Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

AΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣΑΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΡΑΒΑΝΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΕΡΒΙΑ



site analysis

. ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. (+1896-1958)





Ό Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Χρυσόστομος έκανε μία ομιλία μετά τήν κηδεία στήν όποια είπε:



“Τά μαρτύρια τής Μητέρας μας, Μεγαλόσχημης Ηγουμένης Ευφημίας έχουν τώρα τελειώσει. Ό Κύριος τήν κάλεσε κοντά Του, γιά νά βρει ή βασανισμένη καί κουρασμένη ψυχή της τήν ανάπαυση της.


“ Οταν οί άνθρωποι κρίνονται, τό Ιερό Εύαγγέλιο δίνει ένα μόνο κανόνα: Από τούς καρπούς τους, γράφει, θά τους γνωρίσετε. Καί ή Ήγουμένη, Μητέρα Εύφημία, έχει φθάσει ενώπιον του Κυρίου κατάκαρπη.


“Οί αγώνες της πάνω στήν γή ήταν τεράστιοι και δύσκολοι. Ένώ ήταν άκόρη νεαρό κορίτσι, γνωστή τότε μέ τό όνομα Μπόγκινια Μίτσιτς, περπατούσε ακούραστα άπό τό ένα χωριό στό άλλο καί άπό τήν μία σύναξη στήν άλλη, κηρύττοντας τό Ευαγγέλιο του Χριστού. Μία ομήγυρη ανθρώπων συγκεντρωμένοι γύρω της, τήν άκουγαν,
μετανοούσαν καί άρχιζαν νά ζούν κατά Θεόν. Εκατοντάδες ψυχές επέστρεψαν στόν Θεό,ανακουφίστηκαν, ένθαρρύνθηκαν καί ανυψώθηκαν πνευματικά και άκολούθησαν τόν δρόμο τού Χριστού.

Αργότερα άναχώρησε γιά τήν Μονή τής Ντιβλιάνα καί εκεί, μέ τήν καθοδήγηση μιας πασίγνωστης Ρωσίδας μοναχής, τής άσκήτριας εκείνης καί γυναίκας της προσευχής, 'Ηγουμένης Μητέρας Διοδώρας, εγκολπώθηκε τόν μοναχισμό καί έλαβε τήν μοναχική κουρά.
“Μαζί μέ τήν τότε νεαρή Μητέρα Εύφημία, ήρθε στο μοναστήρι κάποια ομάδα άπό άδελφές, μέ τίς όποιες σύντομα σχημάτισε μία νέα άδελφότητα, δεχόμενη την έπιμέλεια τής Μονής Τέμσκα.

“ Οταν ό Επίσκοπος τής Μπάτσκα, μακαριστός Ειρηναίος, θέλησε νά ιδρύσει ένα πρότυπο γυναικείο μοναστήρι, προσκάλεσε τήν Μητέρα Εύφημία στήν Μονή Κόβιλ τής Μπάτσκα, όπου έκείνη καλλιέργησε τίς άφθονες οργανωτικές της ικανότητες τίς όποιες τής είχε δώσει ό Κύριος.

“Απέκτησε μία μονή πού είχε βαρύτατα χρέη. Όφειλε περίπου 400.000 προπολεμικά δηνάρια. 'Η άκούραστη Ηγούμενη Εύφημία κατόρθωσε νά έξοφλήσει τό χρέος σε τέσσερα χρόνια, νά συγκεντρώσει σαράντα άδελφές στον Ίδιο τόπο, νά άνεγείρει δύο νέα κτίρια, νά αγοράσει τέσσερεις καμπάνες γιά τήν μονή, νά διευθύνει έναν αναγκαίο κατάλογο καί νά ύψώσει τό μοναστήρι σέ ύψη πού ποτέ δέν είχε γνωρίσει. Ήταν ένα μοναστήρι πρότυπο— στήν τάξη, στήν καθαριότητα, στήν ψαλμωδία, στίς Ιερές Ακολουθίες καί στήν ζωή του.

“Καί έπειτα ήρθε τό έτος Ι941 καί ό πόλεμος.
Έφθασαν οί Ούγγροι καί έδωσαν τήν εντολή νά φύγουν όλες οί άδελφές άπό τό μοναστήρι καί άπό τήν Μπάτσκα— “Ούγγρική περιφέρεια”—μέ τά άπαραίτητα μόνο είδη τους μέσα σέ μία μόνο μαντήλα.

“Τότε άρχισε ή πλέον δύσκολη έποχή τής περιπλάνησης, του μαρτυρίου καί τής πείνας. Στήν άρχή τίς τοποθέτησαν στήν Μονή Φενέκ στό Σρέμ γιά κάποιο διάστημα, αλλά σύντομα τίς έβγαλαν καί άπό εκεί. Τότε πέρασαν απέναντι στό Βελιγράδι.
“Θυμάμαι τούς δύσκολους εκείνους καιρούς πολύ καλά. Κανένας δέν μπορούσε νά τούς ύπομείνει. Έμειναν αρκετές ημέρες μέ κάποιον ιερέα, γνωστό τους, σέ ένα καί μοναδικό δωμάτιο. Επειτα πήγαν στό πρεσβυτέριο τού Ναού του Άγ. Λαζάρου, καί εκεί ύπέφεραν γιά κάποιο διάστημα.



Ακόμη μέχρι σήμερα δέν μου είναι ξεκάθαρο τό πώς τα κατάφεραν οικονομικά νά επιβιώσουν. "Επειτα ήρθαν στην Μονή τής Αγ. Παρασκευής.

“ Οταν έφυγαν άπό τό Κόβιλ πού είχε μολυνθεί από την ελονοσία γιά ένα σαρωμένο από τόν άνεμο πολυάνθρωπο πέρασμα ποταμού, όταν τό μόνο πού μπορούσε νά βρεθεί στό μοναστήρι ήταν λίγα κιλά καλαμποκίσιο άλεύρι και όταν ένα κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί ήταν τό καθημερινό τους γεύμα επί έβδομάδες καί μήνες, τότε ή άρρώστεια καί ό θάνατος ήταν άναπόφευκτα. Είναι εύκολο νά διακονείς και να υμνείς τόν Θεό σέ καιρούς εύτυχισμένους. Αλλά ή άδελφότητα τής Μητέρας Ευφημίας έχει δείξει ότι γνωρίζει πώς να τό πετύχει αυτό καί μέσα στήν μεγαλύτερη δυστυχία. Ήταν άρρωστες, βασανίζονταν, πέθαιναν, άλλά δέν έχαναν τήν ελπίδα τους ούτε λιποτακτούσαν.

Αργότερα πέρασαν κάποιο διάστημα στήν Μονή Ρακοβίτσα κοντά στό Βελιγράδι καί έν τέλει ήρθαν στην Ραβάνιτσα. ’Έκτοτε δίκαια τιμούσαν τήν Μονή Ραβάνιτσα ως ένα από τά μοναστήρια μέ τήν καλύτερη τάξη στην Σερβία.



“ Άν καί ή ίδια ήταν πολλά χρόνια άρρωστη, ή Μητέρα Ήγουμένη Εύφημία περιφρουρούσε τήν Ραβάνιτσα καί την Άγ. Παρασκευή, τό Ιδρυμα γιά Ανάπηρα Παιδιά καί την ψυχή τής κάθε μιας από τίς μοναχές της καί τίς δόκιμες, τού
κάθε εργάτη της καί άκόμη καί των επισκεπτών καί τών περαστικών τής μονής.
“Πάντοτε θαύμαζα δύο πλευρές τής Ηγουμένης Ευφημίας: πώς, μέ όλους της τούς κόπους καί τίς φροντίδες, μπορούσε να διαβάζει τόσο πολύ, να τά κρατά στήν μνήμη της καί να δίνει απάντηση στήν κάθε ερώτηση πού της έκαναν, είτε με ένα παράδειγμα από τούς Βίους των Αγίων η με κάποιο άπόσπασμα από τούς Αγίους Πατέρες.



Καί δεύτερον, πώς κατάφερνε να σκέφτεται γιά όλα τα θέματα τήν ίδια στιγμή· να άφιερώνει τήν προσοχή της σέ τόσες πολλές άδελφές, δραστηριότητες καί συμφορές να παίρνει τά πάντα στά χέρια της καί να μήν εξαντλείται ούτε να παραιτείται, μέχρις ότου τήν βρήκε ή βαρεία ασθένεια.


“Τό δένδρο γνωρίζεται από τούς καρπούς του, όπως είναι γραμμένο στό Ευαγγέλιο. 'Η Μητέρα Εύφημία είναι γνωστή από όσα έκανε στό Τσουκόγιεβατς καί στήν γύρω από αυτό περιοχή· στήν Τέμσκα, στό Κόβιλ, στην Ρακοβίτσα, στήν Αγ. Παρασκευή καί στήν Ραβάνιτσα.



Είναι γνωστή μέσα από τίς άδελφές της, οί όποιες, όπως βλέπετε, ήσυχα καί διακριτικά εκτελούν τό έργο τους σαν μέλισσες μέσα καί γύρω από τήν Ραβάνιτσα καί τήν Αγ. Παρασκευή καί ήσυχα φέρνουν εις πέρας τό δύσκολο καθήκον τους τής συντήρησης δύο μοναστηριών καί της φροντίδας εκείνων των άτυχων παιδιών. Αυτές οί αδελφές δέν έγιναν όπως είναι τώρα μόνες τους. Κάποιος έπρεπε να τίς κατευθύνει καί να τίς διδάσκει μέσα στά χρόνια αυτά για να γίνουν έτσι. Εκείνος ό κάποιος, ή γυναίκα πού έχει αναπαυτεί καί βρίσκεται ένώπιόν μας, ήταν—πρέπει να τό παραδεχθούμε—ένας μεγάλος καί Θεόσδοτος δάσκαλος.
“Γι’ αυτό ας έχει δόξα μεταξύ τών άνθρώπων καί αιώνια άνάπαυση στόν Θεό, τόν όποιο τόσο άφοσιωμένα διακόνησε σέ όλη της τήν ζωή. Αμήν”.


Στό τέλος ό Επίσκοπος είπε: “Τέκνο μου, Μητέρα Εύφημία, σου ζητώ να μάς συγχωρήσεις όλους καί να συγχωρήσεις καί έμενα έπίσης”.


Οί άδελφές έκλαψαν πολύ στήν κηδεία, καί ακόμη περισσότερο στήν ομιλία, διότι ήταν μάρτυρες όλων όσα αφηγήθηκε ό Επίσκοπος. Εκείνη τήν ώρα, δύο από τούς εργάτες μας στό αγρόκτημα πού ζούσαν στό μοναστήρι μας ώς πνευματικά τέκνα τής Μητέρας, υπηρετούσαν στον στρατό. "Ένας από αύτούς έφθασε έγκαιρα, άλλά τόν άλλο τόν κράτησαν και εκείνος έστειλε ένα τηλεγράφημα* παρόλα αυτά, κατόρθωσε να έρθει καί έφθασε γιά τόν “τελευταίο ασπασμό”. 'Η Μητέρα φρόντιζε πολύ γιά αύτούς, άλλά εκείνοι τής ήταν υπάκουοι καί έτσι έγιναν καί οί δύο ιερομόναχοι μετά τον θάνατό της.


Στόν τελικό αποχωρισμό, τοποθετήσαμε στά χέρια της Μητέρας τήν παρακάτω προσευχή, πού υπογράφαμε όλοι:
“Πρώτη μας πνευματική Μητέρα, ώ Μεγαλόσχημη
'Ηγουμένη Ευφημία, αν καί μάς εγκατέλειψες ξαφνικά καί αναχώρησες γιά τόν Κύριο, μήν ξεχνάς τά παιδιά σου, τά όποια τόσα χρόνια ανέθρεφες καί δίδαξες μέ τίς έντολές του Κυρίου. Να μάς έπισκέπτεσαι στό μέλλον καί μέ τίς άγιες εύχές σου ένώπιον τού Κυρίου, προστάτευέ μας από τους πειρασμούς τού διαβόλου καί από τό ολίσθημά μας στην άμαρτία, γιά να μήν πέσουμε καί χάσουμε τήν αιώνια σωτηρία. Γι’ αυτό, Μητέρα, μήν μάς ξεχνάς στήν αιώνια δόξα πού έχεις λάβει από τόν Κύριο, γιατί δέν έχουμε πια τέτοιο φύλακα των ψυχών μας σάν καί έσένα. ’Άν καί συχνά σέ λυπούσαμε μέ τήν άνυπακοή μας, συγχώρησε μας για χάρη του Κυρίου ’Άκουσε αύτά τα λόγια προσευχής των παιδιών σου, καί μήν χωρίζεσαι άπό εμάς πνευματικά, παρόλο πού μάς άφησες σωματικά. ’Άς μείνει τό πνεύμα σου άνάμεσά μας”. Τήν ήμερα του θανάτου τής Μητέρας ύπήρχαν τριάντα πέντε άδελφές στην Ραβάνιτσα καί δεκαοκτώ στήν 'Αγ. Παρασκευή.


Τήν έθαψαν σέ ένα τμήμα του νεκροταφείου τής μονής,όχι μακριά άπό τήν έκκλησία, μέσα σέ ένα μικρό κήπο.Ήταν μεγάλη άνακούφιση γιά τίς άδελφές νά μπορεί ή κάθε μία ελεύθερα νά πηγαίνει στόν τάφο καί νά ξεχύνει όλα της τά προβλήματα. "Όπως όταν ζούσε έκαιγε στό κελί της συνεχώς ακοίμητη κανδήλα, έτσι καί στόν τάφο της
τοποθετήθηκε μία κανδήλα νά καίει πάντα. Ή Μητέρα δεν χρειαζόταν νά ένδιαφέρεται ή ίδια γιά τήν διατήρηση αυτής τής άκοίμητης κανδήλας, έφ’ όσον οί άδελφές φρόντιζαν για αύτό ώς καθήκον τους πρός αύτήν. Καί καθώς ή κανδήλα έκαιγε μέρα καί νύχτα, τό ίδιο ήταν καί ή παρουσία του πνεύματος τής Μητέρας καί ή άόρατη προστασία της.


Εμφανιζόταν σέ πολλούς στόν ύπνο τους, άλλους παρηγορώντας καί άλλους έπιτιμώντας τους.

Έτσι ή δικαία Μητέρα μας εύαρέστησε στόν Θεό και μέσα στήν μακρόχρονη καί δύσκολη άρρώστειά της, άγωνίσθηκε μέ ύπομονή καί εύχαριστία νά εκπληρώσει το θέλημά Του. Ή αύστηρότητα τής μοναστικής της ζωής και οί σχέσεις της μέ τίς άδελφές άπαλύνονταν άπό τήν αγάπη της καί τό βαθύ της ένδιαφέρον γιά ολόκληρη την σωματική καί πνευματική μας ζωή, γιά τά όποια τήν σεβόμασταν σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Μπορεί κανείς νά πει γιά αυτήν ότι μπορούσε να άπομνημονεύει πολλά άπό όλα τά ιερά βιβλία καί ότι είχε μία έτοιμη άπάντηση στήν κάθε έρώτηση. Είχε λόγο οξύ, άλλά ήταν ήπια άπό τήν φύση της, άμεμπτη στήν ζωή της, αύστηρή στίς εντολές της, ικανή νά επιλέγει τά λόγια της με σοφία καί μέ σοβαρότητα νά άνακουφίζει τόν μετανοούντα.


Κάθε λόγος της πρός τούς φτωχούς ήταν εύσπλαχνικός, γενναιόδωρος καί αλάτι ήρτυμένος.


 Ηταν πλήρης Αγίου Πνεύματος καί ή χάρις έρρεε άπό τά χείλη της σάν άπό πηγή. 'Ο νους της ήταν όλος βυθισμένος στά ούράνια μυστήρια, έτσι ώστε οί λόγοι της νά έχουν μεγάλη ώφέλεια γιά εμάς καί νά φέρνουν μεγάλη χαρά στίς ψυχές μας.


Τήν βλέπαμε έν σώματι, άλλά έκείνη ζούσε ως άσώματη. "Άφησε τό σπίτι της καί όλα τά του κόσμου καί διατήρησε τήν παρθενία της ως ανεκτίμητο θησαυρό. Ακόμη καί όταν ήταν νεαρή κοπέλλα ήταν σοφή καί κανείς δεν μπορούσε νά
συγκριθεί μαζί της.


Ήταν πάντοτε δραστήρια, καί ποιος μπορεί να απαριθμήσει όλες τίς καλές της πράξεις; Τί μπορούμε να πούμε, πρώτα απ’ όλα, γιά τήν καλοσύνη τής ψυχής της;
Κανείς δέν τήν είδε ποτέ νά θυμώνει, άλλά ό ζήλος πού είχε γιά τήν δικαιοσύνη ήταν σάν κοφτερό ξίφος. Τά μάτια της έχυναν θερμά δάκρυα καί ή ίδια ή φύση της ταίριαζε με αύτό. Όρισμένες φορές μάς έλεγε ότι τά μάτια της δεν άνοιγαν άν δέν είχε κλάψει γιά λίγη ώρα τήν ώρα της προσευχής της, άτενίζοντας πάντοτε τόν Νυμφίο της Χριστό καί ελπίζοντας σέ Αύτόν. Καί ό,τι έλπιζε τό αποκτούσε, διότι
τώρα χαίρεται μέσα στην δόξα του άθάνατου Νυμφίου της.


"Οσο εκείνη τελούσε άγαθά έργα γιά χάρη του Χριστού, τόσο Εκείνος μάς έδειξε τό έλεος Του γιά χάρη της. Τήν ήμέρα μετά τήν ταφή της, ό Σεβασμιότατος Επίσκοπος Χρυσόστομος έδωσε τήν εντολή να συγκεντρωθούν όλες οί άδελφές. Μεταξύ άλλων, είπε:
“Σύμφωνα μέ τήν έκπεφρασμένη επιθυμία τής Μητέρας μας μακαριστής Μεγαλόσχημης Ηγουμένης Ευφημίας, διορίζω σήμερα τήν Μητέρα Γαβριέλα ώς προεστώσα αυτής τής μονής καθώς καί τής Μονής τής Αγ. Παρασκευής.

“Ολες τίς φροντίδες πού ήταν τοποθετημένες πάνω
στούς ώμους τής Ηγουμένης πού άναπαύθηκε, σήμερα τις τοποθετώ στούς ώμους της. Ικετεύω τίς μεγαλύτερες άδελφές νά μήν τήν ζηλεύουν, άλλά νά τήν βοηθούν, διότι γιά αυτήν είναι πολύ δύσκολο τό έργο αύτήν τήν ώρα.
Ύπακούατε τήν Μητέρα έξ αίτιας τής αύστηρότητάς της— άλλά υπακούστε τήν Μητέρα Γαβριέλα άπό άγάπη.


“Σάς ζητώ νά διατηρήσετε τό "Ιδρυμα στήν Αγ. Παρασκευή όπως κάνατε όταν ζούσε ή Μητέρα. Γνωρίζω ότι αύτή ή ύπακοή είναι ή πιό δύσκολη καί ότι κάθε αδελφή τό έφερε βαρέως όταν έπαιρνε τήν εντολή νά πάει εκεί.


“Σάς ζητώ νά προσπαθήσετε νά διατηρήσετε τά πάντα όπως τά άφησε ή Μητέρα, έτσι ώστε κάποια λόγια πού άκούστηκαν νά μήν επαληθευτούν: ότι θά ύπάρχει ή τάξη στήν αδελφότητα μόνον έφ’ όσον ή Μητέρα Εύφημία είναι
έν ζωη.

“Είθε ό Κύριος νά σάς φυλάξει από αύτό, με τίς άγιες προσευχές της”.

Η ΜΑΚΑΡΙΑ ΕΥΦΗΜΙΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ . Ο ΒΙΟΣ ΜΙΑΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ 2015.-AΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Η οσία Σοφία της Αίνου (4 Ιουνίου)



site analysis

Στις 4 Ιουνίου η αγία μας Εκκλησία μεταξύ άλλων αγίων προβάλλει και τη σεμνή μορφή «τής οσίας μητρός ημών Σοφίας της ασκητικώς βιωσάσης». Τα ολίγα στοιχεία πού διασώζονται από την ζωή της μάς πείθουν πώς πρόκειται για μια γενναία προσωπικότητα, η οποία παρά την ευαίσθητη γυναικεία της φύσι και τις θλίψεις της ζωής της αγάπησε ισχυρά τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και ανεδείχθη αγία.
Τόπος καταγωγής της Αγίας είναι η Θράκη μας και συγκεκριμένα η περιοχή της Αίνου (ανατολικά του Έβρου). Οι γονείς της δε ήσαν περιφανείς σε εκείνον τον τόπο αλλά και πολύ ευσεβείς. Έτσι η Σοφία από τη μικρή της ηλικία δέχθηκε χριστιανική αγωγή και ποτίστηκε η ψυχή της από τον αιώνιο λόγο του Ευαγγελίου.
Σύντομα κάμνει και τη δική της οικογένεια με ένα πιστό νέο. Ανοίγουν το σπιτικό τους στο φώς του Χριστού. Η Σοφία γίνεται μητέρα καλλίτεκνη και πολύτεκνη. Έξι χαριτωμένα παιδιά της εχάρισε ο πανάγαθος Κύριος. Και ασφαλώς πολλές είναι τώρα οι ευθύνες της. Τα παιδιά θέλουν ειδικές περιποιήσεις και φροντίδες. Το καλό νοικοκυριό, η ετοιμασία του φαγητού, του ρουχισμού και τόσα άλλα απαιτούν το δικό τους χρόνο.
Ενώ όμως ζούσε μέσα στους πολλούς αυτούς περισπασμούς του οικογενειακού βίου αλλά και μέσα σε ένα τόσο «ταραχώδη κόσμο», εν τούτοις δεν εμποδίσθηκε «νά ευαρεστή ενώπιον του Θεού» και να «μεταχειρίζεται», όπως γράφει ο ιερός Συναξαριστής, «τάς θεοφιλείς πράξεις και αρετάς».
Η μακαρία αυτή μητέρα δεν έλειπε ποτέ από την Εκκλησία. Από εκεί έπαιρνε την ευλογία και την ειρήνη του Θεού. Και όταν επέστρεφε στο σπίτι της, «ηγρύπνει την νύκτα και κατεγίνετο εις προσευχάς».
Ήταν πολύ ευλογημένη από τον Θεό και ως μητέρα και ως σύζυγος.
Όμως «αι εκλεκταί καρδίαι» δοκιμάζονται από τον Θεό, για να εξαγνισθούν και να δοξασθούν περισσότερο. Και ο Θεός εδιάλεξε για την πιστή του δούλη Σοφία να γευθή το πικρό ποτήριο του θανάτου και των έξι παιδιών της. Ο Κύριος πού της τα εχάρισε, θέλησε τώρα να τα πάρη κοντά Του· να τα ασφαλίση στην ουράνια Βασιλεία Του.
Με απόλυτη ειρήνη ψυχής δέχθηκε η αγία Σοφία το θέλημα του Θεού. Σαν άλλος Ιώβ ημπορούσε να επαναλαμβάνη «ως τώ Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…» (Ιώβ α´ 21).
Στρέφει τώρα τα βλέμματά της γύρω της, στα παιδιά τα ορφανά. Με όλη της τη στοργή αγκαλιάζει τώρα αυτά. Τα κάμνει δικά της παιδιά. Σαν άλλη φιλόστοργη μητέρα τους τα περιποιείται, τα φροντίζει, θυσιάζεται γι᾽ αυτά. Ευρίσκεται ακόμη στο πλευρό των πονεμένων χηρών. Σαν άγγελος συμπαραστέκεται σε κάθε τους δυσκολία.
Την περιουσία της την διαμοιράζει σε πτωχούς και ανημπόρους. Και η ίδια αποφασίζει να ζήση μέσα στον κόσμο ασκητικά. Με φαγητό λιτό «τόν ολίγον ξηρόν άρτον» και με ποτό το δροσερό νερό.
Υπεραγαπά η αγία Σοφία και το καθήκον της προσευχής. «Οι ψαλμοί του Δαβίδ ήσαν ακαταπαύστως εις το στόμα της. Δεν αδυνάτησεν ούτε ημέλησεν εις την προσευχήν».
Μέσα από τις κατανυκτικές αυτές προσευχές ενώνεται με τον Θεό, τον Κύριό της. Αντλεί δύναμι για το έργο του εξαγνισμού της αλλά και της ασκήσεως της αρετής της ελεημοσύνης. Γράφει ο ιερός Συναξαριστής της, ο όσιος Νικόδημος: «Η ελεημοσύνη την οποίαν έκαμνεν εις όλους τους προσερχομένους πτωχούς ήτο ιλαρά και πλουσία. Νόμιζε δε η τρισολβία ότι ήτο προτιμότερον να στερήται αυτή παρά να αφήση τον πτωχόν να φύγη άδειος από τον οίκον της· και περισςότερον έχαιρεν όταν έδιδε παρά όταν ελάμβανε».
Συνέβαινε δε στο σπίτι της και ένα παράδοξο θαύμα, θαύμα συνεχές. Είχε ένα αγγείο γεμάτο κρασί πού έδιδε σε πτωχές οικογένειες και το οποίο ουδέποτε ωλιγόστευε. Το αγγείο ήτο πάντοτε γεμάτο. Και το θαύμε αυτό το έκρυπτε επιμελώς. Κάποτε όμως ηθέλησε να το φανερώση σε κάποιον συγγενή της, για να εξυμνήση τα μεγαλεία του Θεού. Και από τότε έπαψε να επαναλαμβάνεται το παράδοξο αυτό θαύμα. Η Σοφία λυπήθηκε βαθιά. Στερήθηκε μια τόσο μεγάλη δωρεά. Απέδωσε την αιτία στην αναξιότητά της, την αυτοπροβολή της. Και από τότε ζητούσε με πόνο ψυχής ολοκάρδια το έλεος του Θεού. Και για να τιμωρήση τον εαυτό της για το λάθος της αυτό, αύξησε τους ασκητικούς αγώνες «τόσον ώστε εξηράνθη το σώμα της εις άκρον και ούτε να αναπνεύση εδύνατο».
Και συνέχισε η οσία την βιοτή της μέσα στον κόσμο αγωνιζομένη σκληρά για την αγάπη του Χριςτού. Έζησε συνολικά 53 χρόνια. Και πριν εκδημήση προς τον Κύριο εκάρη Μοναχή.
Ο ιερός
υμνογράφος την εγκωμιάζει με ολίγους στίχους: «Ουκ εμποδών σοι κόσμος ώφθη, Σοφία, προς την τελειότητα αρετής φθάσαι». Δηλαδή ο κόσμος πού σου φανερώθηκε με τόσες δυσκολίες, Σοφία, δεν σε εμπόδισε να φθάσης σε τελειότητα αρετής.
Η οσία Σοφία της Αίνου με τα ολίγα στοιχεία της ζωής της πολλά και μεγάλα διδάγματα μάς άφησε. Γίνεται υπόδειγμα για τις μητέρες της σημερινής εποχής.Τις καλεί να καλλιτεκνούν χωρίς να παραμελούν τον προσωπικό τους αγιασμό. Όλα συνδυάζονται σε όσους θέλουν να αγαπούν βαθιά τον Θεό. Τις μαθαίνει ακόμη να σηκώνουν τον σταυρό των θλίψεων, πού επιτρέπει ο Θεός, με χαρά και υπομονή.
Και τέλος διδάσκει όλους πώς η ασκητική ζωή μπορεί να εφαρμοσθή μέσα στον κόσμο. Όταν μάλιστα είναι συνδυασμένη με την ανιδιοτελή ελεημοσύνη, ο Θεός επιτελεί παράδοξα θαύματα. Αρκεί να ζούμε «εν κρυπτώ».
Με τις ευχές της οσίας μητρός ημών Σοφίας ας συνεχίζουμε τον πνευματικό μας αγώνα με περισσότερη ακρίβεια. Τώρα μάλιστα το καλοκαίρι προσεκτικώτερα.
Φυλλάδιο «Ο ΣΩΤΗΡ» – Αριθ. 1910 (28 Μαΐου 2006)

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Η ΓΥΝΑΙΚΑ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ . ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.



site analysis







Τήν γυναίκα του Αδάμ, τις γυναίκες των δικαίων των προ του Νόμου, του Ένώχ, του Νώε, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, των δώδεκα πατριάρχων, καί όλες τις άπ’ αιώνος διαλάμψασες στην σωφροσύνη καί τήν άγαθωσύνη, ή Παλαιά Διαθήκη πουθενά δεν τις γιορτάζει, ούτε καί ό αρχαίος κόσμος τής ειδωλολατρίας καί σατανολατρίας.

Μόνον ό πολυγύναιος Σολομών πλέκει πραγματικά το έγκώμιο τής καλής γυναίκας, τής άγωνιζομένης νυχθημερόν
νά εύχαριστήση τον άνδρα της, τόν ομόζυγο της.

Ή Εκκλησία όμως σήμερα, μέ τήν γιορτή τών Μυροφόρων, τιμά τήν γυναίκα τής κάθε ήλικίας καί διδάσκει πώς ή γυναίκα, όταν είναι κοντά στον Χριστό, γίνεται ισχυρότερη του άνδρα, ικανή γιά τά πάντα.
Δέν σκιάζεται καμμιά φοβέρα. Στό πρόσωπό της τερματίζεται ή γυναικεία φιλαυτία καί δειλία καί τά δίνει όλα γιά όλα για τούς άλλους. Οί τολμηρές γυναίκες, πού λέγονται μυροφόρες, εύθύς ώς είδαν τήν ταφή του Χριστού, δέν κοιμήθηκαν, δέν έφτιάχθηκαν, δέν μαγείρεψαν, δέν έβαλαν πλυντήρια, άλλά άρχισαν νά ετοιμάζουν άρώματα, άρχισαν νά κάνουν προθέρμανση, γιά νά τολμήσουν νά επισκεφτούν, προτού νά φεγγίση ό ήλιος, τόν τάφο του εσταυρωμένου, του καταδικασμένου, του παραγκωνισμένου, του ξένου. Κι όλα αύτά τά δυναμιτάκια δέν τα πήραν άπό ...κανένα συμπόσιο, άλλά άπό τόν σταυρό του Χριστού. Ξεκινούν μέσα στήν
μαύρη νύχτα νά εκτελέσουν τά καυσίματα τής καρδιάς τους. Καί διδάσκουν όλο τον κόσμο πώς ή γυναίκα μέσα στήν Εκκλησία είναι τό πιο πολύτιμο πράγμα. Αντιθέτως, ή γυναίκα έκτος Εκκλησίας είναι ένα πραγματικό παλιοκούρελο, πού τό βαστά ό καθένας στό χέρι του καί περιμένει νά περάση τό άπορριματοφόρο του Δήμου να τό
πετάξει μέσα σάν άχρηστο, σάν κάτι πού του είναι περιττό στήν ζωή του, σάν βρώμικο.


Αυτό τό μάθημα τής πραγματικής γυναίκας μάς δίνει σήμερα τό τόλμημα τών Μυροφόρων. Ή γυναίκα του Χριστού, όπου καί να πάη μυρίζει , ευωδιάζει και την χαρά καταγγέλλει. Πάντοτε ό άνθρωπος έψαχνε τήν όμορφη γυναίκα, λαχταρούσε να δή μια όμορφη γυναίκα, όχι όμως τήν
σημερινή γυναίκα πού είναι μόνον σάρκες καί κόκκαλα καί τίποτε παραπάνω.
Ή γυναίκα πού παραμένει έν τώ Χριστώ έχει τρία χαρακτηριστικά: Είναι σεμνή. Είναι ταπεινή. Είναι αυτάρκης. Ή σημερινή γυναίκα του κόσμου έχει τρία χαρακτηριστικά: Είναι άσεμνη. Είναι άπιστη. Θέλει λεφτά καί σέξ. Τά πάντα κάνει, γιά να έλκύση τό έτερο φύλο, τολμώ να πώ καί τό όμοιο, στις ηδονές του βίου. Δέν ζητάει σπίτι. Θέλει να ζήση έξω τής αυλής της...
Βρέθηκα στήν Βοστόνη από τά βάσανα τών πολλών μου
ασθενειών' όχι γιά να κηρύξω ή να προφητέψω. Συνάντησα μιά γυναίκα. Φορούσε ένα απλό παπούτσι, σάν κείνη την πολυθρύλητη συρτή παντόφλα, τήν ένδοξη, τών γιαγιάδων μας. Τό φόρεμά της απλό, λίγο πάνω από τόν αστράγαλο.
Άβαφτη, αμπογιάτιστη. Το μαλλάκι της, χτενισμένο άπ’ τά χέρια της, έφτιαχνε μια μικρή φουντίτσα πίσω στό κεφάλι της. Ρωτώ:
-Πόσα χρόνια έχεις σ αυτήν τήν ξένη χώρα;
-Τριάντα πέντε.
-Καί δέν άλλαξες ούτε κόμμωση, ούτε υπόδηση;
-'Όχι, Γέροντα. Όπως ήρθα από τήν Μυτιλήνη τό χωριό μου, έτσι παρέμεινα.
-Δέν σέ πήραν τά πυρά του πολιτισμού να σέ αλλοιώσουν;
Γεροντοκόρη είσαι;
-Όχι, Γέροντα. Ύπανδρος μέ παιδιά. Κόπιασε από το σπίτι μου τό βράδυ να πιάσετε ψωμί.
Σκλαβωμένος από τήν σεμνότητά της πήγα. Σε ανώγειο μέ υποδέχθηκε. Όλα θύμιζαν Ελλάδα, άλλά καί ορθόδοξη Εκκλησία. Σ' ένα δωμάτιο ήταν τό προσκυνητάρι μέ τις άγιες εικόνες, μέ τά βιβλία τής Εκκλησίας, μέ τό λιβάνι καί τό κερί καί τό καντήλι της πίστης καί του Γένους αναμμένο. Τής λέγω:
-Δέν περίμενα σ’ αύτήν την χώρα, πού γίνεται τό μάλε βράσε, να λικνίζεται μέσα στο σπίτι ό Χριστός.
Περπάταγα στήν Θεσσαλονίκη μέ μοναχό από τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Εκεί δά στην Αριστοτέλους αργά το απόγευμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μιά παραδοσιακή γυναίκα. Στάθηκα, σταυροσημειώθηκα
καί είπα: «Δόξα τω Θεό, σήμερα είδα γυναίκα». Μου λέγει ό μοναχός:
-         Καλά, όλη μέρα, Γέροντα, δέν έβλεπες γυναίκες;
-         Όχι, παιδί μου, κούσελα έβλεπα. Πόνο μου δημιουργούσαν στήν ψυχή μου. Πώς αυτή ή κόρη μπορεί να είναι
ή αυριανή μητέρα; Πώς ή γυναίκα αυτή μ’ αυτήν τήν ξεφτίλα στήν παρουσία καί στους τρόπους μπορεί μεθαύριο να γίνη οικοδέσποινα; Πώς αυτή ή ξεγαρισμένη πρωτοφούρνη θά μπορέση να κρατήση άναμμένο τό καντήλι τής πίστης καί τού Γένους; Ποιος θά την  δή να προσεύχεται γονατιστή;

Ποιος θά τήν άντικρύση με τό λιβανωτό στό χέρι; Ποιος θά τήν δή να νανουρίζη το παιδί της, όχι μέ μπουζούκια, άλλά μέ τραγούδια πού δεν διαφέρουν από χερουβικό ύμνο; Ποιος θά τήν δή να δυσκολεύεται να ταξιδέψη, για να μή σηκωθή τό φόρεμά της καί φανή ό άστράγαλός της; Ή ωραιότερη εικόνα πάνω στήν γή είναι ή μάννα πού βαστά τό παιδί στήν αγκαλιά της. Αυτήν τήν εικόνα μας τήν δίνει κάθε εκκλησιά πού
πηγαίνουμε να προσκυνήσουμε. Είναι ή Παναγία μέ τον Χριστό, πού είναι ή αληθινή, ή ζεστή αγκάλη, πού την ζητάμε όλοι. Άχ, ας μάς την έδινε καί ή γυναίκα πού νομίζει πώς βασιλεύει σήμερα στόν
κόσμο, άλλά δέν κατακυριεύει.
Καί ό άνδρας πού πηγαίνει κοντά της, αφού αμαρτήσει, αφού ικανοποιηθεί, αυτήν πού πρότερα έπνιγε στά φιλιά, ή
ψυχολογία του του λέγει: «Δός της μιά κλωτσιά να τής χύσης τά έντερά της».
Γυναίκα, ό Χριστός σε τίμησε. Γυναίκα, ή πίστη στον Χριστό σε ανέβασε. Γυναίκα,
μεγάλης τιμής αξιώθηκες από τήν Εκκλησία· γιορτή σου έφτιαξε σήμερα. Αγάπησε τον Άναστάντα Χριστό καί ζήσε
μέσα στήν Εκκλησία σάν μυροφόρα, σάν οικοδέσποινα, σάν μάννα, γιά να είσαι πάντοτε ή πολυτραγουδισμένη, ή σεβαστή, ή πανώρια μέσα σ’ αύτόν τόν παράδεισο πού ζούμε. Να παραμείνεις ή φιλόκαλη καί φιλόστοργη και σύντροφος του Άδάμ καί οίκίστρια του –παραδεισου.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΠΙΔΑ ΜΑΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2017-AΠANTA ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ! 50 χρόνια μετά γυναίκα επιστρέφει στην Αγία Σοφιά τις κλεμμένες εικόνες…



site analysis



Μια συγκλονιστική ιστορία η οποία πρωταγωνιστεί στα Τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης….
Μια καταπληκτική ιστορία που δείχνει το μέγεθος της ορθόδοξης αγιοσύνης στο μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό της δημιούργημα που χαρακτηρίστηκε σαν ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα του ανθρωπίνου πολιτισμού, στον ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, έφερε στο φως της δημοσιότητας ο ίδιος ο τουρκικός τύπος, ( εφημερίδα Radikal, δημοσιογράφος, Ömer Erbil), καταμαρτυρώντας άλλο ένα ισχυρό σημάδι παρουσίας της Ορθόδοξης αγιοσύνη της στην γειτονική χώρα.

Η ιστορία αναφέρεται στην κλοπή 11 πολύτιμων χριστιανικών εικόνων επενδυμένες με χρυσό από τον ναό της Αγίας Σοφίας πριν από πενήντα χρόνια και η επιστροφή τους, μετά από ένα μεγάλο συνειδησιακό πόλεμο στον πραγματικό τους κάτοχο, δηλαδή στον μεγαλύτερο σύμβολο της Ορθοδοξίας που και σήμερα δεσπόζει την Βασιλίδα των πόλεων. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι μια Αμερικανίδα, η Eliza B Chrystie, η οποία βρέθηκε σαν επισκέπτρια πριν από πενήντα χρόνια στον ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης. Την περίοδο εκείνη γίνονταν μεγάλες εργασίες ανακαίνισης του ναού και κάποιες εικόνες βρίσκονταν στο δάπεδο για καταγραφή και επεξεργασία από τους υπεύθυνους της ανακαίνισης. Η Eliza B Chrystie βρήκε τότε την ευκαιρία να κλέψει κάποιες εικόνες από τους ανυποψίαστους εργάτες της ανακαίνισης του ναού.

Περίχαρης η Αμερικανίδα τουρίστρια μόλις επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσίασε στους φίλους της το μεγάλο της «λάφυρο» από τον ιστορικό ναό της Κωνσταντινούπολης. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, η Eliza B Chrystie άρχισε να αισθάνεται ότι οι εικόνες σαν να είχαν φωνή της μιλούσαν και της τόνιζαν πως δεν της ανήκουν και πως πρέπει να τις επιστρέψει στον φυσικό τους χώρο, δηλαδή στην Αγία Σοφία.

Σταδιακά οι φωνές αυτές αυξηθήκαν και η παρουσία αυτών των χριστιανικών εικόνων μετατράπηκε σε εφιάλτη για την Αμερικανίδα τουρίστρια η οποία τώρα μετανοιωμένη όλο και περισσότερο άρχισε να σκέπτεται πως θα μπορούσε να τις επιστρέψει πίσω στον ιερό ναό. Επειδή όμως είχε ήδη γεράσει και δεν μπορούσε να πάει μόνη της στην Κωνσταντινούπολη, ζήτησε την βοήθεια της νεότερης αδελφή της και έτσι μετά από 50 χρόνια μαζί με τα ιερά κλοπιμαία ξαναβρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί όμως προβληματίστηκε με ποιο τρόπο θα γίνονταν η παράδοση των εικόνων χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα και παράλληλα να ηρεμήσει ψυχικά από όλη αυτή την ιστορία.

Οι δυο αδελφές επιστέφτηκαν τότε ένα Τούρκο χρυσοχόο, τον Adil Birsen, δήθεν για να αγοράσουν κοσμήματα. Στον Τούρκο του έκανε εντύπωση ότι έδειχναν πως κάτι τους απασχολούσε αλλά δεν το φανέρωναν. Την επομένη μέρα ξαναήρθαν στο μαγαζί του και η Αμερικανίδα του ζήτησε να την εξυπηρετήσει σε κάτι το πολύ σοβαρό ενώ καθώς μιλούσε, όπως διηγείται ο Τούρκος χρυσοχόος, άρχισε να κλαίει αφήνοντας άναυδο τον Adil Birsen ο όποιος δεν είχε καταλάβει το τι ακριβώς ήθελε. Τελικά η Eliza B Chrystie του φανέρωσε τον λόγο της επίσκεψης της και του ζήτησε την βοήθεια του να επιτρέψει στην Αγία Σοφία τις κλεμμένες εικόνες τονίζοντας πως αυτό είναι μια συνειδησιακή ομολογία σαν μια εξομολόγηση για την μεγάλη της αμαρτία. Φυσικά ο Τούρκος χρυσοχόος δέχτηκε να βοηθήσει τις δυο Αμερικανίδες και τότε η Eliza B Chrystie αφού του παρέδωσε τις εικόνες είπε με μεγάλη συγκίνηση ότι, «Επιτέλους τώρα θα ησυχάσω και θα μπορέσω να πεθάνω ήσυχα αφού επιτέλεσα το καθήκον μου να εξομολογηθώ την μεγάλη μου αμαρτία και να την επανορθώσω με αυτόν τον τρόπο».

Το νέο έγινε ευρέως γνωστό από τον τουρκικό τύπο προκαλώντας πολύ μεγάλη αίσθηση. Χαρακτηριστικό είναι πως ο διευθυντής του Μουσείου της Αγίας Σοφίας, ο Hayrullah Cengiz, επαίνεσε δημόσια την ενέργεια της Αμερικανίδας τονίζοντας πως αποτελεί μια κίνηση ομολογίας και κάθαρσης μιας πράξης που έγινε πριν από 50 χρόνια, ενώ τόνισε πως με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να αποδοθούν στην Αγία Σοφία και άλλα πολύτιμα αντικείμενα που κατά καιρούς έχουν αφαιρεθεί παράνομα από το μεγάλο αυτό χριστιανικό θρησκευτικό σύμβολο.

Το γεγονός αυτό που χαρακτηρίζεται σαν το «θαύμα των αγίων εικόνων» της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης, είναι άλλο ένα καταπληκτικό μήνυμα πως η Ορθοδοξία παραμένει ζωντανή μέσα στο μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό της δημιούργημα στην Βασιλίδα των πόλεων.

ΠΗΓΗ: ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Εγώ είδα τον Χριστό και μου είπε: «Έρχου γρήγορα∙ σε περιμένω». (Γερόντισσα Μόνικα)



site analysis


Αποτέλεσμα εικόνας για μοναχη μονικα
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας», τού πατρός Γρηγορίου, ηγούμενου τής Ιεράς Μονής Δοχειαρίου τού Αγίου Όρους.
«…Έφερε πάντα πολύτιμο περιδέραιο την διάκριση, την σιωπή και το ακατάκριτο. Διαμάντια πιο λαμπερά και από τον φωστήρα της ημέρας.


Την γνώρισα στα μέσα του ’50. Ερχότανε στην Πάτμο στον γέροντα Αμφιλόχιο όσο το γήρας της το επέτρεπε και γιόρταζε κοντά του το Πάσχα το καινό. Τα χρόνια εκείνα ήταν ο Ευαγγελισμός η πόλις Ιερουσαλήμ. Εκεί ανέβαιναν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου να γιορτάσουν Πάσχα Κυρίου.
Ήταν υψίκορμη και λιπόσαρκη σαν δούγα παλαιού ξύλινου βαρελιού. ‘Όταν κάποτε νοσηλεύθηκε σε θεραπευτήριο των Αθηνών, οι φοιτητές ρώτησαν τον γιο της, καθηγητή της Παιδιατρικής :
   — Η μητέρα σας δεν έφαγε ποτέ μια μπριζόλα;
Ερχότανε στον ναό της Βαγγελίστρας μαζί με την αδελφή που άναπτε τις κανδήλες. Καθότανε στο στασίδι, με το μακροφούστανο και το μαντήλι μέχρι την μύτη, τόσο ήσυχα, που δεν έδειχνε μέσα στο μισοσκόταδο πως υπάρχει παρουσία ζωντανού ανθρώπου. Ήταν σαν κάποια αδελφή να κρέμασε το ράσο της στο θρονί.
Είτε έμπαιναν είτε έβγαιναν από την εκκλησία, ούτε σήκωνε το κεφάλι ούτε το έστρεφε. Ρώτησα:
–        Αυτή η γριά δεν βλέπει, δεν ακούει;
–        Και βλέπει και ακούει, αλλά συνεχώς προσεύχεται.
Μου θύμιζε την μάννα του Σαμουήλ , όταν πήγαινε στο ναό να προσευχηθή και ο γιος του ιερέα Ηλεί την πρόσεξε και είπε στον πατέρα του: «Μια γυναίκα ίσταται στον ναό και  μαίνεται…»
Καθόμουνα απέναντί της .Η μόνη κίνηση που έκανε ήταν να σκουπίζη τα δάκρυά της, τα ασίγητα και αθόρυβα, με το άσπρο της μαντήλι. Περισσότερο έστρεφα την προσοχή μου στην γερόντισσα Μόνικα παρά στο τέμπλο της εκκλησιάς.
Όταν απαντούσε στις ερωτήσεις του Γέροντα, μιλούσε τόσο στοχαστικά, σαν να έβγαινε η φωνή της μέσα από τους παλαιούς αιώνες. Αν ήταν άνδρας, θα μου θύμιζε τον παλαιό των ημερών. Ο λόγος της ήταν τόσο μετρημένος σαν ρήση ευαγγελική.
Εκεί όμως που εγνώρισα τον άνθρωπο αυτόν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Τότε έζησα από κοντά τον άνθρωπο των δακρύων και της καρδιακής προσευχής και έμαθα την ιστορία της ζωής της.
Ο σύζυγός της Γεράσιμος Ζερβός ήταν πάντα «ο πατέρας» και για την σύζυγο και για τα παιδιά. Οσάκις έλεγε «ο πατέρας μας» , αρκετό καιρό υπελάμβανα την πατέρα της, αλλ’ αργότερα εννόησα ότι επρόκειτο περί του συζύγου.
Εργαζόταν στις Ινδίες, στις Αγγλικές επιχειρήσεις εξορύξεως πολύτιμων μετάλλων. Σε μία από τις επισκέψεις του στον οίκο του πατρός του εγνώρισε την Άννα και ηράσθη του αληθινού κάλλους της ψυχής της.
Την ζήτησε εις γάμου κοινωνίαν . Έπασχε όμως από μυοκαρδίτιδα. Του λέει:
–        Δεν μπορώ να σταθώ όρθια. Πώς θα γίνη ο γάμος;
Και υπανδρεύθη καθιστή.
Τον ακολούθησε στην Ινδία και έφερε στον κόσμο πέντε παιδιά. Έπειτα από λίγα χρόνια εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα , ίσως για τις σπουδές των παιδιών. Τα δύο, την Φανή και τον Τζον, τα έχασε εφήβους από κάποια λιμώδη νόσο της εποχής εκείνης. Ο Τζον έγινε ουρανοβάμων προτού γίνη άνδρας. Δεκαέξι ετών ήταν ψάλτης αριστερός στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση.
Υπέμεινε την αρρώστια με μαρτυρική υπομονή. Τα τελευταία λόγια του στην Αγία μάννα του ήταν:
–        — Θα λυπηθώ πολύ, όταν φορέσης μαύρα και κλάψης. Εγώ είδα τον Χριστό και μου είπε: «Έρχου γρήγορα∙ σε περιμένω».
Εκεί στην Αθήνα η κυρία Άννα εδέχετο όλη την ημέρα όχι μόνον πονεμένους, αλλά και κληρικούς.
Έτσι γνωρίστηκε με τον πατέρα Σάββα ( τόν μετέπειτα Άγιο Σάββα τής Καλύμνου )  και τον βοήθησε , μαζί με τον σύζυγό της, να εγκατασταθή στο νησί και σήμερα είναι ο προστάτης της Καλύμνου και των κήπων του ανατολικού Αιγαίου το εγκαλλώπισμα. Ο προϊστάμενος της Ζωής πατήρ Σεραφείμ Παπακώστας ήταν από τους πιο τακτικούς επισκέπτες.
Ο γιος της ο παιδίατρος της έλεγε:
–        Μάννα , εσύ έχεις περισσότερους επισκέπτες από μένα.
Κάτω από το προσκέφαλό της είχε τρία βιβλία: τον Ιωάννη της Κλίμακος, τον Νείλο τον Σιναΐτη και τον αββά Ισαάκ. Αυτούς μελετούσε μέρα και νύχτα. Προτιμούσε την ανάγνωση από το κείμενο.
       — Καλύτερα – έλεγε- να διαβάσω μια σελίδα κείμενο, παρά δέκα ερμηνεία. Στο κείμενο βρίσκεται το πνεύμα του Πατρός. Στην ερμηνεία έχει εξατμισθή το πνεύμα του και επικρατεί του ερμηνευτού.
Στους προσερχομένους πάντα απαντούσε από τους Πατέρες : «Αυτό μας λέγει ο αββάς Ισαάκ Ιωάννης, αυτό ο Νείλος, και αυτό ο Ισαάκ». Ποτέ δεν έκλωθε δικά της λόγια. Έτσι, κανένας δεν αντέλεγε στις νουθεσίες της. Όλοι ευχαριστημένοι έφευγαν από την εξαγόρευση και την πατερική νουθεσία.
Είχε φοβερή υπομονή να ακροάζεται τους πειρασμούς , τον πόνο και την θλίψη των άλλων. Η νύφη της ερχόταν κάθε πρωί και μιλούσε επιθετικά εις βάρος του γιού της. Έπειτα από δίωρη ακρόαση αναπάντητη , της έλεγε:
–        Πήγαινε τώρα να ετοιμάσης φαγητό, γιατί τα παιδιά θα επιστρέψουν από το σχολείο.
–        Δεν στενοχωριέστε για όσα λέγει;
–        Καθόλου. Μόνον για την ψυχή της θλίβομαι.
Είχε τόση διάκριση, που ακουμπούσε στις ψυχές αυτό που μπορούσαν να βαστάξουν. Κανένας δεν έφευγε ούτε βαρυφορτωμένος ούτε ξεφόρτωτος. Το στόμα της ήτανε χρυσό. Ούτε αστεϊσμούς ούτε σαπρούς λόγους έλεγε ούτε κατάκριση εξήρχετο. Αυτά είναι τα στόματα των Αγίων.
Στην προσευχή – όπως μου ωμολόγησε η θεία μου μοναχή Θεοκτίστη και όπως και εγώ είδα και μαρτυρώ- συνεχώς έτρεχαν τα μάτια της αστείρευτη πηγή.
–      — Πού , Γρηγόριέ μου –μου έλεγε η θεία μου μοναχή –βρίσκονταν τόσα δάκρυα; Εσπερινό κάναμε; Απόδειπνο διαβάζαμε; Όρθρο ψάλλαμε; Ώρες λέγαμε; Οι βρύσες των ομματιών της έτρεχαν.
Στην νοερά προσευχή η στάση της ήταν ουράνια. Μοναχός Πάτμιος, Αντίπας το όνομα, της είχε προσφέρει το επίτομο βιβλίο της Φιλοκαλίας των αγίων Πατέρων, το οποίο μελέτησε πολύ καλά.
Αλλά και ο Γεράσιμος καθόλου δεν υστερούσε στα πνευματικά της «μητέρας»- συζύγου του. Φαίνεται από πολύ νωρίς είχε συναναστραφή με πνευματικούς άνδρες. Είχε πολλά ωφεληθή και πολλά σπουδάσει. Αυτός πρέπει να βοήθησε την Άννα να προαχθή στα πνευματικά γυμνάσματα.
Στον οίκο του στην Κάλυμνο είχε δωμάτιο με τους τέσσερις τοίχους γεμάτους βιβλία. Το δωμάτιο αυτό το έλεγαν «παπαδικό». Στους επισκέπτες έλεγε:
–        Περάστε να σας δείξω τα χόμπι της ζωής μου. Από ΄δω είναι τα «τσιγάρα» μου. Από ‘κει τα «ποτά» μου. Και πιο ‘κει τα «γλυκά» μου.
Κάθε βράδυ περιήρχετο το λιμάνι μήπως βρη κάποιον άστεγο επισκέπτη του νησιού να φιλοξενήση στο σπίτι του. Αν επέστρεφε με επισκέπτη, έλεγε στην Άννα:
–        Έφερα τον Χριστό.
Αν δεν λάχαινε κανένας άστεγος, γύριζε λυπημένος.
–        Χάσαμε , μητέρα, σήμερα…
Στο τέλος του προσεβλήθη από την νόσο του καρκίνου. Δάγκωνε τα σίδερα του κρεβατιού να μη φανή ο πόνος του ούτε στους ανθρώπους ούτε στους Αγγέλους.
Η σύζυγός του, μετά την χηρεία, εκάρη ,μοναχή από τον γέροντα Αμφιλόχιο με το όνομα Μόνικα. Της ζήτησα κάποτε το βιβλίο του αββά Νείλου.
Μου είπε:
–        Μετά την κοίμησή μου να είναι δικό σου. Τώρα όμως δεν μπορώ να το αποχωριστώ, γιατί ό όσιος Νείλος με τέρπει. Ο Σιναΐτης με οικοδομεί και όλα τα λαμπικάρει στην καρδιά μου ο Ισαάκ ο Σύρος.
Εκοιμήθη ενενήντα ετών η καρδιοπαθής και αδύνατη σαν την καλαμιά του ξηροπόταμου.
Αυτά έζησα και ενθυμούμαι και τα καταθέτω. Ξεύρω ότι είναι φτωχά και λίγα. Ας έχω την συμπάθειά της και τις πρεσβείες της μαζί μου…»

Αποτέλεσμα εικόνας για μορφεσ που γνωρισα να ασκουνται στο σκάμμα τησ εκκλησιασ
Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας» Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Τρυφωνού: μια αθόρυβη ζωογονούσα παρουσία



site analysis

Π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
Ευρισκόμενοι στον κόσμο της επίδειξης, της προβολής με τα συνεχή «τα εν οίκω εν δήμω», όπου κάθε κίνηση προσωπική ή οικογενειακή προβάλλεται στο διαδίκτυο, θα’ θελα να παρουσιάσω τη μορφή μιας γυναίκας που έλαμψε στην αφάνειά της.  Πρόκειται, για όσους τη γνώρισαν, για τη γιαγιά Τρυφωνού, την κατά σάρκα μικρότερη αδελφή του οσίου Γέροντα της Λύσης, Παναή του Ιλαμιού.
Από μικρή, μεγαλώνοντας στην παραδοσιακή κοινωνία της Λύσης, κάτω από την προστασία των γονιών και συγγενών της, γνώρισε την Εκκλησιαστική ζωή με τις ακολουθίες, τις νηστείες και προσευχές, μα και με τη διακονία που ζητά να προσφέρεις αντί να παίρνεις.
Φτάνοντας στην ηλικία που θα πρέπει να προχωρήσει «εις γάμου κοινωνίαν», παίρνει τη μεγάλη απόφαση να μείνει με τους άγαμους αδελφούς της Παναή και Βασίλη, για να τους φροντίζει, μια και είναι η πιο μικρή στην οικογένεια.  Μια απόφαση που απαιτεί αυταπάρνηση, αλλά και τη Χάρη του Θεού που βοηθά στην πορεία ώστε «να μην γυρίσει πίσω».
– Τρυφωνού, αφιερώθηκες στον Παναή και στο Βασίλη και δεν παντρεύτηκες.  Μετάνιωσες;
– Δεν μετάνιωσα, αλλά ξέρω απ’ εδώ και μπρος;
Κι ήταν γύρω στα 70 όταν της έκανα την ερώτηση, ευρισκόμενος κοντά στο κρεββάτι του Παναή που προχωρούσε στη χώρα των ζώντων.  Η απάντησή της φανέρωνε την ταπείνωσή της, τη σύνεση και τη σοφία της, που ξέρει να εμπιστεύεται την Πρόνοια του Θεού κι όχι τις ανθρώπινες δυνάμεις.
Η παρουσία του παππού Παναή στη Λάρνακα μετά την προσφυγιά, θεωρήθηκε ιδιαίτερη ευλογία για όσους ποθούσαν «ακούσαι λόγον Κυρίου».  Γι’ αυτό κόσμος πολύς μπαινόβγαινε στο τουρκοκυπριακό σπίτι κοντά στον άγιο Ιωάννη το Θεολόγο κατ’ αρχήν, καθώς και στο σπίτι του συνοικισμού αγίων Αναργύρων αργότερα.  Τότε η Τρυφωνού όχι μόνο δεν μεμψιμοιρούσε, αλλά το θεωρούσε πηγή χαράς να υποδεχτεί με ευγένεια και να κεράσει ό,τι είχε τους φιλοξενουμένους, όχι ως καθήκον αλλά ως αγάπη. Σιωπηλά, αθόρυβα, να φέρει τον καφέ, το χαλούμι με το κουλλούρι ή ελιές οφτές, αν ήταν νηστεία, όπως και τα φρούτα της εποχής.  Και μέσα στη φασαρία του διακονήματός της, τον κόπο του μαγειρέματος, πλυσίματος, καθαρίσματος, να έχει την επιθυμία, να θέλει κι αυτή ν’ ακούσει για να ωφεληθεί από τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα του Παναή ή του Βασίλη. Κοντόστεκε στην πόρτα της κουζίνας για να ακούσει λόγον Θεού από τα αδέλφια της.
Μεταξύ των πολλών κληρικών και λαϊκών, επώνυμων και απλών ανθρώπων που επισκέπτονταν τους παππούδες, βρέθηκε κι ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Δρ. Γεώργιος Πατρώνος με τον Ηγούμενο της Ι. Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου Αρχιμ. Συμεών.  Μιλούσε με τον παππού Παναή κι εμείς ακούγαμε σιωπηλοί.  Φεύγοντας ρωτήσαμε τη γνώμη του.  Μας είπε:
– Είναι ξεκάθαρο πως ο Παναής έχει φώτιση Θεού, πνευματικές εμπειρίες δυνατές.  Εμένα όμως μου έκαμε εντύπωση πιο πολύ η Τρυφωνού που δεν παντρεύτηκε κι αφιέρωσε τη ζωή της για να διακονεί τα δύο αδέλφια της.
Μετά την κοίμηση του Παναή το 1989 και του Βασίλη το 2003, η Τρυφωνού έμεινε μόνη, με τα προβλήματα και τις δυσκολίες των γερατειών.  Ποιος θα μπορούσε να την περιποιηθεί και να τη φροντίσει καθώς αυτή περιποιήθηκε και φρόντισε έως τέλους τα δύο της αδέλφια;  Ο Κύριος που αγαπά τους αγαπώντας Αυτόν δεν εγκατέλειψε τη δούλη Του Τρυφωνού.
Η κυρία που ήλθε με τη μέριμνα του αδελφότεχνού της κ. Φίλιππου Φωκαϊδη (πατέρα του Υπουργού Άμυνας) για να τη φροντίζει, δεν εκπλήρωνε απλά ένα καθήκον για να πληρωθεί αλλά την περιποιείτο και την φρόντιζε ως να ήταν μάνα της.  Όσοι την επισκεπτόμασταν βεβαιώναμε το ίδιο.
Η Τρυφωνού άφησε τον κόσμον αυτό το Σάββατο των κεκοιμημένων στις 29 Μαΐου 2004, κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της Πεντηκοστής.  Όπως απλά, αθόρυβα, ταπεινά έζησε, έτσι κι έφυγε για την άλλη ζωή.  Την Κυριακή της Πεντηκοστής, την «τελευταία και μεγάλη εορτή» την οποία πάντα γιόρταζε με πεντάρτι στην Εκκλησία, έγινε η κηδεία της από τον ιερό ναό της Αγίας Θέκλας, στο συνοικισμό των αγίων Αναργύρων.  Τάφηκε στο κοιμητήριο του αγίου Γεωργίου Κοντού στη Λάρνακα.
Ο Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης θα πει: Την «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος» την δέχονται «τα μη όντα», οι «ανύπαρκτοι», οι ταπεινοί• και υπάρχουν κάποιοι «ανύπαρκτοι» που βγάζουν μία ευωδία που ανασταίνει νεκρούς. Γι’ αυτό είναι δράμα να είσαι «επιτυχημένος».  Αυτό ακριβώς ταιριάζει και στη γιαγιά Τρυφωνού, την οσία μητέρα, που μας δίδαξε με τη σιωπηλή παρουσία της τι σημαίνει να θυσιάζεσαι μια ζωή, να διακονείς αθόρυβα, να ζεις ως ανύπαρκτος και να υπάρχεις για να ζουν οι άλλοι.  Μας δίδαξε δηλαδή το νόημα της όντως Ζωής που φέρνει στην καρδιά ειρήνη, στο πρόσωπο φως, στην ύπαρξη τη χαρά του Παραδείσου.

Πηγή: isagiastriados.com-ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ