Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΑΠΛΟΪΚΗΣ ΜΕΤΣΟΒΙΤΙΣΣΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ*



site analysis

Μιχαὴλ Γ. Τρίτου-Καθηγητοῦ Α. Π. Θ.

     Ἤμουν μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου Μετσόβου, ὅταν ἔβλεπα τὶς ἀπογευματινὲς ὧρες μία συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη τὴν τοπικὴ μετσοβίτικη στολή, νὰ πηγαίνει στὴν Ἁγία Παρασκευὴ νὰ παρακολουθήσει τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Κρατοῦσε στὰ χέρια της ἕνα μικρὸ μεταλλικὸ δοχεῖο μὲ λάδι γιὰ νὰ ἀνάψει τὰ κανδήλια τοῦ ναοῦ. Ἦταν ἡ Μαρία Μπίσα, μία εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχῆ!
   Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἑσπερινοῦ πήγαινε στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ καὶ μὲ μία ἐκ βαθέων δοξολογικὴ κραυγή ἔλεγε τὸ «Δόξα Σοι Κύριε», χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζει τὴ σημασία αὐτῆς τῆς φράσης.
   Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε, καὶ ἀπὸ τὰ γεροντικά της μάτια ἔβγαιναν δάκρυα ἱκεσίας πρὸς τὸν δωρεοδότη Θεό. Ἦταν ἡ ἐξωτερίκευση τῆς βιωμένης πίστεως καὶ ἡ ἔκφραση τῆς γνήσιας ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
   Ὁ Κύριος βράβευσε τὴν πίστη τῆς ἁπλῆς αὐτῆς γυναίκας, δίνοντάς της τὴ δυνατότητα νὰ προβλέψει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς της.
   Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἀφήσω τὴν ἐγγονή της, τὴν κ. Μαρία Μπίσα-Ψαροβασίλη, νὰ περιγράψει ὡς αὐτόπτης μάρτυς τὸ γεγονός, μὲ ἕνα κείμενο ξεχωριστῆς χάρης καὶ ὀμορφιᾶς καὶ μὲ ἔντονο τὸ στοιχεῖο τῆς βιωμένης ἀμεσότητας.
   «Τὴ γιαγιά μου τὴν ἔλεγαν Μαρία. ΄΄Ἔφυγε΄΄ στὶς 20 Φεβρουαρίου 1971· ἦταν 85 ἐτῶν. Ἀπὸ καιρὸ εἶχε φροντίσει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια τοῦ θανάτου της, ἂν καὶ ὁ τρόπος ζωῆς της ἦταν μία συνεχὴς προετοιμασία.
   »Τελευταία δὲν ἔβγαινε ἔξω, γιατί τὴν ταλαιπωροῦσε τὸ ἄσθμα ποὺ εἶχε. Δὲν ἦταν ὅμως σὲ τόσο ἄσχημη κατάσταση. Μέσα στὸ σπίτι κυκλοφοροῦσε ἄνετα καὶ αὐτοεξυπηρετοῦταν.
  » Ἦταν Ψυχοσάββατο. Ἐκεῖνο τὸ πρωινὸ ξύπνησε γύρω στὶς ἕξι. Παρὰ τὴ γκρίνια μου μὲ ξύπνησε κι ἐμένα, γιατί ὅπως μοῦ εἶπε μὲ ἤθελε ξύπνια. Ἡ μητέρα μου ἄναψε τὴ σόμπα καὶ τῆς ἐφτίαξε τὸν καφέ της. Ἀφοῦ τὸν ἤπιε, ρώτησε γιὰ τὸν καιρὸ καὶ ζήτησε νὰ πιεῖ δυὸ γουλιὲς κρασί, ἀσυνήθιστο πράγμα γιὰ τὴν ὥρα.
   »Ἤμασταν οἱ τρεῖς μέσα στὸ δωμάτιο καὶ πολὺ σοβαρὰ μᾶς εἶπε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤθελε νὰ ΄΄κοιμηθεῖ΄΄. Ζήτησε ἀπὸ τὴ μητέρα μου νὰ τὴ βοηθήσει νὰ πλυθεῖ καὶ νὰ τὴ ντύσει μὲ τὰ ροῦχα ποὺ εἶχε φυλαγμένα στὸ σεντούκι. Ἀκόμη ζήτησε νὰ εἰδοποιήσουμε τὰ παιδιά της νὰ ἔρθουν στὸ σπίτι καὶ μία γειτόνισσα νὰ βοηθήσει στὴν τακτοποίηση τοῦ σπιτιοῦ, γιατί μετὰ θὰ ἐρχότανε κόσμος.
   »Βέβαια ἀκολούθησαν πολλοὶ διάλογοι, ὅπως: “δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀκόμη δὲν τρελαθήκαμε” κι ἄλλα. Ἡ γιαγιὰ ὅμως ἐπέμενε. Κρατοῦσε τὸ σφυγμό της καὶ συνεχῶς ἔλεγε στὴ μητέρα μου ΄΄βιάσου γιατί θέλω νὰ κοιμηθῶ, βιάσου γιατί δὲν θὰ προλάβουμε΄΄.
   »Ὅταν ὁ ἀδερφός μου ἑτοιμάστηκε νὰ πάει στὴ δουλειά του, τὸν ἀποχαιρέτησε φιλώντας τον καὶ τοῦ εὐχήθηκε προκοπὴ καὶ εὐτυχία, γιατί δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιά.
   »Σιγὰ σιγὰ ἀρχίσαμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι κάτι συνέβαινε μὲ τὴ γιαγιά. Θυμήθηκα ὅτι τὴν τελευταία Δευτέρα ἐκείνης τῆς ἑβδομάδας μοῦ ζήτησε νὰ τῆς γράψω ἕνα καινούριο ψυχοχάρτι (μικρὸ τετραδιάκι μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ψυχῶν ποὺ μνημονεύονται στὴν Προσκομιδὴ καὶ στὰ Ψυχοσάββατα). Ἐνῷ μέχρι τότε γράφαμε τρεῖς Μαρίες ἐκείνη τὴν ἡμέρα μοῦ ζήτησε νὰ γράψω καὶ μία τέταρτη. Τῆς ἔλεγα πὼς μπερδεύτηκε, πὼς ἔκανε λάθος, ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ τὴ γράψω καὶ πὼς ἀργότερα θὰ καταλάβαινα.
   »Τὴν Πέμπτη τὸ ἀπόγευμα εἶχε καλέσει ὅλους τοὺς συγγενεῖς στὸ σπίτι, ἔκανε εὐχέλαιο καὶ μετάλαβε.
   »Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ ἐνδώσουμε στὶς ἐπιθυμίες της καὶ εἰδοποιήθηκαν τὰ παιδιά της καὶ ἡ γειτόνισσα.
   »Ἡ μητέρα μου τὴν ἔπλυνε, τὴ χτένισε, τῆς ἔκοψε τὰ νύχια. Τῆς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τῆς φορέσει τὰ νεκρικὰ ροῦχα καὶ τότε ἡ ἴδια προσπάθησε νὰ τὰ φορέσει λέγοντάς μας ΄΄ἐγὼ ἔχω ντύσει τὰ παιδιά μου δὲν θὰ ντυθῶ ἡ ἴδια;΄΄.
   »Ἡ γιαγιὰ εἶχε ὀχτὼ παιδιά, τὰ τρία ἀπὸ αὐτὰ πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ἦταν ἐν ζωῇ.
   »Τὰ παιδιά της, οἱ νύφες, τὰ ἐγγόνια ἔρχονταν ἕνας-ἕνας. Κλείσαμε πόρτες καὶ παράθυρα γιὰ νὰ μὴν ἔρθει κανεὶς ξένος καὶ θεωρηθοῦμε τρελοὶ ποὺ ἕναν ζωντανὸ ἄνθρωπο τὸν ἑτοιμάζαμε νὰ πεθάνει.
   »Πρέπει νὰ πῶ ὅτι ὅσο κρατοῦσε αὐτὴ ἡ διαδικασία κατὰ διαστήματα ἔχανε τὴν ἐπικοινωνία της μαζί μας καὶ μιλοῦσε ψιθυριστά. Ἡ μητέρα μου συχνά τὴ ρωτοῦσε ποιὸν ἔβλεπε, μὲ ποιὸν μιλοῦσε, τί ἔλεγε, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησή της ἦταν: ΄΄μὴ μὲ ρωτᾶς τέτοια πράγματα, δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ΄΄.
  »Ἡ ἴδια μᾶς ρωτοῦσε μόνο γιὰ τὸν καιρό. Ἤθελε πάντα νὰ πεθάνει ἄνοιξη, γιατί ἀγαποῦσε τὰ λουλούδια, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας της χιόνιζε δυνατά.
   »Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ διαδικασία τοῦ ντυσίματος ζήτησε νὰ τῆς φέρουμε ἀπὸ τὸ σεντούκι τὸ “κομπόδεμα” της. Δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς πόσο ἦταν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεπερνοῦσε τὶς 20 μὲ 30 δραχμές· μᾶς τὰ μοίρασε. Ἐμένα μοῦ ἔδωσε ἕνα δίφραγκο καὶ δυό-τρεῖς δεκάρες. Μᾶς ἀποχαιρέτησε ὅλους ἕναν-ἕναν χωριστά, μᾶς φίλησε, μᾶς ἔδωσε εὐχὲς καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἦταν ἕτοιμη νὰ ΄΄κοιμηθεῖ΄΄. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ διαδικασία ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συγκινήθηκε καὶ βούρκωσαν τὰ μάτια της.
   »Πλάγιασε κάτω ἀπὸ τὸ ντουλάπι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ, ἔκλεισε τὰ μάτια της καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ. Δὲν τὰ κατάφερε ὅμως καὶ σύντομα ἄλλαξε γνώμη. Σηκώθηκε καὶ μᾶς εἶπε νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ θέση της στὸ καλὸ δωμάτιο (ἔτσι λέγαμε τὸ δωμάτιο ὑποδοχῆς), ὅπως συνέβαινε μὲ ὅλους τοὺς πεθαμένους τοῦ σπιτιοῦ. Καθὼς τὴ μεταφέραμε ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, εἶπε δυὸ φορὲς: “ἄχ!” σπίτι μου, σπίτι μου.
   »Ἐκεῖ λοιπὸν στὸ καλὸ δωμάτιο ξάπλωσε στὴν εἰδικὴ θέση. Ἀπέναντι στὸν τοῖχο ὑπῆρχε ἕνας μεγάλος καθρέπτης. Παρατήρησε πὼς τὰ ροῦχα της δὲν ἦταν καλὰ τακτοποιημένα καὶ παραπονέθηκε στὴ μητέρα μου. Ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα λεπτὰ τὸ μυαλό της λειτουργοῦσε τόσο καλὰ ποὺ ζήτησε νὰ τῆς κόψουμε μὲ ἕνα λεπτὸ ψαλίδι τὸ κλειστὸ (ροῦχο ποὺ φοροῦσε) στὴ μεριὰ τῆς πλάτης ποὺ δὲν φαινόταν ἔτσι ὥστε νὰ ἔρθει σὲ εὐθεία γραμμὴ μπροστὰ στὸ στῆθος. Μέσα στὴν ταραχή μας εἴχαμε  βάλει πρόχειρα τὰ παπούτσια της. Ζήτησε νὰ τῆς τὰ φορέσουμε κανονικὰ καὶ νὰ τὰ κουμπώσουμε γιατί μετὰ παρατήρησε πὼς θὰ πρηζόταν τὰ πόδια της καὶ δὲν θὰ ἦταν εὔκολο νὰ μποῦν. Τῆς φορέσαμε τὸ σάβανο ὅπως ἐκείνη ἤθελε. Ζήτησε καὶ τὶς δυὸ μεγάλες λαμπάδες ποὺ εἶχε φυλαγμένες μαζὶ μὲ τὰ κηροπήγια, μία γιὰ τὸ κεφάλι καὶ μία γιὰ τὰ πόδια. Τὶς ἤθελε ἀναμμένες.
   »Ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι ὅλα ἦταν ἄψογα μὲ τὸ ντύσιμό της, μὲ δική της προτροπὴ καλύψαμε τὸν μεγάλο καθρέφτη μὲ ἕνα μαῦρο μαντήλι εἰς ἔνδειξιν πένθους ὅπως συνηθίζαμε στὸ χωριό.
   »Ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους καὶ μᾶς εἶπε νὰ μείνουμε στὸ δωμάτιό της κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Μαζί της στὸ καλὸ δωμάτιο ἤθελε μόνο τὶς νύφες της, δίπλα της γονατιστὲς νὰ προσεύχονται.
   »Ἐγὼ δὲν ἀκολούθησα τοὺς ἄλλους στὸ εἰκονοστάσι, γιατί ἤθελα τόσο πολὺ νὰ δῶ τὸ τέλος. Ἄφησα τὴν πόρτα τοῦ καλοῦ δωματίου μισάνοιχτη καὶ γονάτισα ἐκεῖ κοιτάζοντάς την.
   »Σταύρωσε τὰ χέρια της, ἔκλεισε τὰ μάτια της καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Πρώτη προσευχὴ τὸ “Πιστεύω εἰς ἕνα…”. Δὲν ξέρω πόσες ἄλλες ἀκολούθησαν, γιατί ἡ φωνὴ τῆς γινόταν ὅλο πιὸ βαριά, πιὸ βραχνὴ καὶ ὁ λόγος της δὲν ἦταν καθαρός. Ἔμεινε ἔτσι προσευχόμενη γύρω στὸ δεκάλεπτο. Στὸ τέλος φώναξε δυνατὰ δυὸ φορὲς “γιέ μου, γιέ μου”. Πῆρε μία βαθειὰ εἰσπνοή, μία τελευταῖα ἐκπνοὴ καὶ “κοιμήθηκε”.
   »Ἡ ὥρα ἦταν περίπου 10.30 τὸ πρωί.
   »Βέβαια δὲν ἦταν τυχαῖο ποὺ ἡ γιαγιὰ ἔφυγε ἔτσι.
   »Ἦταν μία γυναίκα ἀγράμματη. Δὲν πῆγε ποτὲ σχολεῖο, δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει, νὰ μιλάει ἑλληνικά, οὔτε κἂν νὰ βάζει τὴν ὑπογραφή της. Ἤξερε ὅμως ὅλη τη θεία λειτουργία ἀπέξω καὶ ἂς μὴν καταλάβαινε τί ἔλεγε. Εἶχε μία ἔμφυτη γνώση καὶ σοφία καὶ ἦταν πρόθυμη νὰ βοηθήσει ὁποιονδήποτε καὶ νὰ συμβουλέψει τὸν καθένα.
   »Ἔζησα μὲ τὴ γιαγιὰ δεκαοχτὼ χρόνια. Τὴ θυμᾶμαι χειμώνα-καλοκαίρι νὰ πηγαίνει δυὸ φορὲς τὴ μέρα στὴν ἐκκλησιὰ τῆς ἐνορίας μας, τὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸν ὄρθρο καὶ τὸν ἑσπερινό. Τὰ τελευταία χρόνια ἡ Ἁγία Παρασκευὴ ἦταν τὸ σπίτι της, τὴν ἔβρισκε κανεὶς ἐκεῖ ὧρες ἀτελείωτες νὰ κάθεται μόνη μαζὶ μὲ τὰ εἰκονίσματα. Στὸ γυναικωνίτη εἶχε μία συγκεκριμένη θέση ποὺ ἀκόμα φέρει τὸ ὄνομά της. Ὅλη ἡ κοινωνικότητά της ἐξαντλοῦνταν στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἀγαπημένο της θέμα συζήτησης ἦταν οἱ βίοι τῶν ἁγίων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ στενοχωριόταν ποὺ δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει.
   »Τηροῦσε μὲ αὐστηρὴ εὐλάβεια ὅλες τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας. Τὶς ἡμέρες τῆς αὐστηρῆς νηστείας ἔτρωγε “χουσάφια” (ξερὰ βρασμένα δαμάσκηνα μὲ ζουμί) ἢ νερόβραστα χόρτα τυλιγμένα μὲ καλαμποκάλευρο. Τιμοῦσε ὅλους τους Ἁγίους καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ κάθε ἁγίου κοιμόταν στὸν ναό του. Κάθε Πέμπτη μὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ αὐστηρὴ σχολαστικότητα ζύμωνε τὰ πρόσφορα τῆς ἑβδομάδας.
   »Τὸ σπίτι ποὺ ἔζησε μὲ τὴν οἰκογένειά της δὲν τὸ ἔχτισε· τὸ ἀγόρασε ὅπως ἦταν. Ὅταν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς πῆγε περιοδεία στὸ χωριό μας ἔτυχε νὰ μείνει σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι. Μόλις τῆς τὸ εἶπε ἡ ἰδιοκτήτρια, ἡ γιαγιὰ τὸ ἀγόρασε χωρὶς δεύτερη κουβέντα. Τὸ θεώρησε μεγάλη εὐλογία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ δωμάτιο ποὺ κοιμόταν ὁ Ἅγιος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε καὶ τὸ εἰκονοστάσι της μὲ τὸ καντήλι ποὺ σιγόκαιγε νύχτα-μέρα καὶ πρώτη τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι ἦταν τὸ ντουλάπι ὅπου ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε βάλει τὰ βιβλία του. Ἐκεῖ ἔβρισκες τὸ θυμιατό της, τὸ λάδι γιὰ τὸ καντήλι, τὴ σφραγίδα γιὰ τὰ πρόσφορα, τὸ σκεῦος μὲ τὸ ζυμάρι καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἀκόμη ἐκεῖ φύλαγε καὶ τὴ δικιά της ξύλινη γαβάθα, μὲ τὸ δικό της ξύλινο κουτάλι, γιατί ἡ γιαγιὰ δὲ χρησιμοποιοῦσε τὰ δικά μας πιάτα γιὰ φαγητό.
   »Ἂν καὶ εἶχε καλὴ περιουσία ἦταν ἄνθρωπος λιτὸς καὶ ταπεινός. Ἡ περιουσία της δυὸ φορὲς χάθηκε γιὰ ἱστορικοὺς λόγους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Καὶ τὶς δυὸ φορὲς ἡ οἰκογένεια ὀρθοπόδησε, γιατί ὁ Θεὸς τοὺς ἔδινε πλούσια τὰ ἐλέη. Παρὰ τὴν καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ τὴν κοινωνική της θέση, οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴ λαμπερὴ καὶ κεντητὴ στολὴ ποὺ εἶχαν ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶχε χρυσαφικὰ καὶ δὲν στολιζόταν. Τὴ μοναδικὴ φορὰ ποὺ θυμᾶμαι νὰ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἐμφάνισή της, ἦταν οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς της μπροστὰ στὸν καθρέφτη. Τὸ προσωπικὸ ποὺ εἶχε ἡ οἰκογένεια στὴ δούλεψή της τὸ πλήρωνε μὲ λίρες, ἡ γιαγιὰ ὅμως, ὅταν “ἔφυγε”, εἶχε πενταροδεκάρες.
   »Ἦταν πάντα μετρημένη στὰ λόγια της καὶ δὲν ἔκανε κριτικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μέσα στὸ σπίτι ἦταν ἄφταστη νοικοκυρά, ἀκούραστη καὶ ἀεικίνητη.
   »Ἀπέκτησε ὀχτὼ παιδιά. Τρεῖς γιοὺς καὶ πέντε κόρες, τὶς ὁποῖες πάντρεψε μὲ φτωχὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, παιδιὰ ποὺ τοὺς εἶχαν στὴ δούλεψή τους. Τρία ἀπὸ τὰ παιδιά της πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ζοῦσε. Πονοῦσα καὶ μοιρολογοῦσε συχνά, ἀλλὰ παρὰ τὸ πένθος της, τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας τους πήγαινε στὴν ἐκκλησία. “Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ”: ἔλεγε καὶ ἔτσι ἔζησε κι ἐκείνη σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
  »Ἡ μητέρα μου θυμᾶται πὼς ἕνα ἀπόγευμα τοῦ 1941 εἶχε πάει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἐπέστρεψε στὸ σπίτι ἀναστατωμένη, “θὰ ἔρθουν οἱ Γερμανοί” τοὺς εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει τὶς κατάλληλες προμήθειες. Φυσικὰ δὲν ὑπῆρχαν τὰ σημερινὰ μέσα ἐνημέρωσης, ἡ μητέρα μου κατάλαβε πὼς κάποιο μήνυμα πῆρε στὸ μοναστήρι. Ἡ γιαγιὰ ὅμως δὲν μιλοῦσε ποτὲ γι’ αὐτά.
   »Ὁ παπποῦς “ἒφυγε” πρὶν ἀπὸ τὴ γιαγιά· τὸ 1956. Ἦταν 80 ἐτῶν, ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς. Πῆρε τὴ λαμπάδα του καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὴν Ἀνάσταση, στὸν Ἄι-Γιώργη. “Πῶς θὰ φτάσεις ὣς ἐκεῖ γέρος ἄνθρωπος”, τοῦ εἶπε ἡ γιαγιά.  “Ἄσε με νὰ πάω, γιατί εἶναι ἡ τελευταία μου φορά”, ἀπάντησε ὁ παπποῦς.
   »Καὶ ἦταν ἡ τελευταία του φορά, γιατί ἔμεινε στὸ στασίδι τοῦ Ἄι-Γιώργη τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη”».
    

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ζ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠ. 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου