Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Η γιαγιά η Φωτεινή



site analysis


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στέκεται και υπαίθριες δραστηριότητες 

Δεν ξέρω, αν μπορείτε να τη δείτε τόσο όμορφη όσο τη βλέπω εγώ. Η γιαγιά η Φωτεινή ήταν όνομα και πράμα. Ένα φως την περιέβαλε πάντα και όσοι βρίσκονταν γύρω της, δικοί της και ξένοι, το έβλεπαν.
Στο σπίτι της έφαγαν άνθρωποι, ήπιαν , φιλοξενήθηκαν. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπει κάποιος στην αυλή της και να φύγει πεινασμένος. Ό, τι είχε το έβγαζε στο τραπέζι της κι ενώ ,πάντα, μαγείρευε τέλεια, όπως όλες οι γυναίκες της ανατολικής Κρήτης, κάθε φορά που σέρβιρε κάτι, έλεγε πως εκείνη τη φορά δεν το είχε πετύχει…
Η γιαγιά Φωτεινή ήταν πρώτη στο μαγείρεμα, πρώτη στον αργαλειό, πρώτη στο πλέξιμο, πρώτη στο νοικοκυριό. Ποτέ δεν θα την έβλεπες να κάθεται και να μην κάνει κάτι. Όταν καθόταν, έπλεκε ή ύφαινε ή διάβαζε εκκλησιαστικά βιβλία κι όταν ήταν όρθια, μαγείρευε, σκούπιζε έφτιαχνε τα λουλούδια της, που μοσχοβολούσαν όπως κι εκείνη κι έκαναν πάντα τους διαβάτες να κοντοστέκονται και να θαυμάζουν την αυλή της. Μάλιστα, κάποτε , όταν ο παππούς μπήκε στο καφενείο, είδε να τον δείχνουν σ’ έναν άγνωστο και να λένε « Να, του Μανώλη είναι η αυλή με τα ωραία λουλούδια που είδες» και ο παππούς καμαρωτός καμαρωτός, της το αφηγούνταν, όταν γύρισε σπίτι, αφού πρώτα στάθηκε να μυρίσει τα μοσχομπίζελα που είχε φυτέψει η γιαγιά γύρω γύρω από την αυλή!
Το Φωτεινιώ, ποτέ δεν παραπονιόταν για τίποτα, το θεωρούσε αμαρτία, όλα τα έκανε αγόγγυστα, αλλά δύο πράγματα τη στενοχωρούσαν.
Το ένα ήταν πως ο γιος της ήταν ναυτικός. Ο θείος Βαγγέλης είχε μπαρκάρει από τα 14 του. Το τι του έκανε για να μη φύγει , όμως αυτός ανένδοτος. Έτσι, έμαθε να ζει χωρίς να τον έχει δίπλα της, αλλά ,από το μυαλό της, δεν μπορούσε να τον βγάλει. Ο θείος το ήξερε και όποτε μπορούσε επικοινωνούσε μαζί της. Κάποτε την ειδοποίησε πως το πλοίο, που βρισκόταν, θα σταματούσε στον Άγιο Νικόλαο για πετρέλαιο κι εκείνη αγόρασε μαλλί και μέσα σ’ ένα βράδυ του έπλεξε ένα πουλόβερ. Την επομένη, πήρε τη μαμά μου και όχι μόνο πήγαν από τη Νεάπολη στον Άγιο, για να δει το παιδί της, αλλά και ανέβηκε πάνω στο πλοίο… Όσο διαρκούσε το καλοκαίρι η γιαγιά το πάλευε, μα όταν άρχιζε να χαλάει ο καιρός, να βρέχει ή να φυσάει, ανέβαζε πίεση. Όλη μέρα έκανε το σταυρό της, λέγοντας «Παναγία μου, βλέπε όλου του κόσμου τα παιδιά και το δικό μου». Τότε , μικρή ακόμα, δεν καταλάβαινα την αγωνία της και θύμωνα που αρρώσταινε ,από το φόβο, μην πάθει κάτι το παιδί της. Τώρα τη σκέφτομαι και συγκινούμαι ,αφού συνειδητοποιώ πως κι εγώ θύμωνα , από φόβο μην πάθει κάτι εκείνη…
Το δεύτερο πράγμα που τη στενοχωρούσε ήταν πως δεν ήμουν τόσο νοικοκυρά όσο θα ήθελε (για να μην πως απείχα εντελώς από την εικόνα της νοικοκυράς που είχε η γιαγιά στο μυαλό της). Εκείνη, ειδικά, όταν βρισκόταν άντρας μέσα στο σπίτι έπρεπε να απασχολείται με κάτι. Δεν έπρεπε να τη βλέπει ο άντρας να κάθεται. Εγώ πάλι δεν είχα κανένα πρόβλημα. Όποτε ξυπνούσε ο πατέρας μου, από το μεσημεριανό ύπνο, ερχόταν και μου ψιθύριζε, «σήκω να φτιάξεις του κύρη σου έναν καφέ» εγώ που βαριόμουν να σηκωθώ, φώναζα, «μπαμπά , θες καφέ;», ο μπαμπάς μου έλεγε πως θα τον φτιάξει μόνος του και η γιαγιά έφτανε στα πρόθυρα του εγκεφαλικού…
Κάποτε, στο γυμνάσιο πρέπει να πήγαινα, μπήκα στην κουζίνα ερχόμενη από το δωμάτιο μου, στο οποίο είχα κλειστεί, από ώρα, και διάβαζα, για να φάω ένα μήλο. Εκείνη καθάριζε φασολάκια, αλλά μόλις με είδε άρχισε να με παρατηρεί. Πήρα το μήλο μου και καθώς το έπλενα, πριν το φάω, άρχισα να σιγοτραγουδάω, «Να υποφέρεις και να σου λείπω, εγώ δεν είμαι η γυναίκα κάτσε σήκω…» και κάπου εκεί την ακούω να λέει πίσω μου «ε ναι, εσύ είσαι η γυναίκα που κάθεται και δεν ξανασηκώνεται» … πόσο είχαμε γελάσει κι εγώ κι εκείνη, πόσα φιλιά της είχα δώσει,ενώ έκανε πως δεν ήθελε και πόσο μου λείπει, μου είναι αδύνατον να το περιγράψω!
Μαίρη Βαβουράκη‎

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου