Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Τη ΚΖ΄ (27η) Μαρτίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΜΑΤΡΩΝΗΣ της εν Θεσσαλονίκη.



site analysis

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ PDF ΔΩΡΕΑΝ Λήψη

Ματρώνα η Αγία του Χριστού Μάρτυς ήτο υπηρέτρια Εβραίας τινός, Παντίλλης ονομαζομένης, η οποία ήτο σύζυγος του τότε αρχιστρατήγου της πόλεως Θεσσαλονίκης. Όταν δε η κυρία της μετέβαινεν εις την Συναγωγήν των Εβραίων, ηκολούθει μεν αυτήν και η Ματρώνα, δεν εισήρχετο όμως εν τη Συναγωγή, αλλ’ επιστρέφουσα μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν των Χριστιανών. Επειδή δε αντελήφθη τούτο η κυρία της, έδειρε ταύτην την μακαρίαν ανηλεώς και την έκλεισεν εις την φυλακήν.
Εξαγαγούσα μετά ταύτα αυτήν και μη δυναμένη και πάλιν να μεταπείση αυτήν, την έδειρεν εκ νέου και είτα την έκλεισε και πάλιν εις την φυλακήν. Εκεί δε διανύσασα ημέρας πολλάς, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Λέγεται δε, ότι το άγιον αυτής Λείψανον ενεταφιάσθη εντίμως· η δε κυρία της Παντίλλα ωλίσθησεν εις εν τείχος και έπεσε κάτω εις εν υπολήνιον, ήτοι εις το κοινώς λεγόμενον πατητήρι, εις το οποίον χύνεται το γλεύκος και εκεί κατέστρεψε την ζωήν λαβούσα κατά το παρόν την αξίαν καταδίκην παρά Θεού.

* Όλου του κόσμου τα παιδιά και τελευταία τα δικά μου!


 site analysis

Είναι εύκολο να ξερριζωθείς από το σπίτι σου, από τη βολή σου, με γυναίκα και τρία κουτσούβελα και να πας σ’ έναν ξένο τόπο για ένα χρόνο (τουλάχιστον!) άγνωστος μεταξύ αγνώστων; 

Ας είναι καλά το Υπουργείο Παιδείας που εκπονεί -για εμάς χωρίς εμάς!- το «πρόγραμμα» Γνωρίζω την Ελλάδα για αναπληρωτές και ωρομίσθιους καθηγητές. Τη μια χρονιά βρίσκεσαι στη Θηρασιά. Εσείς την έχετε ματακούσει; Ούτε κι εγώ μέχρι που πήγα εκεί για να μαζέψω μόρια, μόνος, εντελώς μόνος κι η γυναίκα μου στην Αθήνα έγκυος στο τρίτο παιδί. 

Τη δεύτερη χρονιά σε καλύτερη θέση, στη Σίφνο. Δε λέω, πέρασα πολύ ωραία, αλλά με τεράστιο τίμημα: την οικονομική αιμορραγία από το πήγαινε – έλα κάθε δυο βδομάδες. Κι η γυναίκα μου πάλι μόνη της με τρία πλέον παιδιά.

Την τρίτη χρονιά μού έκατσε το Τζόκερ των αναπληρωτών: για πρώτη φορά διορίστηκα σε στεριά. Τώρα θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι μαζί. Με απόσπαση 
-λόγω συνυπηρέτησης- η γυναίκα μου που ήταν δημόσιος υπάλληλος, κι από κοντά και τα παιδιά. Η χαρά μου μετριάστηκε όταν με τοποθέτησαν στα «άγια χώματα»: όποιος, λέει, άκουγε το όνομα της περιοχής έκανε το σταυρό του.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι -έχοντας μεγάλη χρονική απόσταση, που με κάνει να βλέπω πιο καθαρά όλα όσα έζησα εκεί- μπορώ να πω σχεδόν με βεβαιότητα ότι δεν ζούσα κάτι διαφορετικό από ό,τι έζησα σε άλλες επαρχίες. Παντού η κλειστή κοινωνία με τα καλά και τ’ άσχημά της. Μακριά από το καλό και ταυτόχρονα μακριά από το κακό.

Με τους συναδέλφους και το υπόλοιπο προσωπικό του σχολείου δεν είχα πολλά – πολλά. Ούτε ήθελα, μα ήταν κι ανώφελο να χτίζεις μια φιλία με deadline. Απέφευγα να παίρνω μέρος σε συζητήσεις που γίνονταν στο γραφείο την ώρα των διαλειμμάτων. Παράλληλοι μονόλογοι, που ο καθένας προσπαθούσε να μεταβάλλει τους άλλους σε ακροατήριο. Ιδιαίτερα όταν ερχόταν η συζήτηση για θέματα που απαιτούσαν βαθιά γνώση κι όχι επιπόλαιη αντιμετώπιση καφενειακού τύπου, τότε προτιμούσα να μη μιλώ καθόλου. Έφευγα διακριτικά από το γραφείο ή έκανα πως ήμουν απασχολημένος με κάτι. Γενικά δεν είμαι των αντιπαραθέσεων, είμαι low profile όπως λένε οι μαθητές. Τώρα, μετά από χρόνια αναρωτιέμαι πού σταματούσε η σύνεση και πού ξεκινούσε η δειλία μου στο να αντιμετωπίσω ιδεοληψίες και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις για πράγματα που αγγίζουν κοσμοθεωρίες και θρησκευτικά πιστεύω. Φοβάμαι πως δεν θα βρω την απάντηση...

Έκανα εξαίρεση και μίλησα για πρώτη φορά όταν συζητήσαμε στο μεγάλο διάλειμμα για το πώς θα γιορτάζαμε την 25η Μαρτίου, αν θα πηγαίναμε τα παιδιά για εκκλησιασμό και διάφορα άλλα. Τότε λοιπόν, πήρα το λόγο εντελώς αυθόρμητα. Δεν τους είπα τσιτάτα ούτε χιλιοειπωμένα συνθήματα. Μίλησα απλά, για το πώς το αισθάνομαι και πώς σκέφτομαι, χωρίς να «κουνάω το δάχτυλο» σε κανέναν. Παραξενεύτηκα όταν κανείς δεν αντέδρασε, τουλάχιστον φανερά. Η απόφαση που πάρθηκε με -όχι απλά πλειοψηφία, αλλά ομόφωνα- δεν με ικανοποίησε μόνο, με ενθουσίασε.

Την άλλη μέρα στο διάλειμμα με πλησίασε σχεδόν συνωμοτικά, η Μαριάνθη, η καθαρίστρια του σχολείου μας. «Κυρ Σωτήρη, να σου πω! Ποιο από τα δύο βιβλιαράκια διαβάζουνε τώρα στους Χαιρετισμούς;» Και πάλι συνωμοτικά, έβγαλε από μια σακούλα το βιβλιαράκι του Ακαθίστου Ύμνου κι ένα βιβλιαράκι με την Παράκληση. «Όλο τα μπερδεύω» συνέχισε ντροπαλά. 


«Κι εγώ τα μπέρδευα» της είπα ενθαρρυντικά και της έδειξα το βιβλιαράκι με τον Ακάθιστο Ύμνο. «Δεν λένε από λίγο κάθε φορά, ε; Βάλε μου σημάδι τι θα πούνε τώρα στους πρώτους Χαιρετισμούς» είπε χωρίς να πάρει αναπνοή η Μαριάνθη. Της έβαλα ένα συνδετήρα στην Α΄ στάση κι άλλον έναν στο τέλος της Δ΄ στάσης για να ξέρει τι θα πει ο ψάλτης μετά.

Με τη Μαριάνθη ένιωθα πιο κοντά από όσο με τους συναδέλφους μου. Όχι γιατί μια ζωή είμαι πάντα «με την ομάδα που χάνει», μια ζωή κόντρα στις ταξικότητες και στη διανοητική νομενκλατούρα. Αλλά να, γιατί αυτή η γυναίκα, που μιλούσε σε όλους στον ενικό («κυρ Βασίλη μου, κυρα Τασία μου» κι ας ήταν απέναντί της ο Διευθυντής ή η υποδιευθύντρια), είχε μια αυθεντικότητα σπάνια και μια καλοσύνη έμφυτη.

Από τότε λέγαμε δυο - τρεις κουβέντες παραπάνω με τη Μαριάνθη. Και κάθε μέρα που περνούσε, την εκτιμούσα όλο και περισσότερο. Μια φορά κάναμε λόγο για τα παιδιά. Εκείνη είχε καταφέρει μετά από πάρα πολλά χρόνια να κάνει δίδυμα. Μιλούσε γι’ αυτά και γελούσε ολόκληρη. «Να σου ζήσουν, Μαριάνθη!» της είπα. 

«Όλου του κόσμου τα παιδιά!» μου απάντησε σχεδόν ... ένοχα.

Αργότερα παρατήρησα πως κάθε φορά που κάποιος της ευχόταν κάτι για τα παιδιά της, η απάντηση ήταν ίδια κι απαράλλαχτη: 

«Όλου του κόσμου τα παιδιά!». 
Ίδιος ήταν πάντα κι ο τόνος της φωνής της. 
Σαν να αισθανόταν άσχημα αν ευτυχίσουν μόνο τα δικά της παιδιά κι όχι μαζί με κείνα κι όλου του κόσμου τα παιδιά.

Η έκπληξή μου κι ο θαυμασμός μου για την Μαριάνθη μεγάλωσαν, όταν εντελώς τυχαία έμαθα από έναν συνάδελφο πως πολλές, πάμπολλες μανάδες του τόπου είχαν την ίδια απάντηση όταν κάποιος τους ευχόταν κάτι για τα παιδιά τους. 

«Η καθαρίστρια του σχολείου σας δεν τη λέει ολόκληρη την απάντηση» μου είπε με νόημα. 
Και συνέχισε «όλου του κόσμου τα παιδιά και τελευταία τα δικά μου, έλεγε η μάνα μου η συγχωρεμένη».

«Ναι, αλλά το λένε με την καρδιά τους ή μιμούνται αυτούς που επικαλούνται την Παναγία όταν φρενάρει απότομα το λεωφορείο και την επόμενη στιγμή βλαστημούν τη Μεγάλη Μάνα;» σκέφτηκα κι ευθύς έδωσα την απάντηση μόνος μου: «ας το έλεγα κι εγώ κι ας μην το εννοούσα».
 

«Όταν θέλεις ν’ αποκτήσεις κάτι, να κάνεις παρέα με ανθρώπους που το έχουν» έλεγε ο άγιος Πορφύριος. Είχα ελπίδα δηλαδή, εγώ που έκανα παρέα με τη Μαριάνθη.  

«Και τελευταία τα δικά μου»! Ένιωθα τόσο ντροπή. Δεν το είχα ποτέ ζητήσει από το Θεό. Δεν το είχα ποτέ σκεφτεί. Εγώ που ήξερα απίστευτες λεπτομέρειες από τη ζωή κάθε αγίου. Εγώ που έλεγα απέξω ολόκληρα χωρία από το Ευαγγέλιο. Εγώ που μπορούσα να κάνω κύκλο μελέτης Αγίας Γραφής απροετοίμαστος (έτσι μου ‘χε πει κάποτε κάποιος και είχα καμαρώσει ο ταλαίπωρος!). Είμαι κι εγώ ανάμεσα σ' αυτούς που αναφέρει ο ποιητής 
«Ίσως πρέπει κάποτε να κλαις
ποιητές, εκδότες, ιεροκήρυκες ...
αδιάβροχους σαν τα πιθάρια,
που μέσα τους κρασί περνάει χιλιόχρονο
κι αυτά μένουνε πάντα αμέθυστα
». 
Βρέθηκε μια Μαριάνθη από τα «άγια χώματα» να με προσγειώσει. Γιατί εγώ ήξερα το Ευαγγέλιο στα λόγια κι εκείνη το ήξερε στην πράξη.

«Μαριάνθη, μισή τη λες τη φράση» της είπα την άλλη μέρα γελώντας. 
«Δεν τη λέω μισή, τη λέω από μέσα μου» είπε σχεδόν απολογητικά και μετά χαμογέλασε.

Με τη Μαριάνθη χαθήκαμε όταν την άλλη χρονιά διορίστηκα αλλού. Όταν χαιρετηθήκαμε, ανταλλάξαμε ενθύμια σαν να ήμασταν έφηβοι. Εκείνη κράτησε τρισευτυχισμένη όλα τα θρησκευτικά βιβλία που είχα κουβαλήσει εκείνη τη χρονιά μαζί μου. Εγώ κράτησα ένα πλεχτό σεμεδάκι που κοσμεί από τότε το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου.

Μάρτης του 2020. Με ανάμικτα αισθήματα δέχθηκα να συνοδεύσω τη γυναίκα μου που συμμετείχε σε μια επιτροπή για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Θα πήγαινε στα «άγια χώματα». Εκεί που ζήσαμε πριν από 27 χρόνια μαζί με τα τρία από τα πέντε παιδιά μας για μερικούς μήνες. 

Εκεί που έμαθα το Ευαγγέλιο στην πράξη από μια καθαρίστρια που μπέρδευε τον Ακάθιστο Ύμνο με την Παράκληση.

Η τύχη μού χαμογέλασε σχεδόν προκλητικά. Με το που πρωτομπήκαμε στο ξενοδοχείο όπου θα μέναμε, τον πρώτο άνθρωπο που αντικρύσαμε ήταν η Μαριάνθη. Ακολούθησαν αγκαλιές, σφιχτές αγκαλιές και δάκρυα αυθόρμητα. Είχε πιάσει πλέον μόνιμη δουλειά σε ξενοδοχείο, αφού στο σχολείο δεν της ανανέωσαν τη σύμβαση.

«Τι κάνουν τα παιδιά σας;» ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον.

«Δόξα τω Θεώ! Έχουμε πέντε παιδιά πια. Όλα έχουν δικές τους οικογένειες.»

«Να ‘ναι καλά, όπου να ‘ναι»

«Όλου του κόσμου τα παιδιά Μαριάνθη!» της απάντησα. Τόσα χρόνια μετά, σχεδόν συνήθισα να το λέω και ... προσπαθώ να το εννοώ.

«Και τα δικά μας τελευταία» συμπλήρωσε η Μαριάνθη, με νόημα.

«Αλήθεια, τα δικά σου είναι εδώ; Θα τα δούμε;» ρώτησα.

«Όχι. Το κορίτσι τέλειωσε την Ιατρική και κάνει ένα μεταπτυχιακό. Ο γιος τέλειωσε Πολιτικό της Νομικής, έκανε και κάτι ... να δεις πώς το λένε ... που μπορείς να διδάξεις μετά ... και τώρα κάνει το στρατιωτικό του». Μας είπε κι άλλα που έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει. Πως εδώ και πολλά χρόνια πάει σ’ ένα πνευματικό κι αναπαύεται πολύ. Πριν φύγουμε ανταλλάξαμε τηλέφωνα για να μην χαθούμε ξανά.

Την επόμενη μέρα συνοδεύσαμε ένα ζευγάρι μέχρι το ΚΤΕΛ. Κουβέντα στην κουβέντα είπαμε για τη Μαριάνθη. 

«Η καημένη ...» είπε ο άντρας. 
«Μας είπε η κυρία στη ρεσεψιόν, πως η κόρη της είναι εγκλωβισμένη στην Ιταλία σ’ ένα νοσοκομείο με άρρωστους από τον ιό. Κι ο γιος της είναι στα σύνορα, στον Έβρο. Δύσκολα, πολύ δύσκολα και για τα δύο παιδιά. Όλοι θαυμάζουν το κουράγιο της. Η μόνη φορά που λύγισε ήταν όταν έδειξε στην τηλεόραση ένα παλικάρι αποκαμωμένο, να είναι σωριασμένο σ’ ένα κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου. Μόνο τότε δάκρυσε και είπε ‘η ευχή της μανούλας του να τον σκεπάζει’».

Δεν μπόρεσα ούτε μια λέξη να αρθρώσω στο άκουσμα των νέων που μάθαμε. Δεν είχα το κουράγιο ούτε όταν γυρίσαμε στην Αθήνα να σηκώσω το τηλέφωνο και να της πω δυο λόγια. Δεν ήξερα τι να της πω.

Διπλή γιορτή σήμερα. Της Παναγίας και της πατρίδας. Μα όχι σαν άλλες χρονιές. Κλεισμένος και αποκλεισμένος σ’ ένα διαμέρισμα 52 τ.μ, βλέπω από τον υπολογιστή τη Λειτουργία και με πιάνει το παράπονο. Στην οθόνη διακρίνω τον ιερέα να θυμιατίζει το στασιδάκι που καθόμουν πριν από μερικές μέρες, το βράδυ της Β΄ Κυριακής των Νηστειών στον Κατανυκτικό Εσπερινό. Ποιος να μου έλεγε πως θα ήτανε ο τελευταίος για φέτος στο σπίτι του Πατέρα ...

Αναρωτιέμαι πότε θα ξανανοίξει η αυλόπορτα του μοναστηριού για να ζήσουμε όλα αυτά που μέχρι πριν από μερικές μέρες ζούσαμε και που δεν υποψιαζόμασταν πόσο πλούσιοι ήμασταν.


Μοναδική ελπίδα μας είναι τώρα πως εκεί, στην αριστερή κόγχη του ιερού ο Γέροντας θα βγάλει από το πρόσφορο ένα ψιχουλάκι για τον καθένα από μας. Για να «ακουμπήσουμε» στο Χριστό, στην Παναγία μας, στους αγγέλους, στους αγίους, όλοι οι αδελφοί της στρατευομένης και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Όλοι μαζί πάνω στο άγιο δισκάριο.

Με γαληνεύει που να, τώρα που θα τελειώσει η Λειτουργία, ο Γέροντας θα ενώσει τις μερίδες μας στο άγιο Ποτήριο και θα ικετεύσει «Ἀπόπλυνον Κύριε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τῷ αἵματί Σου τῷ ἁγίω».

Δεν μπορώ να κάνω κάτι για τις ψυχούλες που παλεύουν με το θάνατο σε κάποια ΜΕΘ. Ούτε για τους ήρωες με τις λευκές στολές. Ούτε ... ούτε ... ούτε...

Αυτό που μπορώ να κάνω είναι κάθε βράδυ στις 10 να γονατίζω και να λέω με λαχτάρα 

«Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον τὸν κόσμον», όπως μας προέτρεψαν εκείνοι που ‘χουν την ευθύνη των αποφάσεων σε τούτες τις δύσκολες ώρες. 
Και θα συμπληρώνω από μόνος μου «Παναγιά μου, και τα παιδιά της Μαριάνθης, όλα τα παιδιά του κόσμου ... και τελευταία τα δικά μου!».
Κρ.Π.
ΥΓ.

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο γιατρός Jiang Wenyang, ξαπλωμένος σε ένα άδειο κρεβάτι με προστατευτικό κοστούμι και γυαλιά.  Ήταν ήταν η τελευταία νυχτερινή βάρδια γι' αυτόν στο Wuchang Temporary Hospital, το οποίο προσέφερε θεραπεία για COVID19 σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα. Το προσωρινό νοσοκομείο Wuchang είναι το τελευταίο από τα 14 προσωρινά νοσοκομεία που έκλεισαν στο Wuhan. “Δεν πετάτε, αλλά είστε ο υπερήρωάς μου", σχολίασε κάποιος κάτω από τη φωτογραφία.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Ήταν μια αρχοντογυναίκα. Τήν επισκέφτηκε μια μέρα ένας πιστός. Ήταν βαρειά άρρωστη.



site analysis







 «Ήταν μια αρχοντογυναίκα. Τήν επισκέφτηκε μια μέρα ένας πιστός. Ήταν βαρειά άρρωστη.Ήξερε ότι κινδύνευε νά πεθάνη.Θέλω νά σάς ρωτήσω κάτι, είπε στόν έπισκέπτη. Τώρα πού πρόκειται νά πεθάνω, θά ήθελα να μάθω άν στόν ουρανό υπάρχουν δύο χωριστά διαμερίσματα, ένα γιά τούς άρχοντες, τούς φημισμένους και ανεπτυγμένους κι ένα γιά τούς υπηρέτες, τούς αγραμμάτους, τούς άξεστους. 

’Άν μόνο ένα διαμέρισμα υπάρχει, δεν ξέρω πώς θά τα καταφέρω να ανεχθώ νά ζήσω μέ τήν υπηρέτρια μου, πού είναι τόσο άξεστη.


Μή στενοχωρήστε, της λέει ό πιστός. Δεν υπάρχει φόβος συνυπάρξεως. ’Άν πρώτα δεν απαλλαχτείτε από τήν καταραμένη υπερηφάνειά σας, δεν πρόκειται να πάτε στον ουρανό καθόλου! »




Μικρές αλήθειες: «Μη λες πάντοτε όσα γνωρίζεις .Γνώριζε, όμως, πάντοτε όσα λες»
Ό Χριστιανισμός εκπολιτίζει, αλλά ό πολιτισμός δεν εκχριστιανίζει»
«Το σπουδαιότερο μέρος του βιβλίου της ζωής, είναι ό επίλογος. "Τα στερνά τιμούν τα πρώτα", λέει  λαός»
«Είχε οράματα αετού αλλά δεν διέθετε παρά φτερά πεταλούδας. Γι’ αυτό μια ολόκληρη ζωή παράδερνε . Κι ονειροβατούσε»

Θεανώ Μουσδελεκίδου, μιά θαυμαστή Ἱεραπόστολος



site analysis

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ὅπως πληροφορηθήκαμε, τά ξημερώματα τῆς 3ης Μαρτίου 2020 κοιμήθηκε στό Κολουέζι τοῦ Κονγκό ἡ Ἱεραπόστολος «μητέρα» Θεανώ Μουσδελεκίδου, πού καταγόταν ἀπό τήν Ἔδεσσα καί τήν γνώριζα ἀπό τά χρόνια ἐκεῖνα πού διακονοῦσα ὡς Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας.
Ἡ Ἔδεσσα εἶναι ἡ πόλη πού γαλούχησε μεγάλους Ἱεραποστόλους. Πρῶτος ἦταν ὁ Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, τόν ὁποῖον ἔφερε στήν Ἔδεσσα ὁ τότε Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου, ὁ μετέπειτα Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, καί μάλιστα ἔμεινε μαζί του στό Μητροπολιτικό Οἴκημα. Δεύτερος ἦταν ὁ Ἀρχιμ. Χαρίτων Πνευματικάκης, Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης. Ἐκεῖ γνωρίσθηκαν μέ τόν π. Χρυσόστομο καί ἀργότερα τόν ἀκολούθησε στήν Ἀφρική. Τρίτος ἦταν ὁ Ἀρχιμ. Ἰγνάτιος Μαδενλίδης, ἀργότερα Μητροπολίτης Πενταπόλεως, πού γνώρισε καί τούς δύο στήν Ἔδεσσα καί ἀργότερα ἀκολούθησε τόν Πνευματικό του π. Χαρίτωνα στήν Ἱεραποστολή. Καί τέταρτη ἦταν ἡ Ἐδεσσαία Θεανώ Μουσδελεκίδου, πού ἀκολούθησε τούς προηγουμένους στήν Ἱεραποστολή.
Θεανώ Μουσδελεκίδου, μιά θαυμαστή ἹεραπόστολοςὍταν δῆ κανείς τήν ζωή τῶν τεσσάρων αὐτῶν Ἱεραποστόλων, θά διαπιστώση ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἐσωτερικός σύνδεσμος, μιά ἐσωτερική μυστική ἑνότητα μέ κέντρο τήν Ἔδεσσα, ἡ ὁποία πράγματι ἀναδείχθηκε ὡς μιά πόλη μεγάλων Ἱεραποστόλων τῆς Ἀφρικῆς. Καί ὅπως ἡ Ἔδεσσα εἶναι κατά τήν ὀνομασία της πόλη «πολλῶν ὑδάτων» καί φημίζεται γιά τόν θαυμαστό καταρράκτη της, ἔτσι τώρα θά φημίζεται καί γιά τούς μεγάλους Ἱεραποστόλους πού ἀνέδειξε καί ἔγινε πόλη τῶν καταρρακτῶν τῆς Ἱεραποστολῆς στήν Ἀφρική.
Ἡ ἴδια διηγεῖται: «Στά δύσκολα χρόνια τῆς Κατοχῆς εἴχαμε τή μεγάλη εὐλογία νά ἔχουμε καλό ποιμένα, τόν Μητροπολίτη Ἐδέσσης καί Πέλλης, τόν μακαριστό Παντελεήμονα (μετέπειτα Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης) καί τούς ἀξιόλογους πνευματικούς συνεργάτες του, τόν π. Χρυσόστομο (Παπασαραντόπουλο), τόν παππούλη καί ἐξομολόγο μας, ὡς παιδιά τῶν κατηχητικῶν τότε ἐμεῖς, καθώς ἐπίσης καί τόν π. Χαρίτωνα (Πνευματικάκη), ὁ ὁποῖος, μέ τήν ἀκάματη δραστηριότητά του καί μέ τά πύρινα κηρύγματά του, ἀγκάλιασε ὅλους τούς νέους τῆς ἐποχῆς καί τούς χάραξε πορεία ζωῆς. Τά κατηχητικά, οἱ κύκλοι Ἁγίας Γραφῆς, ὁ λόγος του ἔγινε βίωμα ζωῆς» (tastv.gr).
Γνώριζα ἀπό παλαιά πολύ καλά τήν Θεανώ Μουσδελεκίδου. Κατ' ἀρχάς τήν ἔβλεπα νά βοηθᾶ τόν σύζυγό της στό παντοπωλεῖο καί φαινόταν ὡς μιά ἀξιοπρεπής, εὐγενής, σοβαρή καί ἐξυπηρετική κυρία, μέ ἐξαιρετική ἐξωτερική ἐμφάνιση. Τήν συναντοῦσα καί στόν κεντρικό δρόμο πού ὁδηγεῖ ἀπό τόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης πρός τόν Μητροπολτικό Οἶκο ὅπου ἔμενα, ὅταν πήγαινε νά δῆ τήν εὐγενέστατη καί ἀρχόντισσα μητέρα της Ἑλένη Ἀντωνιάδου, πού ἔμενε μέ τόν καθηγητή υἱό της καί τήν οἰκογένειά του ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη. Ἡ σοβαρότητά της ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν εὐγένειά της καί τήν χαρούμενη ὄψη τοῦ προσώπου της, διέκρινα μέσα της μιά ὁρμή.
Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ σύζυγός της, ἐπειδή δέν εἶχαν παιδιά, ἄρχισε νά προβληματίζεται γιά τό τί θά κάνη στό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της. Δέν τήν ἱκανοποιοῦσε τό νά διατηρήση τό παντοπωλεῖο καί ἤθελε νά προσφέρη τίς δυνάμεις της στήν κοινωνία καί τήν Ἐκκλησία.
Τότε ἦταν πού τήν γνώρισα καλύτερα, διότι μέ πλησίασε γιά νά μέ ἐνημερώση γιά κάποια σχέδιά της. Σκέφθηκε καί ἀποφάσισε νά μετατρέψη τήν εὐρύχωρη οἰκία της σέ χῶρο, ὅπου θά ἔμεναν μαθήτριες πού προέρχονται ἀπό τά πέριξ τῆς Ἐδέσσης χωριά καί πήγαιναν στά Γυμνάσια καί τά Λύκεια τῆς πόλεως, παρακινούμενη ἀπό τό ἴδιο πού ἔπραξε ἡ Μαρία Ἀρτοπούλου.
Σχεδιάσαμε καί προχωρήσαμε μαζί τήν λειτουργία ἐνός ἀτύπου Οἰκοτροφείου, μιᾶς «Μαθητικῆς Στέγης». Στήν πραγματικότητα δέν ἦταν Οἰκοτροφεῖο, ἀλλά μιά μεγάλη οἰκογένεια μέ πολλές μαθήτριες, πού ἔμεναν μαζί, σάν νά τίς φιλοξενοῦσε ἐκείνη, καί ἡ ἴδια φρόντιζε γιά τήν ἑτοιμασία τοῦ φαγητοῦ καί εἶχε τήν γενική ἐπίβλεψή τους. Ἦταν πραγματικά μιά πνευματική οἰκογένεια.
Ἐκείνη ἦταν πολύ χαρούμενη γιά τό νέο αὐτό ἔργο, πού τῆς ἔδωσε μεγάλη ἔμπνευση, τό ἀσκοῦσε μέ ὑπευθυνότητα καί ἀναπλήρωσε τήν ἔλλειψη τῆς οἰκογένειάς της. Ἔτσι ἔβλεπε ὅλες τίς μαθήτριες ὡς δικά της παιδιά καί ἀνταποκρινόταν σέ αὐτές ὡς μητέρα τους. Αὐτό ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατί ἦταν ἕνα στάδιο προετοιμασίας της γιά τήν ἱεραποστολή στήν Ἀφρική.
Μέ τήν ἐπικοινωνία πού εἴχαμε μέ καλοῦσε συχνά τά βράδυα στήν «Μαθητική Στέγη» γιά νά συζητῶ μέ τίς μαθήτριες, τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ Μητροπολίτης Καλλίνικος. Θαυμάζαμε ὅλοι τόν ἱεραποστολικό ζῆλο τῆς κ. Θεανοῦς.
Ἡ ἴδια διηγεῖται: «Τό 1980, μέ τήν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ μου καί ἐπί μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης καί Πέλλης κ. Καλλινίκου, μετατρέπω τό σπίτι μας σέ μαθητική στέγη καί ἐπί 10 χρόνια φιλοξενῶ κοπέλες ἀπό τήν γύρω περιοχή, πού ἐπιθυμοῦσαν νά φοιτήσουν στό Γυμνάσιο. Τό σπίτι λειτουργοῦσε σάν μία μεγάλη οἰκογένεια, μέ τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ Μητροπολίτη μας καί μέ πνευματικό τότε τόν π. Ἱερόθεον, Μητροπολίτη Ναυπάκτου σήμερα» (tastv.gr).
Ἀργότερα ὁ νέος Μητροπολίτης Ἐδέσσης Χρυσόστομος εἶχε τίς δικές του ἀπόψεις καί ἐκείνη ἐξαναγκάσθηκε νά κλείση τήν «Μαθητική στέγη», ἐκφράζοντας ἔτσι τό ἐκκλησιαστικό της φρόνημα καί τόν σεβασμό της στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς.
Ὅμως, εἶχε πολλές δυνάμεις, μεγάλη ὄρεξη νά προσφέρη στόν ἱεραποστολικό τομέα. Θυμᾶμαι ὅτι συζητήσαμε ἐκτενῶς τό θέμα αὐτό καί ἐκείνη συμβουλεύθηκε τόν ἐξ Ἐδέσσης Ἀρχιμ. Ἰγνάτιο Μαδενλίδη καί τελικά ἔλαβε τήν ἀπόφαση νά μεταβῆ στήν Ἱεραποστολή στό Κολουέζι τοῦ Κονγκό, στήν Ἱερά Μητρόπολη Κατάνγκας, στήν ἀρχή δοκιμαστικά καί ἔπειτα μόνιμα.
Μετέβη ἐκεῖ καί ἄρχισε μέ ζῆλο τό ἱεραποστολικό της ἔργο. Κατά καιρούς μοῦ τηλεφωνοῦσε καί ἐρχόταν στήν Ναύπακτο σέ ἑορταστικές ἡμέρες. Μάλιστα ἔδωσε σέ ἕνα «μαυράκι» τό ὄνομά μου γιά νά θυμᾶται τήν συνεργασία μας στήν Ἔδεσσα.
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 2007 ἡ μητέρα Θεανώ ἦλθε στήν Ναύπακτο γιά νά μοῦ εὐχηθῆ γιά τήν ὀνομαστική μου ἑορτή. Τότε ὁ Ἀρχιμ. π. Καλλίνικος Γεωργᾶτος, πού ἡ μητέρα του ἦταν φίλη τῆς κ. Θεανοῦς, τῆς πῆρε συνέντευξη ἀπό τήν ὁποία, μεταξύ τῶν ἄλλων, προῆλθε καί τό κατωτέρω κείμενο, τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο πού ἐργαζόταν ἡ Ἱεραποστολή καί τό ἔργο τῆς μητέρας Θεανοῦς.
«Στό κέ­ντρο τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κῆς δρά­σης βρί­σκε­ται ὁ Ἱ­ε­ρός Να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στό Κο­λου­έ­ζι. Εἶ­ναι τό κέ­ντρο τῆς λα­τρευ­τι­κῆς καί μυ­στη­ρια­κῆς ζω­ῆς τῶν ἱ­ε­ρα­πο­στό­λων, τῶν συ­νερ­γα­τῶν τους καί τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου λα­οῦ τοῦ Κο­λου­έ­ζι. Κτί­σθη­κε τό 1950 ἀ­πό τήν ἑλ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­θοῦ­σε τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο. Τώ­ρα ἑλ­λη­νι­κές κοι­νό­τη­τες ὑ­πάρ­χουν στήν πρω­τεύ­ου­σα Κιν­σά­σα καί τήν συ­μπρω­τεύ­ου­σα Λου­μπου­μπάσ­σι.
Δί­πλα στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου εἶ­ναι τά Γρα­φεῖ­α τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί οἱ ἀ­πο­θῆ­κες μέ τά ἀ­πα­ραί­τη­τα ἐ­κεῖ­να σκεύ­η καί ἀ­γα­θά γιά τήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή.
Κά­θε ἡ­μέ­ρα στίς 5:30 τό πρω­ΐ ση­μαί­νει τό ἐ­γερ­τή­ριο, καί ἀρ­χί­ζει νά βου­ΐ­ζει σι­γά-σι­γά ἡ ζω­ή στήν Κο­μιτ­τέ (Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή). Στίς 6:00 ἀρ­χί­ζει ὁ Ὄρ­θρος στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί ἐ­άν εἶ­ναι κά­ποια ἑ­ορ­τή ἀ­κο­λου­θεῖ θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Στίς 7:30 ἔ­χει τε­λει­ώ­σει ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α. Στίς 7:00 μέ 7:30 ἀ­νοί­γουν τά Γρα­φεῖ­α τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς π. Με­λέ­τιος πα­ρα­δί­δει τά κλει­διά στούς ὑ­πευ­θύ­νους, πα­ρου­σιά­ζει τό πρό­γραμ­μα τῆς ἡ­μέ­ρας καί μοι­ρά­ζει τίς ἐρ­γα­σί­ες στούς ἑ­κα­τόν πε­νή­ντα (150) ἐρ­γα­ζο­μέ­νους, Ἱ­ε­ρεῖς, δα­σκά­λους, ἐρ­γά­τες, ὁ­δη­γούς κλπ. Ὅ­λοι αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι μι­σθο­δο­τοῦ­νται ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή μέ μι­σθό πού κυ­μαί­νε­ται ἀ­πό 40 ἕ­ως 100 δολ. τόν μή­να, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν προ­ϋ­πη­ρε­σί­α καί τήν οἰ­κο­γε­νεια­κή κα­τά­στα­ση. Τά χρή­μα­τα αὐ­τά προ­έρ­χο­νται ἀ­πό δω­ρε­ές ἀ­πό ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, ἀ­πό Μη­τρο­πό­λεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀ­πό τήν Ἀ­πο­στο­λι­κή Δια­κο­νί­α, ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους καί ἄλ­λες Ἱ­ε­ρές Μο­νές, ἀ­πό τόν Σύλ­λο­γο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης «Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός» μέ πρό­ε­δρο τόν κ. Ἀσ­λα­νί­δη, ἀ­πό διά­φο­ρους Συλ­λό­γους καί ἰ­δι­ῶ­τες πού ἐν­δια­φέ­ρο­νται καί βο­η­θοῦν τό ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό ἔρ­γο. Στήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή ἀ­νή­κει καί ἕ­να ἀ­γρό­κτη­μα μέ κα­λα­μπό­κι, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἕ­να μι­κρό ἔ­σο­δο. Στούς ἐρ­γα­ζο­μέ­νους στήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή χο­ρη­γεῖ­ται καί ἀ­λεύ­ρι ὡς συ­μπλή­ρω­μα στόν μι­σθό τους.
Τόν π. Με­λέ­τιο βο­η­θοῦν στό ἔρ­γο τῆς διοί­κη­σης τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί ὁ Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κός Ἐ­πί­τρο­πος π. Θε­ό­φι­λος, «τό μά­τι καί τό αὐ­τί», ἡ κ. Θε­α­νώ πού εἶ­ναι ἡ «μητέρα»τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί τό Ἐκ­κλη­σια­στι­κό Συμ­βού­λιο (Κο­μι­τέ).
Ὑ­πό τήν ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς της π. Με­λε­τί­ου εἶ­ναι ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν νέ­ων Ἐ­νο­ρι­ῶν, τοῦ κτι­σί­μα­τος τῶν νέ­ων Ἐ­νο­ρια­κῶν Να­ῶν, ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν νέ­ων Πρε­σβυ­τέ­ρων, τῶν Σχο­λεί­ων καί Ἰ­α­τρεί­ων πού πλαι­σι­ώ­νουν κά­θε Ἐ­νο­ρί­α.
Στήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή γί­νε­ται τα­κτι­κά ἡ κα­τή­χη­ση, μέ κέ­ντρο τόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Ἀ­πό τόν π. Με­λέ­τιο κά­θε Κυ­ρια­κή γί­νε­ται τό θεῖ­ο Κή­ρυγ­μα, κά­θε Πέ­μπτη ἡ ὁ­μι­λί­α γιά τούς ἄν­δρες, συ­νά­ξεις Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, καί σέ ὅ­λες τίς Ἐ­νο­ρί­ες ἀ­πό τούς κα­τά τό­πους Ἱ­ε­ρεῖς τους. Ἡ κ. Θε­α­νώ ἔ­χει ὑ­πό τήν ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τά της τήν ὁ­μι­λί­α στίς νέ­ες μη­τέ­ρες (50-60 μη­τέ­ρες), κά­θε Τε­τάρ­τη, τήν ὁ­μι­λί­α στήν Σχο­λή Οἰ­κο­κυ­ρι­κῶν καί Ἀ­ναλ­φά­βη­των (250-300 κο­ρί­τσια) κά­θε Πα­ρα­σκευ­ή, καί τήν ὁ­μι­λί­α στίς ὑ­πο­ψή­φι­ες δα­σκά­λες (100 πε­ρί­που) κά­θε Σάβ­βα­το.
Στίς ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες Ἐ­νο­ρί­ες δη­μιουρ­γεῖ­ται τό με­γά­λο πρό­βλη­μα μέ τίς με­τα­κι­νή­σεις. Ξε­κι­νᾶ τό Κλι­μά­κιο τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς ἀ­πό τό κέ­ντρο μέ ὅ­λα τά χρει­ώ­δη καί δέν ξέ­ρου­ν πό­τε θά φτά­ση, πό­τε καί πῶς θά ἐ­πι­στρέ­ψη».
Ἐπίσης, ἀπό ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ Ἱερομονάχου Ἱεραποστόλου π. Νικολάου Γρηγοριάτη («Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση», τεῦχος 151, Φεβ. 2009) μαθαίνουμε τό ἑξῆς γιά τήν μητέρα Θεανώ:
«Ση­μα­ντι­κή εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρά τῆς κ. Θε­α­νῶς Μουσ­δε­λε­κί­δου ἀ­πό τήν Ἔ­δεσ­σα, γνω­στῆς ὡς "Μη­τέ­ρα Θε­α­νώ". ... Ἡ κυ­ρί­α Θε­α­νώ Μουσ­δε­λε­κί­δου εἶ­ναι πο­λύ­τι­μος συ­νερ­γά­της τοῦ Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κοῦ Κλι­μα­κί­ου Κο­λου­έ­ζι ἐ­πί μί­α 20ετία. Εἶ­ναι οἰ­κο­νό­μος τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς ἐ­κεῖ κα­θώς καί κα­τη­χή­τρια στίς μα­θή­τρι­ες τῶν Ἐκ­παι­δευ­τη­ρί­ων. Συ­νά­ζει τίς γυ­ναῖ­κες τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας καί κά­νουν ἐ­ξορ­μή­σεις στίς φυ­λα­κές, στά Νο­σο­κο­μεῖ­α καί ὅ­που ἀλ­λοῦ χρειά­ζε­ται, δια­νέ­μο­ντας τρό­φι­μα, ρου­χι­σμό καί γε­νι­κά κά­νο­ντας φι­λαν­θρω­πί­α. Δι­καί­ως τῆς ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θῆ ὁ τίτ­λος "Μη­τέ­ρα Θε­α­νώ" ἤ "Μά­μα Θε­α­νώ", ὅ­πως τήν ἀ­πο­κα­λοῦν οἱ ντό­πιοι». 
Οἱ δυσκολίες τῆς ἱεραποστολικῆς της προσπάθειας ἦταν πολλές. Ἡ ἴδια διηγεῖται μιά ἀπό αὐτές:
«Στίς 5 Νοεμβρίου 1990, σέ μιά ἐξόρμηση τοῦ Κλιμακίου πηγαίνοντας πρός τό Λικάσι, στήν ἐπιστροφή πρός Κολουέζι, σέ μια στροφή, τουμπάρει τό ἁμάξι καί παίρνει ἀρκετές στροφές. Ὁ π. Μελέτιος καί ὁ ὁδηγός φοροῦσαν τίς ἀσφαλιστικές ζῶνες καί δέν πάθανε τίποτε, βγήκανε ἀπό τό ἁμάξι. Ἐγώ καί ἡ ἀδελφή Ξένη βρισκόμασταν στά πίσω καθίσματα. Ἡ Ξένη ἐπίσης βγαίνει καλά, ἐγώ καταπλακωμένη, τραυματισμένη στό κεφάλι καί στήν πλάτη, περιμένοντας νά πεθάνω. Ξαφνικά μέ τραβᾶνε ἔξω, πάλι στή ζωή. Νά! καί περνᾶ ἕνα φορτηγό αὐτοκίνητο και μέ πηγαίνουν κατ’ εὐθείαν στό Νοσοκομεῖο, στό Λικάσι. Μένω στήν "Ἐντατική", ξένη στούς ξένους, μέ τόν ἄγγελο φύλακά μου. Ἦταν θέλημα Θεοῦ, ἀφοῦ μαρτύρησα καί ἔχυσα τό αἷμα μου. Ἡ ραφή πού ἔγινε στό μέτωπό μου ἦταν σάν νά φοροῦσα ἀκάνθινο στεφάνι...» (tastv.gr).
Ἡ Ἱεραποστολή ἔχει πολλές θυσίες. Κατά τήν διήγησή της «εἴχαμε, ὅπως εἶναι ἑπόμενο, ποικίλα προβλήματα· διανυκτερεύσεις στό δάσος, χαμένοι στή ζούγκλα, βουτηγμένοι στούς βάλτους, πεζοπορίες, κατεστραμμένες γέφυρες. Ὅλα πρός δόξαν Θεοῦ! Ταπεινά τά ἀποδεχόμαστε» (tastv.gr). 
Ἡ «μητέρα» Θεανώ Μουσδελεκίδου-Ἀντωνιάδου ἔγραψε πράγματι μιά θαυμάσια ἱστορία στό ἔργο τῆς Ἱεραποστολῆς στήν Ἀφρική. Δέν ὑπολόγισε ἀσθένειες, πολέμους, δυσκολίες καί αὐτόν τόν θάνατο. Τήν δραστηριότητα καί τό ἔργο της τό γνωρίζει καλύτερα ἀπό ὅλους ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κατάνγκα-Κονγκό κ. Μελέτιος καί ἀσφαλῶς θά γραφοῦν πολλά γιά τό ἔργο αὐτό. 
Ὅταν ἤμουν στήν Ἔδεσσα καί συνεργαζόμουν μαζί της, δέν μποροῦσα νά διανοηθῶ τό θάρρος της καί τήν ἀποφασιστικότητά της νά φύγη ἀπό τήν Ἑλλάδα καί νά μεταβῆ στήν Ἀφρική, νά ἀφήση τούς συγγενεῖς της, τό γνώριμο περιβάλλον της, τήν ὄμορφη Ἔδεσσα, ὅπου μεγάλωσε, καί νά πετάξη στό ἄγνωστο μέ τίς πολλές δυσκολίες, καί τελικά νά κοιμηθῆ καί νά ἐνταφιασθῆ στήν Ἀφρική, ἀναμένοντας τήν μελλοντική ἀνάσταση τῶν νεκρῶν γιά νά λάβη τόν στέφανο τῆς ζωῆς. Ὁ ἀείμνηστος π. Κοσμᾶς Γρηγοριάτης, θέτοντας τό ἐρώτημα «τί σημαίνει Ἱεραποστολή;», ἀπαντοῦσε: «Νά πεθάνης στήν Ἀφρική». Αὐτό ἐνέπνεε καί ἐκείνη καί αὐτό ἔγινε στήν ζωή της.
Τήν θαύμαζα τήν «μητέρα», τήν «μάμα», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν «τά μαυράκια της», Θεανώ Μουσδελεκίδου καί τήν ζήλευα, καί ἀκόμη τήν ζηλεύω, πού ἀκολούθησε αὐτό τό δύσκολο ἔργο μέ ἐνθουσιασμό μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της καί εἰσῆλθε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ μνήμη της θά εἶναι αἰώνια, θά τήν ἀγαποῦν καί τά «μαυράκια» της καί οἱ λευκοί οὐράνιοι ἄγγελοι, ἀλλά καί ὅλοι ἐμεῖς πού τήν γνωρίσαμε καί συμμετείχαμε σέ ἕναν βαθμό στούς εὐγενεῖς πόθους της.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

«Έφυγε» η επί 33 χρόνια ιεραπόστολος της αφρικανικής ηπείρου, μάμα Θεανώ



site analysis







Ο Μητροπολίτης Κατάνγκας κ. Μελέτιος περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της Θεανώς Μουσδελεκίδου. «Το βράδυ έψαλε, κάποια στιγμή ανασηκώθηκε ελαφρά και τραγούδησε το “Μακεδονία ξακουστή” και μετά ήρεμα βυθίστηκε στον αιώνιο ύπνο» τονίζει
___
“Πέθανε η μητέρα Θεανώ” ήταν τα πρώτα λόγια του Μητροπολίτου Κατάγκας Μελετίου σ’ ένα τηλεφώνημά του το πρωί της Τρίτης. “Καθαρή Δευτέρα βράδυ έφυγε” συνέχισε συγκινημένος. Η τηλεφωνική μας σύνδεση ως συνήθως ήταν γεμάτη παράσιτα, αφού στο Νότο, στα σύνορα σχεδόν με Ζάμπια, η λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι ούτως ή άλλως πολύ μακριά από την Ελλάδα. Δεν μπορεί να ξεφύγει ο άνθρωπος από την έντονη ανάγκη να μοιραστεί με τους άλλους τις τελευταίες στιγμές του αδελφού που κίνησε για το μακρύ ταξίδι στον Ουρανό:
“Ήταν σαν σε κώμα τις τελευταίες μέρες και την είχαμε στο νοσοκομείο της Ιεραποστολής. Δίπλα της ήταν μόνιμα δυο δόκιμες μοναχές ιθαγενείς που την πρόσεχαν. Πήγα να τη δω την Καθαρά Δευτέρα και τη ρώτησα αν είναι καλά. Άνοιξε τα μάτια της, με είδε και είπε αργά. «Ευλογημένος». Συγκινήθηκα. Δεν ήθελα να την κουράσω άλλο κι έφυγα. Την άλλη μέρα εκοιμήθη. Οι δόκιμες που ήταν στο πλευρό της μου είπαν πως πήρε χαρά από την επίσκεψή μου και το βράδυ έψαλλε. Μάλιστα κάποια στιγμή ανασηκώθηκε ελαφρά και τραγούδησε το «Μακεδονία ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα». Μετά ήρεμα βυθίστηκε στον αιώνιο ύπνο. Πέρασε στην άλλη όχθη με ψαλμούς και τραγούδια.”
Η μάμα Θεανώ όπως την αποκαλούσαν όλοι στη Μισσιόνα έζησε 33 χρόνια στο μετερίζι της εξωτερικής Ιεραποστολής. Ήταν από τα μακροβιότερα λουλούδια στον κήπο της Αφρικανικής ιεραποστολής μαζί με την Όλγα Παπασαράντου και τη Σταυρίτσα Ζαχαρίου.



Στην κατοχή

Θυμόταν και μας διηγόταν ότι στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής είχε την ευλογία να γνωρίσει, τον Μητροπολίτη Εδέσσης και Πέλλης, μακαριστό Παντελεήμονα, και τους σπουδαίους πνευματικούς συνεργάτες του, τον π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, που ήταν εξομολόγος της, αλλά και τον π. Χαρίτωνα Πνευματικάκη, που της έδωσε την πρώτη εσωτερική ώθηση να αγαπήσει την ιεραποστολή με την ακάματη δραστηριότητά του και τα κηρύγματά του. Ο π. Χαρίτων αγκάλιασε τη Θεανώ Μουσδελεκίδου, όπως και πολλούς νέους της εποχής, και τους χάραξε πορεία ζωής. Τα χρόνια πέρασαν και συνάντησε τον σύντροφο της ζωής της, τον Γιώργο. Μιλούσε πάντοτε με τα θερμότερα λόγια για τον σύζυγό της και τόνιζε πόσα πράγματα της έμαθε, αλλά και πως μαζί διακονούσαν όσο μπορούσαν την Εκκλησία. Διατηρούσαν ένα παντοπωλείο και εργάζονταν μαζί ειρηνικά. Δεν την στενοχωρούσε καθόλου το γεγονός ότι δεν τους έδωσε ο Θεός παιδιά. Το παντοπωλείο έκλεισε όταν ο Γιώργος αρρώστησε κι έφυγε από τη ζωή. Μ΄ ένα γλυκό χαμόγελο σαν ντροπαλή κοπέλα μού έλεγε σε στιγμές που την κατέκλυζε η νοσταλγία του προσώπου του, πως ήταν ομορφάντρας και λεβέντης.



Μαθητική στέγη


Η Θεανώ ήταν μια γυναίκα μέσα από την καθημερινότητα, φτιαγμένη από υλικά του κόσμου αυτού, υλικά που ο Θεός χρησιμοποίησε για να μας πλάσει. Η συζυγία ήταν γι’ αυτήν πράγμα ιερό, ένα στάδιο που την οδηγούσε κοντά στον Θεό και ο σύζυγός της πρόσωπο αναντικατάστατο. Ωστόσο, μετά το πένθος της δεν έμεινε αργή και αποφάσισε να φτιάξει μια “Mαθητική στέγη” αφού πρώτα πήρε συμβουλές και οδηγίες από πνευματικούς ανθρώπους και ιερείς. Έτσι στα 1980 και για δέκα ολόκληρα χρόνια στη στέγη αυτή, που ήταν το ίδιο της το σπίτι, ένα αρχοντικό κληρονομιά από τους γονείς της με πολλά δωμάτια, φιλοξενούσε κοπέλες, οι οποίες έρχονταν από τα γύρω χωριά να σπουδάσουν στο γυμνάσιο και το λύκειο της Έδεσσας. Ήταν ένα άτυπο Οικοτροφείο το οποίο κυβερνούσε σαν γνήσια μανούλα. Μαγείρευε για όλες, μάθαινε οικοκυρικά στα νέα κορίτσια και χαιρόταν απερίγραπτα αυτή την όμορφη κατάσταση που διαμορφώθηκε. Οι περιστάσεις με τον καιρό άλλαξαν, και οι συνθήκες την έσπρωξαν να κλείσει τη στέγη.




Η γνωριμία με τον παπα-Κοσμά της άλλαξε τη ζωή. Ήταν τότε 60 ετών


Μια μέρα επισκέφθηκε την Έδεσσα ο π.Κοσμάς Γρηγοριάτης και έκανε μια ομιλία σε πνευματικό κέντρο της πόλης για το έργο της ιεραποστολής στο Κολουέζι του Ζαΐρ, όπως λεγόταν τότε η σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Τον πλησίασε μετά την ομιλία και τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να τον βοηθήσει αλλά από την Ελλάδα. Ήταν ήδη εξήντα ετών. Τότε δεν γνώριζε ότι τα υπόλοιπα τριάντα τρία χρόνια της ζωής της θα τα αφιέρωνε σε μια από τις ηρωικότερες μορφές της Εκκλησίας σ’ αυτή τη γη. Ο π. Κοσμάς διέκρινε το θάρρος και τη δύναμή της, συμπέρανε την αφοσίωση και την υπομονή της γυναίκας και την κάλεσε. Σε αυτό το σημείο πρέπει να μην παραλείψουμε να θαυμάσουμε την ελευθερία του πατρός Κοσμά από κοινωνικές συμβατότητες της εποχής. Συχνά μια λανθασμένη ευσέβεια ταλαιπωρούσε τα έργα των εκκλησιαστικών ανθρώπων. Έτσι στο κλιμάκιο του Κολουέζι μπορούσε κανείς να συναντήσει να εργάζεται εκτός από τον ιερομόναχο Κοσμά της μονής Γρηγορίου, ένας καπετάνιος στις άδειές του, ο Βασίλης Βερβέρης, μια χήρα, η Θεανώ Μουσδελεκίδου, μια νεαρή νοσοκόμα που έγινε μοναχή, η αδελφή Ξένη, μια νοσηλεύτρια η Βαΐα Ναλμπάντη από τις Σέρρες και ένας νέος μοναχός, πρώην ναυτικός από το Αιγάλεω, δεξί χέρι του πατρός Κοσμά, ο πατήρ Κύριλλος. Στο μέλλον και μετά τον θάνατό του προστέθηκαν κι άλλοι όπως η γράφουσα, αλλά και περισσότεροι μοναχοί Γρηγοριάτες, όπως οι πατέρες Νικόλαος, Δαμασκηνός, Βαρνάβας, Ευσέβιος. Δεν έλλειψαν οι κατηγορίες, σε πολλά επίπεδα κυρίως στην αρχή, αλλά η συνέχεια της ιστορίας σήμερα μετά από πολλά χρόνια και μετά θάνατον τον έχει δικαιώσει.




«Φρόντισαν τα πάντα για την κηδεία της. Της έφτιαξαν μέχρι και κόλλυβα. Εκείνη τους είχε μάθει την ορθόδοξη παράδοση»


Όσο για τη Θεανώ Μουσδελεκίδου ήταν μια ήσυχη παρουσία με σιωπηλό δυναμισμό. Ήταν κεφάτη, ξεσήκωνε τους ιθαγενείς και τους Έλληνες συνεργάτες όταν διέκρινε ότι έπεφταν σε στενοχώρια ή καμμιά φορά οι δεύτεροι στην ακηδία της ξενιτιάς. Οι τσέπες της είχαν πάντα ένα γλυκό, μια καραμέλα και όταν πήγαινε στα καλύβια των ενοριτών θα τους έδινε ό,τι είχε από τα λιγοστά που μπορούσε να έχει. Όπως μια μάνα, έτσι κι εκείνη ασχολιόταν με τα πάντα στο σπίτι της Ιεραποστολής. Έβρισκε τρόπους να βοηθήσει σε κάθε δυσκολία ή περίπλοκο πρόβλημα και έλεγε όμορφες ιστορίες από τα νιάτα της στην Έδεσσα, και μιλούσε για τις ζωές των αγίων. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον σκληρό τόπο των φυλακών και συμπονούσε τους φυλακισμένους. Στις φυλακές αυτές δεν υπήρχε φαγητό για τους κρατούμενους, ούτε ρούχα ή κουβέρτες. Τους πήγαινε σαπούνι, ψωμάκια και παίρνοντας μαζί της κάποια παιδιά του οικοτροφείου, τους τραγουδούσαν όμορφα τραγούδια για να παρηγοριούνται. Έτσι, αυτοί οι σκελετωμένοι απόκληροι της ζωής την περίμεναν κάθε φορά σαν μάννα εξ ουρανού. Το ίδιο και οι ασθενείς των νοσοκομείων.




Βάσανα και καημοί


Ο καιρός περνούσε και η ίδια η μητέρα Θεανώ περιγράφει στους συνεργάτες της, αλλά και σε ομιλίες που κάνει πια η ίδια στην Ελλάδα για να μάθουν οι Έλληνες το έργο ώστε να βοηθούν από τα μετόπισθεν, τα βάσανα και τους καημούς. Μια φορά κινδύνεψε πραγματικά και κόντεψε να πεθάνει. Η ίδια γράφει σε γράμμα της σε καλή της φίλη στην Ελλάδα:
“Στις 5 Νοεμβρίου 1990, σε μια εξόρμηση του Κλιμακίου πηγαίνοντας προς το Λικάσι, στην επιστροφή προς Κολουέζι, σε μια στροφή, τουμπάρει το αμάξι και παίρνει αρκετές στροφές. Ο π. Μελέτιος και ο οδηγός φορούσαν τις ασφαλιστικές ζώνες και δεν πάθανε τίποτε, βγήκανε από το αμάξι. Εγώ και η αδελφή Ξένη βρισκόμασταν στα πίσω καθίσματα. Η Ξένη επίσης βγαίνει καλά, εγώ καταπλακωμένη, τραυματισμένη στο κεφάλι και στην πλάτη, περιμένοντας να πεθάνω. Ξαφνικά με τραβάνε έξω, πάλι στη ζωή. Να! και περνά ένα φορτηγό αυτοκίνητο και με πηγαίνουν κατ’ ευθείαν στο Νοσοκομείο, στο Λικάσι. Μένω στην «Εντατική», ξένη στους ξένους, με τον άγγελο φύλακά μου. Ήταν θέλημα Θεού, αφού μαρτύρησα και έχυσα το αίμα μου. Η ραφή που έγινε στο μέτωπό μου ήταν σαν να φορούσα ακάνθινο στεφάνι…”
Μας έδειχνε με καμάρι, σαν στρατηγός το παράσημό του το σημάδι που της έμεινε για πάντα.
“Τα τελευταία χρόνια, μοίραζε τα ρούχα της στους φτωχούς. Έβλεπα που κάποιος φορούσε το παλτό της, άλλη τα παπούτσια της, τις ζακέτες και τα υπόλοιπα ρούχα της ή τα μαντήλια της. ‘Ετσι στο τέλος, όταν εκοιμήθη δεν είχε τίποτα να της φορέσουν για την κηδεία. Μάζεψαν λοιπόν χρήματα, αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι, τα παιδιά της και της αγόρασαν ένα όμορφο φόρεμα και παπούτσια. Φρόντισαν τα πάντα για την κηδεία της και της έφτιαξαν μέχρι και κόλλυβα. Εκείνη τους τα είχε μάθει όλα αυτά, την παράδοση την Ορθόδοξη!” πρόσθεσε ο Δεσπότης Μελέτιος στην τηλεφωνική συνομιλία μας και όταν σκέφτηκα φωναχτά ότι θα του λείψει η παρουσία της μου απάντησε με απροσποίητη θλίψη: “Τριάντα τρία χρόνια είχαμε τη Θεανώ δίπλα μας. Εγώ εδώ τη βρήκα. Πρώτη στις ακολουθίες, ακόμη κι όταν γέρασε πολύ και ίσα που έσερνε τα πόδια της. Δεν ήθελε να πάει στην Ελλάδα. Ήθελε να ταφεί εδώ. Θα μου λείψει. Σε όλους μας θα λείψει!”



Την έθαψαν στη μονή του Αγίου Νεκταρίου



Στην κηδεία της ήρθε πλήθος κόσμου: Ιερείς απ’ όλη την Κατάγκα , πολιτικοί της περιοχής, ενορίτες, τα παιδιά των σχολείων της Ιεραποστολής. Την έθαψαν στο γυναικείο μοναστήρι του αγίου Νεκταρίου, το πρώτο μοναστηράκι που έχτισε ο μακαριστός πατήρ Κοσμάς Γρηγοριάτης, θαμμένος κι εκείνος στο Κολουέζι. Η μητέρα Θεανώ άναβε από το 1989 κάθε βράδυ το καντήλι του τάφου του. Έβρεχε θυμούνται την ημέρα που σκοτώθηκε ο παπα- Κοσμάς στο αυτοκινητιστικό και η βροχή ξέπλενε το αίμα του και πότιζε τη γη. Έβρεχε και την ημέρα που ταξίδεψε στην άλλη όχθη η μητέρα Θεανώ.
Εμείς που μένουμε πίσω και γνωρίζουμε μέρος της ιστορίας των φίλων και αδελφών συνηθίζουμε να δημιουργούμε εικόνες με τη φαντασία μας, όταν αυτοί αναχωρούν. Έτσι φανταζόμαστε παιδιάστικα, ότι τώρα θα τα λένε η Μητέρα Θεανώ και ο παπα-Κοσμάς μεταξύ τους και θα δέχονται κατευχαριστημένοι την θυσία την εσπερινή, το καντήλι και το θυμίαμα που καίγεται δώρο γι΄ αυτούς από τους Ιθαγενείς. Αντίδωρο γιατί χάρισαν τη ζωή τους κι έσυραν με κέφι τα βήματά τους μέχρι τελευταίου στους χωματόδρομους της Αφρικής.


___________
Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 18.03.2020

Διαβάστε παλιότερο σχετικό άρθρο:

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Η θεια-Μαργαρώ και η χαμένη ευγένεια της κατά Χριστόν διάκρισης.



site analysis
Πάντα με συγκλόνιζε αυτό το διήγημα!Βγαλμένο θα λεγε κανείς από τις σελίδες του Γεροντικού.
Η χαμένη ευγένεια της κατά Χριστόν διάκρισης. Η αγαπη για την μεταμέλεια των άλλων,πανω από τους τυπους.Μαθημα από τους απλούς,τους εν κρυπτώ...
Η καημένη η θεια-Μαργαρώ κάπου θα βρίσκεται εκεί ψηλά τώρα στον παράδεισο, που τόσο πολύ πίστευε, παρέα με τ΄ αγγελάκια, στα «χρυσά τα σύννεφα», κοντά στήν κυρά την Παναγία και όλους τους Αγίους, που θυμιάτιζε και μνημόνευε με τόσες μετάνοιες, κάθε απόβραδο μπροστά στο εικονοστάσι και προσκυνούσε με τρίδιπλες μετάνοιες στη μικρή ενοριακή της εκκλησιά…
Κι όμως, δεν το ‘λπιζε να πάει κι έλεγε:
– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! Γι΄ αυτό, δεν πρέπει κανένας να ολιγωρεί και να κάνει τα πρεπούμενα. Εκείνα που μας έχουνε μάθει οι πατεράδες μας και που ξέρανε οι παλιοί…
Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα «πρεπούμενα», που ενέπνεε μιαν αληθινή και αφελής ευλάβεια και πίστη, τις μετάνοιες, τα θυμιάματα, τα σταυροκοπήματα, τ΄ αγιοκέρια που φώτιζαν με την ψιλή τους φλόγα, το εικονοστάσι της γωνιάς με τ΄ άσπρα νταντελωτά μπερντεδάκια, ολονυκτίες στα πανηγύρια, τους όρθρους στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, την ταχτική παρακολούθηση της λειτουργίας και την αυστηρή τήρηση όλων των θρησκευτικών καθηκόντων, η μεγάλη δουλειά ήτανε η Σαρακοστή κι η νηστεία… Νήστευε τα Τετραδοπαράσκευα, νήστευε τις προηγιασμένες, νήστευε των Αγίων Αποστόλων, το Δεκαπενταύγουστο, της Σταυροπροσκύνησης, κάθε φορά που το έγραφαν τα «χαρτιά» και που το νόμιζε αναγκαίο η ψυχούλα της. Μα η μεγάλη νηστεία ήταν η «Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή».
– Κολάζεται κανένας, γιε μου! Κολάζεται και δεν το καταλαβαίνει! έλεγε η καημένη η θεια-Μαργαρώ, κι εμείς οι πειρασμοί, εκπρόσωποι του Πονηρού και του Παγκακίστου, μέσα στο ήρεμο αναχωρητήρι της καλής γερόντισσας, εβάλαμε σκοπό να την κολάσουμε!… Μιαν εβδομάδα ολόκληρη, ύστερα από την Καθαρή Δευτέρα, ενήστευε παραδειγματικά, με μαρουλάκια, ελίτσες, βρεχτοκούκια, και κάπου κάπου λιγάκι χαλβά, που ήταν τα μόνα επιτρεπόμενα εδέσματα του νηστίσιμου «οψολογίου» της και μονάχα την πρώτη Κυριακή εμετρίαζε λίγο τη νηστεία κι εμαγείρευε κανένα λαδερό, αγκιναροκούκι, κανένα λαδοπίλαφο με ξερό χταπόδι… Κι έπειτα, λιγάκι ρετσινάτο, «για να στυλωθεί κανενός η καρδιά του, γιε μου!» επισφράγιζε πραγματικά την «κατάλυση οίνου και ελαίου».
Όσο για τα καρύδια και τα σύκα, που εφίλευε εμάς, τα παιδόπουλα, ήταν για τη θεια-Μαργαρώ πράγματα απαγορευμένα… Όχι από τα περίφημα «πρεπούμενα», μα γιατί δεν είχε πια κανένα δόντι. Όμως, για μας, τα πάστρευε με προσοχή και δεν μας τα ΄δινε ποτέ ατσάκιστα, κι είχε πολλούς λόγους, εκτός από την καλοσύνη της, για τούτο. Φρόντιζε πρώτα πρώτα για την ακεραιότητα της κόψης της πόρτας, που τα μαγκώναμε ανάμεσα και την εκάναμε καρυδοσπάστη, αφήνοντας σημαντικά σημάδια της χρησιμοποίησης αυτής, μα και για την ασπράδα των ασβεστωμένων πεζουλιών της αυλής, που ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να τσακίσουμε τα καρύδια, χτυπώντας τα με λιθάρια!…
– Μπρε Ιούδες!… Μπρε Ιούδες! εξεφώνιζε, σαν εκαταλάβαινε κατιτί τέτοιο… Ελάτε εδώ, μπρε, να σας τα τσακίσω εγώ!…
Και δεν ήξερε κανένας τι την επονούσε πιο πολύ απ΄ τα τρία: τα δόντια μας, το μάγκωμα της πόρτας ή το λέρωμα των πεζουλιών;
Κι όμως εμείς, οι «Ιούδες», εβαλθήκαμε να τη λερώσουμε!… Έξω, στο παράσπιτο, στην άκρη της αυλής, για να μη λερώσει την κουζίνα που άστραφτε από πάστρα και γυαλοκοπούσαν τα μπακιρικά, είχε βάλει να μαγειρέψει το περίφημο λαδοπίλαφό της με το χταπόδι, ενώ για μας, σ΄ άλλο τσουκάλι, έβραζε αληθινό πιλάφι με το κρέας, ένα «ατζέμ πιλάφι» από κείνα που μονάχα η θεια-Μαργαρώ ήξερε να φτιάνει αλτρουιστικά για την τέρψη των άλλων!… Κι ο Πειρασμός ξελαμπάδιασε μονομιάς μέσα στο μυαλό μας, εκεί που παίζαμε «καλόγερο» στα άσπρα καί μαύρα πλακάκια της αυλής… Κι ούτε καιρό δεν χάσαμε σε μάταιη συνεννόηση… Με μια ματιά, συνεννοηθήκαμε και το κακό έγινε. ΄Ενα κομμάτι κρέας, παχύ και όλο ψαχνό, έσμιξε μέσα στο λαδοπίλαφο με τα ισχνά κομμάτια του ξερού χταποδιού…
Με τι καρδιοχτύπι περιμέναμε το μεσημέρι, με τι ανυπομονησία προσμέναμε ν΄ αρχίσει το φαγητό της, ξεχνώντας μες στα πιάτα το νόστιμο δικό μας πιλάφι και κοιτάζοντας το λαδοπίλαφό της…
Και να… Εκεί που δεν το προσμέναμε πια, ύστερα από την πρώτη-δεύτερη μπουκιά, το πιρούνι της ανάσυρε το σώμα του εγκλήματος. Το γύρισε από δω, το γύρισε από κει, με ιερή φρίκη. Το γεροντικό της, μα τόσο συμπαθητικό, πρόσωπο πήρε μια έκφραση συντριβής, και μας κοίταξε ύστερα, ενώ εμείς σκύβαμε τα μάτια στα πιάτα μας, έτοιμοι να γελάσουμε, μα χωρίς να μπορούμε… Περιμέναμε τη δίκαιη τιμωρία μας. Μα εκείνη είπε μονάχα με σπαραγμό, σπρώχνοντας το πιάτο:
– Η αμαρτία στο λαιμό σας!…
Κι αλήθεια, θαρρείς σαν η Αμαρτία να ήταν κάτι το ψηλαφητό, κάποιο πράγμα ήρθε κι έκατσε πραγματικά στο λαιμό μας!… Κομπιάσαμε, ξεροκατάπιαμε, αφήσαμε το φαΐ μας και, μπρουμιτίζοντας στο τραπέζι, αρχίσαμε τα κλάματα.
Τότε η καλή γερόντισσα, που ο θρήνος μας κι η μεταμέλειά μας την είχε συγκινήσει, κατανικώντας κάθε της απέχθεια, κάθε της ευλάβεια και κάθε πεποίθηση, προσπάθησε να μας παρηγορήσει. Και παίρνοντας το κρέας του Πειρασμού, άρχισε να τρώει κι αυτή, μπροστά στα κατάπληκτα και κλαμένα μάτια μας, λέγοντας:
– Να, μπρε σεις!… Φάτε!… Κι άστε τα κλάματα!… Να! Φάτε!… ο Θεός δεν ...ξεσυνερίζει...!
Παντελής Πρεβελάκης