρινά να κάνει πνευματικές περιοδείες για δική της ψυχική ωφέλεια και για πνευματικούς λόγους....
Η αείμνηστος Γερόντισσα έζησε πολλές καταστάσεις Χάριτος, τόσο στο χαριτωμένο κελλάκι της, όσο και στην εκκλησία....
Στο πρόσωπο της είδα να βιώνεται η θεωρία του Χριστιανισμού πλήρως. Όχι μόνο λόγια, αλλά και έργα. Η ζωή της υπήρξε: Προσευχή, διδασκαλία και αγάπη στην πράξη. Ήταν ο καλός Σαμαρείτης.

Η Γερόντισσα Μακρινά στο Λονδίνο

Προ ετών η Γερόντισσα είχε ένα θέμα υγείας και μετά από προσευχή και κατόπιν υπακοής πήγε στο Λονδίνο. Έκανε μια μικρή επέμβαση στο έντερο. Συνοδεύετο από μερικά πνευματικά παιδιά της. Το πρώτο βράδυ ήταν δύσκολο. Σύμφωνα με το τυπικό του Νοσοκομείου στην Γερόντισσα δεν επέτρεψαν να μείνει κάποιος το βράδυ κοντά της. Όταν όλοι έφυγαν η Ηγουμένη της Ιεράς της Παναγίας Οδηγητρίας έμεινε μόνη. Μόνη με αρκετή δυσκολία το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση. Ξαφνικά χτυπά η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο γιατροί μαύροι. Της συμπεριφέρονται ευγενικά και συμπαρίστανται στην αγωνία της Ο ένας την κρατά αγκαλιά και ο άλλος με το πτυελοδοχείο και γάζες βοηθούν να περάσει το σημείον της δυσκολίας. Το πρωί φεύγουν οι ιατροί. Μάρτυρες του γεγονότος οι γάζες σε μια γωνιά του δωματίου ευρισκόμενες. Όταν έρχονται τα παιδιά της η Μητέρα είναι πολύ καλά. Όταν ζητούν από την προϊσταμένη τα ονόματα των ιατρών, πληροφορούνται ότι μαύροι ιατροί δεν υπάρχουν στο Νοσοκομείο. Η Γερόντισσα προσεύχεται δια την λύσιν του προβλήματος και παίρνει την πληροφορία, ότι οι μαύροι ιατροί ήταν το ζεύγος των Αγίων Αναργύρων από την Αιθιοπία.
Το ίδιο βράδυ γινόταν πολύ προσευχή και στο Άγιον Όρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνούσε πολλές η Γερόντισσα, δια τούτο ευρίσκετο πάντοτε εις κατάσταση Χάριτος και προσφοράς Αγάπης.

Διδαχές της Γερόντισσας

* Ο άνθρωπος από την φύση του είναι παρήκουος. Γι' αυτό πρέπει να κάνουμε άσκηση να γίνουμε υπάκουοι. Σ' αυτό βοηθά η Χάρη του Θεού, η ευχή του Γέροντος και ο προσωπικός αγώνας.
Να φροντίσουμε, έλεγε, να νικήσουμε τα πάθη μας. Τακτική εξομολόγηση και εξαγόρευση των λογισμών. Πίσω από κάθε μας ενέργεια να ευρίσκεται ο Χριστός, Αυτό γίνεται όταν παίρνουμε ευλογία. Κοπή θελήματος είναι ό,τι πιο ευλογημένο υπάρχει δια τον Πνευματικόν άνθρωπον.
Αγάπη. Η προσφορά της Γερόντισσας ήταν μεγάλη σ' όλους τους τομείς. Αγάπη που έφθανε σε όρια θυσίας. Όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Είχε την Αγάπη του Ευαγγελίου. Είχε τα πάντα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ 09-12-2003
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου