Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Βίος Οσίας Ξένης



site analysis


Η Οσία Ξένη εορτάζει στις 24 Ιανουαρίου



Νύμφη Χριστού
Η Οσία Ξένη κατήγετο από την Ρώμη. Οι γονείς της ήσαν πλούσιοι κι επιφανείς. Ευτυχώς ήσαν και καλοί Χριστιανοί. Δι΄ αυτό και την ανάθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία 
Κυρίου». Αλλά και η κόρη τους η Ευσεβία (έτσι την ωνόμαζαν), είχε καλή πρόθεση. Ήτανε ψυχή επιδεκτική και αγαπούσε το Χριστό και τη θρησκεία. Έζησε τα χρόνια της 
άμεμπτα, με αγιότητα, με σωφροσύνη και σεμνότητα. Ήτο τύπος και υπογραμμός. Όλοι την εκτιμούσαν. Όταν έφθασε στην ώριμη ηλικία, βρέθηκε ένας σπουδαίος κι επιφανής 
Ρωμαίος, που τη ζήτησε σε γάμο. Οι γονείς της έδωσαν πρόθυμα την απάντηση και άρχισαν να ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο. Η κόρη τους όμως είχε δοσμένη αλλού 
την καρδιά της. Όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στον ουράνιο και αθάνατο. Η Ευσεβία με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε να τον στεφανωθεί. Αυτή εσκέπτετο τα ανώτερα. 
Ήθελε να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στο Θεό. Είχε εκλέξει ως Νυμφίο της τον Χριστό. Οι γονείς της την υποσχέθηκαν στον γαμπρό, χωρίς όμως και να έχουν την συγκατάθεση 
της κόρης των. Γνωρίζανε, ότι ήταν υπάκουη και ποτέ δεν τους είχε πη, όχι. Οι γονείς της και οι συγγενείς της επέμεναν να τον πάρει. Δε θέλανε να χάσουν την ευκαιρία.

Αναχωρεί για τα ξένα
Η Ευσεβία κατάλαβε, ότι η πίεσης των γονέων της ήσαν μεγάλη και δεν θα μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή, για να πραγματοποιήσει τον πόθο της αφιερώσεώς της. Πήρε, 
λοιπόν, τη γενναία απόφαση να φύγει από το σπίτι της και να πάει μακριά σε άγνωστο μέρος. Ανακοίνωσε αυτή τη σκέψη της μόνο σε δύο δούλες της. Τις είπε, μάλιστα, αν 
θέλουν να την ακολουθήσουν και κείνες στο ηρωικό άλμα, που θα έκανε. Οι δούλες εκείνες της υποσχέθηκαν πως θα την ακολουθήσουν πρόθυμα. Όπου κι αν πάει θα 
μείνουν πιστές μαζί της, και θα την αγαπούν μέχρις θανάτου. Έτσι λοιπόν και οι τρεις αυτές Όσιες γυναίκες πήραν την απόφαση να ακολουθήσουν με τη θέληση τους τον 
Δεσπότη Χριστό και να ζήσουν σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Από την στιγμή εκείνη άρχισαν να προετοιμάζονται με σκληραγωγία, με νηστεία και κακοπάθεια. 
Προσπαθούσαν να συνηθίσουν σιγά-σιγά, στη δύσκολη ζωή. Περίμεναν συγχρόνως, να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία για να φύγουν. Ήθελαν να μην αντιληφτεί κανένας άλλος, 
ότι θα έφευγαν.
Κατόπιν, όταν έφθασαν οι ημέρες του γάμου, ντύθηκαν με ανδρικές στολές και οι τρεις. Βγήκαν κατόπιν νύχτα από το σπίτι, κάμανε το σταυρό τους και φύγανε γεμάτες από χαρά.


Στην Κω
Έφθασαν στη θάλασσα στο λιμάνι. Εκεί μπήκαν σε πλοίο, που πήγαινε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί με άλλο πλοίο φθάσανε στη νήσο Κω. Πήγανε στο νησάκι αυτό, για να 
χάσουν τα ίχνη τους και να μη μπορέσουν οι γονείς της να την βρουν. Διότι γνώριζαν, ότι εκείνοι θα έψαχναν παντού, όπου μπορούσαν, για να τις ανακαλύψουν. Στην Κω 
νοίκιασαν ένα σπιτάκι κι έμειναν. Ήσαν όμως ξένες, χωρίς κανένα γνωστό τους. Και για να μη μάθει ο κόσμος ποια ήταν, άλλαξε το όνομά της, και την έλεγαν όχι Ευσεβία, 
αλλά Ξένη, διότι ξένη ήταν στον τόπον εκείνον.

Ο Πνευματικός Πατήρ
Τώρα δημιουργείτο για τις Χριστιανές αυτές το πρόβλημα του Πνευματικού Πατρός. Είχαν ανάγκη ενός Πνευματικού Πατρός. Θέλανε έναν καλόν Πνευματικό, να τις εξομολογή 
και να τις καθοδηγεί στην πνευματική ζωή. Διότι ψυχή, χωρίς πνευματικό πατέρα, δεν μπορεί να προοδεύσει πνευματικώς. Κατόπιν γονάτισε και προσευχήθηκε στον Κύριο 
μετά δακρύων. Η προσευχή της έβγαινε ολόθερμη από τα κατάβαθα της ψυχής της και εισακούσθηκε αμέσως από τον ουράνιο Πατέρα.
Τότε σε εκείνα τα μέρη ήταν κάποιος ιεροπρεπής και σεβάσμιος γέροντας Ιερομόναχος, Παύλος ονομαζόμενος. Ήταν ηγούμενος ενός μικρού Μοναστηριού στη Μύλασσα της 
Καρίας. Ο Πνευματικός Παύλος ήλθε κατόπιν θείας εμπνεύσεως εις την Κω. Αυτόν, μόλις τον είδε, η παρθένος Ξένη, αισθάνθηκε χαρά και αγαλλίασι. Η μακαρία Ξένη θαύμασε, 
διότι εισακούσθηκε η προσευχή της από τον Πανάγαθο Κύριο και της έστειλε, σύμφωνα με την προσευχή της και τον κατάλληλο άνθρωπο. Ευχαρίστησε τον Θεό, όπως έπρεπε,
και παρεκάλεσε τον Παύλο να γίνει πνευματικός της Πατέρας και να έχει την πνευματική τους φροντίδα και μέριμνα.

Εδώ, της είπε ο Όσιος, στον ξένο αυτόν τόπο δεν δύναμαι να σας κυβερνήσω, διότι πρέπει να πάω γρήγορα στο Μοναστήρι μου. Αν όμως θέλετε, ελάτε μαζί μου σε εκείνον 
τον τόπον. Εκεί ευχαρίστως, μπορώ να σας φροντίζω και να σας προστατεύω.
Τα λόγια αυτά τα δέχθηκαν με χαρά οι Όσιες και επήγαν μαζί του στην Μύλασσαν. Εκεί ο γέρων Παύλος τις παρεχώρησε κελιά ιδιαίτερα, για να μένουν, αλλά έξω από το 
Μοναστήρι. Η Ξένη έκτισε στην τοποθεσία εκείνη με κόπους πολλούς ένα Ναό εις τιμήν του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Μετά όμως από καιρό, ίδρυσε εκεί η οσία ένα σπουδαίο 
Μοναστήρι γυναικών, εις το οποίον εσυνάχθησαν και άλλες πολλές, με ζήλο για να αγωνισθούν για τη σωτηρία τους. Παρ’ όλα όμως αυτά δεν ήξερε κανένας από πού ήταν η 
Οσία και πως ονομαζόταν πρωτύτερα, διότι ο μακάριος Παύλος έλεγε μόνον, ότι τις έφερε από την Κω.

Διακόνισσα
Την εποχή εκείνη εκοιμήθη ο Επίσκοπος εκείνης της πόλεως Κύριλος ονόματι. Τότε όλοι εξέλεξαν ως Επίσκοπο τον Παύλο. Ο Παύλος συμβούλευσε την Ξένη να γίνει 
Διακόνισσα. Τότε υπήρχε ο θεσμός των Διακονισσών. Οι Διακόνισσες φρόντιζαν για τους φτωχούς της Εκκλησίας. Είχαν το δικαίωμα να μένουν κατά την θεία Λειτουργία στο 
Ιερό και να κοινωνούν τις γυναίκες. Η Ξένη όμως, επειδή ήταν ταπεινή, δεν ήθελε να δεχθεί το φορτίο του αξιώματος επάνω της. Παρά την θέληση τους όμως, ο Επίσκοπος 
της χειροτόνησε.
Τώρα όμως περνούσε ζωή πολύ ασκητική, και ξένη από κάθε γήινη απόλαυση. Η ζωή της έμοιαζε με τη ζωή των Αγγέλων. Τόσο μεγάλη άσκηση έκανε, ώστε οι δαίμονες 
έφριτταν από μακριά και δεν τολμούσαν να την πλησιάσουν. Η προσευχή της ήτανε θερμή και καταπληκτική… Είχε δε η Οσία μεγάλη πραότητα. Δεν εθύμωσε, ούτε οργίστηκε 
ποτέ εναντίον κανενός. Επίσης είχε αγάπη σε όλες τις αδελφές και τις υπηρετούσε αυτή με μεγάλη ταπείνωση. Φορούσε πάντοτε άχρηστα και τριμμένα ρούχα, σαν και εκείνα, 
που φορούσαν οι ζητιάνοι. Αυτή ζούσε μόνο για το Θεό και ενωμένη με το Θεό. Δεν έδινε καμιά σημασία στα υλικά και στα γήινα. Όλη η φροντίδα της ήταν στο πώς να αρέσει 
στον Νυμφίο της Χριστό και στο πως θα στολισθεί με τις αρετές και την αγιότητα.


Αποχαιρετά τις αδελφές
Ήλθε καιρός όμως να φύγει από το μάταιο τούτον κόσμο. Η Οσία προείδε το θάνατό της και κάλεσε όλες τις Μοναχές κοντά της. Τις παρεκάλεσε να δεηθούν στον Κύριο να 
αναπαύσει την ψυχή της και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Τις συμβούλεψε ακόμη, για τη ζωή και την πολιτεία τους. Τις είπε, πως πρέπει να ζουν και πως πρέπει να φέρονται 
μεταξύ τους αφ’ ενός και προς τους έξω αφ’ ετέρου. Τις έδωσε τις τελευταίες της υποθήκες. Όταν η Οσία έδωσε τις τελευταίες της υποθήκες, θρηνούσαν όλες απαρηγόρητα. 
Έκλαιγαν, διότι έχαναν μια τέτοια στοργική πνευματική μητέρα. Περισσότερο θλίβοντο οι δούλες της. Αυτές δεν έπαυαν καθόλου τα κλάματα, τόσο πολύ που έκαμαν και την 
Αγία να κλάψει. Έπειτα τις παρηγόρησε, λέγουσα:
Πάψτε τα κλάματα, αδελφές μου. Μιμηθήτε τας φρονίμους Παρθένους. Φροντίστε να γεμίσετε τα αγγεία σας με έλαιον, διότι η ημέρα Κυρίου έρχεται ως κλέπτης εν νυκτί.
Αφού είπε αυτά, σήκωσε τα χέρια της, ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε:
Θεέ μου, είπε, Συ, που με κυβερνούσες έως τώρα την ξένη με στοργή και έγινες πατέρας και μητέρα και τροφή μου και παρηγοριά, Αυτός και τώρα αξίωσέ με να έλθω στην 
ουράνιο Βασιλεία Σου. Μνήσθιτι, Κύριε και όλης αυτής της αδελφότητος και γλύτωνε τις αδελφές από τις πανουργίες του δαίμονος. Ιδιαιτέρως δε, σε ικετεύω, μνήσθητι ως 
αγαθός, τούτων των δύο μου ομοδούλων. Αυτές στη ζωή αυτή την πρόσκαιρη και προσωρινή ήταν μαζί μου. Μαζί στη φυγή, στους κόπους και αγώνας. Δεν απομακρύνθηκαν 
καθόλου από κοντά μου. Σε παρακαλώ, λοιπόν, έτσι και στην Βασιλείαν σου αξίωσέ μας να είμαστε αχώριστες πάντοτε.

Αφού προσευχήθηκε η Οσία, επήρε από όλες συγχώρηση. Πήγε κατόπιν στο Ναό, γονάτισε και προσευχόταν.
Οι δύο δούλες της την παρακολουθούσαν από τη χαραμάδα της θύρας και είδαν τότε στην Ξένη να συμβαίνει ένα πράγμα παράδοξο, και θαυμαστό. Ξαφνικά φάνηκε ένα 
λαμπρότατο φως από τον ουρανό. Έλαμπε όλος ο Ναός! Συγχρόνως παρουσιάσθηκε και μια υπέροχη ευωδία που δεν μπορεί να την περιγράψει άνθρωπος. Τότε, λοιπόν, 
ανοίγουν τις πόρτες της Εκκλησίας, μπαίνουν μέσα και βλέπουν την μακαρία Ξένη να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Συγκεντρώθηκαν αμέσως όλες και έκλαιγαν ασταμάτητα. 
Ο Θεός όμως, που δοξάζει εκείνους, που τον δοξάζουν, δόξασε και της αγαπημένης νύμφης Του Ξένης την κοίμηση και φανέρωσε σε όλους πόσην παρρησία αξιώθηκε να 
έχει ενώπιο Του. Ήταν μεσημέρι. Ο ήλιος έλαμπε και ο Ουρανός ήταν κατακάθαρος. Αϊ! Λοιπόν. Τότε φάνηκε στον Ουρανό ένα στεφάνι από αστέρια, στο μέσον του οποίου 
ήταν ένας σταυρός φωτεινός, πάλι από αστέρια. Το θαυμάσιο τούτο φαινόμενο το είδαν όλοι οι εκεί κάτοικοι και εξεπλάγησαν. Αυτό το είδε κι ο Επίσκοπος Παύλος από εκεί, 
που βρισκόταν και ο οποίος ψιθύρισε:
Για να φανεί τέτοιο σημείο η Ξένη κοιμήθηκε.
Ο Επίσκοπος επήγε αμέσως στη Μύλασα. Έτρεξαν, τότε, αμέσως όλοι στο Μοναστήρι της Οσίας. Συνάχθηκε εκεί ο κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες και δόξαζαν 
μεγαλοφώνως τον Κύριο. Τότε ο Επίσκοπος προσκύνησε την Οσία. Με πολλή κατόπιν φωτοχυσία και θυμιάματα, την πέρασαν από το μέσον της πόλεως. Κατά την μεταφορά 
του αγίου λειψάνου της, ακολούθησε από πάνω και ο θαυμάσιος στέφανος των αστέρων. Όταν σταματούσαν να κάμουν δέηση σύμφωνα με την συνήθεια, εστέκετο και ο 
στέφανος. Το θαυμάσιο τούτο γεγονός έγινε αφορμή να συγκεντρωθεί κόσμος πολύς και από τα περίχωρα και να δημιουργηθεί συνωστισμός μεγάλος.

Το λείψανό της θαυματουργεί
Όλη την νύκτα εκείνην αγρύπνησαν οι Χριστιανοί, ψάλλοντες. Πολλοί ασθενείς θεραπεύθηκαν, μόλις αγγίζανε το άγιο λείψανό της. Έτσι κόσμος πολύς, που υπόφερε από 
ασθένειες πολυχρόνιες και ανίατες, δίχως γιατρούς, δίχως βότανα και φάρμακα, μόλις ασπαζόταν με πίστη την Αγία, αμέσως γινότανε καλά. Όταν φθάσανε σε έναν τόπον, 
καλούμενο Σικίνιο, προς το νότιον μέρος της πόλεως, την ενταφίασαν εκεί, καθώς η Οσία Ξένη είχε προσέξει. Τότε ακριβώς μετά την κατάθεση του αγίου λειψάνου και ο 
κύκλος των αστέρων εξαφανίσθηκε. Τότε γνώρισαν όλοι και βεβαιώθηκαν καλά, ότι ο κύκλος των αστέρων φάνηκε δια την Οσία και ακολουθούσε την αγία έως ότου ενταφίασαν 
το λείψανο της. Τα δε σινδόνια, τα οποία είχαν εις τον κράββατόν της, τα διεμοίρασε ο Επίσκοπος εις τον λαό, για να έχουν ως φυλακτά.
Σε λίγο καιρό κοιμήθηκαν και οι δύο δούλες της Αγίας Ξένης. Τις ενταφίασαν και αυτές με την κυρία των, όπως τους είχε παραγγείλει. Εκείνη δε, που απέθανε ενωρίτερα δεν 
ομολόγησε δια την Ξένη σε κανένα τίποτε. Η άλλη όμως τα φανέρωσε όλα. Και τούτο, διότι την παρακάλεσαν οι αδελφές και διότι ο Επίσκοπος της έβαλε επιτίμιο να τα είπε 
όλα προς δόξαν Θεού.




Στίχος στην Ξένην
Ἀποξενοῦται τοῦδε τοῦ βίου Ξένη, Οὗ ζώσα καὶ πρίν, ὡς ἀληθῶς ἦν ξένη.

Στίχος εις τας δύω θεραπαινίδας
Θνῄσκουσιν ἄμφω τῆς Ξένης αἱ δουλίδες, οὐ τῶν ἐκείνης ἀρετῶν οὖσαι ξέναι. Εἰκάδι οὐρανοῦ εἰς ξενίην Ξένη ἦλθε Τετάρτη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως
Ξένην ἤνυσας, ζωὴν ἐν κόσμῳ, ξένην ἔσχηκας, προσηγορίαν, ὑπεμφαίνουσαν τῇ κλήσει τὸν τρόπον σου• σὺ γὰρ νυμφίον λιποῦσα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ὁσίως 
νενύμφευσαι. Ξένη ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.
Ἐν σοῖ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα, λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, 
ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ, διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Ξένη τὸ Πνεῦμά σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου
Τὸ σὸν ξενότροπον Ξένη μνημόσυνον, ἐπιτελοῦντες οἱ πόθῳ τιμῶντές σε, ὑμνοῦμεν Χριστὸν τὸν ἐν ἅπασι, σοὶ παρέχοντα ἰσχὺν τῶν ἰάσεων• ὃν πάντοτε δυσώπει, 
ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἵλεων Ξένη, τὸν ξενοτρόπως ἐκ Παρθένου τεχθέντα, ἐκδυσώπει Χριστὸν ἡμῖν γενέσθαι Ἀοίδιμε, τοῖς κατὰ χρέος σοι προσφοιτῶσιν ἐκ ψυχῆς καὶ καρδίας καθαρωτάτης, 
καὶ εὐσεβῶς τὴν σὴν μνήμην ὑμνῆσαι σπουδάζουσιν, ἣν πᾶσαι τῶν οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις ἀξίως ἐτίμησαν, ὡς φωτοφόρον καὶ ἄμωμον καὶ ἁγίαν πανήγυριν, Ἔνδοξε, 
πρεσβεύουσα ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Θάλαμον λιποῦσα τὸν νυμφικόν, ξενοτρόπως Μῆτερ, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, ᾧ καὶ νυμφευθεῖσα, τῇ ξένῃ βιωτῇ σου, ὦ Ξένη πανολβία, ἡμῶν μνημόνευε.

Μεγαλυνάριον έτερον
Χαίροις, θεία Ξένη πανευκλεής ˙ χαίροις, παρθενίας ο ατίμητος θησαυρός ˙ χαίροις η των ξένων, δια Χριστόν ακρότης, τους τιμώντας σκέπε, πάντας πρεσβείαις σου.
xristianos.gr

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Πάνδημο ''χαίρε'' στην αθλήτρια του Θεού



site analysis

(BINTEO)

mawer
«Η Μαριάμ δεν πέθανε το Σαββάτο. Αποβίωσε πριν 56 χρόνια, όταν ασπάστηκε τον μοναχικό βίο. Το Σαββάτο αναστήθηκε για να ζήσει αυτό που επιζητούσε σε όλη της τη ζωή. Την Θεία Κρίση και την κατάταξη της στο χώρο της γαλήνιας δικαίωσης».
Στη χθεσινή Εξόδιο Ακολουθία προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χίου κ. Μάρκος, που με αυτά τα λόγια, μεταξύ άλλων, εκθείασε το βίο της ηγουμένης και την κατευόδωσε στην τελευταία της κατοικία. 
Ιδιαίτερα επισήμανε την πρωτοφανή της απέχθεια για το χρήμα, την εντιμότητα του χαρακτήρα και την ψυχική της αγνότητα.
Την Ακολουθία παρακολούθησε με κατάνυξη τεράστιο πλήθος κόσμου.
mawert
mawerty
mawe

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Χίος: Εκοιμήθη η γερόντισσα της Νέας Μονής



site analysis
Πλήρης Ημερών εκοιμήθη σήμερα 18 Ιανουαρίου 2014 η Ηγουμένη της Νέας Μονής, Μαριάμ.
Η γερόντισσα Μαριάμ, κατά κόσμο Δέσποινα Μανιού, γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Μεσαγρός της Λέσβου.
Στο μοναστικό σχήμα είχε ενταχθεί το 1958, οπότε και ήρθε στη Χίο.
Η αρχιερατική εξόδιος ακολουθία θα ψαλλεί τη Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου, στις 3 μ.μ. στο μοναστήρι.
Η Γερόντισσα Μαριάμ είχε δηλώσει πριν καιρό : Είδα τον Κύριον Ημων Ιησού Χριστό!
και συνέχισε λέγοντας….
«Πρέπει με κάθε τρόπο να κερδίσουμε μία θέση στη Βασιλεία των Ουρανών Είπε ο Κύριος ότι καλεί τους πάντες στη σωτηρία, δεν καλεί μόνο τους εκλεκτούς. Καλεί τους πάντες. Το διαβάζουμε κάθε ώρα και στιγμή, εν παντί καιρώ.
Ο Χριστός είναι ζωντανός κι είναι ανάμεσά μας. Είναι ολοφάνερος. Εγώ Τον είδα ολοφάνερο. Τον είδα πάνω από το κελί μου. Είχε τη λάμψη του φεγγαριού, το τετράγωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καθόταν. Είχε ένα γαλήνιο πρόσωπο, τόσο που δεν το έχει αποδώσει καμία εικόνα, σαν το Άγιο Μανδήλιο. Γαλήνη ξεχυνόταν από το πρόσωπό Του, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα αξέχαστο που με κοίταξε… Σαν ακτίνες κατέβαιναν κάτι φωτεινές λάμψεις προς εμένα, σαν να μου έλεγε, μην αμφιβάλλεις ότι είμαι ζωντανός. Όποιος πιστεύει δεν αμφιβάλλει.
Κάποιοι που αμφισβητούν την παρουσία Του, λένε γιατί ο Χριστός επιτρέπει να γίνοντα σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί; Αυτά τα κάνουν οι αμαρτίες μας. Οι Άγιοι Πατέρες μου λέγανε παλιά ότι η ψυχή που πηγαίνει πάνω από τέτοια γεγονότα, δεν παθαίνει τίποτα. Πηγαίνει ίσια στους ανοικτούς ουρανούς».
87104759.CBhZS5nq. MG 64071 Χίος: Εκοιμήθη η γερόντισσα της Νέας Μονής
Ενημερωτικά να πουμε πως η Νέα Μονή της Χίου είναι στην πραγματικότητα ένα παλαιό ιστορικό μοναστήρι, που ιδρύθηκε το 1042 μ.Χ. και είναι γνωστό παγκοσμίως για τα εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά του.Το 1990 ανακηρύχθηκε μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
PC251218 Χίος: Εκοιμήθη η γερόντισσα της Νέας Μονής

ΠΗΓΗ:Μadatoforos

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜAΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΟΝΗΣ...... ΣΕ ΜΙΑ ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΜΟΝΗ



site analysis




«Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν καλόγεροι, δεν πρέπει όμως κιόλας»

Όλοι την ξέρουμε σαν την γερόντισσα της Νέας Μονής.

Όλους μάς έχει καλοδεχτεί στον ιερό χώρο που υπηρετεί το Θεό από το 1958. Ενώ όμως όλοι την ξέρουμε εξ όψεως, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για εκείνη. Σήμερα, μας αποκαλύπτεται. Κι είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί ελάχιστοι την έχουν ακούσει να τους εξομολογείται την ιστορία της, που είναι συνυφασμένη με τη Νέα Μονή.

Δεν περιορίζεται βέβαια μόνο σε αυτό. Μας άνοιξε την ψυχή της και μας εξέπληξε με την πνευματικότητα και την ευρύτητα του πνεύματός της. Η γερόντισσα Μαριάμ, κατά κόσμο Δέσποινα Μανιού, γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Μεσαγρός, στη Γερα της Λέσβου.
Γιώργος o πατέρας της και Μαγδαληνή η μητέρα, η οποία κι αυτή στα τελευταία χρόνια της έγινε μοναχή και υπηρέτησε την Ορθοδοξία στη Νέα Μονή, μαζί με την κόρη της. Θεωρούμε ότι αυτή η παρουσίαση έχει ιδιαίτερη αξία.

 Η ζωή της

Αρχίσαμε να ξετυλίγουμε από την αρχή το κουβάρι της ζωής της. Όπως μας αποκαλύπτει, δεν έγινε από μικρή καλογριά. Μεγάλη κοπέλα ήταν όταν μια παρέα Μυτιληνιές αποφάσισαν να γίνουν καλογριές. Η τωρινή ηγουμένη του Αγίου Ραφαήλ, Ευγενία Κλειδαρά, πήγαινε στο Μεσότοπο και την εύρισκε. «Εκείνη είχε γίνει πιο μπροστά από μένα καλογριά. Ερχόταν στα χωριά μας, μας πήγαινε η μητέρα μου η Μαγδαληνή στο Σκόπελο και εκείνη μας έκανε κηρύγματα. Σιγά – σιγά μαζευτήκαμε πολλές κοπέλες, γίναμε καλόγριες και σκορπίσαμε αλλού».

Στη Χίο

 Ήλθε στη Χίο το 1958. Μαζί με την Ευγενία, σημερινή ηγουμένη του Αγ. Ραφαήλ στη Μυτιλήνη. Ρηνούλα λεγόταν τότε. «Τότε ξεκινήσαμε από τη Γέρα και ήλθαμε πρώτα στην Αγία Σκέπη. Αργότερα ο Δεσπότης Παντελεήμων Φωστίνης, έκανε γυναικεία μονή τη Νέα Μονή και μας έφερε εδώ να κρατήσουμε το Μοναστήρι. Ήταν ακόμη μερικοί γέροι καλόγεροι. Ο πάτερ Κορνήλιος, ο πάτερ Μελέτιος και άλλοι.
Εκείνοι μας είπαν ότι εδώ υπήρχαν πολλοί πλούσιοι τάφοι, έρχονταν μεγιστάνες από την Κωνσταντινούπολη, τους διακονούσαν και τους κήδευαν εδώ. Όμως, δεν ξέρω που».
Τότε ζούσαν στη Νέα Μονή 17 καλόγριες. Η Ματρώνα η Χάλακα, ήταν η τελευταία που ζούσε μαζί της έως πριν λίγα χρόνια. Μυτιληνιά κι εκείνη, από το Πλωμάρι. Η Θεοκτίστη η Βολάκη, η άλλη Θεοκτίστη που δεν έβλεπε, κι άλλες αρκετές, πέρασαν μαζί πολλά χρόνια του μοναχικού βίου τους.

 Η Ευγενία

 «Η Ευγενία ύστερα έφυγε από εδώ, πήγε και σπούδασε. Το γιατί έφυγε είναι μεγάλη ιστορία. Ας σας την πει εκείνη. Έβγαλε την Πάντειο, πήγε και σε άλλα μοναστήρια, έχει γίνει πια μεγάλη ηγουμένη, έχει γράψει βιβλία, έχει κάνει μεγάλα έργα. Εγώ μπροστά της δεν έχω κάνει τίποτα. Εκείνη έφτιαξε τη Μονή του Αγ. Ραφαήλ» Η γερόντισσα τη θυμάται και συγκινείται, ολοφάνερα.

 Τίποτα

 Όπως λέει, δεν της έχει λείψει τίποτα έως τώρα στη ζωή της από τα εγκόσμια. Θέλει όμως να βρει την παρρησία και την αγαθή τύχη στην άλλη ζωή, να ζήσει κοντά στο Χριστό. «Αυτή είναι η ευτυχία. Να μας ελεήσει ο Κύριος να βρούμε μία θέση στο πλάι του. Ο Άγιος Αντώνιος ξέρετε τι έλεγε σε έναν πονηρό που τον πείραζε και του έλεγε: «Αντώνιε, εσύ τώρα είσαι πια στον παράδεισο;» Του ‘λεγε, «κάτσε πρώτα να βάλω το ποδάρι μου και θα σου πω μετά». Κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει εξασφαλισμένο τον παράδεισο, ότι είναι μέσα στον παράδεισο. Μόνο όταν πάμε εκεί θα το μάθουμε».

 Νέα Μονή

 Έζησε και ζει τη Νέα Μονή σε καλές και κακές εποχές. Τώρα ζει την εγκατάλειψη. Ζει στο χώρο μαζί με τον πάτερ Διονύσιο. «Αγαπώ τη Νέα Μονή. Είναι η ζωή μου. Την γνωρίζω πετραδάκι – πετραδάκι. Θα ζήσει αιώνες ακόμη. Η Νέα Μονή κάθε μέρα μας αποκαλύπτεται. Υπήρχε πολύ πριν από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο. Εκείνος απλά την αξιοποίησε και την ανέδειξε, τη μεγάλωσε. Εδώ ζούσαν 800 καλόγεροι και χωριστά οι δόκιμοι που κατοικούσαν στα εξωτερικά κτίσματα. Αν δεν τους δοκίμαζαν τρία χρόνια, δεν τους βάζανε μέσα στη Μονή. Ζούσαν καλλιεργώντας τα χωράφια έξω».

 Η πίστη

Μη σας φανεί παράξενο. Κι όμως η Γερόντισσα είναι ενημερωμένη για ό,τι συμβαίνει στον έξω κόσμο. Δίνει, βέβαια, τη δική της ερμηνεία. Σε ένα μεγάλο καλάθι είναι στοιβαγμένος ο τοπικός τύπος κι όχι μόνο. Διαβάζει πολύ επιμελώς τα νέα. Για ό,τι συμβαίνει αυτό το τελευταίο διάστημα στην Εκκλησία, κι ειδικά στους Αγίους Τόπους, υποστηρίζει απλοϊκότατα ότι είναι δάκτυλος του Αντιχρίστου. «Όμως επέτρεψε τα πάντα ο Κύριος γιατί δοκιμάζει τους πάντες».
Διαισθάνεται ότι υπάρχει σχέδιο των εχθρών της Ορθοδοξίας να μας κάνουν να την εγκαταλείψουμε και να γίνουμε ένα με τις άλλες Εκκλησίες. Όπως τονίζει όμως, αυτό δεν είναι αρεστό. «Εμείς από μιας αρχής πιστεύουμε το σωστό. Ό,τι δίδαξαν οι Απόστολοι. Ότι λένε οι ευχές της Ορθοδοξίας που διαβάζονται από τους ιερείς στο νάρθηκα της Εκκλησίας».

 Τα ουράνια

 Είναι άυλα τα Ουράνια, μας υπενθυμίζει. Μας μιλάει για τους επτά ουρανούς, που είναι από πάνω μας. «Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι είναι οι επτά ουρανοί, θα λυτρωθούν».
Η ίδια δεν πιστεύει ότι οι άνθρωποι πήγαν στο φεγγάρι. «Είναι αδύνατον. Που να το βρουν το φεγγάρι; Πήγαν σε ένα βράχο γυαλιστερό, από αυτούς που έχει δισεκατομμύρια η γη. Σε έναν τέτοιο πήγαν και είπαν πως είναι το φεγγάρι. Η γη έχει πάνω της εκατομμύρια είδη βράχων κι άστρα κι άλλα σώματα ουράνια. Όμως όλα τα εξουσιάζει ο Χριστός κι όχι ο άνθρωπος.
Όλοι είμαστε καλεσμένοι από το Χριστό για να πάμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο στο σημερινό μας σώμα φαίνεται. Θα ζήσουμε εδώ. Δεν μας εμποδίζει κανένας να φάμε και να πιούμε ό,τι είναι ευλογημένο».

 Η φιλοσοφία της

 Μας υπενθυμίζει κάτι που είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία. «Η γέννα είναι ευλογημένη από το Θεό. Γεννιέται το παιδί, παπάς το διαβάζει. Γίνεται σαράντα ημερών, το πάνε στην Εκκλησία. Τα αγοράκια στην Αγία Τράπεζα, τα κοριτσάκια στο εικόνισμα της Παναγίας. Η Εκκλησία ευλογεί βάπτισμα, κοινωνία, στεφάνωμα.
Όταν κάποιος γεννιέται, είναι και τα λεπτά που θα ζήσει γνωστά και μετρημένα. Λένε όταν χτυπήσει κάποιος, όταν πεθαίνει, ότι δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Κι όμως, έκανε ό,τι ήταν γραμμένο να κάνει. Την ώρα του θανάτου γίνεται ο απολογισμός της εγκόσμιας ζωής και κλείνει το επίγειο ταμείο».

 Οι... φευγάτοι

 Χαρακτηρίζει το σημερινό κόσμο πολύ φευγάτο. Ιδιαίτερα τους νέους που, όπως λέει, νομίζουν οι περισσότεροι ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος σαν κι εμάς. «Ό,τι λένε οι Πατέρες κι οι 7 Σύνοδοι είναι αληθινά. Το πιστεύω μας, τα ευαγγέλια είναι η πίστις μας η αληθινή, η Ορθοδοξία».
Δεν διστάζει να τα βάλει και με τις τελετές της Ολυμπιάδας. «Δεν μπορούν σήμερα να καταλάβουν το λάθος που κάνουν. Ακόμη και στην Ολυμπιάδα ήταν όλες οι τελετές ειδωλολατρικές. Επικαλούνταν τον Απόλλωνα οι ιέρειες στην Ολυμπιάδα. Εγώ πήρα τηλέφωνο και το Δήμαρχο και το είπα. Ήταν λάθος ο τόσο εκτεταμένος ειδωλολατρισμός. Η Ορθοδοξία έλειπε από παντού».

Τονίζει ότι όλα αυτά δεν καλαρέσουν του Χριστού μας. «Γι’ αυτό έχουν γίνει όλα άνω κάτω. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Κύριος λέει ότι ούτε μία τρίχα από την κεφαλή μας δεν πέφτει, ούτε ένα στρουθίον από τη στέγη, αν δεν το ξέρει, αν δεν το εγκρίνει ο επουράνιος Πατήρ μας. Αρνηθήκαμε και πάλι το Χριστό, αναδείξαμε τον Απόλλωνα πάλι, επικαλεστήκαμε τη φλόγα, κι η φλόγα έφερε στη συνέχεια όλα τα προβλήματα. Ακόμη και της Εκκλησίας τα πρόσφατα. Όλη την ανακατωσούρα. Παπάδες, Δεσποτάδες, Πατριάρχες ανακατεύτηκαν κι η Εκκλησία κλονίστηκε.

Όλοι οι χριστιανοί Ορθόδοξοι που έρχονται εδώ, μου λένε ότι μιλάω σωστά. Όμως, όλοι τρέχανε πίσω από τη φλόγα. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από μισαλλοδοξία. Κραυγάζανε. Δεν εννοούν να καταλάβουν ότι όλοι είμαστε θνητοί. Κι οι πρωταθλητές πόσο θα ζήσουν; Και τα αρχαία χρόνια υπήρχαν πρωταθλητές. Ζει κανένας; Πόσοι τους γνωρίζουν; Έχουν μείνει όμως στην ιστορία κι είναι γνωστοί όσοι αγωνίστηκαν για την πίστη και την πατρίδα».

 Η Βασιλεία των ουρανών

 Μας οδηγεί εκείνη όπου θέλει. Μας περνάει σε άλλες σφαίρες. Ισχυρότατη προσωπικότητα.
«Πρέπει με κάθε τρόπο να κερδίσουμε μία θέση στη Βασιλεία των Ουρανών Είπε ο κύριος ότι καλεί τους πάντες στη σωτηρία, δεν καλεί μόνο τους εκλεκτούς. Καλεί τους πάντες. Το διαβάζουμε κάθε ώρα και στιγμή, εν παντί καιρώ.
Ο Χριστός είναι ζωντανός κι είναι ανάμεσά μας. Είναι ολοφάνερος. Εγώ τον είδα ολοφάνερο. Τον είδα πάνω από το κελί μου. Είχε τη λάμψη του φεγγαριού, το τετράγωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καθόταν. Είχε ένα γαλήνιο πρόσωπο, τόσο που δεν το έχει αποδώσει καμία εικόνα, σαν τον Άγιο Μαντήλιο. Γαλήνη ξεχυνόταν από το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα αξέχαστο που με κοίταξε... Σαν ακτίνες κατέβαιναν κάτι φωτεινές λάμψεις προς εμένα, σαν να μου έλεγε, μην αμφιβάλλεις ότι είμαι ζωντανός. Όποιος πιστεύει δεν αμφιβάλλει.
Κάποιοι που αμφισβητούν την παρουσία του, λένε γιατί ο Χριστός επιτρέπει να γίνονται σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί; Αυτά τα κάνουν οι αμαρτίες μας. Οι Άγιοι Πατέρες μου λέγανε παλιά ότι η ψυχή που πηγαίνει πάνω από τέτοια γεγονότα, δεν παθαίνει τίποτα. Πηγαίνει ίσια στους ανοικτούς ουρανούς».

 Η .... άλλη Αγία Τριάδα

Υψώνει τη φωνή και τονίζει ότι πρέπει να σωθούν η πίστη, η ορθοδοξία κι η ελληνική γλώσσα. Θυμάται ένα περιστατικό μέσα στο ναό, το ζωσμένο με τις σκαλωσιές. «Ήλθαν δύο ξένοι. Νόμιζα ότι δεν θα συνεννοηθώ μαζί τους. Ξαφνικά μου λέει ο ένας: «Ανέλθω εις κλίμακαν;» «Ουχί» του λέει ο άλλος και του κάνει νόημα ότι δεν επιτρέπεται. Οι ξένοι ξέρουν αρχαία ελληνικά και κάποιοι Έλληνες θέλουν να τα καταργήσουν. Χωρίς αρχαία Ελληνικά τι θα γίνει; Θα καταργήσουν τα Ευαγγέλια, τις Αγίες Γραφές;» Και στο τέλος προσθέτει: «Εγώ είμαι μία αγράμματη και ζητάω συγνώμη για ό,τι λέω και όπως τα λέω. Είμαι του Δημοτικού και μιλώ από την καρδιά μου».

 Ο συνεχιστής

 Αναπόφευκτα η κουβέντα οδηγήθηκε και στον άνθρωπο που θα είναι ο συνεχιστής της.
Αναγνωρίζει ότι ο πάτερ Διονύσιος, με τον τρόπο του έχει τραβήξει πολύ κόσμο κοντά στο μοναστήρι, έχει κάνει πολλούς να ενδιαφερθούν, με τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας πάντα που βοηθάνε. «Αν δεν βοηθούσε, δεν θα μπορούσαμε τόσα χρόνια να καθόμαστε εδώ. Από αυτό το μοναστήρι περάσανε κόρες, Άγιοι, Πατριάρχες. Ο Άγιος Νικηφόρος, ο Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας έζησε εδώ τρία χρόνια. Επειδή ήταν μορφωμένος, ήταν δάσκαλος κι ήξερε γράμματα, τον είχαν γραμματέα». Ποιος το ήξερε αυτό; Από εδώ πέρασε κι ο Άγιος Παρθένιος.

 Η χάρη του Αγίου Πνεύματος

 Μας εξήγησε και το γιατί κατά την άποψή της καλόγεροι και καλόγριες πηγαίνουν και ζουν στα μοναστήρια και προσπαθούν με νηστεία και προσευχή να κατεβάσουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα, η αγιοσύνη, σώζει την ψυχή τους. «Οι άνθρωποι τρέχουν στα μοναστήρια στενοχωρημένοι και θλιμμένοι και φεύγουν ανακουφισμένοι. Γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει. Κι όταν κατέβει σκιάζει το μοναστήρι και με αυτήν τη δύναμη θαυματουργούν οι εικόνες. Έρχονται λαϊκοί και κάνουν παρακλήσεις, αφήνουν τάματα. Όλα αυτά είναι πόνος και δύναμη ψυχής. Είναι πίστη και αγάπη. Δίνουν και εισπράττουν αγάπη.»

Τα λεφτά

 Η γερόντισσα δεν αποφεύγει τις κακοτοπιές. Έτσι, δεν αποφεύγει να μιλήσει με το δικό της τρόπο και για υλικά βάσανα της Εκκλησίας. «Λένε ότι οι παπάδες κι οι Δεσποτάδες έχουν πολλά λεφτά. Τους κατηγορούν γι’ αυτό». Εκείνη το αντιστρέφει, και λέει το άλλο. «Εσείς οι λαϊκοί, γιατί πάτε και τους τα δίνετε; Έρχονται άνθρωποι, που ενώ παπάς αρνείται να πάρει τα δώρα τους, πιέζουν πολύ και παρακαλούν να τα πάρουν, γιατί λένε ότι αλλιώς δεν θα πιάσει το τάμα. Και μετά πολλοί από αυτούς βγαίνουν και κατηγορούν τους παπάδες γιατί παίρνουν λεφτά».
Με υπερηφάνεια λέει, ότι στη Νέα Μονή δεν παίρνει κανένας χρήματα. Συμβουλεύει μάλιστα όλους όσους συμμετέχουν σε τέτοιες διαδικασίες, «να τα βάλουν όλα κάτω πια, να τα βρουν, να τα μαζέψουν και να χτίσουν το τάμα που έχουν κάνει».

Δεν μπορούν

Η επικοινωνία μας ολοκληρώνεται με μία πολύ ιδιαίτερη επισήμανσή της.
«Κάποιοι λένε ότι μπορούν να πιστεύουν και πιστεύουν, αλλά είναι δύσκολο να πιστέψουν όπως οι άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να αφιερωθούν στο Θεό. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν καλόγεροι, δεν πρέπει όμως κιόλας. Ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει κι ο Χριστός τους δέχεται όλους, εκτιμά ό,τι μπορεί να Του προσφέρει ο καθένας μας».

 Τα έργα και η τύχη της Μονής

 Η ίδια λέει ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να γίνουν αυτά τα έργα που έχει ξεκινήσει η Αρχαιολογία στη Μονή. Τελικά ο πάτερ Διονύσιος βρήκε τη λύση και μετέτρεψε προσωρινά σε ιερό τον ξενώνα. Τώρα, της αρέσει που προχωράνε κι έρχεται πολύς κόσμος και θαυμάζει το μοναστήρι. «Είμαι ικανοποιημένη γιατί ξέρω πια ότι όταν φύγω, αφήνω πίσω μου κάποιους ανθρώπους που θα συνεχίσουν το έργο που πρέπει».

Προσθέτει μάλιστα ότι οι υψηλά ιστάμενοι έπρεπε να είχαν φροντίσει να φέρουν νέους καλόγερους από αλλού, να βάλουν νέους ηγουμένους, να στηρίξουν καλά τα μοναστήρια που σβήνουν. «Αν δεν γίνει έτσι, θα μας τα πάρουν κάποια στιγμή. Η πολιτεία θα τα κάνει κοσμικά. Πρέπει να μπαίνουν ηγούμενοι, που είναι οι στηλοβάτες των μοναστηριών. Εδώ, τώρα υπάρχει ο πάτερ Διονύσιος, στα Ψαρά είναι ο πάτερ Ιωακείμ, στο Μερσινίδι ο πάτερ Βικέντιος, αυτά τα μοναστήρια θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν θα χαθούν οι περιουσίες τους. Η πνευματική και υλική τους δύναμη. Πολλοί εποφθαλμιούν να πάρουν τις περιουσίες των μοναστηριών αλλά δεν θα το καταφέρουν όσο ζει κι ένας μοναχός, μία καλόγρια μέσα σε αυτά».
  

http://www.politis-chios.gr
  

Θεοδούλης Μάρτυρος.( 18/01 )



site analysis

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Aγίας Μάρτυρος Θεοδούλης.
 
Σύνδουλον ουκ έφριττε πυρ Θεοδούλη,
Θεώ τιθείσα δουλικώς τας ελπίδας.

+ Kατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού εν έτει σϟη΄ [298], εστάλθη εις την Aνάζαρβον πόλιν της Κιλικίας ένας ηγεμών, ονόματι Πελάγιος, διά να τιμωρήση τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς. Τότε λοιπόν και η Aγία αύτη Θεοδούλη εκ της αυτής πόλεως Aναζάρβου καταγομένη, ήτις ύστερον ωνομάσθη Διοκαισάρεια, και Καισαραυγούστα, τώρα δε ονομάζεται υπό των Τούρκων Ακ Ισάρ, ή, Ακ Σεράι, εκείθεν, λέγω, η Aγία αύτη καταγομένη, επιάσθη ως Χριστιανή, και παρεστάθη εις το κριτήριον του Πελαγίου. Όθεν ομολογήσασα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν ενώπιον πάντων, εκρεμάσθη από τα μαλλία της κεφαλής επάνω εις ένα κυπαρίσσι. Έπειτα επλήγωσαν τα βυζία της με σούβλας πυρωμένας. Eπειδή δε η Aγία είπε προς τον ηγεμόνα, πού είναι οι θεοί σου; δείξον αυτούς εις εμένα διά να τους τιμήσω καθόσον δύναμαι· διά τούτο ευθύς κατεβάζουσιν αυτήν, και την στέλλουσιν εις τον ναόν του ειδώλου Aδριανού, τον οποίον είχον εκεί περίφημον και περιβόητον.
     Eμβαίνουσα λοιπόν η Aγία μέσα εις τον ναόν, επροσευχήθη εις τον αληθή Θεόν, και με μόνον το εμφύσημά της, έπεσεν ευθύς το άγαλμα του Aδριανού και εμοιράσθη εις τρία κομμάτια. Έπειτα ευγαίνουσα έξω, λέγει προς τον ηγεμόνα. Έμβα μέσα και βοήθησον εις τον θεόν σου Aδριανόν, διατί αυτός έπεσε κατά γης και ετζακίσθη. Ο δε ηγεμών τρέχωντας, εμβήκεν εις τον ναόν, και βλέπωντας κατά γης τον Aδριανόν μοιρασμένον εις τρία κομμάτια, εθρήνησεν ομού με θυμόν. Eπειδή δε τούτο έφθασε και εις τα αυτία του βασιλέως, ευθύς εστάλθη ο πρώτος άρχων, οπού ήτον εν τω βασιλικώ παλατίω τω εις την πόλιν Ανάζαρβον ευρισκομένω, διά να εξετάση, ότι εάν ήναι αληθινόν τούτο το πράγμα, να ρίψουν τον Πελάγιον εις τα θηρία διά να τον φάγουν. Τούτο δε μανθάνωντας ο Πελάγιος, επρόσπεσεν εις την Aγίαν Θεοδούλην, παρακαλών αυτήν μετά δακρύων, να προσευχηθή εις τον Θεόν διά να γένη πάλιν τέλειον το τζακισθέν άγαλμα του θεού των, και να κατασταθή πάλιν εις τον τόπον, όπου εστέκετο πρώτον, υποσχόμενος, ότι αν τούτο γένη, να πιστεύση και αυτός εις τον Χριστόν, και να γένη Χριστιανός.
     Τότε η Aγία επροσευχήθη, και ευθύς το τζακισθέν είδωλον έγινεν ολόκληρον, και απεκατεστάθη πάλιν εις τον πρότερον τόπον του, το οποίον ευρών σώον ο απεσταλμένος άρχων υπό του βασιλέως, εγύρισε και έδωκε την είδησιν ταύτην εις τον βασιλέα. O δε βασιλεύς προστάζει τον Πελάγιον διά γραμμάτων, ότι να τιμωρήση πρότερον την Aγίαν με διαφόρους τιμωρίας, και έπειτα να την παραδώση εις πικρόν θάνατον. O Πελάγιος λοιπόν επρόσταξε να καταξεσχίσουν τας σάρκας της Aγίας με σούβλας πυρωμένας. Και επειδή έβλεπε την Μάρτυρα, πως δεν φροντίζει διά τα βάσανα τελείως, ωργίζετο ο ταλαίπωρος και τρισάθλιος, και τι να κάμη δεν ήξευρε. Τότε Ελλάδιος ο κομενταρήσιος παραστέκωντας εκεί, λέγει προς τον Πελάγιον. Δος εις εμένα την εξουσίαν, και αν εγώ δεν καταπείσω αυτήν να θυσιάση εις το είδωλον του Aδριανού, αποκεφάλισόν με. Ευθύς λοιπόν έλαβε την εξουσίαν να κάμη εκείνα, οπού εστοχάζετο.
     Όθεν ποιήσας πέντε καρφία, τα μεν δύω, έμπηξεν εις τα αυτία της Aγίας, το ένα δε, έμπηξεν εις το μέτωπόν της, και τα άλλα δύω, έμπηξεν εις τα βυζία της. Aφ’ ου δε τα εκάρφωσεν όλα, εσήκωσεν η Aγία τους οφθαλμούς της διανοίας της εις τον ουρανόν, και επροσευχήθη εις τον Θεόν, διά να δοθή υπομονή εις αυτήν να υποφέρη την ανυπόφορον εκείνην βάσανον. Όθεν μετά ολίγον, εδόθη εις την Aγίαν η υπομονή οπού εζήτησε. Βλέπων δε ο κομενταρήσιος την τόσην μεγάλην υπομονήν και γενναιοκαρδίαν της Aγίας, και πως την πικράν εκείνην βάσανον ενόμιζεν ως ουδέν, προς τούτοις δε στοχασθείς, και ότι, αν δεν πεισθή η Aγία να αρνηθή τον Xριστόν, έχει να κινδυνεύση η ζωή του, καθώς υπεσχέθη: τούτων λέγω χάριν, επροσκάλεσε την Aγίαν εις το οσπήτιόν του και παρεκάλει αυτήν να θυσιάση με αυτόν εις τα είδωλα. H δε Aγία βλέπουσα τον φόβον οπού είχεν, έκαμε προσευχήν δι’ αυτόν εις τον Θεόν. Eίτα διδάξασα αυτόν με τα θεία αυτής λόγια, τον εκατάπεισε να γένη Χριστιανός.
     Όταν λοιπόν εξημέρωσεν, επαραστάθη εις τον Πελάγιον ο κομενταρήσιος ομού με την Aγίαν, και λέγει προς αυτόν. Δεν εδυνήθηκα να πείσω την δούλην του όντως αληθινού Θεού εις το να μεταβληθή από την ίσιαν και καλήν στράταν, οπού περιπατεί. Aυτή δε μάλλον εμετάβαλεν εμένα, και με ηλευθέρωσεν από το σκότος της αγνωσίας, εις το οποίον έως τώρα ευρισκόμην. Φωτίσασα γαρ τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής μου με τα θεία της λόγια, επρόσφερέ με εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν. Ταύτα ακούσας ο Πελάγιος, άναψεν από τον θυμόν. Όθεν επρόσταξε να κοπή η κεφαλή του, και το σώμα του να ριφθή εις την θάλασσαν. Και έτζι ο μακάριος Ελλάδιος ετελείωσε το μαρτύριον, κατά την εικοστήν τετάρτην του Ιαννουαρίου μηνός. Την δε Aγίαν επρόσταξε να βάλουν μέσα εις κάμινον αναμμένην, από την οποίαν διαφυλαχθείσα αβλαβής, επροσηύχετο εν αυτή, και εδόξαζε τον Θεόν.
     Όθεν απορών ο ηγεμών, εφώναζε μεγάλως: δεν ηξεύρω τι να κάμω με αυτήν την βιαιοθάνατον! Ένας δε από τους παρεστώτας, Βοηθός ονομαζόμενος, παράδος αυτήν εις εμένα, είπεν, ω ηγεμών. Διατί εγώ δεν είμαι άφρων και άγνωστος, καθώς ήτον ο κομενταρήσιος, ίνα πεισθώ εις αυτήν. Ο δε άρχων παρέδωκε την Aγίαν εις αυτόν. Πέρνωντας λοιπόν ο Βοηθός την Μάρτυρα εις το οσπήτι του, εδέχθη και αυτός τους λόγους και τας διδασκαλίας της, και ηλλοιώθη την θείαν αλλοίωσιν, ως και ο κομενταρήσιος. Και λοιπόν την ακόλουθον ημέραν, επαραστάθη και αυτός εις τον Πελάγιον ομού με την Aγίαν, και λέγει προς αυτόν. Τα κατ’ εμέ πράγματα, ω ηγεμών, έρχομαι διά να σοι φανερώσω. Ήξευρε ότι και εγώ ομολογώ τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, και ότι αι ελπίδαις των υποσχέσεών μου εφάνηκαν μάταιαις και κεναίς. Κάλλιον γαρ είναι να φανώ ψεύστης και να γίνω συγκληρονόμος του Χριστού, πάρεξ να αληθεύσω και να κερδήσω την γέενναν του πυρός. Aλλά και εσύ ω ηγεμών, έπρεπε να ευχαριστήσης τον αληθινόν Θεόν, οπού σε ελύτρωσε από τον θάνατον, και να πιστεύσης εις αυτόν, καθώς υπεσχέθης. Eσύ δε, όχι μόνον τούτο δεν έκαμες, αλλά και εφάνης αχάριστος, και την ευεργέτιδά σου Θεοδούλην, παρέδωκας εις ανυπόφορα βάσανα. Ταύτα καθώς είπεν ο Βοηθός, επρόσταξεν ο Πελάγιος και απέκοψαν την τιμίαν του κεφαλήν. Την δε Aγίαν επρόσταξε να απλωθή επάνω εις πυρωμένην σκάραν, επάνωθεν δε της σκάρας να ραντίζεται πίσσα, λάδι και κηρί. Ίνα με αυτά ανάπτη η σκάρα περισσότερον. Και ο μεν Βοηθός, τελειώσας το μαρτύριόν του, απήλθε προς Κύριον, η δε Θεοδούλη προσευξαμένη, ανέβη επάνω εις την σκάραν. Και καθώς η σκάρα εδέχθη αυτήν, εσκορπίσθη, και εσφενδόνησεν όχι ολίγα κάρβουνα εις τους εκεί παρεστώτας, και κατέκαυσε τους περισσοτέρους από αυτούς. Όθεν έβαλαν την Aγίαν εις την φυλακήν. Την δε ερχομένην ημέραν, ανάφθη μεγάλη κάμινος, και εβάλθη εις αυτήν η Aγία, ομού με τον Ευάγριον και Μακάριον και άλλους πολλούς Aγίους. Και εκεί έλαβον όλοι ομού το μακάριον τέλος του μαρτυρίου, και τους αμαράντους στεφάνους παρά Κυρίου.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Μοναχή Μαρία Μαδγαληνή


<< ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ Η ΜΟΝΑΧΗ Μαρία μαγδαληνή (η Γαλλιδα πλουσια που επικοινώνησε με τον Αγιο Πορφυριο χωρίς καθόλου να ξερει ελληνικα και εκεινος Γαλλικα!)
(Εζησε το θαυμα!).Εφυγε στην ερημια ..Ασκήτευσε κοντά στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ σε ερημική τοποθεσία του Σινά μέρος εκεί οπου ασκήτευσε ο αγιος Ιωαννης της κλιμακος..και οπου εχτισε μικρο εκκλησάκι εις μνήμην του. Να έχουμε την ευχή της! καλό παράδεισο >>

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Οι καλόγριες που προστατεύουν κακοποιημένα παιδιά στη Ραφήνα (εικόνες)



site analysis









Ενα παιδικό χωριό που υποδέχεται με αγάπη τα παιδιά θύματα κακοποίησης και όχι μόνο λειτουργεί για περισσότερα από σαράντα χρόνια στο Λύρειο, μεταξύ Ραφήνας και Νέας Μάκρης.
Εκεί, στην κορυφή του βουνού τέσσερις καλόγριες, οι αδελφές Μαρία, Δωροθέα, Παρθενία και Καλλινίκη, λειτουργούν το παιδικό χωριό ως καταφύγιο κακοποιημένων ή ανεπιθύμητων παιδιών που όλα τις αποκαλούν «μητέρες».
Οπως αναφέρει η «Espresso» οι καλόγριες παλεύουν εδώ και σαράντα χρόνια να βοηθήσουν τα παιδιά που έρχονται στο καταφύγιο, ενώ αυτή τη στιγμή φροντίζουν 76 παιδιά ηλικίας από μερικών ημερών μέχρι και 18 ετών.
«Ημασταν δώδεκα νεαρές κοπέλες ηλικίας είκοσι ετών, που φοιτούσαμε στο ίδιο σχολείο στον Πειραιά. Πηγαίναμε παντού μαζί και φυσικά στο κατηχητικό. Η φιλία μας μεγάλη και τα όνειρά μας κοινά. Θέλαμε να αφιερώσουμε τη ζωή μας στο Θεό, αλλά εκείνη την εποχή πού να τολμήσεις να πεις κάτι τέτοιο στους γονείς σου, που, εκτός των άλλων, είχαν καταγωγή και από τη Μάνη. Εμείς όμως ήμασταν αποφασισμένες» εξηγεί στην «Espresso» η αδελφή Δωροθέα περιγράφοντας το πως αποφάσισαν να αφιερώσουν τις ζωές τους στο Θεό, αλλά και στην προστασία των αθώων παιδικών ψυχών.


http://www.defencenet.gr/

Οσία Άννα,η κατά σάρκα αδελφή του Αγ.Γεωργίου Καρσλίδου



site analysis


Για τον Άγιο  Γεώργιο Καρσλίδη έχουμε δημοσιεύσει τα εξής

Επανερχόμαστε για μία "λεπτομέρεια" που πρόσφατα μάθαμε και μας εντυπωσίασε.
Ο Όσιος δεν έχει την χρονική...πρωτιά της αγιωσύνης στην οικογενειά του, καθώς στο ορθόδοξο αγιολόγιο είναι ενταγμένη και η αδελφή του!

Πρόκειται για την Οσία Άννα την Παρθένο, η οποία εκοιμήθη το 1910, σε ηλικία 14 ετών. 
Τρία χρόνια μετά την κοίμησή της, ένας Τούρκος που ζούσε στην πόλη (Αργυρούπολη του Πόντου) συνήθιζε να πηγαίνει να κάθεται σε ύψωμα απέναντι από το νεκροταφείο των χριστιανών. Κάποτε άρχισε να βλέπει -κάθε βράδυ- ένα φως να βγαίνει από έναν τάφο. Πήρε λοιπόν μια παρέα μουσουλμάνων και πήγαν εκεί, για να δουν από ποιον τάφο έβγαινε το φως και ανακάλυψαν ότι ήταν το μνήμα της μικρής Άννας. 
Ο ιμάμης της περιοχής ενημέρωσε τον χριστιανό επίσκοπο και  οι χριστιανοί άνοιξαν τον τάφο. 
Τότε είδαν, ότι η καρδιά και το δεξί χέρι της Άννας ήταν άφθαρτα, σκεπασμένα από μια χρυσαφένια σκέπη και τα υπόλοιπα λείψανά της ήταν κίτρινα σαν το κερί. 
Η μικρή Άννα είχε αγιάσει.
 Ο αδελφός της  ζήτησε ένα μέρος των ιερών λειψάνων από τον επίσκοπο, βεβαιώνοντάς τον ότι θα γίνει μοναχός και θα τα κρατήσει ως φυλαχτό σε όλη του τη ζωή και θα τα τιμήσει. Ο δεσπότης τού έδωσε μέρος της καρδιάς και μετά από χρόνια ο μοναχός - πλέον-  Γεώργιος επέστρεψε στην Αργυρούπολη και πήρε και τα υπόλοιπα.
 Σήμερα, τα λείψανα της Αγίας Άννας της Παρθένου φυλάσσονται στη μονή Σίψα, στη Δράμα, σε ένα ασημένιο κιβώτιο μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
ΠΗΓΗ.proskynitis.blogspot.com