Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Τα μαρτύρια των Αγίων Πίστεως,Ελπιδος και Αγάπης



site analysis
Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη

Μαρτύριο της δωδεκάχρονης Αγίας Πίστεως (17 Σεπτεμβρίου)


Αφού ο δικαστής έμαθε την ηλικία και τα ονόματα των τριών θυγατέρων της Σοφίας, πρόσταξε και οδήγησαν ενώπιόν του την πρώτη κόρη, τη δωδεκάχρονη Πίστη στην οποία είπε: «Θυσίασε, νεαρή μου, στη θεά Άρτεμη· αυτό που σε προστάζουμε να πράξεις δεν είναι κάτι το νέο, αλλά εκείνο ακριβώς που γίνεται από εμάς ήδη από πολ­λά χρόνια».
Η προσταγή όμως του δικαστή έπεσε στο κενό και πήρε την απάντηση που έπρεπε και είπε στον δικαστή τα εξής: «Ω της ανήκουστης πώρω­σής σας, που φτάνει ως τα κατάβαθα της ψυχής σας· εσείς, όντας πανάθλιοι τυφλοί, θέλετε να είσθε οδηγοί και σε άλλους και έτσι τους αναγκάζετε να προχωρήσουν και εκείνοι στην οδό της καταστροφής που κι εσείς βαδίζετε. Ποιός όμως συνετός άνθρωπος θα ήταν δυνατόν ποτέ να αρνηθεί τον αληθινό Θεό, του Οποίου έργα των χειρών είναι ο ουρανός και η γη και όλα όσα υπάρχουν και να προσέλθει σε έργα κατα­σκευασμένα από ανθρώπινα χέρια, θεωρώντας τα θεούς; Πώς είναι δυνατόν ένας νουνεχής άνθρωπος να προσφέρει λατρεία σε θεούς που δεν έχουν νου και αισθήσεις, σε ανύ­παρκτους δηλαδή θεούς; Αυτό θα ήταν φοβερός παραλογισμός, όντως φοβερός· και φοβερή παραφροσύνη και των προσταζόντων και των πειθομένων. Πράξε λοιπόν αυτό που θέλεις, και παράδωσέ με σε οποιαδήποτε βασανιστήρια θέ­λεις. Διότι πραγματικά είναι καλύτερο να πάθουμε πριν τα πάντα, όσο έχουμε το λογικό μας, παρά να πεισθούμε να κά­νουμε εκείνο που θέλεις εσύ».
Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά ό δικαστής, έγινε έξαλλος από την οργή του και, επειδή δεν μπορούσε να πείσει την Αγία, προχώρησε στην επιβολή βασανιστηρίων. Πρόσταξε λοιπόν να της βγάλουν την εσθήτα και, αφού της δέσουν τα χέ­ρια πισθάγκωνα, να αρχίσουν να τη δέρνουν ανελέητα με βαρύτατες ράβδους.
Αμέσως δε οι δήμιοι εκτέλεσαν την προσταγή του δικα­στή. Ο πειραματισμ0ς του όμως, το βασανιστήριο δηλαδή, έδειχνε ακόμη περισσότερο τη στερεότητα του φρονήματος της Μάρτυρος· και η αθλήτρια αυτή του Χριστού φαινόταν όχι ως ραβδιζόμενη, αλλά ραινόμενη μάλλον από τριαντά­φυλλα, στο δε σώμα της δεν διακρινόταν κανένας μώλωπας. Ο δικαστής όμως, αντί να συνετιστεί από τα θαυμάσια αυτά, ερεθίστηκε ακόμη περισσότερο και προχώρησε σε ωμότερες πράξεις. Συγκεκριμένα, πρόσταξε και έκοψαν και τους δύο μαστούς της Μάρτυρος. Και τότε συνέβη ένα γεγονός υπερθαύμαστο και πρωτοφανές: από τις τομές, αντί να τρέχει αίμα, έτρεχε γάλα άφθονο, σαν από βρύση. Πλην όμως ο δι­καστής εξοργίστηκε πολύ περισσότερο από το υπερθαύμαστο αυτό γεγονός και έγινε έξω φρένων. Έτσι, πρόσταξε τους δη­μίους και ξάπλωσαν τη Μάρτυρα πάνω σε μια πυρακτωμένη σχάρα. Αλλά, όπως εκείνος, όντας κακός και πανούργος, εύκολα επινοούσε βασανιστήρια, έτσι και ο πανάγαθος Θεός δεν σταματούσε, μέσα από τα βασανιστήρια αυτά, να δοξάζει την Αγία. Πράγμα το οποίο έγινε και στην περίπτωση αυτή: το πυρ της σχάρας απέβαλε την καυστική του ιδιότητα, και έτσι η Μάρτυς διατηρήθηκε απόλυτα αβλαβής.
Παρά ταύτα ο ανόσιος εκείνος δικαστής δεν σταμάτησε τα βασανιστήρια. Έτσι λοιπόν, με προσταγή του, οι δήμιοι σή­κωσαν τη Μάρτυρα από τη σχάρα και την έριξαν σε ένα τηγά­νι πυρακτωμένο, μέσα στο οποίο κόλλαγε πίσσα και άσφαλ­τος. Η Μάρτυς δε, με το πρόσωπο γαλήνιο και ατάραχο, στά­θηκε στο μέσο αυτού του κολαστηρίου οργάνου και καλούσε την άνωθεν βοήθεια, η οποία και έφτασε πάραυτα. Έτσι λοιπόν το πυρ και η αφάνταστα υψηλή θερμότητα μεταβλήθηκε σε δροσιά. Τοιουτοτρόπως νόμιζε κανείς πως η Αγία αναπαυόταν σε ολόδροσο λειμώνα ή σε κάποια χλόη απαλή.
Έτσι λοιπόν όλα τα βασανιστήρια στα οποία υποβαλ­λόταν η Μάρτυς δεν της προκαλούσαν ούτε την παραμικρή βλάβη, και εκείνοι που έβλεπαν το γεγονός αυτό εκδήλωναν τον θαυμασμό τους. Για τον λόγο αυτό ο δικαστής, ο γνήσιος αυτός υπηρέτης του πονηρού, δεν είχε τίποτε άλλο να πράξει και αποφάσισε τον διά ξίφους θάνατο της Μάρτυρος.
Η εξαγγελία της αποφάσεως αυτής χαροποίησε πάρα πο­λύ τη Μάρτυρα, και η ανεκλάλητη αυτή χαρά διακρινόταν ολοκάθαρα στο πρόσωπό της. Αμέσως δε η Αγία παρακάλεσε την μητέρα της να προσεύχεται γι’ αυτήν, και εν συνεχεία συμβούλεψε τις αδελφές της να μην παραμελήσουν ούτε το παραμικρό τη φροντίδα τους για το βραβείο της άνω κλήσεως, λέγοντάς τους: «Ξέρετε πολύ καλά με ποιον συνταχθήκα­με και με ποιου τη σφραγίδα σφραγιστήκαμε. Να μείνουμε λοιπόν ακλόνητες στην ομολογία Αυτού μέχρι θανάτου, και να μη φοβηθούμε και αποκάμουμε. Μία μητέρα μάς γέννησε- η ίδια και τις τρεις μας- από μία λάβαμε τη σωματική και την πνευματική τροφή. Ένα επομένως ας είναι και για τις τρεις μας το τέλος· αδελφά ας είναι στις αδελφές και τα φρονήματα. Η πρώτη ας είναι οικείο υπόδειγμα στις επόμενες».
Από τα λόγια αυτά της αδελφής τους οι δύο άλλες αδελφές πήραν θάρρος και δύναμη· και, αφού της είπαν κάποια τελευ­ταία λόγια και την αποχαιρέτησαν, την παρακάλεσαν να προ­σευχηθεί γι’ αυτές στον κοινό Δεσπότη, τον Ιησού Χριστό, ώστε να διέλθουν απρόσκοπτα και αυτές τον ίδιο με αυτή δρόμο, προκειμένου να αξιωθούν και των ίδιων στεφάνων.
Η γενναία δε μητέρα της Αγίας, η Σοφία, δεν εκδήλωσε τίποτε το ταπεινό ούτε κάτι μικρόψυχο και γυναικείο· αλλά, σαν να ντρεπόταν να πράξει ή και να πει κάτι που θα ήταν ταπεινωτικό και ανάξιο για μια τέτοια θυγατέρα, στεκόταν απόλυτα στο ύψος της και διατηρούσε πλήρως το μεγάλο και ιερό της φρόνημα. Τούτο μόνο της προκαλούσε στενοχώρια, μήπως δηλαδή δει τις άλλες της κόρες να υπολείπονται κατά τι του παραδείγματος της πρώτης, και κινδυνεύσει να φανεί πως είναι μητέρα μιας μόνο Μάρτυρος και όχι τριών. Για τούτο και προέπεμπε την κόρη της αυτή στη σφαγή με λόγια επάξια, λέγοντας: «Εγώ, κόρη μου, σε γέννησα, και υπέμεινα για σένα τις ωδίνες του τοκετού, και σε έφερα τρέφοντάς σε στο στάδιο αυτό της ηλικίας σου. Τώρα όμως λαμβάνω τα τροφεία (=την αμοιβή για την τροφή), τώρα λαμβάνω τις ανταποδόσεις των κόπων μου, και μάλιστα πολλαπλάσια. Πράγματι, αν και δεν είναι δυνατόν σε κανέναν να ανταποδώσει στους γονείς του ευεργεσίες ίσες προς εκείνες που αυτοί προσφέρουν στα παιδιά τους (και αλήθεια, πώς θα ήταν δυ­νατόν ένα τέτοιο πράγμα προς αυτούς από τους οποίους λαμ­βάνουμε την ύπαρξη;), εσύ μου ανταπέδωσες τα πάντα με πε­ρίσσεια πολλή, αφού με ανέδειξες μητέρα τέτοιας κόρης, η οποία άθλησε έτσι μεγαλόψυχα για τον Χριστό. Πήγαινε λοι­πόν προς Αυτόν, τέκνο μου· πήγαινε πορφυρωμένη από τα αίματα που θα χύσεις γι’ Αυτόν, με τα οποία και θα παρου­σιαστείς στον Νυμφίο σου, και θα σταθείς μπροστά Του καλ­λωπισμένη με χρώμα ωραιότερο από κάθε κοκκινάδι και άνθος».
Μόλις η Αγία άκουσε αυτά που είπαν οι αδελφές της και η μητέρα της, έσκυψε τον αυχένα της και ο δήμιος της έκοψε με το ξίφος του την κεφαλή. Έτσι λοιπόν η πρώτη κόρη της Σο­φίας, η Πίστις, ετελειώθη και ανήλθε στεφανηφόρος προς τον Χριστό, ο Οποίος είναι η κεφαλή όλων.


 Βασανιστήρια και τελείωση της δεκάχρονης Αγίας Ελπίδας (17 Σεπτεμβρίου)


Αλλά ο ανόσιος εκείνος δικαστής δεν μπορούσε να υποφέρει την καταισχύνη, και σκεφτόταν να εξαλείψει την ήττα του από τις δύο άλλες. Βεβαίως όμως και από αυτές επίσης νικήθη­κε και καταντροπιάστηκε· και μάλιστα πολύ περισσότερο.
Ευθύς αμέσως κάλεσε τη δεύτερη κόρη της Σοφίας, την Ελπίδα, και της είπε: «Πείσου σ’ έμενα, νεαρή μου, και προ­σκύνησε την Άρτεμη, την μέγιστη θεά· μετά φύγε πολύ χαρού­μενη». Εκείνη όμως, η όντως ακαταίσχυντη Ελπίς, του είπε: «Όπως πίστεψες ότι εγώ είμαι αδελφή της προηγούμενης, της οποίας και έλαβες πείρα, έτσι να πειστείς και στη γνώμη μου και την απόφασή μου να αποδειχθώ και στην πράξη αδελφή εκείνης. Και βέβαια να ξέρεις ότι δεν υπάρχει τίποτε απολύτως, ούτε από τα ευχάριστα ούτε από τα δυσάρεστα, το οποίο να με μεταπείθει από τη γνώμη μου αυτή και την απόφασή μου».
Μόλις ο δικαστής άκουσε τα λόγια αυτά, έκρινε μάταιο και περιττό να συνεχίσει τις ερωτήσεις και προχώρησε ευθύς αμέσως στην επιβολή βασανιστηρίων. Λοιπόν, αφού της έβγαλαν την εσθήτα και τη γύμνωσαν, ο αδίστακτος εκείνος δικαστής πρόσταζε να τη μαστιγώσουν και αυτή με ωμά βούνευρα. Η δε Μάρτυς, επειδή υποβαλλόταν σε ίσο προς την αδελφή της βασανιστήριο, έδειχνε και ίση καρτερία και υπομονή. Ο θυμός όμως του δικαστή άνα­ψε μεγαλύτερος. Έτσι λοιπόν πρόσταξε αμέσως και έριξαν τη σεμνή νεάνιδα μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο. Αλλά ο Θε­ός της αδελφής της φρόντιζε εξίσου και γι’ αυτήν. Έγινε δη­λαδή και τώρα κάτι παραπλήσιο προς τη βαβυλώνια φλόγα: έριξαν τη μάρτυρα στο πυρ, πλην όμως εκείνο δεν την άγγιξε ούτε το παραμικρό. Βγαίνοντας δε η Μάρτυς από την κάμινο του πυρός σώα και αβλαβής, έκανε μια ολόθερμη ευχαριστή­ρια και ικετήρια προσευχή στον Θεό. Ευχαριστήρια, διότι διατηρήθηκε αβλαβής από τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβληθεί ως εκείνη τη στιγμή· ικετήρια, για αυτά που έμελλε να ακολουθήσουν, ώστε με όλα να δοξαστεί το όνομα του Θεού και να καταισχυνθούν οι ασεβείς.
Παρ’ όλα αυτά, ο άνομος δικαστής δεν σεβάστηκε τη Μάρτυρα· την οποία, όπως φάνηκε, τη σεβάστηκε και αυτό τούτο το άψυχο πυρ και δεν την άγγιξε καθόλου. Έτσι λοιπόν ο ανόσιος πρόσταξε να την κρεμάσουν σε ένα ξύλο και να της κα­ταξεσκίσουν το σώμα με σιδερένια νύχια. Αλλά και κατά το βασανιστήριο αυτό η Μάρτυς έδειχνε την ίδια με τα προηγού­μενα ευψυχία. Για τούτο μια χάρη δαψιλής καταύγαζε τα μάτια της, ενώ από τα ξεσκιζόμενα μέλη του σώματός της έβγαινε μια άρρητη ευωδία. Με ένα δε απαλότατο μειδίαμα και ανεπαίσθητο στα χείλη η Ελπίς είπε στον δικαστή: «Εσύ, μιαρέ φο­νιά, νομίζεις πως με τα βασανιστήρια θα με αποδυναμώσεις· εγώ όμως, τονωμένη και δυναμωμένη από τον Χριστό μου, έχω τη βεβαιότητα ότι Εκείνος εσένα θα σε αποδυναμώσει και θα σε αποδείξει άπρακτο. Εσένα που κήρυξες πόλεμο σε μια γυ­ναίκα, και μάλιστα πολύ νεαρή, η οποία δεν έχει καμιάν άλλην αρωγή και στήριγμα, παρά μόνο τον αψευδή Θεό».
Ο δικαστής έγινε έξω φρενών από τα λόγια αυτά της Μάρ­τυρος. Έτσι λοιπόν πρόσταξε να γεμίσουν ένα λέβητα με πίσ­σα και ρητίνη (=ρετσίνι) και, αφού πρώτα τον θερμάνουν μέ­χρι που αυτά να κοχλάσουν, να ρίξουν την Αγία μέσα σ’ αυτόν. Με την επέμβαση όμως, ως συνήθως, του Θεού ο λέ­βητας διαλύθηκε σαν κερί από το πυρ, ενώ το κοχλαστό μείγμα της πίσσας και της ρητίνης χύθηκε απότομα έξω και κατέκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες που στέκονταν ολόγυρα.
Αλλά, ακόμη και ύστερα από αυτά, εκείνος ο τυφλός στον νου δικαστής δεν μπορούσε να καταλάβει ποιά ήταν η δύνα­μη που επιτελούσε τα θαύματα. Όθεν, αν και σε όλα όσα αυτός έπραξε, αποκόμισε την ήττα, νικήθηκε δηλαδή, βρισκόμενος σε αμηχανία πλέον και ωσάν βέβαια να έπραττε εκείνο που η Μάρτυς επιθυμούσε, αποφάσισε την διά ξίφους θανά­τωσή της. Πήρε δηλαδή την ίδια απόφαση που είχε πάρει και για την αδελφή της.
Μόλις η Ελπίς άκουσε την απόφαση του δικαστή, ζήτησε και αυτή επίσης, όπως είχε πράξει και η αδελφή της, την εξόδια μητρική προσευχή, ενώ παράλληλα υποκινούσε και ξεσήκωνε προς αγώνες την τρίτη και τελευταία κατά σειρά αδελφή, την Αγάπη, παρέχοντας τον εαυτό της ως ασφαλές υπόδειγμα και επιβεβαιώνοντας την αξιοπιστία των λόγων της από τα βασανι­στήρια που η ίδια υπέστη. Όταν δε η Μάρτυς οδηγήθηκε στον τόπο της τελειώσεώς της, είδε καταγής το λείψανο της πρώτης αδελφής. Αμέσως έπεσε πάνω σ’ αυτό και το αγκάλιαζε και το καταφιλούσε· και από ένα μέρος τιμούσε το λείψανο αυτό ως λείψανο αγίας, από το άλλο συγκινήθηκε, ως αδελφή της και εκδήλωσε με δάκρυα τον πόνο της. Φέρνοντας όμως στη σκέψη της το γεγονός ότι η αδελφή της υπήρξε Μάρτυς, ο πόνος της μεταβλήθηκε πάλι σε απερίγραπτη χαρά και αγαλλίαση. Διότι πώς θα μπορούσε να χύνει δάκρυα για την Αγία, την αδελφή της, προς την οποία και έσπευδε ήδη με τον ίδιο τρόπο τελευτής; Δέ­χθηκε λοιπόν και η Ελπίς τον διά ξίφους θάνατο, και πορεύτη­κε την ωραία πορεία, την μακαρία όντως οδό, η οποία είναι επι­θυμητή σε όλους τους χριστιανούς, αλλά λίγοι τη βρίσκουν.

Μαρτύριο και τελείωση της οκτάχρονης Αγίας Αγάπης (17 Σεπτεμβρίου)


Ο άνομος δικαστής έφτασε πλέον στην έσχατη αμηχανία και δεν μπορούσε να υποφέρει τον καταφανή εξευτελισμό του. Υπήρχε όμως και η τρίτη κατά σειράν κόρη της Σοφίας, η Αγάπη· είχε δε την ελπίδα πως αυτήν θα τη νι­κούσε, και την ελπίδα του αυτή τη στήριζε στο γεγονός ότι η Αγάπη ήταν πολύ νέα στην ηλικία, και έτσι νόμιζε πως θα μπορούσε εύκολα να την πείσει. Πρόσταξε λοιπόν και την οδήγησαν ενώπιον του· και αφού της έκανε μερικές ερωτήσεις, της είπε και λόγια κολακευτικά, που θα μπορούσαν να την πείσουν. Η Αγάπη όμως του είπε: «Μη σε ξεγελάει το νε­αρό της ηλικίας μου και νομίζεις πως θα με εξαπατήσεις εύκολα με τα λόγια σου και θα με παγιδέψεις. Μετά από λίγο θα σε διδάξει η πείρα ότι εγώ είμαι βλαστός από την ίδια ρίζα και γέννημα από τη μία εκείνη γαστέρα, από την οποία προήλθαν και οι δύο άλλοι βλαστοί, δηλαδή οι δύο προηγού­μενες κόρες, πείρα των οποίων ήδη έχεις λάβει. Και βέβαια εγώ τις αδελφές μου δεν θα τις ντροπιάσω, ούτε θα διαψεύσω την ευγένεια του γένους μας· αλλά μάλλον και θα τις ξεπεράσω κατά την καρτερία, και μάλιστα τόσο, όσο πλεονεκτώ κατά την πείρα, αφού είμαι διδαγμένη και ξέρω από αυτές ότι θα έχω τη βοήθεια του Χριστού».
Την παρρησία όμως της Αγάπης δεν την ανέχτηκε ο μια­ρός δικαστής. Για τούτο πρόσταξε να την κρεμάσουν από ένα ικρίωμα και να την τεντώσουν με ιμάντες από κάθε μέρος τό­σο πολύ, ώστε με τη σφοδρότητα της εντάσεως εκείνης να διασπώνται οι αρθρώσεις των μελών από τη φυσική τους σύνδε­ση. Αλλ’ όμως η δύναμη του Θεού, που συμπαραστάθηκε στις άλλες αδελφές, ήταν και μαζί μ’ αυτήν και τη διατηρούσε σώα και άβλαβή. Λοιπόν, ανάφτηκε και γι’ αυτήν κάμινος με χρήση κάθε είδους καύσιμης ύλης, ύστερα από προσταγή του μυαρού δικαστή, ο οποίος ήταν ήδη πολύ αναμμένος από την οργή του. Προτού όμως να ρίξουν τη Μάρτυρα στην κάμινο, της είπε: «Βλέπεις το πυρ που καίγεται εναντίον σου; Δεν θα μπορέσεις με κανέναν άλλο τρόπο να αποφύγεις την απειλή του, παρά μόνον αν σπεύσεις να εκτελέσεις χωρίς καμιά πρό­φαση το προσταζόμενο. Εγώ μάλιστα θα σου συμπεριφερθώ και πιο φιλάνθρωπα. Πες λοιπόν απλά και μόνο “μεγάλη η Άρτεμη”, και αμέσως θα απαλλαγείς από κάθε κατηγορία». Η Μάρτυς όμως του είπε: «Μη γένοιτο· μακριά από μένα αυτό. Εγώ μήτε θα διαπράξω ποτέ με λόγο κατιτί το ανόσιο και άπρεπές, μήτε θα ρυπάνω τη γλώσσα μου με τέτοια φρά­ση, που είναι αλλότρια από την πίστη στον δημιουργό του πα­ντός, στον μόνο και αληθινό Θεό».
Και τί έγινε μετά; Ο ανόσιος εκείνος δικαστής άφησε τα λόγια και έπραξε αυτό που είχε προστάξει υπό το κράτος μεγάλης οργής: έδωσε εντολή στους δημίους να ρίξουν με ορμή τη Μάρτυρα στο πυρ. Εκείνη όμως πρόλαβε όχι μόνο τους δημίους, αλλά σχεδόν και αυτό τούτο το πρόσταγμα, και πήδησε μόνη της στη μέση της φλόγας, ωσάν σε νερά θερμά και πολύ ευχάριστα λουτρά. Και τότε συνέβη το εξής θαυμα­στό: η φλόγα διασκορπίστηκε πάραυτα και κατέκαψε τους ειδωλολάτρες που στέκονταν ολόγυρα. Αλλά το πυρ εκείνο έφτασε και ως τον ίδιο τον δικαστή και του προκάλεσε πολλά εγκαύματα. Και τούτο έγινε αφενός για να ελεγχθεί η ασέβειά του και αφετέρου, για να μην έχει καμιά αμφιβολία, αλλά να χρησιμοποιεί τον εαυτό του ως μάρτυρα της δυνάμεώς του Θεού. Τοιουτοτρόπως οι πράξεις των ασεβών καταισχύνο­νταν, ενώ ο Θεός διά της Μάρτυρός Του δοξαζόταν.
Το μέρος του σώματος του δικαστή, που το είχε αγγίξει η φλόγα, βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Έτσι λοιπόν αυτός έστειλε κάποιους να του φέρουν ενώπιόν του την Αγία. Οι αποσταλέντες όμως έβλεπαν κάποιους λευκοφορούντες, ευπαρουσίαστους και πολύ χαριτωμένους άνδρες, οι οποίοι και μόνο με τη μορφή τους μπορούσαν να προκαλούν την έκπληξη και τον θαυμασμό, προσέτι δε αυτοί θεάθηκαν και πολλές φορές μέσα στην κάμινο, συναναστρεφόμενοι με τη μακαριστή Αγάπη και αναπέμποντες μαζί μ’ αυτήν προσευ­χές στον Θεό. Όταν λοιπόν οι απεσταλμένοι του δικαστή επιχείρησαν να πιάσουν τη Μάρτυρα και να τη βγάλουν έξω, για να την οδηγήσουν ενώπιόν του, παρέλυσαν τα δεξιά τους χέ­ρια· και επειδή δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν τίποτε περισσότερο, φώναζαν προς αυτήν: «Έβγα από την κάμινο, δούλη του Θεού· σε καλεί ο δικαστής».
Όταν λοιπόν η Μάρτυς βγήκε από τη φωτιά άθιχτη και απολύτως αβλαβής, ο δυσσεβής δικαστής, καίτοι είχε μισοκαμένο ακόμα το σώμα του και μπορούσε και από μόνος του να είχε συνετιστεί, έχοντας στα μάτια της διάνοιάς του παχύ το νέφος της ψυχής του, παρέμενε καταφανώς ανόητος και ασύνετος. Για τούτο και πάλι προέβη σε τιμωρίες κατά της Μάρτυρος. Πρόσταξε λοιπόν να τρυπήσουν πέρα ως πέρα τα μέλη του σώματός με περόνια. Επειδή όμως η Μάρτυς, έχο­ντας παντελώς στραμμένη τη σκέψη της στον Θεό, λίγο νοια­ζόταν για τα βασανιστήρια, ή και καθόλου, ο δικαστής αποφάσισε και γι’ αυτήν τη διά ξίφους θανάτωση.
Μόλις η γενναία και με ανδρικό φρόνημα νεάνιδα άκουσε αυτή την απόφαση και λογαριάζοντας το γεγονός αυτό σαν σφραγίδα και ασφάλεια της προς Θεόν ομολογίας, ομολο­γούσε τη μεγάλη της ευγνωμοσύνη προς Αυτόν, λέγοντας: «Ευχαριστώ Σέ, παναγία Τριάς, μία θεότης, μία δόξα, μία δύναμις, διότι και εμένα την ελάχιστη με ανέδειξες άξια του ουράνιου νυμφώνα Σου και με συναρίθμησες με τις αδελφές μου, που μαρτύρησαν για Εσένα. Να ευδοκήσεις δε, πανά­γαθε Θεέ μου, μετά την τελευτή μου, να επιζήσει η μητέρα μου σ’ αυτόν τον άθλιο βίο, ώστε να επιτελέσει για εμάς τις θερα­παινίδες Σου τα καθιερωμένα και αρμόζοντα».
Αυτά είπε στην προσευχή της η Αγάπη. Ακολούθως η θαυμάσια μητέρα της θαυμάσιας κόρης έκανε γι’ αυτήν μία προσευχή. Όχι βέβαια για να τη βλέπει ζωντανή· ούτε για να ζήσει μακρό χρόνο, αποφεύγοντας τον θάνατο, ώστε να μπο­ρεί να την έχει παραμυθία και ελπίδα και στήριγμα στα γηρα­τειά της, αφού οι δύο άλλες της κόρες είχαν αποκεφαλιστεί. Τίποτε τέτοιο, ούτε το ζήτησε στην προσευχή της ούτε το θέλη­σε· διότι έκρινε ότι αυτά ήταν μητέρων που δεν είχαν γενναιό­τητα και που προσέβλεπαν μόνο στον παρόντα βίο. Ώστε σύμ­φωνα με την πρόθεσή της δέχθηκε και την τελείωση· και τις κα­λές πράξεις τις ακολούθησε και καλό τέλος. Για τούτο η Σο­φία, εμψυχώνοντας την κόρη της Αγάπη προς τον θάνατο και στηρίζοντάς την και ενθαρρύνοντάς την στην πορεία της προς το τέλος του δρόμου, έλεγε προς αυτήν: «Εύγε, κόρη μου· ω φυτό της γαστέρας μου όντως ευλογημένο! ω εσύ που τίμησες τους γονείς σου! ω εσύ που δόξασες με τα μέλη σου τον Θεό! Ποιός δεν θα σε επαινέσει για την ανδρεία σου; Ποιός για την καρτερία σου; Ποιός για τη σταθερότητά σου; Πήγαινε λοιπόν προς τον κοινό Δεσπότη, προς τον νυμφώνα τον άφθαρτο, προς τη μακαρία όντως ανάπαυση· πήγαινε να λάβεις τις αμοιβές των άθλων σου. Τί ωραία που βλέπω τους αγγέλους να χαί­ρονται και να αναμένουν την τελείωσή σου! Ω εγώ, με ποιες τρεις θυγατέρες έχω τιμήσει την αγία Τριάδα! Ποια δώρα, ποια θύματα (=σφάγια) προσέφερα σ’ Αυτήν!». Τέτοιες ευχές και τέτοια λόγια προσέφερε ως εφόδιο στην κόρη της η καλή εκείνη μητέρα, και την προέπεμψε στην ποθούμενη οδό.
Όταν λοιπόν, η μακαριστή Αγάπη έφτασε στον τόπο της εκτελέσεως, πρότεινε τον αυχένα της στον δήμιο και υπέστη προθύμως τον υπέρ Χριστού θάνατο. Η Σοφία δε, η μητέρα της, αγκάλιασε το ιερό της σώμα και το φιλούσε με πολλή αγάπη και ευλάβεια. Ακολούθως η γενναία αυτή μητέρα, πράττοντας εκείνο που επιβαλλόταν από τη φύση και τη σύνεση, ευωδίασε με μύρα το σώμα και το περιτύλιξε με λαμπρά και πο­λυτελή σάβανα, όπως έπρεπε να πράξει μια μητέρα και φιλομάρτυς· και αφού επιτέλεσε όλα τα καθιερωμένα για τέτοια λείψανα, το ένωσε με τα λείψανα των δύο άλλων θυγατέρων της και εν συνεχεία τα εναπέθεσε και τα τρία μαζί σε έναν ολό­λαμπρο Ναό, τον οποίο εκείνη είχε χτίσει πρωτύτερα. Τοιου­τοτρόπως η Σοφία, η όντως φιλόχριστος αυτή μητέρα, δώρισε στους χριστιανούς έναν πλούτο ανεκτίμητο και έναν αδαπάνητο θησαυρό, προς ίαση ψυχής και σώματος, απρόσκοπτο βίο, οικείωση προς τον Θεό· θησαυρό δυνάμενο να παρέχει πλούσιες τις δωρεές και ευλογίες στους προσερχόμενους με πίστη και ζητούντες βοήθεια.

(Συμεών του Μεταφραστού, Η άθληση και το μαρτύριο των Αγίων Αγάθης, Βαρβάρας, Ευφημίας, Θέκλας, Ιουλιανής, Σοφίας και των θυγατέρων αυτής, εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 164-168. Μετάφραση Γεωργίου Παπαδημητρόπουλου, Θεολόγου, Φιλολόγου-Λυκειάρχου)


Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Μνήμη της Αγίας Κωνσταντίας Προστάτιδος της Πάφου



site analysis



15904Η Αγία Κωνσταντία καταγόταν από την Πάφο και σύμφωνα με την αναφορά του Αγίου Ιερωνύμου Ιππώνος, στο βιβλίο του «Εις το περί εκκλησιαστικών συγγραφέων βιβλίον», υπήρξε μαθήτρια του Αγίου Ιλαρίωνα του Μεγάλου, του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου, και ο οποίος ασκήτεψε στην Κύπρο και μάλιστα στο χωριό Επισκοπή της Πάφου.
Μετά τον θάνατό του Οσίου Ιλαρίωνα, η αγία Κωνσταντία παρέμεινε στο ασκητήριο, όπου και ο τάφος του Οσίου. Εκεί, με αγώνες ασκητικούς προσπαθούσε να μιμηθεί τον άγιο Ιλαρίωνα, προσευχόμενη αδιάλειπτα και αγωνιζομένη για την ψυχική της τελείωση. Με την πίστη της και τις πρεσβείες του αγίου Ιλαρίωνος αξιώθηκε να κάνει, με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματο θαύματα για την πνευματική ωφέλεια των πονεμένων ανθρώπων.
Για την Αγία Κωνσταντία γίνεται μνεία και από τον χρονογράφο Κυπριανό ενώ ο Κύπριος λόγιος Στέφανος Λουζινιάνος (16ου αιώνα μ.Χ.) αναφέρει ότι η Αγία Κωνσταντία εθεωρείτο προστάτιδα της Πάφου. Ο Στάφανος Λουζινιανός γράφει επίσης τα εξής για την Αγία Κωνσταντίνα:
«Η Κωνσταντία, πολύ ευγενής κυρία της πόλεως Πάφου, υπήρξε μαθήτρια του Αγιοτάτου Πατρός Ιλαρίωνος, η οποία απέθανεν από αφόρητον λύπην, όταν ήκουσε τον θάνατον του κυρίου της και πως το σώμα του εκλάπη από μαθητήν του. Αξιέπαινος η πιστή αγάπη της: όχι μόνον ηγάπησε τον κύριον της ενόσω έζη, αλλά και του απέδιδεν άκραν αγάπην και μετά τον θάνατόν του».
Η Αγία Κωνσταντία έχει πλήρη ακολουθία στα Κύπρια Μηναία και στο απολυτίκιό της ονομάζεται «Προστάτιδα της Πάφου».
Ας έχουμε την ευχή της όλοι οι πιστοί και ιδιαίτερα οι εκ Πάφου αδελφοί μας όπου γης.
Του Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου
Πηγή churchofcyprus.org.cy

Η «Μάνα των πονεμένων» που ανακάλυψε το σκήνωμα του Αγίου Εφραίμ



site analysis



Θεωρείται το σημαντικότερο ίσως προσκύνημα της Αττικής. Η υπερχιλιετής ιστορία του (10ος αιώνας), που αναβλύζει Ορθοδοξία και πνευματικότητα στο πέρασμα των αιώνων, καθηλώνει ακόμα και τον πιο αδιάφορο επισκέπτη.
Εκεί μαρτύρησε ένας μεγάλος νεοφανής Αγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ο Αγιος Εφραίμ.
Οι Οθωμανοί κατακτητές τον υπέβαλλαν σε πλήθος φρικτών βασανιστηρίων και στο τέλος τον κρέμασαν ανάποδα καρφώνοντάς τον με σουβλερά καρφιά σε μία μουριά, που διασώζεται στις ημέρες μας, στον περιβάλλοντα χώρο του μοναστηριού.
Ο λόγος για τη γυναικεία πλέον (τα παλαιά χρόνια ήταν ανδρική) Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ που δεσπόζει στο όρος των Αμώμων (η τωρινή Νέα Μάκρη).
Στη μονή φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού ένας τεράστιος πνευματικός θησαυρός, τα λείψανα του Αγίου Εφραίμ. Ομως δεν θα υπήρχαν αν δεν τα είχε ανακαλύψει με θαυματουργικό τρόπο (το 1950) η μακαριστή ηγουμένη Μακαρία Δεσύπρη.
Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέχθηκε από τον Θεό να μας αποκαλύψει το ιερό θησαύρισμα, τη μεγάλη ευλογία με τη «ζωντανή» παρουσία του Αγίου Εφραίμ.
Η μακαριστή Μακαρία (κατά κόσμον Μαργαρίτα) γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1911 στο χωριό Φαλατάδο του αγιασμένου τόπου της Τήνου.
Από πολύ μικρή έδειξε την ξεχωριστή κλίση της προς την Εκκλησία, την άφθονη αγάπη και την αμέριστη βοήθεια προς τους συνανθρώπους της.
Σε ηλικία μόλις 19 ετών επέλεξε με ζήλο τον μοναστικό βίο. Τα πρώτα δύο χρόνια υπήρξε (ως είθισται) δόκιμη.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής παρηγορούσε και έδινε κουράγιο στις κρατούμενες των Γυναικείων Φυλακών Αβέρωφ, φροντίζοντας τα παιδιά τους.
Το καλοκαίρι του 1945 ανηφόρισε για την ερειπωμένη ανδρική μονή στο όρος των Αμώμων.
Εγκαταστάθηκε εκεί, έζησε όμως, όπως γίνεται αντιληπτό, κάτω από πολύ άσχημες και αντίξοες συνθήκες μέσα στα ερείπια.
Σύμφωνα με προσωπικές μαρτυρίες της, τη νύχτα έπλεκε κάλτσες «διά να προσπορίζεται τα προς το ζην» και την ημέρα «ξέθαβε» τα ερείπια για να βρει τα κελιά των μοναχών ώστε να τα ανοικοδομήσει.
«Πρώτη φορά επισκέφθηκα τη μονή ως μαθητής το 1975, 40 χρόνια πριν. Με πρωτοπήγαν οι γονείς μου να προσκυνήσω τον νεοφανή Αγιο. Τότε, θυμάμαι, τελείωνα το δημοτικό σχολείο. Συνδέθηκα πολύ στενά με τη μακαριστή, εγώ ήμουν βέβαια ένα παιδάκι. Μπορώ να πω ότι έπειτα, η αιτία που πήγαινα στη μονή δεν ήταν μόνο ο Αγιος Εφραίμ, αλλά και η μακαριστή Μακαρία. Εξέπεμπε μια “βαθιά” αγάπη, ήταν πολύ συναισθηματικός και εγκάρδιος άνθρωπος. Είχε σπάνια χαρίσματα. Αντίθετα, ήταν προσηνής και ασχολούνταν συνεχώς με τα προβλήματα των ανθρώπων. Με στήριξε στα σχολικά και τα πρώτα ιερατικά χρόνια μου. Με επηρέασε καταλυτικά ώστε να χειροτονηθώ. Ηταν η πηγή έμπνευσής μου για να γίνω κληρικός και να υπηρετήσω την Εκκλησία» αναφέρει στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Θεοδωρόπουλος, ένας ιερέας που έχει νιώσει από κοντά τον ανθρώπινο πόνο αφού, μεταξύ άλλων, είναι και εφημέριος στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Γιατί όμως κατέχει ξεχωριστή θέση (η μακαριστή) στην καρδιά και τη συνείδηση χιλιάδων πιστών; «Είχε μεγάλη συμπόνια για τα βάσανα και τους καημούς του κόσμου. Παρακαλούσε τον Αγιο για πολλά θαύματα. Κρατούσε προσευχόμενη ένα κουτάκι που είχε ένα τεμάχιο ιερού λειψάνου του Αγίου. Γενικότερα, είναι γνωστή ως Οσία Μακαρία».
«Μου είχε προφητεύσει όλη μου τη ζωή! Είχε πει ότι θα γίνω πρωτοσύγκελλος»
Ο πατήρ Φιλόθεος συνεχίζει ενθυμούμενος μνήμες και εμπειρίες από την πολύτιμη συναναστροφή του με τη μακαριστή: «Μου έλεγε χαρακτηριστικά: “Εμείς θα συνδεθούμε διαφορετικά”. Αναρωτιόμουν τι εννοούσε. Η απάντηση ήρθε το 1993, όπου έγινα πνευματικός στη μονή. Μου είχε πει τότε να αναλάβω την εξομολόγησή της. Της είπα: “Γερόντισσα, εγώ είμαι το παιδί σας”. Το αισθανόμουν αυτό που έλεγα γιατί μεγάλωσα κοντά της χωρίς υπερβολή. Εκείνη όμως επέμεινε. Με την ευλογία της είμαι μέχρι και σήμερα στη μονή με την ιδιότητα του πνευματικού. Μου προφήτευσε όλη μου τη ζωή, για παράδειγμα μου είχε πει ότι θα πάω στη Μητρόπολη Θηβών και θα γίνω πρωτοσύγκελλος. Είχε το προορατικό χάρισμα».
Η μακαριστή επαληθεύτηκε, αφού ο πατήρ Φιλόθεος βρέθηκε στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρίου Ιερωνύμου (τότε Μητροπολίτου Θηβών) ως πρωτοσύγκελλος επί μία εικοσαετία στην περιοχή της Βοιωτίας μέχρι το 2008.
Η μεγάλη στιγμή στη ζωή της μακαριστής Μακαρίας ήταν στις 3 Ιανουαρίου του 1950.
Εκείνη την αλησμόνητη ημέρα άκουσε μία φωνή να της λέει έντονα: «Σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό που επιθυμείς». Τότε ζήτησε παρακλητικά από έναν εργάτη να αρχίσει το σκάψιμο στο συγκεκριμένο σημείο. Εκείνος αρχικά δεν συμφωνούσε, αλλά τελικά υπέκυψε με απροθυμία στη βούληση της μοναχής. Επειτα από λίγη ώρα εμφανίσθηκε περίπου στο 1 μέτρο και 70 εκατοστά μέσα στη γη το σκήνωμα του αγίου. Αμέσως αναδύθηκε πρωτόγνωρη ευωδία σε όλο το μέρος. Η Μακαρία, αισθανόμενη την αγία παρουσία, γονάτισε με ευλάβεια και ασπάσθηκε το σκήνωμα, ενώ κατάλαβε ότι πρόκειται για κληρικό βλέποντας το στρίφωμα του μανικιού του ράσου στα χέρια του. Ηταν ο Αγιος Εφραίμ, μία συγκλονιστική ανακάλυψη για την Ορθοδοξία μας. Σίγουρα η ηγουμένη δεν επιλέχθηκε κατά τύχη να ανακαλύψει τον πολύτιμο πνευματικό θησαυρό.
Αναμένεται να προταθεί άμεσα για αγιοκατάταξη
Το 1999 σε ηλικία 88 ετών η «Μητέρα Μακαρία» με την οσία μορφή «πέταξε» για τον ουρανό στις 23 Απριλίου, στην εορτή του Αγίου Γεωργίου, όπως και είχε η ίδια προβλέψει και το είχε ανακοινώσει σε αρκετούς πιστούς.
Ο τάφος της αποτελεί πόλο έλξης των πιστών, ενώ στη συνείδηση του κόσμου είναι μία Αγία, που είναι και το σπουδαιότερο.
Συνεχώς ακούγονται φωνές από τον ευσεβή λαό που επιθυμεί διακαώς της αγιοκατάταξή της.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Ορθόδοξης Αλήθειας», στο επόμενο διάστημα ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κηφισίας κύριος Κύριλλος θα την προτείνει προς αγιοκατάταξη, υποβάλλοντας σχετικό υπόμνημα προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
«Τις προάλλες είχε έρθει στη μονή ο Μητροπολίτης Μόρφου κύριος Νεόφυτος από την Κύπρο, ο οποίος ανέφερε ότι είχε πνευματικό τον γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη.
Επειτα από ερώτηση του μητροπολίτου αν υπάρχουν αγίες γυναίκες, ο γέροντας του απάντησε: «Γνώρισα τρεις, μία από αυτές ήταν η Μακαρία του Αγίου Εφραίμ» αναφέρουν μοναχές του εν λόγω μοναστηριού που επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.
Τονίζουν ότι δεν ξεχνούν την ευωδία που απέπνεαν τα ρούχα της και το πρόσωπό της, ενώ όταν κοιμήθηκε ευωδίασε το δωμάτιο, με τους γιατρούς να τα χάνουν και να αδυνατούν να εξηγήσουν τι συμβαίνει. Το λείψανό της ήταν ζεστό και εύκαμπτο για τρεις ολόκληρες ημέρες.
Η «Μητέρα Μακαρία» ή «Μάνα των πονεμένων», όπως αποκαλείται χαρακτηριστικά από τους εκατοντάδες πιστούς που συρρέουν στον τάφο της για να μοιραστούν τον πόνο τους και τα προβλήματά τους, υπήρξε σπουδαία φιλάνθρωπος.
Συντηρούσε, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, έως το 1980 ορφανοτροφείο με περίπου 70 παιδιά στα οποία παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και εκπαίδευση, αλλά κυρίως αγάπη και θαλπωρή.
Αν και δεν είχε πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση πατερικών κειμένων, αλλά και δεκαεξάτομη καταγραφή των θαυμάτων του αγίου.
Η σχέση της με τον Κόντογλου, τα οστά του οποίου είναι στη μονή
Είχε μεγάλο πνευματικό σύνδεσμο με τον Φώτη Κόντογλου.
Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά ο σπουδαίος λογοτέχνης και αγιογράφος τον Μάη του 1964 στον «Εσπερινό» του για το αγαπημένο μοναστηράκι της Παναγιάς: «Αγιασμένος είναι όλος εκείνος ο τόπος. Βγαίνει να μας καλωσορίσει η ηγουμένη Μακαρία, μορφή οσία. Το σεμνό πρόσωπό της ακτινοβολά μέσα στο μαύρο ράσο. Αληθινή και άξια νύμφη του Χριστού, λάμπει από τη χαρά που χαρίζει ο Κύριος σε κείνους που τον αγαπήσανε περισσότερο από γονείς και αδελφούς. Η πίστη και η προσευχή της έκαναν ν' ανθίσει η ξερή έρημος σαν κρίνος. Νεότατη κι ολομόναχη ήρθε πριν από χρόνια σε τούτο το έρημο και άγριο μέρος και κάθισε μέσα στα ερείπια που φωλιάζανε τα τσακάλια. Επί μήνες δεν έβλεπε άνθρωπο».
Συνεχίζοντας, ο Φώτης Κόντογλου συμπληρώνει: «Η γλυκιά και ήσυχη Μακαρία τράβηξε κοντά της κάμποσες νέες μοναχές που αφοσιωθήκανε σ' αυτή. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά μέσα στη φτωχή φωλιά τους βρήκανε καταφύγιο και άλλα πουλάκια του Θεού, 15 ορφανά, από 1 έως 18 χρονών. Ω πλούσια φτώχεια, που ντροπιάζεις τον φτωχό πλούτο, που έχουν οι πλούσιοι!».
Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει φιλοτεχνήσει πρώτος την εικόνα του Αγίου Εφραίμ, ενώ έπειτα από δική του επιθυμία τα οστά του φυλάσσονται στο μοναστήρι.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Η ΑΦΑΝΗΣ ΤΥΦΛΗ ΑΓΙΑ ΑΣΠΑΣΙΑ



site analysis



Η ΑΦΑΝΗΣ ΤΥΦΛΗ ΑΓΙΑ ΑΣΠΑΣΙΑ
Σε μια κωμόπολι της βορείου Ελλάδος ζούσε μια κοπέλα τυφλή , ονόματι Ασπασία. Ήταν ορφανή, πολύ φτωχή και εγκαταλελειμμένη απ’ όλους γι’ αυτό και μεγάλωσε χωρίς να μπορέση να μάθη γράμματα.
Ήταν περίπου 18-20 ετών , όταν πέρασε κάποιος ιεροκήρυκας της μητροπολιτικής περιφερείας και την είδε, την πήρε μαζί του και την έβαλε στη Σχολή Τυφλών στη Θεσσαλονίκη κι έτσι έμαθε ανάγνωσι δια της αφής κατά το σύστημα των τυφλών. Εν συνεχεία, αφού έμαθε καλώς να διαβάζη, της χάρισε και μια Καινή Διαθήκη , γραμμένη στην ίδια γλώσσα, στη γλώσσα των τυφλών.
Άρχισε λοιπόν η κοπέλα να τη διαβάζη ψηλαφώντας τη με τα δάχτυλα. Κι όσο τη μελετούσε, τόσο και μάθαινε τι ήταν ο Χριστός και τι έκανε γι’ αυτήν προσωπικά καθώς και για ολόκληρο τον κόσμο. Και όσο μάθαινε, τόσο γαλήνευε και τόσο ειρήνευε η ταραγμένη της καρδιά. Ο πόνος από τα τόσα βασανιστικά χρόνια που πέρασε, μαλάκωσε μέσα από τη μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά γέμισε από χαρά και ειρήνη. Πλημμύρισε από ευτυχία. «Βρήκα τη χαρά, έλεγε. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της ψυχής μου κι αν λείπουν τα μάτια του σώματος, δεν με πειράζει. Με τα μάτια της ψυχής μπορώ να δω όλο τον κόσμο». Έβλεπε το φως του Θεού σε κάθε Θεία Λειτουργία και εχαίρετο. ( Εμείς που είμαστε «ανοιχτομάτηδες» το βλέπουμε αυτό το Φως;…) .
Κάποτε όμως έπαθε μια φοβερή δερματική νόσο που επρόσβαλε ακόμη και τα χέρια της, τα οποία «κάηκαν» , με αποτέλεσμα να χάση από τα δάχτυλά της την αφή. Δεν μπορούσε πλέον να ψηλαφήση την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο ιερό βιβλίο.
Η λύπη της και ο πόνος της ήταν απερίγραπτος . Έκλαιγε μέρα-νύχτα. Είχε χάσει τη δυνατότητα να παίρνη δύναμι και χαρά μέσα από το άγιο Βιβλίο. Της είχε μείνει όμως η προσευχή. Διότι, όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, στη Σχολή τυφλών ένας Αγιορείτης μοναχός, της δίδαξε τον τρόπο πώς να λέγη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Έκανε λοιπόν πολλή προσευχή , για να δώση ο Ιησούς Χριστός μια καλή λύσι. Και ο Θεός απάντησε.
Μια μέρα πήρε με λαχτάρα το ιερό Βιβλίο , την Καινή Διαθήκη, και το έφερε στο στόμα της, για να ασπαστή τα γράμματά του, που αυτά τα γράμματα , μας μεταφέρουν τη σοφία του Θεού, τη λύτρωσι και τη σωτηρία. Και τότε ανακάλυψε κάτι παράξενο: κατάλαβε ότι μπορούσε να διαβάζη την γραφή των τυφλών με τα χείλη της! Και ξαναγέμισε η ζωή της χαρά, που της την έδινε πάλι η μελέτη του λόγου του Θεού. Και μέσα απ’ αυτή την παράδοξη μελέτη, ήλθε η δοξολογία, ήλθε η ευχαριστία, ήλθε η ζώσα προσευχή.
Μελετούσε και ύστερα έκανε προσευχή μετά δακρύων για όσους είχαν τα ίδια προβλήματα με σωματικές αναπηρίες και ασθένειες και ιδιαιτέρως προσευχή για όσους ήσαν τυφλοί στην ψυχή από την αμαρτία. Με την προσευχή της έβλεπε το θρόνο του Θεού και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για τους πτωχούς , τα ορφανά, τους ανέργους, τους αστέγους, για όλους τους ασθενείς. Για τους καλούς και τους κακούς, για τους αγαθούς και πονηρούς, για τους δικαίους και αδικουμένους, αλλά και για εκείνους που εξακολουθούν να αδικούν τον κόσμο… για τους άρχοντας και τους αρχομένους. Όλοι τους να φωτιστούν κι όλοι τους να δουν το Φως το αληθινό, τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου!
Κάποτε, αρρώστησε βαρειά. Εξομολογήθηκε για τελευταία φορά και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων. Και ζήτησε την Καινή Διαθήκη, είπε να την ανοίξουν και ανοιχτή να της την ακουμπήσουν στα χείλη της.
Άπλωσε τα χέρια της η Ασπασία και την κράτησε γερά, αλλά ξεψυχισμένα. Οι οικείοι της κατά Θεία Πρόνοια την άνοιξαν στο Α΄ κεφάλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Και επαναλαμβάνοντας συνεχώς το «Εν αρχή ην ο Λόγος ,και ο Λόγος ην προς τον Θεόν», πέταξε η ψυχούλα της ψηλά στον ουρανό, ενώ συγχρόνως πλημμύρισε το δωμάτιό της με άρρητη γλυκύτατη ευωδία.
Είναι κι αυτή μια αφανής αγία!…
Από το βιβλίο: «ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ
ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΠΟΡΕΙΑ»
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ
ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 2011
ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΟΥ ΓΥΝ. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ
«ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»
ΣΕΡΓΟΥΛΑ ΔΩΡΙΔΟΣ 2011

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

ΤΑ 8 ΨΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΜΦΤΩΧΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ… ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΔΑΚΡΥΣΕΙΣ!



site analysis
grioula


Σίγουρα η αγάπη που νιώθει μία μάνα για το παιδί της, δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο είδος αγάπης. Παρά τις όποιες δυσκολίες και τα εμπόδια, οι μανάδες πάντα καταφέρνουν να βάλουν πρώτα τα παιδιά τους, ακόμη και αν οι ίδιες καταλήξουν…τελευταίες.
Στην ιστορία που ακολουθεί μια μητέρα έπρεπε να πει αρκετά ψέματα στο γιο της για να τον μεγαλώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και τώρα που αποκαλύφθηκε η αλήθεια, η ιστορία της έγινε παγκοσμίως γνωστή.
Έχετε κάνει ποτέ κάτι παρόμοιο για τα παιδιά σας ή θα το κάνατε αν χρειαζόταν; Αν πιστεύετε ότι οι μητέρες αξίζουν μόνο σεβασμό και θαυμασμό, διαβάστε την παρακάτω ιστορία και θα αλλάξετε γνώμη….
Η ιστορία ξεκίνησε όταν ήμουν παιδί. Η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή και ποτέ δεν είχαμε αρκετό φαγητό. Η μητέρα μου πάντα μου έδινε το δικό της πιάτο κι έλεγε «Φάε αυτό το ρύζι γιε μου εγώ δεν πεινάω». Αυτό ήταν το πρώτο ψέμα της μητέρας μου.
Καθώς μεγάλωνα, η μητέρα μου περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της, ψαρεύοντας σε ένα ποτάμι. Έτσι από τα ψάρια που έπιανε, θα μπορούσε να μου προσφέρει ένα καλύτερο φαγητό για την ανάπτυξή μου. Καθώς έτρωγα, κάθονταν δίπλα μου και έτρωγε και αυτή ότι κρέας έμενε στα κόκαλα. Όταν της πρόσφερα από το φαγητό μου, έλεγε «Φάε το φαγητό σου γιε μου, δεν μου αρέσουν εμένα τα ψάρια»..
Αυτό ήταν το δεύτερο ψέμα
Αργότερα για να μπορέσω να σπουδάσω, έψαξε και βρήκε μία δεύτερη δουλειά. Ανακύκλωνε παλιά κουτιά από χαρτόνι και αυτό της έδινε κάποια επιπλέον χρήματα για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ξύπνησα και την βρήκα με ένα μικρό κερί να δουλεύει ακόμη. Της είπα να έρθει για ύπνο, αλλά μου απάντησε πως δεν είναι κουρασμένη. Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα
Όταν έφτασαν οι τελικές εξετάσεις ζήτησε άδεια από τη δουλειά της για να με συνοδεύσει. με περίμενε μέσα στη ζέστη για ώρες και όταν τελείωσα ήρθε κοντά μου και μου έφερε ένα μπουκάλι με κρύο νερό. Την είδα κουρασμένη και εξαντλημένη και της είπα να το πιει εκείνη. Η απάντησή της ήταν «Δεν διψάω γιε μου, πιες το εσύ να δροσιστείς». Αυτό ήταν τοτέταρτο ψέμα της μητέρας μου…
Μετά το θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου έπρεπε να βρει τρόπο να καλύψει τις ανάγκες μας. Η κατάσταση της οικογένειάς μας χειροτέρευε και δυστυχώς όλα τα βάρη περνούσαν από πάνω της. Κάποιοι γείτονες της έλεγαν ότι πρέπει να παντρευτεί ξανά και να φτιάξει τη ζωή της από την αρχή. Αυτή όμως έλεγε «Δεν είμαι εγώ για τέτοια, είμαι μεγάλη γυναίκα με παιδί και δεν χρειάζομαι την αγάπη κανενός». Αυτό ήταν το πέμπτο ψέματης μητέρας μου…
Αφού τελείωσα τις σπουδές μου και έπιασα δουλειά, ήταν ώρα για τη μητέρα μου να ξεκουραστεί, αλλά δεν ήθελε. Πήγαινε κάθε μέρα στη λαϊκή αγορά και πουλούσε κάποια λαχανικά για να καλύπτει τις δικές της ανάγκες. Εγώ δούλευα μακρυά και κάθε μήνα με το που έπαιρνα το μισθό μου, της ετοίμαζα ένα δέμα με τρόφιμα και διάφορα καλούδια, της έβαζα και ένα φάκελο με λεφτά και της τα έστελνα. Αυτή όμως τις περισσότερες φορές, κρατούσε τα πάντα εκτός από τα λεφτά. Με την πρώτη ευκαιρία μου τα έστελνε πίσω και μου έγραφε «Αγόρι μου δεν χρειάζομαι χρήματα, δόξα τον Θεό έχω αρκετά για να ζήσω. Κράτησε τα εσύ που είσαι νέος και έχεις ανάγκες». Αυτό ήταν το έκτο της ψέμα…
Μετά από 3 χρόνια δουλειάς και μεταπτυχιακών σπουδών, μία μεγάλη εταιρεία εμφανίστηκε στο δρόμο μου, η οποία με προσέλαβε με πολύ καλό μισθό και μου χρηματοδότησε το διδακτορικό που πάντα ονειρευόμουν. Τότε γύρισα και είπα στη μητέρα μου ότι η τύχη μας χαμογέλασε. Της ζήτησα να έρθει μαζί μου, να σταματήσει να δουλεύει και επιτέλους να απολαύσει και αυτή κάποιες στιγμές από τη ζωή της. Εκείνη όμως μου είπε, «Άσε με γιε μου στον τόπο μου, εγώ ¨είμαι μια χαρά, κοίτα να κάνεις εσύ τη ζωή σου καλύτερη και μην κοιτάς εμένα.» Αυτό ήταν το έβδομο ψέμα που μου είπε…
Στα γεράματά της απέκτησε καρκίνο στο στομάχι. Σε εμένα όμως δεν είπε τίποτα. Μία μέρα όμως αποφάσισα να πάω την δω χωρίς να την προειδοποιήσω. Όταν μπήκα στο σπίτι αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά… Γερασμένη και εξασθενημένη καθόταν στο κρεβάτι, προσπαθούσε να γελάσει αλλά φαινόταν ότι έκανε υπερπροσπάθεια. Καθώς με κοιτούσε, με έπιασαν τα κλάματα, δεν άντεξα…
Τότε γύρισε και μου είπε «Γιε μου μην κλαις και μην στεναχωριέσαι, εγώ είμαι μια χαρά» και μου κράτησε το χέρι. Αυτό ήταν το όγδοο ψέμα της κι εκείνη τη στιγμή έκλεισε τα μάτια της για πάντα…
πηγη.frappe time

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Η αγία Θεοδώρα από την Σύχλα (17ος - 18ος αιών)



site analysis



Α) Η ζωή της 
Η Οσία Θεοδώρα της Σύχλας είναι η σπουδαιότερη αγίας μοναχή ανάμεσα στις άλλες, που έζησαν στα ρουμανικά μοναστήρια. Γεννήθηκε στο χωριό Βινατόρι της επαρχίας Νεάμτς το πρώτο ήμισυ του 17ου αιώνος. 
Ο πατήρ Στέφανος Γιώλντεα ήταν φύλακας του φρουρίου Νεάμτς. Μετά τον θάνατο της αδελφής της Μαργαρίτας, η Θεοδώρα παντρεύθηκε ένα νεαρό από το Ισμαήλ (πόλις της Ρουμανίας). Μα επειδή δεν έκαναν παιδιά, επήγαν και οι δύο σε μοναστήρια. 
Η μακαρία Θεοδώρα εφόρεσε το μοναχικό ένδυμα στην σκήτη Βαρζαρέστ της επαρχίας Ρίμνικ Σαράτ, ενώ ο σύζυγός της Ελευθέριος στην σκήτη Μάρε Ποϊάνα (Μεγάλο Ξέφωτο). Επειδή καταστράφηκε η σκήτη από τους τούρκους, η Θεοδώρα έγινε ησυχάστρια στα βουνά του Μπουζάου. Κατόπιν, αναχωρώντας για την περιοχή του Νεάμτς, ησύχασε μόνη της επί 30 χρόνια μέσα σε μια σπηλιά του βουνού Σύχλα, όπως η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευαρεστώντας τον Θεό, μετώκισε απ’ αυτή την ζωή τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνος και ενταφιάσθηκε στην σπηλιά. Στα χρόνια 1828-1834, τα Λείψανα της αγίας Θεοδώρας μετεφέρθησαν στο μοναστήρι Πετσέρσκα του Κιέβου, όπου και ευρίσκονται μέχρι σήμερα.

Β) Έργα και λόγοι διδασκαλίας 
1) Αυτό το μακάριο βλαστάρι του Ρουμανικού μοναχισμού, ήταν από βρεφικής ηλικίας επίλεκτο και φυτεύθηκε στον Οίκο του Θεού. Αν και ήταν συνδεδεμένη με άνδρα η μακαρία Θεοδώρα, δεν εύρισκε ανάπαυσι στην ψυχή της, έως ότου έγινε νύμφη του Χριστού. Εγκατέλειψε τα μάταια και, φορώντας το ένδυμα της μετανοίας, ασκήτευσε σε μια από τις σκήτες, που είναι στην κοιλάδα του Μπουζάου. 

2) Εδώ προώδευσε πάρα πολύ η οσία Θεοδώρα στην σιωπή, την προσευχή και την υπακοή. Σε λίγα χρόνια έφθασε στα μέτρα των παλαιών αγίων, αφού αξιώθηκε να λάβη την καρδιακή προσευχή και να γνωρίζη το πλήθος των μεθοδειών του νοητού εχθρού. Για όλα αυτά οι μοναχές την αγάπησαν και ωφελούντο από την ταπείνωσι, την άσκησι και τον ζήλο της. 

3) Όταν εισέβαλαν οι τούρκοι στην κοιλάδα του Μπουζάου, η οσία Θεοδώρα κρύφθηκε στα όρη με την πνευματική της Μητέρα, την Μεγαλόσχημη μοναχή Παϊσία. Εκεί αγωνίσθηκαν μερικά χρόνια με νηστεία και αγρυπνία, υπομένοντας με ανδρικό φρόνημα την πείνα, το ψύχος και άλλους, αγνώστους σ’ εμάς, πειρασμους του διαβόλου. Αλλά αντιπαλαίοντας η μακαρία με την φλογερή προσευχή της, τα υπέμενε όλα, αφού γευόταν τις μυστικές παρηγοριές του Αγίου Πνεύματος. 

4) Σαν εκοιμήθη στο όρος η πνευματική της Μητέρα μεταξύ των ετών 1670-1675, η οσία Θεοδώρα έλαβε πληροφορία από τον Θεό για τα βουνά του Νεάμτς. Εδώ, αφού επροσκύνησε την θαυματουργό Εικόνα της Μητέρας του Κυρίου που ήταν στην μεγάλη Λαύρα, επήγε να συμβουλευθή τον ηγούμενο της σκήτης Συχαστρίας, ιερομόναχο μεγαλόσχημο Βαρσανούφιο. Αυτός πληροφορήθηκε στην καρδιά του ότι η Θεοδώρα επιθυμεί την ερημική ζωή και εγνώρισε από το Άγιο Πνεύμα την αρετή της. 
Πρώτα της μετέδωσε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Κατόπιν, δίνοντάς της για πνευματικό οδηγό τον Πνευματικό Παύλο, της είπε: «Πήγαινε στην έρημο για ένα χρόνο, στα δάση των βουνών της Σύχλας. Εάν ημπορέσης με την Χάρι του Θεού να υπομείνης τις δυσκολίες και τους φοβερούς πειρασμούς του διαβόλου, μείνε εκεί μέχρι του θανάτου σου. Εάν όμως δεν ημπορέσης να υπομείνης, να επιστρέψης σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι και εκεί να εργάζεσαι με ταπείνωσι την σωτηρία της ψυχής σου». 

5) Αναζητώντας ο όσιος Παύλος ένα ερημικό κελλί για την μακαρία Θεοδώρα και μη ευρίσκοντας, συνάντησε ένα γέροντα ησυχαστή, που ασκήτευε κάτω από κάτι βράχους της Σύχλας. Αυτός, έχοντας το προορατικό χάρισμα, είπε στη Θεοδώρα: 

― Αγωνίσου, μοναχή Θεοδώρα στο κελλί μου, διότι εγώ θα πάω σ’ άλλο ερημικώτερο καλυβόσπιτο. Ως εκ τούτου, αφού εγκατέστησε ο ιερομόναχος και μεγαλόσχημος Παύλος την οσία Θεοδώρα στα βουνά της Σύχλας και την ευλόγησε, επέστρεψε πάλι στην σκήτη. 

6) Σ’ αυτό το κελλί αγωνίσθηκε η οσία Θεοδώρα περίπου 30 χρόνια, δοξάζοντας ακατάπαυστα τον Θεό και υπερνικώντας με υπομονή και ταπείνωσι όλες τις παγίδες του εχθρού. Επειδή ενισχύετο με την άνωθεν δύναμι, δεν κατέβηκε πλέον από το βουνό, ούτε ανθρώπινη βοήθεια δέχθηκε από κανέναν. Μόνο ο μακάριος Παύλος, ο Πνευματικός της, ανέβαινε μόνος του από καιρό σε καιρό στο κελλί της με τα Άχραντα Μυστήρια και έτσι πάντοτε αγωνίσθηκε σ’ όλη την ζωή της. 
Μ’ αυτή την αγγελική πολιτεία τόσο πολύ προώδευσε η οσία, ώστε έκανε αγρυπνίες όλες τις νύκτες με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι να έλθουν τα χαράματα και το πρόσωπό της έλαμπε. Ύστερα αναπαυόταν δύο ώρες και πάλι άρχιζε. Τροφή ελάμβανε μόνο μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα, λίγο παξιμάδι με χόρτα του δάσους, φτέρη και ξυνήθρα (λάπαθο), το οποίο μέχρι τώρα ονομάζεται «Το λάπαθο της αγίας Θεοδώρας». Νερό συγκέντρωνε από το βρόχινο, μέσα σ’ ένα κοίλωμα ενός βράχου, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Το πηγάδι της οσίας Θεοδώρας». Και ένα παράδοξο θαύμα είναι ότι, το νερό δεν τελειώνει ουδέποτε απ’ αυτό το κοίλωμα του βράχου.
Αργότερα όταν εκοιμήθη ο όσιος Παύλος, η μακαρία Θεοδώρα απέμεινε μόνη της, έχοντας μόνο την πρόνοια του Θεού. 

7) Κάποτε, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι μέσα στα χωριά και τα μοναστήρια της περιοχής Νεάμτς, τα δάση εγέμισαν από χωρικούς και μοναχούς. Τότε έφθασαν και μερικές μοναχές στο κελλί της οσίας Θεοδώρας. Η μακαρία Θεοδώρα τους είπε:
― Μείνετε εσείς στο κελλί μου, διότι εγώ έχω άλλο τόπο πιο κατάλληλο για καταφύγιο. Από εκείνη την στιγμή μετέβη σε μια άλλη κοντινή σπηλιά και συνέχισε μόνη της την άσκηση, άγνωστη απ’ όλους. Την νύκτα αναπαυόταν λίγο επάνω σε μια πέτρινη πλάκα, η οποία φαίνεται μέχρι σήμερα. 

8) Κάποτε μια συμμορία από τούρκους περιπλανιόταν στα βουνά της Σύχλας για σατανικές δουλειές και έφθασαν και στην σπηλιά της οσίας Θεοδώρας. Τότε ώρμησαν κατ’ επάνω της για να την εξοντώσουν. Μα η αγία έπεσε στα γόνατα, εσήκωσε τα χέρια της προς τον Θεό και είπε: Λύτρωσέ με Κύριε, από τα χέρια των φονευτών μου! Εκείνη την στιγμή άνοιξε θαυματουργικά ο τοίχος της σπηλιάς. Αμέσως η νύμφη του Χριστού έφυγε από εκεί, κρύφθηκε στα δάση και έτσι εγλύτωσε από τον θάνατο. 

9) Ξεχασμένη απ’ όλους τους ανθρώπους, ως τα γεράματά της χωρίς καμμιά συντροφιά, άφησε όλη την ελπίδα της μόνο στον Θεό. Αφού εγκατέλειψε το κελλί η οσία Θεοδώρα, αγωνίσθηκε στην σπηλιά σαν ένας ενσώματος άγγελος. Τώρα πλέον ούτε κρύο ούτε πείνα αισθάνεται καθόλου, ούτε ο διάβολος πλέον την ταλαιπωρεί. Προσεύχεται αδιάκοπα στον Θεό με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι ν’ αρπαγή με τον νου σ’ αυτά τα ουράνια μυστήρια, ενώ με το σώμα υψώνεται επάνω από το έδαφος. Τότε φωτίζεται το πρόσωπό της, ενώ από το στόμα εξέρχεται και ανεβαίνει υψηλά μια φλόγα πυρός, όπως στους μεγάλους αγίους. Διότι είχε φθάσει η μακαρία με την προσευχή πολύ υψηλά, σε έκστασι, και γλυκαινόταν το πρόσωπό της με μια απερίγραπτη θεϊκή Χάρι. 

10) Τα ενδύματα της αγίας Θεοδώρας είχαν φθάσει τώρα να είναι μερικά κουρέλια, με τα οποία μετά δυσκολίας εσκέπαζε το αδύνατο από την πολλή άσκησι σώμα της. Ακόμη και η τροφή τελείωσε. Γι’ αυτό ανέλαβαν τα πουλιά του ουρανού, κατόπιν εντολής του Δημιουργού των, να της φέρνουν καθημερινά ψίχουλα και φλούδες από ψωμί που τα έπαιρναν από την τράπεζα της σκήτης Συχαστρίας. Η μακαρία Θεοδώρα προσευχόταν ακατάπαυστα για τον κόσμο και χαιρόταν διότι σε λίγο θα αποδημούσε από το θνητό σώμα της. 

Σαράντα ημέρες πριν από το μακάριο τέλος της, προσευχήθηκε στον Θεό να της αποστείλη ένα ιερέα, για να μεταλάβη τα Πανάχραντα Μυστήρια. Και ο Κύριος δεν άφησε απαρατήρητη την ψυχική της επιθυμία. 

11) Κάποια φορά παρετήρησε ο ηγούμενος της Συχαστρίας κοπάδια από πουλιά να φέρνουν ψίχουλα στο ράμφος των και να πετούν προς το βουνό της Σύχλας. Συλλογίστηκε λοιπόν κατ’ ιδίαν μήπως εκεί ζη κανένας άγιος ησυχαστής. Γι’ αυτό έστειλε δύο αδελφούς να παρακολουθήσουν πού πηγαίνουν αυτά τα πουλιά. Εβάδιζαν πλέον οι αδελφοί αυτοί στην περιοχή εκείνη και, περιπλανώμενοι την νύκτα μέσα στο δάσος, προσεύχονταν και περίμεναν να φωτίση. Κατόπιν, παρατηρώντας μπροστά των μια στήλη φωτός να υψώνεται στον ουρανό, την επλησίασαν και είδαν μια γυναίκα να λάμπη σαν ήλιος στο πρόσωπο, να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα και να μη στηρίζεται στο έδαφος. Ήταν η αγία Θεοδώρα. 

― Σ’ ευχαριστώ, Κύριε που με άκουσες! Είπε η μακαρία. Μετά επρόσθεσε: Μη φοβάσθε, αδελφοί, διότι είμαι μια ταπεινή δούλη του Θεού. Αλλά, σας παρακαλώ, να μου ρίξετε ένα επανωφόριο να σκεπασθώ διότι είμαι στο σώμα γυμνή. Αφού κατόπιν τους εκάλεσε να πλησιάσουν, τους διηγήθηκε τη ζωή της, το τέλος της που πλησίαζε, και τους έδωσε την εξής εντολή:

― Κατεβήτε στην σκήτη και πέστε στον ηγούμενο να στείλη τον Πνευματικό Αντώνιο και τον ιεροδιάκονο Λαυρέντιο εδώ, με το σώμα και το Αίμα του Χριστού.

― Πώς να πάμε με τέτοια νύκτα στην σκήτη, απάντησαν οι αδελφοί, αφού δεν γνωρίζουμε τον δρόμο;

― Πηγαίνετε με το φως που βλέπετε μπροστά σας και αμέσως θα φθάσετε.

12) Τα χαράματα της επομένης ημέρας έφθασαν στην Σύχλα ο Πνευματικός Αντώνιος με τον διάκονο Λαυρέντιο και τους δύο αδελφούς και ευρήκαν την αγία Θεοδώρα μπροστά στην σπηλιά της, κάτω από τους κλώνους ενός ελάτου. Στην αρχή η οσία τους αφηγήθηκε την ζωή της, κατόπιν απήγγειλε το «Πιστεύω», μετέλαβε τα Θεία Μυστήρια και, ζητώντας ευλογία από τον ιερέα, είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, πάντων ένεκεν». Την ίδια στιγμή η αγία Θεοδώρα παρέδωσε την μακαρία ψυχή της στην αγκαλιά του Χριστού, ενώ το σώμα της ευωδίασε. Κηδεύθηκε και τοποθετήθηκε τιμητικώς από τους πατέρας στην σπηλιά, όπου ασκήτευσε.

13) Η είδησις για την ζωή και τον θάνατο της αγίας Θεοδώρας της Σύχλας διαδόθηκε γρήγορα σ’ όλα τα μοναστήρια, στα χωριά της Μολδαβίας, μέχρι ακόμη και το άλλο μέρος των συνόρων. Γι’ αυτό έτρεχαν στην σπηλιά της πιστοί από τα χωριά, προ παντός ασθενείς, και εθεραπεύοντο από τις διάφορες αρρώστειές των. Διότι το σώμα της δοξάσθηκε με αφθαρσία, ανέβλυσε ευωδία και έκανε θαύματα. Μερικοί προσκυνούσαν τα Λείψανά της, άλλοι ασθενείς άγγιζαν το φέρετρό της, ενώ πολλοί πλένονταν με νερό από το πηγάδι της και ελάμβαναν βοήθεια και παρηγοριά.

14) Το άγιο σώμα της οσίας Θεοδώρας της Σύχλας έμεινε στην σπηλιά επί εκατό χρόνια, αφού απήλαυσε μια βαθειά ευλάβεια και τιμή, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους πατέρας. Μα ως θνητό και κρίμασιν οις οίδε Κύριος, το σώμα αποσυνετέθη. Στα χρόνια 1828-1834 τα άγια Λείψανά της μετεφέρθηκαν στο Κίεβο και τοποθετήθηκαν στις κατακόμβες του μοναστηριού Πετσέρσκα με το όνομα σε μια επιγραφή «Η αγία Θεοδώρα των Καρπαθίων», όπου και υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η ψυχή της όμως τώρα προσεύχεται πάντοτε μπροστά στην Παναγία Τριάδα για όλο τον κόσμο.

Οσιωτάτη Μήτηρ ημών Θεοδώρα, πρέσβευε τω Κυρίω υπέρ ημών!
Ρουμανικό Γεροντικό
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 
Θεσσαλονίκη

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Οσία Φωτεινή η Κυπρία



site analysis


fotini i kipriaΕορτάζει στις 2 Αυγούστου εκάστου έτους.

Βιογραφία
Πότε έζησε ακριβώς η Οσία Φωτεινή (γνωστή στην Κύπρο και σαν Αγία Φώτου η θαυματουργός) και ποια ήταν η καταγωγή της, δεν γνωρίζουμε. Η παράδοση μας λέει πώς γεννήθηκε στο Ριζοκάρπασο από απλοϊκούς, αλλά ευλαβείς γονείς.
Από μικρούλα η Φωτού ξεχώριζε από τις συνομήλικες της για την καλοσύνη της, το φέρσιμο της, την προθυμία της να εξυπηρετήσει τους άλλους, την αρετή της. Τα μεγάλα της φωτεινά μάτια καθρέφτιζαν τον πλούτο της καρδιάς της και σκόρπιζαν παντού την εμπιστοσύνη, τη χαρά. Στο σχολείο του χωρίου της έμαθε η Φωτού τα πρώτα γράμματα. Σαν έμαθε να διαβάζει πήρε κι άρχισε να αποστηθίζει διάφορους ψαλμούς και ύμνους της Εκκλησίας μας.
Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, η Αγία, έφυγε από το σπίτι της και πήγε σε μια σπηλιά για να ασκητεύσει.
Στο σπήλαιο αυτό η αγνή κι η ηρωική κόρη πέρασε όλη της τη ζωή. Μια ζωή εγκαρτέρησης και προσευχής, ζωή εγκράτειας και αφιέρωσης ολοκληρωτικής στον Ουράνιο Νυμφίο Χριστό.
Το άγιο λείψανο της που τάφηκε κι ευρέθηκε στη σπηλιά γύρω στα 1718 – 32 μ.Χ. με τη σκαλιστή επιγραφή από πάνω «Φωτεινή Παρθένος Νύμφη Χριστού», εξακολουθεί και σήμερα να προσφέρει τη θεραπεία στους αρρώστους, στους τυφλούς το φως, στους πονεμένους το ψυχικό ξεκούρασμα και τη χαρά.
Το ασκητήριο της αγίας Φωτεινής υπάρχει και σήμερα και βρίσκεται στο χωριό Άγιος Ανδρόνικος. Σ’ αυτό μπαίνει ένας από μια στενή είσοδο και καταβαίνει από μια σκάλα φτιαγμένη από εγχώριες πέτρες και που έχει 23 σκαλοπάτια. Το σπήλαιο μοιάζει με κατακόμβη, σαν κι εκείνες που χρησιμοποιούσαν οι πρώτοι χριστιανοί. Στο βάθος του σπηλαίου είναι το αγίασμα. Από το νερό αυτό παίρνουν οι άρρωστοι και πλένουν τα αρρωστημένα μέλη τους για να θεραπευτούν. Ιδιαίτερα η Αγία πιστεύεται, πως θεραπεύει τα οφθαλμικά νοσήματα. Τέλος, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς το σπήλαιο της Οσίας χρησιμοποιήθηκε και ως ναός.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Καρηασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάισμα καὶ τῶν ἀσθενούντων ἡ ρώσις, τῶν πεπηρωμένων ἀνάβλεψις, τῶν πρὸς σὲ πιστῶς προστρεχόντων ἐν τῷ θείῳ ναῶ σου, πανένδοξε, τᾶς ἰάσεις παράσχου τοὶς δούλοις σου πάντοτε, ἶνα εὐχαρίστως κράζωμεν, Φωτεινὴ Ὁσία νύμφη Χριστοῦ καλλιπάρθενε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι, Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πασιν Ἰάματα.
Ιερά Λείψανα: Απότμημα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Κύκκου Κύπρου.

Πηγή:  saint.gr

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Αγία Ελέσα Οσιομάρτυς που μαρτύρησε στα Κύθηρα



site analysis

Αγία Ελέσα Οσιομάρτυς που μαρτύρησε στα Κύθηρα
Αγία Ελέσα Οσιομάρτυς που μαρτύρησε στα Κύθηρα
Εορτάζει στις 1 Αυγούστου εκάστου έτους.

Έλεος συ δέδοσαι παρὰ Κυρίου,
Τη ση μητρὶ παρθένε μάρτυς Ελέσα.
Βιογραφία
Η Αγία Ελέσα γεννήθηκε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας της ήταν ένας πλούσιος άρχοντας Έλληνας, αλλά ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Ελλάδιος. Η μητέρα της όμως, Ευγενία, ήταν μια αγία γυναίκα με πολλές αρετές και πλούσια χαρίσματα. Δεν είχε παιδιά και γι’ αυτό παρακάλεσε τον Θεό να την λυπηθεί και να την αξιώσει να γεννήσει ένα παιδί. Μια μέρα ενώ βρισκόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε μια φωνή από τον ουρανό που της έλεγε «Σε ελέησε ο Θεός σε ότι του ζήτησες, και σου έδωσε καρπόν κοιλίας». Όταν γεννήθηκε η Ελέσα (την ονόμασαν Ελέσα από τη φωνή που είχε ακούσει η μητέρα της «ἐλέησέ σε ὁ Θεός»), η μητέρα της την αφιέρωσε στον Κύριο και την βάπτισε χριστιανή, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Όσο μεγάλωνε στην ηλικία, τόσο δυνάμωνε η πίστη της και η αγάπη της προς το Θεό. Μετά από την αγία κοίμηση της μητέρας της, ενώ η αγία ήταν 14 χρονών, σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει με τον ειδωλολάτρη πατέρα της ο οποίος ήθελε να την παντρέψει με έναν άρχοντα. Γι’ αυτό μετά από πολλή προσευχή και όταν βρήκε κατάλληλη ευκαιρία, έφυγε αφού μοίρασε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς και σε ορφανά, μαζί με δύο δούλες της και ασκήτευε σε ένα βουνό των Κυθήρων.
Όμως ο πατέρας της, έψαξε και την βρήκε και προσπάθησε να την γυρίσει πάλι πίσω στο σπίτι τους. Στην άρνηση όμως της Αγίας, ο πατέρας της εξοργισμένος την κατεδίωξε. Η Αγία διωκόμενη έφθασε στή ρίζα του βουνού που σήμερα ονομάζεται βουνό της Αγίας Ελέσας και παρεκάλεσε το Θεό λέγοντας «σκίσε γη και κρύψε με». Από τη σχισμή που ανοίχθηκε στο βουνό πέρασε η Αγία και έφθασε στην κορυφή, όπου κατέφθασε αλλόφρων ο πατέρας της και την αποκεφάλισε την 1η Αυγούστου 375 μ.Χ. Στον τόπο του μαρτυρίου της η υπηρέτριά της την έθαψε.
Οι πρώτοι χριστιανοί που ήλθαν στο νησί για να προσκυνήσουν τον τάφο της Αγίας, ανήγειραν μικρό ναΐσκο χωμένο κατά το πλείστον εντός του εδάφους, στον οποίο οι προσκυνητές κατέβαιναν με 5-6 σκαλοπάτια. Η Αγία Τράπεζα του ναΐσκου εστήθη πάνω από τον τάφο της Αγίας. Η παράδοση λέει ότι κατά τους παλαιοτάτους χρόνους έρχονταν προσκυνητές από τη Μάνη κατά την 1η Αυγούστου και τιμούσαν την μνήμη της Αγίας. Αυτός ο μικρός Ναός σωζόταν μέχρι το 1867 μ.Χ. ως ιδιόκτητος της οικογενείας Κασιμάτη – Γεράκα. Το 1871 μ.Χ. ανηγέρθη ο σημερινός ευρύχωρος Ναός με συνδρομές των χριστιανών πάνω στα ερείπια του παλαιού Ναού, ο οποίος επιχωματώθηκε για να ισοπεδωθεί το έδαφος στο σημείο όπου θα ανεγειρόταν ο νέος Ναός. Πάνω ακριβώς από τον παλαιό Ναό εκτίσθη το άγιο Βήμα και πάνω από το σημείο, όπου ήταν ο τάφος της Αγίας εκτίσθη και του νέου Ναού η Αγία Τράπεζα. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν γύρω από το Ναό και τα πρώτα κελλιά ισόγεια με βόλτα (καμάρες). Ο Ναός ήταν συναδελφικός με αδελφούς τους Βενέρηδες του χωριού Γερακιάνικα. Το 1945 μ.Χ. ο Ναός έγινε ενοριακός του γειτονικού χωριού Πούρκου. Κατά τη δεκαετία του ’50 ξεκίνησε ο εξωραϊσμός και η ανάδειξη του Προσκυνήματος με την εκτέλεση μεγάλων έργων, όπως ήταν ο εξωραϊσμός του ναού, η ανέγερσις νέου κωδωνοστασίου, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος, η ανέγερση ηγουμενείου και σύγχρονων κελλίων, ο ηλεκτροφωτισμός και η κατασκευή αυτοκινητόδρομου, που ήταν και το δυσκολώτερο έργο, λόγω του δυσπρόσιτου της περιοχής, που δημιουργείται από τους κάθετους απόκρημνους βράχους.
Η Αγία Ελέσα με τον Όσιο Θεόδωρο θεωρούνται προστάτες των Κυθήρων και ο λαός πιστεύει ότι η Αγία έχει «χαλινώσει» τα φίδια των Κυθήρων και δεν είναι δηλητηριώδη.
Σημείωση: Η μνήμη της συγκεκριμένης Αγίας δεν αναφέρεται πουθενά στους Συναξαριστές, τη βρίσκουμε σαν μάρτυρα μόνο στα Κύθηρα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος ἅγιος, Πελοποννήσου, γέρας ἔνθεον, νήσου Κυθήρων, ἀνεδείχθης, Ἐλέσα πανεύφημε, ὑπὲρ Χριστοῦ γὰρ νομίμως ἀθλήσασα, χειρὶ πατρῷα ἐτμήθης τὴν κάραν σου, Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄.
Ὡς ὁ προφήτης ἐκ στείρας, Ἐλέσα, βλαστήσασα, καὶ τῆς ἐρήμου ὡς οὗτος οἰκήτειρα γέγονας. Λιποῦσα γὰρ δόξας τιμάς τε ἐν γῇ, λαμπαδηφόρος ἐχώρεις πρὸς τὰ οὐράνια. Θαυματουργούσης δὲ ὄρη πορείαν σοὶ ἐσκεύαζον, τὴν κεφαλὴν τμηθείση ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ γεννήτορος. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἡμῖν προστάτιν ἀκοίμητον.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὴν τῶν παρθένων καλλονὴν μεγαλομάρτυρα, καὶ τῶν Κυθήρων κραταιὰν σκέπην καὶ πρόμαχον, ἀνυμνήσωμεν συμφώνως θείαν Ἐλέσαν, πρὸς τὸν Κύριον γὰρ παῤῥησίαν κέκτηται ἡμᾶς πάντας ἐκ κινδύνων περισκέπουσα, τοὺς κραυγάζοντας· χαίροις Μάρτυς πανένδοξε.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.
Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡραία ἐν κάλλεσι παρθένε γέγονας, τὰ στίγματα φέρουσα τοῦ μαρτυρίου τοῦ σοῦ, Ἐλέσα πανεύφημε· ὅθεν νῦν παρεστῶσα τῷ Χριστῷ στεφηφόρος, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων τῶν τιμώντων τὴν πάντιμον μνήμην σου Μάρτυς πολύαθλε.
Ὁ Οἶκος
Σήμερον ἀνεδείχθη Ἑωσφόρος τοῖς πᾶσι, ἡ ἔνδοξος καὶ πάνσεπτος μνήμη τῆς Παρθενομάρτυρος Χριστοῦ, διὸ πιστοὶ ἅπαντες ἀθρόως συνέλθωμεν ἐν πίστει κραυγάζοντες αὐτῇ ἐκ πόθου·
Χαίροις σεμνὴ, παρθενίας κάλλος· χαίροις σὺ εἷ τῶν Μαρτύρων κλέος.
Χαίροις, τῶν Κυθήρων ἡ δόξα καὶ καύχημα· χαίροις, τῶν σῶν δούλων ἡ μόνη βοήθεια.
Χαίροις, ὅτι τῶν αἰτούντων τὰς αἰτήσεις ἐκπληροῖς· χαίροις, νύμφη Κυρίου καλλιμάρτυς Ἐλέσα.
Χαίροις τῷ σῷ Νυμφίῳ, στεφηφόρος ἡ στᾶσα· χαίροις, σὺ γὰρ τὴν πλάνην κατήργησας.
Χαίροις, σὺ γὰρ τὸν Χριστὸν ἀνεκήρυξας· χαίροις, πιστῶν κραταιὰ προστασία.
Χαίροις, ἡμᾶς γὰρ τῶν δεινῶν ἀπαλλάττεις· χαίροις, μάρτυς πανένδοξε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.
ΠΗΓΗ.www.saint.gr