Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

ΑΓΙΑ ΩΡΑΙΟΖΗΛΗ



site analysis


 * Ἡ βα­σι­λί­δα τῶν πό­λε­ων, Κων­σταν­τι­νού­πο­λις, κον­τά στά ἄλ­λα κα­λά πού τήν στό­λι­ζαν, εἶ­χε ἀ­κό­μη ὡς στο­λί­δια της καί τούς Βί­ους τῶν ἐ­νά­ρε­των ἀν­δρῶν καί γυ­ναι­κῶν. Μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ αὐ­τούς στο­λι­ζό­ταν, πα­ρά μέ τά δι­ά­φο­ρα αἰ­σθη­τά κάλ­λη ­πού ἔ­χει, δη­λα­δή μέ τήν θέ­σι τοῦ τό­που, μέ τήν με­γα­λο­πρέ­πεια καί μέ τά τεί­χη, τά ὁ­ποῖ­α πα­ρα­μέ­νουν ἀ­πό τούς ἐ­νάν­τι­ους ἐ­χθρούς ἀ­νί­κη­τα, δι­ό­τι με­γα­λύ­τε­ρο κάλ­λος καί με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια προ­ξε­νεῖ­ται σ’ αὐ­τήν ἀ­πό τούς Βί­ους αὐ­τῶν, πα­ρά ἀ­πό τά ὅ­σα ἀ­να­φέρ­θη­καν πα­ρα­πά­νω. Καί Βί­ους ἐν­νο­ῶ, ὄ­χι μό­νον τούς γνω­στούς στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί γραμ­μέ­νους στά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Συ­να­ξά­ρια, ἀλ­λά καί ἐ­κεί­νους, ­πού ἔ­γι­ναν μέν γνω­στοί στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά γιά κά­ποι­α τυ­χαί­α ἀ­μέ­λεια, δέν γρά­φτη­καν, ἀλ­λά σκε­πά­σθη­καν ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νοι οἱ Βί­οι τῶν Ἁ­γί­ων, πού εἶ­ναι γραμ­μέ­νοι, ὅ­ταν δι­α­βά­ζων­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α, πα­ρα­κι­νοῦν, ὅ­σους ἀ­κοῦν, σέ ζῆ­λο καί μί­μη­σι τῆς ἀ­ρε­τῆς καί σέ συν­τρι­βή τῆς ψυ­χῆς καί κα­τά­νυ­ξι. Οἱ Βί­οι ὅ­μως, ­πού δέν εἶ­ναι γραμ­μέ­νοι, μο­λο­νό­τι ἡ πο­λυ­και­ρί­α σκέ­πα­σε τά ὑ­πο­μνή­μα­τά τους καί τά ἐ­ξα­φά­νι­σε, ὅ­μως ἀ­πό τά θαύ­μα­τα, ­πού γί­νον­ται, ἀ­πό ὅ­σους ἁ­γί­ους ἔ­ζη­σαν σύμ­φω­να μέ τούς Βί­ους αὐ­τούς, γί­νον­ται σέ ὅ­λους φα­νε­ροί καί κα­τά­δη­λοι.
Μί­α λοι­πόν ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους αὐ­τούς εἶ­ναι καί ἡ καλ­λι­κέ­λα­δη ἀ­η­δό­να καί κα­θα­ρή πε­ρι­στε­ρά τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Μάρ­τυρας, λέ­ω, Ὡ­ραι­ο­ζή­λη, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πό ποι­ά χώ­ρα κα­τα­γό­ταν καί ποι­οί ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς της, δέν βρί­σκε­ται γραμ­μέ­νο. Τό ὅ­τι ὅ­μως γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς Ἕλ­λη­νες, πού προ­σκυ­νοῦ­σαν τά εἴ­δω­λα, αὐ­τό θά τό φα­νε­ρώ­ση ὁ λό­γος στήν συ­νέ­χεια. Δι­ό­τι ἀ­πό τά χρό­νια τῶν θε­ο­κή­ρυ­κων Ἀ­πο­στό­λων, ὅ­ταν δι­α­δό­θη­κε σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη τό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἀ­πό τό­τε σα­γη­νεύ­θη­κε μέ τά λο­γι­κά δί­κτυ­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­ου τοῦ Πρω­το­κλή­του καί ἡ σε­μνό­τα­τη αὐ­τή Ὡ­ραι­ο­ζή­λη καί λυ­τρώ­θη­κε ἀ­πό τόν βυ­θό τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας. Δι­ό­τι ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Ἀν­δρέ­α βα­πτί­σθη­κε αὐ­τή καί φω­τί­σθη­κε καί ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε σέ μί­α μι­κρή Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἀρ­χι­στρά­τη­γου Μι­χα­ήλ· αὐ­τή, ­σάν γῆ ἀ­γα­θή, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τόν σπό­ρο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, ἀ­πέ­δω­σε πο­λύ καί ἑ­κα­τον­τα­πλά­σιο τόν καρ­πό. Δι­ό­τι πα­ρα­μέ­νον­τας στόν Να­ό ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ἀρ­χι­στρά­τη­γου, ἦ­ταν ἐρ­γά­τις τῶν τοῦ Χρι­στοῦ ἐν­το­λῶν καί φρόν­τι­ζε μέ τά κα­λά ἔρ­γα νά γί­νε­ται κή­ρυ­κας τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, λε­γό­με­νη ἰ­σα­πό­στο­λος καί τα­λαι­πω­ρού­με­νη μέ κά­θε σω­μα­τι­κή κα­κο­πά­θεια. Ὁ­πό­τε ἀ­πό αὐ­τό ἔ­τρε­χε κον­τά της με­γά­λο πλῆ­θος Ἑλ­λή­νων καί ὠ­φε­λεῖ­το μέ τίς κα­θη­με­ρι­νές της δι­δα­σκα­λί­ες, λη­σμο­νῶν­τας τήν προ­η­γού­με­νη κα­κή ζω­ή τους, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στόν Χρι­στό καί μέ τήν χά­ρι του ἐ­ξοι­κει­ού­με­νοι. Γι’ αὐ­τό ἀ­πέ­κτη­σε ἡ Ἁ­γί­α καί ἄλ­λες δύ­ο παρ­θέ­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ες, ἀ­φοῦ ἀ­πο­στρά­φη­καν τήν εἰ­δω­λι­κή πλά­νη, γνώ­ρι­σαν τόν Χρι­στό μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α της ὡς Θε­ό προ­αι­ώ­νιο καί Δη­μι­ουρ­γό τοῦ παν­τός. Αὐ­τές λοι­πόν οἱ δύ­ο παρ­θέ­νες κυ­ρι­εύ­θη­καν ἀ­πό τόν πό­θο τοῦ Χρι­στοῦ μέ τήν παν­το­τι­νή ἐρ­γα­σί­α τῶν ἀ­ρε­τῶν καί μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ὡ­ραι­ο­ζή­λης γι­νό­με­νες πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­νά­ρε­τες, ἔ­βλε­παν σ’ αὐ­τήν, χω­ρίς νά πα­ρεκ­κλί­νουν κα­θό­λου, μέ τούς ὀ­φθαλ­μούς τοῦ νοῦ, ὡς πρω­τό­τυ­πο τῆς ἀ­ρε­τῆς καί πα­ρά­δειγ­μα καί, πυρ­πο­λού­με­νες πάν­το­τε ἀ­πό τόν θε­ϊ­κό ζῆ­λο, ἦ­σαν χα­ρού­με­νες, συ­να­γω­νι­ζό­με­νες μέ ἕ­να­ν ἀ­γα­θό καί ἀ­ξι­έ­παι­νο ἀ­γῶ­να· Ποι­ά δη­λα­δή ἀ­πό αὐ­τές νά νι­κή­ση τήν ἄλ­λη σέ ἀ­γρυ­πνί­ες, σέ νη­στεῖ­ες, σέ προ­σευ­χές καί στίς ὑ­πό­λοι­πες κα­κο­πά­θει­ες τοῦ σώ­μα­τος. Καί αὐ­τά βέ­βαι­α γί­νον­ταν μέ­χρι τά χρό­νια τοῦ ἀ­σε­βέ­στα­του βα­σι­λιᾶ Δε­κί­ου, δη­λα­δή κα­τά τό ἔ­τος 250. Δι­ό­τι τό­τε ὁ μι­σό­κα­λος Δι­ά­βο­λος καί ἐ­χθρός τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ψυ­χῶν ἔ­λει­ω­νε ἀ­πό τόν φθό­νο του, σκε­πτό­με­νος τήν ἀ­νί­κη­τη δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ. Πῶς καί μέ­ τήν ἀ­δύ­να­τη φύ­σι τῶν γυ­ναι­κῶν ἐ­νερ­γῶταν ἡ ἀ­ρε­τή καί αὔ­ξα­νε σέ κά­θε μέ­ρος. Ἡ ἀ­ρε­τή πά­λι, κι ἄν ἀ­κό­μη γί­νε­ται σέ ἀ­πό­κρυ­φο καί πα­ρά­με­ρο μέ­ρος, κά­νει ὅ­μως φα­νε­ρό τό τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου κή­ρυγ­μα καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό τό με­τα­δί­δει, ἀλ­λά καί τό στε­ρε­ώ­νει στίς ψυ­χές τῶν Χρι­στια­νῶν.
Ὁ­πό­τε τί χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ ἀ­λι­τή­ριος Δι­ά­βο­λος; Μπῆ­κε μέ­σα στόν βα­σι­λιά Δέ­κιο καί μέ αὐ­τόν ξε­κί­νη­σε πό­λε­μο καί δι­ωγ­μό κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν. Δι­ό­τι αὐ­τός ὁ ἀ­σε­βέ­στα­τος μή χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας σω­στά τήν βα­σι­λεί­α, δέν θέ­λη­σε νά γνω­ρί­ση τόν Θε­ό, ­πού τοῦ τήν χά­ρι­σε, ἀλ­λά ἐ­πα­να­στά­τη­σε ἐ­ναν­τί­ον του, προ­σκυ­νῶν­τας θε­ούς ψευ­δώ­νυ­μους καί μά­ται­ους, ἀ­ναγ­κά­ζον­τας ἐ­πί πλέ­ον καί τούς ἀν­θρώ­πους νά τούς προ­σκυ­νοῦν αὐ­τός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­ναί­σθη­τος καί ἀ­πό αὐ­τά τά ἀ­ναί­σθη­τα εἴ­δω­λα. Αὐ­τός λοι­πόν καί αὐ­τήν τήν μα­κά­ρια Ὡ­ραι­ο­ζή­λη, ἀ­φοῦ τήν χώ­ρι­σε ἀ­πό τίς συν­τρό­φους της δύ­ο παρ­θέ­νες, τήν πα­ρου­σία­σε στό δι­κό του δι­κα­στή­ριο καί τῆς εἶ­πε· «Ἀ­πό ποι­ά ἀ­φορ­μή, γυ­ναί­κα, τήν μέν πα­τρι­κή σου θρη­σκεί­α ἀ­θέ­τη­σες, ἐ­νῶ τόν Χρι­στό ἀ­να­κη­ρύτ­τεις ὡς Θε­ό; ἤ για­τί ἐ­ξα­πα­τᾶς τούς ἀν­θρώ­πους μέ ψευ­δεῖς καί πι­θα­νούς λό­γους καί τούς πεί­θεις νά πι­στέ­ψουν σέ ἕ­ναν θνη­τό ἄν­θρω­πο, λέ­γον­τας, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ποι­η­τής τοῦ παν­τός;­». Σ’ αὐ­τά ἡ Ἁ­γί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­σύ, ἀσεβέ-στατε βα­σι­λιά, ἔ­μα­θες, ὅ­τι ὁ Χρι­στός, πού κη­ρύσ­σε­ται ἀ­πό ἐ­μέ­να, σταυ­ρώ­θη­κε ὡς ἄν­θρω­πος καί πῶς δέν ἔ­μα­θες καί αὐ­τό, ὅ­τι δη­λα­δή αὐ­τός ὁ ἴ­διος ἀ­να­στή­θη­κε ­σάν Θε­ός; ἤ πῶς δέν ἄ­κου­σες, ὅ­τι αὐ­τός, ἀ­φοῦ κα­τέ­βη­κε στόν Ἄ­δη, συ­να­νέ­στη­σε ὅ­λους ὅ­σοι ἦ­ταν ἐ­κεῖ καί ὡς ἀρ­χη­γός τῆς ζω­ῆς χά­ρι­σε στούς νε­κρούς τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή; Τό ὅ­τι πά­λι ὁ Χρι­στός, ὄν­τας Θε­ός προ­αι­ώ­νιος, θέ­λη­σε νά γί­νη ἄν­θρω­πος καί νά πά­θη καί νά σταυ­ρω­θῆ γι­ά μᾶς καί γι­ά τήν σω­τη­ρί­α τοῦ γέ­νους τῶν ἀν­θρώ­πων, αὐ­τό πε­ριτ­τό εἶ­ναι νά τό λέ­ω στά αὐ­τιά ἐ­κεί­νων, ­πού δέν δέ­χον­ται αὐ­τό τό μυ­στή­ριο. Ἀλ­λά ἐ­γώ σοῦ λέ­ω τό ἑ­ξῆς, γιά πρώ­τη καί τε­λευ­ταί­α φο­ρά, πώς ὅ,τι καί ἄν κά­νης καί μέ ὅ,τι ἄν μέ φο­βε­ρί­σης ἤ κο­λα­κεύ­σης ἤ τι­μω­ρή­σης ἤ ὑ­πο­σχε­θῆς, δέν θά μπο­ρέ­σης νά μέ με­τα­κι­νή­σης ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ μου· πο­τέ νά μή μοῦ συμ­βῆ νά ἀρ­νη­θῶ τόν Θε­ό μου!, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πό τό μη­δέν καί μέ ἔ­φε­ρε στήν ὕ­παρ­ξι καί κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τούς Οὐ­ρα­νούς στήν γῆ καί «ἐ­σαρ­κώ­θη ἀ­σπό­ρως» γι­ά τήν δι­κή μου σω­τη­ρί­α. Λοι­πόν, ἐ­κεῖ­νο ­πού θέ­λεις, κά­νε, βα­σι­λιά. Νά, μπρο­στά σου βρί­σκε­ται αὐ­τό τό πή­λι­νο σῶ­μα μου καί καῖ­γε, κό­βε, σφά­ζε, τι­μώ­ρη­σέ το». Αὐ­τά λοι­πόν εἶ­πε ἡ Ἁ­γί­α.
Τό­τε ὁ τῆς βα­σι­λεί­ας καί τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς ἀ­νά­ξιος Δέ­κιος, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό καί προ­στά­ζει νά γδύ­σουν τήν Ἁ­γί­α καί νά τήν δέρ­νουν γιά πολ­λές ὧ­ρες. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοί βλέ­πον­τας τήν γεν­ναι­ό­τη­τα καί ὑ­πο­μο­νή τῆς τοῦ Χρι­στοῦ νύ­φης· δι­ό­τι ἔ­πα­σχε ­σάν νά πά­σχη κά­ποι­ος ἄλ­λος καί ὄ­χι αὐ­τή. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ βα­σι­λιάς συ­χνά στρε­φό­με­νος πρός τήν Ἁ­γί­α, τήν ἔ­βλε­πε ἐλ­πί­ζον­τας, ὅ­τι θά με­τα­βλη­θῆ ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, χά­νον­τας τήν ὀ­πτι­κή δύ­να­μι τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του, ξαφ­νι­κά τυ­φλώ­θη­κε καί φαι­νό­ταν σάν ἕ­να πε­ρι­γέ­λα­σμα στούς ὑ­πη­κό­ους του. Ἔ­τσι πρός τό πα­ρόν πρό­στα­ξε νά φυ­λα­κί­σουν τήν Ἁ­γί­α καί παίρ­νον­τας ἕ­ναν χει­ρα­γω­γό στόν δρό­μο, ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τόν θρό­νο καί πῆ­γε στά βα­σί­λεια.
Ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή ἡ Ἁ­γί­α φρόν­τι­ζε νά πά­η πρός τόν πο­θού­με­νό της Νυμ­φί­ο Χρι­στό, εἰ­δο­ποί­η­σε τόν ἀ­σε­βῆ βα­σι­λιά, ὅ­τι “ἐ­άν ἐ­σύ δέν χρί­σης τούς ὀ­φθαλ­μούς σου μέ τό αἷ­μα τῆς κε­φα­λῆς μου, πού θά κο­πῆ, μέ ἄλ­λον τρό­πο δέν θά λά­βης τό φῶς σου”. Ὁ­πό­τε ἀ­μέ­σως πρό­στα­ξε καί ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τήν Ἁ­γί­α. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἔ­χρι­σε τούς ὀ­φθαλ­μούς του μέ τό αἷ­μα της ὁ σι­χα­με­ρός καί ἀ­κά­θαρ­τος, ἔ­λα­βε ἀ­μέ­σως τό φῶς καί ἀ­νέ­βλε­ψε. Ἔ­μει­νε ὅ­μως ἀ­χά­ρι­στος σ’ αὐ­τή τήν εὐ­ερ­γε­σί­α ὁ πα­ρά­νο­μος βα­σι­λιάς, μᾶλ­λον, φθό­νη­σε ὁ παμ­βέ­βη­λος νά μή πά­ρουν οἱ Χρι­στια­νοί τό τῆς Ἁ­γί­ας τί­μιο σῶ­μα καί μέ αὐτό ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ πολ­λούς Ἕλ­λη­νες. Γι’ αὐ­τό πρό­στα­ξε ὁ ἀ­λι­τή­ριος νά κά­ψουν τό λεί­ψα­νο τῆς Μάρ­τυ­ρος μέ φω­τιά. Καί ἡ μέν Ἁ­γί­α, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­τυ­χε αὐ­τό, πού πο­θοῦ­σε, χαί­ρε­ται καί εὐ­φραί­νε­ται αἰ­ώ­νια στά Οὐ­ρά­νια, συμ­βα­σι­λεύ­ον­τας μέ τόν πο­θει­νό­τα­τό της Νυμ­φί­ο Χρι­στό.  Ἡ Σύ­να­ξι καί ἑ­ορ­τή της τε­λεῖ­ται στόν μαρ­τυ­ρι­κό Να­ό της, πού εἶ­ναι κον­τά στόν σε­βά­σμιο Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Ἀ­να­στα­σί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο Να­ό της γί­νον­ται θε­ρα­πεῖ­ες δι­α­φό­ρων ἀ­σθε­νει­ῶν καί μαρ­τυ­ρεῖ ὁ πα­ρά­λυ­τος ἐ­κεῖ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ προ­σῆλ­θε στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας, ἔ­γι­νε ὑ­γι­ής.
Τό μαρ­τυ­ροῦν οἱ στεῖ­ρες γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­ες μέ  τό λεί­ψα­νο τῆς Ἁ­γί­ας ὁ­δη­γοῦν­ται σέ τε­κνο­γο­νί­α, καί οἱ γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ­νες, πού ἔ­χουν κα­τά­ξη­ρους τούς μα­στούς τους ἀ­πό γά­λα, ἐ­πι­στρέ­φουν στίς οἰ­κί­ες τους ἔ­χον­τάς τα γε­μᾶ­τα ἀ­πό γά­λα, μέ τό ὁ­ποῖ­ο χορ­ταί­νουν τά ὑ­πο­μά­ζια βρέ­φη τους. Δι­ό­τι ἔ­τσι ξέ­ρει ὁ Θε­ός νά ἀν­τι­δο­ξά­ζη ἐ­κεί­νους πού τόν δο­ξά­ζουν καί γι’ αὐ­τόν χύ­νουν τό αἷ­μα τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου