Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Ποια είναι αυτή η γυναίκα;



site analysis


Πώς τη λένε; Την ξέρω; Κάτι μου λέει το πρόσωπό της. Πού την έχω δει; Στην τηλεόραση; Στο internet; Στο σινεμά; Κάπου στον δρόμο; Είναι διαφήμιση, είναι πραγματικότητα, τι είναι; Μοιάζουν τα πρόσωπα, μπορείς να μπερδευτείς. Μήπως είναι κάποιος δικός μου άνθρωπος; Κι αν είναι μια παλιά φωτογραφία της οικογένειάς μου, αν είναι συγγενής μου, αίμα μου; Μια άγνωστη ιστορία του προσφυγικού μας παρελθόντος; Τα ξέρω τα μάτια της…
Ποια είναι, άραγε, αυτή η γυναίκα; Μοιάζει φτωχή και κουρασμένη. Τι της έχει συμβεί; Από ποια δύσκολη εποχή έρχεται η εικόνα της; Από ποια χώρα; Σε ποιο σημείο της αέναης Αδικίας βρέθηκε να ζει;
Τι απέγινε εκείνη; Τι απέγιναν τα παιδιά της; Τι απέγιναν οι σκέψεις της; Χάθηκαν; Ή μήπως όχι; Είναι εδώ δίπλα μου; Μήπως ζει; Μήπως βρίσκεται στην Αθήνα, μήπως βλέπουμε τον ίδιο ήλιο τώρα που γράφω στο μικρό μου δωμάτιο; Ποια είναι; Μήπως δεν έχει σημασία; Μήπως χάνω (ξανά) τον χρόνο μου; Τι με νοιάζει; Τι θα αλλάξει στη δική μου τη ζωή αν ξέρω; Πότε θα αλλάξει η δική μου η ζωή αν, τελικά, μάθω;
Ποια είναι;

Επί 20 ολόκληρα μίλια, η φωτογράφος σκεφτόταν αν θα έπρεπε να είχε σταματήσει σ’ αυτό που είδε με την άκρη του ματιού της στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Η δουλειά είχε γίνει, την αμοιβή της θα την έπαιρνε, μέχρι τελευταίο σεντ, έξω έβρεχε κι όμως μέσα της υπήρχε μια δύναμη- μη ελέγξιμη πια- που δεν άφηνε σε ησυχία το μυαλό της. Για 20 μίλια ήταν αναποφάσιστη (μικρή απόσταση, αν σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν πολλοί που διανύουν αναποφάσιστοι κι αδρανείς ολόκληρη τη ζωή τους). Ξαφνικά σταμάτησε το αυτοκίνητο. Ο δρόμος ήταν άδειος. Επιτόπου στροφή. Ακολούθησε την αντίθετη πορεία – του δρόμου και της λογικής- και βρέθηκε ξανά στον καταυλισμό.
Εκεί ζούσαν προσωρινά, με τις οικογένειές τους σε παραπήγματα, περιφερόμενοι άστεγοι αγρότες. Πάμφθηνα εργατικά χέρια μεταναστών για τις καλλιέργειες της περιοχής. Θα μάζευαν αρακά και μπιζέλια, αλλά την προηγούμενη νύχτα ο παγετός είχε καταστρέψει τη σοδειά. Άλλο ένα κακό νέο ανάμεσα στα χιλιάδες δυσάρεστα μαντάτα της ζωής τους- πότε θα σταματούσε αυτό; Ίσως ποτέ.
Η ανησυχία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Πολύ σύντομα, οι κάτοικοι της περιοχής και οι ιδιοκτήτες των καλλιεργειών, θα έρχονταν να τους διώξουν. Με βίαιο τρόπο, χωρίς έλεος. Οι ίδιοι καθωσπρέπει άνθρωποι, με τα παιδιά, τα σπίτια και τη γη τους- οι οποίοι θα τους έδιναν δουλειά στα χωράφια τους- οι ίδιοι την επόμενη μέρα θα χρησιμοποιούσαν κάθε τρόπο για να τους διώξουν, αφού πια η παρουσία τους δε θα απέφερε πια κανένα απολύτως κέρδος. Η πραότητα του χαρακτήρα και ο ανθρωπισμός τους βασίζονταν στον αστάθμητο παράγοντα του κατάλληλου απτού ανταλλάγματος. Η υπόγεια αποδοχή της ένοχης χρησιμότητας ενός εγκλήματος γεννά τον πιο ορκισμένο στρατό φανατικών, εκείνων που εθίζονται στη δικαιολογία κάθε επόμενου εγκλήματος.
Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της απόλυτης φτώχιας, της αγωνίας και του πόνου, η φωτογράφος εστίασε στη μητέρα με τα τέσσερα πεινασμένα παιδιά (υπήρχε κι ένα πέμπτο στην κοιλιά της μάνας, που θα γεννιόταν σε λίγους μήνες, σε καιρούς απόγνωσης). Η δικιά τους ήταν η πιο πρόχειρα φτιαγμένη τέντα απ’ όλες. Τράβηξε δυο πρώτες φωτογραφίες. Δυο γενικά πλάνα.

Και μετά πλησίασε. Όλο και πλησίαζε. Η μητέρα δεν κοίταξε ποτέ προς το φακό ή προς τον άνθρωπο που ακάλεστος είχε εισβάλει στην ελάχιστη ιδιωτικότητά τους.
Συνολικά τράβηξε έξι φωτογραφίες. Δεν ρώτησε το όνομα της μητέρας, ζήτησε μόνο να μάθει την ηλικία της.
«32 χρόνων».
Κι όμως… Αυτό ήταν το ταλαιπωρημένο πρόσωπο μιας 32χρονης γυναίκας, που είχε βιώσει τόσα, όσα αρκούσαν για πολλές ζωές. Ζούσαν τρώγοντας παγωμένα λαχανικά – ήταν βαρυχειμωνιά- και όσα μικρά πουλιά μπορούσαν να σκοτώσουν τα ίδια τα παιδιά.

Η φωτογράφος υποσχέθηκε προφορικά – αν και δεν της ζητήθηκε- να μην δημοσιεύσει το υλικό.
Είπε ψέματα.
Αυτό το ψέμα ,όμως, ευεργέτησε αμέσως πολλούς κατατρεγμένους. Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της φωτογραφίας στην εφημερίδα, εκείνος ο καταυλισμός στη μέση του τίποτα (US Highway 101, 2.500χλμ, κατά μήκος της δυτικής ακτής) γέμισε με τρόφιμα, ρούχα και προσφορές ανθρώπων που είχαν συγκινηθεί από τη φωτογραφία της μητέρας. Κάποιοι απ’ τους άστεγους εργάτες είχαν ήδη φύγει (για πού άραγε; Για ένα επόμενο πουθενά…), ανάμεσά τους, όμως, και η μητέρα με τα παιδιά. Εκείνοι δεν ήξεραν τι είχε συμβεί.
Η δημοσίευση μιας δεύτερης φωτογραφίας- διαφορετικής από αυτή που είχε μπει στην εφημερίδα- έκανε τον γύρο της χώρας μέσα σε λίγες μέρες. Η μητέρα είχε γίνει σύμβολο καρτερικότητας κι αξιοπρέπειας σε καιρούς δυστυχίας κι εξαθλίωσης. Όλοι μιλούσαν για εκείνη και τα μικρά της.
Ένα αποφασισμένο βλέμμα, σ’ ένα κουρασμένο πρόσωπο. Και δυο παιδιά ν ακουμπούν φοβισμένα πάνω της. Ήταν ο φόβος του φακού, αλλά έμοιαζε με το φόβο του παρόντος και του μέλλοντος. Ήταν τα δύσκολα χρόνια. Κι εκείνη ήταν η Μόνα Λίζα μιας σκονισμένης απ’ τις αντιξοότητες εποχής.

H Dorothea Lange (Ντοροθέα Λανγκ) τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες το 1936, στις Ηνωμένες Πολιτείες (NipomoCalifornia). Το στιγμιότυπο της μητέρας με τα δυο παιδιά γυρισμένα στο φακό, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική φωτογραφία της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (GreatDepression).  Η ταυτότητα της εμβληματικής “Migrant Mother” έγινε γνωστή πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα εκείνης της φωτογραφίας έδινε μάχη με τον καρκίνο και δεν είχε τα χρήματα για να νοσηλευτεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Τότε δημοσιεύτηκε τ’ όνομά της και μαζεύτηκε ένα ποσό (κάποιες χιλιάδες δολάρια) που της επέτρεψε να ‘χει ένα αξιοπρεπές τέλος. Την έλεγαν Φλόρενς (Florence Owens Thomson 1903 -1983), ήταν μια Τσερόκι. Διωγμένη από την Οκλαχόμα – όπως χιλιάδες της φυλής της-  παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία, όμως η οικογένεια του συζύγου δεν ήθελε μια ινδιάνα για νύφη. Έκαναν παιδιά, εκείνος πέθανε ξαφνικά. Πώς θα ζήσουν; Τι θα κάνουν; Οικονομική ύφεση, ανεργία, διώξεις. Ανατροπές, μόνο ανατροπές. Ένας άβολος σκληρός άδικος κόσμος. Κάθε βήμα της ζωής της- από την αρχή- έμοιαζε δύσκολο, έως ακατόρθωτο. Κάθε βήμα κι ένας πόνος. Κι όλα να μοιάζουν κάθε φορά με το τέλος του κόσμου. 
Η Φλόρενς δεν κέρδισε ποτέ χρήματα από τη φωτογραφία (μόνο το ποσό εκείνο στα γεράματα, πριν πεθάνει). Ούτε η Λανγκ. Τα δικαιώματα ανήκαν στην αμερικανική κυβέρνηση ( με κρατικό χρήμα-Farm Security Administration- είχαν πληρωθεί τα ντοκουμέντα της ομάδας φωτογράφων που ταξίδευαν στις φτωχές αγροτικές περιοχές της Αμερικής). Η Λανγκ, όμως, κέρδισε αναγνωρισιμότητα κι επαγγελματική καταξίωση.]
(Dorothea Lange 1895-1965)

Aυτή είναι η Φλόρενς το 1979, μαζί με τις κόρες της. Μπροστά της γονατιστή η Νόρμα (το μωρό που κρατούσε τότε στα χέρια της). Πίσω της η Κάθριν και η Ρούμπυ (τα δυο παιδιά με τη γυρισμένη πλάτη στη φωτογραφία του ’36. H Ρούμπυ εμφανιζόταν στο πλευρό της μητέρας της και σε δυο ακόμα από εκείνες τις φωτογραφίες)

H “Migrant Mother” είναι η χαρακτηριστικότερη φωτογραφία της Μεγάλης Ύφεσης. Γρήγορα, όμως, ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι απέκτησε τους δικούς του ήρωες, τις δικές του εμβληματικές μορφές. Και μετά ήρθε η εποχή της ευημερίας. Κι εκείνη είχε τα σύμβολά της, παντοδύναμα. Ζήτω το χρήμα! Η φτωχή μητέρα έμοιαζε πολύ μακρινή. Τόσο μακρινή, που αρκούσε για να γίνει γραμματόσημο.
(Γραμματόσημο του 1998).

Έτσι γίνεται συνήθως. Οι άνθρωποι τιμούν, φροντίζουν, επιβραβεύουν κι αγαπούν οτιδήποτε υπάρχει σε απόσταση ασφαλείας. Το ΤΩΡΑ παραμένει πάντοτε η εποχή της βαρβαρότητας.

ΥΓ. Σήμερα στο Nipomo (πληθυσμός 16.000 κάτοικοι), πολύ κοντά στο σημείο της τυχαίας ιστορικής φωτογράφισης υπάρχει ένα σχολείο, που φέρει ένα όνομα. Το όνομα της φωτογράφου Ντοροθέα Λανγκ. Όχι της Φλόρενς. Ίσως καλύτερα. 
Καλύτερα να μην ήξερα καν το όνομά της, όπως όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία κι αναρωτιόμουν αν ήταν ένας δικός μου άνθρωπος. Γιατί όταν ξέρεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες, η γυναίκα γίνεται το ενδιαφέρον ντεκόρ μιας ακόμα ιστορίας, ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες- που θα μάθεις ή δε θα μάθεις- και νομίζεις πως δεν έχουν καμία σύνδεση με το δικό σου σύντομο πέρασμα απ’ αυτόν τον κόσμο.
Ενώ στην πραγματικότητα εκείνο το βλέμμα, εκείνη η μάνα και τα παιδιά είναι η δική σου ιστορία.
ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Βίος Αγίων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας των αδελφών



site analysis

Οι Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία τα αδέλφια εορτάζουν στις 30 Οκτωβρίου

Zoom in (real dimensions: 237 x 340)Εικόνα

Οι Άγιοι Μάρτυρες, ο Ζηνόβιος και η Ζηνοβία ήσαν αδέλφια, πού κατάγονταν από την επαρχία των Κιλίκων.


Ο πατέρας τους ονομαζόταν και αυτός Ζηνόβιος και η μητέρα τους Θέκλα. Όταν πέθαναν οι γονείς τους, μοίρασαν τα υπάρχοντα τους στους ξένους και δεν κράτησαν τίποτα 
για τον εαυτόν τους. Ο Ζηνόβιος είχε σπουδάσει Ιατρική και γιάτρευε τούς αρρώστους όχι μόνο γιατί ήταν εύσπλαχνος, αλλά και με τη Χάρι του Θεού, δεν έπαιρνε λεφτά από 
τούς φτωχούς, όπως λέει το ευαγγέλιο.



Βασιλιάς ήταν εκείνη την περίοδο ο Διοκλητιανός και είχε έπαρχο σε εκείνη την περιοχή τον Λυσία. Ο Λυσίας ήταν ειδωλολάτρης και αυτός και έτρεφε μίσος κατά των χριστιανών 
όπως και ο Διοκλητιανός. Αυτός λοιπόν ο Λυσίας δεν ήθελε καθόλου τούς Χριστιανούς ενώ ο καλός και ευσεβής Ζηνόβιος ζούσε ήσυχα με τούς χριστιανούς, διότι ο Κύριος τον 
πρόσταξε με θεία αποκάλυψη να γίνει επίσκοπος των Κιλίκων. Πρώτον ήταν στα σώματα γιατρός, ύστερα τις ψυχές επιμελείτο με σοφία Θεού.



Όταν άκουσε ο κακός έπαρχος Λυσίας, για τον ιερό Ζηνόβιο, ότι κηρύττει ένα και μοναδικό Θεό και θεραπεύει στο όνομά Του κάθε ασθένεια, και ότι δίδει άπειρη ελεημοσύνη 
στους πτωχούς, θύμωσε για την τόσην πολλή φιλανθρωπία του Αγίου, διέταξε και του έφεραν τον Άγιο μπροστά του, και του είπε: «Πολλά άκουσα για σένα Ζηνόβιε, αλλά εγώ 
δεν πιστεύω αυτά αν δεν τα δω με τα ίδια τα μάτια μου. Γι αυτό σε έφερα εδώ για να βεβαιωθώ. Γι αυτό λοιπόν διάλεξε ένα από τα δύο, ή να θυσιάσεις μαζί μου στους θεούς, 
οπότε θα ζήσης ζωή με πλούτο και λαμπρότητα, ή θα πεθάνεις με μεγάλα βάσανα και μαρτύρια».



Ο Άγιος απάντησε:
«Εγώ έχω έναν Θεό αληθινό, τον Ιησού Χριστό. Αυτός με έπλασε και μου χάρισε τη ζωή και επιθυμώ να θυσιαστώ γι αυτόν». Όταν άκουσε αυτά ο τύραννος, διέταξε να τον 
κρεμάσουν.
Όταν γινόταν αυτά έφτασε η αδελφή του Αγίου, Ζηνοβία και όταν είδε στο ξύλο να κρέμεται ο αδελφό της, δεν δείλιασε καθόλου, αλλά έλεγξε με θάρρος τον έπαρχο και του 
είπε:
«Κακέ και υπερήφανε τύραννε, ποιά κακουργία έκανε ο αδελφός μου και τον δέρνεις;»



Τότε τούς έβαλαν και τούς δυο σε κρεβάτι και κάτω από αυτό έβαλαν κάρβουνα αναμμένα πού έκαιγαν αυτό αλλά οι μάρτυρες υπέμεναν με καρτερία. Μετά τους έβαλαν σε 
καζάνι γεμάτο βρασμένο νερό και τους έριξαν μέσα να βράσουν μέχρι να διαλυθούν. Εις μάτην όμως ο δύστυχος κοπίαζε, διότι όσον έβραζε το νερό τόσο αυτοί δροσίζονταν 
και έψαλλαν χαίροντες.



Αφού δεν είχε άλλη ελπίδα ο τύραννος, έλαβε την τελική απόφαση να τούς θανατώσει με ξίφος, έξω από την πόλη. Όταν έφθασαν εκεί, προσευχήθηκαν οι Άγιοι λέγοντες: 
«Σε ευχαριστούμε Χριστέ μας πού μας αξίωσες να τελέσουμε τον δρόμο του Μαρτυρίου, και να φυλάξουμε την πίστη μας καθαρή. Σε παρακαλούμε, φιλάνθρωπε Κύριε, να 
μας αξιώσεις του χαρίσματος της αιωνίου Βασιλείας σου και να μας συναριθμήσεις με τούς Αγίους δούλους σου».



Έκοψαν λοιπόν οι δήμιοι την 30ήν Οκτωβρίου τα κεφάλια των Μαρτύρων σύμφωνα με τη διαταγή, τα άγια δε λείψανά τους ευρίσκοντο έξω από την πόλη. Τα μεσάνυχτα πήγαν 
δύο πρεσβύτεροι, ο Ερμογένης και ο Γάιος, έλαβαν κρυφά τα λείψανα και τα ενταφίασαν μαζί. Έτσι οι Άγιοί μας όπως είχαν κοινούς γονείς και κοινή διαβίωση, έτσι αξιώθηκαν 
κοινής αθλήσεως και κοινής ενταφιάσεως.
ΠΗΓΗ.xristianos.gr

Εγκώμια εις την Αγίαν Οσιοπαρθενομάρτυρα Αναστασίαν Ρωμαία



site analysis
ΣΤΑΣΙΣ Α'
Ήχος πλ. α. Η ζωή εν τάφω.
Μακαρίζομέν σε, του Νυμφίου Χριστού, την φιλτάτην Νύμφην και καλλιπάρθενον, και το καύχημα πιστών Χριστιανών.
Μακαρίζομέν σε, μοναζόντων χορός, την σεμνήν Αναστασίαν και πάντιμον, καταστέφοντες σους άθλους εμμελώς.
Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΩΝ.
Απαρνησαμένη, τα του βίου τερπνά, παιδιόθεν τον Χριστόν επεπόθησας· όθεν γέγονας φιλέρημος τρύγων.

Βασιλείας δόξαν, κοσμικάς τε τρυφάς, απηρνήσω εκ καρδίας αοίδιμε, εμφοιτώσα εν σεμνείω ιερώ.

Γένους παριδούσα, περίοπτους τιμάς, πενιχρόν περιεβλήθης ιμάτιον, και εξέδραμες θηρεύσαι τον Χριστόν.

Διδαχάς αγίας, ηγουμένης σοφής, ώσπερ μέλι φιλοπόνως συνέλεξας, εντρυφώσα εν ταις θείαις εντολαίς.

Επελθόν το Πνεύμα, συν Πατρί και Υιώ, ενεποίησαν μονήν τη καρδία σου, θείας χάριτος εμπλήσαντες αυτήν.

Ζόφον αμαρτίας, ενοχλήσεις σαρκός, νουνεχώς Αναστασία διέλυσας, εζωσμένη πανοπλίαν θεικήν.

Ησυχίας πόθος, πυρπολών σην ψυχήν, εστερέωσε τη πίστει σε Πάνσεμνε, ευτρεπίσας προς μαρτύριον στερράν.

Θείον πόθον σχούσα, εξελέξω σοφώς, το μαρτύριον το της συνειδήσεως, δι αιμάτων σου λαμπρώς τελειωθέν.

Ισχυρών ενέδρας, πλανεράς, δολεράς, κολακείας τε ,επάρχου διέφυγες, και ερρύσθης ως στρουθίον εξ αυτών.

Κατατμήσεις πάντων, των μελών καί πληγάς, σθεναρώς Αναστασία υπέμεινας, καταισχύνασα εχθρού τας μηχανάς.

Λαμπροφόρος ώφθης, εστεμμένη τρισσώς, παρθενίας και ασκήσεως σκάμμασι, και αγώσι μαρτυρίου σου Σεμνή.

Μεγαλύνω πάθη, τας πληγάς εξυμνώ, και γεραίρω τα λαμπρά σου παλαίσματα, α υπέμεινας Αγνή δια Χριστόν.

Νυμφοστόλος αίγλη, παρθενίας κλεινής, και ασκήσεως αγώνες υπέρμετροι, μαρτυρία) εκοσμήθησαν φαιδρώς.

Ξέσεις τη σαρκί σου, εκκοπάς των μαστών, και τανύσεις των οστέων υπήνεγκας, προς δε τούτοις την της γλώσσης εκτομήν.

Ουρανόθεν ήλθε, μαρτυρούσα φωνή, την τελείωσιν Σεμνή σης αιτήσεως, του ιάσθαι πάσαν νόσον ασθενών.

Πειρασμούς ποικίλους, οικισμών συμφοράς, και τομήν της κεφαλής καθυπέμεινας, συντριβέντων κεφαλών δυναστικών.

Ρώμη πάσα χαίρει, και σκιρτά η Μονή, του Οσίου Γρηγορίου ως έχουσα, σων λειψάνων θαυματόβρυτον πηγήν.

Σων αιμάτων ρείθρα, Φαραώ νοητόν, κατεπόντισαν δισσώς θεραπεύοντα, ιαμάτων ως πηγαί πάντας πιστούς.

Τυραννούντων θράση, αισθητά, νοητά, εν τω αίματί σου άμφω κατέπνιξας, και συνέκοψας δρακόντων κεφάλας.

Υπομένω, άδεις, τον Χριστόν ψαλμικώς, και προσέσχε εισακούων την δέησιν, καταπέμπων επ' εμέ την δωρεάν.

Φαιδροτάτη αίγλη, επιφάνηθι νυν, επιχέουσα αγάπης Ιάματα, τη αθλία μου ψυχή και τη σαρκί.

Χορηγός υγείας, ιατήρ συμπαθής, και φρουρός ,Αναστασία συ πέφυκας, φωτισμός δε μοναστών αθωνιτών.
Δόξα πατρί...
Ψαλμωδούντες αίνους, και δεήσεις πυκνάς, αναφέρομεν αιτούντες το έλεος, την Τριάδα την Παντοκρατορικήν.
Και νυν...
Ως νυμφών Νυμφίου, ως του Λόγου παστάς, ως ανύμφευτος Δεσπότου γεννήτρια, διασώζοις τους πιστούς εκ των δεινών.

(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)
ΣΤΑΣΙΣ Β'
Ήχος πλ. α. "Αξιόν εστίν.
Άξιόν εστίν, μεγαλύνειν σε Αναστασία, των αθωνιτών λαμπρόν εγκαλλώπισμα, και Μονής του Γρηγορίου αρωγόν.

Άξιόν εστίν, μακαρίζειν σε Παρθενομάρτυς, των μοναζουσών περίλαμπρον καύχημα, και αγλάισμα μαρτύρων γυναικών.
Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ
Άσπιλος αμνάς, και αήττητος εδείχθης μάρτυς αντιπάλων κέντρα γαρ ήμβλυνας, και συνέτριψας τυράννων απειλάς.

Βάπτισμα τρισσόν, υποδέδεξαι Οσιομάρτυς, το δι' ύδατός τε και Πνεύματος, το της σης κουράς και το μαρτυρικόν.

Γάμοις μυστικοίς, υπαντήσασα Χριστόν Τρισμάκαρ, φρόνιμος παρθένος καθέστηκας, εισελθούσα τω νυμφώνι εν φωτί.

Δένδρον ευθαλές, φυτευθέν εν τω μοναστηρίω, εν τω μαρτυρίω εξήνθησας, και απέδωκας καρπούς εν ουρανοίς.

Έσπειρας εν γη, και ελίπανας δια δακρύων, εν κρουνοίς αιμάτων επότισας, και εθέρισας ουράνιον ζωήν.

Ζήλος πυρπολών, καταφλέγων δε σου την καρδίαν, σε Αναστασία ανέδειξε, κοινωνόν των παθημάτων του Χριστού.

Ήχον καθαρόν, ακατάπαυστον εορταζόντων, νυν απολαμβάνειν ηξίωσαι, κατά πρόσωπον ορώσα τον Χριστόν.

Θεραπευτικήν, Μάρτυς δύναμιν ητήσω πάλαι, έργω δε ο λόγος πεπλήρωται, και ιδού η μαρτυρία τηλαυγής.

Ιαματικήν, σε γινώσκομεν παραμυθίαν όθεν την υγείαν χορήγησαν, την κατ' άμφω τοις πιστοίς Χριστιανοίς.

Καταθορυβών, την ψυχήν μου ο εχθρός συνθλίβει συ Αναστασία βοήθει μοι, επιστάζουσα ειρήνης γλυκασμόν.

Λαμπαδηφορείς, δι' ελαίου αρετών Οσία αλλά σαις λιταίς καταξίωσαν, συναρίθμιον γενέσθαι σοι καμέ.

Μέτοχος παθών, των Χριστού γενέσθαι ηξιώθης, κοινωνός δε και Αναστάσεως, επαξίως τη ση κλήσει αγαθή.

Νίκην φωταυγή, αληθώς νικήσασαν τον κόσμον,πίστιν την σεπτήν συ απέδειξας, ως διδάσκει ο Υιός ο της βροντής.

Ξένη επί γης, ανεφάνη εν μοναστηρίω, και τη σθεναρά αντιστάσει σου, ξενιτείας άκρον μέτρον εκπληροίς.

Ολοθρευτικός, ο σος θάνατος εδείχθη Μάκαρ, τω εχθρώ ημών και πικρότατος, φυγαδεύων πάσαν φάλαγγα αυτού.

Πάσαν ζοφεράν, εβδελύξω ειδωλομανίαν, τους ανθρώπους έργω διδάσκουσα, προσκυνείν ένα θεόν Τριαδικόν.

Ρήσεις τας χρηστάς, ενηχήθης εν μοναστηρίω, παρά της σοφής διδασκάλου σου, ουρανίους δε απήνεγκας καρπούς.

Στέφανος ζωής, ητοιμάσθη σοι παρά Κυρίου, τρίκλωνος, φαιδρός και λαμπρότατος, οία τύπος δόξης της τρισσοφεγγούς.

Τείχισον ημάς, εκτενέσι μεσιτείαις Κόρη, παύσον τάς ορμάς των παθών ημών, ανιστώσα τας ψυχάς εις προσευχήν.

Ύδωρ ζωηρόν, αναβλύζοις τη εμή καρδία, όμβρον κατανύξεως στέλλουσα, τη διψώση καί αυχμώση μου ψυχή.

Φυγαδεύουσα, πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν, πάσαν συμφοράν και ασθένειαν, θεραπεύεις σους ικέτας πολλαπλώς.

Χάρισμα διπλούν, ουχί μόνον εις Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το πάσχειν υπέρ Αυτού, επεδόθη σοι ως μάρτυρι πιστή.
Δόξα.
Ψήγματα χαράς, επιρρίπτων τη εμή καρδία, νυν τα σα ελέη θαυμάστωσον, επ' εμέ Τριάς Αγία ο θεός.
Και νυν.
Ως περικαλλής, ως πανάμωμός τε καί ωραία,Μήτηρ του θεού αναδέδειξαι, παρεστώσα δεξιόθεν σου Υιού.

(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)

ΣΤΑΣΙΣ Γ'
Ήχος γ'. Αι γενεαί πάσαι.
Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, σεμνή Αναστασία.

Αι γενεαί πάσαι, χοροί τε μοναζόντων, τιμώμενσους αγώνας.

Η ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΚΑΤ' ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ
Αγάπης τετρωμένη, εγώ ειμί εβόας, ασματικώς ως νύμφη.

Βίω σου αγίω, αγώσί τε γενναίοις, Χριστός ευηρέστηθη.

Γυνή ανδρεία ώφθης, χρυσώ αγιωσύνης, περικεκοσμημένη.

Δεήσεσιν απαύστοις, Χριστόν καθικετεύεις, υπέρ ασθενούντων.

Ελπίς ου καταισχύνει· διο αυτήν κατέσχες, ως βάσιν μαρτυρίου.

Ζήλω ευσεβείας, και πόθω αληθείας, τα σπλάγχνα κατεφλέγης.

Ησυχίας λύχνος, ασκήσεως τε φάρος, εν κόσμω ανεφάνης.

Θάνατον εδέξω, τίμιον Οσία, ενώπιον Κυρίου.

Ικέτις προς Δεσπότην, γενού Παρθενομάρτυς, υπέρ των σε υμνούντων.

Καρδίας καθαρότης, και Πνεύματος ευθέος, εδόθη καινισμός σοι.

Λατρεύειν θεώ ζώντι, μη θύειν δαιμονίοις, μανθάνεις εν Σεμνείω.

Μετάνοιαν και πένθος, και θείαν χαρμολύπην, επέδειξας Αγία.

Νηστεία και δεήσει, εμπόνω τε ασκήσει, προσφόρως ητοιμάσθης.

Ξενιτείας έρως, ηυτρέπισε σον πνεύμα, προς μείζονας αγώνας.

Ομολογίας στύλος, κρηπίς τε μαρτυρίου, Αναστασία ώφθης.

Πίστει ακραδάντω, και έργοις θεαρέστοις, εισήλθες εν Νυμφώνι.

Ρίζας θείου φόβου, τοις μέλεσί μου ένθες, συντόνω σου δεήσει.

Σταυρούσθαι κατά κόσμον, υπέρ Χριστού τε θνήσκειν, Παμμάκαρ εξελέξω.

Ταπείνωσις υψοί σε, μαρτύριον καθαίρει, αγάπη δε θεοί σε.

Υπήκοος εγένου, θεώ έως θανάτου, Αγνή χριστομιμήτως.

Φωτί θεού ακτίστω, καταυγασθείσα όλη, Τρισμάκαρ εθεώθης.

Χάριν ως λαβούσα, ταύτην δη προσνέμοις, καμοί τω τρισαθλίω.

Δόξα.
Ψαλμόν καρδίας δέχου, ει και ανενδεής ει, Τριάς Μονάς θεέ μου.
Και νυν.
Ώραν παρθενίας, στηλογραφείς τοις πάσι, Παρθένε Θεοτόκε.
(Και πάλιν το πρώτον τροπάριον)

Αμήν..

Στις ηρωικές γυναίκες της Πίνδου…



site analysis



ελάχιστη ανταπόδοση στην τεράστια προσφορά τους. ΑΘΑΝΑΤΕΣ! 


 της ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ

Είχε φασόλια μαυρομάτικα, τα μούσκεψε, έριξε ξύλα στο τζάκι, μπας και σβήσει, γιόμισε καπνούς το σπίτι, δεν καλοτράβαγε το τζάκι, άτσαλα το ‘χε χτίσει ο μακαρίτης.

Απ’ το στενόμακρο παραθύρι κοίταξε τον ουρανό, μπλαβιασμένος ο ουρανός, χιονίζει μερόνυχτα, μα δε λέει να ξεθυμάνει. Καινούργιο χιόνι πάνω στο παλιό και ο λυσσασμένος παγωμένος αγέρας, να το κάνει πάγο. Βουνά ο πάγος να παραβγαίνουν θαρρείς σε μπόι με τα κατσάβραχα.

Για τον κύρη της ξέρει, τον πήρε κοντά του ο Θεός! Θεός σχωρέσ’ τον.

Μα εκείνος που να ‘ναι; Ο γιος της, το μοναχοπαίδι της, ε, βρε παιδεμός να τον μεγαλώσει, άντρακλας έγινε, που η Παναγιά να τον φυλάει.

Κι ήταν ώρες να βρει το ταίρι του, ν’ ανοίξει κι αυτηνής το σπίτι κι η καρδιά της, μα ήρθε ο πόλεμος.
Καί τώρα που να ‘ναι;

Πήγε χωρίς βιάση, άναψε το καντήλι της. “Εγώ δεν ξέρω Παναγιά μου που ‘ναι, μα εσύ ξέρεις· μάνα και του λόγου σου νογάς από καημούς”. 

Πήρε μετά μια ξεφτισμένη ρόμπα της κι άρχισε να τη ρεμπατεύει. Το χωριό, το Ηπειρώτικο χωριό δεχόταν με βόγκο το χιόνι που έπεφτε… έπεφτε… έπεφτε.

Το χιόνι έπεφτε… έπεφτε. Κόντευες να πιστεύεις πως δε θα μπορούσε η μέρα να διώξει τη νύχτα. Κι όμως ξημέρωσε και τότε τόλμησαν να ξεκινήσουν.

Μπρος ορθό εχθρικό το βουνό. Κάτω το Ηπειρώτικο χωριό, δεξιά ζερβά οι χαράδρες. Και το χιόνι να τους κόβει την ανάσα, να τους ζαλίζει, που τελειώνει το μονοπάτι, που αρχίζει η χαράδρα;

Καί πάγος κάτω, πάγος που γλιστράει, τσουλήθρα θανάτου. Κι απάνω στο βουνό, ‘κει προς την κορφή να καρτερούν τα πυρομαχικά -ζωή και θάνατος η έλλειψη τους -και τους είχαν τελειώσει. Κι αυτοί ανέβαιναν… ανέβαιναν κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο μέσα στην τόση παγωνιά είχαν ιδρώσει . Απ’ το κόπο κι απ’ τον φόβο…

Και ‘κει ήταν που και τα μουλάρια σταμάτησαν. Ή πιο σωστά πήραν τα πόδια τους τη γλιστρά της κατηφοριάς, οι ασήκωτες κάσες που ‘χαν στις πλάτες τους μετακινήθηκαν… κίνδυνος να γκρεμιστούν στο βάραθρο μαζί με τα μουλάρια. Κι απάνω στο βουνό εκεί προς την κορφή, να καρτερούν τα πυρομαχικά, ζωή και θάνατος η έλλειψη τους, και τους είχαν τελειώσει…

- “Δε φτάνουμε”, είπε ο λοχίας κι όλοι συμφώνησαν.
“Δε φτάνουμε ‘κει πάνω”.
“Να κατεβούμε στο χωριό, να ζητήσουμε παλιολινάτσες να βάλουμε στα ποδάρια των ζωντανών να μη γλιστράνε”, είπε ο δεκανέας κι όλοι το ‘δαν σα μόνη ελπίδα.

Πήρε δυο φανταράκια ο δεκανέας μαζί του και ροβόλησαν για το χωριό. Στο έμπα ήταν που αντάμωσαν τον παπά με δυο-τρεις άλλους που ασφάλιζαν γερά ένα παραθύρι της Εκκλησιάς μη τύχη και ο χιονιάς μπει μέσα.

Τους είδε να ‘ρχονται αλαλιασμένοι.

“Παιδιά, έσπασε το μέτωπο”, ρώτησε ο παπάς και κρεμάστηκαν κι οι υπόλοιποι απ’ το στόμα του. Είχε σπάσει η χολή τους, τέτοια τρομάρα!

“Παπά, το και το, γρήγορα μονάχα βρες παλιολινάτσες κι οι απάνω μείναν χωρίς βόλι”.
Είχε πιαστεί να κάθεται στο σκαμνί, της πόνεσε η μέση “έρμα γεράματα” γκρίνιαξε, τράβηξε κατά το παραθύρι, το παραθύρι, που το μαστίγωνε το χιόνι.

“Αγρίεψε ο καιρός, φύλαγε τα παιδιά μας, Παναγιά μου, ξέρεις εσύ πως…”.
Δεν απόσωσε, τους είδε εκεί στην Εκκλησιά. Λαχτάρησε. Καλά, ο παπάς να ‘ναι εκεί, η φανταρία όμως; Τυλίχτηκε σφιχτά με το χοντρό σάλι της και βγήκε κι αντάμωσε τη χιονοθύελλα. Κουβέντιαζαν έντονα, δε την κατάλαβαν.

“Να μαζώξουμε λινάτσες κι ό,τι μας βρίσκεται, μα μη θαρρείς πως τα ζωντανά δε θα γλιστράνε πάλι. Ξέρουμε από τέτοια κι έχουν χαθεί αν έχουν χαθεί ζωντανά μαζί μ’ ανθρώπους σε τούτα τα φαράγγια!”,είπε σκεφτικά ο παπάς.

“Εγώ θα σας πω και κάτι άλλο παλληκάρια: Τώρα να βαρέσουμε την καμπάνα, να καλέσουμε τις κυράδες να μας βρούνε ό,τι έχουν και δεν έχουν σε λινατσόπανα, θα κυλήσει ώρα. Άντε τα μαζώξαμε, τα πήρατε, πάτε στην ευχή του θεού. Μέχρι ν’ ανταμώσετε τους άλλους και τα ζωντανά σας βρήκε η νύχτα. Και δε δείχνει ο ουρανός να ξανοίγει, ώρα στην ώρα άλλη χιονιά έρχεται. Δε θα προκάνετε και εσείς λέτε πως βόλι πάνω στην κορφή οι φαντάροι μας δεν έχουνε βόλι, όχι οβίδες και…”.

Δεν αποτέλειωσε. Η φωνή κοφτή τον έκοψε. “Δεν προκάνουνε!!!…”.

Γύρισαν, είδαν τη γυναίκα που σίμωσε.

“Δε προκάνουνε”, ξανάπε με πεποίθηση.
“Και κυρά Σαράντη, τι λες να γίνει;” ρώτησε ο παπάς.
“Βάρα την καμπάνα, παπά μου, να μαζωχτούν οι γυναίκες. Εμείς θα ζαλωθούμε τα κιβώτια”. “Εσείς;” ξαφνιάστηκαν οι φαντάροι.

“Τα γουρουνοτσάρουχα δε γλιστράν, ξέρουμε σα τα σπιτικά μας τα μονοπάτια, “θα αντέξετε; Είναι βαριά, πες ασήκωτα”, είπε δειλά ο δεκανέας. 

“Βαστάν οι καρδιές και τα κότσια τους”, είπε ο παπάς και ανακούφιση και περηφάνεια ένιωσε.

“Το λοιπόν μην αργείς παπά μου, και ξαναμούτρωσε ο καιρός”, είπε η γυναίκα και ίδια κοπελλίτσα τράβηξε για το σπίτι της, να βάλει τα γουρνοτσάρουχά της.

Η καμπάνα αυτοστιγμής χτύπησε δυνατά, χαρούμενα, ίδιος αναστάσιμος ο ήχος της…
Η μια πίσω απ’ την άλλη ανέβαιναν… ανέβαιναν… οι κάσες λύγιζαν τις μέσες τους, το χιόνι τις μάχονταν… ο θάνατος -το φαράγγι -δεξιά ζερβά τις παραμόνευε.

Κι αυτές ανέβαιναν… ανέβαιναν… 
πηγή.trelogiannis