Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Ο Άγιος Νεκτάριος και η γιαγιά Τατιάνα στην Κορέα!



site analysis


Αποτέλεσμα εικόνας για tatiana orthodox korea
 Η γιαγιά Τατιάνα, όπως την αποκαλούσαμε, ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν το άγιο Βάπτισμα στην Κορέα. Ήταν κόρη του συλληφθέντος και εξαφανισθέντος από τους Βορειοκορεάτες πατρός Αλεξέι Κιμ στις 9 Ιουλίου του 1950. Με την κοίμησή της τελείωσε την επί γης παρουσία της η πρώτη γενιά των Ορθοδόξων Κορεατών.

 Τα τελευταία δέκα χρόνια ζούσε στο κέντρο υπερηλίκων της Ενορίας του Αγίου Βορίδος στην πόλη Τσουντσόν. Όταν το 2010 εκδόθηκε από τις “Κορεατικές Ορθόδοξες Εκδόσεις” της Ιεράς Μητροπόλεως Κορέας η βιογραφία του Αγίου Νεκταρίου, τόσο πολύ άρεσε το βιβλίο στην γιαγιά Τατιάνα, ώστε άρχισε αμέσως, χωρίς να το πει σε κανέναν, να το μεταφράζει στα ιαπωνικά. Η αείμνηστη γνώριζε πολύ καλά ιαπωνικά γιατί κατά την περίοδο της ιαπωνικής κατοχή στην Κορέα είχε σπουδάσει ιαπωνικά, έμεινε και εργάστηκε στην Ιαπωνία και το επάγγελμά της για πολλά χρόνια ήταν δασκάλα.

 Ένα χρόνο, λοιπόν, μετά την έκδοση του βιβλίου στα κορεατικά, ξαφνικά μια μέρα η κ.Τατιάνα Κιμ ήρθε στην Σεούλ και παρέδωσε στον Σεβ. Μητροπολίτη Κορέας π.Αμβρόσιο σε χειρόγραφη μορφή την μετάφραση του βιβλίου του Αγίου Νεκταρίου από τα κορεατικά στα ιαπωνικά και μια εικόνα του Αγίου, την οποία ζωγράφισε η ίδια με μολύβι αντιγράφοντας την εικόνα του Αγίου από το εξώφυλλο του βιβλίου της κορεατικής έκδοσης. Αμέσως μετά τα πρώτα συναισθήματα έκπληξης και χαράς, γεννήθηκε η επιθυμία να εκδοθεί το βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο της Ιεράς Μητροπόλεως Κορέας στα ιαπωνικά, για την πνευματική ωφέλεια των γειτόνων μας αδελφών Ιαπώνων και αυτών που ζουν στην Κορέα και κατά καιρούς επισκέπτονται τις ενορίες της Ορθόδοξης Μητρόπολης Κορέας.

 Η αείμνηστη γιαγιά Τατιάνα, εκτός από την μετάφραση του βιβλίου και την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, έγραψε και πρόλογο στον οποίο εξιστορεί το πόσο άγγιξαν την ψυχή της οι περιπέτειες που υπέστη ο Άγιος Νεκτάριος εν ζωή και ο τρόπος που τις αντιμετώπισε. Και καταλήγει στην συγκινητική ομολογία ότι: “εάν είχα γνωρίσει από τα νειάτα μου την ζωή του Αγίου Νεκταρίου, θα ήταν διαφορετική και η δική μου ζωή”.

 Η γιαγιά Τατιάνα προαισθανόμενη την κοίμησή της επικοινωνούσε με τους αρμόδιους του εκδοτικού οίκου και ρωτούσε πότε θα εκδοθεί το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου. Μάλιστα από την πενιχρή σύνταξή της έστελνε κάθε τόσο και κάποια μικροποσά για να διευκολύνει την έκδοση γιατί όπως έλεγε: “θα πεθάνω και δεν θα προλάβω να δω το βιβλίο τυπωμένο”. Η έκδοση τα ιαπωνικά πραγματοποιήθηκε με την βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες του Αγίου Νεκταρίου τον Απρίλιο του 2015, ένα μήνα περίπου πριν από την κοίμηση της γιαγιάς Τατιάνας. Όταν το πήρε στα χέρια της είπε το “νυν απολύεις την δούλη σου, Δέσποτα εν ειρήνη”.
Και πράγματι. Το πρωί της 6ης Μαρτίου 2015 η γιαγιά Τατιάνα πήγε στην Τράπεζα με τα πόδια κι εκεί έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο. Την μετέφεραν στο νοσοκομείο και μετά από λίγες ώρες, στις 10 το βράδυ, παρέδωσε εν ειρήνη το πνεύμα της σε ηλικία 93 χρονών.
 Τον τελευταίο μήνα πριν από την κοίμησή της είχε επισκεφθεί τον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου στην Σεούλ για να αποχαιρετίσει τους γνώριμους σ’ αυτήν από τα παλιά χρόνια πιστούς στους οποίους έλεγε ότι: “είναι η τελευταία φορά που έρχομαι στον Άγιο Νικόλαο”. Επίσης επισκέφτηκε το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στο Καπιόνγκ για να δει τον σεβαστό και αγαπητό της Σεβασμιώτατο π.Σωτήριο. Και στον Σεβασμιώτατο επανέλαβε τα ίδια περί της σύντομης αναχώρησής της. Αλλά και στην Μητρόπολη έγραψε γράμμα στο οποίο εξηγούσε τα περί της ταφής της και συνάμα έστειλε ένα ποσόν για τα έξοδα της κηδείας της.

 Την Μ.Εβδομάδα αρρώστησε και, προς μεγάλη λύπη της που δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στις Ιερές Ακολουθίες στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, όπως είχε προγραμματίσει, βρέθηκε στο νοσοκομείο. Το βράδυ της Αναστάσεως περίμενε ξάγρυπνη μέχρι τις 12. Σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι της, βγήκε από το δωμάτιό της για να μην ενοχλήσει τους άλλους ασθενείς και σ’ ένα απόμερο σημείο του διαδρόμου ύψωσε τα γεροντικά χεράκια της στον Ουρανό και έψαλε στα κορεατικά το Χριστός Ανέστη!
 Όταν η υγεία της καλυτέρευσε την Παρασκευή της Διακαινησίμου (17/4) επέστρεψε στο δωμάτιό της στην Ενορία του Αγίου Βόριδος, όπου με πολλή χαρά έλαβε από την Σεούλ το νεοεκδοθέν βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου στα ιαπωνικά. Μέχρι την παραμονή της αναχωρήσεώς της στους Ουρανούς επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με πιστούς από την Σεούλ μιλώντας για τα λουλούδια που φρόντιζε με πολλή αγάπη στον κήπο του Αγίου Βόριδος και, βεβαίως, για το αγαπημένο της βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου.
Πόσο χαιρόταν να ακούει ότι το βιβλίο ήδη βρίσκεται στα χέρια των Ορθοδόξων Ιαπώνων. Και φυσικά πόσο θα χάρηκε όταν συνάντησε τον ίδιο τον Άγιο Νεκτάριο και θα τον είδε να λειτουργεί στο Άγιο και Υπερουράνιο Θυσιαστήριο!
Νάχουμε την ευχή της και παρακαλούμε τον Άγιο Νεκτάριο να συνεχίζει τις μεσιτείες του υπέρ των εν Κορέα και εν Ιαπωνία Ορθοδόξων Αδελφών μας και το βιβλίο του να γίνει γέφυρα καλύτερης πνευματικής επικοινωνίας μεταξύ τους.

Αθανασία Δημ. Κοντογιαννακοπούλου
(Από το περιοδικόν “ΦΩΣ ΕΘΝΩΝ”)

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

Αγιοπνευματικές Αλήθειες



site analysis
Μία κόρη είπε μια μέρα στη μάνα της:

- Μαμά, απόψε θα πάω σε ένα πάρτυ.
- Παιδί μου, να μην πας. Εκεί που θα πας, δεν είναι για σένα...
- Μαμά εκεί θα είναι φίλες μου και οι συμφοιτήτριές μου...
- Παιδί μου, να μην πας!
- Εγώ θα πάω και χτυπάει το τακουνάκι της κάτω.
Η κόρη βγήκε έξω, πήρε ταξί και πήγε στο πάρτυ. Η μητέρα πάει στο προσκυνητάρι, γονατίζει και άρχισε να προσεύχεται στην Παναγία.
- Παναγία μου, όπως βλέπεις, δεν μπορώ να κάνω τίποτα... Αν νομίζεις ότι μπορείς να βοηθήσεις κάτι, σε παρακαλώ να βοηθήσεις. Ο δικός μου λόγος δεν περνάει, εσύ κάποιον τρόπο έχεις.
Έτσι προσευχόταν η μητέρα με κλάματα επί μία ώρα, όταν σε μία στιγμή δέχεται ένα χτύπημα στην πλάτη και ακούει μια φωνή να της λέει:
- Μαμά σήκω, γύρισα!
Ήταν η κόρη που είχε φύγει για το πάρτυ.
- Γιατί γύρισες παιδί μου;
- Δεν ήταν για μένα εκεί. Όταν είδα ποιοί ήταν στο πάρτυ, έφυγα...
Ποιός γύρισε πίσω την κόρη; Η λογική της κόρης; Η Παναγία την γύρισε πίσω, την τροποποίησε τη σκέψη της. Ο Χριστός και η Παναγία έχουν έναν ''βιδολόγο'', ο οποίος τροποποιεί τα μυαλά των ανθρώπων που παρακαλούμε στην προσευχή μας να επηρεαστούνε.
Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας

Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας..



site analysis

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Ότι κι αν έκανε η μάνα για το παιδί της, αυτό πήγαινε στα χαμένα.
 Όσες προσπάθειες κι αν έκανε να το φέρει στο δρόμο του Θεού, ήτανε άκαρπες. 
Άσπρο η μάνα, μαύρο ο γιος.
Κι όσο έβλεπε να βγαίνουν από τα χέρια της, με την χάρη του Θεού, παιδιά υπέροχα, έξυπνα, χρήσιμοι άνθρωποι στην Κοινωνία, παιδιά περήφανα που την είχανε δασκάλα και το δικό της το μοναδικό παιδί, πού του αφοσιώθηκε ολότελα σαν έμεινε χήρα, να μην κάνει, να μην θέλει τίποτε, να μην αποφασίζει για κάτι, της ερχότανε τρέλα.
Μέρες, εβδομάδες, μήνες έλειπε από το σπίτι.

Η μάνα λοιπόν περίμενε. 
Πάντα περίμενε μια αλλαγή. 
Η προσευχή της, το λιβάνι που έκαιγε, το καντηλάκι πού άναβε, ήταν όλα, μα όλα γι' αυτό το παιδί.
Κάποτε παρουσιάστηκε στο σπίτι, γιατί πήρε την απόφαση να πάει στρατιώτης. 
«Καλό σημάδι» είπε μέσα της η μάνα.

Πέρασε όλη την θητεία του σε φυλάκιο του Έβρου. 

Δεν ήρθε να την δει ούτε μια φορά. 
Κι η μάνα δεν άφησε το εικονοστάσι χωρίς λάδι και δάκρυ ούτε ένα βράδυ.

Κάποτε απολύθηκε. 

Μάιο μήνα ήρθε ίσια στο σπίτι. 
Χαρούμενος, κεφάτος, σαν να μην έλειψε ούτε μια μέρα. 
Της ζήτησε χρήματα να πάει λίγες μέρες στη θάλασσα με κάτι φίλους. 
Του έδωσε αμέσως.
Ένοιωθε να παλεύει η μάνα με κάποιον στήθος με στήθος. 

Κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν το παιδί της. 
Ήταν το πνεύμα του κακού που έπρεπε να το νικήσει το πνεύμα του Θεού.
Πέρασαν δέκα μέρες κι όλη η παρέα γύρισε. 
Γύρισαν χαρούμενοι. 
Είπανε τα νέα τους.
- Μάνα, σου έφερα ένα δώρο. Είπα να μην έρθω με άδεια χέρια αυτή τη φορά. Άνοιξέ το να δούμε αν σου αρέσει.
- Δώρο από σένα αγόρι μου και δεν θα μου αρέσει; Και μόνο που με σκέφτηκες φτάνει.
- Άνοιξέ το, λοιπόν...
Η μάνα παίρνει το δέμα και το ανοίγει. 

Μόλις αντίκρισε το δώρο πάγωσε. 
Τα δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλά της. 
Ήταν ένα πανέμορφο καντηλάκι, σπάνιας τέχνης.
- Μάνα, σε έβλεπα πρωί και βράδυ να ανάβεις το καντήλι και ήξερα, ήμουνα βέβαιος πώς το έκανες για μένα. 

Στην σκέψη μου, στην θύμηση μου σ' έφερνα πάντα μπροστά στο καντηλάκι. 
Τίποτε δεν μου ξέφευγε από όσα έκανες, από όσα υπέφερες. 
Κάποιο μέρος ήθελα να 'χω σε αυτή σου την λαχτάρα. 
Άντε λοιπόν, σήκω. 
Έλα μπράβο, βάζω το καντηλάκι, βάζεις, το λάδι και το ...δάκρυ..
Μα σού έφερα ένα ακόμη δώρο. 

Άνοιξέ το...
Πήρε η μάνα το δεύτερο δώρο, το ανοίγει και τι να δει! Ένα καντήλι!
- Κι άλλο, παιδάκι μου; Δίδυμα ήτανε;
- Αυτό για το σαλόνι. 

Φωνάξαμε τον πατέρα Γρηγόριο να κάνει αγιασμό και βρήκε το σαλόνι χωρίς καντήλι. 
Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; 
Ολόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι;
Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας. 

Με λάδι και δάκρυ δεν χάνονται ποτέ.
πηγή

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019

Ρώτησαν μια μητέρα



site analysis

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα 

Ρώτησαν μια μητέρα
Ποιο παιδί σου αγαπάς περισσότερο;;
Κι απάντησε ..
Το άρρωστο μέχρι να γίνει καλά,
το ξενιτεμένο μέχρι να γυρίσει πίσω,

το μικρότερο μέχρι να μεγαλώσει..
Και ΟΛΑ μέχρι να πεθάνω

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Η 15χρονη ελληνίδα αγία της Εκκλησίας μας και οι σύγχρονες 15χρονες της Νέας Τάξης.



site analysis

Μία ακόμα Ελληνοπόύλα που προτίμησε τον τίμιο και ένδοξο θάνατο για τον Χριστό από το να παραδώσει το σώμα της και την ψυχή της στα βρώμικα χέρια του Τούρκου αφέντη, είναι η αγία νεομάρτυς Ελένη από την Σινώπη του Πόντου. Εφήβη, μόλις 15 χρονών, και όμως δεν δείλιασε μπροστά στα μαρτύρια που την υπέβαλαν οι άγριοι βασανιστές της. Γιατί η ψυχή της αγαπούσε πραγματικά τον Χριστό και από Εκείνον αντλούσε δύναμη για να μην υποκύψει… 

Ας δούμε τον βίο της, με την ευχή να αποτελεί ένα στήριγμα για τους νέους που αγωνίζονται να ζήσουν αγνά στην σημερινή διεφθαρμένη εποχή που “η αμαρτία κατήντησε μόδα” και, δυστυχώς, από πολλούς ο αγνός νέος και νέα θεωρούνται μη φυσιολογικοί …

Καρπός και βλάστημα του ελληνικού και άγιοτόκου Πόντου υπήρξε ή άγια παρθενομάρτυς Ελένη ή νέα. Έζησε τον 18ο αιώνα στην όμορ­φη παραλιακή πόλη του Ευξείνου Πόν­του, τη Σινώπη, σε εποχή τουρκικής σκλαβιάς. Γεννήθηκε και ανατράφηκε α­πό γονείς πιστούς και ευσεβείς, το ζεύ­γος Μπεκιάρη. Με ιδιαίτερη προσοχή οι γονείς έσκυψαν και έσπειραν στην α­παλή ψυχή της μικρής τους Ελένης το σπόρο της χριστιανικής διδασκαλίας. Αλλά και ό θείος της Ελένης, πού ήταν εκεί δάσκαλος σε ελληνικό κρυφό σχο­λείο, επέδρασε στη διαμόρφωση του α­κέραιου και γενναίου χαρακτήρα της. 

Τα χρόνια περνούσαν. Ή Ελένη είχε φθάσει στην ηλικία των 15 ετών και αγω­νιζόταν με ενθουσιασμό να «μορφώνει» μέσα της τον Χριστό. Ήταν τόσο πολύ αγνή στην καρδιά, ώστε το πρόσωπο της έλαμπε ολόκληρο από σπάνια και ζηλευτή ωραιότητα. Κάποια μέρα ή μητέρα της την έστει­λε στο κατάστημα του Κρύωνα για να αγοράσει νήματα για κέντημα. Με προ­θυμία, όπως πάντα, υπάκουσε στο θέ­λημα της μητέρας. Ό δρόμος όμως για το κατάστημα περνούσε από την κα­τοικία του πασά – διοικητή της Σινώπης, του Ουκούζογλου. Ή Ελένη ανυποψία­στη πέρασε και από το μέρος αυτό. Στο βάδισμα της ήταν πάντοτε και παντού προσεκτική και προσευχομένη. 

Έτυχε όμως και την είδε ό πασάς και θαμπώ­θηκε από την ομορφιά της. Ή ψυχή του πλημμύρισε από ακόλαστη επιθυμία και διέταξε τούς φρουρούς του να τη φέ­ρουν μπροστά του για να μολύνει την παρθενία της. Όμως ή γενναία και πιστή Ελένη απέ­κρουσε με πείσμα τις άνομες προτάσεις του. Μια αόρατη μυστική δύναμη εμπό­δισε τον πασά να αγγίξει την αγνή κό­ρη. Ή «φοβερά προστασία» του παντο­δυνάμου Θεού περιτείχιζε την πιστή Ε­λένη, πού συνέχεια προσευχόταν από μέσα της λέγοντας τον Εξάψαλμο. Ή προσπάθεια του πασά ναυάγησε. Διέταξε να κλείσουν στο σπίτι του την Ελένη. Όμως ή ιδία διέφυγε απαρατή­ρητη από τους φρουρούς για το σπίτι της. Όταν έμαθε τη φυγή της ό πασάς, έξαλλος διέταξε τη Δημογεροντία των Ελλήνων να του φέρει πίσω την Ελένη, διαφορετικά θα διέτασσε σφαγή όλων των Ελλήνων της Σινώπης. Ό πατέρας της ενημερώθηκε αμέσως. Και αναγκά­στηκε για το συμφέρον του τόπου να παραδώσει με αβάστακτο πόνο τον μο­νάκριβο θησαυρό του στον αιμοβόρο τύραννο. 

Ό πασάς άντίκρυσε με χαρά τη χρι­στιανή κόρη, την ‘Ελένη. Είχε πολλές ελπίδες ότι θα ικανοποιούσε τώρα τα κα­τώτερα ένστικτα του. Όμως πάλι νικήθη­κε. Οι θερμές προσευχές της γενναίας πιστής Ελένης τον εμπόδισαν να ασελ­γήσει. Ή αόρατη μυστική δύναμη του Θεού, όπως και πριν, τον απωθούσε α­πό το «θήραμα» του. Επιχείρησε και την επόμενη μέρα. Όμως διαλύθηκαν και πάλι τα δόλια του σχέδια. Ό πανάγαθος Κύριος ενίσχυε και ασφάλιζε το κρίνο του αυτό – την Ελένη – από κάθε είδους βεβήλωση. Αγανακτισμένος ό πασάς διέταξε και την έκλεισαν στις υγρές και σκοτεινές φυλακές της Σινώπης. Ή μι­κρή – έφηβη Ελένη δεν φοβήθηκε ούτε το σκοτάδι, ούτε τη μοναξιά, ούτε τις νέ­ες απειλές τού Ούκούζογλου. Με τη δύ­ναμη και πάλι του Νυμφίου Κυρίου της απωθούσε με πείσμα τον φοβερό πειρα­σμό και νικούσε… 

Οργισμένος ό πασάς τώρα διέταξε να τη βασανίσουν, να τη θανατώσουν και να της τρυπήσουν το κεφάλι με δύο καρ­φιά. Ατάραχα και γενναία δέχθηκε ή Ε­λένη τα κτυπήματα, τους βασανισμούς και τον οδυνηρό θάνατο. Πέρασε ένδο­ξα στην αθανασία με «άσπιλο τον θεούφαντο χιτώνα της ψυχής της», όπως ω­ραία σημειώνει ό υμνογράφος της.

Το λείψανο της οι δήμιοι το σφράγισαν σε σάκο και το κατεπόντισαν στο πέλα­γος. Ό Κύριος με σημείο φανέρωσε το τί­μιο Λείψανο της Νεομάρτυρος σε διερ­χόμενο ελληνικό πλοίο. Οι ναυτικοί εί­δαν από τον πυθμένα να εξέρχεται φως. Το πέρασαν για χρυσάφι. Ήταν όμως θησαυρός αμύθητου αξίας: το ιερό σκή­νωμα μιας νεομάρτυρος, της Ελένης της νέας. 

Μέχρι το 1924 ή τιμία κάρα της βρι­σκόταν θησαυρισμένη στον Ιερό Ναό Παναγίας της Σινώπης. Ερχόμενοι όμως τότε στη Θεσσαλονίκη οι διωχθέντες ευ­σεβείς Πόντιοι αδελφοί μας της Σινώπης έφεραν μαζί τους και τον πλούτο τους, την Αγία τους. Ή τιμία κάρα της νεομάρ­τυρος Ελένης, πού μάλιστα κάποτε και ευωδιάζει, φυλάσσεται σήμερα στον Ιε­ρό Ναό Αγίας Μαρίνας Άνω Τούμπας Θεσσαλονίκης. Αλλά και στον Μητροπο­λιτικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Τρικά­λων υπάρχουν ιερά Λείψανα της Αγίας. Πλήθη ευσεβών πιστών συγκινούνται καθώς μελετούν τη ζωή της ένδοξου Νεομάρτυρος. Και την τιμούν. Τελούν με πίστη Ιερές Παρακλήσεις. Και οι ικεσίες της θαυματουργούν ιδιαίτερα στους πά­σχοντες από πονοκεφάλους.

Ή αγία Ελένη ή νεομάρτυς ή Σινωπίτις με τη δύναμη της θερμής προσευχής κα­τέβαλε τον πολυμήχανο εχθρό της και κράτησε τον θησαυρό της αγνείας της ασύλητο.

Με το παντοδύναμο όπλο της προσ­ευχής μπορούμε και μείς πάντα να νι­κούμε στις μεγάλες ώρες των πειρα­σμών. Ιδιαίτερα οι σημερινοί χριστιανοί νέοι στο μεγάλο τους αγώνα για τη δια­τήρηση της αγνότητας ας έχουν δυνατό πρότυπο τους την άγια Ελένη. «Πάνσεμνε του Χριστού κόρη Ελένη, ή καθελούσα τον έχθρόν τη δυνάμει της πίστε­ως, διά παντός έκδυσώπει, έλεηθήναι τάς ψυχάς ημών».

ΠΗΓΗ του βίου: Περιοδικό Άγιος Κυπριανός 
ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ



 ...... και οι σημερινές 15χρονες οπαδοί του Σορος και της Νέας Τάξης, που λόγω της πλύσης εγκεφάλου που έχουν υποστεί κυρίως στα σχολεία αλλά και στις οικογένειές τους, βλέπουν παντού με υποκρισία, ρατσισμούς, φασισμούς (ενώ αυτούς ακριβώς υπηρετούν) και τους αρέσει ο πολυπολιτισμός και η διαφορετικότητα....

Λογικά θα τις ξαναδούμε στα Gay Pride....

Νομίζω ότι όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι δυστυχώς δεν έχουν ουδεμίαν σχέση με την συνομήλική τους αγία Ελένη την Σινωπίτισσα... 
Εξάλλου τέτοια πρότυπα σαν την αγία Ελένη είναι ενοχλητικά για την παιδεία μας και θάβονται.... και από την ιστορία και από τα θρησκευτικά....

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2019

Οσία Δόμνα η δια Χριστόν Σαλή του Τόμσκ (+16/29 Οκτωβρίου 1872)



site analysis






Οσία Δόμνα η δια Χριστόν Σαλή

του Τόμσκ
(+16/29 Οκτωβρίου 1872)



 Η Δόμνα Κάρποβνα γεννήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από ευγενείς γονείς σε κάποιο χωριό της ρωσικής πόλης Πολτάβα  στην ουκρανική επαρχία Περεγιασλάβ.
 Εκεί φαίνεται ότι η Δόμνα ορφάνεψε από μικρή και την ανέθρεψαν συγγενικά της πρόσωπα, επίσης πλούσιοι.
Την σπούδασαν και σαν έφτασε σε ικανή ηλικία θέλησαν να την παντρέψουν.
Εκείνη δεν ήθελε και έτσι το έσκασε και τριγυρνούσε στους δρόμους της Πολτάβας,
όπου την συνέλαβαν με την κατηγορία της επαιτείας και την έστειλαν στην Σιβηρία.
 Εκεί δεν είχε μόνιμο τόπο διαμονής και άρχισε να προσποιείται την σαλή.
Τις περισσότερες νύχτες, είτε ήταν χειμώνας, είτε καλοκαίρι,τις περνούσε στο ύπαιθρο προσευχόμενη.
Ντυνόνταν πολύ παράξενα.
Αντί για ρούχα είχε περιζώσει το σώμα της με διαφόρων μεγεθών μπόγους,
που ήταν δεμένοι μεταξύ τους με σπάγκους.
Μέσα οι μπόγοι περιείχαν σχοινιά, παπούτσια ,σπασμένα γυαλιά, πέτρες,
ενώ από πάνω είχαν σακούλια με ψωμί, τσάι, κεριά, ζάχαρη, λιβάνι, γάλα ,μπίρα, λαχανικά ακόμα και τουρσιά. Αυτά όλα ήταν το ντύσιμό της ,
το οποίο συνεχώς μετακινούσε γύρω από το σώμα της ενώ προσευχόνταν.
Ήταν ένα είδος κομποσχοίνι.



Δεν ακολούθησε το πρότυπο των υπόλοιπων δια Χριστόν σαλών ,που ήταν μόνιμα ανυπόδητοι.

Η οσία φορούσε παπούτσια ή παντόφλες ,αλλά πάντοτε διαλυμένες.
Επίσης φορούσε σάλι ενώ πολλές φορές δύο ή τρία καπέλα ταυτοχρόνως.
Είχε επίσης και ένα παλτό, το οποίο λόγω των μπόγων δεν μπορούσε να φορέσει κανονικά,
ενώ τις βαρυχειμωνιές κατέληγε σε κάποιο δυστυχισμένο.
Κάποτε ο μητροπολίτης της περιοχής, Πορφύριος, που την είδε να κάθεται στο φοβερό κρύο της Σιβηρίας,
της έδωσε το δικό του παλτό, το οποίο η Δόμνα,αφού τον ευχαρίστησε,το πήρε και σε δύο ώρες βρισκόνταν στους ώμους κάποιου φτωχού.
Όταν το έμαθε ο ιεράρχης είπε:
«Η αγαπητή μας μικρή σαλή 
διδάσκει εμάς τους γνωστικούς...»
Οι μπόγοι της που ήταν ιδιαίτερα βαρείς και αποτελούσαν από μόνοι τους ένα είδος άσκησης,
δεν μπορούσαν να την προφυλάξουν, διότι ανάμεσά τους υπήρχε αρκετό κενό αρκετό να διαπερνά το κρύο και η βροχή.



 Συχνά κοιμόνταν στις αυλές κάποιων σπιτιών και μόλις ξυπνούσε το πρωί δε μιλούσε σε κανένα,

αλλά τακτοποιούσε τους μπόγους της για μία ολάκερη ώρα.
Ήταν η ώρα της εωθινής προσευχής.
Μετά χαρετούσε τους ιδιοκτήτες των αυλών που πέρασε το βράδυ με τα εξής:
«Καλημέρα.! Χρόνια πολλά ,χρόνια πολλά».!💓
Ακολούθως έκανε το σταυρό της, τους φιλούσε και άρχιζε τις σαλότητές,
μέχρι να αρχίσει η Θεία Λειτουργία στον κοντινό ναό.
Πολλές φορές ,αν υπήρχε πολύς κόσμος στον ναό,συνέχιζε και εκεί τις τρέλες της.


 Αγαπούσε πολύ τα ζώα και ιδιαίτερα τα μαντρόσκυλα.

Συχνά τα βράδια πλησίαζε τους χώρους που τα είχαν δεμένα και τα έλυνε.
Τα ζώα την αγαπούσαν 
και πολλές φορές μπορούσε κάποιος να τη δει τις νύχτες να ακολουθείται από ολάκερες αγέλες σκύλων.
Καθόντουσαν γύρω της και γρύλιζαν ευχάριστα.
Ανάμεσα στα γρυλητά ακουγόνταν και η γλυκειά φωνή της Δόμνας να σιγομουρμουρίζει:
«Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.Πάσαι αι ουράνιαι δυνάμεις,τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ,πρεσβεύσατε υπέρ ημών».


Πάντοτε προσευχόνταν εάν ήξερε ότι δεν την βλέπει κανείς.

Μόλις αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος την έβλεπε,άρχιζε τις σαλότητές της.



 Λίγο πριν κοιμηθεί απόκτησε το χάρισμα της προορατικότητας.

Οι κάτοικοι της πόλης της τήν ευλαβούνταν πολύ και όταν κοιμήθηκε ειρηνικά 
στις 16/29 Οκτωβρίου 1872 ..
Παρευρέθηκαν μαζικά στην κηδεία της που έγινε στο γυναικείο μοναστήρι του Τόμσκ, όπου και θάφτηκε.



Από το βιβλίο του Ίκαρου Πετρίδη Εμπαίζοντες''Ημείς μωροί δια Χριστόν''
ΠΗΓΗ.ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η ορεινή γυναίκα.



site analysis


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

κυρ-Φώτη Κόντογλου

Αν γυρίσεις τον κόσμο, θα δεις πως δεν θα βρεις παρά σπάνια ευτυχισμένους ανθρώπους και εκείνους με λιγόχρονη και άστατη ευτυχία, πικραμένους όμως θα βρεις πολλούς σε κάθε σου πάτημα. Αδέρφια σου στην χαρά δε θα βρεις πολλά, μα αδέρφια στην πίκρα θα βρεις πάρα πολλά. Αυτό φανερώνει πώς τούτος ο κόσμος είναι ένας τόπος που έρχεται ο άνθρωπος για να δοκιμαστεί, όπως το χρυσάφι στην φωτιά. Αφήνω πως ευτυχία δεν είναι η καλοπέραση του κορμιού, κι αυτό φαίνεται τρανότατα από το ότι οι καλοπερασμένοι και οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάνουνε τον ευτυχισμένο και στο τέλος βαριούνται την ζωή τους. Η ευτυχία τους είναι μάλλον ρηχή και ψεύτικη, κι ολοένα ζητάνε να βρούνε την αληθινή ευτυχία, κ᾿ επιχειρούνε κάθε τόσο ν᾿ αλλάξουνε την ζωή τους. Μπορεί η ψυχή να είναι ευτυχισμένη και μέσα σε ένα κορμί δυστυχισμένο; Μπορεί να ισχύει αυτό το παράδοξο;
Μία από τούτες τις ημέρες βρέθηκα σ᾿ ένα βουνό πυκνοδασωμένο και μοσχοβολημένο και σαν να ξαναγεννήθηκα. Περπατούσα σ᾿ ένα έρημο μονοπάτι, κι ανάσαινα το δροσερό αεράκι που κατέβαινε από τις ραχούλες, μακριά από την πνικτική βρόμα της αλεποφωλιάς που την λένε πολιτεία, και που βγάζει μέσα της κάθε λογής κακία, πονηριά και ασχήμια, μ᾿ όλα τα ψεύτικα στολίδια που στολίσανε την πόρνη οι εραστές της.
Εκεί που περπατούσα, βλέπω να βγαίνει από το δάσος μία μικροκαμωμένη γυναίκα, μ᾿ ένα σακί στον ώμο. Ήτανε ξυπόλυτη, μ᾿ ένα τσεμπέρι και κρατούσε στο χέρι της ραβδί. Σαν ήρθε κοντά μου με χαιρέτησε μ᾿ έναν έμορφον χαιρετισμό. Το πρόσωπό της ήτανε πολύ εκφραστικό και συμπαθητικό, αλλιώτικο από τα πρόσωπα που βλέπουμε στην πολιτεία, που είναι γεμάτα αφηρημάδα, αδιαφορία, ανέκφραστες μάσκες. Με κοίταζε με προσοχή σαν μιλούσε και με περισσότερη προσοχή μ᾿ άκουγε όταν της απαντούσα. Η όψη της ήτανε βασανισμένη, μα γεμάτη αξιοπρέπεια, απλότητα και σεμνότητα. Το μικρό πρόσωπό της ήτανε ψημένο από τον αγέρα και τον ήλιο. Τα μάτια της ήτανε τόσο εκφραστικά και η ομιλία της τόσο σπουδαία, απονήρευτη και συμπαθητική, που τραβούσε τον άνθρωπο σαν μαγνήτης. Το σώμα της ήτανε κοκκαλιάρικο και πολύ σβέλτο, και μ᾿ όλο που ήτανε κακοντυμένη και ξυπόλυτη, είχε επάνω της κάποιο ανεξήγητο μεγαλείο, τόσο που ν᾿ απορεί κανείς και να συλλογίζεται γιατί δεν βρίσκονται πια τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας.
Μου μίλησε για τα πρόβατα που τα φύλαγε ο γιος της και εκείνη η ίδια, μου μίλησε για τα βάσανα που τραβάνε με τους βαριούς χειμώνες και για κάποιους «επίσημους ανθρώπους» που έρχονται από την Αθήνα με συνοδεία και που τους φοβερίζουνε πως θα πάρουνε τις βοσκές και που λένε πως δεν χρειάζονται τα πρόβατα και πως θα τα διώξουνε, επειδή στα βουνά κάνουνε περίπατο οι άνθρωποι που έρχονται από τα ξένα μέρη, και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα που κοπρίζουνε, μηδέ γιδερά, αλλά μοναχά δένδρα. «Έλα Χριστέ και Παναγία» μου λέγει. Η κοπριά που κάνουνε τα πρόβατα, μοσχοβολά. Η δική μας κοπριά βρωμά, η ανθρώπινη. Εμένα ο παππούς μου κι ο προπάππους μου, ο πατέρας μου κι ο άνδρας μου κι όλοι οι συγγενείς μου, αυτή την δουλειά κάνανε, με τα ζωντανά ζούσανε. Α! το γάλα και το μαλλί το θέλουνε οι άνθρωποι που έρχονται από την Αθήνα! Τα κακόμοιρα πρόβατα δεν θέλουνε!
Ακουμπισμένη στο ραβδί, με κοίταζε σαν να με ήξερε από χρόνια. Ήτανε σαν το αγριολούλουδο που κρύβεται ντροπαλά κάτω από την πέτρα. Και οι σοφοί και επίσημοι από την Αθήνα δεν θέλουνε να βλέπουνε μήτε πρόβατα μήτε τσοπάνηδες! Γιατί άραγε να βρίσκονται ΠΑΝΤΑ υπό διωγμό οι απλοϊκοί και καθαροί άνθρωποι; Αυτούς που δεν πειράζουνε κανένα, γιατί τους πειράζουν όλοι; Γιατί να κινδυνεύουνε να εξοντωθούνε οι απλοί και άβλαβοι άνθρωποι;"
Το έργο που συνοδεύει το κείμενο αυτό, είναι το πλέον αγαπημένο της οικογένειάς μας και πρόκειται για τη γνωστή πια Γριά, που έκανε ο Κόντογλου σε ηλικία 15 χρονών, όπως σημειώνει και ο ίδιος επάνω.