Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Η μάρτυς Ιουλιανή



site analysis


Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Τω αυτώ μηνί (Δεκεμβρίω) ΚΑ΄, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Ιουλιανής.
Ιουλιανής αγλάϊσμα το ξίφος,
Ως προξενήσαν αγλαόν ταύτη στέφος.
Έκταμον εικάδι πρώτη Ιουλιανήν ερατεινήν.
Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, εν έτει σ²θ΄ [299], καταγομένη από την Νικομήδειαν, θυγάτηρ πλουσίων γονέων, από τους οποίους αρραβωνίσθη με ένα συγκλητικόν, Ελεύσιον ονομαζόμενον. Επειδή λοιπόν ο Ελεύσιος ήθελε να κάμη τον γάμον, η Αγία δεν εκαταδέχθη, αλλ’ είπεν εις αυτόν. Όταν κατασταθής έπαρχος, τότε ας γένη ο γάμος. Όταν δε έγινεν έπαρχος, τότε πάλιν είπεν εις αυτόν η Αγία. Ανίσως δεν αφήσης την θρησκείαν των ειδώλων, και αν δεν επιστρέψης εις την πίστιν των Χριστιανών, ήξευρε, ότι δεν καταδέχομαι την διά γάμου μετά σού κοινωνίαν. Ο δε Ελεύσιος είπεν όλα αυτά τα λόγια της παρθένου εις τον πατέρα της. Επειδή δε ο πατήρ της δεν εδυνήθη να την κάμη να μεταβληθή από την πίστιν του Χριστού, διά τούτο παρεδόθη η Αγία εις αυτόν τον ίδιον αρραβωνιαστικόν της και έπαρχον, διά να την καταδικάση εκείνος, ως ήθελεν. Παραλαβών λοιπόν ταύτην ο έπαρχος, εξεγύμνωσεν αυτήν, και επρόσταξε δεκαέξ στρατιώτας να καταξεσχίζουν το σώμά της με ωμά βούνευρα. Έπειτα εκρέμασεν αυτήν από τας τρίχας, ώστε οπού εξεκόλλησεν από τα κόκκαλα το δέρμα της κεφαλής της. Μετά ταύτα κατακαίει τας πλευράς της με πυρωμένα σίδηρα, και ρίπτει αυτήν μέσα εις την φωτίαν. Ύστερον διεπέρασεν ένα πυρωμένον σίδηρον διά μέσου των μηρίων της. Και δέσας τας χείράς της εις τας πλευράς της, έρριψεν αυτήν εις την φυλακήν.
Εκεί δε εις την φυλακήν ευρισκομένης της Αγίας και προσευχομένης, εφάνη εις αυτήν εν σχήματι Αγγέλου, ο πάντων εχθρός και πολέμιος Διάβολος, όστις επαρακίνει αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα, και να ελευθερωθή από τα βάσανα. Η δε Αγία απέβαλεν αυτόν, και τον έκαμε και μη θέλοντα να ομολογήση ο ίδιος, πως είναι ο Διάβολος. Μετά ταύτα εφέρθη πάλιν η μακαρία εις τον έπαρχον, και επειδή έμενεν αμετάθετος εις την πίστιν και αγάπην του Χριστού, διά τούτο βάλλεται μέσα εις μίαν κάμινον αναμμένην. Φυλαχθείσα δε αβλαβής διά της θείας χάριτος, με το να εσβέσθη η κάμινος, έκαμε να πιστεύσουν εις τον Χριστόν άνδρες πεντακόσιοι, οι οποίοι παρευθύς απεκεφαλίσθησαν ομού με γυναίκας εκατόν τριάκοντα.
Ύστερον εβάλθη η μακαρία εις ένα πεπυρωμένον καζάνι, το οποίον έγινε, εις αυτήν μεν, λουτρόν, εις δε τους απίστους, φθοροποιόν. Διότι ελύθη το χάλκωμα του καζανίου ωσάν από κάποιαν μηχανήν, και έφθειρε τους εκεί τριγύρω παρεστώτας Έλληνας. Τελευταίον, επειδή η Αγία έμεινεν ανωτέρα από όλα τα βάσανα, διά τούτο απεκεφαλίσθη. Και έτζι έλαβεν η αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Ήτον δε, όταν μεν αρραβωνίσθη με τον Ελεύσιον, χρόνων δεκαέξ, όταν δε ενυμφεύθη τω Χριστώ διά του μαρτυρίου, χρόνων δεκαοκτώ. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εις τον μαρτυρικόν της Ναόν πλησίον της Αγίας Ευφημίας εις τον τόπον τον καλούμενον Πετρίον. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτής όρα εις το Εκλόγιον. Τον ελληνικόν δε αυτής Βίον συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή? «Kαι η καλλίστη των πόλεων».)
*
Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι πεντακόσιοι Μάρτυρες, οι διά της Αγίας Ιουλιανής πιστεύσαντες τω Χριστώ, ξίφει τελειούνται.
Πεντακοσίους είδεν εκτετμημένους,
Η Νικομήδους Μάρτυρας νικηφόρους.
*
Αι Άγιαι εκατόν τριάκοντα Γυναίκες, αι διά της Αγίας Ιουλιανής πιστεύσασαι τω Χριστώ, ξίφει τελειούνται.
Συν πενταπλή προύτεινεν εικάδι ξίφει,
Τριπλή γυναικών Μαρτύρων δεκάς κάρας.
***
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου” Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Εκδόσεις Δόμος,
-----------------------------------2005)
Από το ιστολόγιο-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΓΥΝΑΙΚΑ


«Η αγία Ιουλιανή έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και ήταν κόρη πλουσίων γονέων, οι οποίοι την μνήστευσαν με κάποιο συγκλητικό, ονόματι Ελεύσιο.

Ενώ ο Ελεύσιος ήθελε να την νυμφευθεί, δεν δέχτηκε η αγία, η οποία του είπε: Εάν δεν αποκτήσεις πρώτα την εξουσία της πόλεως, δεν συνέρχομαι σε γάμο μαζί σου. Αυτός πράγματι καταστάθηκε στο αξίωμα του επάρχου, αλλά αυτή του είπε πάλι: Εάν δεν μεταστραφείς στην πίστη των χριστιανών από τη θρησκεία των ειδώλων, δεν καταδέχομαι την κοινωνία σε γάμο με εσένα.


Αυτός τότε αποκάλυψε τα πάντα στον πατέρα της παρθένου, ο οποίος, επειδή δεν μπόρεσε να της αλλάξει την πίστη στον Χριστό, την παρέδωσε κατά τους νόμους της εποχής προς εξέταση στον έπαρχο και μνηστήρα της. Ο μνηστήρας της την γύμνωσε από τον χιτώνα της και έδωσε εντολή σε ένδεκα στρατιώτες να την μαστιγώσουν με ωμά βούνευρα, τόσο που την καταξέσχισαν. Στη συνέχεια την κρέμασαν από τα μαλλιά, ώστε αποσπάσθηκε το δέρμα της κεφαλής της, έπειτα κατέφλεξαν τις πλευρές της με σίδερα πυρωμένα, όπως και διαπέρασαν από το μέσο των μηρών της άλλο σίδερο πυρακτωμένο και αυτό. Στο τέλος, έδεσαν τα χέρια της στα πλευρά της και κατά την εντολή του επάρχου την οδήγησαν στη φυλακή.

Την ίδια λοιπόν νύκτα που ρίχτηκε στη φυλακή και ενώ προσευχόταν, της εμφανίστηκε ο αφανής εχθρός και πολέμιος όλων διάβολος, σε σχήμα αγγέλου, ο οποίος την προέτρεπε να θυσιάσει στα είδωλα και να ελευθερωθεί. Η αγία όμως, αφού τον απώθησε, τον έκανε και χωρίς τη θέλησή του να ομολογήσει όλα τα σχετικά με αυτόν. Την οδήγησαν πάλι στον έπαρχο και επειδή παρέμενε αμετάθετη στην αγάπη του Χριστού, την έριξαν σε καμίνι που το είχαν ανάψει πολύ. Το καμίνι σβήστηκε με παράδοξο τρόπο, με αποτέλεσμα πεντακόσιοι άνδρες να πιστέψουν στον Χριστό, οι οποίοι και τελειώθηκαν αμέσως με ξίφος, μαζί με εκατόν τριάντα γυναίκες. Η μάρτυς στη συνέχεια ρίχτηκε σε φλογισμένο λέβητα, αλλά ο λέβητας έγινε λουτρό για τη μακάρια Ιουλιανή. Κι όχι μόνο αυτό: ο λέβητας λύθηκε και χύθηκε έξω το πυρακτωμένο περιεχόμενό του, σαν να κινήθηκε από κάποια μηχανή, και κατέστρεψε τους απίστους που βρίσκονταν ολόγυρά του. Από όλα αυτά η μάρτυς παρέμεινε αβλαβής, γι’ αυτό και υπέστη τελικά τον διά ξίφους θάνατο. Ήταν δε όταν μνηστεύτηκε τον Ελεύσιο ένδεκα χρονών, ενώ όταν μνηστεύτηκε τον Χριστό διά του μαρτυρίου, δεκαοκτώ χρονών. Τελείται δε η σύναξή της στο μαρτύρειο αυτής, που βρίσκεται πλησίον της αγίας μάρτυρος Ευφημίας στο Πέτριο».

Η αγία Ιουλιανή συνιστά, κατά τον άγιο Ιωσήφ, τον υμνογράφο της αγίας, τον μαγνήτη, που μαγνήτισε τον ίδιο τον Κύριο και Θεό της. Ήταν τέτοιες και τόσες οι αρετές της, λόγω της πληγωμένης από έρωτα Κυρίου καρδιάς της, ώστε Εκείνος την αγάπησε για το κάλλος της ψυχής της και την οδήγησε στον νυμφώνα της βασιλείας Του. Για τον υμνογράφο δηλαδή η αγία Ιουλιανή ανήκει στη χορεία των πέντε παρθένων της γνωστής παραβολής, που «εισήλθον μετ’ αυτού εις τους γάμους». Η παρθενία της δεν υπήρξε στείρα και άκαρπη, αλλά πλήρης του ελαίου της χάριτος του Θεού. «Ετρώθης τω γλυκυτάτω έρωτι Χριστού πανεύφημε» (πληγώθηκες από τον γλυκύτατο έρωτα του Χριστού, πανεύφημε), «όθεν σου ο Κύριος νυν ηράσθη του κάλλους και προς φωτεινότατον σε νυμφώνα εισήξεν» (γι’ αυτό ο Κύριος αγάπησε το κάλλος σου τώρα και σε έβαλε μέσα στον φωτεινότατο νυμφώνα Του). Η αγία δηλαδή κατενόησε από πολύ μικρή ότι ο Χριστός, αν θέλει κανείς να νιώσει τη δύναμη και τη χάρη Του, δεν είναι το περιθώριο της ζωής, αλλά το κέντρο και η διαρκής αναφορά. Όπως Εκείνος μας προσέφερε όλον τον Εαυτό Του, κατά τον ίδιο τρόπο ζητάει και τη δική μας ολοκληρωτική προσφορά. «Ολόκληρον σαυτήν τω Θεώ προσενήνοχας» (ολόκληρο τον εαυτό σου πρόσφερες στον Θεό), σημειώνει ο υμνογράφος.

Με τον τρόπο αυτό η αγία Ιουλιανή είδε εμπειρικά να πραγματοποιείται και στον εαυτό της η υπόσχεση του Κυρίου, ότι όποιος θα Τον αγαπήσει αληθινά, θα γίνει κατοικητήριο δικό Του, θα Τον δει να φανερώνεται ο Ίδιος στην ύπαρξή του. Κι είναι αυτό που αδιάκοπα κραυγάζει η Εκκλησία και οι άγιοί μας: η πίστη μας δεν είναι κάτι το θεωρητικό, αλλά αγκαλιάζει και το σώμα και την ψυχή μας. Μόλις νιώσει κανείς λίγο την αγάπη του Θεού, αμέσως Εκείνος καθίσταται ένοικος της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου. «Ετέλεσας την ψυχήν, ναόν πανάγιον Θεού, ένδοξε» (έκανες την ψυχή σου πανάγιο ναό του Θεού, ένδοξε).

Ο υμνογράφος όμως γίνεται σαφής. Δεν θέλει να αφήσει περιθώριο παρεξήγησης, ώστε να νομίσει κανείς ότι έχει φτάσει αυτήν την αγάπη. Συνεχίζει λοιπόν για την αγία: «θείοις ναοίς πάντοτε, ύμνοις και ευχαίς παρεδρεύουσα». Δηλαδή: έκανες την ψυχή σου ναό πανάγιο του Θεού, με το να ζεις πάντοτε μέσα στους θείους ναούς, με τους ύμνους και τις προσευχές. Με άλλα λόγια, η αγάπη του Θεού προϋποθέτει την ένταξη στην Εκκλησία, την αγάπη για τις ακολουθίες της Εκκλησίας, την αγάπη για τους ύμνους και τις προσευχές. Πράγματι, δεν υπάρχει πιο άμεσος και αποτελεσματικός τρόπος να αγαπήσει κανείς τον Θεό από το να εμβαπτίζει διαρκώς την ύπαρξή του σε ό,τι αποτελεί χώρο του Θεού και τραγούδια του Θεού.

Που σημαίνει: αν σήμερα η αγάπη προς τον Θεό έχει υποχωρήσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος φταίει η μικρή ή και μηδαμινή σχέση του ανθρώπου με την λατρεία της Εκκλησίας.

Ο άγιος Ιωσήφ, εν αγνοία του, επισημαίνει κάτι που ιδιαιτέρως στην εποχή μας αποτελεί σχεδόν παραδοξότητα: το «ερύθημα της παρθενίας». Λέγοντας για την μάρτυρα ότι στράφηκε ολοκληρωτικά προς τον Χριστό τονίζει ότι έκανε το φυσικό κόκκινο χρώμα της παρθενίας, το κοκκινάδι δηλαδή της σεμνότητας και της ντροπαλοσύνης, πιο λαμπρό με το αίμα του μαρτυρίου της. Τι ωραία εικόνα!

Τι ποιητική σύλληψη! Μας λέει να δούμε με τα μάτια της ψυχής μας την αγία γεμάτη σεμνότητα, με κόκκινα τα μάγουλά της από τη χάρη της παρθενίας της. Κι αυτό το κόκκινο να το δούμε πιο έντονο πια, μετά το μαρτύριό της. Το μαρτύριό της δηλαδή ήταν η συνέχεια της παρθενίας της. Η επιβεβαίωση της σεμνότητάς της και της χάρης που την διακατείχε. Έτσι μας καθοδηγεί ο υμνογράφος να δούμε και το νόημα της παρθενίας: ως της καθαρότητας πρωτίστως της ψυχής διά της ανατάσεως αυτής προς τον Σωτήρα Χριστό. Κι αυτή η ανάταση είναι ένα είδος μαρτυρίου, του μαρτυρίου της συνειδήσεως, που προεκτείνεται και με το μαρτύριο του αίματος, όταν ζητηθεί κάτι τέτοιο.

Πώς να μην ενεργήσει η χάρη του Θεού μέσα σε ένα τέτοιο πλάσμα; Πώς ο Χριστός να μην την διατηρήσει αβλαβή από όσα οι δαιμονοκίνητοι διώκτες της της έκαναν; Πώς να μην επηρεαστούν βλέποντάς την όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι; Και τι λέει επ’ αυτού ο άγιος Ιωσήφ; Όλοι αυτοί που μέσω της αγίας βρήκαν την πίστη του Χριστού υπήρξαν και η δική της προίκα σ’ Εκείνον. «Ώσπερ προίκα πολύτιμον τω Νυμφίω προσήγαγες, αθληφόρε ένδοξε, δήμον άγιον, τοις θαυμασίοις πιστεύσαντα, οις πίστει ετέλεσας» (Σαν πολύτιμη προίκα πρόσφερες στον Νυμφίο Χριστό, αθλοφόρε ένδοξε Ιουλιανή, όλους εκείνους τους αγίους ανθρώπους, που πίστεψαν στον Χριστό από τα θαυμάσια που με πίστη τέλεσες).

Η αγία Ιουλιανή μας καθοδηγεί και σ’ αυτήν την αλήθεια: η αγία βιοτή μας, η συνεπής πορεία μας πάνω στα χνάρια του Χριστού λειτουργεί ιεραποστολικά: φέρνει και άλλους στον Χριστό. Κι αυτό λογαριάζεται σε εμάς. Συνιστά την προίκα μας μπροστά στον Χριστό. Πόση «προίκα» τέτοια άραγε θα φέρουμε κι εμείς μαζί μας; Πόσους ανθρώπους δηλαδή θα έχουμε επηρεάσει θετικά σε όλη την επίγεια ζωή μας, ώστε αυτό να «μετρήσει» υπέρ ημών στην κρίση του Θεού;

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Oι Σαράντα Παρθενομάρτυρες και τα ονόματα τους.



site analysis

Oι Σαράντα Παρθενομάρτυρες και τα ονόματα τους.















Οἱ Ἅγιες αὐτές γυναῖκες ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-324) στήν Ἀδριανούπολη τῆς Θράκης. Ὁ ἡγεμών τῆς περιοχῆς Βάβδος τίς συνέλαβε ὡς χριστιανές καί τίς προέτρεπε νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα. Ἡ Κελσίνα, μία ἐξ αὐτῶν καί ἡ πρώτη τῆς πόλεως, μετά τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς της τίς ἐσύναξε ὅλες στήν οἰκία της μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους, διάκονο ἅγιο Ἀμμούν, γιά νά ἐνισχυθοῦν πρός τό μαρτύριο. Ὁ Ἀμμούν πῆρε τό χαρτί μέ τά ὀνόματά τους καί τά διάβασε δυνατά ἕνα-ἕνα. Ὕστερα εἶπε: «Ἀγωνισθῆτε ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ μαρτυρίου, διότι ἔτσι θά καθίσει καί ὁ Δεσπότης Χριστός στήν πύλη τῆς οὐρανίου βασιλείας καί θά σᾶς προσκαλεῖ μία-μία κατ’ ὄνομα, γιά νά σᾶς ἀποδώσει τόν στέφανο τῆς αἰωνίου ζωῆς».
Ὅταν καί πάλι τίς ἀνέκρινε ὁ ἡγεμών, ὁμολόγησαν ὅλες σταθερά τήν πίστη τους. Μέ τήν προσευχή τους συνέτριψαν τά εἴδωλα καί ὁ ἱερεύς τῶν εἰδώλων ἀνυψώθηκε στόν ἀέρα, μέχρις ὅτου, βασα­νι­ζόμενος ἀπό πύρινους ἀγγέλους, ἔπεσε νεκρός στή γῆ. Τότε ὁ Βάβ­δος πρόσταξε νά κρεμάσουν τόν ἅγιο Ἀμμούν, νά τοῦ ξύσουν τίς πλευρές, νά καύσουν τίς πληγές του μέ ἀναμμένες λαμπάδες καί νά τοῦ φορέσουν στήν κεφαλή χάλκινη πυρακτωμένη περικεφα­λαία.
Ἐπειδή ὁ ἅγιος διαφυλάχθηκε ἀβλαβής ἀπό τά μαρτύρια, ὁδη­γήθηκε μαζί μέ τίς μαθήτριές του ἀπό τή Βερόη (σημερ. Στάρα Ζαγορά τῆς Βουλγαρίας) στήν Ἡράκλεια, στόν βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ ὁδόν ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τούς ἐνεθάρρυνε. Φθάνοντας στήν πόλη πῆγαν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν κατατεθεῖ τά τίμια λείψανα τῆς ἁγίας μάρτυρος Γλυκερίας. Ἐνῶ διανυκτέρευαν ἐκεῖ προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε ἡ Ἁγία λέγοντας: «Καλῶς ἤλθατε, ἅγιες δοῦ­λες τοῦ Θεοῦ! Πρό πολλοῦ περίμενα τήν λαμπρή ἐν Χρι­στῷ συνοδία σας, γιά νά χορεύσωμε στεφανωμένες ὅλες μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγ­γέλους στήν βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο μέχρις αἵματος ὁμο­λογήσαμε».
Στήν Ἡράκλεια τούς ἔρριξαν στά θηρία. Οἱ ἅγιες γυναῖκες μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους προσηύχοντο ὄρθιες μέ ὑψωμένα τά χέρια, τά δέ θηρία κατελήφθησαν ἀπό ὕπνο καί δέν τούς ἤγγισαν. Τήν ὥρα πού οἱ στρατιῶτες ἄναβαν φωτιά γιά νά τίς ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στόν ἀσεβῆ Λικίνιο τήν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου Κων­σταντίνου, τή νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ καί τήν κατάργηση τῆς εἰδω­λολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί δέκα ἀπό αὐτές πήδησαν ἀγαλλόμενες μέσα στίς φλόγες ὑ­μνῶντας τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐδρόσισε τό πῦρ. Ἔτσι, αὐτές μέν ἐτε­λειώ­θησαν ἐν εἰρήνῃ στήν πυρά, ὀκτώ δέ ἀποκεφαλίσθησαν μαζί μέ τόν διδάσκαλό τους Ἀμμούν. Ἀπό τίς ὑπόλοιπες οἱ δήμιοι ἄλλες κατέσφαξαν καί σέ ἄλλες ἔβαλαν στό στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τά ὀνόματά τους ἔχουν διασωθεῖ στό ἀρχαῖο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) καί εἶναι: Λαυρεντία ἡ διά­κονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (ἤ Θεόκλεια), Δωροθέα, Εὐτυχιανή, Θέκλα, Ἀρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Εὐλαλία (ἤ Εὐ­θυ­μία), Λαμπροτάτη, Εὐφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ἀκυλί­να, Θεοδούλη, Ἁπλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παῦλα, Ἰουλιάνα, Ἀμπλι­ανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (ἤ Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Ἀγαθονίκη, Ἰούστα, Εἰ­ρή­νη, Ματρῶνα (ἤ Ἀγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Ἄννα (ἤ Ἀνθοῦ­σα).
Ὡστόσο, στήν ἀσματική Ἀκολουθία καί σέ νεότερους Συναξαριστές ἀπαντοῦν τά ἑξῆς ὀνόματα: Ἀδαμαντίνη, Ἀθηνᾶ, Ἀκριβή, Ἀντιγόνη, Ἀριβοία, Ἀσπασία, Ἀφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ἐλπινίκη, Ἐρα­σμία, Ἐρατώ, Ἑρμηνεία, Εὐτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θε­ανόη, Θε­όνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Οὐ­ρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπ­­φώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω καί Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, ῾Εορ­τολόγιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, Ἀπο­στολική Διακονία, ἔκδ. Δ΄, 1997, σελ. 23 ὑποσ.).
ΠΗΓΗ:Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ;



site analysis
Π

(ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ)










«...Πρῶτον λοιπόν ζήτημα ἔχομεν πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:


Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).  
Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.


Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.
Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Ἐδιαλύσαμεν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τό πρῶτον ζήτημα. Ἄς ἔλθωμεν τώρα καί είς τό δεύτερον»...





(Δαμασκηνοῦ Στουδίτου - Μητροπολίτου Ἄρτης)

(Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38.
Ὅρα καί «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ» σελ. 130)









ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ






Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα Του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους Πάθους καί φρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μύρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδή ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπό τό Πιλάτο τό Δεσποτικό Σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό τοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο κι’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας -κατά τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο- ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού καθόταν ἀπέναντι τοῦ Τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα. Δέν παρευρισκόταν ὅμως μόνον αὐτές, ἀλλά καί πολλές ἄλλες γυναῖκες ὅπως ἀναφέρουν οι Εὐαγγελιστές Λουκας καί Ματθαῖος. (Λουκ. η΄, 3 - Ματθ. κζ΄, 55)

Ἐπειδή λοιπόν αὐτές οἱ γυναῖκες ἐκήρυξαν μετά σθένους τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστού καί συνέβαλον κατά πολύ εἰς τήν ἀψευδῆ διακήρυξη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου τή Πίστεώς μας, ἐτάχθη παρά τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ὅπως μετά τήν Κυριακή του Θωμά, νά ἑορτάζουμε τῶν Ἁγίων αὐτῶν γυναικῶν τήν μνήμη, διότι ΠΡΩΤΕΣ αὐτές εἶδον τόν Χριστόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν καί πρός πάντας ἐκήρυξαν τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τήν κατά Χριστόν πολιτείαν μετῆλθον ἀρίστως.





 



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος, ὅτε δέ καί τούς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι.

Δόξα.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρά εἰλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο, ἀλλά τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Καί νῦν.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθης ἀλλότριος, ἀλλά κραυγάσατε. Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος ὁ αὐτός. Αὐτόμελον.

Τό Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τόν θρῆνον τῆς Προμήτορος Εὔας κατέπαυσας τῇ Ἀναστάσει σου Χριστέ ὁ Θεός, τοῖς Ἀποστόλοις δέ τοῖς σοῖς, κηρύττειν ἐπέταξας. Ὁ Σωτήρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Μυροφόρων θεῖος χορός, Ἰωσήφ εὐσχήμων, καί Νικόδημος ὁ σεπτός, οἱ μύροις τό σῶμα ἀλείψαντες Κυρίου, καί τούτου τήν ἁγίαν, ἰδόντες ἔγερσιν.

Οι Τρείς Άγιες Ανάργυρες Ιατροί



site analysis
Του Καθηγητή Χρήστου Γερ. Σιάσου
           Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας κάθε ημέρα του χρόνου τιμά τη μνήμη, ενός ή περισσοτέρων Αγίων. Θεωρεί τους Αγίους μεγάλες προσωπικότητες, που διέπρεψαν σε αρετή, σε αγώνες υπέρ πίστεως, σε διάκριση. «Αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη», διακηρύσσει ο λόγος του Θεού. Ο γέρων Παΐσιος έλεγε, «…την Ορθοδοξία μας ως Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και στους Αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας…». Για τους πιστούς οι Άγιοι είναι οι οδοδείκτες, οι φωτεινοί Αστέρες που δείχνουν τη θέωση, τον ουρανό και που όλοι τους δίδαξαν τον λόγο του Θεού και μαρτύρησαν για την πίστη τους στον Τριαδικό Θεό, στο Θεό της Αγάπης.     Αυτοί φύλαξαν τους θησαυρούς της φυλής μας, διασφάλισαν τα ιερά και τα όσια του γένους μας, αγωνίστηκαν για τα απαραίτητα εφόδια που δίνει η Εκκλησία μας, την αγάπη, την ευγένεια, τη γαλήνη των ψυχών μας.
              Τα αδέρφια, Κοσμάς και Δαμιανός, θαυματουργοί Άγιοι γιατροί στο επάγγελμα,  γιάτρευαν όλους όσους είχαν ανάγκη, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους χωρίς να παίρνουν χρήματα, το μόνο που ζητούσαν από τους ασθενείς ήταν να πιστεύσουν και να έρθουν κοντά στο Χριστό. 
              Την ιατρική υπηρέτησαν και οι τρείς Άγιες Ανάργυρες, η Ζηναΐδα, η Φιλονίλλα και η Ερμιόνη. Η  Ζηναΐδα και η Φιλονίλλα ήταν αδελφές και καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας, αναφέρεται ότι είχαν και κάποια συγγένεια με τον Απόστολο Παύλο. Οι γονείς των ήταν πλούσιοι και ευκατάστατοι για την εποχή γι΄ αυτό και σπούδασαν  την ιατρική και στη συνέχεια ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο εντελώς δωρεάν. Βρίσκονταν κοντά σε κάθε άρρωστο και στην οικογένειά του και παράλληλα δίδασκαν  το λόγο του Θεού, πολλοί άπιστοι ερχόταν κοντά τους και γινόντουσαν χριστιανοί.
             Σε πολλές περιπτώσεις ακολούθησαν το δρόμο του Αποστόλου Παύλου. Έφθασαν στην Αρχαία Δημητριάδα, στην σημερινή πόλη του Βόλου και διέμεναν σε ένα σπήλαιο. Από αυτή τη θέση θεράπευαν ασθενείς και δίδασκαν το λόγο του Θεού. Κάποια ημέρα φεύγουν από το Βόλο και  πηγαίνουν στην Πάφο, εκεί βρίσκουν πάλι ένα σπήλαιο, στη θέση Κισσόνεργα εκεί εγκαταστάθηκαν και άρχισαν τη θεραπεία ασθενών κυρίως γυναίκες. Οι ταλαιπωρίες, οι κακουχίες και οι κακές συνθήκες μέσα στο σπήλαιο κούρασαν τις Αγίες. Πρώτη η Ζηναΐδα και μετά η Φιλονίλλα παρέδωσαν την ψυχή τους στο Χριστό. Οι πιστοί της περιοχής ενταφίασαν τις αδελφές στη Κισσόνεργα και αργότερα στον τόπο εκείνο έκτισαν ναό στη μνήμη τους. Οι Αγίες,  Ζηναΐδα και Φιλονίλλα, γιορτάζουν κάθε χρόνο στις 11 Οκτωβρίου και θεωρούνται θεραπεύτριες πολλών ασθενών κυρίως όμως των γυναικών.
              Το 1970 ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ηλίας καθιέρωσε τη γιορτή των δύο Αγίων και επί Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου οι Αγίες τιμώνται από κοινού με τους Αγίους που ασκήθηκαν και μαρτύρησαν στη περιοχή της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.   
Το απολυτίκιο των Αγίων:
Την πολυθαύμαστον Ταρσόν τιμήσωμεν την εξανθήσασαν άνθη τα τίμια, την Ζηναΐδα την σοφήν και Φιλονίλλαν. Άμα δε έχουσαι της πίστεως την κρηπίδα ασάλευτον, πάσαν πλημμυρίδα των δαιμόνων κατήσχυναν. Διό και συν Αγγέλοις χορεύουσαι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν.
              Ο  Απόστολος Φίλιππος από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ήταν ένας από τους επτά διακόνους της εκκλησίας των Ιεροσολύμων και είχε τέσσερις κόρες, την Ερμιόνη, την Ευτυχίδα, την Γλαύκη και την Καλλίστη.  Η  Ερμιόνηπου ξεχώρισε από τις αδελφές τις,  σπούδασε την ιατρική τέχνη της εποχής και θεράπευε τους ασθενής  χωρίς να τους παίρνει χρήματα, σπούδασε επίσης και Φιλοσοφία. Είχε πολλά χαρίσματα, με πίστη και προσευχή συντελούσε στη διάδοση του Χριστιανισμού.  Μαζί με την αδελφή της, την Ευτυχίδα, πήγαν να συναντήσουν τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή στην Έφεσοδεν πρόλαβαν γιατί είχε πεθάνει.  Συνάντησαν όμως  τον μαθητή του Αποστόλου τον Πετρώνιο ο οποίος κήρυττε το λόγο του Θεού στην περιοχή και ο οποίος φρόντισε να παραμείνουν οι δύο αδερφές στην Έφεσο.
              Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στη Έφεσο ήταν ο Τραϊανός ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε για τις δραστηριότητες των γυναικών διέταξε να τις συλλάβουν και να τις βασανίσουνΣτα βασανιστήρια η Ερμιόνη υπέμεινε με μεγάλη πίστη στο Χριστό. Στη συνέχεια ο Αυτοκράτορας άφησε την Ερμιόνη ελεύθερη. Τότε η Αγία ίδρυσε νοσοκομείο στο οποίο δεχόταν τους ασθενείς και όλους όσους είχαν ανάγκη για αγάπη και ιατρική φροντίδα.
              Τα πράγματα όμως άλλαξαν και στον αυτοκρατορικό θρόνο τοποθετείτε ο Αδριανός ο οποίος διέταξε τη φρουρά του να συλλάβουν την Ερμιόνη και να την υποβάλλουν σε φρυκτά βασανιστήρια μέσα σε καζάνι από λιωμένα μέταλλα. Η Ερμιόνη μόλις οδηγήθηκε σ΄ αυτό το βασανιστήριο έκαμε το σημείο του σταυρού, η φωτιά από το καζάνι έσβησε και η Αγία δεν έπαθε τίποτε.  Μετά από πολλά άλλα βασανιστήρια και βλέποντας ότι δεν παθαίνει τίποτα, ο Αυτοκράτορας έδωσε εντολή στους στρατιώτες του και αποκεφάλισαν την Ερμιόνη αφού πρώτα προσευχήθηκε μέσα στο Ναό. 
               Στη συνέχεια  οι δήμιοι την πήγαν έξω από την πόλη για να την αποκεφαλίσουν, την ώρα που σήκωσαν τα ξίφη τους τα χέρια τους έμειναν ακίνητα και αμέσως ζήτησαν από την Αγία Ερμιόνη να προσευχηθεί γι΄ αυτούς, έτσι και έγινε, λίγο αργότερα παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο και Θεό της. Οι χριστιανοί με σεβασμό και ευλάβεια ενταφίασαν το ιερό λείψανο της στην Έφεσο. Αργότερα, εικόνα της Αγίας Ερμιόνης μεταφέρθηκε στη Χίο όπου κτίσθηκε Ιερός Ναός. Η πρώτη Θεία Λειτουργία έγινε τον Δεκέμβριο του 1754από τότε η Αγία τιμάτε στη Χίο κάθε χρόνο στις 4 Σεπτεμβρίου.
- See more at: http://www.agriniopress.gr

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΖΗΝΑΙΔΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΝΙΛΛΑ



site analysis

Η στεντόρεια φωνή του Αποστόλου Παύλου «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» συντάραξε το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής του. Η γυναίκα που στον προχριστιανικό κόσμο είχε υποτιμηθεί και στον εξωχριστιανικό κόσμο παραθεωρείται, πολλές φορές ακόμα και σήμερα, πήρε τη θέση που της άρμοζε, θέση ισότιμη προς τον άνδρα. Και πράγματι η Εκκλησία δεν σεμνύνεται µόνο για την ανεπανάληπτη και μοναδική μορφή της Παναγίας. Γυναίκες πολλές πύκνωσαν τις τάξεις των αγίων της, των οποίων το ηθικό ανάστημα ξεπέρασε συχνά το ηθικό ανάστημα των αγίων ανδρών. Ανάμεσα στις πρώτες ήσαν και οι άγιες Ζηναίδα και Φιλονίλλα που έδρασαν και εκοιµήθηκαν στην Πάφο και έκτοτε τιμώνται ιδιαίτερα σ' αυτή.
Οι Άγιες ήσαν αδελφές, κατάγονταν από την Ταρσό της Κιλικίας και ήσαν συγγενείς του Αποστόλου Παύλου. Τα συναξάρια δεν µας λεν πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή και τη δράση τους. Κι είναι αυτό δικαιολογημένο. Η μεγάλη χρονική απόσταση που µας χωρίζει από την εποχή τους, οι πολλές δοκιμασίες από τις οποίες πέρασε ο τόπος µας, οι καταστροφές και οι δηώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να ξεχασθούν αρκετά στοιχεία της εκκλησιαστικής ζωής και της εκκλησιαστικής µας ιστορίας των πρώτων µ.Χ. αιώνων. Για τη ζωή τους όμως αντλούμε αρκετές πληροφορίες από την ακολουθία τους.
Πληροφορούμαστε λοιπόν πως προέρχονταν από πλούσια και ευκατάστατη οικογένεια, πράγμα που τους επέτρεψε να εκμάθουν και την ιατρική τέχνη και επιστήμη. Κι ακόμα πως πολύ νωρίς οδηγήθηκαν στη χριστιανική πίστη της οποίας έγιναν θερμότατες ακόλουθοι.
Αφού μελέτησαν τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και αντελήφθησαν ότι τα αγαθά του κόσμου τούτου είναι «ρέοντα» ενώ τα «επαγγελλόµενα» αγαθά είναι «µένοντα», απεφάσισαν να εγκαταλείψουν ό,τι τις κρατούσε δέσμιες στον κόσμο τούτο και να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Η συγγένειά τους µε τον Παύλο τις ώθησε να εργασθούν στα μέρη όπου εκείνος κήρυξε προηγουμένως, εδραιώνοντας µε τον τρόπο αυτό το έργο του. Έτσι τις βλέπουμε πρώτα στα μέρη της Ελλαδικής Μαγνησίας, εκεί που σήμερα βρίσκεται η πόλη του Βόλου, στην αρχαία Δημητριάδα. Εκεί, εξασκώντας και την ιατρική επιστήμη τους, που την παρείχαν σε όλους αναργύρως, επεδόθησαν στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Έγιναν έτσι θεραπεύτριες και της ψυχής και του σώματος των ανθρώπων. Εκεί μάλιστα που η ιατρική επιστήμη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους µε τη θερμή προσευχή τους. Ανεδείχθησαν έτσι και ιαµατικές, θεραπεύτριες δηλαδή σωμάτων µε τη δύναμη του Θεού.
Από τη Δηµητριάδα τις βρίσκουμε στην Πάφο και συγκεκριμένα στην Κισσόνεργα, όπου στήνουν το ιεραποστολικό ορμητήριο τους. Η παράδοση τις φέρει να ζουν σ' ένα σπήλαιο κι απ' εκεί να δέχονται ασθενείς - ιδιαίτερα γυναίκες - τις οποίες και κατηχούσαν στη νέα θρησκεία, προετοιμάζοντας τες για το βάπτισμα.
Φαίνεται πως η κάποια χαλάρωση των ηθών που επικρατούσε τότε σ' όλη την περιοχή της Πάφου, λόγω και της λατρείας της Αφροδίτης, είχε σαν αποτέλεσμα τη στροφή πολλών ανθρώπων προς κάτι το ανώτερο. Γι' αυτό και το έργο των δύο ιεραποστόλων βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Πάφο. Επαληθεύτηκε. και στην περίπτωση αυτή το Γραφικό «Όπου επλεόνασεν η αµαρτία εκεί υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Οι τάξεις των χριστιανών πλήθαιναν µέρα µε τη µέρα και η κοινωνία άρχισε να παίρνει όψη Χριστιανική.
Οι άσχημες συνθήκες διαβίωσής τους όμως, οι κακουχίες και οι ταλαιπωρίες του ιεραποστολικού έργου, έφθειραν την υγεία τους. Κι έτσι, χωρίς να φθάσουν σε «γήρας πολυχρόνιον», άφησαν το μάταιο αυτό κόσμο και πέταξαν στην αιωνιότητα. Πρώτη η Ζηναίδα και ύστερα η Φιλονίλλα, παρέδωσαν την ψυχή τους στον Χριστό που τόσο αγάπησαν και για τον οποίο τόσο εκοπίασαν.
Στον τόπο που τάφηκαν, στην Κισσόνεργα, κτίστηκε αργότερα, µετά την κατάπαυση των διωγμών, ναός επ' ονόµατί τους και οι πιστοί συγκεντρώνονταν εκεί στις 11Οκτωβρίου, οπότε τελείται η µνήµη τους και τις τιμούσαν µε ιδιαίτερη λαμπρότητα. Ερείπια του ναού υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Εκεί, στις 11Οκτωβρίου, τελείται και σήμερα η Θεία Λειτουργία στη µνήµη των αγίων αδελφών. Λόγω του ιατρικού λειτουργήματος τους, θεωρούνται και σήμερα θεραπεύτριες διαφόρων ασθενειών, ιδιαίτερα δε των αιμορραγιών στις γυναίκες.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ 
Ήχος γ΄. Την ωραιότητα.
Την πολυθαύµαστον Ταρσόν τιµήσωµεν, την εξανθήσασαν άνθη τα τίμια, την Ζηναίδα τήν σοφήν και Φιλονίλλαν. Άµα δε έχουσαι της πίστεως την κρηπίδα ασάλευτον, πάσαν πληµµυρίδα των δαιµόνων κατήσχυναν. Διό και συν Αγγέλοις χορεύουσαι, υπέρ ηµών αεί πρεσβεύουσιν.

Η θέση της Γυναίκας στο Χριστιανισμό



site analysis

mounouali_keria

Συγγραφή: Λαζάρω Παναγιώτου Επιμέλεια: Ρένος Κωνσταντίνου
Στην Ορθοδοξία ανέκαθεν ίσχυε ο κανών του Αποστόλου Παύλου: Το σώμα έχει πολλά μέλη και το κάθε μέλος έχει τη δική του αποστολή, που εκπληρούμενη συμβάλλει, με την αξία και την μοναδικότητά της, στη γενική αρμονία. Το να θέλουν όλα τα μέλη να εκτελούν την ίδια λειτουργία στο σώμα αποτελεί ένδειξη σοβαρής ασθένειας των ίδιων και του σώματος. «Δεν είναι όλοι απόστολοι ούτε όλοι προφήτες ούτε όλοι διδάσκαλοι. Δεν είναι όλοι θαυματουργοί ούτε όλοι θεραπευτές ούτε όλοι λαλούν γλώσσες κι ούτε όλοι ξέρουν πως να τις εξηγούν» (Α΄ Κορ. 12, 29-31). Είναι επίσης γνωστό το του Αποστόλου Παύλου: «ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28). Ως εκ τούτου η παρουσία της γυναίκας στο σώμα της Εκκλησίας είναι ταυτόσημη και ισότιμη με εκείνη του άνδρα, διότι και οι δύο ως πιστοί και μέλη του ιδίου σώματος ενώνονται μεταξύ τους και μαζί με τη Θεία Κεφαλή του Σώματος σε μία «εν Χριστώ» ζωή.
Η εξύψωση της γυναίκας βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της στο πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας και ιδίως στη συμβολή της στην ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Η Θεοτόκος Μαρία αποτελεί την θαυμαστή γυναίκα, το πρότυπο κάθε χριστιανού. Σε ολόκληρη όμως την ιστορία της Εκκλησίας μας συναντάμε γυναίκες-πρότυπα, γυναίκες Αγίες που με την αρετή τους υπηρέτησαν το Θεό και τον άνθρωπο.
Ο Χριστιανισμός εξύψωσε πραγματικά και ουσιαστικά την γυναίκα. Δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τις μαθήτριες του Χριστού, όπως μας τις παρουσιάζουν οι ιεροί Ευαγγελιστές, είτε ως φιλόστοργους διακόνους του Χριστού, είτε ως αφοσιωμένες μαθήτριες, είτε ως τολμηρές μυροφόρες, είτε ως ευαγγελίστριες του μηνύματος της Αναστάσεως του Χριστού. Αλλά και ως συνεργάτιδες στο ιεραποστολικό έργο των Αποστόλων εμφανίζονται οι ευσεβείς γυναίκες και μνημονεύονται στα έργα τους. Αναφέρουμε τις γυναίκες που κατονομάζει ο Απόστολος Παύλος στο κεφάλαιο 16 της προς Ρωμαίους: «χαιρετίστε την Περσίδα, την αγαπητή…, χαιρετίστε τον Ρούφο, τον εκλεκτό εν Κυρίω, και τη μητέρα του και δική μου μητέρα», «χαιρετίστε τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, τους συνεργάτες μου, που πρόταξαν το στήθος τους για να με προστατεύσουν», «χαιρετίστε τον Ανδρόνικο και την Ιουνία…, που είναι επίσημοι ανάμεσα στους Αποστόλους και έγιναν χριστιανοί πριν από μένα…, χαιρετίστε την Τρύφαινα και την Τρυφώσα, που κοπιάζουν στην υπηρεσία του Κυρίου».
Όμως, ο σημαντικός και ο διακεκριμένος ρόλος των γυναικών εκφράζεται στην τυπολογική αναλογία Εύας-Μαρίας, στην οποία εμπεριέχεται μια «ανακύκληση», καθώς η ανυπακοή της Εύας αποκαταστάθηκε με την αποδοχή της βουλής του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος από την Παρθένο Μαρία για την Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Η Εύα παρίσταται  ως η εκπέσουσα αρχαία ανθρωπότητα, η οποία για την παρακοή της «την κατάραν εισωκίσατο», ενώ η Μαρία ως η ανακαίνιση της αρχαίας πεσούσης ανθρωπότητος, η οποία συντελέσθηκε με τη Γέννηση του Χριστού και εμφανίζεται ως νέα ανθρωπότητα, η «καινή εν Χριστώ κτίσις». Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τη γέννηση του Νέου Αδάμ από τη Νέα Εύα έκλεισε ο κύκλος της δημιουργίας του ανθρώπου και θεμελιώθηκε θεολογικά η ισότητα των δύο φύλων.
Στα πλαίσια του γυναικείου έργου δεν πρέπει να παραλειφθεί η σπουδαιότητα του γυναικείου μοναχισμού, ο οποίος συνέβαλε στην ανύψωση της θέσης των γυναικών στην Εκκλησία. Δηλώνεται έτσι όχι μόνο ο κοινωνικός ρόλος και η προσφορά τους στην κοσμική ζωή, αλλά και η πνευματική τους δύναμη στο μοναχικό βίο. Ο μοναχισμός είναι ένα ιδιαίτερος τρόπος ζωής, τον οποίο εκούσια διάγουν άνδρες και γυναίκες και υπόκεινται στη δοκιμασία και την εγκράτεια ανάλογα με τις ιδιαίτερες κλίσεις τους. Γεγονός που αναιρεί την πεποίθηση για διάκριση αρσενικού και θηλυκού μέσα στην Εκκλησία, εφόσον και τα δύο φύλα έχουν το δικαίωμα να αναχθούν στο Θείο, επιτυγχάνοντας την υπεροχή τους ενώπιον του Θεού μέσα από ένα σχετικά δυσκολότερο δρόμο από εκείνον του εγκόσμιου βίου.
Η ιδιαιτερότητα της γυναίκας και των λειτουργημάτων, που επιτελεί μέσα στην Εκκλησία, την καθιστά ισότιμο μέλος προς τον άνδρα. Το γεγονός ότι εξαιρούνται οι γυναίκες από το μυστήριο της ιεροσύνης, σε καμιά περίπτωση σημαίνει απόρριψη της μυστηριακής ιεροσύνης των γυναικών. Η Ιεροσύνη πρόκειται για Μυστήριο θεσμοθετημένο από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, δοσμένο από Εκείνον μόνο στους Αποστόλους και στους συνεχιστές του έργου τους άνδρες-κληρικούς. Εξαίρεση δεν αποτέλεσε ούτε η ίδια η Θεοτόκος, μέσω της οποίας τελειοποιήθηκε το έργο της «εν Χριστώ» οικονομίας. Το παράδειγμα του Κυρίου ακολούθησαν και οι Απόστολοι, που δεν χειροτόνησαν γυναίκες. Από την πρακτική αυτή δεν απομακρύνθηκε η Εκκλησία στη διάρκεια του βίου της.
Στη πορεία της ζωής της Εκκλησίας δεν έπαψαν οι γυναίκες να εργάζονται στο χώρο Της, σε έργα τόσο φιλανθρωπικά για τον κάθε άνθρωπο, όσο και στα έργα της ιεραποστολής και παρουσίας του χριστιανικού μηνύματος στο κόσμο. Η Ολυμπία, η Φοίβη, η Πενταδία, η Αμπρούκλα, η Σιβινιανή χειροτονούνται διακόνισσες και αφοσιώνονται στο πολύπλευρο έργο τους με ευλάβεια.
Στο ίδιο έργο διακονίας αφοσιώνονται και πάρα πολλές γυναίκες στις μέρες μας. Η γυναίκα, αποκτώντας ενεργό ρόλο στη ζωή της ενορίας, δείχνει τον δρόμο προς τον εξανθρωπισμό της κοινότητας και συμβάλλει στην προσφορά της ευχαριστιακής σύναξης. Η γυναίκα ως ενορίτης, η γυναίκα ως παρασκευάστρια του προσφόρου, η γυναίκα ως εκκλησιαστική επίτροπος, η γυναίκα ως κατηχήτρια, ως διακόνισσα των έργων αγάπης, ως μοναχή, ως ψάλτρια, ως φιλάνθρωπος μετέχει στα εκκλησιαστικά πράγματα με επίγνωση, υπευθυνότητα και αποδοτικότητα.
Πράγματι, οι γυναίκες είναι ισότιμες με τους άνδρες και μάλιστα κατέχουν το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, ως αναπόσπαστα μέλη της Εκκλησίας. Ειδικότερα, η γυναίκα συμβολίζει την ίδια την Εκκλησία, τον ναό του Θεού, που δέχεται το σώμα των πιστών. Γι΄ αυτό άλλωστε και το διακονικό της έργο στην Εκκλησία είναι έργο αγάπης και φιλανθρωπίας προς τον πλησίον. Η συμβολική προσφορά της γυναίκας στην εκκλησιαστική ζωή είναι έργο που αγκαλιάζει όλο το ποίμνιο.
Ο χριστιανισμός θεώρησε αυτονόητο να υψώσει ναούς σε γυναίκες, να τις υμνήσει με ύμνους και εικόνες, να υψώσει γυναικεία πρότυπα που κάθε γυναίκα μπορεί να κατακτήσει. Πρότυπα γυναικών που έφτασαν στη θέωση, ενώθηκαν με το Θεό, τέλεσαν θαύματα πριν και μετά την κοίμησή τους, δίδαξαν άντρες, αντιστάθηκαν σε αυτοκράτορες, άντεξαν φρικτά βασανιστήρια και συμβούλεψαν ακόμη και οικουμενική σύνοδο.
Κλείνοντας, ας δούμε μερικά από τα πρότυπα αυτά: Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή («η τέτραθλος και ανδρεία γυνή» κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο), η Φωτεινή και η Μαριάμνα (μαθήτριες του Χριστού), η Αγία Μεγαλομάρτυς Αικατερίνα η Πάνσοφος, η οποία εμφανίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα και τον κάλεσε με παρρησία να σταματήσει το διωγμό κατά των χριστιανών. Οι Αγίες μεγαλομάρτυρες, από 16 έως 20 ετών, Κυριακή, Ειρήνη, Παρασκευή, Μαρίνα, Αναστασία, Καλλιόπη, που αψήφησαν τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία και προτίμησαν τα βασανιστήρια μέχρι θανάτου από το να αποκαλέσουν «Κύριο και Θεό» τον αυτοκράτορα. Η Αγία Μελάνη που μαζί με τον άντρα της σκόρπισε την περιουσία της απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και κατέληξε πνευματική μητέρα της γυναικείας μοναστικής αδελφότητας. Η Αγία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου, πνευματική μητέρα πατριαρχών, που υψωνόταν στον αέρα και λύγιζαν τα κυπαρίσσια όταν προσευχόταν. Η Αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα που έζησε στη Χίο το 15ο αιώνα και τέλεσε αμέτρητα θαύματα και εν ζωή και μετά την κοίμησή της.
Ας αναφέρουμε όμως και μερικές ευσεβείς μητέρες Αγίων, που εκπλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο την ύψιστη αποστολή της μητρότητας: ανέθρεψαν Αγίους. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Αγία Ευβούλη μητέρα του γιατρού Αγίου Παντελεήμονα, η Αγία Άννα μητέρα του προφήτη Σαμουήλ, η Αγία Θεοδότη μητέρα των Αγίων γιατρών Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων, η Αγία Εμμέλεια μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η Αγία Νόννα μητέρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η Αγία Ανθία μητέρα του Αγίου Ελευθερίου.
Υπάρχουν επίσης και θαυμαστά ζεύγη Αγίων, όπως οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα (γονείς της Παναγίας), ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ (γονείς του Προδρόμου), η Πολυχρονία και ο Γερόντιος (γονείς του Αγίου Γεωργίου), η Θεοπίστη και ο Ευστάθιος (μαρτύρησαν με τα παιδιά τους) και αμέτρητοι άλλοι.
Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι Αγίες τιμήθηκαν και τιμώνται από τους Χριστιανούς, υμνούνται από τους Επισκόπους, εγκωμιάζονται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, βιογραφήθηκαν και οι βιογραφίες τους διαβάζονται στην Εκκλησία και στα μοναστήρια κατά την ημέρα τιμής της μνήμης τους. Συνεπώς ο Χριστιανισμός εξύψωσε πραγματικά και ουσιαστικά τη γυναίκα.

Αγίες γυναίκες στα βασιλικά ανάκτορα



site analysis


17JUN
Από το παρελθόν έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο χώρος των βασιλικών ανακτόρων και της αυλής ήταν ένας χώρος γεμάτος πλούτο και πολυτέλεια αλλά και γεμάτος δολοπλοκίες, ίντριγκες και μηχανορραφίες. Ακόμη πιστευόταν από πολλούς ότι οι περισσότερες γυναίκες του παλατιού, είτε ήσαν αυτοκράτειρες, είτε ήσαν πριγκίπισσες ή αυγούστες, ήσαν πλάσματα ματαιόδοξα, βυθισμένα μέσα στη μεγαλομανία και στον πλούτο τους. Κύρια απασχόλησή τους δεν ήταν παρά μόνο ο σχεδιασμός συκοφαντιών, φόνων, εγκλημάτων και άλλων δολοπλοκιών με τις οποίες θα στήριζαν τα μεγαλεπήβολα σχέδια και προγράμματά τους.Η ιστορική αντιμετώπιση μιας τόσο ακραίας και μονόπλευρης άποψης κρίθηκε αναγκαία. Όπως αναγκαία κρίθηκε και μία πιο σφαιρική και αντικειμενική παρουσίαση του παλατιού και των ανθρώπων που εγκαταβίωναν μέσα σ’ αυτό.Πλησιάζοντας κάποιος μέσα από τα κείμενα και τις πηγές τα βασιλικά ανάκτορα συναντά ανθρώπους που όχι μόνο δεν παρασύρθηκαν από την τρυφή και τη ζάλη της κοσμικής εξουσίας αλλά, απεναντίας και προς μεγάλη έκπληξη όλων, είχαν να παρουσιάσουν μια ζωή γεμάτη από τον ένθεο λόγο και σύμφωνη με τις επιταγές του Ευαγγελίου του Χριστού μας.Παρατηρείται μια σειρά αυτοκρατόρων που ο ένας διαδέχεται τον άλλον όχι μόνο στην εξουσία αλλά και στα έργα αγάπης. Ο ανταγωνισμός αλλά και ο συναγωνισμός στα έργα φιλανθρωπίας και προσφοράς προς το συνάνθρωπο ήταν μεγάλος. Με πρώτο το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπρακτης αγάπης και την κάνει ένα από τα κυριότερα όπλα στη διακυβέρνησή του, παρουσιάζοντας συγχρόνως ένα τεράστιο έργο φιλανθρωπίας. Αλλά και οι διάδοχοί του δε θα υστερήσουν καθόλου σε έργα προσφοράς και αγάπης. Ενδεικτικά αναφέρονται ο Μέγας Θεοδόσιος, ο Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός, ο Μαρκιανός, ο Ζήνων, ο Αναστάσιος, ο Ιουστινιανός, ο Ιουστίνος, ο Μαυρίκιος, οι δυναστείες των Ισαύρων, των Μακεδόνων, των Κομνηνών, και των Αγγέλων, ο Ιωάννης Βατάτζης που έλαβε μάλιστα και το επώνυμο «ελεήμων» και κλείνει αυτός ο κύκλος των φιλάνθρωπων αυτοκρατόρων με την τελευταία δυναστεία του Βυζαντίου, τη δυναστεία των Παλαιολόγων.Η στάση αυτή της ευσπλαχνίας και της πρόνοιας του βυζαντινού αυτοκράτορα προς τον υπήκοο συνάνθρωπο συνοδευόταν συχνά και από μία προσωπική ζωή έντονα εμποτισμένη από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Οι πρώτοι χριστιανοί αυτοκράτορες μάλιστα, δίδασκαν σαν ιεροκήρυκες και στέκονταν και κοινωνούσαν εντός του ιερού βήματος μαζί με τους ιερείς. Κάποιοι από αυτούς ασχολήθηκαν και με τη Θεολογία και αναδείχθηκαν ως εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ποιητές και υμνογράφοι της εκκλησίας. Μέσα στην Ορθόδοξη λατρεία έχουν ενσωματωθεί οι ύμνοι τεσσάρων βυζαντινών αυτοκρατόρων: Του Ιουστινιανού, του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και του Θεόδωρου Λάσκαρη.Τα βασιλικά ανάκτορα εργάζονταν καθημερινά, σταθερά και άοκνα, για την ανακούφιση και την παραμυθία της χήρας, του ορφανού, του φτωχού και κάθε πονεμένου και ταλαιπωρημένου ανθρώπου. Η κρατική μέριμνα δεν ήταν τυποποιημένη και άψυχη, δεν γινόταν μόνο με τους νόμους. Παραδείγματα, όπως του Ρωμανού Λεκαπηνού, ο οποίος συνέτρωγε καθημερινά με τους φτωχούς, και του Πορφυρογέννητου, ο οποίος περιποιούταν ιδιοχείρως τις πληγές των λεπρών, δείχνουν ένα υψηλό επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας και πολιτισμού.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι πολλοί από τους εστεμμένους βασιλείς, μέσα από τα ανάκτορα, λάτρεψαν το Χριστό όπως τον λάτρεψαν και οι ταπεινοί ασκητές, μέσα από τα κελλιά τους. Δείγμα και αυτό της σύζευξης πίστης και βασιλικών ανακτόρων.
Ρόλο αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση αυτού του κλίματος στα ανάκτορα, του διαποτισμένου από τις ευαγγελικές αρχές, έπαιξαν και οι γυναίκες των ανακτόρων, οι βασίλισσες και οι πριγκίπισσες. Πολλές από αυτές πρόσφεραν με ιδιαίτερο ζήλο τις υπηρεσίες τους στο συνάνθρωπο και μείνανε στην ιστορία ως μεγάλες κοινωνικές εργάτιδες, γιατί σχεδόν ανάλωσαν τη ζωή τους για την ανέγερση ενός μεγάλου αριθμού ευαγών ιδρυμάτων: Νοσοκομείων, ξενώνων, γηροκομείων, ορφανοτροφείων, πτωχοκομείων κ.ά. Λαμπρό είναι το παράδειγμα της αγίας Ελένης, της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, της μεγάλης αυτής βασίλισσας που το έργο της κοσμεί για αιώνες τώρα τα θεοβάδιστα μέρη των Αγίων Τόπων.
Στα χνάρια της αγίας Ελένης θα βαδίσουν και οι επόμενες βασίλισσες, που το πέρασμά τους στο διάβα των αιώνων θα σφραγιστεί από μεγάλα έργα προσφοράς και αγάπης. Είναι οι βασίλισσες εκείνες που εργάστηκαν ως καλοί οικονόμοι του πλούτου που τους ενεπιστεύθη ο Κύριος και αναλώθηκαν στην προσπάθεια της έμπρακτης τήρησης της εντολής Του «Αγαπάτε Αλλήλους». Πρόκειται για την Πλακίλλα, τη σύζυγο του Μεγάλου Θεοδοσίου, την Ευδοκία, τη σύζυγο του Θεοδοσίου, την Ευδοκία, τη σύζυγο του Θεοδοσίου Β’ του Μικρού, τη Μαρκιανή και τη Θεοδώρα που και οι δύο υπήρξαν σύζυγοι, πρώτη και δεύτερη αντίστοιχα του αυτοκράτορα Ιουστίνου του Β’.
Τέλος τον κύκλο αυτών των βασιλισσών, που είχαν ένα τεράστιο και λαμπρό έργο φιλανθρωπίας να επιδείξουν, θα τον κλείσει η Θεοδώρα η Πετραλείφα, σύζυγος του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού, Δεσπότη της Ηπείρου. Μέχρι και σήμερα τα επιτεύγματα της μεγάλης αυτής βασίλισσας έχουν κάτι να πουν στον επισκέπτη της Άρτας. Έχουν κάτι να φανερώσουν από το μεγαλείο της αγίας ψυχής της. Ένα μεγαλείο που κοσμήθηκε από τις μεγάλες αρετές της ταπείνωσης, της υπομονής, της εγκαρτέρησης, της πλήρους υποταγής και εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού.
Μέσα από τα βασιλικά ανάκτορα πάλι, θα ξεπροβάλουν και κάποιες άλλες γυναικείες μορφές με φοβερό δυναμισμό και αποφασιστικότητα, οι οποίες εκμεταλλεύονται στο έπακρο την αυτοκρατορική τους ιδιότητα και μέσα από τη δύναμη της εξουσίας στηρίζουν με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα την Εκκλησία. Συγκαλούν συνόδους με τις οποίες προστατεύουν την Εκκλησία από τις πλάνες και τις αιρέσεις, διασφαλίζουν την ενότητα και την ειρήνη στους κόλπους της και προσπαθούν να διατηρήσουν ανόθευτη την διδασκαλία της. Η Πουλχερία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Θεοδώρα, η σύζυγος του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου, αγωνίζονται γενναία και αποφασιστικά και κάτω από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθοδοξία της Εκκλησίας.
Μεγάλος και αποφασιστικής σημασίας είναι ο ρόλος που θα παίξουν κάποιες βασίλισσες και πριγκίπισσες στο έργο της ιεραποστολής. Από τις στέπες του Βορρά μέχρι τις ερήμους της Αφρικής και από τα Βρετανικά νησιά μέχρι την Άπω Ανατολή μεταδίδεται το Ευαγγέλιο. Πολλές βυζαντινές πριγκίπισσες έρχονται σε γάμο με ξένους ηγεμόνες και μεταφέρουν μαζί τους τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Η δε βασίλισσα της Ρωσίας Όλγα βαπτίζεται χριστιανή στην Κωνσταντινούπολη και φέρνει μαζί της Έλληνες κληρικούς και καλλιτέχνες, οι οποίοι κτίζουν εκκλησίες, μοναστήρια και κέντρα γραμμάτων και τεχνών. Έτσι με τον τρόπο αυτό η αγία βασίλισσα Όλγα συμβάλλει αποφασιστικά στη διάδοση και εξάπλωση του Χριστιανισμού στη Ρωσία.
Παράδειγμα ηρωισμού και αυτοθυσίας για την πίστη στο Χριστό από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Χριστιανισμού, αποτελούν οι άγιες βασίλισσες, Αλεξάνδρα και Φαυστίνα. Το κήρυγμα του Θεανθρώπου απλώθηκε πολύ γρήγορα και έφτασε έως τα ειδωλολατρικά ανάκτορα των βασιλέων της εποχής. Ένα κήρυγμα σωτήριο που συγκίνησε και κατέκτησε τις βασίλισσες Αλεξάνδρα και Φαυστίνα, συζύγους των μεγάλων διωκτών του Χριστιανισμού Διοκλητιανού και Μαξεντίου αντίστοιχα. Αυτές κέρδισαν το φωτοστέφανο της αγιότητας με την υπομονή, την καρτερία αλλά και την ομολογία της πίστης τους στο Χριστό, μπροστά σε συζύγους σκληρούς και άπιστους.
Άλλες πάλι βασίλισσες αψηφώντας την πολυτέλεια, τη χλιδή και τις ανέσεις που τους πρόσφερε η βασιλική τους ιδιότητα, προτίμησαν να ζήσουν μια ζωή απλή και ταπεινή. Έτσι συναντάμε κάποιες από αυτές όπως την Ειρήνη, σύζυγο του Ιωάννη Β’ Κομνηνού και μετέπειτα Ξένη μοναχή, τη Θεοδώρα την Πετραλείφα, τη Θεοδώρα, τη σύζυγο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου και τη Θεοφανώ, τη σύζυγο του Λέοντα Στ’ του Σοφού, οι οποίες, αφού έζησαν μία ζωή προσφοράς και αγάπης μέσα στα ανάκτορα, τις βλέπουμε να βγάζουν στη συνέχεια τη βασιλική αλουργίδα και να ντύνονται το ταπεινό ράσο της μοναχής, τελειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον επίγειο βίο τους σε κάποιο ταπεινό μοναστήρι δοξάζοντας το Θεό και κατακτώντας την αιωνιότητα.
Πάνω στα ίχνη των αγίων αυτών γυναικών των ανακτόρων πάτησαν και οι μικρές τη ηλικία αλλά εξίσου μεγάλες σε γενναιότητα, πίστη και αγιότητα πριγκίπισσες. Οι άγιες πριγκίπισσες, οι κόρες των βασιλέων, παρόλη τη βασιλική τους καταγωγή δεν παρασύρθηκαν από την τρυφή, τον πλούτο, τη δύναμη και τη μέθη της εξουσίας αλλά απεναντίας, θεωρώντας την παροδική και μάταιη, αναζήτησαν την ευτυχία και τη γαλήνη της ψυχής τους κοντά στο Θεό. Έτσι κάποιες έγιναν μοναχές όπως η Θεοδοσία, κόρη του αυτοκράτορα της Ρώμης Αδριανού, η Απολιναρία, κόρη ενός άλλου βασιλιά της Ρώμης, του Ανθέμιου, η Σωπάτρα, θυγατέρα του αυτοκράτορα Μαυρικίου και η Ανθούσα, η κόρη του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Ε’ του Κοπρωνύμου. Ενώ κάποιες άλλες πέρασαν τη ζωή τους εν πλήρει ευσέβεια και αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, προσφέροντας πλούσιο έργο φιλανθρωπίας όπως η Φεβρωνία, η κόρη του αυτοκράτορα Ηράκλειου.
Υπήρχαν όμως και αυτές οι πριγκίπισσες που πλήρωσαν πολύ ακριβά, με την ίδια τους τη ζωή, την ομολογία της πίστης τους στο Χριστό. Έγιναν μάρτυρες εξαιτίας της αγάπης τους για το Χριστό υπομένοντας, πολλές από αυτές, επώδυνα βασανιστήρια. Η Κέρκυρα, κόρη του βασιλίσκου της Κέρκυρας Κερκυλίνου, η Δροσίδα, κόρη του αυτοκράτορα της Ρώμης Τραϊανού, η Αικατερίνη, θυγατέρα του βασιλιά της Αλεξάνδρειας Κώνστα, η Κασδόα, κόρη του βασιλιά της Περσίας Σαβωρίου, η Ειρήνη, κόρη του επίσης Πέρση βασιλιά Λικινίου. Όλες αυτές αναδείχθηκαν μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες της Εκκλησίας μας, κερδίζοντας συγχρόνως το λαμπρό φωτοστέφανο της θείας δόξης.
Παράδειγμα φωτεινό στο διάβα μας, το πέρασμα αυτών των αγίων γυναικών από τη ζωή. Δεν ήταν γυναίκες απλές και συνηθισμένες, ήταν βασίλισσες και πριγκίπισσες. Γυναίκες με εξουσία και δύναμη και με κάθε δυνατότητα να κατακτήσουν τον κόσμο και τη ζωή, που όμως προτίμησαν να αφουγκραστούν το λόγο του Κυρίου «τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδίσει την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;». Λόγος σωτήριος που άγγιξε την ψυχή τους και τις οδήγησε στην αγιότητα!
Αναστασία Κυνηγοπούλου.
Πηγή: «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» τεύχος 1 . Ιανουάριος – Μάρτιος 1999.-BYZANTINA XRONIKA