Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

31 Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μελάνης της Ρωμαίας



site analysis



Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΛΑΝΗΣ
ΜΟΝΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

«Ην άρα και τούτο της μεγίστης των πάλαι και περιφανεστάτης εν πόλεσι Ρώμης…»

Η Αγία Μελάνη γεννήθηκε στη Ρώμη το 338 μ. Χ. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι και επιφανείς, ευσεβείς και εραστές της αρετής.
Η Αγία απο νεαρή ηλικία δεν επιθυμούσε το γάμο αλλά οι γονείς της που επιθυμούσαν διάδοχο, την παντρεύουν στα δεκατέσσερά της με τον δεκαεπτάχρονο Απελλιανό, γόνος και αυτός επιφανούς οικογενείας.
Μετά το γάμο η Αγία παρακαλούσε τον άνδρα της να την αφήσει να πορευθεί εν Χριστώ διατηρώντας την παρθενία της. Σε αντάλλαγμα του έδινε όλη την περιουσία της. Ο Απελλιανός όμως επιθυμούσε διάδοχο και έτσι αποκτούν κορίτσι. Η Αγία Μελάνη μετά απο αυτό ζούσε εν τω κόσμω ζωή ασκητική, αποφεύγοντας ακόμα και να έρθει σε επαφή με το νερό. Καθώς ο Απελλιανός επιθυμούσε και άλλο παιδί η Αγία σκέφτηκε να φύγει αλλά παρέμεινε υποτασσόμενη. Η άσκησή της, σωματική και πνευματική έγινε μεγαλύτερη φορώντας τρίχινα ρούχα εσωτερικά. Λίγο καιρό αργότερα μένει έγκυος. Ξημέρωνε η γιορτή του Αγίου Λαυρεντίου και καθώς ο όρθρος έληγε εκείνη συνέχιζε γονυκλινής την προσευχή που έκανε όλη την νύχτα. Ούτε οι πόνοι της γέννας ήταν ικανοί να την σταματήσουν. Τότε η Αγία γεννά βιαίως ένα αγόρι που λίγο αργότερα πεθαίνει. Μαθαίνοντάς το ο Απελλιανός θορυβήθηκε και η Αγία θεώρησε οτι τότε ήταν η κατάλληλη ώρα να του ζητήσει να ζήσουν πνευματική ζωή. Ο δε θάνατος της κόρης του που ακολούθησε, έπεισε τελικά τον Απελλιανό να συμπορευτεί πνευματικά με την Αγία Μελάνη.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ο καιρός περνούσε και οι δύο τους πια σκέφτονταν να φύγουν από τη Ρώμη. Τους εμπόδιζε όμως η γνώμη των γονέων. Προς ενίσχυση της υποταγής τους ένα βράδυ αντιλήφθηκαν θεία ευωδία και έτσι κατάλαβαν ότι όποτε θέλει ο Θεός θα αφήσουν τη Ρώμη. Έτσι σε ηλικία είκοσι τεσσάρων η Αγία Μελάνη και είκοσι επτά ο Απελλιανός φεύγουν από τη Ρώμη.
Η Αγία νουθετούσε και συμπαραστεκόταν στον Απελλιανό, όταν αυτός παρέκλινε από τον ορθό δρόμο ενδιαφερόμενος ακόμα για την εξωτερική του εμφάνιση, πράγμα που η Αγία Μελάνη είχε επιμελώς παραμελήσει. Το φιλανθρωπικό τους έργο ήταν τεράστιο προσφέροντας χρήματα σε απόρους και κατατρεγμένους. Δώρισαν δε όλη τους την περιουσία κρατώντας μόνο την ελπίδα στο Θεό. Ο δε διάβολος βλέποντας το φιλανθρωπικό έργο τους χρησιμοποίησε τον αδελφό του Απελλιανού, Σευήρο, για να τους προκαλέσει λύπη και σύγχυση. Εκείνος λοιπόν επιχείρησε να αποσπάσει την περιουσία του αδελφού του. Έφτασε δε στο σημείο να εξαγοράσει τους δούλους του Απελλιανού για να ψευδορκήσουν για την περιουσία. Αυτοί όμως υπομένοντας όπως ο Ιώβ τις δοκιμασίες συνέχιζαν. Η φήμη τους έφτασε στη Βασίλισσα Βερίνα που ζήτησε να τους δει. Η Αγία Μελάνη ακολουθώντας το νόμο του Παύλου όπου θέλει τις γυναίκες με καλυμμένο το κεφάλι, και όχι το νόμο των Βασιλιάδων, παρουσιάστηκε έτσι στη Βασίλισσα. Θαύμασε τότε η Βασίλισσα και τους υποσχέθηκε να αποκαταστήσει την εις βάρος τους αδικία από τον Σευήρο. Η Αγία Μελάνη αποδέχτηκε την προσφορά, όχι για τους ίδιους αλλά για το ότι ο Σευήρος αποστερούσε την περιουσία τους από τους φτωχούς και ενδεείς.
Έτσι γίνονται κύριοι περιουσίας σε διάφορες περιοχές όπως Σικελία, Ισπανία και Βρετανία. Πιστοί στο έργο τους μοίραζαν τα πλούτη τους στους φτωχούς. Ο διάβολος για άλλη μία φορά δοκίμασε να διασαλεύσει την πίστη της Αγίας. Έκανε το χρυσό που υπήρχε στο σπίτι τους να λάμπει τόσο πολύ και έστελνε λογισμούς για την ομορφιά και το κάλλος. Η Αγία όμως αντιστεκόταν σκεπτόμενη ότι όλα αυτά είναι φθαρτά. Επανερχομενος ο διάβολος πρόβαλε την ομορφιά ενός κτήματος πραγματικά καλλίστου όσον αφορά τα δέντρα του, τα νερά του και τη μοναδική θέα του στη θάλασσα. Ο Θεός όμως ενίσχυε την Αγία Μελάνη να έχει στραμμένο το νου στα ουράνια.
Όταν τελικά έφυγαν από τη Ρώμη, ο φιλάργυρος Έπαρχος άρπαξε όση περιουσία τους έμεινε. Τότε ξέσπασε πάνω του η οργή του Θεού και ο λαός φόνευσε τον Έπαρχο και λεηλάτησαν οι βάρβαροι την περιοχή του.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ

Φεύγοντας από τη Σικελία σκόπευαν να πάνε στη Λιβύη και στην Καρχηδόνα. Το σχέδιο του Θεού ήταν άλλο όμως και αφήνοντας ελεύθερο το πλοίο να πλεύσει η Αγία τους οδήγησε σε ένα νησί όπου βάρβαροι κρατούσαν αιχμαλώτους τα γυναικόπαιδα ζητώντας λύτρα. Αφού τους ελευθέρωσαν, δίνοντας πολύ περισσότερα λύτρα από ότι ζητούσαν οι βάρβαροι πήγαν στην Καρχηδόνα. Εκεί στην πόλη Θαγαστή έφτιαξε δύο μοναστήρια για άνδρες και γυναίκες. Εκεί η Αγία Μελάνη έζησε με πραγματική εγκράτεια.
Εκεί ζούσε δε ένας ευσεβής Ιερέας, ο Αλύπιος στο μοναστήρι του οποίου έμειναν.
Η Αγία Μελάνη ενήστευε τρώγοντας αρχικά μία φορά την ημέρα, σπάνια λίγο λάδι και κρασί καθόλου. Αργότερα έτρωγε κάθε δύο ή τρεις μέρες. Η Αγία ήταν ταχυγράφος και καλλιγράφος, όταν κουραζόταν τα μάτια της άκουγε λόγια ευάρεστα. Κοιμόταν δε λίγο. Νουθετούσε τις αδελφές να προσεύχονται γιατί ο Κύριος θα έρθει ως κλέπτης μέσα στην νύχτα. Διάβαζε την Αγία Γραφή ολόκληρη τρεις φορές το έτος. Γνώριζε η Αγία πολύ καλά την Ελληνική όσο και την Ιταλική. Προσέλκυε με την ηρεμία και την πραότητα πολλές νέες γινόμενη έτσι αλιεύς ψυχών. Έφτιαξε δε και μια κιβωτό ξύλινη και στενή στην οποία έμεινε και από μία μικρή θυρίδα άφηνε να βγαίνουν οι λόγοι της. Η μητέρα της Αγίας ήταν συνοδοιπόρος μαζί της και δόξαζε το Θεό που γέννησε τέτοια κόρη. Μετά από επτά χρόνια παραμονής εκεί (στην Καρχηδόνα) της γεννιέται ο λογισμός να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα.

ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Εκεί προσκύνησε τα Ιερά Προσκυνήματα και κάθε μέρα κλεινόταν στο Πανάγιο Τάφο προσευχόμενη, μέχρι τη δοξολογία. Με τα λίγα χρήματα που της είχαν απομείνει έκανε τη συνήθη φιλανθρωπία και έκτισε κελί για τη γερόντισσα μητέρα της στο όρος των Ελαιών. Συνάντησε δε και ένα ευσεβή μορφωμένο γέροντα τον Ηφαιστίωνα που δε δεχόταν χρήματα και παρόλο που η Αγία προσπάθησε κρυφά να του αφήσει, εκείνος τα επέστρεψε ρίχνοντάς τα στο ποτάμι.
Μετά από σύντομη παραμονή στην Αλεξάνδρεια, αφού συνάντησαν εξέχοντα πνευματικά πρόσωπα, πλήρεις αγαθών επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα. Έμεινε κοντά στη μητέρα της στο όρος των Ελαιών μη δεχόμενη να δει κανέναν παρά μόνο τον Απελλιανό, την μητέρα της και την ανιψιά της μία φορά την εβδομάδα. Δεκατέσσερα (14) χρόνια αργότερα πέθανε η μητέρα της. Η φήμη της Αγίας έγινε γνωστή παντού και πολλές θέλησαν να φοιτήσουν στη μοναχική ζωή δίπλα της, όχι μόνο ευσεβείς αλλά και άνομες γυναίκες. Η ίδια αρνιόταν να γίνει ηγουμένη. Νουθετούσε τις αδελφές να φροντίζουν όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή, να προσεύχονται χωρίς να βιάζονται να τελειώσουν και να έχουν Θείο φόβο και σεβασμό. Παρομοίαζε την ψυχή με νύφη και τις αρετές νυφικές στολές που τη στολίζουν. Χρησιμοποιούσε πολλά παραδείγματα για νουθεσία όπως εκείνου που πηγαίνοντας ως υποτακτικός σε έναν πνευματικό του ζητήθηκε να κτυπήσει και να βρίσει ένα είδωλο. Ο πνευματικός τον προέτρεψε να έχει και εκείνος την υπομονή του ειδώλου που δεν αντιδρά και δεν ανταποκρίνεται στις βρισιές και τα χτυπήματα. Έτσι και στις μοναχές η αγία Μελάνη μετέφερε αυτό το παράδειγμα σε ένδειξη υπομονής.
Λίγο αργότερα πεθαίνει ο Απελλιανός και επεθύμησε η Αγία να φτιάξει ανδρικό μοναστήρι. Παρόλο που δεν είχε χρήματα βρίσκονται με θαυμαστό τρόπο από έναν πλούσιο άρχοντα. Εκείνο τον καιρό έρχεται επιστολή από το θείο της Βολοσιανό που ήταν έπαρχος στη Ρώμη να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη στη Βασίλισσα Ευδοκία όπου θα πήγαινε και ο ίδιος.

ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Η Αγία ένιωθε αναστάτωση για το αν ήταν θέλημα Θεού να πάει. Έτσι πριν παρουσιαστεί στη βασίλισσα μένει το βράδυ στο ναό της Αγίας Ευφημίας όπου ένιωσε Θεία ευωδία και κατάλαβε ότι ήταν θέλημα Θεού να βρίσκεται εκεί. Μένει σε κάποιον ευσεβή χριστιανό τον Λούσο. Το δε θείο της βρήκε άρρωστο βαριά ο οποίος βλέποντάς τη εξεπλάγη με την παρουσία της. Μέσω των λόγων της και με τη βοήθεια του Πατριάρχη Πρόκλου ο Βολοσιανός αποποιήθηκε την αρχαιολατρία και αποδέχτηκε τον χριστιανισμό. Εκτός αυτού η Αγία πολέμησε την αίρεση του Νεστορίου και επανέφερε στην ορθή πίστη πολλούς. Ο δε διάβολος μην αντέχοντας τη δράση της Αγίας μεταμορφώθηκε σε άνδρα με πένθιμη στολή και μαύρο στην όψη και την απειλούσε. Πρώτα όμως προσπάθησε να αλλάξει την ψυχή των πιστών και του βασιλιά. Την δε Αγία απειλούσε με θάνατο αφού προηγουμένως υποφέρει. Η Αγία Μελάνη επικαλούνταν το όνομα του Κυρίου, την παρουσία του διαβόλου την ανέφερε σε ένα Ιερέα και αμέσως ξεκίνησαν δυνατοί πόνοι στο ισχίο. Έξι μέρες πονούσε η Αγία και την έβδομη σηκώθηκε ακούγοντας ότι πεθαίνει ο θείος της, γιατί δεν ήθελε να φύγει αβάπτιστος. Τόση δύναμη έβαλε ψυχική για να μην χάσει την ψυχή του ο θείος της που όταν εκείνος βαπτίστηκε, η Αγία έγινε αμέσως καλά. Ο δε θείος πέθανε αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Μετά από αυτό η Αγία επεθύμησε την ησυχία των Αγίων Τόπων. Έτυχε τότε να πέσει χιόνι πολύ και υπήρχε μεγάλο ψύχος, η Αγία Μελάνη όμως ένιωθε τις νιφάδες σαν άνθη καθώς πορευόταν για την επιστροφή της.
Στα Ιεροσόλυμα της γεννιέται η επιθυμία να οικοδομήσει και άλλο μοναστήρι εκεί όπου ο Κύριος μίλησε καθώς πορευόταν στο Θείο Πάθος. Εκεί έφτιαξε και εκκλησία.
Η αυτοκράτειρα Ευδοκία η οποία είχε ακούσει τα λόγια της Αγίας στο βυζάντιο, βρέθηκε εκεί για τα εγκαίνια της εκκλησίας.
Ο διάβολος για άλλη μια φορά έκανε την παρουσία του, πειράζοντας την αυτοκράτειρα και προκαλώντας της αφόρητους πόνους στο πόδι. Πόνοι που μόνο με την ευχή της Αγίας Μελάνης θεραπεύτηκαν.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ

Κάποια κοπέλα σε νεαρή ηλικία καταλήφθηκε από δαιμόνια πληγή. Σφράγισε το στόμα της και δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει ούτε να φάει. Η αρρώστια εντωμεταξύ της κατέτρωγε τα σπλάχνα. Καθώς οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε την φέρνουν στην Αγία. Εκείνη επειδή φοβήθηκε την υπερηφάνεια από τον θαυμασμό των πιστών μπήκε στο ναό και κάλεσε τη δαιμονισμένη. Πήρε λάδι από τα κανδήλια των Αγίων, της άλειψε το στόμα και της ζήτησε στο όνομα του Ιησού Χριστού να το ανοίξει αμέσως. Αμέσως η δαιμονισμένη γιατρεύτηκε.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ

Η Αγία προείδε το θάνατό της. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και επισκέφθηκε τους γύρω τόπους της Ιερουσαλήμ, τη Βηθλεέμ και τη Γαλιλαία. Την ημέρα των Χριστουγέννων προσκύνησε στο Άγιο σπήλαιο και είπε στην ανιψιά της ότι δεν θα ξαναπερπατήσει μαζί τους. Αφού πέρασε όλη τη νύχτα στο Άγιο σπήλαιο φτάνει στο Ιερό του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου και με το βιβλίο στο χέρι διάβαζε το μαρτύριό του. Έπειτα απευθύνθηκε στις αδελφές λέγοντάς τους ότι δεν θα την ξανακούσουν να διαβάζει. Επειδή τις έβλεπε να στενοχωρούνται τις νουθέτησε να διατηρήσουν τις ψυχές και τα σώματά τους αγνά και όταν νιώθουν απελπισμένες από τη στέρησή της να βρίσκουν παρηγοριά κοντά στο Θεό. Μετά μπήκε στο Ιερό και προσευχόταν στον Κύριο «Δέσποτα, έλεγε, ο Θεός, που εγώ απ΄την αρχή επέλεξα από το γάμο, τα πλούτη και τη δόξα, σ΄αυτόν που απ΄τη γέννησή μου έδωσα σώμα και πνεύμα, αυτός που με οδήγησε, ο ίδιος τώρα άκουσε τη φωνή μου και τα δάκρυα αυτά με την ευσπλαχνία Σου ας διώξουν μακριά με ποταμούς, τους ρύπους των αμαρτημάτων μου, όσοι έγιναν εκούσια και όσοι ακούσια. Καθάρισέ με και την πορεία μου προς Σε δώσε τη μου ατάραχη και ανεμπόδιστη, για να μη με συλλάβουν οι του αέρος πονηροί δαίμονες. Γνωρίζεις, Αθάνατε τον θνητό, γνωρίζεις τα των ανθρώπων, Φιλάνθρωπε, ότι κανένας δεν είναι άσπιλος ούτε αλώβητος από τις επιθέσεις του εχθρού και ότι κανείς δεν θα μπορούσε ούτε μία μέρα να ζήσει με μέτρο».
Αυτή την προσευχή αφού είπε, δεν σταμάτησε να λέει την ευχή και παρ΄όλους τους πόνους, συνέχιζε να ψάλλει!! Αφού έδωσε παραινέσεις και νουθεσίες στις αδελφές, μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Κοντά της βρέθηκαν πολλοί κληρικοί, ο Αρχιερέας Ελευθερουπόλεως και πολύς κόσμος. Η Αγία Μελάνη παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο 31 Δεκεμβρίου, ημέρα Κυριακή. Η δε στάση του σώματός της πριν την ταφή, δεν έγινε από ξένα χέρια, αλλά θαυμαστώς τα χέρια της τέθηκαν κατά σχήμα στο στήθος και τα πόδια της διετάθησαν σεμνώς.
Αφού έψαλαν τα πρέποντα κατά την Ανατολή, θάβουν «την των ουρανών όντως αξίαν».
Αμήν.

Απολυτίκιον Ήχος δ΄.

Καταυγασθείσα την ψυχήν φρυκτωρίαις, του αναλάμψαντος ημίν εκ Παρθένου, εν αρεταίς διέλαμψας, πανεύφημε ˙ πλούτον γαρ σκορπίσασα επι γην εφθαρμένον, εναπεθησαύρισας τον ουράνιον πλούτον, και εν ασκήσει έλαμψας φαιδρώς. Όθεν, Μελάνη, σε πόθω γεραίρομεν».

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΞΕΝΗ



site analysis

«Η μακάρια αυτή και αοίδιμη Ξένη καταγόταν από τη μεγαλόδοξη πόλη της Ρώμης, από γένος έντιμο και με ζήλο για την πίστη. Όταν οι γονείς της θέλησαν να την παντρέψουν και είχαν ετοιμαστεί όλα τα σχετικά με τον γάμο, η αγία σηκώθηκε και έφυγε από τη νυφική παστάδα, μαζί με δύο άλλες γυναίκες, δύο υπηρέτριες, κι αφού μπήκε σε πλοίο και γνώρισε άλλους τόπους, τελικώς έφτασε στην πόλη των Μυλασσών. Μάλλον οδηγήθηκε σ’ αυτήν την πόλη από τον θεσπέσιο Παύλο τον μοναχό (ο οποίος φάνηκε σ’ αυτήν εκ Θεού στην Αλεξάνδρεια και έγινε οδηγός της για τα ανώτερα). Εκεί έφτιαξε ένα μικρό ευκτήριο ναό στο όνομα του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, και μαζί με τις δύο υπηρέτριές της, όπως και με κάποιες άλλες που την πλησίασαν,  έζησε καρτερικά με μεγάλη άσκηση, απέχοντας από όλες τις κατ’ αίσθηση ηδονές και ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στην ουράνια πολιτεία.

Πέρασε λοιπόν τη ζωή της στο θέλημα του Θεού και μετά το όσιο και μακάριο τέλος της, είχε τη μαρτυρία από τον Ίδιο τον Θεό. Ημέρα μεσημέρι δηλαδή, την ώρα που ο ήλιος φώτιζε τη γη, φάνηκε σταυρός με αστέρια. Αυτόν τον σταυρό τον περικύκλωνε και τον κρατούσε στο μέσον άλλος χορός αστεριών, ώστε να φαίνεται ότι είναι στεφάνι για τη μακαρία Ξένη, που της δόθηκε από τον Θεό, για τη νηστεία και την αγρυπνία και την αγνότητά της. Κι αυτό έγινε φανερό, διότι με την απόθεση του λειψάνου της κάτω από τη γη, σταμάτησε να φαίνεται ο χορός και ο κύκλος των αστεριών. Τα σχετικά με την οσία έγιναν γνωστά, όταν μία από τις θεραπαινίδες της, τότε που επρόκειτο να φύγει από τη ζωή, διηγήθηκε την πατρίδα της μακαρίας και το επίσημο γένος της και το όνομα που είχε από τους γονείς της - διότι ονομαζόταν Ευσεβία – το οποίο το άλλαξε σε Ξένη, γιατί αγωνιζόταν να ζήσει κρυφά».

Είναι εύλογο: ο άγιος υμνογράφος της οσίας Ξένης – της οποίας τον βίο και το εγκώμιο έπλεξε ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς – στο μεγαλύτερο ποσοστό του κανόνα του γι’ αυτήν προβάλλει την αγιασμένη ζωή της μέσα από το ίδιο το όνομά της: Ξένη. Και τούτο γιατί του δίνει την ευκαιρία να σχετίσει την αγία πρώτα από όλα με τον ίδιο τον Κύριο, τον κατ’ εξοχήν «ξένον», κατά την υμνολογία επίσης της Εκκλησίας μας, του Οποίου τον βίο προσπάθησε με τη χάρη του Θεού να μιμηθεί, να προβάλει τον πόθο της για την «ξένην ζωήν την εν ουρανοίς μένουσαν», να δείξει ότι έζησε στα ξένα, με τον τρόπο που δήλωνε ακριβώς και το όνομά της, να την παρακαλέσει ακόμη να βοηθήσει και εμάς που ζούμε ως ξένοι του Θεού, προκειμένου να γίνουμε οικείοι Αυτού. Θαυμάζει κανείς πράγματι την έμπνευση του εκκλησιαστικού μας ποιητή, αλλά και την καλή γνώση του στα θέματα της πνευματικής ζωής. Μερικά δείγματα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας επιβεβαιώνουν τις παραπάνω αναφορές.

Η οσία μιμήθηκε τον Κύριο που ήλθε στον κόσμο τούτο ως ξένος. Η δική της ξενιτεία – η οποία από τους ασκητικούς διδασκάλους της Εκκλησίας μας θεωρείται ως σπουδαιοτάτη αρετή, που οδηγεί στη βάση όλων των αρετών, την ταπείνωση – αποτελεί μετοχή στην ξενιτεία Εκείνου, δείγμα της αγάπης της σ’ Αυτόν. «Θεοπρεπεί τη μιμήσει συ ξενιτεύσασα του δι’ ημάς εξ άνω προς ημάς κατελθόντος, υψώσαι τους πεσόντας, μένεις σοφή, συγγενέσι μεν άγνωστος, αλλ’ ευσεβέσι γνωστή» (Ξενιτεύτηκες εσύ, σοφή Ξένη, μιμούμενη τον τρόπο του Θεού, που για χάρη μας κατήλθε από τον ουρανό σ’ εμάς, προκειμένου να υψώσει τους πεσμένους στην αμαρτία, και γι’ αυτό μένεις άγνωστη μεν στους συγγενείς σου, αλλά γνωστή στους ευσεβείς). «Ξένην εννοήσασα ζωήν εν ουρανοίς την μένουσαν και μη παρερχομένην, την κλήσιν ως την πράξιν ημείψω, και έδραμες έλαφος ως διψώσα, αθανάτου κατ’ ίχνος μνηστήρος» (Έβαλες στο μυαλό σου την ξένη ζωή που μένει στους ουρανούς και δεν παρέρχεται, γι’ αυτό και έκανες το όνομά σου πράξη, κι έτρεξες σαν διψασμένο ελάφι στα ίχνη του αθανάτου μνηστήρα σου Χριστού).

Η δίψα της οσίας για τον Χριστό κάνει τον υμνογράφο εν προκειμένω να φτάσει σε σπουδαία ύψη λυρισμού, όπως γίνεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις οσίων γυναικών. Ο υμνογράφος δηλαδή ακολουθώντας τον έρωτα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Θεό, όπως αποτυπώνεται ιδίως στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα ασμάτων», βάζει και την οσία με τον ίδιο έρωτα προς τον Χριστό να διαλέγεται μαζί Του. «Ως δάμαλις ποθούσα του ποιμένος το θείον κάλλος εκραύγαζες Πού νυν ποιμαίνεις, Νυμφίε; Πού κοιτάζη, ειπέ μοι; Επιποθώ σου ιδείν την υπερβάλλουσαν θέαν και φλέγομαι πάντοθεν» (Σαν δάμαλη που ποθεί τη θεϊκή ομορφιά του ποιμένα, κραύγαζες: Πού ποιμαίνεις το ποίμνιό σου, Νυμφίε; Πού είναι το σπίτι σου, πές μου. Έχω τον πόθο να δω την πάνω από όλα τα ανθρώπινα θέα του προσώπου σου και φλέγομαι από παντού). Για να απαντήσει ο νυμφίος Χριστός στην αναζήτηση αυτή της οσίας Ξένης: «Εράσμιον το κάλλος το εμόν, βοά ο Νυμφίος, ζητούσα, σεμνή, ταις αρεταίς λαμπρυνθείσα, εις ουρανούς με σκόπει εκεί ποιμαίνω εγώ, και τα εμά προσκαλούμαι εκάστοτε θρέμματα» (Αφού ζητάς, σεμνή,  τη δική μου αγαπητή ομορφιά, φωνάζει ο Νυμφίος, και έγινες λαμπρή από τις αρετές, αναζήτησέ με στους ουρανούς. Εκεί ποιμαίνω εγώ και εκεί προσκαλώ κάθε φορά τα δικά μου πρόβατα).

Η επιλογή της οσίας Ξένης να ζήσει ως ξένη επί της γης, ώστε να αποκτήσει τον θείο έρωτα στην ψυχή της του ελθόντος ως Ξένου σε εμάς Χριστού – «επί ξένης φερωνύμως βιούσα», στην ξένη χώρα έζησες ως ξένη, όπως λέει το όνομά σου – δεν ήταν κάτι που ήλθε ξαφνικά. Η επιλογή της να φύγει στα ξένα ήταν καρπός μιας μακράς διεργασίας μέσα της, που απλώς φανερώθηκε όταν τα πράγματα στένεψαν γι’ αυτήν με τον γάμο που της ετοίμασαν οι γονείς της. Και αυτό εξαρχής, ήδη στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού της αγίας, επισημαίνει ο υμνογράφος: «Μεταναστεύουσα πρώην τη διαθέσει, Σεμνή,  και βεβαιούσα έργω το κριθέν σοι εννοία, εξήλθες της ματαίας των ηδονών, μακαρία, λειότητος» (Μετανάστευσες από πριν με τη διάθεση, Σεμνή, και βεβαίωσες έπειτα έμπρακτα αυτό που είχες αποφασίσει με το νου σου, γι’ αυτό και βγήκες, μακάρια Ξένη, από τον μάταιο γλιστερό δρόμο των ηδονών). Πράγματι, ο υμνογράφος κάνει μία σοβαρή εδώ παρατήρηση, ψυχολογικού και ανθρωπολογικού περιεχομένου: αυτό που κάνουμε πράξη στη ζωή μας, συνήθως έχει προετοιμαστεί μέσα στην ψυχή μας προ πολλού. Κι όταν οι συνθήκες γίνουν οριακές, όταν στενέψουν τα πράγματα, τότε το κυοφορούμενο φτάνει να γίνει τοκετός. Είναι αυτό που επισημαίνει και η Εκκλησία μας και για την ίδια την αμαρτία: η πράξη της αμαρτίας προϋποθέτει την εσωτερική της διεργασία: η αμαρτία ξεκινά από τη στιγμή που η προσβολή της γίνει αποδεκτή ως διάθεση στον άνθρωπο, αρχίζει να ευχαριστείται αυτός με τη σκέψη της, να αιχμαλωτίζεται, να φτάνει στην πράξη. Γι’ αυτό και αμαρτία είναι και οι λογισμοί της αμαρτίας και όχι μόνον οι συγκεκριμένες ενέργειές της. Το ίδιο όμως συμβαίνει και αντιστρόφως: μία καλή πράξη ετοιμάζεται εσωτερικά, που σημαίνει ότι κι αν δεν φτάσει να εκφραστεί, ήδη ενώπιον του Θεού έχει θεωρηθεί ως ενέργεια.

Είναι περιττό βεβαίως να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας προβάλλουν και το περιεχόμενο της ασκητικής διαγωγής της οσίας Ξένης, όπως και την επίδρασή της στις άλλες γυναίκες που την ακολούθησαν. Ιδίως η αγνότητά της ως νέκρωση της αμαρτίας μέσα της, η εγκράτειά της, τα δάκρυά της είναι εκείνα που ο υμνογράφος δεν παραλείπει να μας περιγράψει: «Προίκα τω Χριστώ προσήξας την αγνείαν, νέκρωσιν μελών και πόνους εγκρατείας» (Έφερες στον Χριστό ως προίκα την αγνότητά σου, τη νέκρωση των μελών σου και τους κόπους της εγκράτειας)∙ «Βρέχουσα στρωμνήν τοις δάκρυσιν, οσία, και μετά σποδού εσθίουσα τον άρτον» (έβρεχες τη στρωμνή σου με τα δάκρυά σου, οσία, και έτρωγες τον άρτο σου με στάχτη, δηλαδή ζούσες τη μετάνοια σαν τον προφητάνακτα Δαβίδ). Κι από την άλλη, «έγινες παράδειγμα των καλών και έτσι έλκυσες πολλές ψυχές στη σωτηρία, που είχαν διαστραφεί από την εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο» («Τύπον σεαυτήν καλών παρεχομένη, είλκυσας πολλάς ψυχάς εις σωτηρίαν, απορραγείσας του κόσμου της προσπαθείας»).

Ο υμνογράφος νιώθει την ανάγκη να παρακαλέσει την αγία να πρεσβεύσει και για εκείνον, δηλαδή για τον καθένα μας, που με τις αμαρτίες μας γινόμαστε ξένοι από τις εντολές του Θεού. «Τον ξενωθέντα μακράν των εντολών του Θεού ημών, οικειωσόν με ταις σαις, οσία, δεήσεσι και ξένον με ποίησον της δεινής γεένης και παθών συνεχόντων με» (Εμένα που έγινα ξένος από τις εντολές του Θεού μας, κάνε με δικό Του με τις δεήσεις σου, οσία, και επίσης κάνε με ξένο από τη φοβερή κόλαση και από τα πάθη που με καταδυναστεύουν).   

Αγία Ιουλιανή (21 Δεκεμβρίου)



site analysis



Εορτάζει στις 21 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
AgiaIouliani02Ἰουλιανῆς ἀγλάϊσμα τὸ ξίφος,
Ὡς προξενῆσαν ἀγλαὸν ταύτῃ στέφος.
Ἔκτανον εἰκάδι πρώτῃ Ἰουλιανὴν ἐρατεινήν.
Βιογραφία
Οι γονείς της Ιουλιανής ήταν ειδωλολάτρες και θέλησαν να τη μνηστεύσουν με κάποιο διακεκριμένο αξιωματούχο της Αντιόχειας, τον Ελεύσιο. Αλλά η Ιουλιανή αρνήθηκε σθεναρά. Η άρνησή της κατέπληξε τους γονείς της, διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τους είχε φέρει καμιά αντίρρηση και ήταν υπάκουη κόρη. Ο Ελεύσιος με πληγωμένο εγωισμό ζητούσε εκδίκηση. Αφού ερεύνησε και παρακολούθησε για πολύ καιρό την Ιουλιανή, έμαθε ότι εν αγνοία των γονέων της είχε γίνει χριστιανή. Έτσι ο Ελεύσιος την κατήγγειλε στον έπαρχο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί.

Μέσα στη φυλακή, συνεχίστηκαν οι προσπάθειες να γίνει σύζυγος του Ελευσίου και να αποφύγει τον κίνδυνο του θανάτου. Αλλά η Ιουλιανή προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πάρει ειδωλολάτρη σύζυγο.
Τότε ο Ελεύσιος με διαταγή του έπαρχου και πολύ μίσος την μαστίγωσε ανελέητα.
Έπειτα, έκαψε το πρόσωπό της με πυρακτωμένο σίδερο, και της είπε: «Πήγαινε τώρα στον καθρέπτη να καμαρώσεις την ομορφιά σου». Η δε Ιουλιανή, με ένα ελαφρό μειδίαμα του απάντησε: «Στην ανάσταση των δικαίων, στα πρόσωπα δε θα υπάρχουν πληγές και εγκαύματα. Θα υπάρχουν μόνο οι πληγές των ψυχών από την αμαρτία. Γι’ αυτό, Ελεύσιε προτιμώ τώρα τις πληγές του σώματος, που είναι προσωρινές, παρά τις πληγές της ψυχής, που βασανίζουν αιώνια». Μετά από λίγο, το ξίφος του δημίου έκοψε το νεανικό κεφάλι της Ιουλιανής.

Αργότερα ο Ελεύσιος, όταν βρέθηκε ναυαγός σε κάποιο άγνωστο νησί, βρήκε τραγικό τέλος, όταν τον κατασπάραξε ένα άγριο λιοντάρι.

Η σύναξή της τελείται στο μαρτύριο αυτής, πλησίον της μάρτυρος Ευφημίας στο Πέτριο.


Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς νύμφη πανάμωμος καὶ ἀθληφόρος σεμνή, τῷ Λόγῳ νενύμφευσαι τοῦ ἀθανάτου Πατρός, Ἰουλιανὴ ἔνδοξε, σὺ γὰρ φθαρτὸν μνηστήρα παριδοῦσα, ἐμφρόνως ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες· καὶ νῦν ταῖς τοῦ νυμφίου σου τρυφᾶς φαιδρότησι.
----------------------------------------------------

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΗ



«Η αγία Ιουλιανή έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και ήταν κόρη πλουσίων γονέων, οι οποίοι την μνήστευσαν με κάποιο συγκλητικό, ονόματι Ελεύσιο. Ενώ ο Ελεύσιος ήθελε να την νυμφευθεί, δεν δέχτηκε η αγία, η οποία του είπε: Εάν δεν αποκτήσεις πρώτα την εξουσία της πόλεως, δεν συνέρχομαι σε γάμο μαζί σου. Αυτός πράγματι καταστάθηκε στο αξίωμα του επάρχου, αλλά αυτή του είπε πάλι: Εάν δεν μεταστραφείς στην πίστη των χριστιανών από τη θρησκεία των ειδώλων, δεν καταδέχομαι την κοινωνία σε γάμο με εσένα. Αυτός τότε αποκάλυψε τα πάντα στον πατέρα της παρθένου, ο οποίος, επειδή δεν μπόρεσε να της αλλάξει την πίστη στον Χριστό, την παρέδωσε κατά τους νόμους της εποχής προς εξέταση στον έπαρχο και μνηστήρα της. Ο μνηστήρας της την γύμνωσε από τον χιτώνα της και έδωσε εντολή σε ένδεκα στρατιώτες να την μαστιγώσουν με ωμά βούνευρα, τόσο που την καταξέσχισαν. Στη συνέχεια την κρέμασαν από τα μαλλιά, ώστε αποσπάσθηκε το δέρμα της κεφαλής της, έπειτα κατέφλεξαν τις πλευρές της με σίδερα πυρωμένα, όπως και διαπέρασαν από το μέσο των μηρών της άλλο σίδερο πυρακτωμένο και αυτό. Στο τέλος, έδεσαν τα χέρια της στα πλευρά της και κατά την εντολή του επάρχου την οδήγησαν στη φυλακή. Την ίδια λοιπόν  νύκτα που ρίχτηκε στη φυλακή και ενώ προσευχόταν, της εμφανίστηκε ο αφανής εχθρός και πολέμιος όλων διάβολος, σε σχήμα αγγέλου, ο οποίος την προέτρεπε να θυσιάσει στα είδωλα και να ελευθερωθεί. Η αγία όμως, αφού τον απώθησε, τον έκανε και χωρίς τη θέλησή του να ομολογήσει όλα τα σχετικά με αυτόν. Την οδήγησαν πάλι στον έπαρχο και επειδή παρέμενε αμετάθετη στην αγάπη του Χριστού, την έριξαν σε καμίνι που το είχαν ανάψει πολύ. Το καμίνι σβήστηκε με παράδοξο τρόπο, με αποτέλεσμα πεντακόσιοι άνδρες να πιστέψουν στον Χριστό, οι οποίοι και τελειώθηκαν αμέσως με ξίφος, μαζί με εκατόν τριάντα γυναίκες. Η μάρτυς στη συνέχεια ρίχτηκε σε φλογισμένο λέβητα, αλλά ο λέβητας έγινε λουτρό για τη μακάρια Ιουλιανή. Κι όχι μόνο αυτό: ο λέβητας λύθηκε και χύθηκε έξω το πυρακτωμένο περιεχόμενό του, σαν να κινήθηκε από κάποια μηχανή, και κατέστρεψε τους απίστους που βρίσκονταν ολόγυρά του. Από όλα αυτά η μάρτυς παρέμεινε αβλαβής, γι’ αυτό και υπέστη τελικά τον διά ξίφους θάνατο. Ήταν δε όταν μνηστεύτηκε τον Ελεύσιο ένδεκα χρονών, ενώ όταν μνηστεύτηκε τον Χριστό διά του μαρτυρίου, δεκαοκτώ χρονών. Τελείται δε η σύναξή της στο μαρτύρειο αυτής, που βρίσκεται πλησίον της αγίας μάρτυρος Ευφημίας στο Πέτριο».

Η αγία Ιουλιανή συνιστά, κατά τον άγιο Ιωσήφ, τον υμνογράφο της αγίας, τον μαγνήτη, που μαγνήτισε τον ίδιο τον Κύριο και Θεό της. Ήταν τέτοιες και τόσες οι αρετές της, λόγω της πληγωμένης από έρωτα Κυρίου καρδιάς της, ώστε Εκείνος την αγάπησε για το κάλλος της ψυχής της και την οδήγησε στον νυμφώνα της βασιλείας Του. Για τον υμνογράφο δηλαδή η αγία Ιουλιανή ανήκει στη χορεία των πέντε παρθένων της γνωστής παραβολής, που «εισήλθον μετ’  αυτού εις τους γάμους». Η παρθενία της δεν υπήρξε στείρα και άκαρπη, αλλά πλήρης του ελαίου της χάριτος του Θεού. «Ετρώθης τω γλυκυτάτω έρωτι Χριστού πανεύφημε» (πληγώθηκες από τον γλυκύτατο έρωτα του Χριστού, πανεύφημε), «όθεν σου ο Κύριος νυν ηράσθη του κάλλους και προς φωτεινότατον σε νυμφώνα εισήξεν» (γι’ αυτό ο Κύριος αγάπησε το κάλλος σου τώρα και σε έβαλε μέσα στον φωτεινότατο νυμφώνα Του). Η αγία δηλαδή κατενόησε από πολύ μικρή ότι ο Χριστός, αν θέλει κανείς να νιώσει τη δύναμη και τη χάρη Του, δεν είναι το περιθώριο της ζωής, αλλά το κέντρο και η διαρκής αναφορά. Όπως Εκείνος μας προσέφερε όλον τον Εαυτό Του, κατά τον ίδιο τρόπο ζητάει και τη δική μας ολοκληρωτική προσφορά. «Ολόκληρον σαυτήν τω Θεώ προσενήνοχας» (ολόκληρο τον εαυτό σου πρόσφερες στον Θεό), σημειώνει ο υμνογράφος.

Με τον τρόπο αυτό η αγία Ιουλιανή είδε εμπειρικά να πραγματοποιείται και στον εαυτό της η υπόσχεση του Κυρίου, ότι όποιος θα Τον αγαπήσει αληθινά, θα γίνει κατοικητήριο δικό Του, θα Τον δει να φανερώνεται ο Ίδιος  στην ύπαρξή του. Κι είναι αυτό που αδιάκοπα κραυγάζει η Εκκλησία και οι άγιοί μας: η πίστη μας δεν είναι κάτι το θεωρητικό, αλλά αγκαλιάζει και το σώμα και την ψυχή μας. Μόλις νιώσει κανείς λίγο την αγάπη του Θεού, αμέσως Εκείνος καθίσταται ένοικος της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου. «Ετέλεσας την ψυχήν, ναόν πανάγιον Θεού, ένδοξε» (έκανες την ψυχή σου πανάγιο ναό του Θεού, ένδοξε). Ο υμνογράφος όμως γίνεται σαφής. Δεν θέλει να αφήσει περιθώριο παρεξήγησης, ώστε να νομίσει κανείς ότι έχει φτάσει αυτήν την αγάπη. Συνεχίζει λοιπόν για την αγία: «θείοις ναοίς πάντοτε, ύμνοις και ευχαίς παρεδρεύουσα». Δηλαδή: έκανες την ψυχή σου ναό πανάγιο του Θεού, με το να ζεις πάντοτε μέσα στους θείους ναούς, με τους ύμνους και τις προσευχές. Με άλλα λόγια, η αγάπη του Θεού προϋποθέτει την ένταξη στην Εκκλησία, την αγάπη για τις ακολουθίες της Εκκλησίας, την αγάπη για τους ύμνους και τις προσευχές. Πράγματι, δεν υπάρχει πιο άμεσος και αποτελεσματικός τρόπος να αγαπήσει κανείς τον Θεό από το να εμβαπτίζει διαρκώς την ύπαρξή του σε ό,τι αποτελεί χώρο του Θεού και τραγούδια του Θεού. Που σημαίνει: αν σήμερα η αγάπη προς τον Θεό έχει υποχωρήσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος φταίει η μικρή ή και μηδαμινή σχέση του ανθρώπου με την λατρεία της Εκκλησίας.

Ο άγιος Ιωσήφ, εν αγνοία του, επισημαίνει κάτι που ιδιαιτέρως στην εποχή μας αποτελεί σχεδόν παραδοξότητα: το «ερύθημα της παρθενίας». Λέγοντας για την μάρτυρα ότι στράφηκε ολοκληρωτικά προς τον Χριστό τονίζει ότι έκανε το φυσικό κόκκινο χρώμα της παρθενίας, το κοκκινάδι δηλαδή της σεμνότητας και της ντροπαλοσύνης, πιο λαμπρό με το αίμα του μαρτυρίου της. Τι ωραία εικόνα! Τι ποιητική σύλληψη! Μας λέει να δούμε με τα μάτια της ψυχής μας την αγία γεμάτη σεμνότητα, με κόκκινα τα μάγουλά της από τη χάρη της παρθενίας της. Κι αυτό το κόκκινο να το δούμε πιο έντονο πια, μετά το μαρτύριό της. Το μαρτύριό της δηλαδή ήταν η συνέχεια της παρθενίας της. Η επιβεβαίωση της σεμνότητάς της και της χάρης που την διακατείχε. Έτσι μας καθοδηγεί ο υμνογράφος να δούμε και το νόημα της παρθενίας: ως της καθαρότητας πρωτίστως της ψυχής διά της ανατάσεως αυτής προς τον Σωτήρα Χριστό. Κι αυτή η ανάταση είναι ένα είδος μαρτυρίου, του μαρτυρίου της συνειδήσεως, που προεκτείνεται και με το μαρτύριο του αίματος, όταν ζητηθεί κάτι τέτοιο.

Πώς να μην ενεργήσει η χάρη του Θεού μέσα σε ένα τέτοιο πλάσμα; Πώς ο Χριστός να μην την διατηρήσει αβλαβή από όσα οι δαιμονοκίνητοι διώκτες της της έκαναν; Πώς να μην επηρεαστούν βλέποντάς την όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι; Και τι λέει επ’ αυτού ο άγιος Ιωσήφ; Όλοι αυτοί που μέσω της αγίας βρήκαν την πίστη του Χριστού υπήρξαν και η δική της προίκα σ’  Εκείνον. «Ώσπερ προίκα πολύτιμον τω Νυμφίω προσήγαγες, αθληφόρε ένδοξε, δήμον άγιον, τοις θαυμασίοις πιστεύσαντα, οις πίστει ετέλεσας» (Σαν πολύτιμη προίκα πρόσφερες στον Νυμφίο Χριστό, αθλοφόρε ένδοξε Ιουλιανή, όλους εκείνους τους αγίους ανθρώπους, που πίστεψαν στον Χριστό από τα θαυμάσια που με πίστη τέλεσες). Η αγία Ιουλιανή μας καθοδηγεί και σ’ αυτήν την αλήθεια: η αγία βιοτή μας, η συνεπής πορεία μας πάνω στα χνάρια του Χριστού λειτουργεί ιεραποστολικά: φέρνει και άλλους στον Χριστό. Κι αυτό λογαριάζεται σε εμάς. Συνιστά την προίκα μας μπροστά στον Χριστό. Πόση «προίκα» τέτοια άραγε θα φέρουμε κι εμείς μαζί μας; Πόσους ανθρώπους δηλαδή θα έχουμε επηρεάσει θετικά σε όλη την επίγεια ζωή μας, ώστε αυτό να «μετρήσει» υπέρ ημών στην κρίση του Θεού;

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Η Ευλαβέστατη γυναίκα ονόματι Βασιλική



site analysis



ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΗΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυο πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι.
Όταν ή Βασιλική ήταν νέα, την ήμερα των Θεοφανείων «είδε τους; ουρανούς ανεωγμένους» και τούς Αγγέλους τού Θεού να ψάλλουν. Γι’ αυτό έλεγε: «Αυτή την ήμερα μη φεύγεις από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι πού κατοικούσαν ήταν Ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο, Όταν έβρεχε γέμιζε νερό πού έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα “γκιούμι” άδειαζαν το νερό. Το χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδες για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά. Αλλά μέσα σ’ αυτό το παγωμένο σπίτι ή καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Ή θεία Χάρι τούς φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.
Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιες τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.
Όταν εκοιμήθη ό Δημήτριος, ή σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζει τα υπάρχοντα της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στη μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως – ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ό γιός της τί τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου».
Μία Κυριακή πήγε κατά τη συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της πού έμενε δίπλα, λέγοντας της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον όποιον τόσο αγάπησε εκ νεότητας της και τήρησε πιστά τις εντολές Του.’ Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.
Όταν έγινε γνωστή ή κοίμηση της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ό ένας έλεγε «έμενα μού έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ’ την», ό άλλος έλεγε «μού έδωσε πιάτα», ό άλλος «ποτήρια», ό άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμηση της πού πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματα της.
Όσο ζούσε την επισκεπτόταν ή αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Ή συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζεις, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ. ΙΕΡΟΝ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΙΚΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ.
ΑΓΙΩΝ ΌΡΟΣ 2012

Πηγή: apantaortodoxias.blogspot.gr

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

+ Γερόντισσα Φωτεινή (Ντέμου) Πέντε χρόνια από τήν κοίμησή της



site analysis




Τήν 10η Δεκεμβρίου συμπληρώνεται μιά πενταετία από τήν κοίμηση τής μακαριστής Γερόντισσας Φωτεινής (κατά κόσμον Χαρούλας Ντέμου) Ηγουμένης τής Ιεράς Μονής Γενεθλίου τής Θεοτόκου (Πελαγίας), τής Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών καί Λεβαδείας, τής Μονής 

Η διακονία της στούς προσκυνητές
Γράφουν οι Μοναχές τής Ιεράς Μονής Γενεθλίου τής Θεοτόκου (Πελαγίας)

Μέ πολλή χαρά δεχόταν όλους τούς προσκυνητές. Πολλοί από αυτούς πού τήν επισκέπτονταν στό Μοναστήρι εξέφραζαν μέ ποικίλους τρόπους τήν αγάπη τους και τήν χαρά τους, όταν τήν έβλεπαν. Ιδιαίτερα τήν επισκέπτονταν από τούς τόπους πού έζησε καί εργάσθηκε ως εκπαιδευτικός. Από τά Γιάννενα, τήν Θεσσαλονίκη, τό Μέτσοβο, τήν Έδεσσα. Διαβεβαίωναν στίς μοναχές ότι τήν εκτιμούσαν γιά τήν απλότητά της καί τό αυθόρμητο τού χαρακτήρα της. Πραγματικά, η Γερόντισσα Φωτεινή, από τήν μικρή της ηλικία καί έως τό τέλος τής ζωής της, δέν τά πήγαινε καλά μέ τόν καθωσπρεπισμό καί τήν ψεύτικη ευγένεια. Δέν μπορούσε ποτέ νά κολακέψη άνθρωπο. Δέν μπορούσε νά υποκριθή. Είχε απλή καί ανεπιτήδευτη συμπεριφορά. Μιλούσε δίχως ευσεβισμούς, αλλά πηγαία καί αυθόρμητα. Είχε ευθύτητα καί μεγάλη αμεσότητα μέ τόν συνομιλητή της. Ήταν ξεκάθαρη καί ειλικρινής. Ήταν πάντα αληθινή. Έλεγε:
«Δέν μπορώ νά αγαπώ έναν άνθρωπο καί νά ξέρω ότι ζή στήν αμαρτία. Δέν τό αντέχω. Θά κάνω τά αδύνατα δυνατά».
«Νά αγαπήσουμε τόν Χριστό. Αυτός καί εγώ. Κανείς άλλος μεταξύ μας».
«Γιά δύο λόγους ήθελα νά γίνω μοναχή: γιά νά ζώ πιό πολύ μέ τόν Θεό καί γιά τούς ανθρώπους πού αγαπώ. Δέν θά μπορούσα διαφορετικά νά τούς βοηθήσω παρά μόνο μέ τήν προσευχή».
Σέ αγαπητό της πρόσωπο έλεγε: «Δέν θέλω νά φοβάσαι, όταν θά πεθάνης, γι’ αυτό πρόσεχε πώς ζής. Δέν μπορώ νά τό διανοηθώ ότι εσύ δέν θά σωθής».
Στούς «αντιδραστικούς» μέ τήν Εκκλησία έλεγε τήν χαρακτηριστική φράση: «Αυτόν θά τόν «εκδικηθώ» μέ τήν αγάπη». Καί, πράγματι, αυτή η «εκδίκηση» πάντα είχε θετικό αποτέλεσμα.
Άνθρωποι πονεμένοι, απελπισμένοι, προβληματισμένοι καί τραυματισμένοι από αστοχίες, δοκιμασίες καί αμαρτίες, συζητώντας μαζί της εύρισκαν ελπίδα. Τούς έβλεπε μέ ιδιαίτερη αγάπη καί σεβασμό καί τούς μετέδιδε αισιοδοξία, παρηγοριά καί μιά αίσθηση χαράς. Πολλοί τής έδιναν υπόσχεση ότι θά αλλάξουν τρόπο ζωής. Ακούραστη πάντα άκουγε τά προβλήματά τους καί συμμετείχε στόν πόνο τους. Τούς μιλούσε γιά τήν ζωή μέσα στήν Εκκλησία, γιά τήν υπέρβαση τών προβλημάτων καί τού θανάτου.
Έλεγε ότι πρέπει νά προσγειωθούμε γιατί στήν ζωή ποτέ δέν μπορούμε νά βρούμε ό,τι επιθυμούμε.
Η Γερόντισσα Φωτεινή απάντησε σέ επιστολή πού τής έστειλε φίλη της από τό εξωτερικό καί τής ζητούσε συμβουλή καί βοήθεια σέ μιά δυσκολία πού περνούσε:
"...Ευχαριστώ γιά τήν εμπιστοσύνη πού μού δείχνεις. Μή στενοχωριέσαι. Πολλές φορές, όταν είμαστε καλά ψυχολογικά, λύνονται καλύτερα τά προβλήματα καί ο Θεός ενεργεί διαφορετικά σέ μιά χαρούμενη καί ελπιδοφόρα καρδιά. Νά δοξάζης τόν Άγιο Θεό, πού έχεις τήν υγεία σου σωματική καί διανοητική. Βλέπεις καθημερινά τί φοβερά πράγματα συμβαίνουν παντού. Χίλιες δόξες πού έχουμε σωστά τά μυαλά μας καί μπορούμε νά λέμε ένα «Κύριε, ελέησον» καί νά ελπίζουμε στό έλεος τού Θεού. Αυτό είναι η ζωή! Έχει ο Θεός. Νά αφήνουμε απλά τήν ζωή μας στήν πρόνοιά Του καί Εκείνος έχει τόν τρόπο νά μάς καθοδηγή καί νά μάς σώζη.
Μή περιμένεις από τόν εαυτό σου τέλεια πράγματα καί βασανίζεσαι. Τό ορθόδοξο είναι νά κάνουμε καί λάθη καί νά ζητάμε συγγνώμη. Μή περιμένουμε τά πράγματα όπως θά τά θέλαμε εμείς. Όχι, ο Θεός έχει άλλη λογική. Εκεί πού εμείς βλέπουμε κατάρα μπορεί αυτό νά είναι ευλογία καί τό αντίθετο.
Εύχομαι ο Θεός καί η Παναγία μας νά σέ φωτίζη ώστε νά δέχεσαι τίς ενέργειες τών άλλων σάν ευλογία, έστω καί άν τίς βλέπης αρνητικές. Η ζωή τού Χριστιανού είναι πόνος, δυσκολία καί υπομονή. Ίσως μόνο έτσι ωριμάζουμε καί γινόμαστε άξιοι τού Χριστού. Τόν ίδιο δρόμο βάδισε καί Εκείνος κι άς ήταν Θεάνθρωπος!
Χαίρομαι γιατί σκέπτεσαι καί προβληματίζεσαι σάν Ρωμηά, δηλαδή ορθόδοξη. Ο Θεός, είμαι σίγουρη, ότι θά σέ βοηθήση όπως δέχεται η ψυχή σου κι όπως ξέρει Εκείνος».
Τά τελευταία χρόνια επισκέπτονταν τό Μοναστήρι πολλοί προσκυνητές μέ λεωφορεία, είτε από Ενορίες μέ Ιερείς, είτε από τουριστικά Γραφεία. Όσο απασχολημένη καί άν ήταν θά κατέβαινε στό αρχονταρίκι γιά νά χαιρετήση καί νά απευθύνη λόγο πού ανέπαυε καί παρηγορούσε τούς προσκυνητές.
Μερικοί, βλέποντας τήν απλότητα πού διέκρινε τήν Γερόντισσα στήν φιλοξενία, καί τήν αγάπη της στόν κάθε άνθρωπο πού έπασχε, γίνονταν απαιτητικοί μέ τίς συχνές επισκέψεις τους στήν Μονή. Παρουσίαζαν γιά αλήθεια τίς πιό απίθανες ιστορίες πού πάντα ήταν δακρύβρεχτες. Έτσι, συνήθιζαν νά έρχωνται διάφοροι «ζητιάνοι», επαγγελματίες, γιά ελεημοσύνη πού έπρεπε όμως νά φύγουν όλοι μέ γεμάτα τά χέρια από τό Μοναστήρι. Ενδεικτικό είναι ένα περιστατικό:
Μιά μέρα ήρθε κάποιος τσιγγάνος μέ τήν μάνα του. Οδηγούσε ένα πολυτελέστατο αυτοκίνητο, τελευταίας τεχνολογίας, σέ μεταλλικό ασημί χρώμα. Επειδή εκείνη τήν περίοδο η Νομαρχία φρόντιζε τόν δρόμο γιά τό Μοναστήρι, νομίσαμε πώς ήρθε ο Νομάρχης. Όταν καταλάβαμε τόν σκοπό τής επισκέψεως μερικές αδελφές πού βρέθηκαν εκείνη τήν στιγμή εκεί δυσανασχέτησαν. Η Γερόντισσα τούς ετοίμασε μόνη της τόν δίσκο μέ τόν καφέ, τούς έδωσε τρόφιμα καί τούς πλήρωσε τήν βενζίνη πού χρειάσθηκε γιά νά έρθουν στό Μοναστήρι.

Η αντιμετώπιση τής ασθένειάς της
Μετά τήν διάγνωση τής μαγνητικής εξέτασης είπε: «Δέν είναι τυχαία αυτή η ασθένεια. Ο Θεός τήν επέτρεψε. Έχει τούς λόγους Του. Προσευχηθείτε νά τήν αντιμετωπίσω σωστά. Ταλαιπωρώ τόσους ανθρώπους. Τόσοι ενδιαφέρονται καί προσεύχονται γιά μένα! Σάν μοναχές, όπου καί άν πάμε, όλοι μάς σέβονται καί μάς εξυπηρετούν. Πόσο ταλαιπωρείται όμως ο κόσμος!».
Αντιμετώπισε τήν ασθένεια μέ πίστη στόν Θεό καί δοξολογία. Ο θάνατός της ήταν μία κοίμηση. Είχε πλήρη συναίσθηση μέχρι τήν τελευταία στιγμή. Έφυγε προσευχομένη εν μέσω προσευχομένων αδελφών καί μέ τήν ευχή τού Πνευματικού της Πατέρα, τήν στιγμή πού στό Μοναστήρι της προσεύχονταν θερμά όλες οι αδελφές.
Πολλές φορές η Γερόντισσα μιλούσε γιά τόν θάνατο καί γιά τήν μνήμη τού θανάτου πού πρέπει νά καλλιεργή ο Μοναχός. Έλεγε: «Όλη τήν ζωή μας πρέπει νά τήν θεωρούμε σάν προετοιμασία γιά τήν ώρα τού θανάτου. Όταν ο Θεός θά πή τό STOP νά μή φοβόμαστε».
Κάθε χρόνο τήν ημέρα τού Πάσχα επανελάμβανε προτάσεις από τόν Κατηχητικό Λόγο τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Έλεγε συγκεκριμένα: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο τού Σωτήρος θάνατος». Έψαλλε μέ όλη τήν δύναμη τής ψυχής της καί τής φωνής της τόν Αναστάσιμο Κανόνα τού Πάσχα.
Τό Μέγα Σάββατο αυτήν τήν χρονιά λειτούργησε στό Μοναστήρι ο Μητροπολίτης κ. Ιερώνυμος. Τήν στιγμή κατά τήν οποία ο Σεβασμιώτατος έψαλλε τό «Ανάστα ο Θεός...» καί πετούσε στόν Ναό τίς δάφνες, η Γερόντισσα, κατά κοινή ομολογία, ζούσε τήν χαρά τής Αναστάσεως καί, όταν ο Σεβασμιώτατος μπήκε μέσα στό Άγιο Βήμα, πήρε στά χέρια της τό πανέρι καί μέ πολλή χαρά καί ενθουσιασμό σκόρπισε η ίδια τίς υπόλοιπες δάφνες πού είχαν απομείνει. Όταν επέστρεψε στήν θέση της είπε: «Τί μεγαλείο ζούμε μέσα στήν Ορθοδοξία! Είναι τιμή γιά μάς νά είμαστε παιδιά Θεού ζώντος». Όταν, μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας καί τήν συζήτηση πού είχε μέ τόν Σεβασμιώτατο, τής προτάθηκε νά αναπαυθή λίγο, γιατί ήταν ταλαιπωρημένη καί από τήν xημειοθεραπεία καί από τήν ορθοστασία, είπε: «Δέν αισθάνομαι καθόλου κουρασμένη. Ο Απόστολος, πού ακούσαμε σήμερα στήν Θεία Λειτουργία, δέν μ’ αφήνει σέ ησυχία, «ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών διά τής δόξης τού Πατρός, ούτω καί ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν"». Όσοι τήν έζησαν εκείνες τίς ώρες, αισθάνονταν ότι είχαν κοντά τους μία μάρτυρα τής Αναστάσεως τού Χριστού, όχι μόνον «εξ ακοής» αλλά καί «από θέας», μιά μαθήτρια καί ευαγγελίστρια Χριστού.
Παρακαλούμε τόν Κύριο, πού γνωρίζει πιό καλά από τόν καθένα όλη της τήν ζωή, Τόν έχοντα ζωής καί θανάτου τήν εξουσία, νά τήν συναριθμήση «εν τή Εκκλησία τών πρωτοτόκων» καί «εν ταίς λαμπρότησι τών Αγίων». Νά τής χαρίση τήν ανώδυνη καί ατελεύτητη ζωή, όπου λάμπει τό φαιδρό καί ανέσπερο Φώς.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Η Αγία Αγλαϊα η Ρωμαία (19 Δεκεμβρίου)



site analysis



ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΓΛΑΪΑ Η ΡΩΜΑΙΑ ( 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)


Στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) ζουν ή Αγλαΐα και ο Βονιφάτιος. Ή πρώτη είναι αριστοκράτισσα, συγκλητική, κόρη του Άκακίου, ανθυπάτου τής Ρώμης, πλού­σια, ευγενής κυρία. Και ο δεύτερος, ο Βονιφάτιος, είναι δούλος τής Αγλαΐας, σκλάβος της έμπιστος στα οικονομικά, διαχειριστής τής μεγάλης περιουσίας της.

Αγλαΐα και Βονιφάτιος. Κυρία και δού­λος. Τούς χωρίζει ή κοινωνική θέση. Τούς συνδέει όμως ή ανομία. Ζουν και οι δύο θεωρητικά και πρακτικά την ανηθικότητα, την ειδωλολατρία.

Ό Βονιφάτιος έχει μία φυσική καλοσύ­νη, μία τρυφερή καρδιά πού συμπονεϊ τούς ξένους, ελεεί τούς πτωχούς, φιλο­ξενεί τούς οδοιπόρους. Είναι όμως μέ­θυσος, ακόλαστος, ανειρήνευτος. Δίπλα του ή Αγλαΐα αισθάνεται και αυτή το ί­διο κενό, απουσία ειρήνης. Αναζητά μέ­σα στην κατείδωλο Ρώμη λίγη γαλήνη, κάποια ανάπαυση ψυχής.

Έχει ακούσει ή Αγλαΐα ότι όποιος τιμά τα ιερά Λείψανα, παίρνει χάρη από τον Θεό και ψυχική βοήθεια, ανακούφιση, ενίσχυση. Γνωρίζει ότι στην περιοχή τής Ανατολής έχουν ξεσπάσει διωγμοί.

Πολλοί Χριστιανοί θυσιάζονται, γίνονται μάρτυρες. Θεωρεί λοιπόν ότι βρήκε την πολύτιμη ευκαιρία για να εξασφαλίσει σεβάσμια Λείψανα.

Καλεί λοιπόν τον δούλο της Βονιφάτιο. Και του ανακοινώνει τη σκέψη - α­πόφαση της. Ό Βονιφάτιος την ειρω­νεύεται και τής λέει: «Και αν σου φέρουν το δικό μου σώμα, θα καταδεχθείς να το τιμήσεις ως άγιο;». Ή Αγλαΐα επιτι­μά τον δούλο της. Επιμένει στην από­φαση της. Τον διατάσσει να φύγει. Του δίνει και συνοδεία από 12 ιππείς, χρή­ματα πολλά και καθαρά σεντόνια και αρώματα και μύρα για να περιποιηθεί τα ιερά Λείψανα πού θα φέρει πίσω. Ό Βονιφάτιος υπακούει. Και αναχωρεί για το μεγάλο ταξίδι. Μπορεί να είναι χορ­τασμένος από τις παράνομες ηδονές και αφάνταστα ψυχικά κουρασμένος, άλλά τώρα αρχίζει να αισθάνεται ένα δέος, μία εσωτερική ευλάβεια γι' αυτό πού πορεύεται να κάνει. Δεν έχει όρεξη για αστεία ούτε για φαγητά. Σε όλο το ταξίδι νηστεύει, προσεύχεται. Κάποια αλλοίωση συμβαίνει μέσα του.

Φθάνει στην Ασία, στην Ταρσό τής Κιλικίας, εκεί όπου έγίνοντο μαρτύρια Χριστιανών. Αφήνει τη συνοδεία του να αναπαυθεί στο ξενοδοχείο και αυτός τρέχει προς το στάδιο τής πόλεως, εκεί όπου οι μάρτυρες τιμωρούνται γιατί μέ­νουν πιστοί στην αγάπη του Χριστού. Αντικρίζει την ώρα εκείνη θέαμα συγ­κινητικό, είκοσι Χριστιανούς να μαρ­τυρούν: Άλλον τον κρεμούσαν, άλλον τον ράβδιζαν, άλλον τον ακρωτηρίαζαν και σε άλλον συνέτριβαν τα οστά...

Έκθαμβος παρακολουθεί τη γαλήνια και φωτεινή μορφή τους. Όλοι τα υπο­μένουν όλα με καρτερία και σταθερό­τητα. Αυθόρμητα και με απόλυτη συν­αίσθηση ο Βονιφάτιος φωνάζει δυνατά και ομολογεί μέσα στο στάδιο: «Είναι μέγας ο Θεός των Χριστιανών πού τόσο ενισχύει τούς Μάρτυρες Αγίους του». Πέφτει στα πόδια τους συγκινημένος και τούς θερμοπαρακαλεί να μείνουν πιστοί, να μη δειλιάσουν και να ευχη­θούν γι' αυτόν να τούς μιμηθεί στα μαρ­τύρια και να τούς ακολουθήσει στην ου­ράνια δόξα.

Βλέποντας ο άρχοντας το παράδοξο αυτό γεγονός κα­λεί σε απολογία τον α­πρόσμενο επισκέπτη του σταδίου και ο Βονιφάτιος αποκρίνεται: «Είμαι Χρι­στιανός, με λένε Βονιφάτιο, ήρθα από τη Ρώμη και θέλω και εγώ να μαρτυ­ρήσω για την αλήθεια του Χριστού».

Μάταια ο άρχοντας τον πιέζει για ν' αρνη­θεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τα εί­δωλα. Μάταια του τάζει μεγάλα ευερ­γετήματα, πλούτο πολύ με δόξα και τιμές. Ό Βονι­φάτιος άπαντα σταθερά: «Τιμώρησε με όσο θέλεις». Και οι τιμωρίες δεν άργησαν να έρθουν.

Τον έτέντωσαν. Τον έδειραν τόσο πο­λύ, ώστε φάνηκαν τα οστά του και μετά κάρφωσαν αιχμηρά ξύλα μέσα στα νύ­χια του. Και ο μάρτυρας ψέλλιζε: «Κύ­ριε, δώσ' μου δύναμη να νικήσω. Για σέ­να πάσχω».

Διέταξε μετά ο άρχοντας να του ρίξουν στο στόμα βρασμένο μολύβι, άλλά οι παρευρισκόμενοι θεατές αγανάκτησαν και εμπόδισαν τον άρχοντα στο έργο του αυτό. Μετά τον έριξαν μέσα σε λέ­βητα με πίσσα. Άλλά ο Θεός με θαύ­μα τον διεφύλαξε. Τέλος διέταξαν τον α­ποκεφαλισμό του μάρτυρα με την αι­τιολογία ότι είναι «υβριστής των θεών και παραβάτης των βασιλικών διατάξε­ων». Πριν ολοκληρώσει ο δήμιος το έρ­γο του, ο Βονιφάτιος γεμάτος ευφρο­σύνη προσευχήθηκε στον Θεό και είπε: «Κύριε, απόστειλε το έλεος σου. Συγ­χώρησε τον ταπεινό και αμαρτωλό δού­λο σου. Και παράλαβε ειρηνική την ψυχή μου στη μακαριότητα των ουρανών». Μετά από αυτό άγγελος παρέλαβε την ψυχή του μάρτυρος για να την οδηγήσει στον ουρανό. Εκείνη την ώρα πίστευσαν πεντακόσιοι παρευρισκόμενοι θεατές.

Οι σύντροφοι πού συνόδευαν τον Βονιφάτιο από τη Ρώμη, έμαθαν με κα­θυστέρηση από τον αδελφό του «κομενταρησίου» (δημίου) όλα όσα συν­έβησαν με τον κύριο τους. Απόρησαν. Δεν πίστευαν σε όσα άκουσαν, επειδή ήξεραν τη φιλήδονη πολιτεία και το ά­θεο ήθος του Βονιφατίου. Όταν όμως αντίκρισαν στο στάδιο το μαρτυρικό του σώμα, έκλαψαν για το θαύμα τής αλ­λαγής του. Δωροδόκησαν τούς φύλακες με σημαντική ποσότητα χρυσού και πα­ρέλαβαν το ιερό του Λείψανο. Και α­φού το έμύρωσαν με ευωδέστατα αρώ­ματα, το έφεραν πίσω σε ιερή λειψανο­θήκη με τιμές και λαμπρότητα.

Καθώς ή πομπή πλησίαζε στη Ρώμη, ή Αγλαΐα άκουσε φωνή αγγέλου πού τής έλεγε: «Έλα να προϋπαντήσεις τον κάποτε δούλο σου, οίκέτη και υπηρέ­τη σου. Τίμησε τον τώρα με ευλάβεια σαν σωτήρα. Είναι φύλακας τής ζωής σου».

Βαθιά συγκλονισμένη ή Αγλαΐα από το ανέλπιστο αυτό θαύμα και δοξάζον­τας τον Θεό, βγήκε σε μικρή απόσταση έξω από την πύλη τής Ρώμης με ευ­λαβείς κληρικούς σε ιερή πομπή. Και εκεί παρέλαβε με δέος και ευλάβεια τον θησαυρό της, τον Βονιφάτιο, και είδε εκείνον πού κάποτε ήταν άνομος δούλος της να είναι τώρα άγιος, λυτρωμένος, ένδοξος, μάρτυρας δικός της και τής Εκκλησίας όλης. Έκτισε δε προς τιμήν του μεγαλοπρεπή ναό.

'0 άγιος Βονιφάτιος επιτελούσε κατό­πιν πολλά θαύματα σε δαιμονισμένους και βαριά ασθενείς. Το μεγαλύτερο ό­μως θαύμα ήταν ή οριστική μεταστρο­φή τής Αγλαΐας στον Χριστό. Ή πλού­σια αυτή συγκλητική κυρία τής Ρώμης παρέδωσε όλο της τον πλούτο στους πτωχούς και τον εαυτό της τον παρέ­δωσε σε σκληραγωγία, σε άσκηση και κακοπάθεια. Έζησε με αληθινή μετάνοια, με αυστηρή νηστεία και με διαρκή προσευχή. Και δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του αγίου Βονιφατίου έκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε το πνεύ­μα της στον Θεό του ελέους, των οικτιρμών και τής φιλανθρωπίας.

Το ιερό της Λείψανο ετάφη δίπλα στον άγιο Βονιφάτιο. Και επειδή βρήκε με­γάλη παρρησία προς τον Θεό, επιτε­λούσε και αυτή μεγάλα θαύματα στους πιστούς. Ή αγία μας Εκκλησία συνε­ορτάζει και τούς δύο στις 19 Δεκεμβρί­ου.

Ας μην κατακρίνουμε λοιπόν τη ζωή των ανθρώπων πού ζουν μακριά από τον Θεό. Ή πορεία κάθε άνθρωπου πολ­λές εκπλήξεις μπορεί να παρουσιάσει. Ή θεία Χάρη του παντοδυνάμου Κυρίου αλλοιώνει και τις πιο άνομες καρδιές, εφ' όσον είναι δεκτικές και καλοδιάθετες. Αυτό συνέβη τόσο εντυπωσιακά στη ζωή των άγιων Βονιφατίου και Α­γλαΐας.

Ας δοξάζουμε με ύμνους δυνατούς τον Κύριο και Θεό μας, πού ανοίγει δρόμους προς την αγιότητα, προς τη σωτηρία σε όλους μας. «Θαυμαστός ό Θεός έν τοις άγίοις αύτοϋ». ■ 

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑ



site analysis

       «Ως ευσεβής κλάδος ευγενούς ρίζας βγήκε η Ευγενία, η δόξα του γένους της. Γεννήθηκε στην παλαιά πόλη της Ρώμης και ο πατέρας της έλαβε την τιμή από τον βασιλιά να γίνει έπαρχος της Αλεξανδρείας, οπότε πήγε εκεί μαζί με την Ευγενία και τη σύζυγό του. Η Ευγενία κάποια στιγμή έφυγε κρυφά νύκτα μαζί με δύο υπηρέτες και πήγε σε κάποιον από τους επισκόπους, με εμφάνιση άνδρα, κι αφού βαπτίστηκε και έγινε χριστιανή, κάρηκε μοναχή, παίρνοντας το όνομα Ευγένιος. Πήγε λοιπόν γρήγορα το πρωί σε μοναστήρι και εξάσκησε εκεί κάθε αρετή με ασκητικούς κόπους και αγώνες και με αγρυπνίες. Τόσο πολύ έλαμψε στη Μονή, σαν μεγάλος ήλιος, ώστε όταν ο προεστώς της Μονής έφυγε από τη ζωή αυτή, οι αδελφοί τον παρακαλούσαν να αναλάβει αυτός την ευθύνη και την προστασία της. Η αγία, που φαινόταν ως μοναχός Ευγένιος, συμφώνησε, χωρίς να το θέλει, από τη βία του πόθου και των παρακλήσεων των μοναχών, και έτσι ο Ευγένιος αναδείχτηκε σε όλους λαμπρότατος και μέγας στην πράξη και όχι στα λόγια. Η ασκητική αυτή πράξη του, που είναι ο δρόμος για τη μοναδική θεωρία του Θεού, τράβηξε όλους κατά παράδοξο τρόπο, όπως τραβάει ο μαγνήτης το σίδερο, ώστε όλοι να απολαμβάνουν στο πρόσωπό του την ιδέα του καλού. Μία μοναχή όμως, Μελανθία στο όνομα και στην ψυχή, που ζούσε με κοσμικό φρόνημα – αλλοίμονο για την ακαθαρσία της ψυχής – καθώς είδε τον Ευγένιο όμορφο από φυσικού του, καταλήφθηκε από φοβερό σαρκικό έρωτα γι’ αυτόν, και τον πίεζε, με πονηρή πρόφαση μία τάχα ανίατη αρρώστια που είχε, να του μιλήσει κρυφά και κατά μόνας, διότι διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την αρρώστια. Ο Ευγένιος, με συντριμμένη την καρδιά και απονήρευτη διάθεση, υποχώρησε, όπως αγαπά ο Θεός, στα απατηλά λόγια της Μελανθίας, αγνοώντας τον δόλο της. Όταν λοιπόν ο ακόλαστος οίστρος της Μελανθίας της άναψε σαν φωτιά τον έρωτα της καρδιάς, τυφλωμένη και καιομένη από το πάθος της, επεχείρησε να του επιτεθεί αμαρτωλά. Ο Ευγένιος αμέσως αντέδρασε και την έκανε πέρα, χωρίς έτσι αυτή να πετύχει τους σκοπούς της. Οπότε αυτή συκοφάντησε τον θεωρούμενο Ευγένιο. Ότι δηλαδή ο θείος προστάτης της τάδε Μονής, θρασύς πόρνος στην πραγματικότητα, απατώντας με δόλια λόγια αγνές γυναίκες, ήλθε και σε εμένα. Ο έπαρχος λοιπόν και πατέρας της κόρης Ευγενίας, όταν άκουσε τις κατηγορίες, εξοργίστηκε και κάλεσε, ως κατηγορούμενους και δέσμιους, τον ηγούμενο Ευγένιο και τους μοναχούς της Μονής – ψευδολάτρες ή καλύτερα κακεργάτες κατ’ αυτόν – να παρουσιαστούν  γρήγορα ενώπιόν του και να απολογηθούν. Καθώς λοιπόν παρέστησαν τα δύο μέρη στη δίκη, άρχισε αμέσως να ομιλεί η Μελανθία, υβρίζοντας τον θείο προστάτη της Μονής, κοροϊδεύοντας και διακωμωδώντας τον Ευγένιο και τους μοναχούς του με σκληρά λόγια, δείχνοντας και στους φίλους ότι είναι εργάτης της αμαρτίας. Με μεγάλη φωνή μάλιστα έλεγε περίπου τα εξής: Ακούστε με όλοι, λέω την αλήθεια – ω, για την ανοχή σου, Δέσποτα παντοκράτορ! Τότε ο Ευγένιος σηκώθηκε και έσκισε τον χιτώνα του και αμέσως έδειξε ότι ήταν γυναίκα – θαύμα φρικτό και παράξενο! Και μίλησε με θάρρος στους παρευρισκομένους: «Έπρεπε να ευχαριστούμε τον Θεό και να υποφέρουμε τις ύβρεις, τις κοροϊδίες και τα κτυπήματα των σωμάτων. Αλλά για να μη γίνεται αντικείμενο γέλωτος το σχήμα του μοναχού, εγώ είμαι γυναίκα κατά τη φύση, είμαι θυγατέρα του δικαστή πατέρα μου και κριτή δικού μου. Έχω δε μητέρα τη σύζυγό του που με γέννησε. Όλοι αυτοί δε που κατηγορούνται είναι αδελφοί και δεν τους ονομάζω δούλους». Ενώ έλεγε αυτά η καλή Ευγενία, όλοι έπεσαν σε έκπληξη, ενώ η θεία δίκη τιμώρησε  τη Μελανθία, με  τρόπο που αν το ακούσει κανείς, θα θαυμάσει.  Ο πατέρας της λοιπόν, που ήταν ειδωλολάτρης, αμέσως δέχεται τη χάρη του Θεού και αναγεννάται πνευματικά, εγκαταλείποντας την ανθρώπινη δόξα, τον πλούτο και τον φαντασμένο τρόπο ζωής. Γίνεται δε πιστός ποιμένας των ανθρώπων της πόλεως, γεγονός που έκανε τους ειδωλολάτρες να αντιδράσουν και να τον οδηγήσουν σε μαρτύριο, οπότε από τα σκληρά κτυπήματά τους απήλθε στις ουράνιες μονές. Η μητέρα όμως της Ευγενίας, μαζί με αυτήν, εγκατέλειψαν γρήγορα την Αλεξάνδρεια και κατέφυγαν πάλι στην αγαπημένη τους πόλη, τη Ρώμη. Κι όταν βγήκε διαταγή  του βασιλιά οι χριστιανοί να θυσιάζουν στα είδωλα, διαφορετικά θα πεθαίνουν με πολύ κακό τρόπο, έλαμψε σε όλους η πίστη της Ευγενίας. Διότι από τον πόθο του Χριστού ομολόγησε την πίστη της, γι’ αυτό και προσδέθηκε σε πολύ βαρύ λίθο και ρίχτηκε στο νερό. Κι επειδή κατά παράδοξο τρόπο δεν έπαθε τίποτε, της απέκοψαν το κεφάλι, οπότε με χαρά πορεύτηκε στον αγαπημένο της Νυμφίο Χριστό».
       Η αγία Ευγενία υπήρξε όχι μόνον ευγενής ως προς την καταγωγή της, αλλά ευγενής και από χαρακτήρος. Αυτήν τη φυσική της ευγένεια προβάλλει καταρχάς μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος της, άγιος Θεοφάνης, ο οποίος όμως σχετίζει αυτήν με τον πόθο και την αγάπη του Χριστού, προκειμένου να παραμείνει η ευγένειά της σταθερή και ολόκληρη. «Την του κόσμου πρόσκαιρον φυγούσα δόξαν, τον Χριστόν επόθησας, το ευγενές σου της ψυχής αδιαλώβητον σώζουσα, μάρτυς θεόφρον, Ευγενία πανεύφημε». (Απέφυγες την πρόσκαιρη κοσμική δόξα, Ευγενία πανεύφημε, γι’ αυτό και πόθησες τον Χριστό, κρατώντας έτσι χωρίς πληγές την ευγένεια της ψυχής σου). Κι ακόμη: όχι μόνο να παραμείνει η ευγένεια αυτή σταθερή, αλλά να προχωρήσει στην υψηλή της κατάσταση. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν» (Άκουσες θεϊκή υμνωδία, νύμφη του Χριστού, κι απέκτησες φτερά για την υψηλή ευγένεια).  Ο υμνογράφος με απέριττο και σαφή λόγο εκφράζει στα τροπάρια αυτά μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες: η πίστη και η αγάπη του Χριστού, η στροφή προς Εκείνον κάνει τον άνθρωπο να οδηγείται στην αληθινή ευγένεια, δηλαδή να ζει με υγεία ψυχής. Και αντιθέτως: όταν ο άνθρωπος στρέφεται εμπαθώς προς τον κόσμο, εκζητώντας τη δόξα του κόσμου, τότε δυστυχώς πληγώνεται στην ψυχή, χάνεται η ομορφιά αυτής και ο άνθρωπος γίνεται δύσμορφος. Αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι ότι η σχέση με τον Θεό, τον αληθινό εν Χριστώ Θεό, συνιστά τη φυσιολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει με τον Θεό και να κατατείνει προς Εκείνον.«Ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος. Η ευγενής αγία Ευγενία λοιπόν προβάλλεται καταρχάς ως τύπος του αληθινού και φυσιολογικού ανθρώπου.
       Η διαφύλαξη της ευγένειάς της με τον θερμό πόθο που είχε για τον Χριστό ήταν ευνόητο ότι πέρασε και από πειρασμούς. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος του Θεού να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού, χωρίς να υφίσταται δαιμονικές επιθέσεις. Αν ο ίδιος ο Κύριος δέχτηκε την επήρεια των πειρασμών, πολύ περισσότερο ο κάθε άνθρωπος, μάλιστα ο πιστός. Κι ένας από τους πειρασμούς της αγίας ήταν βεβαίως ο αναφερόμενος στο συναξάρι με την ταλαίπωρη Μελανθία. Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα θεωρεί τη Μελανθία ως όργανο του διαβόλου. Εκείνος ως ο αρχαίος όφις κρυβόταν πίσω από τις κακές ενέργειές της. «Δρόμον τον σον ευθυνούμενον βλέπων προς σωτηρίαν όφις ο ψυχόλεθρος, αθληφόρε, αναρριπίζει πειρασμούς σοι ποικίλους, τον σον τόνον λύειν πειρώμενος, τούτον δε, θεόφρον αγνή, κατεπάτησας» (Ο καταστροφέας των ψυχών, ο όφις διάβολος, βλέποντας τον δρόμο της ζωής σου να βρίσκεται στην κατεύθυνση της σωτηρίας, σου δημιουργεί ποικίλους πειρασμούς, προσπαθώντας να χαλαρώσει τη δύναμη της ψυχής σου. Αυτόν όμως, θεόφρον αγνή, τον κατεπάτησες). Ο διάβολος λοιπόν κάνει τη «δουλειά» του: να γίνεται εμπόδιο στην πορεία μας προς τον Θεό. Μπορούμε όμως και τον καταπατάμε, σαν την αγία, αν μένουμε σταθεροί στο θέλημα Εκείνου. Στη σταθερότητα αυτή διαπιστώνουμε την αδυναμία τελικώς του διαβόλου.
       Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει πολύ βεβαίως στην ομορφιά και την ωραιότητα του βίου της αγίας, καθώς διαπιστώνει τη σκληρή πνευματική της άσκηση, η οποία επιστεγάστηκε και με τη δοξασμένη άθλησή της («Κοσμίως σου και ωραίως τον βίον εφαίδρυνας, ασκήσει το πρότερον σαρκός τα πάθη μαράνασα∙ ύστερον αθλήσει δε περιφανώς, Ευγενία, διαλάμψασα» (Λάμπρυνες τον βίο σου με κόσμιο και ωραίο τρόπο, αφού μάρανες τα αμαρτωλά πάθη προηγουμένως με την άσκησή σου, κι ύστερα έλαμψες  με τη δοξασμένη άθλησή σου, Ευγενία). Αναφέρεται όμως και στην αρχή της μεταστροφής της στον Θεό, τότε που κινούμενη από τη χάρη του Θεού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον. Και κάνει εντύπωση η επισήμανσή του ότι η μεταστροφή της αυτή – πέραν της μελέτης των θεοπνεύστων επιστολών του αποστόλου Παύλου, οι οποίες την σαγήνευσαν – σχετίστηκε με την υμνολογία της Εκκλησίας μας, το θεολογικό περιεχόμενό της.«Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν∙ ως γαρ φως ενήστραψε τη καρδία σου των ασμάτων του Πνεύματος η θεολογία, πάσαν αθεότητα διώκουσα» (Η θεϊκή υμνωδία που άκουσες, νύμφη του Χριστού, σου έδωσε φτερά για να ανέβεις στην υψηλή ευγένεια. Διότι σαν φως άστραψε στην καρδιά σου η θεολογία των ασμάτων του Πνεύματος, διώχνοντας έτσι κάθε αθεότητα).
       Το τροπάριο  αυτό του αγίου Θεοφάνους συνιστά ύμνο κυριολεκτικά στην υμνολογία. Διότι αφενός τονίζει ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας περιέχουν όλη τη θεολογία της, κατ’  έμπνευση του αγίου Πνεύματος, αφετέρου η ίδια η υμνωδία, ως τρόπος ασματικός, γίνεται όργανο αναγωγής προς τον Θεό, κατανύξεως της καρδίας. Πόση μεγάλη είναι η ευθύνη των ψαλτών της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έχουν τον κλήρο και το χάρισμα να μεταφέρουν με ασματικό τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Γίνονται πραγματικά τα όργανα του Θεού για να ανεβάζουν τις ανθρώπινες ψυχές, να δημιουργούν κατάνυξη με τη σωστή εκφορά των ύμνων και με την προσευχητική διάθεσή τους. Μακάρι όλοι οι ψάλτες μας να είχαν την επίγνωση και τη συναίσθηση αυτή.

H Aγία Θεοφανώ η βασίλισσα(16η Δεκεμβρίου)



site analysis


16η Δεκεμβρίου-Mνήμη της αοιδίμου βασιλίσσης και θαυματουργού Θεοφανούς, συζύγου γενομένης Λέοντος του σοφωτάτου βασιλέως.
Eγγύς βασιλίς Θεοφανώ Kυρίου,
Tαις αρεταίς έστηκεν εστιλβωμένη.
Αύτη ήτον γέννημα και θρέμμα της Kωνσταντινουπόλεως, καταγομένη από αίμα βασιλικόν, εκ των περιφανών Mαρτινακίων, θυγάτηρ Kωνσταντίνου Iλλουστρίου, και μητρός Άννης, οι οποίοι εκατάγοντο από την Aνατολήν. Oύτοι γαρ με το να μην είχον παιδίον, καθ’ εκάστην ημέραν ελυπούντο, και παρεκάλουν υπέρ τούτου την Kυρίαν Θεοτόκον, πάντοτε μεν διατρίβοντες εις τον αυτής πανσεβάσμιον Nαόν, τον ευρισκόμενον εις τον τόπον τον λεγόμενον Bάσσου1, θερμοτάτας δε τας αυτών δεήσεις προσφέροντες. “Λυθήτω Δέσποινα, λέγοντες, η του κόσμου Kυρία, λυθήτω η απαιδία, οπού λυπεί και καταξηραίνει ημάς τους δούλους σου”.
Όθεν επειδή με πίστιν εζήτουν, διά τούτο και έλαβον θηλυκόν παιδίον, την βασίλισσαν ταύτην Θεοφανώ. Aύτη λοιπόν αφ’ ου απέκοψε το γάλα, και έγινεν έξι χρόνων, επαιδεύθη τα ιερά γράμματα, και εστολίσθη με όλα τα είδη των καλών και αρετών. Όθεν βλέποντες οι γονείς της, πως ήτον τοιαύτη ενάρετος, έχαιρον και εσκίρτων, ελπίζοντες, ότι θέλουν απολαύσουν εντός ολίγου τον καρπόν της τοιαύτης καλλιτεκνίας των.
Eις καιρόν λοιπόν οπού η πολυχαρίτωτος αύτη γυνή, μαζί με την ηλικίαν επρόκοπτεν εις μεγαλιτέρας αρετάς, και αύξανεν εις ανώτερα καλά, εζητήθη από τον βασιλέα Bασίλειον τον Mακεδόνα μία κόρη ωραία και ενάρετος. Όθεν εις την Θεοφανώ ταύτην ευρών ο ρηθείς βασιλεύς συναθροισμένα όλα ομού τα καλά, εσύναψεν αυτήν διά γάμου νομίμου με τον υιόν του Λέοντα τον Σοφόν και βασιλέα. Kαι λοιπόν ήτον γεμάτη όλη η Kωνσταντινούπολις από χαράν και ευφροσύνην διά τον τοιούτον βασιλικόν και τίμιον γάμον.
Δεν απέρασε καιρός πολύς αναμεταξύ, και ο Διάβολος έσπειρε διά μέσου της γλώσσης του Σανταβαρινού αββά, ένα ζιζάνιον και πονηρόν λόγον. Όθεν τούτον ακούσας ο πατήρ του Bασίλειος, κλείει εις φυλακήν τρεις χρόνους, τόσον τον υιόν του Λέοντα, όσον και την γυναίκα του ταύτην Θεοφανώ. Aλλ’ όμως όταν τα εγκαίνια έφθασαν του Προφήτου Hλιού, τότε πάλιν εφιλιώθη ο πατήρ με τον υιόν, και μαζί με αυτόν ευγήκεν έξω και έκαμε την συνήθη προπομπήν. Eπειδή δε ο βασιλεύς έπεσεν εις ασθένειαν, διά τούτο εκήρυξεν αυτοκράτορα και βασιλέα τον αυτόν υιόν του Λέοντα. Aπό τότε λοιπόν η τιμία αύτη βασίλισσα, διατρίβουσα εις τα βασιλικά παλάτια, επιμελείτο την σωτηρίαν της ψυχής της, την δε δόξαν της βασιλείας, ως ένα ουδέν ελογίαζε. Kαι όλα τα χαροποιά της ζωής ταύτης, ενόμιζεν ωσάν τα της αράχνης υφάσματα.
Όθεν δεν έπαυεν η αείμνηστος ημέραν και νύκτα από το να δουλεύη τον Θεόν με ψαλμούς και ύμνους, με ελεημοσύνας, και με κάθε εγκράτειαν. Kαι κατά μεν το έξω και το φαινόμενον, εφόρει βασιλικήν αλουργίδα. Kατά δε το έσω και το κρυπτόμενον, εφόρει ράκη και φορέματα τρίχινα, ήγουν υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, και με αυτά εταλαιπώρει το σώμα της. Kαι τας μεν πολυτελείς εκαταφρόνει τραπέζας. Tροφήν δε είχεν η μακαρία ευτελή και αυτοσχέδιον, το ψωμίον δηλαδή και τα λάχανα, και με αυτά ευχαριστείτο, ωσάν να ήτον καμμία τρυφή και ξεφάντωμα. Eμοίραζε δε εις τους πτωχούς, όσα άσπρα ήθελαν πέσουν εις χείρας της. Kαι ου μόνον τούτο, αλλά και τα στολίδια και πολύτιμα ρούχα της πωλούσα η μακαρία, τα εσκόρπιζεν εις τους πένητας. Έδιδεν εις τας χήρας και ορφανά τα προς την χρείαν αυτών και αυτάρκειαν. Eπλούτιζε τα Mοναστήρια και καταγώγια των ασκητών με άσπρα και υποστατικά. Eπιμελείτο τους δούλους της, ωσάν να ήτον αδελφοί της. Ποτέ δεν ωνόμαζέ τινα άνθρωπον με μόνον το ψιλόν όνομά του· Γεώργιε! θετέον, ή Δημήτριε! ή Nικόλαε! αλλά επρόσθεττε πάντοτε και το κύριε: ήγουν κύριε Γεώργιε! κύριε Δημήτριε! και κύριε Nικόλαε!
Δεν ελάλησέ ποτε όρκον με την γλώσσαν της. Δεν ωμίλησε ψεύδος με τα χείλη της, ή κατηγορίαν κατά τινος. Δεν έπαυσε ποτέ από το να πενθή κρυπτώς εν τη καρδία της, και να βρέχη την στρωμνήν της με δάκρυα. Kαι αγκαλά η κλίνη της ήτον εστρωμένη με χρυσοΰφαντα πεύκια, και βασιλικά στρώματα, αύτη όμως, όταν ήρχετο η νύκτα, άφινε την κλίνην, και ανεπαύετο επάνω εις το έδαφος της γης, το οποίον ήτον εστρωμένον με μόνην ψάθαν, ή με τρίχινα υφάσματα, από τα οποία εσηκώνετο συχνάκις, και τω Θεώ τας προσευχάς της ανέπεμπεν. Όθεν από την πολλήν σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν, εκυρίευσεν αυτήν η ασθένεια του σώματος. Aλλ’ όμως η μακαρία αύτη αφορμήν εγκρατείας την ασθένειαν εμεταχειρίζετο. Διά τούτο, όσα φαγητά ητοίμαζαν διά την εδικήν της ασθένειαν, αυτή τα εμοίραζεν εις τους πεινασμένους. Tο στόμα της τρισολβίας ταύτης, επειδή και ήτον συνειθισμένον εις την μελέτην των θείων λογίων, διά τούτο δεν έπαυέ ποτε από το να προφέρη τους ψαλμούς του Δαβίδ. Δεν επαραβλέπετο από αυτήν η επτάκις της ημέρας αίνεσις του Kυρίου. Oυδέ εκοιμήθη χωρίς δάκρυα η αοίδιμος. Ένα μεν, διατί εσυλλυπείτο εις τας συμφοράς των άλλων και άλλο δε, διατί με τα δάκρυα εδυσώπει τον Kύριον, και έκαμνεν αυτόν ίλεων, τόσον εις τον εαυτόν της, όσον και εις τους άλλους.
Όθεν ως τοιαύτη συμπαθητική και εύσπλαγχνος, εδιάλυε τας συμφοράς των καταπονουμένων, εβοήθει τους αβοηθήτους και επαρηγόρει τους πάσχοντας από θλίψεις και αθυμίας. Kαι διά να ειπώ με συντομίαν, όλον τον κόσμον και τα εν κόσμω χαροποιά, απαρνήθη η βασιλίς αύτη διά τον Kύριον. Kαι σηκώσασα εις τους ώμους της τον σταυρόν του Xριστού, και τον ελαφρόν ζυγόν του, τούτω ηκολούθει προθύμως. Όθεν δεν απέτυχε των ελπιζομένων αιωνίων αγαθών. Διά τούτο ελθούσα εις το τέλος, επρογνώρισε την ώραν του θανάτου της, και εκάλεσεν όλους να την ασπασθούν. Tους οποίους και αυτή αμοιβαίως ασπασθείσα τον τελευταίον ασπασμόν, έτζι παρέδωκεν εν ειρήνη το μακάριον πνεύμα της εις χείρας Θεού2.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Παρά δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται εν τοις Φωρακίου.
2. Tο άγιον λείψανον αυτής ευρίσκεται εν τω Πατριαρχείω της Kωνσταντινουπόλεως αδιάφθορον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)