Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Ἡ Μητέρα καί ἡ Γιαγιά ὡς παιδαγωγοί* -- Γράφει ἡ κ. Βαρβάρα Καλογεροπούλου ― Μεταλληνοῦ, Δρ. Θεολογίας - πτυχ. Φιλολογίας


ΠΟΙΟΣ εἶναι ὁ βασικός σκοπός τῆς ἀγωγῆς; Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς εἶ ναι ἡ γνώση καί μετάδοση στά νεαρά μέλη τῆς οἰκογένειάς μας τοῦ «τί εἶναι καλό», ὣστε καλλιεργώντας το νά «φθάσουν στήν τελειότητα», πού μέτρο της εἶναι ὁ Θεάνθρωπος  Ἰησοῦς Χριστός. Περιεχόμενο τοῦ «καλοῦ» εἶναι κυρίως ἡ ἐσωτερική κατάσταση τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης πρός ὃλα τά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καί ἰδιαιτέρως στόν συνάνθρωπο. Τό ἒργο τῆς ἀγωγῆς εἶναι «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν» (Γρηγ. Θεολόγος), καί ἀφορᾶ τήν σωματική, προπάντων ὃμως τήν ψυχική καί ἁγιοπνευματική ἀνάπτυξη τοῦ παιδιοῦ. Ἡ τέχνη τῆς ἀγωγῆς γίνεται δύσκολη, ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά ὑποδεικνύεις μόνο καθήκοντα στούς παιδαγωγούμενους, ἀλλά προπάντων νά τούς προσφέρεις πρότυπα. Προπάντων ἀπαιτεῖται ὁ ἲδιος ὁ παιδαγωγός νά ἀναδεικνύεται «σιωπῶσα παραίνεσις». Πῶς ὀφείλουν νά λειτουργήσουν ὡς παιδαγωγοί ἡ μητέρα καί ἡ γιαγιά. «Ἡ γυναίκα θά σωθεῖ διά τῆς τεκνογονίας», ἀρκεῖ νά μείνει στήν πίστη καί στήν ἀγάπη καί στήν ἃγια ζωή καί νά ἒχει κοσμιότητα (Ἀπ.Παῦλος) Τό «κλειδί» ἑπομένως τῆς σωτηρίας ἒχει προσφερθεῖ σέ μᾶς τίς γυναῖκες ἀπό τόν Ἲδιο τόν Θεάνθρωπο καί Λυτρωτή μας, φυσικά ἐάν ἱερουργοῦμε τό μυστήριο τῆς ζωῆς, μέ τό λόγο καί τό παράδειγμά μας, καί τήν βιολογική ζωή τήν μεταποιοῦμε σέ Χριστοζωή.

Σ’ αὐτή τήν πορεία ὁ ἱ. Χρυσόστομος μᾶς συνιστᾶ: «τήν ἀγωγή νά μή τήν ἀσκοῦμε μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ προσευχές νά ζητᾶμε τή θεία συμμαχία γιά τούς διδασκομένους».
 Ἑπομένως ὃλη ἡ ζωή τῆς μητέρας καί τῆς γιαγιᾶς ὀφείλουν νά ἐκφράζουν ἀγάπη καί φροντίδα, μεταφέροντας μηνύματα ἀσφάλειας, ἠρεμίας καί θυσιαστικῆς ἀγάπης. Σέ ἀντίθετη συμπεριφορά τό παιδί μεγαλώνει μέσα στήν συναισθηματική στέρηση. Ὁ Φιοντόρ Ντοστογιέφ- σκυ τονίζει: «’Εκεῖνος πού μπορεῖ νά ἒχει καλές ἀναμνήσεις ἀπό τήν παιδική του ἡλικία εἶναι σωσμένος γιά ὃλη του τή ζωή» (Ἀδελφοί Καραμαζώφ). Κατά τήν περίοδο τῆς ἐγκυμοσύνης ἡ Μητέρα ὀφείλει νά βιώνει τήν ψυχική ἠρεμία καί γαλήνη, στοιχεῖα πού ἐπηρεάζουν θετικά τό ἒμβρυο. Ἑπομένως, ἀποφεύγει κάθε τι αἰσχρό, σκληρό καί δυσάρεστο. Ἀντίθετα ἐπιδιώκει ἀκούσματα καί θεάματα, συναναστροφές καί συζητήσεις, πού προκαλοῦν ἐνδιαφέρον καί μεταγγίζουν γνώσεις γιά τό «μυστήριο» τῆς ζωῆς, πού ἢδη κυοφορεῖ.
’Ακόμη ὑγιεῖς καί φιλάν- θρωπες σκέψεις μέ ἀνάλογα βιώματα καί προσευχητική διάθεση δημιουργοῦν στήν μητέρα ψυχική εὐφορία, ἀγάπη δέ μέχρι θυσίας γι’ αὐτό, πού σκιρτᾶ ἢδη μέσα της, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀρνεῖται κάθε τι , πού τήν ἐπιβαρύνει σωματικά καί ψυχικά. Κι’ αὐτό ἒχει ὡς συνέπεια νά διατηρεῖ τόν ψυχικό της κόσμο καί τή βιολογική της κατάσταση «ὑγιῆ», μεταδίδοντας ἒτσι τήν ψυχική καί σωματική της ὑγεία καί στό παιδί. Ἡ γιαγιά σ’ αύτή τήν περίοδο θά εἶναι ὁ φύλακας ἂγγελος, ὁ συμπαραστάτης καί ἐνισχυτής τῆς μητέρας, τρέφοντας καί ἐκείνη τήν ἲδια ἀγάπη γιά τό πλασματάκι πού ἒρχεται...Θά παρέχει στή μητέρα, σιωπηρά, μέ τή στάση της, τήν βεβαιότη- τα ὃτι θά βρίσκεται κοντά της καί θά συμπαραστέκεται ἠθικά καί, ἐάν χρειάζεται, καί ὑλικά, στίς πιό ἀπαιτητικές πλέον συνθῆκες, πού δημιουργεῖ ὁ ἐρχομός τῆς νέας ζωῆς. Ἒτσι ἡ μητέρα ξεπερνᾶ τό ἂγχος καί τήν ἀγωνία καί περιμένει μέ ἀγαλλίαση τό παιδί της, φέρνοντας στή σκέψη της τά λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ἡ γυνή ὃταν τίκτῃ λύπην ἒχει, ὃτι ἦλθεν ἡ ὣρα αὐτῆς· ὃταν δέ γεννήσῃ τό παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διά τήν χαράν, ὃτι ἐγεννήθη ἂνθρωπος εἰς τόν κόσμον» (Ἰω. 16,21). Βρεφική καί νηπιακή ἡλικία (μέχρι 6 ἐτῶν). Ἡ βασικότερη καί δυναμικότερη ἡλικία ἀπό πλευρᾶς ψυχολογικῆς. Ὡς βρέφος καί νήπιο τό παιδί χρειάζεται τήν φροντίδα, στοργή καί ἀγάπη, ἀλλά καί τήν εὐχάριστη κατάσταση, πού δημι- ουργεῖ ἡ ζεστασιά τῆς μητρικῆς ἀγκαλιᾶς καί τό γλυκό μητρικό χάδι. Καί εἶναι ἐξακριβωμένο, ὃτι ἡ κάλυψη τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν τοῦ βρέφους, ἀλλά καί ἡ σταθερότητα τῆς προσφορᾶς τοῦ ἢρεμου καί συνεχοῦς ἐνδιαφέροντος, συντελοῦν καθοριστικά στήν ὁμαλή ψυχοσωματική ἀνάπτυξή του. Τό μητρικό γάλα συνοδευόμενο καί μέ τή γλύκα τῆς τρυφερότητας, δημιουρ- γοῦν εὐεργετικές σωματικές καί ψυχικές προϋποθέσεις γιά τήν φανέρωση, ἀργότερα, ἑνός ἰσορροπημένου καί ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου. Ἀλλά καί τό γλυκό νανούρισμα καί τά τρυφερά παιγνιδίσματα ἀπό τή γιαγιά, ἀφήνουν ἀνεξίτηλα ἀποτυπώματα στήν παιδική ψυχή, τά ὁποῖα θά τό συντροφεύουν δυναμικά καί εὐχάριστα σ’ ὃλη του τή ζωή. Ἀπό αὐτή ὃμως τήν ἡλικία πρέπει νά ἀρχίσει καί τό σμίλευμα τοῦ χαρακτήρα του. Μητέρα καί γιαγιά, σέ μιά ἀγαστή συνεργασία, ὀφείλουν νά «μπολιάζουν» τό παιδί μέ ὃ,τι «καλό» προσφέρει ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, καί μέ τέχνη, νά κόβουν τάσεις καί ἐλαττώματα, πού ἢδη ἀρχίζουν νά ἀναδύονται, ἐνῶ συγχρόνως νά «καλλιεργοῦν» κλίσεις καί προτερήματα, πού διαφαίνονται. Τὸ ἀντίδοτον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Τό βρέφος καί τό νήπιο -εἶναι καί ἐπιστημονικά διαπιστωμένο- συσσωρεύει ἐμπειρίες καί πληροφορίες, χωρίς φυσικά νά μπορεῖ νά σκεφθεῖ καί κρίνει πάνω σ’ αὐτές. Ἒτσι δημιουργεῖται, σ’ αὐτή τήν ἡλικιακή φάση τό ὑποσυνείδητο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τό ὁποῖο γνωρίζουμε πόσον οὐσιαστικό ρόλο παίζει στήν ψυχική ἐξέλιξή του. 
Ὃσο λιγότερες δυσάρεστες ἐμπειρίες ἒχει ὁ ἂνθρωπος σ’ αὐτή τήν ἡλικία, τόσο τό ὑποσυνείδητό του δέν εἶναι βεβαρυμένο καί ὁ ψυχικός του κόσμος ἀναδύεται ὑγιής. Ἀντίθετα τό βεβαρυμένο ὑποσυνείδητο ἐκδηλώνεται ἀργότερα ἀρνητικά μέ ἐλαφρότερες ἢ βαρύτερες ψυχικές διαταραχές. Ἡ Ἐκκλησία μας ὡς στοργική Μητέρα, ἰδιαίτερα σ’ αὐτή τήν ἡλικία, ἒρχεται νά «μπολιάσει» καί ἐνδυναμώσει μέ τή Θεία Χάρη τό παιδί, μέσῳ τῶν ἁγιαστικῶν πράξεων, ὃπως τοῦ Σαραντισμοῦ, τῆς Βάπτισης, τῆς Θείας Κοινωνίας, ὡς ἀντίδοτο στίς ἀρνητικές ἐπιδράσεις, πού καί ἀπό αὐτή τήν ἡλικία δέχεται. Στή βρεφική καί νηπιακή ἡλικία, ἰδιαιτέρως ἡ γιαγιά μπορεῖ νά ἀποβεῖ ὁ τελειότερος παιδαγωγός. Ἡ γιαγιά μέ τήν ψυχική της ἠρεμία, τήν πεῖρα τῶν χρόνων καί τό καταστάλαγμα ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς μέ ποιότητα, εἶναι ἱκανή νά τροφοδοτήσει τόν ἀναπτυσσόμενο ἂνθρωπο μέ ἀρχές καί ἀξίες, πού θά νοηματοδοτοῦν πλέον τήν ὑπόλοιπη ζωή του. Μέσα ἀπό τά νανουρίσματα, τά τραγούδια, τίς ἱστορικές διηγήσεις , μέ τίς παραβολές , ἢ μέ τίς ἀναφορές στή ζωή τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων, τό παιδί θά γνωρίσει σιγά-σιγά τά πρότυπα ἐκεῖνα, πού θά τό ἐνισχύουν ἀργότερα στόν ἀγώνα του γιά συνέπεια ζωῆς. 
Ὁ Γέροντας Φιλόθεος ἒλεγε, «ὃπως τό ἁπαλό κερί, πού τό πλάθεις, ὃπως θέλεις, καί δέχεται ὃ,τι σφραγίδα τοῦ θέσεις, ἒτσι καί τό μικρό παιδί, ὃ,τι μάθει ἀπό μικρό, αὐτό τοῦ μένει ἀνεξάλειπτο...». Καί αὐτό πιστοποιεῖται στά μαῦρα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς μας... ὁ παπούς καί ἡ γιαγιά γαλούχησαν τά μικρά παιδιά μέ τίς ἱστορίες τῶν ἡρώων μας, τά συναξάρια τῶν ἁγίων μας, μέ τούς Ψαλμούς καί τό «Χτωήχι», καί σμιλεύοντας μ’ αὐτά τίς παιδικές ψυχές, κατόρθωσαν μετά ἀπό 400 καί 500 χρόνια σκληρῆς σκλαβιᾶς, οἱ Ἓλληνες νά ξεσηκωθοῦν καί νά ἀγωνιστοῦν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Ἡ ἁγιοπνευματικὴ διάστασις Μέσα σ’ αὐτό τό πνευματικό κλῖμα, ἡ οἰκογένεια ἀναπτύσσει καί τό θρησκευτικό συναίσθημα, πού ἢδη ἒχει ἀρχίσει νά ἀναδύεται. Καί αὐτό τό χρέος πρός τό ἀναπτυσσόμενο παιδί κατ’ ἐξοχή ἀναλαμβάνει ἡ γιαγιά καί ἡ μητέρα. Ὁ ἲδιος ὁ Κύριος, ὃταν οἱ Μαθητές ἐμπόδιζαν τίς μητέρες νά φέρουν τά παιδιά τους σ΄Ἐκεῖνον, Αὐτός «ἀγανάκτησε» καί εἶπε, ὃτι σ’ αὐτά ἀνήκει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί ὃτι, ὃποιος δέν δέχεται τή βασιλεία Του, ὃπως τό μικρό παιδί, δέν θά γίνει δεκτός σ’ αὐτήν· (Μαρκ. 10,13-16). Στή συνέχεια ἀφοῦ τά ἀγκάλιασε, τά εὐλόγησε. Δέν ἒμεινε δηλ. μόνο στή διδασκαλία, ἀλλά τά πλησίασε καί μέσῳ τῶν αἰσθήσεων. Μητέρα καί γιαγιά ἑπομένως μέσῳ καί αἰσθητῶν κινήσεων καί πραγμάτων μποροῦν νά μεταγγίζουν καί τή χριστιανική πίστη. Τό νήπιο π.χ. νά ἀγγίξει καί φιλήσει τήν εἰκόνα, τό βαφτιστικό του σταυρό, νά παρακολουθήσει τό ἂναμμα τοῦ καντηλιοῦ, νά ἀκούσει τίς ψαλμωδίες, νά συμμετέχει στήν πανηγυρική ἀτμόσφαιρα τῶν ἑορτῶν , κ.λπ. 
Ἒτσι προσφέρεται καί ἀναπτύσσεται σιγά-σιγά καί ἡ ἂλλη διάσταση στή ζωή τοῦ παιδιοῦ, ἡ ἁγιοπνευματική, ἡ ὁποία τοῦ χαράσσει πορεία ζωῆς καί τοῦ χαρίζει ἂγκυρα ἐλπίδας, στοιχεῖα τόσο σημαντικά καί εὐεργετικά στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Μέση καί ὂψιμη παιδική ἡλικία (6- 13 ἐτῶν). Χαρακτηριστικό τῆς ἡλικίας αὐτῆς ἡ ἔναρξη τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ παιδιοῦ ἀπό τό οἰκογενειακό περιβάλλον. Ἡ μετάβαση στό σχολεῖο, ἡ ἐπικοινωνία μέ τούς συμμαθητές, οἱ φίλοι πού ἐπιθυμεῖ συχνά νά βρίσκεται κοντά τους, τοῦ ἀνοίγουν ἓνα νέο ὁρίζοντα καί τοῦ προσφέρουν νέες ἐμπειρίες καί προκλήσεις. Ἡ παρουσία τοῦ παιδιοῦ στό σχολεῖο, ἡ προσαρμογή του στούς σχολικούς κανόνες, οἱ σχολικές ὑποχρεώσεις, ὃλα αὐτά διαφοροποιοῦν κατά πολύ τήν εἰκόνα καί τήν συμπεριφορά του ἀπό τήν προηγούμενη ἡλικιακή φάση. Τά ἀνοίγματα, φυσικά, ἀκόμη εἶναι μικρά. Γι’ αὐτό καί ἐξακολουθοῦν νά παιδαγωγοῦνται ἀπό τίς ἐμπειρίες πού προσλαμβάνουν κυρίως στό σπίτι. Ἡ εὐγένεια, ἡ καλοσύνη, ἡ εἰλικρίνεια καί συνέπεια τῶν γονέων, ἡ τρυφερότητα καί γλυκύτητα τῆς μητέρας, τό «γέμισμα» τῆς ἐλεύθερης ὣρας μέ τή χαρούμενη συντροφιά τῆς γιαγιᾶς, εἲτε μέ τόν περίπατο, εἲτε μέ τό διάβασμα καί τίς διηγήσεις ἐκείνης, εἲτε ἀκόμη καί μέ τήν παρακολούθηση μιᾶς παιδικῆς ἐκπομπῆς, πού ἐκείνη θά βρεῖ τήν εὐκαιρία νά ἀναδείξει ὃ,τι καλό προσφέρει καί νά ὑποδείξει τό ἀρνητικό, ὃλα αὐτά ἐπιδροῦν καί ἀφήνουν μιά εὐχάριστη γεύση, πού τά συνοδεύει γιά πάντα. Ἡ βάση τῆς σχέσης μητέρας-παιδιοῦ, γιαγιᾶς-παιδιοῦ, διαποτίζεται ἀπό ὑπεύθυνη καί σταθερή προσ - φορά ἀγάπης, πού περιλαμβάνει τόν σεβασμό καί τήν κατανόηση στήν προσωπικότητα τοῦ παιδιοῦ, καί δέν παρασύρεται σ’ ἓνα ἀθεμελίωτο συν αισθηματισμό. Ἡ γνήσια ἀγάπη, ἀπό τή μητέρα καί γιαγιά ὀφείλει νά συνοδεύεται ἀπό τήν ὑπευθυνότητα, ἡ ὁποία γνωρίζει νά λέει «ὂχι», καί νά ἀρνεῖται νά ἀνταποκριθεῖ σέ κάθε παιδική ἀπαίτηση. Τά δείγματα ἀγάπης, πού ἱκανοποιοῦν κάθε παιδική ἀπαίτηση, ἡ συν εχής ἱκανοποίηση τοῦ «θέλω» καί πολλά ἂλλα, ἒχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀναπτύσσεται ὁ ἐγωκεντρισμός τοῦ παιδιοῦ, καί νά διαμορφώνονται ἒτσι ἂτομα ἀπαιτητικά καί καταναλωτικά. Ὄχι εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν ὑποχρεώσεων Ἐπίσης δέν θά πρέπει νά διευκολύνεται , πέραν τοῦ φυσικοῦ καί κανονικοῦ ἡ ζωή τοῦ παιδιοῦ. 
Ὃ,τι ἐκεῖνο μπορεῖ νά κάμει νά τό ἀφήνουμε νά τό φέρει σέ πέρας. Στίς σχολικές ὑποχρεώσεις του π.χ. μη- τέρα καί γιαγιά συμπαραστέκονται, δέν τό ἀντικαθιστοῦν. Ἡ διευκόλυνση καί ὑπεραπλούστευση τῆς ζωῆς του, λόγῳ τῆς βοήθειας τῶν μεγαλυτέρων, ὁδηγεῖ στήν μετάθεση τῶν ὑποχρεώσεών του, στή νωχέλεια καί διστακτικότητα στήν περαιτέρω ζωή του. Ἡ διεκδίκηση μόνο δικαιωμάτων καί διευκολύνσεων ἐκ μέρους τοῦ παιδιοῦ δημιουργεῖ τόν αὐριανό ἀπαιτητικό καί ἀνεύθυνο πολίτη. Οἱ παιδαγωγοί, καί ἐδῶ ἡ μητέρα καί γιαγιά, ὀφείλουν ἀνάλογα μέ τήν ψυχοσωματική ὡριμότητα τοῦ παιδιοῦ νά ἀναθέτουν καθήκοντα καί ὑποχρεώσεις, πού προκύπτουν μέσα στήν οἰκογένεια, ἀλλά καί στούς χώρους, πού δραστηριο- ποιεῖται. Ὁ μεγάλος παιδαγωγός ἃγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος προτρέπει σέ μιά ρεαλιστική καί ὠφέλιμη ἀγωγή: «Οὒτε τά ροῦχα του νά τοῦ φέρνει ἂλλος, οὒτε στό λουτρό νά περιμένει νά ὑπηρετηθεῖ ἀπό ἂλλον, ἀλλά ὃλα νά τά κάνει μόνο του· αὐτό καί δυνατό θά τό κάνει καί ταπεινό καί πρόσχαρο». Αὐτά ὃλα δέν σημαίνουν ὃτι θά χρησιμοποιεῖται ἀπό τούς μεγάλους ὁ αὐταρχισμός, ἀλλά μέ τίς ὑποδεί- ξεις, τά καλοπιάσματα, τή συζήτηση καί τήν ὑπογράμμιση τῆς ὠφελιμότητας καί χαρᾶς, πού θά δοκιμάζει, ὃταν ὁ ἲδιος θά δημιουργεῖ καί θά πετυχαίνει. Προπάντων μητέρα καί γιαγιά ὀφείλουν συχνά νά τοῦ ὑπενθυμίζουν ὃτι ὁ ἂνθρωπος δέν ἒχει μόνο δικαιώματα στή ζωή, ἀλλά ἒχει καί καθήκοντα καί ὑποχρεώσεις. Τότε ἡ καλή συνήθεια θά γίνει καί καλή δεύτερη φύση. Στό πλαίσιο τῆς ἂσκησης ἀγωγῆς ὑπάρχει καί ἡ παιδαγωγική μέθοδος τῆς τιμωρίας. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος μᾶς ὐποδεικνύει τόν τρόπο: «Ἂν δεῖς, ὃτι παραβαίνει τήν ἐντολή σου, τιμώρησέ το, ἂλλοτε μέ ὓφος αὐστηρό, ἂλλοτε μέ λόγια πού μποροῦν νά πληγώσουν, ἂλλοτε μέ ἐπιτιμήσεις, καί ἂλλοτε πάλι κολάκευσέ το καί δός του ὑποσχέσεις». 
Φυσικά ἡ τιμωρία δέν ἐπιβάλλεται γιά ἐκδίκηση, ἀλλά καί αὐτή ὀφείλει νά εἶναι καρπός ἀγάπης καί ἐνδιαφέροντος, κάτι πού τό ὑποδεικνύουμε καί στό παιδί, ἐνῶ συγχρόνως τοῦ τονίζουμε ὃτι λειτουργοῦμε, ὃπως ὁ γιατρός, πού καταπολεμᾶ τήν ἀρρώστια, φροντίζει ὃμως καί ἀγαπᾶ τόν ἂρρωστο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας Ἐφηβεία (13-16 ἐτῶν). Ἡ πιό δύσκολη ἡλικιακή φάση. Πολλές ψυχοσωματικές ἀλλαγές συμβαίνουν σέ σύντομο χρονικό διάστημα. Ὁ ἲδιος ὁ ἒφηβος ἐντοπίζοντας τίς ραγδαῖες ἀλλαγές στόν ἑαυτό του, πού εἶναι σωματικές καί ψυχικές, ζεῖ ἒντονες καταστάσεις ἀμφιθυμίας. Πότε εἶναι αἰσιόδοξος, χαρούμενος, δυναμικός, ἀλλά καί πολύ σύντομα ἀλλάζει, δείχνει ἀδιάφορος, ἀμήχανος, ἀπαισιόδοξος, ἀπορριπτικός, ἀρνεῖται νά δώσει ἀγάπη, ἀλλά καί γρήγορα μεταβάλλει διαθέσεις, γίνεται ἐκδηλωτικός, τρυφερός, εὐγενικός, καλωσυνᾶτος. Ἡ εὐχάριστη αἲσθηση νά ζήσει ἀνεξάρτητος τόν ἐνθουσιάζει, ἀλλά καί ἡ εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας, ἡ ἀνάληψη ὑποχρεώσεων καί εὐθυνῶν ἐκ μέ- ρους του τόν τρομάζει. Σ’ αὐτές τίς ἀντιφατικές συμπεριφορές καί ἀπειλές τοῦ ἐφήβου χρειάζεται ἐκ μέρους τῶν παιδαγωγῶν, νά ὁπλιστοῦν μέ πολλή ὑπομονή, ταπείνωση, ἀνεξικακία καί εὐελιξία στό χειρισμό τῶν κρίσεων. Ὂχι, φυσικά, χρήση βίας. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος συνιστᾶ: Θά πρέπει νά ἀγωνιστοῦμε μέ τήν ἀνοχή καί τήν ὑπομονή, μέ τήν πειθώ καί τήν ἐπι- είκεια. Ἀλλά καί ὁ λόγος τοῦ εὐαγγελίου δίνει περιθώρια καί γιά ἂλλη μορφή γονεϊκῆς συμπεριφορᾶς: τοῦ σεβασμοῦ δηλ. τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. Στήν ἐπιμονή τοῦ Νέου, ἂς τόν ἀφήσουμε «νά πάθει, γιά νά μάθει», ὃπως ὑποδεικνύεται στήν παραβολή τοῦ ἀσώτου. Μόνο, πού θά παρέχουμε πολλά δείγματα, ὃτι ἡ γονεϊκή ἀγάπη παραμένει ἀμείωτη, καί ὃτι πάντοτε ἡ «ἐπιστροφή» εἶναι καλοδεχούμενη καί ἰδιαίτερη εὐλογία. Στήν Ἐφηβεία ἀναδύονται ἒντονες ἀμφιβολίες, ἀλλά καί σύγχυση ἐσωτερική, πού σχετίζεται μέ τήν θρησκευτικότητα. Ὃ,τι χριστιανικό εἶχε παραλάβει ὁ Νέος ἁπλά ὡς παιδί, στήν ἐφηβεία τό ἀμφισβητεῖ ἢ καί τό ἀπορρίπτει. Ἡ συμμετοχή του στή Λατρεία περιορίζεται. Αὐτό δέν σημαίνει ἀπιστία, ἀλλά μιά ἀνακατάταξη κι’ ἕνα βασανισμό τοῦ «πιστεύω» του –καί εἶναι φυσιολογικό. Καί ἐδῶ χρειάζεται πολλή τέχνη ἀπό τή μητέρα καί γιαγιά, ὣστε μέ τήν ὑπομονή καί ἀνεκτικότητα, μέ τόν σεβασμό τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί τήν ἒλλειψη αὐταρχικότητας, προπάντων δέ μέ τόν διάλογο, τό παράδειγμα καί τή θερμή προσευχή νά ἐπιτύχουμε τό καλύτερο. Στά θέματα τῆς πίστεως δέν χωρεῖ ἐξαναγκασμός. «Εἲ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Ματθ. 16,24), ἡ δέ θρησκευτική ζωή δέν ἀναπτύσσεται τόσο μέ τή διδασκαλία, ὃσο μέ τήν ἐπίδραση ζωντανῶν θρησκευτικῶν προσωπικοτήτων.
 Ὁ Μ. Βασίλειος μέ πολλή σεβασμό καί εὐγνωμοσύνη ἀναφέρεται στή για- γιά του Μακρίνα καί στή μητέρα του Ἐμμέλεια, εὐγνωμονώντας τες γιά τή βαθειά πίστη, πού τοῦ ἐνέπνευσαν μέσῳ τῆς δικῆς τους πίστης καί ζωῆς. Τό ἲδιο καί ὁ ἃγιος Νεκτάριος θυμᾶται τήν ζωντανή πίστη τῆς γιαγιᾶς του, πού τόν ἐνέπνεε. Ὁ Πάγκαλος  Ἰωσήφ Στήν πρόκληση τοῦ πανσεξουαλισμοῦ πού ὁπωσδήποτε ταλανίζει καί τούς ἐφήβους μας, Μητέρα καί Γιαγιά ὀφείλουν νά βρίσκουν εὐκαιρίες, γιά νά ὑποδεικνύουν τήν ὀμορφιά τῆς ἀγαπητικῆς συνάντη- σης τῶν δύο φύλων, ἀλλά νά ὑποδεικνύουν ὃτι αὐτή θά πρέπει νά πραγματωθεῖ μέσα στήν βιολογική, ψυχική καί πνευματική ὡριμότητα τῶν Νέων. Διότι ὃπως, ὃταν κόβεται ἓνας ἂγουρος καρπός, δέν τρώγεται καί πετιέται, πολλές φορές δέ εἶναι καί ἐπικίνδυνος, κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί μέ τήν πρόωρη καί ἀπροϋπόθετη ψυχοσωματική αὐτή ἓνωση. Παράδειγμα ἐγκράτειας καί σωφροσύνης ὁ Πάγκαλος Ἰωσήφ. Ἡ οὐσιαστική χρησιμοποίηση τοῦ ἐλεύθερου χρόνου τοῦ Ἐφήβου μέ σημαντικές δραστηριότητες, ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἐργατικότητας καί ὑπευθυνότητας, θά πρέπει νά ὑποδεικνύεται ἀπό τή Μητέρα καί Γιαγιά. Στό τέλος ὃλα αὐτά θά ἱκανοποιοῦν τό Νέο καί θά τοῦ προσφέρουν διέξοδο στά ἀδιέξοδά του. Συμπερασματικά οἱ γονεῖς καί παιδαγωγοί ὀφείλουν μέ τή δική τους παραδειγματική ζωή νά ἐμπνέουν στούς Νέους ἐνθουσιασμό γιά τή ζωή, πού ἒχει πληρότητα καί ποιότητα. 
Ὁ γογγυσμός, ἡ πικρή ἀγανάκτηση καί ἡ ἀπόρριψη τῶν παιδιῶν, πού παρεκτρέπονται, δείχνουν ἒλλειψη ἐλπίδας καί ἀπομακρύνουν περισσότερο τά παιδιά ἀπό τούς παιδαγωγούς τους. Καί ἂς μή ξεχνᾶμε ὃτι οἱ προσευχές καί τά δάκρυα τῆς ἁγίας Μόνικας, μετέστρεψαν τόν ἂσωτο γιό της Αὐγουστῖνο σέ ἃγιο... καί ὃτι τά δάκρυα τῶν φυσικῶν παιδαγωγῶν , τῆς Μητέρας δηλ. καί τῆς Γιαγιᾶς, γιά τά παιδιά τους, πού ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Παναλήθεια-Χριστό, μετατρέπονται σέ θεραπευτικά φάρμακα. Γιατί εἶναι δύσκολο στό Νέο νά λησμονήσει τά δάκρυα τῆς Μάνας καί Γιαγιᾶς, πού προέρχονται ἀπό τή δική του ἀνάρμοστη συμπεριφορά.

* Ὁμιλία εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Νεκταρίου τῆς Π.Ο.Ε., εἰς τὴν Ν. Ἐρυθραίαν, Κυριακὴ 5.10.2014.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Πως να μην αγαπάς τις ευλογημένες αυτές γιαγιάδες;...


 Μπορεί να είναι εικόνα φαγητό και εσωτερικός χώρος

~ Μιά φορά ήταν μιά γριά καί κάθε πρωΐ έβγαινε στός δάσος καί μάζευε ξύλα γιά τή φωτιά της καί χορταράκια, γιά νά φάει.
Καθώς εγύριζε μιά μέρα φορτωμένη στόν ώμο τά ξύλα καί στήν ποδιά της τά χόρτα, στό δρόμο συναντάει τόν χάροντα.
-Γειά καί χαρά σου, χάροντα, τοϋ λέει, γιά ποιόν μέ τό καλό;
-Γιά του λόγου σου θειά, τής λέει ό χάροντας. Αντε, ετοιμάσου νά σέ πάρω.
-Τώρα, τοϋ λέει, νά πάω σπίτι νά ξεφορτωθώ καί νά ετοιμασθώ. Καί γιά νάχω καλό ρώτημα, σάν πώς θέλεις νά ετοιμασθώ;
– Οπως θέλεις εσύ, άπαντάει ό χάροντας.
Τότε ή γριά πηγαίνει στό σπίτι, άνάβει τό τζάκι καί βάζει νά βράσει τά χόρτα. Υστερα έπιασε νά ζημώσει ψωμιά, έφτιαξε καί κουλούρια γιά συγχώρεση. Υστερα έστρωσε τραπέζι καί περίμενε νά ψηθοϋν τά ψωμιά. Τότε παρουσιάσθηκε o χάροντας καί τή ρωτάει:
-Ε, ετοιμάστηκες θειά;
-Περιμένω γιέ μου νά βράσουν τά χόρτα, νά ξεφουρνίσω τό ψωμί καί νά φαμε. Δέν κάθεσαι καί του λόγου σου νά φας μαζί μου;
-Μά δέν μ’ έχεις κακία θειά, πού θά σου πάρω τήν ψυχή;
-Μπά, γιατί νά σού΄χω κακία. Όπου τήν πας τήν ψυχή μου, θάρχομαι κι εγώ μαζί. -Καί τό κορμάκι σου, που θά τάφήσεις εδώ; ξαναρωτάει ό χάροντας.
-Ε, αυτό είναι δική μου υπόθεση, απαντάει ή γριά. Εγώ θά τό παραδώσω στόν Θεό καί θά μου τό φυλάει. Είδες πού βάζομε σταυρό πάνω απ’ τά μνήματα;
Απάνω στήν ώρα έβρασαν καί τά χόρτα, μύρισε καί τό ψωμί στό φουρνο καί ή γριά κατέβασε τό φαΐ, ξεφούρνισε κι έβαλε στό τραπέζι δυό πιάτα χόρτα καί κάμποσες φέτες ψωμί.
Ό χάροντας όμως φαίνονταν στενοχωρημένος καί δέν ήθελε νά φάει.
–Δέν μου κάνει κέφι νά παίρνω ανθρώπους, πού δέν κλαίνε, λέει στή γριά.
-Καί δεν μου λές κι εμένα τό λόγο; λέει ή γριά.
-Τί σημασία έχει άν κλαίνε ή όχι; «Οταν κλαίνε καί θρηνουνε, μόνο τότε είναι δικοί μου καί τούς πάω στήν κόλαση. Οταν είναι ευχαριστημένοι καί ήσυχοι, μου τούς παίρνει o Θεός καί τούς πάει ίσια στόν Παράδεισο.
-Γι’ αυτό κι έχεις κακό όνομα, του λέει ή γριά. Φάε λίγο νά ζεσταθεί ή ψυχή σου, νά κάνεις τό σταυρό σου, μήπως καί πάψεις νά κολάζεις τόν κόσμο. Τότε o χάροντας έσκασε απ’ τό κακό του, πετιέται επάνω καί φεύγει λέγοντας.
-‘Εσένα έτσι κι έτσι χαμένη σ’ έχω. Τί κάθομαι καί χασομερώ μαζί σου.
Ετσι έφυγε o χάροντας κι ή γριά ζει ακόμα καί ποιος ξέρει πόσο ακόμα θά ζει καί θά ‘ναι καί ευχαριστημένη καί καλόγνωμη.
ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ἡ «ἄγνωστη» δεξιά ἡρωίδα τῆς Ἀντιστάσεως πού ἐπέστρεψε τό παράσημο Στούς Ἄγγλους

 ἐπειδή κρέμασαν τούς Καραολῆ-Δημητρίου – Τήν τελευταία στιγμή γλύτωσε τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα τῶν Γερμανῶν.

Η ΣΥΛΒΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ – ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, ἡ «Πάτ» τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, ἔφυγε χθές ἀπό τήν ζωή σέ ἡλικία 98 ἐτῶν. Τό ἄγγελμα τοῦ θανάτου τῆς σημαντικῆς αὐτῆς προσωπικότητος τῆς νεωτέρας ἱστορίας μας ὁδηγεῖ συνειρμικῶς στήν πικρή διαπίστωση, ὅτι ἡ ἐποχή τῶν ἡρωικῶν κατορθωμάτων παρέρχεται ἀνεπιστρεπτί. Ἡ Ἑλλάς ἦταν πράγματι παροῦσα σέ ὅλα σχεδόν τά μέτωπα τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος. Ἀλλά οἱ πατριῶτες πού ἐπετέλεσαν τίς σημαντικώτερες πράξεις ἡρωισμοῦ καί αὐτοθυσίας, πού πράγματι ἔπληξαν καίρια τούς Γερμανούς –εἰδικῶς οἱ προερχόμενοι ἀπό τήν μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη, εἶναι στίς ἡμέρες μας οἱ πλέον ἄγνωστοι. Πολλές φορές καί ἀπό δική τους ἐπιλογή. Καθώς οἱ δεξιοί πατριῶτες ὅπως ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ Λέλα Καραγιάννη, ὁ Κώστας Περρίκος, ὁ Χριστόδουλος Τσιγάντες, ὁ Γκέρζυ Ἰβάνωφ, ἡ Μαρία Παπαδάκη, δέν διενοήθησαν ποτέ νά καπηλευθοῦν τούς ἐθνικούς ἀγῶνες ὅπως πράττει συνήθως ἡ Ἀριστερά. Γι’ αὐτό ἄλλως τε ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου ἐπέστρεψε τό παράσημο πού ἠθέλησαν νά τῆς ἀπονείμουν οἱ Ἄγγλοι, ἐπειδή ἔσωσε τήν ζωή Ἄγγλων στρατιωτῶν στήν Κατοχή. Γι’ αὐτό ἐδέχθη μόνο τόν Μεγαλόσταυρο τοῦ Τάγματος τῆς Τιμῆς πού τῆς ἀπένειμε ἡ πατρίς της, ἡ Ἑλληνική Δημοκρατία. Ἡ κρυφή δρᾶσις τῆς Σύλβιας Ἰωαννίδου ἀνεδείχθη πρό τεσσάρων ἐτῶν σέ ἐκδήλωση τῆς Παναθηναϊκῆς Ὀργανώσεως Γυναικῶν καί τοῦ Συνδέσμου 74 στήν αἴθουσα τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου «Παρνασσός», τήν ὁποία εἶχε συντονίσει ὁ Διευθυντής τῆς «Ἑστίας» Μανώλης Κοττάκης.

Μαθήτρια ἀκόμη, ἡ ἐκλιποῦσα ἐνετάχθη στήν «Δύναμη 133», τό δίκτυο τῶν Ἄγγλων πού φυγάδευε ἀνθρώπους ἀπό τά ἐδάφη πού κατεῖχαν οἱ Γερμανοί. Μέ ἕνα αὐτοκίνητο «Μόρρις» παραχωρημένο ἀπό τόν Πρωθυπουργό Ἰωάννη Ράλλη καί πλαστά χαρτιά ἰδιοκτησίας ἀπό μία ἀνύπαρκτη γερμανική ἑταιρεία, ἡ Πάτ ἔκρυβε καί διεκινοῦσε κυνηγημένους, μέχρις ὅτου ἡ ἴδια συνελήφθη γιά νά γλυτώσει ὁριακῶς τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα.

Γιά τήν δράση της ἐτιμήθη μέ τό δεύτερο τῇ τάξει βρεταννικό παράσημο, τόν Σταυρό τοῦ Γεωργίου. Τό ἐπέστρεψε λίγα χρόνια ἀργότερα διαμαρτυρομένη γιά τούς ἀπαγχονισμούς Κυπρίων ἀγωνιστῶν ἀπό τούς Ἄγγλους. Ἡ ἴδια διηγήθη σχετικῶς πρός τό ἐπεισόδιο αὐτό: «Ὁ πρέσβυς ὁ Ἄγγλος ἔμεινε ἄναυδος καί μέ παίρνει τηλέφωνο. Ξέρεις, λέει, αὐτό ἦταν τῆς στιγμῆς. Ἐγώ τό κρατάω. Θά τό μετανιώσεις κάποτε. Ἔλα νά τό πάρεις. Τοῦ λέω ἐγώ εἶμαι Ἑλληνίδα. Ὅταν κάνω κάτι, τό κάνω. Ὅτι κρεμάσατε δύο παιδιά, Καραολῆ καί Δημητρίου, στό ἄνθος τῆς νιότης τους, αὐτό γιά μένα ἤτανε ἔγκλημα. Κι ἐγώ μέ ἐγκληματίες δέν κάνω δουλειά. Δέν εἶπε τίποτα βέβαια».

Ἀργότερα, στήν ἐκδήλωση πού ἔγινε πρός τιμήν της στήν Ἀθήνα μέ πρωτοβουλία τῆς Προέδρου τῆς Παναθηναϊκῆς Μαρίας Γιαννίρη, παρόντος τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ Κώστα Καραμανλῆ καί τοῦ πρέσβεως Παύλου Ἀποστολίδη, ἡ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Ἄννα Ψαρούδα-Μπενάκη τήν περιέγραψε ἁπλά καί περιεκτικά μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Εἶναι μία γυναίκα, μεταξύ πολλῶν πού παραμένουν ἀνώνυμες, πού δέν διαλάλησε ἤ διεκδίκησε δάφνες γιά τήν ἀντιστασιακή της δράση».

Γιά τήν δράση αὐτή θά ἀφήσουμε τήν ἴδια νά μιλήσει, δανειζόμενοι περικοπές ἀπό τήν ἐκπομπή «Μηχανή τοῦ Χρόνου» ὅπου πρό ἐτῶν εἶχε μιλήσει:

«Ἀγαποῦσα πολύ τόν τόπο μου καί ἤθελα πάντοτε νά προσφέρω. Ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοί ἐπιτάξανε τό Ἀρσάκειο καί τό ἔκαναν νοσοκομεῖο. Ἀνέβαινα καί κατέβαινα ἀπό τό σπίτι μέ τά πόδια. Ἤμουν στήν τελευταία τάξη, ἕκτη γυμνασίου. Εἶχα ἀποφασίσει νά πάω στό βουνό. Οἱ γονεῖς μου δέν τό εὐχαριστήθηκαν καί πολύ. Μιά μέρα ἦρθε ἀπό τήν Αἴγυπτο κάποιος νά μᾶς φέρει νέα τῆς ἀδελφῆς μου –πού στό μεταξύ εἶχε φύγει– καί τοῦ εἶπα: Θέλω νά βγῶ στό βουνό. Μοῦ λέει: Δέν εἶναι γιά σένα τό βουνό, ἔλα μαζί μας. Ἔτσι μπῆκα στήν Force 133, πού ἦταν μιά ὑπηρεσία τῶν Ἄγγλων γιά νά φυγαδεύει κόσμο ἀπό τά ἐδάφη πού εἶχαν καταλάβει οἱ Γερμανοί. Ἔτσι ἄρχισε ἡ δράση μου».

Καί συνεχίζει: «Δουλειά μου ἦταν νά κρύβω Ἐγγλέζους ἀξιωματικούς ἤ στρατιῶτες, ἀλλά καί Ἕλληνες μέχρι νά μπορέσει ἡ ὀργάνωση νά τούς φυγαδεύσει στήν Αἴγυπτο. Εἴχαμε νοικιάσει διάφορα διαμερίσματα στό κέντρο τῆς Ἀθήνας μέ ψεύτικα ὀνόματα. Μοῦ ἔδωσαν τό κωδικό ὄνομα Πάτ. Ἤμουν ἡ Πάτ, ἄν καί ποτέ δέν τό παραδέχτηκα ὅταν μέ συνέλαβαν τελικά. Ὁδηγοῦσα ἕνα “μορισάκι” πού μᾶς εἶχε παραχωρήσει ὁ τότε Πρωθυπουργός Ράλλης. Μᾶς εἶχε δώσει γερμανικά ἔγγραφα, ὅτι τάχα ἀνήκει σέ κάποια γερμανική ἑταιρεία κι ἔτσι κυκλοφορούσαμε καί περνάγαμε τούς ἐλέγχους. Ἐκτός ἀπό τά διαμερίσματα πού κρύβαμε ὅσους ἦταν κυνηγημένοι, εἴχαμε καί μία, δύο σπηλιές κάπου στά Κιούρκα πού ἔφταναν καί κρύβονταν κάποιοι πρίν ἔρθουν στήν Ἀθήνα καί ἕνα διαμέρισμα στά Πετράλωνα πού ἦταν κάτι σάν πυριτιδαποθήκη. Μάλιστα εἴχαμε γιά φύλακα τόν Καρπόζηλο πού κάπνιζε πολύ καί ὅλο τοῦ ἔλεγα: Πρόσεχε γιατί θά γίνει κανά μπάμ καί θά γίνουν ἄνω-κάτω τά Πετράλωνα. Μάλιστα μέ τό αὐτοκίνητο πολλές φορές χρειάστηκε νά μεταφέρω ἐκρηκτικά πού προορίζονταν γιά κάποια ἐπιχείρηση. Ὁ φόβος καί οἱ προδότες τῆς “διπλανῆς πόρτας” –νά πῶ ὅτι δέ φοβόμουν, θά ἤμουν ἀνόητη. Βεβαίως καί φοβόμουν. Πιό πολύ φοβόμουν τούς δικούς μας ἀνθρώπους. Οἱ προδότες κυκλοφοροῦσαν παντοῦ. Εἶχα μιά συμμαθήτρια, ἡ μάνα της ἦταν Ρωσσίδα καί μένανε στό Ψυχικό. Τό σχολεῖο μας ἦταν πίσω ἀπό τό σπίτι τους καί κάθε πρωί πήγαινα, ἔπαιρνα τή φίλη μου καί πηγαίναμε στό μάθημα. Μιά μέρα μοῦ λέει: Μπές μέσα νά φᾶμε κάτι. Ἐκείνη τήν ἐποχή τό νά φᾶς κάτι δέν ἦταν αὐτονόητο. Μπῆκα, εἶχε κάνει μπισκότα. Φάγαμε τά μπισκότα, ἤπιαμε ζεστό τσάι καί φύγαμε γιά τό σχολεῖο. Πολλοί μοῦ λέγανε: Πρόσεχέ την, εἶναι ἄνθρωπος τῶν Γερμανῶν. Δέν μποροῦσα ὅμως νά τό πιστέψω. Ὅταν μέ πιάσανε οἱ Γερμανοί καί μέ πήγανε στή Γκεχέραλντ Φέλτ Πολιτσάι καί ἀνεβήκαμε τίς σκάλες γιά νά πάω στό τρίτο πάτωμα, ἦταν ἀνοιχτή ἡ πόρτα ἑνός γραφείου καί τήν βλέπω, τήν μάνα τῆς φίλης μου, καθισμένη ἐκεῖ μέ ἕνα τσιγάρο νά καπνίζει. Καί λέω νά ’τα. Αὐτή ἤτανε καί εἴχανε δίκιο οἱ ἄνθρωποι πού μοῦ τό λέγανε».

Στήν φυλακή παρέμεινε ἔχουσα παρά λίγο γλυτώσει τήν ἐκτέλεση πρός τήν ὁποία ἐβάδισε μαζί μέ τήν Λέλα Καραγιάννη. Αὐτή ἦταν ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ ὁποία μετά τήν ἀπελευθέρωση ἔφυγε κυνηγημένη ἀπό τόν ΕΛΑΣ καί παρέμεινε δέκα μῆνες στό Κάιρο.

Ἐνεργός στήν πολιτική ζωή τῆς χώρας παρέμεινε μέχρι τό τέλος. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν τοῦ κόμματος τῆς Νέας Δημοκρατίας.

Κεντρικό ἄρθρο ἐφημερίδος “ΕΣΤΙΑ”, Τρ. 21 Σεπτεμβρίου 2021, φ. 42.066, σελ. 1, 3

 (ἀναδημ. στήν ἡλεκτρονική ἔκδοση 22/9/2021).


Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

Η αγία Σοφία και οι αγίες κόρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη




Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
        Η οικογένεια αποτελεί πρώτιστη αξία για την χριστιανική μας πίστη, η οποία χαρακτηριζόταν στην αρχαία εποχή ως «κατ οίκον εκκλησία». Μια από αυτές τις άγιες οικογένειες υπήρξε και αυτή της αγίας Σοφίας και των θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

      Έζησαν τον 2ο μ. Χ. αιώνα, όταν βασίλευε στη Ρώμη ο ειδωλολάτρης και έκφυλος αυτοκράτορας Αδριανός (117-138). Κατάγονταν από την Ιταλία. Η Σοφία είχε ευγενή καταγωγή. Χήρεψε πολύ νέα, μένοντας με τις τρεις θυγατέρες της. Ζούσε ενάρετη και αγνή ζωή, μεγαλώνοντας τα τρία βλαστάρια της ως αληθινές Χριστιανές κόρες, διαφέροντας από τις κόρες των ειδωλολατρών, τις οποίες μεγάλωναν μέσα στην ακολασία, που υπαγόρευε η λατρεία των ανήθικων «θεών» τους. Τους έδωσε, όχι τυχαία, τα ονόματα των τριών κορυφαίων χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος, «νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη» (Α΄ Κορ.13,13).    
      Για κάποιο λόγο αναγκάστηκε να μεταβεί μαζί με τις κόρες της να ζήσει στη Ρώμη, στη μεγάλη πόλη, όπου κυριαρχούσε η πιο χυδαία μορφή της ειδωλολατρίας και άκμαζε η ακολασία, όπου συνέχιζαν να βιώνουν με ακρίβεια τη χριστιανική ζωή, χωρίς να τις αγγίζει η ηθική κατάπτωση των ειδωλολατρών. Προσπαθούσαν δε να δείχνουν με το παράδειγμά τους τη νέα εν Χριστώ ζωή. Οι ειδωλολάτρες όμως ρωμαίοι, οι οποίοι μισούσαν θανάσιμα τους Χριστιανούς τις κατάγγειλαν στις αρχές ότι δεν τιμούν τους «θεούς» της αυτοκρατορίας και δεν συμμετέχουν στην καθιερωμένη θυσία προς τιμήν του «θεού» αυτοκράτορα. Αυτό άλλωστε σήμαινε για τους ρωμαϊκούς νόμους με έσχατη προδοσία και τιμωρούνταν με θάνατο, αν δεν άλλαζαν γνώμη.
     Ο Αντίοχος, διοικητής της Ρώμης, ενημέρωσε τον Αδριανό, ότι η πατρικία Σοφία, μαζί με τις τρεις κόρες της είναι Χριστιανές. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τις συλλάβουν και να τις οδηγήσουν δέσμιες μπροστά του. Προσπάθησε με κολακείες να τις μεταπείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στα είδωλα. Κατόπιν τις ξεχώρισε, φυλάκισε χωριστά τη μητέρα από τις κόρες της, ώστε να μη μπορούν να ενθαρρύνονται μεταξύ τους. Όμως η Σοφία βρήκε τον τρόπο και επικοινώνησε με τις κόρες της, στις οποίες σύστησε εμμονή στην πίστη τους με κάθε τίμημα. Εκείνες απάντησαν στη μητέρα τους ότι δεν πρόκειται να προδώσουν την πίστη τους στο Χριστό, αψηφώντας ακόμα και τις απειλές των φρικτών μαρτυρίων και του θανάτου. Ας σημειωθεί πως η Πίστις ήταν δώδεκα χρονών, η Ελπίδα δέκα και η Αγάπη εννέα! 
      Ο δικαστής, με κολακείες και απειλές προσπαθούσε να μεταπείσει τις αγνές Χριστιανές κόρες να θυσιάσουν στα είδωλα. Αλλά εκείνες με ένα στόμα του απαντούσαν ότι ο Χριστός είναι ο Νυμφίος της ψυχής τους και πως δεν είχαν σκοπό να προδώσουν την αγάπη τους και την πίστη τους για Εκείνον. Εκείνος, ενώ θαύμασε το ηρωικό φρόνημα των τριών ανήλικων κοριτσιών, γέμισε με οργή την ψυχή του. Αποφάσισε να τις χωρίσει, φυλακίζοντάς τες σε ξεχωριστά κελιά, ελπίζοντας πως θα μπορούσε ευκολότερα θα τους άλλαζε γνώμη.
       Τότε ξεκίνησαν τα μαρτύρια. Άρχισαν από την Πίστη. Την οδήγησαν μπροστά του, παροτρύνοντάς την να θυσιάσει στη «θεά» Αρτέμιδα, όπως έκαναν οι παρθένες των ειδωλολατρών. Εκείνη αρνήθηκε και γι’ αυτό την παρέδωσε στους βασανιστές της. Την έγδυσαν και την μαστίγωσαν μέχρι λιποθυμίας. Τις έκοψαν τα στήθη, αλλά αντί να τρέξει αίμα έτρεξε γάλα! Την ξάπλωσαν σε πυρακτωμένη σχάρα και ενώ το άγουρο σώμα της βασανιζόταν, εκείνη υμνούσε το Θεό. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καζάνι με πίσσα, όμως διασώθηκε θαυματουργικά, προκαλώντας το θαυμασμό των δημίων της. Στο τέλος την αποκεφάλισαν.
       Ύστερα έφεραν μπροστά του την Ελπίδα, την οποία προέτρεψε να θυσιάσει στην Αρτέμιδα. Εκείνη αρνήθηκε με θάρρος και στηλίτευσε την τακτική τους να της ζητούν να πράξει αντίθετα με την πίστη της. Την υπέβαλλαν στα μαρτύρια. Αφού την έγδυσαν την μαστίγωσαν άγρια με βούνευρα. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καμίνι, όμως ο Θεός τη διέσωσε για να δείξει στους ειδωλολάτρες τη δύναμή Του. Τη συνέχεια την κρέμασαν σε ξύλο και τις ξέσχιζαν τις παιδικές σάρκες της με σιδερένια νύχια και στη συνέχεια την έριξαν σε κοχλάζουσα πίσσα. Ο Θεός και πάλι τη διέσωσε προς καταισχύνη των βασανιστών της. Εκείνοι εξοργισμένοι της απέκοψαν το κεφάλι.
       Κατόπιν ήρθε η σειρά της εννιάχρονης Αγάπης. Πίστευαν πως το μαρτύριο και ο θάνατος των αδελφών της θα ήταν αρκετό να κάμψει την παιδική της ψυχή και να θυσιάσει στην απαίσια «θεά». Όμως και εκείνη ομολόγησε με περισσό θάρρος την πίστη της στο Χριστό και αποζήτησε το μαρτύριο να πάει να συναντήσει τις άγιες και ηρωικές αδελφές της στον ουρανό. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της τέντωσαν τα παιδικά της μέλη, ώστε έσπασαν οι αρθρώσεις των οστών της. Μετά την οδήγησαν και αυτή στο πυρακτωμένο καμίνι. Όταν έφτασαν εκεί η ηρωική κόρη πήδησε μόνη της στις θεριεμένες φλόγες. Αλλά έγινε και πάλι το θαύμα, οι φλόγες δεν την άγγιξαν! Οι φλόγες μάλιστα έφυγαν από το καμίνι, πέφτοντας επάνω στους ειδωλολάτρες, κατακαίοντας πολλούς! Στο τέλος την αποκεφάλισαν και αυτή, ολοκληρώνοντας την τριπλή θυσία.
      Η μητέρα τους Σοφία αφέθηκε να πλησιάσει τα ιερά λείψανα των ηρωικών θυγατέρων της. Τα αγκάλισε, τα καταφίλησε με δάκρυα, ευχαριστώντας το Θεό που τα άγια βλαστάρια της δεν πρόδωσαν το Χριστό και αξιώθηκε η ίδια να γίνει μητέρα Μαρτύρων. Ύστερα τα μύρωσε και στη συνέχεια τα έθαψε με τιμές σε κοντινό μυστικό ναΐσκο. Ύστερα από τρεις ημέρες, και ενώ προσευχόταν πάνω από τους τάφους των Μαρτύρων θυγατέρων της, παρακαλούσε το Θεό να την πάρει από αυτό τον κόσμο και να την οδηγήσει κοντά στις κόρες της. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή της και ξεψύχησε την ίδια στιγμή. Η ιερή τους μνήμη εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου.     
πηγη.ΑΚΤΙΝΕΣ

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Τους Αγίους στο σπίτι τους έχουμε για την ώρα αυτή, τη δύσκολη.... Δημήτριος Παναγόπουλος



Η αρετή της διακρίσεως | Πεμπτουσία



Κάποτε ήτανε ένας άπιστος που είχε μία γυναίκα πιστή. Η γυναίκα του μιλούσε για την πίστη, αλλά αυτός δεν την άκουγε. 

Μια μέρα κάνανε μερικές ελιές και δεν προλάβανε να τις μεταφέρουνε από το λιοστάσι στο σπίτι και τις άφησαν εκεί έξω.

 Είπε ο σύζυγος:
- Μην τις αφήνουμε εδώ, θα μας τις κλέψουν.

- Θα τις φυλάξει ο Θεός, του είπε η γυναίκα του

- Ποιός Θεός, εάν δεν τις φυλάξουμε εμείς; Ακούς εκεί... πιστεύεις σε Θεό.

- Θα μας τις φυλάξει ο Θεός, εφόσον δεν έχουμε να τις μεταφέρουμε...

Εν πάση περιπτώσει έμειναν οι ελιές εκεί και πάνε κάποιοι τη νύχτα και τις κλέβουνε τις ελιές.

Που να σταθεί η κακομοίρα, η γυναικούλα αυτή, μπροστά στο θηρίο αυτό! Αυτός ήταν ένας αγροίκος και καταλαβαίνετε τι έγινε...

Στο σπίτι είχανε την εικόνα της Παναγίας μας, είχανε τον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Νικόλαο.

Σηκώνεται αυτός και πάει εκεί μπροστά στις εικόνες και λέει στον Άγιο Δημήτριο που ήταν καβάλα στο άλογο:

- Δεν μου λες, τί σε έχουμε εδώ πέρα στο σπίτι; Και τί λέει αυτή η γυναίκα, ότι φυλάττεις; Καλά αυτή είναι με παιδί στην αγκαλιά (εννοούσε την Παναγία), που να πάει και που να τους βρει;
Αυτός είναι γεροντάκι (εννοούσε τον Άγιο Νικόλαο), που να πάει και που να τρέξει;
Εσύ παλικάρι με άλογο, να τους αφήσεις να μας πάρουν τις ελιές;
Θα πας να τις φέρεις, διαφορετικά θα στα κάψω αυτά...

Δεν πρόλαβε να τελειώσει αυτά τα λόγια τα απειλητικά προς τα εικονίσματα και ακούει έξω από το σπίτι να έρχονται ζώα.

Τρία ζώα φορτωμένα με τις ελιές!
Και να σου οι δύο που τις είχανε κλέψει.

Και έρχονται και του λένε:
- Εκάναμε το λάθος, εκάναμε την αμαρτία και στις πήραμε. Ήταν όμως ανάγκη να στείλεις αυτό το νεαρό παλικάρι και να φάμε τόσο ξύλο; Τί τον έστειλες αυτόν τον στρατιωτικό;

Κόκκαλο αυτός!

Εμείς τους Αγίους τους έχουμε απλώς να τους λιβανίζουμε ή να τους ανάβουμε κεριά ή τους έχουμε καντήλα, αλλά δεν τους πιστεύουμε, ότι είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να μας βοηθήσουν.

Άλλοι έχουν 200 Αγίους μέσα στο σπίτι και άμα συμβεί κάτι, τα χάνουν, ταράσσονται, αμέσως να καλέσουν το πρώτο βοηθειών και δεν γυρίζουν στις εικόνες να πούνε στους Αγίους:

- Ε, εδώ που είστε εσείς, βοηθάτε με..

Τους Αγίους στο σπίτι τους έχουμε για την ώρα αυτή, τη δύσκολη....
ΠΗΓΗ.ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Ο πόθος της Ηπειρώτισσας δασκάλας, η παρουσία της Παναγίας στη ζωή της και ο Γέροντας Γρηγόριος ο Δοχειαρίτης



Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΝΔΡΙΚΟΥ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του νομού Πρεβέζης, [την] Παναγιά, και έμεινε ορφανή από πολύ μικρή. Μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο Ιωαννίνων, αγαπούσε τά γράμματα και την αξίωσε ό Θεός να σπουδάσει δασκάλα.

Στο διπλανό χωριό, για πολλά χρόνια, ερχόταν κάθε καλοκαίρι ένας Ολλανδός φιλέλληνας και τον φιλοξενούσε ένας συγγενής τους.

Ό Ματθαίος ήταν μορφωμένος, μιλούσε πολλές γλώσσες και είχε την θέση τού διευθυντού σε μία μεγάλη εταιρεία στην πατρίδα του, βοηθούσε σε όλες τις αγροτικές εργασίες τού χωριού μέ πολλή προθυμία και ήταν αγαπητός σε όλους.

Κάποια στιγμή εξέφρασε την επιθυμία να επισκεφτεί την Ακρόπολη.

Τον έβαλαν στο λεωφορείο για Αθήνα και ειδοποίησαν την Αλεξάνδρα να τον πάει στην Ακρόπολη.

Εκεί είδαν πώς μπορούν να ζήσουν μαζί και έτσι, μόλις τελείωσε τις σπουδές της, πήγε στην Ολλανδία μέ τά αδέλφια της και έκαναν τον γάμο κατά το Ορθόδοξο δόγμα.

Έδώ το μεγάλο σφάλμα της εκεί Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όταν πήγαν στον Ορθόδοξο ιερέα για να τούς κάνει το μυστήριο τού βαπτίσματος τού Ματθαίου μέ Ορθόδοξο δόγμα, τούς είπε ότι δεν χρειάζεται!

Μέσα της όμως την βασάνιζε αυτό έως την ημέρα πού την αξίωσε ό Θεός να δει όλη την οικογένεια της μέσα στην Ορθοδοξία.

Ας δούμε πώς ή ίδια διηγείται μέ τον δικό της τρόπο την όλη αλλαγή.

«Πέρασαν 15 χρόνια από τότε πού για πρώτη φορά φτάσαμε έδώ στον ιερό τόπο τού Μοναστηριού της Παναγίας της Θεοσκεπάστου.

Ήλθαμε μέ τον αδελφό μου και την γυναίκα του να ευχαριστήσουμε την Παναγία πού έκανε καλά τον άνδρα μου.
Ένα χρόνο πριν, είχε πάθει μεγάλη ζημιά στην καρδιά του μέ έμφραγμα, ανεύρυσμα και ανακοπή.

Τρεις εβδομάδες ήταν στην εντατική και οι ιατροί δεν μιλούσαν για καλυτέρευση ή δεν μιλούσαν καθόλου.
Ζούμε στην Ολλανδία σε μία μικρή πόλη στα δυτικά της χώρας και δεν έχομε άμεσο πνευματικό στήριγμα.

Ή νύφη μου ή Ευδοξία μου μίλησε για την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου πού είναι στην ‘Ιερά Μονή Δοχειαρίου στο Άγιο Όρος και μου έδωσε το τηλέφωνο να μιλήσω μέ τον Καθηγούμενο Γέροντα Γρηγόριο.

Κάλεσα το τηλέφωνο και δεν βρήκα τον Γέροντα αλλά ένα άλλο αδελφό πού μού έφερε το κατάλληλο μήνυμα.

-Να βάφτισης τον άνδρα σου και τά παιδιά σου, μου είπε μέ δυνατή φωνή, να γίνουν «Ορθόδοξοι και εσύ να προσεύχεσαι για τον άνδρα σου.

Μαζεύτηκα, στενοχωρήθηκα, αλλά δεν απελπίστηκα.

Ή Παναγία δεν θα μέ αφήσει, είπα, θα μέ βοηθήσει.

Οι άγιοι πατέρες είναι αυστηροί αλλά θα προσευχηθούν για μάς.

Πράγματι την άλλη μέρα άρχισε να καλυτερεύει και σε λίγες μέρες βγήκαμε από το Νοσοκομείο- ή Παναγία έκανε το θαύμα της.

Οι πατέρες προσευχήθηκαν και έκείνη άκουσε και γιάτρεψε γρήγορα τον Ματθαίο.

Ενάμισι χρόνο μετά, μπόρεσε να ταξιδέψει και πήγε στο Άγιο Όρος για να προσκυνήσει και ευχαριστήσει την Παναγία πού τον έκανε καλά.

Γνωρίστηκε μέ τον Γέροντα Γρηγόριο, μίλησε μαζί του, και εκείνος τον κάλεσε να έλθει τον επόμενο χρόνο να βαπτιστεί στο Μετόχι της Μονής Δοχειαρίου στο Σοχό – Θεσσαλονίκης.

Είχε γνώσεις τού Χριστιανισμού ό Ματθαίος, γνώριζε καλά την Βίβλο από μικρός και τούς ψαλμούς απ’ έξω.

Εκείνο πού τον τράβηξε στην Ορθοδοξία ήταν τά μυστήρια, ή μυσταγωγία, οι εικόνες μέ τά κανδήλια τους, τά αναμμένα κεριά πού ζεσταίνουν την ψυχή τού ανθρώπου και όχι τά άγρια λόγια τού προτεστάντη Πάστορα πού σε κάνουν να κατσουφιάζεις και να κρυώνεις.

Ερχόταν μαζί μου στην Εκκλησία, δεν τού ήταν άγνωστη. Και έτσι κανονίσαμε, στις 30 Ιουνίου το 2002 έγινε το μυστήριο της βαπτίσεως στην ‘Ιερά Μονή Παναγίας Θεοσκεπάστου, μετόχι της ιεράς Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους, από τά άγια χέρια τού Γέροντα Γρηγορίου, ό όποιος τού είπε πώς θα άκολουθήσουν και άλλοι.

Πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 22 Ιουλίου 2006, βαπτίστηκαν τά παιδιά μας Άννα και Πατρικία και στις 23 Ιουλίου 2006 ή εγγονή μας ή Ευαγγελία.

Ακολούθησαν διάφορα γεγονότα δυσάρεστα και ευχάριστα.

Ό Θεός όμως έδωσε και μετά από τέσσερα χρόνια, στις 16 Αύγουστου το 2010, βαπτίστηκαν και έγιναν «παιδιά τού Θεού», ενώπιων τού Γέροντα Γρηγορίου, πάλι στην ‘Ιερά Μονή Παναγίας Θεοσκεπάστου, τά υπόλοιπα εγγόνια μας, «Εμμανουήλ 20 μηνών, Σοφία 3 χρονών, Νικόλαος 5 χρονών, Μαριάννα 9 χρονών.

Πώς να μη χαίρεται ή ψυχή μου έπειτα από 40 χρόνια να πηγαίνω μέ όλη την οικογένεια μου στην Εκκλησία για να κοινωνήσω;

Δοξασμένος ό Κύριος πού μας αξίωσε και ζήσαμε αυτές τις μεγάλες στιγμές στη ζωή μας.

Μεγάλη ή χάρη σου, Γοργοϋπήκοε, πού μάς βοήθησες και μάς προστατεύεις σε κάθε δύσκολη στιγμή και μάς ανακουφίζεις.

Ό Θεός να σάς χαρίζει χρόνια πολλά, άγιε Γέροντα Γρηγόριε, πού βοήθησες και έγιναν οκτώ μυστήρια στο σπίτι μας.

Ευχαριστούμε, Γερόντισσα Ευσεβία, πού, μαζί μέ τις αδελφές της Μονής Παναγίας Θεοσκεπάστου, μάς φιλοξενείτε μέ τόση Αγάπη, και μάς δίνετε την ευκαιρία να βρισκόμαστε κοντά στην αγαπημένη μας Εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου πού για μία εβδομάδα, κάθε χρόνο, φιλοξενείτε στην Μονή.

Μέ τις ευχές τού Γέροντα, τών πατέρων και τών αδελφών της Παναγίας Θεοσκεπάστου, φεύγομε για την ξενιτειά- και ελπίζομαι, όσο ζούμε, να ανταμώναμε μέ υγεία.


πηγή:Ματθαίος και Αλεξάνδρα LAVEN», ΑΡΙΘ ΦΥΛΛΟΥ 37 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016 ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΕΥΠΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ



Η ταπεινή Γερόντισσα Ευπραξία,
διακονήτρια του Οσίου Ιερωνύμου της νήσου της Αιγίνης


Κατά καιρούς και επί αρκετόν χρονικόν διάστημα, συνέβαινε να είναι κλειστόν το Ησυχαστήριον του Γέροντος, πολλοί δε προσκυνηταί,
εξέφραζον την λύπην των και δικαίως, διότι προήρχοντο και από μακρυνούς, ενίοτε και από εκτός της Ελλάδος τόπους.
Τούτο συνέβαινε κάθε φορά που η υπέργηρος Γερόντισσα Ευπραξία, η οποία τόσον πιστώς και αξίως επετέλεσε την ιεράν διακονίαν της, εκάμπτετο από την ασθένειαν τόσον, ώστε είχεν απόλυτον ανάγκην ιατρικής περιθάλψεως και παρακολουθήσεως και διέμενεν εις τας Αθήνας.
Εις τας Αθήνας εφιλοξενείτο εις την οικίαν της Στυλιανής Νικολαράκου εις τους Αμπελοκήπους. Η Στυλιανή είχε γνωρίσει τον Γέροντα περίπου τρία έτη προ της κοιμήσεώς του.
Ως ήτο φυσικόν, απήλαυσε την πνευματική του ευεργεσία, τας σοφάς και αγίας συμβουλάς του αλλά και την πατρικήν αγάπην και στοργήν και ως άλλη <<Μαρία>> του Ευαγγελίου, έτρεχεν και έμενεν, οσάκις ηδύνατο, παρά τους πόδας του Γέροντος, επέτρεψε δε ο Θεός, την αξίωσε μάλλον, να προσφέρη τας ταπεινάς υπηρεσίας της, κατά τας τελευταίας ημέρας ασθενείας του Γέροντος.
Ο Γέροντας Ιερώνυμος με το προορατικόν χάρισμα που είχε, διείδεν εις το πρόσωπόν της, ότι θα ηδύνατο ως εις άλλον <<Ιωάννην>>, να αναθέση και να εμπιστευθή εις την Στυλιανήν, μετά Θεόν, την προστασίαν της Γεροντίσσης Ευπραξίας, την οποίαν ως είχε κάποτε εκφρασθεί, <<ο Θεός την εφόρτωσεν εις τους ώμους μου>>, λόγω των γνωστών τότε προσφυγικών περιστάσεων κ.λ.π., διά την πνευματικήν της προστασίαν και λόγω της δυνατής, αδελφικής του σχέσεως με τον μακαριστό άγιο Γέροντα Αρσένιον (αδελφόν της Γερόντισσας Ευπραξίας) του και συνασκητού του Μεγάλου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.
Της είχεν πει δε, μετά από κάποιας στιγμάς ησυχίας, σιωπής και προσευχής εις τας οποίας εβυθίζετο τας τελευταίας ημέρας της επιγείου ζωής του: <<Κόρη, μετά τον Θεόν, αφήνω την καλογραίαν εις εσένα. Ως μητέρα σου να φροντίζης, ως μητέρα σου να αγαπάς και υπακούης. Εμένα δε να μη ξεχάσετε να κάμετε τα <<δικαιώματά μου>> (ιερά Μνημόσυνα κ.λ.π.). Μετά που θα ζήσετε μαζί, εν συνεννοήσει θα πράττετε και αποφασίζετε. Η μία θα υπακούη, σέβεται και αγαπά την άλλην>>.
Έτσι και, δι' ευχών του, έγινε. Με την ευχήν και ευλογία του Αγίου μας Γέροντος, η Γερόντισσα Ευπραξία, υπέργηρος πλέον, προικισμένη και εκείνη με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος με την πολλήν εμπειρίαν αλλά και χάριν της Μοναχικής της πνευματικής βιωτεύσεως και υπακοής, μετά πολυχρόνιον σχεδόν, παρακολούθησιν και δοκιμασίαν της Στυλιανής, αλλά και μεταδόσεως εις αυτήν των τρόπων της Μοναχικής Πολιτείας, επρότεινεν να την χειροθετήση Μοναχήν.
Η Κουρά και η εις Μεγαλόσχημον χειροθεσία της Στυλιανής, εγένετο την 24ην Ιουνίου 1989, εις βαθυτάτην κατανυκτικήν ατμόσφαιραν, εις τον Ιερόν Ναόν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου του Ησυχαστηρίου του Γέροντος, έδωκε δε εις αυτήν, η πνευματική ανάδοχος και Γερόντισσα Ευπραξία, το όνομά της, ΕΥΠΡΑΞΙΑ Μοναχή.
Έκτοτε και μετά την οσίαν κοίμησιν της μακαριστής Γεροντίσσης Ευπραξίας την 29ην Ιουλίου 1990, παραμένει <<τω Ησυχαστηρίω>> και μετά τινος δοκίμου, η Γερόντισσα Ευπραξία πλέον, η νεωτέρα, η οποία ασκείται, υπηρετεί και αγωνίζεται, διά της Χάριτος του Θεού αλλά και τις πρεσβείες του Μεγάλου μας και Αγίου Γέροντος Ιερωνύμου. 
Παράλληλα δε με τα Μοναχικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, μετά πολλού ζήλου αλλά και κόπου και δυσκολιών, ανακαινίζει το ετοιμόρροπον σχεδόν, με την πάροδον τόσων ετών, Ησυχαστήριον.
Είναι αξιοσημείωτον και, πρέπει να γίνη γνωστόν, ότι εις τον ίδιον χώρον, τον οποίον πολλοί είχαμε και διά πολλά έτη γνωρίσει και επισκεφθεί, έμενεν εν αφανεία και κατ' εντολήν του Γέροντος απαρατήρητος και αθέατος κάποιος ιδιαίτερος μυστικός χώρος, είδος Καππαδοκικής κατακόμβης που είναι διαποτισμένος από τας πηγάς των δακρύων, των αδιαλείπτων προσευχών και αγρυπνιών του Καππαδόκου Γέροντος π. Ιερωνύμου.
Τον είχε κτίσει και διαμορφώσει τον χώρον αυτόν μόνος του, κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να του θυμίζει κάτι από τα λαξευμένα κελλιά των βράχων της Καππαδοκίας, του χωριού του, εντός των οποίων ηγωνίσθησαν και αγίασαν πλήθος Ασκητών και Αγίων. Αισθάνεται κανείς, να τον διαπερνά ρίγος και δέος, όταν μέσα στο πολύβουο κέντρο της νήσου της Αιγίνης και μέσα στο ταπεινό απλοϊκό Ησυχαστήριο, ανακαλύπτει τέτοιους Τόπους, όπου βοούν και αναβρύουν πνιχτές κραυγές ενθέρμου προσευχής και πολλά δάκρυα ενός συγχρόνου Ησυχαστού - Αγίου μας.
Συχνά, έμενε ημέρες και νύχτες εκεί προσευχόμενος και αθέατος διά πολλούς προσκυνητάς - επισκέπτας. Τα μόνα τα οποία υπήρχαν εκεί, ήσαν ένα σκαμνάκι και μία Εικόνα κρεμασμένη εις τον τοίχο. Όταν δε εξήρχετο απ' εκεί ή εδέχετο εις τον συνήθη χώρον του <<κελλίου>> του, ουδείς είχεν αντιληφθεί, πόσον φορτωμένος και ανανεωμένος από την Θείαν Χάριν και Ευλογίαν ήτο ο Γέροντας από τα μυστικά εκείνα βιώματα και δάκρυα εντός της <<κατακόμβης>>.

Είχε δώσει εντολήν, μόνον μετά την κοίμησίν του να εισέλθη άλλος εκεί,
ή να χρησιμεύση δι' άλλας προσευχάς και πνευματικά αγωνίσματα ο χώρος αυτός.
Και η ίδια η Γερόντισσα, μόνον μετά την κοίμησιν του Οσίου Γέροντος, εισήρχετο και επανελάμβανε το ίδιο πρόγραμμα και τας ιδίας Μυστικάς Προσευχάς και δάκρυα εκεί.
Είναι δε ευλογία δι' ημάς, τους <<περιλειπομένους>> να επισκεπτώμεθα και εγγίζωμεν τους Χώρους αυτούς.



Απόσπασμα εκ του βιβλίου της Σωτηρίας Δ. Νούσση<<Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης (1883 - 1966)>>,Ζ' έκδοσις, εκδόσεις <<Επτάλοφος>>, Φεβρουάριος 2010, σελ. 18 - 20.Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου<<ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ>>.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Κύπρος_Μια ηρωίδα του πόνου είναι και η “αδελφή Μαριάμ” η γνωστή “Θεία Μαρούλα” από τη Λεμεσό


Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο 
Αυτά που θα αναφέρω προέρχονται από προσωπικές εμπειρίες και συνομιλίες μαζί της.
Είναι αυτά που στριφογυρίζουν στο μυαλό μου από την μέρα της κηδείας της. Θεώρησα καλό να τα αποτυπώσω στο χαρτί γιατί με ωφελούν πάρα πολύ και δεν θέλω να τα ξεχάσω.
Στα δέκα χρόνια γνωριμίας μου με το “σύμβολο» της υπομονής, τη Θεία Μαρούλα, απεκόμισα πάρα πολλά, που θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο, εδώ θα περιγράφω ελάχιστα από αυτά που εντυπώθηκαν έντονα στη μνήμη μου.
Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του πόνου για 30 ολόκληρα χρόνια. Το σώμα της μαρτυρικό. Δεν είχε μέρος στο σώμα και στη ψυχή της που να μη μαρτύρησε.
 
Μας έλεγε:
-Μπορώ να καταλάβω τον κάθε πόνο, γιατί πόνεσα με τον κάθε πόνο.
Η καρδιά της έγινε ευαίσθητη σαν μικρού παιδιού.
-“Είσαστε όλοι παιδιά μου”, έλεγε.
“Εγώ δεν ευλογήθηκα από το Θεό με παιδιά για να μπορώ να σας νοιώθω όλους παιδιά μου. Μια φορά προσπαθήσαμε να υιοθετήσουμε ένα παιδί και το παιδί αυτό δεν άντεξε να με βλέπει στο κρεβάτι και μας εγκατέλειψε.
Δεν πειράζει όμως, το καταλαβαίνω.
Είναι δύσκολη η κατάστασή μου.
Πολλές φορές μάλιστα είπα στον άνδρα μου, τον Χριστάκη να με χωρίσει και να ξανανυμφευθεί, να ξαναφτιάξει την ζωή του. Αυτός, όμως, μου έλεγε:
- “Εγώ μια Μαρούλα αγάπησα και δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη”. (Κλαίει)
Τί θυσία πράγματι και για τους δύο. Η αγάπη τελικά υπερβαίνει όλο τον κόσμο και αυτοί οι δύο είχαν “αγάπη”.
Ήταν πρότυπο ανδρογύνου.
Όποτε πήγαινα στο σπίτι της συνειδητοποιούσα πόσο φτωχός από αγάπη ήμουν.
Τις μεγάλες ψυχές ο Θεός τις δοκιμάζει ως χρυσό στο χωνευτήρι.
Η θεία Μαρούλα ήταν μεγάλη ψυχή.
Η ίδια η Παναγία είπε σε κάποια κοπέλα για το πατρικό σπίτι της Μαρούλας.
-“Στο σπίτι αυτό κατοικούν άνθρωποι δικοί μου”. Ιδού πώς έχει το περιστατικό:
Μια κοπέλα, που ο πατέρας της πέθανε και η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση.
Ο πατριός της ήθελε να την παρασύρει στην πορνεία.
Αυτή για να γλιτώσει κατέφυγε απελπισμένη στην εκκλησία της Παναγίας της Καθολικής (Λεμεσός).
Η εκκλησία ήταν κλειστή και αυτή απ’ έξω να κλαίει. Ξαφνικά μια γυναίκα την αγγίζει γλυκά στην Πλάτη.
-“Μην φοβάσαι, εδώ κοντά έχω ανθρώπους δικούς μου που θα σε βοηθήσουν”.
Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στο φιλόξενο πατρικό σπίτι της θείας Μαρούλας. Όταν έφτασε εκεί, η παράξενη μαυροφορεμένη, γλυκιά γυναίκα εξαφανίζεται. Μετά συνειδητοποίησε ότι ήταν η Παναγία.
Η κοπέλα αυτή φιλοξενήθηκε αρκετό καιρό μέχρι που η δυσκολία ξεπεράστηκε.
Με τέτοια οικογένεια η θ. Μαρούλα έμαθε να αγαπά τους ανθρώπους και να τους συμπονεί. Όπου άκουγε ότι μια ηλικιωμένη ή άρρωστη γυναίκα ήθελε βοήθεια, με πολλή χαρά έτρεχε.
Ήρθε η ηλικία του γάμου.
Παντρεύτηκε τον “Χριστάκη” της.
Δεν έφτασε να χαρεί τον γάμο της όταν ο Χριστάκης καταντά στο νοσοκομείο με κίνδυνο να πεθάνει.
Η Μαρούλα προσεύχεται.
Ζητά το θαύμα.
Πάνω στην αγάπη της παροξύνεται.
Γονατίζει.
-Θεέ μου, δεν θέλω να πεθάνει ο Χριστάκης μου. Καλύτερα δώσε μου εμένα όσες αρρώστιες θέλεις αλλά αυτός να ζήσει.
Ο πάνσοφος Θεός που ακούει την προσευχή της, οικονομεί τη θεραπεία του Χριστάκη.
Άγνωστο για ποιο λόγο, ο Κύριος γνωρίζει, σε λίγο αρχίζει ο δικός της 30χρονος Γολγοθάς. Ασθενεί και κάνει την πρώτη εγχείρηση. Αποτυγχάνει.
Πέφτει στο κρεβάτι.
Ακολούθησαν άλλες 13 εγχειρήσεις. Καρκίνος στο στήθος, πρόβλημα στομάχου, συκώτι, έρπης, πρόβλημα στα μάτια …κ.α.
Δεν πτοείται, δεν τα βάζει με το Θεό.
Ο Χριστάκης στέκει δίπλα της ως αληθινός ήρωας της αγάπης,
που δίνει χωρίς να ζητά αντάλλαγμα.
Οπότε πηγαίναμε στο σπίτι τους, ήταν γεμάτο κόσμο. Ο Χριστάκης με το χαμόγελο κερνούσε και καλοδεχόταν τους πάντες.
Ο ίδιος μαγείρευε, ψώνιζε, έπλενε, σιδέρωνε, σκούπιζε και γενικά διακονούσε τη μεγάλη του αγάπη Μαρούλα.
Η Θεία Μαρούλα στενοχωριόταν σε σημείο που λέει μια μέρα στο Χριστάκη της.
-Δεν με βάζεις σ’ ένα ίδρυμα και να ξαναφτιάξεις την ζωή σου; Δεν θέλω να σε κάνω δυστυχισμένο.
-Τι λες Μάρω μου! Εγώ χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω. Και παρακαλώ το Θεό να πάω πρώτος εγώ, γιατί αν σε χάσω δεν θα το αντέξω αλλά θα πεθάνω πάνω από τον τάφο σου.
Τέτοια αγάπη είχε ο ένας προς τον άλλο.
Οι δοκιμασίες, όμως, συνεχίζονται και η Θ. Μαρούλα πρόκειται τώρα να γευθεί το ποτήρι του θανάτου του συντρόφου, προστάτη και μοναδικού συγγενή της.
Στα 19 χρόνια γάμου ο Θεός καλεί κοντά του τον “Χριστάκη της“ για να του ανταποδώσει τους κόπους του και να υποβάλει και την πολύπαθη Μαρούλα στην έσχατη και δυσκολότερη δοκιμασία.
Ήθελε να την κάνει δική Του νύμφη.
Το στεφάνι της έπρεπε να ολοκληρωθεί πέρνοντας και το έπαθλο της οσιότητας.
Ως κατάκοιτη έπαιρνε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Ως μοναχή τώρα αναδεικνύεται Οσιο-μάρτυρας.
-Απούσιαζε ο Χριστάκης μου από το σπίτι και άργησε να επιστρέψει. Περιμένω, περιμένω… Ανησύχησα…
Μου τον έφεραν μέσα στο φέρετρο. Ανακοπή καρδίας.
Ο ξαφνικός θάνατος είναι αβάσταχτη δοκιμασία.
Και δεν έχω τώρα κανένα στον κόσμο.
Ούτε πατέρα, μητέρα, σύζυγο, οικογένεια. Είμαι κατάμονη. Έχω μόνο το Θεό.
Είναι δύσκολο παιδιά μου.
Προσέχετε τους συντρόφους σας. Σαν το σύντροφο σου δεν υπάρχει άλλος (κλαίει).
-Όταν συνειδητοποίησα ότι έχασα το σύντροφό μου τα έχασα προς στιγμή.
Το κομοδίνο μου είχε ένα μπουκαλάκι με χάπια.
Ο πονηρός μου λέει στο αυτί:
– Πιές τα να τελειώσεις. Για σένα πλέον δεν έχει νόημα η ζωή.
Παρά λίγο να παρασυρθώ και να αυτοκτονήσω. Μάζεψα τις δυνάμεις μου.
Από τον Άδη που ήμουν φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
"Θεέ μου σώσε με!"
Άρχισα να παίρνω θάρρος.
Με κόπο άφησα μέσα μου αυτόν το λόγο.
– Όχι δεν πρέπει να αρνηθώ το Θεό μου.
Δεν θα απελπιστώ.
Έχει ο Θεός. Εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα του δωματίου.
Ένας μεγάλος σταυρός πιο ψηλός από την πόρτα σκύβει και εισέρχεται μέσα στο δωμάτιο.
Επάνω Αυτός.!
Ο ίδιος ο Κύριος.!
Στάθηκε μπροστά μου πάνω από το κρεβάτι μου.
Το πρόσωπο Του φωτεινό ως ο ήλιος».
Το ύφος του γαλήνιο.
Μου ρίχνει το ευσπλαχνικό Του βλέμμα και μου λέει τρεις λέξεις:
Πίστη, Υπομονή, Ελπίδα.
Εξαφανίζεται.
Μου αφήνει μια άρρητη ευωδία στο δωμάτιο και γαλήνη στη ψυχή.
Παρηγορήθηκα.
Πήρα θάρρος. Ο Θεός με ακούει.
Ο Γολγοθάς συνεχίζεται για ακόμη 11 χρόνια.
Μου φέρνουν βοηθούς για να με φροντίζουν από το εξωτερικό. Καλοί άνθρωποι ήταν.
Δεν ήταν όμως οι κατάλληλοι.
Μια βοηθός από τη Σερβία με είχε σπάσει στο ξύλο, τα ξημερώματα.
-Δεν σε αντέχω, μου λέει και τα μάτια της βγάζουν φλόγες. Θα σε πνίξω!
Φώναζα και οι γείτονες με γλίτωσαν.
Έφυγε αυτή ήρθε άλλη.
Σκεφτόμουνα.
"Πού είσαι Χριστάκη μου;
Θεέ μου βοήθησε με να αντέξω. Αρρώστειες πολλές. Κατανόηση λίγη.
Μια φορά είχα γλιστρήσει και έπεσα κάτω στο πάτωμα.
Η βοηθός δεν μπορούσε να με σηκώσει. Άρχισα στο έδαφος να παγώνω.
Έκλαψα. Θεέ μου, έχεις τόσους αγγέλους.
Με βλέπεις πως είμαι εδώ και δεν μπορεί κανείς να με βοηθήσει.
Στείλε μου Κύριε έναν άγγελο…
Δεν έφτασα να τελειώσω την κουβέντα μου και αισθάνομαι δύο χέρια να με πιάνουν, να με σηκώνουν,
να με βάζουν στο κρεβάτι και να με σκεπάζουν.
Κοιτάζω, δεν βλέπω κανένα.
Με κλάματα ευχαρίστησα τον Κύριο που από την μια μου έδωσε τις δοκιμασίες και από την άλλη τις Θεϊκές παρηγοριές.
-Είχα καρκίνο στο στήθος, ετοιμαζόμουν για εγχείρηση την επομένη. Πονούσα πολύ.
Μου είχαν φέρει πέτρα από τον τάφο του Γέροντα Παϊσίου.
Την πήρα στα χέρια μου. Προσευχήθηκα:
– Γέροντα μου κοίταξε τους πόνους μου.
Έχω πόνους στην πλάτη, στην κοιλιακή χώρα, στα πόδια και τώρα στο στήθος. Σε παρακαλώ βοήθησε με.
Σταύρωσα με την πέτρα τον καρκίνο στο στήθος.
Ηρέμησα λίγο και με παίρνει ο ύπνος.
Βλέπω τον Γέροντα Παΐσιο να μου λέει:
-Ήρθα να σου πάρω αυτό που έχεις.
Ξύπνησα. Ψηλαφώ το μέρος και δεν είχε τίποτα. Ο καρκίνος είχε φύγει.
Ο γιατρός την επομένη διαπίστωσε το θαύμα.
Παρομοιάστηκε η ζωή της από πολλούς με αυτή των εγκλείστων ασκητών.
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να φορέσει η θ. Μαρούλα το αγγελικό σχήμα.
Το όνομα της τώρα “Αδελφή Μαριάμ”.
Το πρόσωπο της γίνεται ακόμη πιο ιερό, πιο πονεμένο, πιο ειρηνικό, πιο γαλήνιο.
Τη βλέπουν οι πονεμένοι άνθρωποι και ξεχνούν τον πόνο.
Έχει από το Θεό το χάρισμα του Απ. Βαρνάβα, δηλ. της Παρακλήσεως (παρηγοριάς).
Την βλέπω ένα μήνα πριν κοιμηθεί.
Για πρώτη φορά είναι τόσο κουρασμένη και αδυνατισμένη.
-Πως πας; Την ρωτώ.
-Πλησίασε το τέλος μου.
Να φέρεις τα παιδάκια σου να τα δω να τα αποχαιρετήσω, όπως και τη γυναίκα σου.
Δεν πρόκειται να ζήσω για πολύ.
Ζήτησα από το Θεό δύο πράγματα.
Να μου χαρίσει το φως και τα λογικά μου μέχρι το τέλος.
Ο Θεός την άκουσε και μέχρι την τελευταία στιγμή είχε διαύγεια πνεύματος σ’ ένα κορμί διαλυμένο από τις ασθένειες.
Το δρόμο της τερματίζει στις 18.8.2004. Ημέρα Τετάρτη.
Η γη είναι πιο φτωχή από τότε.
Πλούτησε, όμως, ο ουρανός και αποκτήσαμε και εμείς ένα πρεσβευτή προς τον ουρανό Δεσπότη.
Ας έχουμε την ευχή της.
Δ.Χ.
 
 
Πηγή: Μάρτυρες στον Μεγάλο αγώνα, Ιερός Ναός Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου Αυγόρου, Εκδόσεις Κατηχητικών Αυγόρου 2004.
τρελογιάννης