Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Η Αγία Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς Βόλου (1921-1995)



ΠΗΓΗ.vatopaidi.wordpress.com


“Οπως αναφέραμε, (διηγείται ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης), ό (πρώτος) πνευματικός μου στον κόσμο, ό πατήρ Έφραίμ (τού Βόλου), είχε αποκτήσει μεγάλο ποίμνιο στον Βόλο κι’ έκανε ένα πολύ όμορφο πνευματικό έργο. Αλλά το 1952 τον συκοφάντησαν καί αναγκάσθηκε νά φύγει αφήνοντας τά πνευματικοπαίδια του ορφανά…
Μεταξύ αυτών ήσαν καί 5-6 πνευματικές κοπέλες, πού ζούσαν μαζί, σαν άτυπο κοινόβιο, με πόθο να αφιερωθούν στον Χριστό μας.Μία άπ’ αυτές τις κοπέλες ήταν ή Μαρία, ή μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριας, που έκοιμήθη έν όσιότητι, τήν Κυριακή 4 Ιουνίου 1995.
Ή Μαρία γεννήθηκε το 1921, άπό ευσεβείς γονείς στό Βιλαέτι της Σμύρνης. Μέ τήν Μικρασιατική καταστροφή ή οικογένεια της αναγκάσθηκε να άφήσει τήν πατρική Ιωνική γη καί να μεταφυτευθή στον Βόλο. Ένώ όμως ήταν μόλις 10 ετών, συνέβη καί μία άλλη οικογενειακή συμφορά: κοιμήθηκαν καί οι δύο γονείς της κι’ έτσι ή μικρή Μαρία, μαζί μέ το μικρότερο αδερφάκι της, τον Γιωργάκη, έμειναν παντελώς έρημα καί εγκαταλελειμμένα στους πέντε δρόμους.
Όμως ή μικρή Μαρία δεν ήταν άπό τους ανθρώπους πού άπελπίζοντο εύκολα. “Επιασε δουλειά, πρώτα σέ μία μικρή βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, όπου μέ τά μικρά της χεράκια έσπαζε καρύδια γιά λίγο ψωμί. Κατόπιν εργάσθηκε σ’ ένα καπνεργοστάσιο. Έτσι, μέ πολλές στερήσεις, το πεντάρφανο κοριτσάκι κατάφερε νά μεγαλώσει το πολυαγαπημένο μικρό της αδελφάκι. Καί ένώ τά πράγματα άρχισαν κάπως νά στρώνουν, ξέσπασε ξαφνικά ό Β’ Παγκόσμιος πόλεμος καί μαζί του τά απαίσια χρόνια της Κατοχής.
Στις αρχές της Κατοχής οι γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στά ορφανά. Όταν όμως άρχισαν οί άνθρωποι νά πεθαίνουν κατά δεκάδες στους δρόμους άπό τήν πείνα, κανείς δέν κοίταζε πλέον τά δύο παιδιά. Γιά μέρες ολόκληρες έμεναν νηστικά καί κόντευαν νά πεθάνουν άπό ασιτία.
Τά αδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νά χωρίσουν, μέ τήν ελπίδα πώς έτσι ίσως τουλάχιστον επιζήσει τό ένα άπό τά δύο. Ό μικρός Γιωργάκης έφυγε στην Θεσσαλονίκη καί ή Μαρία παρέμεινε στον Βόλο παντελώς μόνη της καί βυθισμένη στην θλίψι γιά τον χωρισμό τους.
Καί τά χρόνια της Κατοχής, άλλα καί τά μεταπολεμικά χρόνια στάθηκαν γιά τήν Μαρία πολύ δύσκολα. Δούλευε σκληρά έδώ κι΄ έκεί γιά λίγο ψωμί, άλλα καί αυτό τό μοίραζε, γιατί είχε χρυσή καρδιά.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν: ή μεγάλη της ευσπλαχνία, ή συγχωρητικότητα, ή ελεημοσύνη, ή μεγάλη της υπομονή, ή εργατικότητα καί ή ολονύκτιος προσευχή.Σ’ ολη της τήν ζωή ή προσευχή στάθηκε, για τήν κατοπινή Γερόντισσα Μακρίνα, πυξίδα και βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα αρκετές φορές να γευθεί “χειροπιαστά” τήν θεϊκή άντίληψι. Τήν περίοδο αυτή ή νεαρή Μαρία γνωρίσθηκε μέ τήν όσιωτάτη μητέρα μου, γράφει ο πατήρ Εφραίμ Φιλοθεϊτης.
Οι δύο αυτές αγιασμένες ψυχές προσηύχοντο μαζί στην κουζίνα τού πατρικού μου σπιτιού, γονατιστές όλο το βράδυ, μέ πάμπολλα δάκρυα καί γονυκλισίες. Πολλά μέ δίδαξε το άγιο παράδειγμα τους! Αυτές οι αρετές της στάθηκαν ή αιτία νά μαζευτούν γύρω της μερικά ευλαβέστατα κορίτσια, άπό τά χρόνια τής Κατοχής καί νά ζητήσουν νά γίνουν νύμφες τού Χριστού μας. Οι κοπέλες ζούσαν ύπό τήν πνευματική καθοδήγηση τού πατρός Έφραίμ από τον Βόλο.
‘Όταν όμως έκείνος αναγκάσθηκε νά γυρίση στο Άγιον Όρος, οι κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικά ορφανές…
Πολλοί πνευματικοί ζήτησαν νά τΙς αναλάβουν, άλλα δέν άνεπαύοντο μέ κανέναν, διότι είχαν αποκτήσει το πνευματικό φρόνημα τού Γέροντος Ιωσήφ.
Γι’ αυτό καί έγραψαν στον Γέροντα μου τον Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη καί ζήτησαν νά τίς άναλάβει αυτός. Ήσαν λίγο διστακτικές, διότι είχαν ακούσει το πόσο αυστηρός ασκητής υπήρξε, άλλα δέν μπορούσαν πλέον νά συμβιβασθούν μέ κάτι λιγότερο.
Έγώ, ήδη ήμουν στο ΄Αγιον Όρος, κοντά στον Γέροντα. Ό Γέροντας έκανε προσευχή καί απάντησε:
«”Αν κάνετε υπακοή, θά σας αναλάβω. Έάν δέν κάνετε, θά σας αφήσω». Κι΄ έκείνες του απάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ό,τι θά μας πήτε, θά κάνουμε υπακοή…»
Μόλις ό Γέροντας πήρε τήν άπάντησή τους, έκανε πάλι προσευχή. Καί μετά τούς έγραψε νά κάνουν υπακοή στην Μαρία, τήν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τήν οποία ποτέ του δέν είχε δεί. Και τους εξήγησε το λόγο:
«Είδα σέ όραμα τήν Μαρία. Θά κάνετε υπακοή σ’ αυτήν, διότι έγώ απόψε τήν είδα σέ οπτασία τήν ώρα πού προσευχόμουν. Τήν είδα στην μέση καί γύρω-γύρω ήσαν πολλά προβατάκια. Κι’ έτσι κατάλαβα ότι αυτήν πρέπει νά τήν βάλω Γερόντισσα. Όποτε θά κάνετε ύπακοή και καμμιά σας να μην άντιλογήση».
Οι αγνές κοπέλες του είπαν: «Να ‘ναι ευλογημένο» καί πολύ χάρηκε ό Γέροντας μέ την υπακοή τους. Τις αγαπούσε πάρα πολύ, διότι μέ τους νοερούς του οφθαλμούς έβλεπε την αγάπη πού είχαν για τον Νυμφίο Χριστό. Γι’ αυτό καί συχνά τους έγραφε γράμματα προς στηριγμό τους μέ λόγια άπλα, αλλά πολύ δυνατά σάν καί τά ακόλουθα:
«Λοιπόν, άλλο μην κοιτάζετε, αλλά ομόνοια καί αγάπη, κάντε ύπακοήν, διά νά κερδίσετε την ταπείνωση, διότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε παράδειγμα εις ημάς καί μας δίδαξε την ταπείνωση, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπόν ύποτάσεσθε στην Μαρία, όπου προσπαθεί νά σας ώφελήσει καί έμείς έδώ όλοι προσευχόμεθα νά σας βοηθήση ό Κύριος καί νά σας άξιώση της αιωνίου ζωής. Σας εύχομαι έξ όλης ψυχής ο Ταπεινός Γεροντάκης Ιωσήφ»
Οι κοπέλες έγραφαν τίςεξομολογήσεις τους στον Γέροντα. Αυτός τους απαντούσε μέ πάρα πολλά γράμματα πού θησαύριζαν ώς ανεκτίμητο πλούτο. Τους είχε γράψει θεωρίες καί πολλές πνευματικές του καταστάσεις, άλλα δυστυχώς αναγκάσθηκαν νά τά κάψουν, διότι συνέβη ό ακόλουθος πειρασμός:
Ηταν ένας μοναχός, όχι τόσο καλά στά μυαλά του, καί ζούσε πολύ στο θέλημα του. Μόνο άσκηση ήξερε νά κάνη. “Ηθελε νά άναλάβη εκείνος τίς μοναχές, άλλ’ αυτές δέν τού είχαν εμπιστοσύνη. ΄Αλλωστε, είχαν ήδη γνωρίσει μεγάλη ωφέλεια άπό τον Γέροντα.Εκείνος, επειδή είχε πολύ φθόνο, τίς απειλούσε νά τίς συκοφαντήσει στις εφημερίδες, αν εύρισκε τις επιστολές τού Γέροντος.
Φοβήθηκε ή Μαρία, καί γιά νά μήν πέσουν αυτά τά γράμματα στά χέρια του, στά όποια φυσικά ήταν γραμμένοι όλοι οι λογισμοί τους, έκαψε όλα τά γράμματα έκτος άπό οκτώ γράμματα πού μιά αδελφή είχε κρυμμένα ξεχωριστά. Κι’ έτσι, δυστυχώς, χάθηκαν οι ανεκτίμητες εκείνες επιστολές τού Γέροντος. Πολλή ωφέλεια θά προέκυπτε, άν διασώζονταν καί δημοσιεύονταν μαζί μέ τίς άλλες στό ήδη εκδοθέν βιβλίο.
Ό Γέροντας στάθηκε για τίς αγνές αυτές ψυχές αλάνθαστος νηπτικός, διορατικός καί διακριτικός οδηγός. Μιά άπ’ αυτές τίς μοναχές διηγήθηκε τα εξής για τήν ζωή τους κοντά στον Γέροντα:
«Όλα μας τα προέλεγε. Ό,τι συνέβαινε στο μοναστήρι τα έγραφε στα γράμματα του δίχως να του το πούμε.”Οταν ήμουν στην αρχή τής καλογερικής, είχε αρρωστήσει ή αδελφή μου, που ήταν κι’ αυτή δόκιμη τότε.’ Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα καί λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Έμείς ήλθαμε έδω να σέ υπηρετήσουμε. Γιατί να άρρωστήσει καί να μήν μπορή να προσφέρη τήν βοήθεια της στο μοναστήρι; Καί πήγα καί κάθισα στην αυλή κάτω άπό μια ελιά καί έκλαιγα όλη νύκτα…
Μετά άπό λίγες μέρες, ήλθε ένα γράμμα γιά μένα άπό τον Γέροντα πού έγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ακούω τήν φωνούλα σου, καί δεν μπορώ, μου σπαράζει τήν ψυχή άπό τον πόνο καί με διακόπτει άπό τήν προσευχούλα. Μήν κλαις. Ή αδελφούλα σου θά γίνη καλά».
Καί το έγραψε δίχως κανείς νά τό ξέρη! Μου λένε οι αδελφές:
–Τί έκανες αδελφή; Τους λέω:
–Νά, πήγα καί έκλαιγα κάτω άπό τήν ελιά. Πώς όμως αυτός τό γνώριζε, άφου ήταν μακριά στο “Αγιον Όρος;
Παρομοίως, κάποτε είχε αρρωστήσει ή Γερόντισσα Μακρίνα κι’ έκανε αίμόπτυσι. Κι’ έμείς δέν είχαμε τηλέφωνο νά επικοινωνήσουμε μέ τόν Γέροντα καί νά του πούμε. ‘Αλλά καί στό γράμμα πού γράψαμε μετά, τού τό κρύψαμε, γιά νά μήν τόν στενοχωρήσουμε καί νά τόν διακόψουμε άπό τήν προσευχή του. Εκείνος όμως μας στέλνει ένα γράμμα καί μας γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δέν μου γράψατε ότι ή Γερόντισσα είναι άρρωστη καί πάσχει, γιά νά προσευχηθούμε; Κάνατε πολύ κακώς νά νομίζετε ότι θά μέ διακόψετε άπό τήν προσευχή. Διότι έμείς τήν είδαμε νοερώς τό βράδυ, πού προσευχόμασταν μέ τόν πατέρα Αρσένιο, ότι ή Γερόντισσα Μακρινά ήταν σοβαρά άρρωστη. Καί κάναμε πολλή προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νά με ενημερώνετε γιά ό,τι θα σας συμβαίνει στο μοναστήρι καί ιδίως με τήν Γερόντισσα. Νά μου τά γράφετε».
Αλλά καί ή Γερόντισσα Μακρίνα τους έβλεπε το βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι της και τους δυό, τον Γέροντα Ιωσήφ καί τον πατέρα Αρσένιο, οτι έκαναν κομποσχοίνι με σταυρό καί έλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τήν δούλην σου».
«Πολλές φορές μας το έκανε αυτό ό Γέροντας. Τήν ώρα πού προσηύχετο, έβλεπε τί κάναμε και πού βρισκόμασταν. Καί έμείς απορούσαμε πώς ό,τι σκεφτόμασταν, αυτός μας τά έγραφε μόνος του. Καί μετά γέμιζαν οι ψυχές μας άπό δέος καί φόβο!»
Αυτά έλεγε ή Γερόντισσα. Το μοναστήρι αυτό πρόκοψε πάρα πολύ. Άπό εκείνο το ευλογημένο κοινόβιο βγήκαν πολλοί ευκλεείς καρποί, ψυχές αγνές, αφιερωμένες στην αγάπη καί τήν λατρεία του επουρανίου Νυμφίου. Μετά τήν κοίμησι του Γέροντος Ιωσήφ, ό παπα-Έφραίμ ό Κατουνακιώτης, πολλές φορές τά βράδυα στην αγρυπνία του έβλεπε μέ τους νοερούς του οφθαλμούς, δύο στύλους πυρός πάνω από τον Βόλο, νά υψώνωνται άπό τήν γη στον ουρανό.
Επρόκειτο γιά τήν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα καί μία άπό τις χαριτωμένες μοναχές της. Καί έλεγε ό παπα-Έφραίμ χαρούμενος:
«Βρέ-βρέ! Γιά κοίτα! Έμείς στά βράχια τόσο κοπιάζουμε, γιά νά βρούμε λίγα ψίχουλα, καί αυτές στον κόσμο τόση Χάρι! Τι κάνουν αυτές εκεί πέρα!»
Τό μοναστήρι της Πορταριάς διακρίθηκε διά τήν πνευματικότητα του καί χιλιάδες πιστών, όχι μόνον άπό τήν περιοχήν, άλλα καί άπό όλην τήν Ελλάδα εύρήκαν καταφύγιο κοντά στην αλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καί ωφελήθηκαν πνευματικά.
Τό πρόσωπο της ακτινοβολούσε καλωσύνη, αγάπη, ειλικρίνεια καί πίστι. Ή ηρεμία της καί ό γλυκός της λόγος ήταν στήριγμα καί πηγή δυνάμεως γιά όσους ευτύχησαν νά τήν γνωρίσουν. Άπό αυτήν τήν χαριτωμένη αδελφότητα, στάλθηκαν μοναχές καί επάνδρωσαν τήν Μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Θάσο. Καί άπ’ αυτές τις Μονές στάλθηκαν κατόπιν μοναχές σαν προζύμι, στην Βόρειο Αμερική καί στον Καναδά, για νά φυτεύσουν κι’ έκεί το Όρθόδοξο μοναχικό ιδεώδες…
(Αποσπάσματα από το Βιβλίο τού Γέροντος Εφραίμ, «Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο ησυχαστής καί Σπηλαιώτης (1897-1959)»
Λόγοι της Γερόντισσας
Για να νικήσει κανείς τα πάθη του πρέπει να κοιτάζει μόνο τον εαυτό του όχι να βλέπει δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να προλαβαίνουμε τα πάθη και τα ελαττώματα που ξεφυτρώνουν στην ψυχή μας γιατί αν μεγαλώσουν δεν θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε εύκολα. Το κάθε πάθος που ξεφυτρώνει θέλει πολύ ταπείνωση για να προχωρήσουμε στο μεγαλείο της αγάπης του Θεού, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί κανείς να στερεωθεί. Εμάς μας έχει προορίσει ο Θεός για την Άνω Ιερουσαλήμ, για να απολαύσουμε τα αγαθά που ετοίμασε.
Μόνο εκείνος που ακουμπάει στο Θεό και τον αγαπάει έχει για λίγο την πνευματική ηδονή και μετά αρχίζουν πάλι οι θλίψεις. Όσοι όμως έχουν θεωρία και ο νους τους είναι στον ουρανό, θέλουν να πάνε στην πραγματική τους πατρίδα έχουν πνευματική ευφροσύνη και εμείς, πολύ ευτυχισμένες είμαστε και να ευχαριστούμε τον Θεό, που μας έφερε στη μάνδρα του.
Να φυλάμε τα μάτια μας, την ακοή μας και να προσευχόμαστε αδιαλείπτως για να έχουμε τη χάρη του Θεού, γιατί, όσο αγωνιζόμαστε, βάζουμε στην άκρη και δεν θα φοβηθούμε ότι κι αν έρθει.
Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται βλέπει το διάβολο από που έρχεται να τον χτυπήσει. Ενώ όταν είναι ξένοιαστος τρυπώνουν τα δαιμόνια μέσα του καθώς έχει αμέλεια και σκληρότητα και κάνουν σαματά και σκοτίζεται ο άνθρωπος και γίνεται σαν τον Διάβολο.
Τα κλειδιά από την πόρτα της ψυχής μας πρέπει να τα ‘χουμε στα χέρια. Να μην αμελούμε τα καθήκοντα μας. Να μην δίνουμε σημασία στις επιθυμίες μας (φαγητά, αναπαύσεις κλπ.).
Θέλω να επικρατήσει σιωπή, να λέτε την ευχή, να προσεύχεστε, να μου κάνετε ένα κομποσχοίνι με σταυρό και μια παράκληση, για να ‘ναι μια ενίσχυση για μένα αυτό.
Να μην αργολογείτε, συζητάτε, και μεμψιμοιρείτε.
Την ευχή να λέτε για να βρούμε τον Θεό.
Πρέπει να κυνηγήσουμε τον Θεό, να μην αφήνουμε λεπτό να πηγαίνει χαμένο.
Όσο το δυνατόν να πιάσετε τον Θεό, γιατί αυτές τις μέρες που περνούν θα τις αναζητούμε και δε θα τις βρίσκουμε. Με αγάπη και καλοσύνη να μιλάμε.
Είναι λυπηρό να στερούμαστε τη μακαριότητα, την γλυκύτητα του Θεού και την αγάπη Του ενώ βρισκόμαστε στο μοναστήρι. Να μην αμελούμε, να μην κάνουμε διακεκομμένη την προσευχή μας, για να την απολαμβάνουμε κι’ αυτή θα φέρει την ανάπαυση της ψυχής και την μακαριότητα.
Συνέχεια την ευχή. Να μην την αφήνουμε από την ψυχή μας. Να έχουμε προσοχή πώς να αρέσουμε στην Παναγία μας. Το βράδυ, που θα κάνουμε προσευχή, να σημειώνουμε τις αμαρτίες μας. Χρειάζεται πολλή υπομονή στη ζωή μας. Ο καθένας έχει τα ελαττώματα του, τα πάθη του και για κάθε ψυχή που πάσχει, που δεν ξέρει πώς να πολιτευθεί, να κάνουμε μια προσευχή για τη σωτηρία της και θα ‘ρθει η Θεία Μακροθυμία στην ψυχή μας.
Πιάστε την προσευχή να διορθώσετε τα πάθη και τα ελαττώματά σας.
Η προσευχή μας γαληνεύει. Να συγκεντρώσουμε τον λογισμό μας καλά – καλά και να σκεφτόμαστε το Θεό. Όλα τα άλλα είναι σκουπίδια, να τα πετάμε. Σημασία να μη δίνουμε στις παγίδες του διαβόλου. Τον εαυτό μας να βλέπουμε, που λυπήσαμε τον Θεό, Τον ευαρεστήσαμε. Τότε θα πάμε μπροστά.
Αλλιώς ξεφεύγουμε. Ταπείνωση όσο το δυνατόν.
Τελευταίος άνθρωπος να γίνουμε. Αυτός θα πάει μπροστά.
Να αποφεύγουμε τα λόγια, τις μεμψιμοιρίες. Δεν ταπεινωθήκαμε, δεν θα σωθούμε.
Πρέπει να έχουμε μια δυναμικότητα στον εαυτό μας να στεκόμαστε καλά απέναντι στο Θεό.
Τον νου μας να τον έχουμε βιβλίο ανοιγμένο και να κάνουμε μελέτη την κόλαση και τον Παράδεισο. Άμα σκεφτούμε την αιώνια κόλαση, συγκλονίζεται το εσωτερικό μας όλο. Για σκέψου το πυρ το αιώνιον; Τον σκώληκα τον ακοίμητο; τον βρυγμό των οδόντων;
Αν σκεφθεί κανείς την κόλαση, δεν μπορεί να συγκράτησει τα δάκρυά του.
Όταν ο άνθρωπος έχει στη μνήμη του την κόλαση, τα πάθη του ελαττώνονται, η ψυχή γίνεται μαλακιά σαν το βαμβάκι, τρυφερή. Πονάει, συμπαθεί, ευσπλαχνίζεται.
Όλα μπορεί να τα σηκώσει κανείς, αλλά από την ευσπλαχνία του Θεού καίγεται, διαλύεται, «φθάνει Θεέ μου, λέει, δεν μπορώ άλλο, ελάττωσέ την». Αν ο άνθρωπος, τότε που έρχεται μέσα του η αγάπη του Θεού, πονάει όλο τον κόσμο με τις αμαρτίες του, τα πάθη του, και δε μπορεί να το αντέξει αυτό, για σκέψου την ευσπλαχνία του Θεού. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Για σκέψου, να πορνεύει, να σκοτώνει και εσύ να τον αγαπάς. Αν ξέραμε τι χάνουμε κάθε δευτερόλεπτο δεν θα κοιτάζαμε δεξιά κι αριστερά. Θα κοιτάζαμε όλο το είναι μας να το αφιερώσουμε στο Θεό.
Άμα θα σιωπήσετε κι έχετε τον νου σας στην αδιάλειπτη προσευχή, μια βδομάδα, θα δείτε τη διαφορά τη μεγάλη μέσα στην ψυχή σας. Αλλά κοιτάζουμε τον Α και τον Β και δεν μπορούμε να προοδεύσουμε.
Τότε θα ζητάμε μοναξιά, ησυχία, τόσο πολύ θα νοιώσει η ψυχή μας το μεγαλείο του Θεού. Και μπορούμε μέσα στην κιβωτό να τα απολαύσουμε όλα αυτά.
Όταν βιαστεί κανείς, αισθάνεται τη Θεία Μακαριότητα και θα είναι ήσυχος, ανεύθυνος, χωρίς προβλήματα και το πνεύμα του θα είναι στον ουρανό και θα γεύεται τα μεγαλεία του Θεού.
Το κελί έχει πάρα πολλή χάρη. Είναι μία παλαίστρα που παλεύει κανείς και δίνεται στο Θεό.
Όταν υπάρχει πνευματική ένωση με τους προεστώτας ο υποτακτικός αισθάνεται στην ψυχή του το Θεό χωρίς να κηλιδωθεί ο λογισμός του. Αισθάνεται πώς είναι το ρεύμα, ή πρίζα.
Όταν υπάρχει πνευματική προεργασία στο Χριστό και στους προεστώτας αισθάνεται μεγάλη χαρά, αγαλλίαση παρακαλεί πότε να πεθάνει και λέει ας φύγω.
Θέλει προσοχή στο λογισμό να μην έρθει μώμος ή για τον Γέροντα ή για την Γερόντισσα. Όταν αυτό φυλάξουμε, θαύματα θα δούμε.
Όποιος αγωνίζεται να απολαύσει την αρετή αυτός θα αισθανθεί τα μελίρρυτα άνθη, την γλυκύτητα, το μέλι της χάριτος θα λάβει, όταν προσπαθεί να ενωθεί με τον Θεό, να γίνει ένα.
Να γίνει θέωση μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, να γίνει Θεός κατά χάριν.
Να μην ζούμε κατώτερα, ρηχά, να μη ζούμε τόσο επιπόλαια, να έχουμε σύνεση στην εργασία.
Μας λέει ο λογισμός να κοιμηθούμε πιο πολύ όχι, να λέμε, δεν θα κοιμηθούμε πιο πολύ. Όποτε μας ξυπνάει ο φύλακας άγγελος της ψυχής, προσευχή να κάνουμε εκείνη την ώρα να μην αφήνουμε τον εαυτό μας. Η προσευχή θεραπεύει τα πάθη και τα ελαττώματα. Όταν θα πέσει ο ήλιος μέσα σε μια λάσπη και την αποξηραίνει, την κάνει κόκκαλο και ότι έντομο έχει το αποδιώκει, το φυγαδεύει, το ψοφάει.
Σαν βολίδα έρχεται η χάρις του Θεού.
Εμάς μας πολεμάει πιο πολύ η μεμψιμοιρία και πολλές φορές, πιστέψατε με, βλέπω κοπάδι δαιμόνων και βλέπεις, λοιπόν, άλλος σκουντάει τη μία, άλλος τσιγκλάει την άλλη και γίνεται ένα πράγμα τρομερό. Άλλα αν είναι οπλισμένο το μοναστήρι με προσευχή δεν θα μπορούν να κάνουν κακό, θα στέκονται από μακριά και θα βλέπουν.
Αλλά βρίσκει χώρα και τριγυρνάει και την μια την πιάνει από το πόδι, την άλλη από το λαιμό, την άλλη από τη φωνή, την άλλη από την κραυγή και χαλάει ο κόσμος• εκείνη την ώρα πιστέψετε με βλέπω τους δαίμονες πώς περνάνε εν ριπή οφθαλμού, όπως πετούν τα αεροπλάνα.
Λοιπόν, πολλή προσοχή και προσευχή.


συνέχεια από 1ο μέρος
Όταν ο άνθρωπος έχει προσοχή και προσευχή, η χάρις του Θεού τον επισκιάζει. Εάν το ψηλαφήσουμε στη διάνοια μας, ότι ο θάνατος μας είναι και η κρίσης του Θεού, δηλαδή που θα πάμε και που θα σταθούμε, δηλαδή ή στην κόλαση ή στον παράδεισο, θα είμαστε προσεκτικές.
Να μην αντιλογούμε το θέμα της αντιλογίας είναι το πιο φοβερό πράγμα «όχι δεν θα πάω, εκείνη γιατί δεν πάει, γιατί δεν την λες»…. Μέσα στον κόπο θα βρείτε το Χριστό σας το λέω από μεγάλη πείρα, επειδή το ‘νιωσα αυτό το πράγμα, καίτοι ανάξια είμαι και αμαρτωλή, αλλά επειδή μέσα στον κόπο είδα τον Θεό, γι’ αυτό ο κόπος είναι ένα πολύ μεγάλο πράγμα.
Να αγαπούμε πολύ την Παναγία. Να της τραβάτε κομποσχοίνι, να κάνετε κάθε μέρα παράκληση και θα μας πάει όλες στον Παράδεισο. Την είδα σαν μικρό κοριτσάκι 15 χρονών (όπως είναι στην εικόνα στην Γοργοϋπήκοο στο κελί της) την ώρα του Χερουβικού, που ήμουν γονατισμένη.
Στεκόταν όρθια μπροστά στην ωραία Πύλη και κρατούσε πάνω στην κοιλίτσα Της τον Χριστούλη. Δεν θα ξεχάσω τα ματάκια Της εκείνα τα γλυκά, πώς με κοιτούσαν μέχρι μέσα στην καρδιά μου έμπαινε εκείνο το Βλέμμα Της. Ήταν γαλάζια και η Παναγία είχε δύο ξανθές κοτσίδες, αλλά όλη μου η προσοχή είχε συγκεντρωθεί στα μάτια Της.
Και την παρακαλούσα και έλεγα «Παναγία μου τι θα γίνουμε, τι θα γίνει αυτό το μοναστήρι, τίποτε δεν κάνουμε, πώς θα σωθούμε;» Και η Παναγία χαμογέλασε, η διάθεση μου άλλαξε από εκείνη την μέρα μια γαλήνη ήρθε μέσα μου από το βλέμμα της Παναγίας.
Η μονή μας να ξέρετε ότι είναι αγιασμένη.
Το κάθε βήμα που κάνουμε μας το γράφει ο Χριστός. O π. Ιγνάτιος που είναι στα Ιεροσόλυμα έλεγε: πολύ αγιασμένο το μοναστήρι σας, άγια τα χώματα εκεί. Αυτό βέβαια το έχω διαπιστώσει πολλές φορές παρουσιάζεται η χάρις της Παναγίας μας εδώ πέρα και πολλοί άνθρωποι την βλέπουν. Είναι η προστασία της Παναγίας, που μας προστατεύει.
Γι’ αυτό, όταν θα έρθει η χάρις του Θεού στην ψυχή σας, θα λέτε: «Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, εγώ δεν σου προσέφερα τίποτε, άσε που θα μας τα δώσει στον ουρανό. Θα τα δούμε σωρούδια εδώ, σωρουδάκια παραπέρα, ότι, κι ένα κρεμμύδι να ‘χει δώσει κανείς και μια πατάτα και μια κλωστή, όλα, όλα θα τα δει στον ουρανό.
Και το κάθε βηματάκι πού\υ θα κάνει κανείς η χάρις του Θεού τον πλουτίζει.
Το μοναστήρι δεν είναι δικό μας. Μας φιλοξενεί η Παναγία και σύμφωνα με την φιλοξενία που μας κάνει πρέπει να πολιτευόμαστε.
Κυριακή της Σαμαρείτιδος ’85.
Όταν θα ‘χουμε γρήγορον νουν, που λέει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν» να παίρνει γρήγορα ο νους, να μην αμελεί, να τρέχει στον Θεό να έχει πολλή αγάπη, να έχει λατρεία στο Θεό πολλή. Γιατί ο Χριστός θέλει να Τον αγαπούμε πάρα πολύ, να τον λατρεύουμε ολοκληρωμένα, ούτε στα παιδιά μας, ούτε στην οικογένεια μας να ‘ναι ο νους μας, ούτε σε διάφορα που μας ενοχλούν κ.λ.π. Θέλει δηλ. να έχουμε την μέριμνα όλη στο Θεό, πώς θα Τον λατρέψουμε, πώς θα τον ευεργετήσουμε, πώς να κάνουμε τάς εντολάς Του, να είμαστε ειλικρινείς, να μην είμαστε χλιαροί, να έχουμε δυνατότητα ν’ αγαπούμε τον Θεό.
Η Σαμαρείτης είχε προαίρεση καλή γι’ αυτό την αξίωσε ό Θεός να δει τον Χριστό, είχε προαίρεση, αλλά δεν έβρισκε φως, δεν έβρισκε άνθρωπο να τη φωτίσει. Τα χαρίσματα αυτά τα είχε μέσα στην ψυχή της και μετά, αφού είχε την προαίρεση την καλή, βρήκε τον Χριστό, την περίμενε εκεί πέρα και ζήτησε το ύδωρ το ζών κ.λ.π. Η προσευχή μας να μην είναι χλιαρή, να μην είναι αδρανής. Αυτό πού θέλει ο Θεός, αυτό να κάνουμε. Τώρα ήρθε η ώρα π.χ. να κάνουμε την προσευχή μας, θα κάνουμε την προσευχή μας. Τώρα ήρθε ή ώρα να ησυχάσουμε, θα ησυχάσουμε. Ήρθε η ώρα να κάνουμε το θέλημα του Θεού, την εργασία, θα κάνουμε την εργασία γιατί η εργασία είναι συνδεδεμένη με την προσευχή, και μετά η χαρά, πώς βλέπουμε το φως, έτσι έρχεται μέσα στην ψυχή μας ένα φως ουράνιο. Κι έρχεται η νήψις. Βλέπει τον εαυτό του κανείς και δεν κοιτάει δεξιά, αριστερά, ποιος φταίει, ποιος δεν φταίει, τι κάνει τι δεν κάνει, τίποτα, τίποτα, μόνο τον εαυτό του, πώς δηλαδή θα ευχαριστήσει το Θεό, τι λόγια θα Του πει.
Θέλει να Του μιλάμε ο Χριστός μας, όχι να λέμε ένα ξερό «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» θέλει να Του λέμε λόγια να μας σώσει. Ήταν μία κοπέλα, μου τηλεφώνησε προχθές και μου λέει ότι πέρσι ήταν κατάκοιτη. Ούτε από δω γυρνούσε ούτε από κει, είχε πάθει εγκεφαλικό. Αλλά την ευχούλα δεν την άφηνε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» και «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθει μοι», στο κεφάλι δεν είχε πάθει τίποτε. Και λοιπόν μετά παρουσιάστηκε η Παναγία τόσο λαμπρή, τόσο όμορφη, τόσο ωραία, πού ήταν ένα ανάστημα που δεν μπορεί να το φανταστεί κανείς και πίσω της ήταν τάγμα αγγέλων. Είχε μία σκέπη και σκέπαζε όλο τον κόσμο και της λέει:
-Τι θέλεις να σου κάνω;
Λέει:
-Θέλω να γυρίσω από το ένα πλευρό και από το άλλο γιατί είμαι παράλυτη. Η πλάτη μου κουράστηκε και να σωθώ, τη σωτηρία μου θέλω.
-Αυτά θα σ’ τα δώσω, αλλά όμως αυτό που θα σου πω να κάνεις να με φωνάζεις, γιατί εγώ θέλω να με φωνάζετε.
Λοιπόν, της Παναγία μας να της λέμε λογάκια, να της λέμε το ένα, το άλλο. Θέλω να φωνάζεις της λέει. Αυτά θα σ’ τα κάνω. Πλημμύρισε το δωμάτιο όλο άρωμα και τέτοιο φως μέσα στο σπίτι της, πού έλαμπε το προσωπάκι της, τόσο πολύ χάρη είχε και κατόπιν άρχισε και σηκωνότανε από το ένα πλευρό, από το άλλο και γύριζε από το ένα μέρος και το άλλο.
Γι’ αυτό ό Χριστός μας θέλει να Τον φωνάζουμε, θέλει να Τον ζητάμε. Είναι εραστής μας. Ο Χριστός θέλει όλη την αγάπη μας να την δώσουμε σ’ Εκείνον και ύστερα Αυτός τα οικονομάει όλα….
…Είδατε όταν ο πνευματικός μας δείξει λίγο αγάπη πόσο μέσα στον εαυτό μας αισθανόμαστε μια αλλαγή και μια ένωση, έτσι, λοιπόν, και ο Νυμφίος Χριστός δωρίζει αυτή την ένωση. Και υστέρα δεν μπορεί να σταθεί. Γι’ αυτό οι Πατέρες λέγαν, τότε, «παύσον Χριστέ τα κύματα της χάριτος Σου», δεν μπορούσαν να εξιχνιάσουν αυτή τη γεύση, το μέλι της χάριτος την ευωδία της χάριτος, την Θεία μακαριότητα, την Θεία λάμψη, το άκτιστο φως και ο άνθρωπος, άμα βρίσκεται συνέχεια στην προσευχή βλέπει ένα φως μέσα στην ψυχή του, βλέπει μια λάμψη, ένα μεγαλείο, του έρχονται άφθονα δάκρυα, κι αυτά τα δάκρυα είναι τόσο γλυκά, τόσο νόστιμα, πού δεν μπορούσε κανείς να αισθανθεί το καλύτερο φαγητό να ‘τρωγε, δηλαδή αισθάνεται χορτασμό, ένα χορτασμό, δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους του.
Μια φορά, μεγάλη πείνα ήταν. Τότε στην πείνα, 66 στην κατοχή κι όλη την εβδομάδα είχα μια πολλή μεγάλη στέρηση. Είχα ένα χρέος, πού έπρεπε να το δώσω μέχρι το Πάσχα, εντολή να το έδινα. Και τώρα εγώ έκανα μεγάλη οικονομία για να το δώσω και έτρωγα όλη την Μ. Εβδομάδα λίγο ψωμάκι 50 δράμια ψωμί, γιατί κι αυτό δεν μπορούσα να το αγοράσω, κι έβρεχα το ψωμί μου μέσα στο νερό και το έτρωγα, δεν είχα τίποτε άλλο.
Ε! όταν πήγαμε στην εκκλησία, τότε το Μ. Σάββατο, γιατί ο πνευματικός μας διάβαζε από η ώρα 8 τους Αγίους Αποστόλους, όπως κάνουν στο Άγιο Όρος, και θέλω να σας πω για τη στέρηση, τι κάνει ο Θεός, για την ανέχεια τη μεγάλη, πώς βοηθάει ο Θεός, όχι ότι είχα αξία, αλλά για να μου δείξει πόσο δυνατός είναι και πόσο πρέπει να τον λατρεύουμε. Ήρθε και το Μ. Σάββατο πήγα στις 8 στην εκκλησία, ε! κάθησα σε μια γωνιά τραβούσα κομποσχοινάκι, όλοι κρατούσαν λαμπάδες, εγώ δεν είχα τίποτα, ούτε ένα κεράκι, τίποτα. Τώρα πώς να πάω, στο «Δεύτε λάβετε φως» δεν είχα κερί. Λέω με το νου μου «Χριστέ μου αν Εσύ θέλεις να κρατήσω και την λαμπάδα Σου, αν Εσύ δεν θέλεις να ‘ναι ευλογημένο, αφού δεν θέλεις ούτε κερί να ‘χω».

Ε! εκεί έλεγα λόγια στον Χριστό, παράπονα, έλεγα τον πόνο μου, αφού άρχισε η ακολουθία, δεν κατάλαβα εγώ είχα λιποθυμήσει, μόνο κατάλαβα σαν να είχε ανοίξει όλα τα ράδια του κόσμου κι’ έλεγε: «Εν αρχή ην ό Λόγος και ό Λόγος ην ό Θεός, και Θεός ην ό Λόγος» και το πασχαλινό το Ευαγγέλιο κι αυτού λοιπόν, μ’ αυτό το Ευαγγέλιο τώρα πόση ώρα ήμουν λιποθυμισμένη δεν ξέρω. Πήγαν να με συνεφέρουν, αλλά εμένα αυτά τα λόγια είχανε τυπωθεί μέσα στην ψυχή μου. Άκουγα αυτή τη φωνή την ωραία σ’ όλη την ακολουθία την Πασχαλινή, κι αυτά τα λόγια μου φέρνανε έναν χορτασμό, πώς τρως δηλ. κατά κόρον και δεν μπορείς να σταθείς έτσι ακριβώς αισθανόμουν κι ύστερα μου ήρθε ο λογισμός: να και οι Πατέρες στην έρημο που δεν τρώνε που δε γεύονται τίποτε, αυτόν τον χορτασμό αισθάνονται, έτσι μια φωνή μου το ‘λεγε αυτό το πράγμα και δεν μπορώ να σας πω, και άρρητα ρήματα μέσα στην ψυχή μου και άρρητη ευωδία και άρρητη γεύση, σα να είχα φάει του κόσμου τα μέλια, του κόσμου τα γλυκά και μετά έλαβα δυνάμεις. Ενώ την Μ. Εβδομάδα είχα εξαντληθεί από την αφαγιά και τη στέρηση, ύστερα έλαβα ισχυρές δυνάμεις, και την ώρα που πήγαινα να ασπαστώ την Ανάσταση και το Ευαγγέλιο, ο πνευματικός με κατάλαβε και μου λέει: «Χριστός Ανέστη» και με το Χριστός Ανέστη εμένα πιο πολύ μ’ ανέβηκε αυτό το πράγμα στην ψυχή μου, ήρθε κι απλώθηκε πιο πολύ αυτός ο πλούτος μέσα στην ψυχή μου. Και παίρνω έναν δρόμο λοιπόν, τους αφήνω προτού τελειώσει η εκκλησία και πηγαίνω στο σπίτι για να μην χάσω αυτό το μεγαλείο. Πήγα στο σπίτι. Δεν ήθελα να φάω, μα τίποτα – τίποτα. Ούτε νεράκι, ούτε ψωμί, μα τίποτα, τίποτα δεν ήθελα. Μου λέει η ξαδέλφη μου – ήταν απέναντι τα σπίτια μας. Έλα έχω κάνει πατσά, να φας, τίποτε δεν πήρες. Εγώ που να πω ότι είχα φάει; κτλ. δεν είπα τίποτα. Πήγα να φάω μια κουταλιά δεν κατέβαινε και το μεσημέρι με είχε κάνει τραπέζι η κουμπάρα μου, πού τους είχα βαφτίσει 2 παιδάκια. Ήταν πολύ πλούσια αυτή. Και μέχρι το μεσημέρι δεν είχα φάει τίποτα. Έλεγα πώς θα πάω σ’ αυτό το σπίτι τώρα; Ήταν πνευματικός κόσμος. Λέω θα με ρωτούν το ένα, το άλλο. Εγώ τώρα ήθελα να βρω άνθρωπο να πω αυτό το μεγαλείο, πού αισθάνθηκα μέσα μου. Λέω, τι κάνει ο Θεός, να βλέπω το Θεό, δηλαδή, τόσο μεγάλο που να λέω: μα τι κάνει ο Θεός! Πόσο πλουτίζει τον άνθρωπο! Γι’ αυτό λέω που λένε μερικοί, δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά και με τη χάρη του Θεού. Ε! εγώ αυτό το πράγμα, τη χάρη του Χρίστου, το αισθάνθηκα λόγω της πείνας και της κακομοιριάς, που είχα και της στερήσεως, ο Θεός μου το ‘δωσε για να καταλάβω τι δίνει ο Θεός στη στέρηση επάνω. Και λέω η εγκράτεια πόσο καλό κάνει στον άνθρωπο, και η προσευχή, και όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στο Θεό εξ ολοκλήρου, ο Θεός τον ταΐζει, ο Θεός τον ποτίζει, από τον Θεό γεύεται κι’ όλα αυτά τα ουράνια μεγαλεία τα αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου, που τα δίνει δωρεάν ο Θεός. Δεν μας υστερεί εμάς τίποτα. Εμείς τώρα δε θέλουμε να πλησιάσουμε το Χριστό μας για να μας δώσει αυτό το ουράνιο μεγαλείο, να το γευόμαστε, να το σκεφτόμαστε, να Τον αγαπάμε. Εμείς απομακρυνόμαστε. Εκείνος μας καλεί συνέχεια, να μας δώσει εκείνο, να μας δώσει το άλλο, δηλαδή όλα, χαρά, αγαλλίαση, ότι έχει Εκείνος να μας τα χαρίσει. Άμα σκεφθούμε τι μας έχει ετοιμάσει στον ουρανό, θα φρίξουμε. Δεν μπορεί να το συλλάβει η διάνοια του ανθρώπου, το να δει τα κάλλη του Παραδείσου, δεν μπορεί να ζήσει άμα τα δει κανείς.
Είναι τρομερά, είναι φοβερά, τόσο όμορφα είναι και τόση αγαλλίαση αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου.
Θέλει αγάπη, να Τον αγαπήσουμε. Αν τον αγαπήσουμε θα μας τα δώσει όλα δωρεάν. Μόνο να δώσουμε την καρδιά μας σ’ Εκείνον. «Να ‘ναι ευλογημένο» και «ευλόγησαν». Αυτό είναι να βρει κανείς στην ψυχή του το Θεό. Η στέρηση είναι πολύ μεγάλο πράγμα.
Μέναμε σ’ ένα σπιτάκι τότε στην Αθήνα, μας είχε ένας Δεσπότης, Πολύκαρπος και μας είχε δώσει ένα σπιτάκι, παιδιά εγκαταλελειμμένα, πήγαμε εκεί πέρα στενοχωρημένοι, μας πήγε ο Δεσπότης και μας νοίκιασε ένα σπίτι κι αυτό ήταν καλοκαιρινό, ήταν τα κεραμίδια μόνο και να πέφτει το χιόνι και να κοιμάμαι σε δυο σανιδάκια επάνω ακόμα λίγο και θα κοκκαλιάζαμε εκεί μέσα. Τρέξαν οι άνθρωποι και μας γλύτωσαν, Θεοφάνεια. Και θέλω να πω ότι αυτά ήταν της στερήσεως που πέρασα. Αυτά κάνει η Χάρις του Θεού.
Σ’ ένα παρεκκλήσι στην πείνα, στην Κατοχή, πήγα ν’ ανάψω το καντηλάκι. Κι εκεί λοιπόν είχε συκιές απέξω από τον φράχτη. Και λέω «Βοήθησε Χριστέ μου να κόψω ένα συκάκι, μόνο ένα συκάκι», κι η πείνα να σε δουλεύει ε! να σε θερίζει.
Και πάω και κόβω ένα συκαλάκι και τρώω να δυναμώσω και να ‘χω τύψεις γιατί να κόψω το σύκο αυτό. Πάω, λοιπόν, και το λέω στον πνευματικό.
-Έκοψα ένα σύκο λέω, αλλά η πείνα τόσο πολύ μ’ ανάγκασε. Μου λέει όταν θα γίνεις σε καλή κατάσταση, θα πάρεις 3 οκάδες σύκα και θα τα μοιράσεις γι’ αυτό που έκλεψες. Ήταν ο απαγορευμένος καρπός.
Ήμασταν 3 και σηκωθήκαμε τώρα να πάμε στη Ζαγορά. Στο πίσω μέρος, στο ανατολικό Πήλιο. Λοιπόν, γνώριζα κάποια δική μου εκεί πέρα και λέω ας πάω μήπως μου δώσει λίγο ψωμάκι και λίγο λαδάκι. Μόλις πήγα εκεί πέρα και με είδανε άρχισαν να κλαίνε. Πάει το Μαρικάκι. Είχε βγει το χνούδι από την αδυναμία σκελετός ήμουνα. Αυτοί, λοιπόν, οι καημένοι μάζεψαν πατάτες από δω, μάζεψαν λίγο λαδάκι, εν τω μεταξύ κόβουν ψωμί (είχαν ψωμί ζυμωτό) κι έφαγα 1 καρβέλι εκείνο το βράδυ. Πώς το ‘φαγα; που πήγε; Φάε μου λέει πατάτες βραστές. Μου έδιναν από όλα κι όλα τα έτρωγα. Δεν χόρταινα. Τώρα, το πρωί; πώς σηκώνω εγώ τις πατάτες, πού μου δώσανε; σηκώνονται 18 οκάδες πατάτες και μου δίνουν ένα τενεκεδάκι λάδι. Μου τ’ ανέβασαν στον ανήφορο τα παιδιά -είχαν ζώα- μετά από κει είχαν φυλάκια οι Ιταλοί και νυχτώσαμε. Ήταν 12 η ώρα νύχτα. Που να πάω με το βάρος; Μόλις έβλεπα τους Ιταλούς ωχ! ακουμπούσα στα βραχάκια και καθόμασταν εκεί πέρα και κοιτούσαν αυτοί και κλαίγαμε εμείς και λέγαμε: «Τείχος ει των παρθένων Θεοτόκε Παρθένε» κι αυτοί τα έβλεπαν τώρα αυτά πού προσευχόμασταν και παρακαλούσαμε και έκλαιγαν και μας σήκωναν το βάρος, που είχαμε πίσω για να μπορέσουμε να βαδίσουμε. Μόλις φτάνουμε πρωί στο σπίτι, σιγά – σιγά, 6 ώρες δρόμο. Είχα τις πατάτες στον ώμο, ετοιμοθάνατη ήμουν. Αμέσως λιποθύμησα, έπεσα κάτω γιατί δεν είχα άλλη αντοχή. Μου κλέβουν τις πατάτες οι γειτόνοι όλοι, μου κλέβουν το λάδι και δεν μ’ άφησαν τίποτε. Κι εμένα, λοιπόν, μ’ έπιασε ένας πόνος στο πλευρό, ένα επανωφόρι φορούσα τότε, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Λέω άσχημα την έχω. Που να βρω γιατρό; Η γειτονιά έρημη, δηλαδή λίγα πρόσωπα. Αυτά τα λίγα μου κλέψαν τις πατάτες. Πάω στο γιατρό σιγά – σιγά, μου λέει: έχεις πλευρίτιδα και πρέπει να βρεις πίτουρα να βάλεις. Που να βρω; Εγώ λέω: Θα καθίσω Παναγία μου μέσ’ το δωμάτιο κι ότι είναι ευλογημένο. Θες να με πάρεις; πάρε με, δε θέλεις, όποτε εσύ θέλεις. Κάθισα μόνη μου τώρα, σκοτεινά, χωρίς καντήλι, χωρίς τίποτα.
Όπως ήμουν ξαπλωμένη, κουκουλωμένη, είχε θαμπώσει, είχε σκοτεινιάσει Βλέπω μια μοναχίτσα με το σχηματάκι. Λέει: «δεν μπορείς»; με πλησιάζει, αλλά το δωμάτιο έλαμψε όλο φως. Λέω: «ναι δεν μπορώ -Πήγα στη Ζαγορά, κάθισα, είπα τα παράπονα μου εγώ και μου δώσανε λίγες πατάτες και μου τις κλέψαν, και τώρα δεν έχω τίποτα, ούτε καντηλάκι έχω, τίποτα δεν έχω κι είπα θα καθίσω εδώ και ας πεθάνω ποιος θα με ανοίξει την πόρτα; Δεν έχω κανέναν.» Λέει: «μη στεναχωριέσαι, θα γίνεις καλά εγώ θα σε κάνω καλά» κι’ ούτε να φαντασθώ ποια είναι, να τη ρωτήσω. Παίρνει, λοιπόν, και βάζει το πάπλωμα μου, είχα ένα παπλωματάκι μικρό και μου το ‘βαλε πώς κάνεις το χωνί; έτσι ακριβώς και μου λέει: «άντε δεν έχεις τίποτε, θα γίνεις καλά.» Αμέσως μου πέρασε το πλευρό μου, έλαβα τον χορτασμό, είχα πείνα, εξάντληση, που να βρω φαγητό, που να βρω τίποτα, και χόρτασα σαν να είχα σφάξει ένα ζώο μπροστά μου και το ‘ψησα και το ‘φαγα.
Τέτοιο χορτασμό αισθανόμουν. Το πρωί πήγα στο γιατρό. «Λέει: τι ήρθες; -Να με ακροαστείτε λιγάκι» Μου κάνει εξέταση, μου λέει «δεν έχεις τίποτε. Τι έγινε;» Λέω, αυτό κι’ αυτό. Επέτρεψε ο Θεός για τις ανέχειες, λόγω της πείνας, για να σε κάνει η Αγία καλά. Και μου λέει μέσα μου: Ποια είναι αυτή; ποια είναι αυτή; και μου λέει μια φωνή: η Αγία Παρασκευή” και γι’ αυτό την αγαπούσα την Αγ. Παρασκευή. Μου το ‘πε η ίδια στ’ αυτί, πληροφορία, ότι ήταν ή Αγ. Παρασκευή.
Είναι της πείνας αυτά, της κατοχής. Πήγα μάζευα χόρτα. Στο μέρος που τα μάζευα ξαναφύτρωναν την άλλη μέρα. Κάθε μέρα στο ίδιο μέρος φυτρώνανε όλα. Και μετά σιγά – σιγά τα ‘πλενα και τους τα πήγαινα πολλές φορές ωμά, σ’ αυτό το κοριτσάκι πού ήταν άρρωστο. Είχε φυματίωση το καημένο. Μ’ είδε κι εμένα ο π. Εφραίμ ο παλιός μου πνευματικός. Κοίταξε παιδί μου, μου λέει. Κοίταξε παιδάκι μου, όλους τους θάψαμε. Κοίταξε Μαρικάκι μου, χρυσό μου παιδί, κοίταξε, άμα πας στο Χριστό και έχεις παρρησία πολλή εύχου και για μένα τον αμαρτωλό. Ό,τι είναι θέλημα Θεού, έλεγα. Άμα θέλει να με πάρει ό Χριστός, ας πεθάνω. Ό,τι είναι θέλημα Θεού. Ύστερα, λοιπόν, βγάζει κήρυγμα και λέει: Όσο θα έχετε ψωμί, από μια μπουκιά θα ρίχνετε, θα κόβετε, το Μαρικάκι θ’ ανοίξει το παράθυρο, να πετάτε την μπουκιά μέσα στο σπίτι να βρίσκει, να τρώει. Και τότε λοιπόν είχαν εξαφανίσει οι Ιταλοί τις γάτες και άνοιγα το παράθυρο και ‘ρίχναν μπουκιές – μπουκιές μέσα κι έπαιρνα λοιπόν κι έτρωγα και συνήλθα. Έκανα υπακοή.
Λοιπόν, όταν συναντιόμασταν με τις αδελφές δεν μιλούσαμε. Μας έλεγε: μη μιλάτε. Θα πάρετε το αντίδωρο και θα πάτε στο σπίτι και στη διαδρομή όλη θα λέτε την ευχή και μόλις φτάσετε στο σπίτι, θα λέτε” Δόξα σοι ο Θεός ημών δόξα σοι, και μέσα θα αισθάνεστε στο σπίτι μεγάλη ευωδία, μεγάλη χάρη. Δεν κοινωνούσαμε, μόνο το αντίδωρο παίρναμε, αυτό λέγαμε και νομίζαμε ότι λιβανίζανε εκείνη την ώρα. Στο δρόμο που βαδίζαμε σαν κάποιος να λιβάνιζε. Λέμε: τι ευωδέστατα λουλούδια είναι αυτά; και δεν είχε τίποτε ούτε περιβόλι, ούτε τίποτε, ήταν δηλαδή η χάρις του Θεού πολλή. Στην εκκλησία: τι κάνεις; ευλόγησαν αδελφές, τι κάνεις; Ευλόγησον, όλη τη μέρα την ευχή, δεν έφευγε η ευχή από το στόμα καθόλου. Η ευχή πήγαινε ρολόι. Μόνο τι κάνεις κι όλο ευχή και ουράνια, όλο στα ουράνια.
Μια φορά πήγαμε σ’ ένα παρεκκλησάκι. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, λέω «δεν πάμε ν’ ανάψουμε τα καντηλάκια στον Αγ. Νικόλαο και να φύγουμε;» Όλες μαζί ξεκινήσαμε. Ήμασταν 7. Και αφού ξεκινήσαμε, δεν πήραμε ούτε κουλούρι, μόνο με τ’ αντίδωρο. Λοιπόν, μόλις φθάσαμε στους πρόποδες, στο παρεκκλησάκι εκεί πέρα, λέω: τι καλά να είχαμε μια φετούλα ψωμάκι και να είχαμε και από ένα συκαλάκι φρέσκο και φρέσκο ψωμάκι να τρώγαμε! Μπαίνουμε στο παρεκκλησάκι, ανάψαμε τα καντηλάκια, ψάλαμε, μπαίνω εγώ στο ιερό να ανάψω το καντηλάκι μέσα. Βλέπω ένα δέμα πάνω στην Αγ. Τράπεζα. Λέω: παιδιά ό Αγ. Νικόλαος μας έφερε κάτι. Δεν ξέρω, του Αγ. Νικολάου δώρο είναι.
Πάω, λοιπόν, να το ανοίξω, τι να δω; Όσες ήμασταν από ένα σύκο και από μία φέτα ψωμί ζεστό, φρέσκο, της ώρας. Και υστέρα, λοιπόν, μετά από ενάμιση μήνα ξαναπήγαμε κι εγώ τώρα γλυκάθηκα, πήγα πάλι μέσα στο ιερόν, ανάψω τα καντηλάκια και βλέπω τον Εσταυρωμένο και στ’ αγκάθινο στέφανο είδα πώς τρέχουν σταλαγμίτες, πώς τρέχουν τα δάκρυα, έτρεχαν από την πλευρά του, έτρεχε ύδωρ μεμιγμένο με αίμα. Είχαμε μια εικόνα της Παναγίας κι είχε μέσα γύρω – γύρω βαμβάκι και παίρνω, λοιπόν, το βαμβάκι, πάω πίσω και σκούπιζα, σκούπιζα τον Εσταυρωμένο ήταν μούσκεμα. Κατ’ ευθείαν πάμε στον εσπερινό. Το είπαμε αυτό το πράγμα. Λέει: παιδιά, πόλεμος θα γίνει και το έκανε κήρυγμα στην εκκλησία. Και αυτός όταν έβλεπε τέτοια σημάδια να κλαίνε οι Άγιοι, να κλαίει ο Χριστός θα γίνει πόλεμος λέει και πολύ γρήγορα. Και μ’ αυτό το βαμβάκι είχαμε σταυρώσει όλον τον κόσμο, πού ήταν εκεί πέρα και πράγματι έγινε έτσι σε λίγο καιρό κηρύχθηκε ό πόλεμος.
Φεβρουάριος 1989
Όπως είδαμε τον γέροντα, είδαμε ένα πολύ μεγάλο παράδειγμα, είδαμε ότι θέλει να αγωνιστεί για το Θεό, βλέποντας ότι πίνει ένα ζουμί σκέτο, μας δίδαξε την εγκράτεια, τη μνήμη θανάτου, την αυταπάρνηση.
Όπως αντιληφθήκατε κάτι προβλέπει. Μας έδειξε πώς πρέπει να βιώνουμε. Εύχομαι να βάλουμε μια αρχή και να βιώσουμε την Αγάπη του Χριστού και να αγωνιστούμε όπως πρέπει. Γιατί δεν έχουμε καθόλου την ακρίβεια, που ζητάει ο Γέροντας.
Είτε από λεπτότητα, είτε από σεβασμό και αγάπη δεν ήθελα να σας εκθέσω, αλλά τώρα να βάλουμε μια αρχή όπως το θέλει ο Θεός, γιατί χαλαρώσαμε πολύ, ιδίως στη μεμψιμοιρία, την αργολογία, μεγαλοφωνία, απιστία, ανευλάβεια κι’ όλα μαζί.
«Αγαπήσεις…. και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Αλλά σ’ εμάς δεν υπάρχει αυτή η αγάπη και η συμπόνοια.
Η προσοχή και η προσευχή είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα. Δεν έχουμε προσοχή, δεν έχουμε προσευχή. Η αντιλογία φέρνει την μεμψιμοιρία, τις έριδες, οπότε δεν μπορεί ο άνθρωπος να νοιώσει την Θ. Χάρη όταν δεν εγκρατεύεται, στη γλώσσα, στο στομάχι.
Βρισκόμαστε στα Ανάκτορα πώς θα σταθούμε, πώς θα χαιρετίσουμε τον Βασιλέα, μία Κυρία της τιμής πώς θα της φερθούμε; Έτσι και στην προσευχή.
Η χάρις του Θεού θα μας πιάνει από το χεράκι και θα μας λέει έτσι θα φερθείς, έτσι θα κοιμηθείς.
Θέλει από μας ολοκληρωμένη την Αγάπη ο Θεός και όχι μοιρασμένη.
Να προσέχουμε τις συζητήσεις μεταξύ μας. Όταν λέω τον λογισμό μου στην άλλη δήθεν για να με ξεκουράσει, δεν ξεκουράζομαι. Λες το κακό; διπλασιάζεται. Λες το καλό; αφαιρείται.
Η Γερόντισσα προσπαθεί να μην γίνει του διαβόλου το κέφι. Νομίζουμε ότι θα βοηθήσουμε τον εαυτό μας με τις διάφορες οικονομίες, αλλά φθάνουμε σε πολύ άσχημη κατάσταση.
Εκείνος πού πληγώνεται τιμάται, αλλά o λιποτάκτης τουφεκίζεται. Μερικές φορές λιποτακτούμε από το διακόνημα, από την προσευχή, από την εντολή του Γέροντα. Να κάνουμε κάθε μέρα ταμείο.
Πώς κάναμε την προσευχή μας; Συγχωρέσαμε τον αδελφό; Μέσα μας έχουμε μεμψιμοιρία, αντιλογία;
Κι εσείς θα είστε αναπαυμένες και τον γέροντα θα αναπαύσετε, γιατί θα ξέρει πώς πολιτεύεσθε….
…Γι’ αυτό είναι ο προεστός μέσα στη Μονή για να παίρνει ευλογία σε καθετί, έτσι φεύγει η ψυχή χαρούμενη, ότι ανέπαυσε τον γέροντα και πάει στον Παράδεισο. Αυτές οι λεπτομέρειες, που δεν υπολογίζουμε, φέρνουν τη Θ. Χάρη στην ψυχή μας….
Μετά το απόδειπνο να φάμε γρήγορα και να πάμε στα κελιά μας.
Στους αρρώστους 5-10′ το πολύ για να μην χρωστάμε κομποσχοίνια.
Το ότι δεν εγκρατευόμαστε στο φαγητό είναι κάτι που κωλύει τη χάρη του Θεού….
Το κάθε τι που γίνεται μεταξύ σας ξεσπάει σε μένα. Όταν έχετε προσοχή και επιμέλεια και σε μένα θα είναι ωφέλιμο. Κάθε βράδυ ταμείο «τι έκανες; είτε σε πίκραναν, είτε πίκρανες», και ας βάλεις μετάνοια, θα γραφεί κι αυτό όπως περνάει ο σαλιαγκός κι αφήνει μια γραμμή. Όταν γράφετε συχνά στο γέροντα, αυτό θα σας βοηθήσει πολύ, γιατί όταν υπάρχει αυτή η παρακολούθηση θα φέρει τη χάρη του Θεού στην ψυχή σας κι εμένα θα μου μείνει χρόνος να προσευχηθώ.
Δοκιμάστε να μη φάτε ότι σας ανήκει, να μην κοιμηθείτε όσο κοιμάστε, να μην πιείτε μια μέρα νερό, για την αγάπη του Χριστού, να δείτε τι θα νοιώσετε, ο Θεός τα δωρίζει αυτά…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου