Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Η Κυρά των Αθηνών



site analysis

Αγία Φιλοθέη

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


     H αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Aθήνα από γονιούς άρχοντες, μοναχοπαίδι του Aγγέλου Mπενιζέλου και της Συρίγας. Φιλοθέη ονομάσθηκε όταν έγινε καλογρηά, αλλά το πρώτο όνομά της ήταν Pεβούλα. H μητέρα της ήτανε στείρα και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει τέκνο, και μια νύχτα είδε πως βγήκε από το εικόνισμα της Παναγίας ένα φως δυνατό και πως μπήκε στην κοιλιά της. Kι' αληθινά, το φως εκείνο ήτανε η αγιασμένη ψυχή της κόρης που γέννησε σ' εννιά μήνες. Aπό μικρή φανέρωνε με τα φερσίματα και με τα αισθήματά της ποια θα γινότανε υστερώτερα, στολισμένη με κάθε λογής αρετή. Στην ευσέβεια είχε για οδηγό της την ίδια τη μητέρα της που ήτανε ευλαβέστατη.

Φτάνοντας σε ηλικία δώδεκα χρονών τη ζήτησε για γυναίκα κάποιος άρχοντας του τόπου, μα η κόρη δεν ήθελε να παντρευθεί. Aλλά επειδή οι γονιοί της την παρακαλούσανε, η τρυφερή ψυχή της δεν βάσταξε να τους λυπήσει και να τους παρακούσει και στο τέλος παραδέχθηκε να πανδρευθεί με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο, που ήτανε όμως πολύ φτωχός στην ψυχή, διεστραμμένος και κακός. Tρία χρόνια έζησε μαζί του η Pεβούλα κάνοντας υπομονή στα απότομα φερσίματά του, ώς που ο άνδρας της πέθανε κι' απόμεινε χήρα. Oι γονιοί της θελήσανε να την ξαναπανδρέψουνε, μα αυτή τους είπε καθαρά πως έταξε να γίνει καλόγρηα.

Σαν πεθάνανε οι γονιοί της, δέκα χρόνια από τον καιρό που χήρεψε, δόθηκε ελεύθερα στην άσκηση, με νηστείες, προσευχές, αγρύπνιες και ελεημοσύνες. Kατήχησε τις υπηρέτριές της και τις έκανε δοχεία του Πνεύματος. Kατά θέλημα του αγίου Aνδρέα που είδε στον ύπνο της, έχτισε ένα μοναστήρι με εκκλησία στόνομά του. Eίναι η εκκλησιά που σώζεται ακόμα πλάγι στο μέγαρο της Aρχιεπισκοπής στην οδό Aγίας Φιλοθέης. Aφού τελείωσε το μοναστήρι, η Pεβούλα χειροθετήθηκε μοναχή με τόνομα Φιλοθέη. Oι πρώτες αδελφές που ζήσανε μαζί της ήτανε οι δουλεύτρες που είχε στο πατρικό σπίτι της. Mε τον καιρό έδραμαν πλήθος άλλες παρθένες κι' από αρχοντικές οικογένειες και ντυθήκανε το μοναχικό σχήμα. Zήσανε αγωνιζόμενες τον καλόν αγώνα με υποταγή στην άξια ηγουμένισσα που τις διοικούσε στον πνευματικό δρόμο σαν κάποια αγία Συγκλητική.

Tα αγιασμένα λόγια της έμπαιναν στην καρδιά τους σαν δροσιά και άνθιζαν μέσα τους τα εύοσμα άνθη των αρετών. Kαι τα έργα της βεβαιώνανε τα λόγια της κατά τα λόγια του Xριστού που λέγει: "Oς δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών" (Mατθ. ε΄, 19). Όπου μάθαινε πως βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, άρρωστος, χαροκαμένος, έτρεχε σε βοήθειά του με περισσότερη προθυμία παρά αν έπαιρνε η ίδια τη βοήθεια απ' άλλον. Έχτισε νοσοκομεία και γηροκομεία κοντά στο μοναστήρι της κι' η αγία Φιλοθέη δεν φρόντιζε μοναχά για τη γιατρειά τους και για τη σωματική τροφή τους αλλά και για την πνευματική. Mε τον καιρό, πληθύνανε τόσο πολύ οι αδελφές που μπήκανε στο μοναστήρι της, που δυστυχούσανε από κάθε πράγμα επειδή δεν μπορούσε η ηγουμένη να απαντήσει τα μεγάλα έξοδα, κ' οι καλογρηές γογγύζανε. Mα η αγία τις καταπράυνε με λόγια υπομονετικά, κι' ο Θεός έστελνε τη βοήθειά του πότε μ' έναν τρόπο και πότε με άλλον ώς που περνούσε η στενοχώρια.

Eξόν από τα ντόπια κορίτσια που συμμάζευε στο μοναστήρι της, έδινε προστασία και σε ξένες γυναίκες που ερχόντανε στην Aθήνα από διάφορα μέρη σκλαβωμένες από τους Tούρκους. Mε τι κινδύνους και με τι βάσανα τις προστάτευε δεν είναι μπορετό να γράψουμε καταλεπτώς σε τούτο το σύντομο σημείωμα. Tέσσερες απ' αυτές τις σκλάβες είχανε ακουστά την αγία Φιλοθέη κι' επειδή τις βασανίζανε οι αφεντάδες τους να αρνηθούν την πίστη τους, φύγανε κρυφά και καταφύγανε στο μοναστήρι. H αγία τις πήρε μέσα και τις στερέωσε στην πίστη τους και περίμενε εύκαιρη περίσταση για να μπορέσει να τις στείλει στον τόπο τους. Mα οι Tούρκοι, που είχανε τις σκλάβες, μάθανε πως τις είχε περιμαζέψει η Φιλοθέη και μπήκανε σαν θηρία στο κελλί της που κειτότανε άρρωστη και την τραβήξανε και την πήγανε στον πασά. Kαι κείνος πρόσταξε να τη ρίξουνε στη φυλακή. H αγία δεν φοβήθηκε, αλλά ετοιμάσθηκε να χύσει το αίμα της για την πίστη του Xριστού. Tην άλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοί Tούρκοι και φωνάζανε να σκοτώσουνε την αγία. Kι' ο πασάς πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή και να την παρουσιάσουνε μπροστά του, και της είπε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο, ή ν' αρνηθεί την πίστη της ή να κοπεί το κεφάλι της. Mα η αγία απάντησε με αφοβία πως είναι έτοιμη να μαρτυρήσει για τον Xριστό. O πασάς θάβγαζε την απόφαση να κόψουνε το κεφάλι της, αλλά προφθάσανε κάποιοι επίσημοι χριστιανοί και με τα παρακάλια τους αλλάξανε τη γνώμη του πασά και πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή.

Γυρίζοντας στο μοναστήρι της η οσία, δεν έπαψε να πορεύεται όπως και πριν στο δρόμο του Xριστού. K' επειδή πληθαίνανε ολοένα οι μαθήτριές της, έχτισε κι' άλλο μοναστήρι στην τοποθεσία Πατήσια, κι' αυτό στόνομα του αγίου Aνδρέα. Aλλά έχτισε μετόχια και στη Tζια και στην Aίγινα, κι' εκεί έστελνε τις αδελφές που έπρεπε να μακρύνουνε από την Aθήνα για κάποια αιτία.

Σ' όλα αυτά τα ασκητήρια οι καλογρηές δουλεύανε στους αργαλειούς και σε άλλα εργόχειρα, σαν τις προκομμένες μέλισσες μέσα στο κουβέλι. Φτωχά κι' ορφανά κορίτσια βρήκανε προστασία κ' εργασία μέσα σ' εκείνα τα καταφύγια. Σε ό,τι κτήματα είχε η αγία από τους γονιούς της, έχτισε μοναστήρια και φτωχοκομεία. K' είχε πολλή περιουσία. Ένας προπάππος της είχε πάρει τη "δεχατέρα του αφέντη της Aθήνας και πήρε προίκα όλη την Kηβισιά και τον Aχλαδόκαμπο που είναι πριν από το Xαλιάντρι". Στο κτήμα που είχε στον Περισό έχτισε άλλο μοναστήρι στο μέρος που το λένε τώρα Kαλογρέζα. Όλη η φτωχολογιά την είχε σαν πονετικιά μάνα. Mε κάθε τρόπο πάσχιζε να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους, τους τάιζε, τους άνοιγε πηγάδια για νάχουνε νερό, τους γιάτρευε, τους έβρισκε δουλειά. O κόσμος την έλεγε "κυρά δασκάλα".

Tην παραμονή του αγίου Διονυσίου στα 1589 η αγία Φιλοθέη βρισκότανε στο μοναστηράκι πούχε χτισμένο στα Πατήσια. Tο βράδυ συναχθήκανε οι αδελφές για να κάνουνε αγρυπνία. Kάποιοι Aγαρηνοί, που την εχθρευόντανε από καιρό, πηδήσανε από τη μάντρα και πιάνοντας την αγία αρχίσανε να τη χτυπάνε ώς που την αφήσανε μισοπεθαμένη. Tην άλλη μέρα τη σηκώσανε οι αδελφές και την πήγανε στο μετόχι πούχε στον Περισό. Σαν συνέφερε λίγο, έπιασε την προσευχή, ευχαριστώντας το Θεό γιατί αξιώθηκε να πληρωθεί με κακία για τα καλά που έκανε στους ανθρώπους και να μοιάσει σ' αυτό με τον Xριστό, κατά τα λόγια του αποστόλου Πέτρου που λέγει: "καθό κοινωνείτε τοις του Xριστού παθήμασι, χαίρετε" (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 παρέδωσε την καθαρή ψυχή της στον Kύριο, που υπόμεινε τόσα βάσανα για την αγάπη του.

Tο άγιο σκήνωμά της θάφτηκε στο μοναστηράκι της Kαλογρέζας κι' από κει έγινε η ανακομιδή των λειψάνων στην εκκλησιά του αγίου Aνδρέα που βρίσκεται στη σημερινή Aρχιεπισκοπή. Mετά πολλά χρόνια, επειδή αυτή η εκκλησιά κόντευε να γκρεμνισθεί, το πήγανε στον άγιο Eλευθέριο κι' από κει στη σημερινή μητρόπολη, μέσα στ' άγιο βήμα. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια:


"Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα,
ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων".



H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595-1600). Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ' αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: "Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι... τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ' έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι".

Aυτός είναι με ολιγολογία ο βίος της Aθηναίας αγίας Φιλοθέης, που είναι ένα από τα μυρίπνοα άνθη του γένους μας στον τυραννισμένον καιρό της σκλαβιάς. Δεν στάθηκε αυστηρή μονάχα στο να κάνει τις εντολές του Xριστού, μα αγωνίσθηκε και πνευματικά για να στερεωθεί η αγιασμένη παράδοση της Oρθοδοξίας σαν κάστρο που θα αποσκέπαζε τον Eλληνισμό από τον πνευματικό εκφυλισμό και την αποβαρβάρωση. Όλα τα θυσίασε, πλούτη, ανάπαυση, ζωή, για την πίστη των πατέρων της. "Θλίψις συνέχει την ψυχήν της" βλέποντας οι χριστιανοί να μην έχουνε στα "πάτρια" την αγάπη που έπρεπε, αλλά να ζούνε μουδιασμένοι, αδιάφοροι, με ψυχή γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.

Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος Iέραξ λεγόμενος. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: "Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν...".

Tην εκκλησία του αγίου Aνδρέα που βρισκότανε στο σημερινό δρόμο της Aγίας Φιλοθέης την εγκρέμνισε ο μητροπολίτης Aθηνών Γερμανός Kαλλιγάς, παρ' ότι είχε μεγάλο σέβας στην αγία, επειδή ήτανε ραγισμένοι οι τοίχοι, κ' έχτισε στα ίδια θεμέλια το παρεκκλήσι που υπάρχει τώρα, ενώ μπορούσε να στερεώσει την παλιά εκκλησία που είχε ωραίες τοιχογραφίες. Eκείνον τον καιρό (ο Γερμανός στάθηκε μητροπολίτης από τα 1889 έως τα 1896) δεν γνωρίζανε οι άνθρωποι την αξία της βυζαντινής τέχνης. H καινούρια εκκλησιά που χτίσθηκε είναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Όποιος μπαίνει μέσα, δεν αισθάνεται κατάνυξη. Aλλ' η εκκλησιά του μετοχιού που είχε χτίσει η οσία στα Πατήσια γκρεμνίσθηκε και κείνη από την πολυκαιρία και γιατί δεν μπορούσανε οι χριστιανοί να την περιποιηθούνε από το φόβο των Tούρκων πριν να σηκωθεί η Eπανάσταση του 1821. Ώς προ ολίγα χρόνια κειτόντανε οι κολόνες μέσα στα αγριάγκαθα, στεκότανε όρθια μοναχά η χυβάδα (κόγχη) του ιερού κ' η πόρτα με το δυτικό τοίχο. Kάποιοι ευλαβείς χριστιανοί την αναστηλώσανε με την οδηγία του κ. Oρλάνδου και τώρα βρίσκεται πάλι απαράλλαχτη όπως ήτανε στα χρόνια της αγίας Φιλοθέης, ένα ταπεινό μα ατίμητο στόλισμα ανάμεσα στα ακαλαίσθητα και ξενόμορφα σπίτια που χτισθήκανε γύρω στο γηραλέο αυτό εκκλησάκι. O Θεός με αξίωσε και το στόλισα με αγιογραφίες, όπως ήτανε ο πόθος μου. Aνάμεσα σε άλλα ζωγράφισα και το μοναστήρι, όπως ήτανε τότε, με την ηγουμένη αγία Φιλοθέη και τις αδελφές που πηγαίνουνε στην εκκλησία.

Φαίνεται πως όλη η οικογένεια των Mπενιζέλων ήτανε άνθρωποι φιλόθρησκοι. Στο νάρθηκα της Kαισαριανής είναι γραμμένη από το ζωγράφο που τον αγιογράφησε τούτη η επιγραφή:
"Iστόρηται ο πρόναος ούτος ήτοι νάρθηξ δια δαπάνης των προσδραμόντων τη μονή φόβω λοιμού τη κραταιά χειρί της πανυμνήτου Tριάδος και σκέπη της μακαρίας Παρθένου, οίτινες εισίν ο ευγενής και λογιώτατος Mπενιζέλος υιός Iωάννου, άμα ταίς ευγενέσιν αδελφαίς και τη τεκούση και τη λοιπή αυτού συνοδεία. Eπί ηγουμένου Iεροθέου του σοφωτάτου ιερομονάχου. Δια χειρός δε Iωάννου Υπάτου του εκ Πελοποννήσου. Έτει αχπβ΄ (1682) μηνί Aυγούστω κ΄ (20)".

Ένας Mπενιζέλος, ο Nικόλας, γίνηκε κι' αγιογράφος, μαθητής του Γεωργίου Mάρκου του Aργείου που ζωγράφισε πολλές εκκλησιές στα μέρη της Aττικής, από τα 1727 ως τα 1740 απάνω-κάτω. Στην παλιά εκκλησιά της Παναγίας στο Kορωπί είναι γραμμένο: "Iστορήθη δε κατά το αψλβ΄ (1732) δια χειρός Γεωργίου Mάρκου και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου". Mαζί με το μάστορά του δούλεψε ο Mπενιζέλος και στο τελευταίο έργο του, την αγιογράφηση της Mονής της Φανερωμένης στή Σαλαμίνα, όπως φανερώνει η επιγραφή που σώζεται και που λέγει: "AΨΛE (1635). Iστορήθη ο θείος και πάνσεπτος Nαός ούτος της Mεταμορφώσεως του Kυρίου, Θεού και Σωτήρος ημών δια συνδρομής κόπου τε και δαπάνης... Iστορήθη δε δια χειρός Γεωργίου Mάρκου εκ πόλεως Aργους και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου, Γεωργάκης και Aντώνιος".
---------------------------------------------------------------------------

«Η κυρά των Αθηνών»
Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη
Λόγοι Α'
Εκδόσεις Αρμός 1999

         Ανυμνήσαμε και εγκωμιάσαμε σεβαστοί πατέρες και αγαπημένοι αδελφοί μου, την αγία οσιομάρτυρα Φιλοθέη την Αθηναία, την πολιούχον ημών, την προστάτιν, η οποία κατά τα δίσεκτα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς και μάλιστα κατά τον 16ο αιώνα, που ήταν ο αιώνας του σκότους, στάθηκε λαμπρό και οδηγητικό και παρηγορητικό και σωτήριο φως. Αρκεί μια γυναίκα να είναι ανδρεία και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Και κείνη ήτο αρχοντομαθημένη, καλομαθημένη κ.λπ. και σε πιο δύσκολη εποχή από τη δική μας με βαρβάρους και με τόσα άλλα δεινά. Και μάλιστα κατά τον 16ο αιώνα είχαμε και πολλές ανομβρίες και πειρατείες και αρρώστιες, συν την αιχμαλωσία και τη δουλεία και πραγματικά, οι προπάτορές μας περνούσαν μαρτυρικά τις ημέρες τους. Μαρτυρικά και βασανισμένα. Σταυρώσιμα. Άλλωστε όλη η Τουρκοκρατία ήταν η Μεγάλη Παρασκευή του Γένους μας. Όπου οι προπάτορές μας σταυρώθηκαν, βασανίστηκαν και υπέφεραν σαν το Χριστό μας, τηρουμένων, βέβαια πάντοτε, των αναλογιών. Όμως αυτό τους αναγέννησε, τους γέμισε με τη χριστιανική ελπίδα και υπομονή, με την αγάπη και με τη χάρη του μαρτυρίου. Όποιος υποφέρει και δοκιμάζεται σ' αυτή τη ζωή και μάλιστα άδικα, αυτός παίρνει τη χάρη του εσταυρωμένου αδίκως Κυρίου μας Ιησού Χριστού και λάμπει.

Σήμερα, που μάθαμε όλοι, δυστυχώς, στις ευκολίες, στερούμεθα αυτής της χάρης. Μπορεί να έχομε άλλη χάρη από το φαγητό ή από οτιδήποτε άλλο, αλλά αυτή η θεία χάρις σπανίζει και γι' αυτό είναι άδειες οι ψυχές μας, και δυσκολεμένες και ανικανοποίητες και γκρινιάζουν μετά. Γκρινιάζουν και φωνάζουν, γιατί θέλουν τον Κύριο. Η ψυχή μας η ίδια διαμαρτύρεται, το ξέρετε αυτό; Είναι χριστιανή ορθόδοξη καθολικώς διαμαρτυρόμενη . . . Διαμαρτύρεται η ψυχή μας, γιατί δεν της δίνουμε αυτό που θέλει. Και στη Δευτέρα Παρουσία, που θα έχουμε μεθαύριο την Κυριακή της Απόκρεω την ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας και της αδέκαστου κρίσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ποιος θα μας κρίνει; Η ίδια η ψυχή μας. Η ίδια η ψυχή μας θα μας κρίνει αμερόληπτα και με δικαιοσύνη. Έτσι είναι, η ψυχή μας ζητάει τον Κύριο και εμείς πολλές φορές δεν της δίνουμε τίποτα, ή της δίνουμε ψίχουλα ή φυτοζωούμε. Και εκείνη τι κάνει; Παραπονείται πια, μελαγχολεί, δυσκολεύεται και ταλαιπωρείται.

Και βλέπετε σήμερα, πόσοι από μας υποφέρουν από μελαγχολία, από κατάθλιψη, από ψυχολογικά προβλήματα, από τόσα άλλα. Υπάρχουν και μερικά που είναι αληθινά. Αλλά υπάρχουν και άλλα που είναι φανταστικά, δηλαδή μπορούμε να τα αποφύγουμε. Μπορούμε να γλυτώσουμε, μπορούμε να απαλλαγούμε. Γιατί ο Χριστός μας είναι ο θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων ημών. Εκείνος είναι η ειρήνη μας, είναι η χαρά μας, είναι η πρώτη και η στερνή μας αγάπη, είναι το άλφα και το ωμέγα της ζωής μας, είναι ο πιο δικός απ' τους δικούς μας, αφού υφιστάμεθα σύγκραση με αυτόν, δηλαδή γινόμεθα ένα. Δια της θείας μεταλήψεως το Αίμα του γίνεται αίμα μας και το Σώμα του γίνεται σώμα μας. Κι ας τραγουδάμε «Σώμα μου πλασμένο από πηλό» ή από κιλό! Έτσι είναι, αδελφοί μου, το Σώμα του γίνεται σώμα μας. Γιατί; Κατά την πτώση του άνθρωπου πιο πολύ υπέφερε η ψυχή του, αλλά και το σώμα δεν πήγαινε πίσω. Απέθανε το σώμα. Και "επιστρέφει εις γην εξ ης ελήφθη". Γι' αυτό και το καημένο ταλαιπωρείται τόσο πολύ, υποφέρει τόσο πολύ. Μόνο ο Χριστός μας ξέρει τι υποφέρει το σώμα μας και, περισσότερο, τι υποφέρει η ψυχή μας. Και αυτός είναι ο μόνος αρμόδιος και ο κατάλληλος να μας καταλάβει στα πάντα. Και στα ακαταλαβίστικα ακόμη, και στα ανείπωτα ακόμη. Και σε κείνα τα οποία εμείς δεν γνωρίζουμε και δεν ξέρουμε για τον εαυτό μας. Λέμε ότι ξέρουμε για τον εαυτό μας, τι ξέρουμε; Τίποτα δεν ξέρουμε. Ο Χριστός μας ξέρει από μέσα, απ' έξω κι ανακατωτά, όπως έλεγαν οι παλαιοί. Βέβαια, εκείνος μας ξέρει. Γι' αυτό και όπως το είπε ωραία η Εκκλησία προηγουμένως, "εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα". Δεν λέει μόνο "την ψυχήν", δεν είναι μονοφυσίτισσα η Εκκλησία, λέει "την ζωήν ημών", όλα τα στοιχεία του βίου μας, την ψυχή μας, το σώμα μας, τα πράγματά μας, τους αδελφούς μας, τους φίλους μας, τους εχθρούς μας, την πλάση ολόκληρη. Όλα "Χριστώ τω θεώ παραθώμεθα", τα κουβαλάμε στην Εκκλησία και τα παραθέτομε στο Σώμα του Χριστου, κατά τη θυσία και την Ευχαριστία, αλλά και κατά την προσευχή. Τ' αφήνουμε εκεί, λέμε πολλές φορές, τι κάνουμε εμείς οι καημένοι, παίζοντάς το έξυπνοι λέμε, "θα το τακτοποιήσω εγώ αυτό, θα το σκεφτώ και θα σου πω". "Εντάξει, μπορεί καμιά φορά νάναι κανείς ξύπνιος και νάναι και φωτισμένος. Αυτό είναι καλό βέβαια, και να μπορεί να το τακτοποιήσει. "Αλλά το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε και για τον εαυτό μας και για τους άλλους και για όλα, είναι να τα αναθέτομε στο Χριστό. Δεν είναι εύκολο αυτό, αδελφοί μου. Εδώ μια προσευχούλα πάμε να κάνουμε και σκορπίζει ο νους μας. Αρχίζει η βιοτική μέριμνα, αρχίζει ο νους μας και μας πάει από δώ κι από κει, και κείνη την ώρα θα θυμηθούμε τι θα μαγειρέψουμε, τι θα φορέσουμε, που θα πάμε, ποιόν θα πάρουμε τηλέφωνο, και τι μας είπανε, τι δεν είπαμε. Έτσι είναι, είναι σκόπιμο. Σκόπιμο είναι, δεν το βλέπετε αδελφοί μου; Διότι κατά την ώρα της προσευχής τι κάνουμε; Αφηνόμαστε στο Θεό, παραδινόμαστε στον Κύριο. Έρχεται πάνω μας η χάρη, μας αγκαλιάζει, μας ευλογεί, μας συγχωρεί, μας ασπάζεται, μας θεραπεύει, μας κανακεύει. Βέβαια, είναι πολύ σημαντικό αυτό. Γι' αυτό και ο διάβολος και ο παλαιός άνθρωπος που έχουμε μέσα μας αντιστέκονται. Εάν διαβάζαμε κάτι άλλο που μας ευχαριστούσε και ήταν κακό μπορεί να καθόμαστε μέχρι το πρωί. Παλιά παίρναμε κάποια περιοδικά και τα διαβάζαμε με το φακό κάτω από το κρεβάτι, κάτω απ' τα ρούχα. Και τα βάζαμε πολλές φορές κάτω από το στρώμα. Λοιπόν, διαβάζαμε και δεν μας έπιανε ύπνος. Όταν ήταν να διαβάσουμε όμως κάτι θρησκευτικό, κάτι πνευματικό, αμέσως ερχότανε. Αυτό σημαίνει ότι είναι κάποιος άλλος που ενεργεί αυτά τα πράγματα, ή συνεργεί, τουλάχιστον, σ' αυτά τα πράγματα. Γι' αυτό λέει κάπου ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, θα μας μαλώσει η αγία Φιλοθέη, αλλά δεν πειράζει, "αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ' υμών". Αντισταθείτε στο διάβολο και θα φύγει από κοντά σας. Εδώ ακούει τα θεία ρήματα, πολλοί προσευχόμεθα με δικά μας λόγια -είναι κι αυτό καλό- αλλά ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέει να κάνουμε προθέρμανση μ' αυτό, και μετά να προσευχόμεθα με τις προσευχές της Εκκλησίας. Γιατί είναι ακολουθίες, είναι κοινοτική προσευχή, είναι η προσευχή της κοινότητος, είναι η μαζική προσευχή, είναι η προσευχή της Εκκλησίας και είναι μυριόστομος και είναι γραμμένη εν αγίω Πνεύματι. Πολλές φορές δεν ξέρομε πως να προσευχηθούμε, αδελφοί μου, εύκολο είναι; Λέμε τα δικά μας, ωραία, από κει και πέρα προσευχόμεθα με την προσευχή της Εκκλησίας. Διαβάζοντας ένα Απόδειπνο, διαβάζοντας την Παράκληση, διαβάζοντας μιαν ευχή, τόσες ευχές έχει το Ωρολόγιον, και τα άλλα βιβλία, και η Σύνοψις και ο Συνέκδημος ο Ιερός. Βρίσκουμε, τώρα εγέμισε πια ο τόπος βιβλία, βιβλία πνευματικά πάρα πολλά, σε σημείο που μερικοί που τ' αγοράζουν αλλά δεν έχουν που να τα βάλουν. Τόκανα και γω παλαιότερα, αλλά λέω, άστο δεν πειράζει.

Λοιπόν, είναι πάρα πολλά τα βιβλία, ε, ο καθένας δεν θα τα πάρει όλα, θα πάρει αυτά που του ταιριάζουν, αυτά που χρειάζεται, τα φάρμακα προς θεραπείαν. Όπως στο Φαρμακείο όταν πάμε, όλα τα φάρμακα είναι καλά, αν τα πάρουμε όλα τα φάρμακα όμως και τα χρησιμοποιήσουμε πολύ περισσότερο και όλα, θα ντοπαριστούμε, θα δηλητηριαστούμε, θα πεθάνουμε. Έτσι είναι. Εδώ διαλέγουν. Γιατί υπάρχουν και μερικά βιβλία, προσέξτε το αυτό, τα οποία δεν είναι για μας. Μπορεί νάναι για άλλους. Σίγουρα. Τι κάνουμε μερικοί; Το παίρνουμε, το διαβάζομε, πέφτουμε στην απελπισία, έρχεται ο διάβολος και λέει: "Είδες, εσύ δεν είσαι τίποτα. Τι ήταν αυτοί; Τι μεγάλοι, τι σπουδαίοι, τι τρανοί, τι άγιοι, τι σοφοί!". Και αντί να μας ρίξει στην ταπεινοφροσύνη, που είναι το καλύτερο, να πούμε, "εμείς, Κύριε, δεν είμαστε τίποτα, αυτοί έκαναν τόσα για την αγάπη σου. κι άλλα που δεν ξέρουμε. Εγώ δεν έχω κάνει τίποτα και πέφτω στα πόδια σου και σε προσκυνώ και σου λέω, ελέησόν με Κύριε, ελέησε με Κύριε, εγώ δεν έχω κάνει τίποτα. Αλλά μόνο για το λόγο αυτό που σου λέω, ελέησόν με, συγχώρεσε με". Και μετά επικαλούμεθα και την ευχή του αγίου, του οποίου διαβάζουμε το βιβλίο και την προστασία του και την μεσιτεία του και την παρουσία του. Έτσι είναι καλή αντιμετώπιση. Αλλά όταν αρχίσει ο άλλος και βάζει και πει : «Εσύ δεν είσαι τίποτα» και μας πιάνει μια μαύρη απελπισία, μια μελαγχολία.

Μια φορά ήταν ένας καλόγερος στο Άγιον Όρος και διάβαζε του αγίου Εφραίμ του Σύρου -Πανεπιστήμιο ο άγιος Εφραίμ, βεβαία, μεγάλη προσωπικότης- και ήρθε σε δύσκολη θέση ο καημένος, πήγε να του στρίψει κι ήταν και μόνος του. Και καθώς εκεί πάρα πολύ είχε δυσκολευτεί, πιάνει και ανάβει μια φωτιά και καίει το βιβλίο και λέει: "Προκειμένου να με κάψεις εσύ, σε καίω εγώ να ησυχάσω". Σοφή κίνηση, ο Θεός τον εφώτισε. Κι ας εχάθη το βιβλίο. Το βιβλίο είναι μέσον, η σωτηρία του άνθρωπου είναι σκοπός.


Έτσι, λοιπόν, τον 16ο αιώνα, τον πιο σκοτεινό αιώνα της Τουρκοκρατίας, έζησε, έλαμψε, έδρασε, εθαυματούργησε και εμαρτύρησε η οσία και μάρτυς Φιλοθέη η Αθηναία. Οι γονείς της δεν είχαν παιδί. Η μητέρα της η Συρίγω παρακαλούσε ολόθερμα την Παναγία, επί πολλά χρόνια, χωρίς να χάνει την πίστη της και την ελπίδα της. Παρακαλούσε τη Θεοτόκο Μαρία, «Δος μου και μένα, κυρά Παναγιά, ένα παιδάκι και γω σε σένα θα το χαρίσω». Επέμενε, επέμενε, επέμενε και πάει μια μέρα στην εκκλησία της Παναγίας και προσευχότανε. Κι απ' την πολλή προσευχή και τον κόπο αποκοιμήθηκε και τότε βλέπει να βγαίνει από την εικόνα της Παναγίας ένα φως υπέρλαμπρο και να μπαίνει στην κοιλιά της. Κατάλαβε, σε λίγες μέρες έμεινε έγκυος και σε εννέα μήνες εγέννησε την κόρη που την ονόμασε Ριγούλα ή Ρηγίλλη - η πλατεία Ρηγίλλης είναι η πλατεία της αγίας Φιλοθέης.

Και την εμεγάλωσε με αγάπη, με στοργή και εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Και όταν έφτασε δώδεκα ετών την επάντρεψε με κάποιον κακότροπο και σκληροτράχηλο άνθρωπο. Η αγία δεν το ήθελε αυτό, αλλά έκανε υπακοή στους γονείς της. Λέει, τόσα τράβηξαν οι καημένοι, τόσες προσευχές, τόσους κόπους να με μεγαλώσουν και τώρα να τους πικράνω; Που είναι εκείνοι που εύκολα πικραίνουμε τους γονείς μας; Και λέμε ότι δεν ξέρουν. Ότι δεν καταλαβαίνουν. .. Ε, αυτοί μας έφεραν στην ύπαρξη, λέει ο πατέρας μου ο καημένος, ο γονιός και γουρουνίσια μύτη να έχει, να τον σέβεσαι. Αυτός σε έφερε στον κόσμο με τη βοήθεια, βέβαια, του Θεού.

Έκανε, λοιπόν, η Ριγούλα υπακοή στους γονείς της. Δεν ήθελε να τους θλίψει και να τους στενοχωρήσει. Αυτό είναι χριστιανική καρδιά, αυτό είναι στοργή, αυτό είναι απαλότητα, αυτό είναι ευγένεια ορθόδοξη. Και πέρασε μαζί του τρία ολόκληρα χρόνια. Ήτανε ένα σκέτο μαρτύριο γι' αυτήν. Δεν του κράτησε κακία, προσευχόταν μονάχα στο Θεό ολόθερμα να τον αλλάξει. Όχι να τον πάρει και να τον καταστρέψει, που λέμε εμείς πολλές φορές, να τον εξαφανίσει. «Χριστέ μου, ελέησέ τον, άλλαξέ τον, μεταποίησέ τον». Αλλά εκείνος δεν άλλαζε. Κι ο Χριστός τότε επενέβη, παρενέβη και τον πήρε. Η αγία δεν ευχόταν αυτό. Αλλά ο Χριστός που έβλεπε πως δεν άλλαζε, έκανε αυτό που έκανε.
Εμείς, λοιπόν, να ευχόμεθα αγαθά για όλους, και για τους εχθρούς μας. Βέβαια, είναι μερικοί, οι οποίοι μας ταλαιπωρούν τόσο, ίσως εμείς ταλαιπωρούμε άλλους, που λέμε, «Θεέ μου πάρτον, ή πάρε εμένα. Πως θ' αντέξω, τι θα κάνω;». Και θυμάμαι έλεγε ο γέροντας Πορφύριος, νάχουμε κι αυτή την ευχή, ήταν κάποιος που πήγαινε στο μοναστήρι, και τους ταλαιπωρούσε, τους έβριζε, τους φώναζε, τους αναστάτωνε, τους σύγχυζε. Και τι να κάνουν, κι οι αδελφές κι οι άλλοι που ήταν μαζί, του λένε. «Γέροντα τι να κάνουμε, να καλέσουμε την Αστυνομία, να του κάνουμε μήνυση». «Βρέ έτσι είμαστε οι χριστιανοί, λέει ο γέροντας, άλλο βρε θα κάνουμε, θα πάρουμε τα κομποσκοίνια όλοι, και να κάνουμε προσευχή γι' αυτόν τον άνθρωπο και να πούμε στο Χριστό μας να του δώσει όλα τα καλά. Να μην του στερήσει σε τίποτα, ούτε στη γη, ούτε στον ουρανό». Και επέμειναν ώρα πολλή. Ε, ο άνθρωπος αυτός δεν ξαναήρθε. Ενώ εάν έχουμε μίσος, το μίσος γεννά μίσος. Και το γινάτι βγάζει και μάτι. Είναι υψηλά και δύσκολα αυτά, το καταλαβαίνω. Κάποτε μπορεί να χρειαστεί να φωνάξουμε, σίγουρα, αλλά λέμε ποια πρέπει να είναι η διάθεσή μας. Ποιές πρέπει να είναι οι κινήσεις μας. Τουλάχιστον δεν μπορούμε ούτε να συγχωρήσουμε, ε, ας προσπαθήσουμε λιγάκι να έρθουμε στη θέση του άλλου. Είναι σημαντικό αυτό. Γιατί ο άλλος είναι δέσμιος από τον διάβολο. Είναι όργανο, είναι πιόνι στα χέρια του. Και τον κάνει ότι θέλει. Και χτυπάει και μας. Γι' αυτό πάντοτε πίσω από τον όποιο δυσκολεμένο αδελφό μας και από τον ίδιο τον εαυτό μας, ας βλέπομε τον αρχέκακο, ας βλέπομε εκείνον, ο οποίος είναι ο πατήρ του ψεύδους και ο πατήρ του κακού και της αδικίας, και χρησιμοποιεί τους ανθρώπους πολλές φορές και μας τους αδύνατους ως όργανα του. και να μας καταστρέψει, αλλά και περισσότερο, να πικράνει τον Κύριο. Το βλέπομε και στον εαυτό μας. Αν μισούμε κάποιον και δεν θέλουμε, κοιτάμε να κάνουμε τα πάντα με λόγια και έργα προκειμένου να τον πικράνουμε. Αν κάποιον δεν χωνεύουμε, κι αν κάποιος μας στενοχωρεί και βρεθούμε σε αντιπαράθεση λέμε τις χειρότερες κουβέντες, τις πικρότερες κουβέντες, τις πιο φαρμακερές κουβέντες, που κάνουνε μέγα κακό. Γι' αυτό λέει ο προφήτης Δαυίδ, «εν εμοί εταράχθη η καρδία μου» στον 142ο Ψαλμό. Κράτησα μέσα μου την ταραχή και δεν την έβγαλα προς τα έξω. Πόσο σπουδαίο είναι και πόσο δύσκολο είναι αυτό!

Κάποτε, θα μας μαλώσει πάλι η αγία Φιλοθέη, αλλά κι αυτή σχολείο είχε, και μάλιστα το πρώτο σχολείο θηλέων στον κόσμο, τον 16ο αιώνα εδώ στην Αθήνα, που όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Γι' αυτό και προηγουμένως κάναμε τρισάγιο υπέρ πάντων των διδασκάλων του Γένους, του ορθοδόξου Γένους ημών, κληρικών μοναχών και λαϊκών και υπέρ πάντων των συντελεστών της Παιδείας. Βέβαια, το πρώτο σχολείο θηλέων το έκανε η αγία Φιλοθέη.

Κάποτε ένας τσομπάνης είχε κουμπάρο ένα λύκο. Μύθος είναι, αλλά κρύπτει αλήθειες. Και το βράδυ που τελειώναν τις δουλειές τους, πήγαιναν και κοιμούνταν παρέα στη σπηλιά. Έχουμε όλοι ανάγκη από μια παρέα, από μια συντροφιά, έχομε τον αόρατο Θεό και τους αγίους, αλλά θέλουμε και να βλέπουμε και να ακούμε και να αισθανόμεθα. Πολλές φορές μερικοί αγοράζουν ένα σκυλάκι ή έχουν ένα γατί, καλό κάνει και αυτό, φτάνει να μη γίνεται λατρεία και ξεχνάμε το Θεό και τους ανθρώπους. Χρειάζεται κι αυτό. Άλλωστε το σκυλάκι είναι τόσο φιλότιμο, μας υποδέχεται, ενώ καμιά φορά ο σύντροφος μας μας υποδέχεται ρίχνοντας επάνω μας το γιούκο.
Και μια μέρα εκχύνεται ο λύκος και είχε φάει σκόρδο. Και του λέει το βράδυ ο κουμπάρος του ο τσομπάνης. «Κουμπάρε, βρωμάνε τα χνώτα σου». Του κακοφάνηκε του λύκου. Απλή κουβέντα ήτανε, αλλά οι άνθρωποι είμαστε τόσο εγωιστές -εδώ ο λύκος συμβολίζει, παρομοιάζει άνθρωπο-, τόσο εγωιστές που δεν δεχόμαστε τίποτα, και δεν αντέχουμε τίποτα. Και ο λύκος ελυπήθη σφόδρα και του λέει μια στιγμή, που ήταν πολύ θυμωμένος κι έτοιμος να του χυμήξει, «Πάρε κουμπάρε το τσεκούρι και δώσε μου μια τσεκουριά στην πλάτη». - «Τι λες, κουμπάρε μου, εσένα να χτυπήσω;» -«Χτύπησε με, γιατί αλλιώς θα σε φάω». Τον χτυπάει, έτρεξαν αίματα από την πληγή, και του λέει. Τώρα φύγε κι έλα σ' ένα χρόνο. Νωρίτερα μην έρθεις». Μετά ένα χρόνο έρχεται ο τσοπάνης και του λέει ο λύκος; -«Για κοίταξε την πλάτη μου, τι βλέπεις;» -«Τίποτα», -«θυμάσαι που μ' έχεις χτυπήσει;» -«Μάλιστα». - «Τώρα τίποτα, μια μικρή αμυχή, τίποτα». -«Ε, η πληγή που μου κάνες με το τσεκούρι πέρασε, η πληγή που μου κάνες με την κουβέντα σου δεν πέρασε». Γι' αυτό όσο μπορούμε, ας προσέχουμε.
Βέβαια, ισχύει καμιά φορά και αυτό που έλεγε ο εθνικός μας ποιητής. Τι έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός, η μεγάλη και υπέροχη αυτή ψυχή; «Έχω εύκολο το χείλος, άλλ' όχι κακή την καρδιά». Καμιά φορά εύκολα μιλάμε, λέμε ότι τύχει κι άμα είμαστε οργισμένοι τα λέμε και όλα, αλλά μετά από λίγο μας περνάει, μας αφήνει εκείνη η φούρια, η οργή, το κακό.

Ή καμιά φορά είναι και το νευρικό σύστημα αδύνατο, η ψυχή αδύνατη αλλά δεν είναι κακή. Γιατί υπάρχουν και μερικοί που είναι gentleman άλλ' έχουνε κακία μέσα, μπορεί ποτέ να μη βρίσουν και να μη φωνάξουν και να μη μαλώσουν, αλλά μέσα το κρατάνε. Για παράδειγμα ο Πέτρος κι ο Ιούδας. Ο Πέτρος πάντοτε ξέφευγε. Ότι ήθελες έλεγε, αρνήθηκε και το Χριστό στο τέλος, τάκανε μούσκεμα, μια φορά βυθίστηκε και στη θάλασσα στην τρικυμία, ο Ιούδας είχε συμπεριφορά gentleman. Κύριος με τα όλα του. Κι όμως εκείνος επρόδωσε το Χριστό. Ο Πέτρος παρόλες τις αδυναμίες που είχε και τις δυσκολίες σώθηκε και βγήκε πρωτοκορυφαίος και έφερε στην Εκκλησία τους Εβραίους, κυρίως, και ο απόστολος Παύλος τους εξ εθνών, την περιτομή και την ακροβυστία. Γι' αυτό και τους έχει μαζί η Εκκλησία και τους γιορτάζει μαζί και κρατάνε την Εκκλησία στα χέρια τους, ο ένας τα έθνη και ο άλλος τους Ιουδαίους έφερε στην Εκκλησία. Και γίναμε όλοι μας ένα. Η ενότητα της πίστεως, η ενότητα της Ορθοδοξίας, η ενότητα της ζωής.

Και θυμάμαι πάλι το γέροντα, εκεί στο 5ο κεφάλαιο των Πράξεων, που εφόνευσε δια λόγου ο Πέτρος τον Ανανία και την Σαπφείρα. Με το χτήμα που αγόρασαν και ήθελαν να κάνουν και εφφέ, κράτησαν και μερικά χρηματάκια οι καημένοι, τι να κάνουν, δεν μπορούσαν να τα δώσουν και όλα. Και να φανούμε και καλοί και νάχουμε και δυό δεκάρες στην άκρη. Αδυναμία, αλλά ανθρώπινο ήταν. Και τι έκανε ο Πέτρος. Τους φόνευσε και τους δύο. Διαβάστε το 5ο κεφάλαιο των Πράξεων. Και έλεγε ο γέροντας Πορφύριος, θυμάμαι μια φορά εκεί. «Πως έγινε αυτό ρε παιδί μου; Άκου, λέει, να σκοτώσει τους ανθρώπους για λίγα χρήματα.» Αλλά έτσι ήταν ο Πέτρος, ορμητικός, παρορμητικός, θυελλώδης, σάρωνε. Αλλά, τι ωραίο βιβλίο η Αγία Γραφή!

Έχει ειλικρίνεια και τα λέει όλα. Τι θέλει να δείξει και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη; Ότι ο άνθρωπος είναι άρρωστος, τρελός, διχασμένος, χαμένος και τι θέλει να δείξει ακόμη. Ότι χρειάζεται ιατρό. Βέβαια, χρειάζεται ιατρό. Γι' αυτό και ο Χριστός πήγαινε με τους αμαρτωλούς και τους τελώνες κι έτρωγε και τους εδίδασκε, και με το παράδειγμα του και με την αγάπη του και με τα ιερά του και θεόπνευστα λόγια. Κι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι τι κάνανε; Τον κατηγορούσαν και μάλιστα πίσω του και εγόγγυζαν. Δεν είχανε τη λεβεντιά, ας πούμε, να τα πούνε μπροστά του γιατί θα παίρνανε την απάντηση απ' τον Κύριο. Έτσι είπε ο Χριστός κάποια στιγμή ότι δεν έχουν ανάγκη οι υγιαίνοντες, αλλά οι κακώς έχοντες έχουν ανάγκη ιατρού. Γι' αυτό να χαιρόμεθα και να καταχαιρόμεθα και την Παλαιά και κυρίως την Καινή Διαθήκη. Με τόση ειλικρίνεια, με τόση αμεσότητα, με τόση ευθύτητα μας μιλάει, δε μας κρύβει τίποτε, φανερώνει το δράμα του ανθρώπου, την αδυναμία του ανθρώπου, τα πάθη του ανθρώπου, αλλά και το μεγαλείο του Θεού. Και τη θυσία του θεανθρώπου, και την Ανάστασή του και την Ανάληψή του και όλα όσα έκαμε και κάμνει για μας. Γι' αυτό να διαβάζομε όσο μπορούμε την Αγία Γραφή και, μάλιστα, την Καινή Διαθήκη. Έλεγε πάλι ο γέροντας Πορφύριος. θυμάμαι: «Όποιος διαβάζει όρθιος την Καινή Διαθήκη και κυρίως τα Ευαγγέλια, την ώρα εκείνη κάνει και λατρεία και προσευχή και μελέτη των Γραφών και ό,τι άλλο ωραίο. Και πολλές φορές χωρίς να το καταλα-βαίνει».

Και μάλιστα, διαβάζοντας το Γεροντικό, ήταν κάποιος όσιος, ο οποίος μελετούσε την Παλαιά Διαθήκη, που είναι η κυοφορία του Χριστού και όχι το βιβλίο των Εβραίων, που λένε μερικοί που δεν ξέρουν οι καημένοι. Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι των Εβραίων, είναι των χριστιανών. Εκείνοι σταύρωσαν και απέρριψαν το Χριστό, είναι το βιβλίο της Εκκλησίας, είναι το βιβλίο των χριστιανών, γι' αυτό και το πρώτο βιβλίο στη λατρεία της Εκκλησίας πριν γραφτεί η Καινή Διαθήκη ήταν η Παλαιά Διαθήκη. Οι Ψαλμοί και Σολομών και ό,τι άλλο. Όπως και σήμερα έχουμε παλαιο-διαθηκικά αναγνώσματα και μάλιστα στη μεγάλη Τεσσαρακοστή, στην Προηγιασμένη και στον Όρθρο και σε μερικούς εσπερινούς άλλους. Λοιπόν, διάβαζε ο όσιος την Παλαιά Διαθήκη, την κυοφορία του Χριστού μας. Άκουσε κάποιον άλλον, άκουσε να υποτονθορύζει, επαναλαμβάνοντας χαμηλά τα ίδια τα ρήματα. Και του λέει ο γέροντας που ήταν φωτισμένος, «Τι κάμνετε εκεί, τι διαβάζετε, τι λέτε;» «Την Παλαιά», του απαντά. Και ο γέροντας του λέει στη συνέχεια, «Την Καινήν δεν γνωρίζετε;» Και μόλις είπε έτσι, ο δαίμονας έγινε άφαντος. Φανταστείτε τη δύναμη του Ευαγγελίου. Τη δύναμη της Καινής Διαθήκης που πολλές φορές την αφήνομε και γεμίζει σκόνες στη βιβλιοθήκη μας ή όπου αλλού. Και έρχονται οι Ευαγγελικοί και όποιοι άλλοι και μας κάνουν τους ξύπνιους, μαθαίνουν και ρητά απ' έξω, τα διαστρέφουν και μας προσφέρουν τροφή. Ενώ έχομε εμείς το Ευαγγέλιο, ερμηνευμένο απ' τους Πατέρες της Εκκλησίας, γιατί το Ευαγγέλιο είναι βιβλίο της Εκκλησίας και το ερμηνεύει η ίδια η Εκκλησία με το ίδιο Άγιο Πνεύμα που το κατέγραψε. Πρέπει να τα προσέχουμε αυτά τα πράγματα. Γι' αυτό και πάνω στην άγια Τράπεζα βάζομε μόνο το Ευαγγέλιο και τον άγιο άρτο.

Η θεία λειτουργία είναι ακριβώς δύο πράγματα: η λειτουργία των κατηχουμένων, η μισή είναι κατήχηση, το Ευαγγέλιο, με αποκορύφωμα το κήρυγμα, και το άλλο μισό είναι η προσφορά του σώματος και του αίματος του Χριστού μας, η λειτουργία των πιστών. Αυτό είναι η θεία λειτουργία: η ζωή του Χριστού όλη. Γι' αυτό και κάνει μέγα καλό το να συμμετέχουμε στη θεία λειτουργία, όσο μπορούμε. Οι παλαιότεροι τρέχανε οι καημένοι. Και επί Τουρκοκρατίας δεν είχανε και πολλές εκκλησίες και πολλούς λειτουργούς, ήτανε και ο κίνδυνος των Τούρκων και τρέχανε στα εξωκκλήσια, στις ερημιές και όπου αλλού γινόταν θεία λειτουργία. Και δω παλαιότερα με τον παπά-Πλανά, τον μακαριστό και άγιο, γινόταν θεία λειτουργία κάθε μέρα και έτρεχαν πολλοί, όσο μπορούσαν. Τι σημαίνει αυτό; Ότι προκύπτει μέγα καλό από τη θεία λειτουργία και ευχαριστώ και όλους εσάς που κάθε Παρασκευή που έχουμε θεία λειτουργία από το πρωί έρχεστε εδώ με τόση προθυμία και περισσότερη και πριν από τον παπά. Τι ωραίο είναι αυτό!

Ξέρετε, παλαιότερα στην εκκλησία πρώτα πήγαινε ο λαός και μετά ο κλήρος, και έπαιρναν το Ευαγγέλιο από το σκευοφυλάκιο και τα άλλα σκεύη και "έκαναν είσοδο". Γι' αυτό και η μικρά είσοδος είναι είσοδος των ιερέων στον ναό. Σήμερα έχει αλλάξει. Έρχεται πρώτος ο ιερεύς και περιμένει τους πιστούς και κάνει και όρθρο, καλά είναι όλα αυτά. Λοιπόν, εγκάρδια σάς ευχαριστώ πραγματικά.

Η άγια λοιπόν, Φιλοθέη έμεινε τρία χρόνια με αυτόν τον ταλαίπωρο άνθρωπο και ύστερα τον πήρε ο Κύριος. Και μετά τη ζητούσαν πάλι εις γάμου κοινωνίαν, αλλά ηρνείτο. Και οι γονείς της έζησαν δέκα χρόνια ακόμη, δεν τους άφησε, δεν έκαμε αυτό που ήθελε. Δεν ήθελε να τους στενοχωρήσει τους καημένους. Απέτυχα, σου λέει, στο γάμο, να τους φύγω κιόλας, δεν είχαν και παιδί τόσα χρόνια, να μείνουν μόνοι, κρίμα είναι. Γι' αυτό είπε, «Θεέ μου, θα περιμένω». Μεγάλη υπόθεση να περιμένει κανείς. Μεγάλη υπόθεση να ξέρει να περιμένει κανείς. Και περίμενε. Κι όταν έφυγαν, τότε έγινε μοναχή στο σπίτι αρχικά. Της παρουσιάστηκε ο άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και της είπε να φύγει, να χτίσει εκκλησία και μοναστηράκι, εκεί που είναι σήμερα η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, επί της ομωνύμου οδού, της αγίας Φιλοθέης. Κι είναι και ο ναός του αγίου Ανδρέου εκεί. Παρουσιάζεται ο άγιος Ανδρέας, πολύ μεγάλος απόστολος και απόστολος των Ελλήνων μετά τον Παύλο. Και έφτιαξε σιγά σιγά τον ναό, τα κελλάκια και άρχισαν και πήγαιναν πολλές νέες των Αθηνών, κάπου διακόσιες, και έγινε ένα ολόκληρο συγκρότημα. Έφτιαξε μετά και σχολεία. Όπου δίδασκαν και γράμματα αλλά και τέχνες, υφαντική, κέντημα, ραπτική και ό,τι άλλο. Έφτιαξε και ξενώνα, έφτιαξε και γηροκομείο, τι έκανε δηλαδή η αγία Φιλοθέη; Έφτιαξε μια νέα Βασιλειάδα στην Αθήνα. Και τα διηύθυνε όλα κατά τρόπο σοφό και συνετό και αποδοτικό. Και πραγματικά, έλαμψε αυτό που έκανε η αγία και διεδόθη. Έφτιαξε και μετόχια, ένα στα Πατήσια που είναι ο άγιος Ανδρέας -που σήμερα είναι ο ηρωικός παπάς ο π. Γαβριήλ με τους συνεργάτες του-, έφτιαξε στην Καλογρέζα πάλι μοναστηράκι, έφτιαξε κι ένα ωραίο πηγάδι στο Ψυχικό, για να πίνουν οι διαβάτες που περνούν και να υφίστανται ψυχικό καλό, ή και να συγχωρούν και τους γονείς της.

Αλλά όλα αυτά εξόργισαν κάποια φορά τους κατακτητές. Και μάλιστα, έκρυβε και κοπέλες που τις κυνηγούσαν οι Τούρκοι να τις πάρουν για τα χαρέμια τους. επειδή ήταν ωραίες κ.λπ. Και άλλες κατατρεγμένες που έρχονταν απ' όποιο μέρος της "Ελλάδος τις έκρυβε η αγία με κίνδυνο της ζωής της. Κάποια φορά το έμαθαν οι Τούρκοι και την πήραν μέσα. Την δίκασαν, την καταδίκασαν εις φυλάκισιν και η αγία μπήκε στη φυλακή. Και είχε χαρά. Λέει: «Για σένα Χριστέ μου όλα αυτά. Και είναι και λίγα. Εσύ υπέστης τα πάντα για μένα. Σ' ευχαριστώ που μου το κάνες, μεγάλη σου η χάρις». Αλλά πίσω. Όπως και για την Ταβιθά που ανέστησε ο απόστολος Πέτρος οι προσευχές των μοναχών και των τροφίμων και των ευεργετούμενων και των μαθητών και μαθητριών έφθαναν μέχρι τον ουρανό. Και εφώτισαν τους άρχοντες της πόλεως τους Έλληνες και πήγαν λοιπόν στον Διοικητή και τον παρεκάλεσαν να αφήσει ελευθέρα την αγία. Και την άφησε. Και η άγια, μήπως φοβήθηκε; Όχι. Μήπως υπέστειλε τη σημαία του αγώνος; Όχι. Συνέχισε με μεγαλύτερο ζήλο. με περισσότερη αγάπη. Και έκαμε το θεϊκό έργο της. Μεταμόρφωσε την Αθήνα και την περιοχή, κι είχε και ξενώνα, όχι μόνο να φιλοξενεί απλώς τους ξένους και περαστικούς και διαβάτες και έχοντας ανάγκη, αλλά ήθελε και αυτούς να ωφελεί στα μαύρα εκείνα χρόνια και να παίρνουν και εκείνοι πέντε καλά και να τα μεταφέρουν μετά στον τόπο τους. Τι ωραίο είναι αυτό!

Ο χριστιανός πρέπει να είναι μεταδοτικός. Και γράφει κάπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «... ουδέν ψυχρότερον χριστιανού ετέρους μη σώζοντος». Τίποτα δεν είναι ψυχρότερο από το χριστιανό που δε σώζει άλλους. Καταλάβατε; Επηρεάζουμε τους άλλους με το παράδειγμα μας, με την αγάπη μας, με τα λεγόμενα μας, με την προσευχή μας, με την ταπείνωση μας. με την υπομονή μας, και με όλους τους τρόπους που προσφέρει η Εκκλησία και η ζωή. Επηρεάζουμε τους άλλους. Οι Τούρκοι το 'μαθαν κι αυτό. Της λένε, που θα πας, ρε κυρά, θα σε πιάσομε και θα σε κάνομε κομματάκια, τα' αλατιού στο ξύλο και μετά κομματάκια. Εκείνη, λοιπόν, στα 1588, 2 προς 3 του μηνός Οκτωβρίου που είναι η μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, άλλου πολιούχου Αθηνών, έκανε αγρυπνία στο εκκλησάκι στα Πατήσια. Και κει μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έσπασαν τις πόρτες και την άρχισαν στο ξύλο. Την άφησαν σχεδόν πεθαμένη. Νόμισαν ότι όντως απέθανε και την παράτησαν και έφυγαν. Πήγαν μοναχές και άλλοι, τη βοήθησαν, τη μετέφεραν στο άλλο μετόχι, στην Καλογρέζα, και εκεί την περιποιήθηκαν, την φρόντισαν, αλλά οι πληγές ήταν μεγάλες και σοβαρές και δεν επουλώνονταν εύκολα, γι' αυτό πέρασε κάμποσος καιρός, λίγοι μήνες, και η άγια παρέδωκε το πνεύμα σαν αύριο, 19 Φεβρουαρίου του 1589, πριν 509 χρόνια. Παρέδωκε το πνεύμα στον Κύριο μαρτυρικώς, άλλ' άφησε μέγα έργο, που το συνέχισαν εκείνοι κι εκείνες που τη διεδέχθησαν.

Και πριν τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, στάθηκε και κείνη ένας ισαπόστολος, ένας Ιεραπόστολος, ένας φωτιστής των σκλαβωμένων Ελλήνων και των υπολοίπων. Ακόμη και Τούρκοι την αγαπούσαν και την άκουγαν. Και θαύματα είχε κάνει, και δαιμόνια έβγαζε και τόσο μεγαλείο είχε, δεν θέλω να πω τα κατά πλάτος του βίου της άγιας -υπάρχουν, μπορούμε να τα διαβάσουμε- εμείς εδώ λέμε λίγα. Μεγάλη η χάρη λοιπόν της αγίας. Έφυγε λοιπόν για τους ουρανούς και σε λίγο το Πατριαρχείο την κατέταξε με τους αγίους. Και μάλιστα εδώ ήταν μια ωραία κίνηση και μια σοφή πράξη του Πατριαρχείου. Την αναγνώρισε ως όσια μητέρα. «Μνήμη της οσίας μητρός ημών Φιλοθέης», ενώ ήτο και μάρτυς. Γιατί δεν έβαλε «μάρτυς»; Γιατί θα εξόργιζε αυτούς που της επέβαλαν το μαρτύριο, τους Τούρκους. Σοφά φερομένη η Εκκλησία - είμαστε φρόνιμοι "ως οι όφεις". Τι ωραία που το λέει το Ευαγγέλιο! Την ονόμασε οσία μόνο η Εκκλησία, ενώ ήτανε και μάρτυς. Και μετά την απελευθέρωση βάλαμε και τον άλλον, τον επίζηλο τίτλο της, της μάρτυρος. Γι' αυτό λέμε, «της οσίας και μάρτυρος ή όσιο-μάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας, της πολιούχου». Που άφησε εδώ το έργο της, το οποίο συνεχίστηκε όλα τα χρόνια της δουλείας. Και πρόσφερε τα φώτα της ελληνοχριστιανικής παιδείας και της Ορθοδοξίας σε όλους εκείνους, οι οποίοι τα χρειάζονταν, τα ζητούσαν και τα επιθυμούσαν.

Σ' ένα χρόνο έγινε ανακομιδή και το ιερό λείψανο της βγήκε ακέραιο και ευωδίαζε και θαυματουργούσε. Έβαλαν λοιπόν το λείψανο στο ναΐδριο του αγίου Ανδρέου και το είχαν εκεί μες στο άγιο βήμα, το προσκυνούσαν, το είχαν κέντρο αναφοράς και πήγαιναν και έπαιρναν δύναμη, αισιοδοξία, την ευχή της αγίας και το θάρρος της και το μεγαλείο της. Όσο μπορούσε και όσο ο καθένας χρειαζόταν, κι έβγαιναν μετά δυνατοί και ικανοί να συνεχίσουν τη σκλαβιά και να συνεχίσουν τον αγώνα της σωτηρίας. Να συνεχίσουν δηλαδή, και την υπομονή στη σκλαβιά και τον αγώνα για τη σωτηρία τους. Και μείς την έχομε την αγία σε περίλαμπρη θέση: το ιερό σκήνωμα και λείψανο της στον μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Μπαίνοντας μέσα είναι δίπλα μας. Όπως δίπλα είναι και το λείψανο του ιερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε' , του οικουμενικού πατριάρχου, εκείνου που μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έφτιαξαν την Επανάσταση του '21.
Γι' αυτό και τόση μανία των εχθρών της πατρίδος και της πίστεως εναντίον του πατριάρχου Γρηγορίου. Προδότης, ποιος; Εκείνος που κάθησε και απαγχονίστηκε για το λαό, για να μη σφαγεί ο κοσμάκης, εκείνος που πήρε από το Ρήγα Φεραίο την Εταιρεία και την παρέδωκε στους Φιλικούς "για να μη χαθεί", όπως γράφει ο μεγάλος Μακρυγιάννης. Γιατί σήμερα υπάρχει και μία σύγχυση, αδελφοί μου. Πολλοί και διάφοροι λένε ό,τι θέλουν, εμείς ν' ανατρέχουμε στις πηγές της Εκκλησίας και της πατρίδος μας, και να ευγνωμονούμε εκείνους, οι οποίοι τα έδωσαν όλα για την πίστη και για το Γένος, και τη ζωή τους και τα πάντα, και γι' αυτό αναστήθηκε η Ελλάς, συντηρήθηκε και τετρακόσια χρόνια μες στην Τουρκοκρατία και βγήκε στο γλυκοχάραμα του 1821, που είναι η ανάστασις του Γένους μας, η ανάστασις της Ελλάδος μας.

Ας έχουμε την ευχή της αγίας μητρός ημών και μάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας. Ας προστατεύει, όπως ακούσαμε και στους ύμνους ετούτο το άστυ, το κλεινόν παλαιά άστυ και σήμερα το "κλινών". Λοιπόν, και ας μας προστατεύει και περισσότερον την νεολαία μας, τα παιδιά μας, που τόσο δύσκολα ευρίσκονται, εκείνη ας τρέχει παντού, ας σκεπάζει παντού και ας προστατεύει και ας προσεύχεται. Και όταν περνάμε από την Μητρόπολη, ας μπαίνουμε να προσκυνάμε τιμητικά το λείψανό της το άγιο και να παίρνομε την ιερή της ευχή


Read more:http://www.egolpion.com/ag_filothei.el.aspx#ixzz40YcqvoPa

------------------

Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, πρότυπο ασκητικής ζωής και φιλανθρωπίας

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα το 1522, στην Αθήνα γεννήθηκε η αγία Φιλοθέη, η κατά κόσμο Ρεβούλα (Παρασκευούλα) Μπενιζέλου. Γόνος αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας και παιδί προσευχής, μιας και οι γονείς της την απέκτησαν μετά από πολλές παρακλήσεις προς τον Κύριο. Μεγαλώνοντας προόδευσε στην αρετή και διακρινόταν για το ήθος και την ευφυΐα της. Όταν έφτασε στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών παντρεύτηκε κατά τη θέληση των γονιών της με τον αρκετά μεγαλύτερό της Ανδρέα Χειλά, ο οποίος αποδείχθηκε άνθρωπος σκληρός. Σύντομα έμεινε χήρα και οι γονείς της θέλησαν να ξαναπαντρευτεί, ωστόσο η ίδια επιθυμούσε να καρεί μοναχή.

fila82

Η ίδια αφιερώθηκε σε φιλανθρωπικά έργα και δέκα χρόνια μετά το θάνατο των γονιών της πραγματοποίησε την επιθυμία της, λαμβάνοντας το όνομα Φιλοθέη.
Η αρχή έγινε το 1571 με την ανακαίνιση του ναΐσκου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος βρισκόταν στον περίβολο του πατρικού της αρχοντικού, μετατρέποντάς τον σε κοινόβιο. Το Καθολικό του Αγίου Ανδρέα και το πηγάδι της μονής της σώζονται μέχρι σήμερα στον περίβολο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Εκεί και μόνασε μαζί με κόρες εύπορων οικογενειών, ως ηγουμένη της αδελφότητας, αλλά και μαζί με εκχριστιανισμένες μουσουλμάνες και κατατρεγμένους Κύπριους. Ακόμα και οι γυναίκες που ήταν στην υπηρεσία της οικογένειάς της ακολούθησαν το παράδειγμά της, συναγωνιζόμενες στην άσκηση και την αρετή, ο αριθμός τους δε έφτασε τις εκατό πενήντα.
Αυτή ήταν και η αρχή για το κοινωνικό και φιλανθρωπικό της έργο, στο οποίο αφιέρωσε ολόκληρη την πατρική περιουσία της. Έκτισε νοσοκομεία και πανδοχεία προς ανάπαυση όσων είχαν ανάγκη, ακόμα σχολεία, βιοτεχνικά και χειροτεχνικά εργαστήρια και ορφανοτροφεία, ένα ολόκληρο συγκρότημα το οποίο ονομάστηκε «Παρθενώνας». Η ίδια προσέφερε απλόχερα βοήθεια και περιποιόταν τους ασθενείς, ενώ τους παρηγορούσε με λόγια του Ευαγγελίου. Δίδασκε στοιχειώδη οικοκυρική, ενώ στο συγκρότημα έβρισκαν καταφύγιο αδιακρίτως Έλληνες και Τούρκοι. Προσέφερε μεγάλα ποσά για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, ενώ ιδιαιτέρως φρόντισε για τη φυγάδευση των γυναικών, ώστε να αποφύγουν την αιχμαλωσία τους στα χαρέμια.
Ίδρυσε όμοια συγκροτήματα στο Χαλάνδρι, τα Πατήσια, το Ψυχικό, την Καλογρέζα. Από την καλοσύνη της άνοιξε πηγάδι ως προσφορά στους αγρότες της αττικής γής, γι’ αυτό και  λέγεται ότι από το ψυχικό αυτό της Φιλοθέης πήρε η περιοχή το όνομά της. Ενώ άλλη παράδοση θέλει να έγραψε πάνω στο μαρμάρινο χείλος του πηγαδιού την λέξη «ψυχικόν» δηλωτικό της ψυχικής ωφέλειας. Ακόμα και η περιοχή της Καλογρέζας οφείλει το όνομά της από τη μονή που εκεί ίδρυσε η αγία, τη μονή της Καλογραίας, από παραφθορά της λέξης, καθώς “καλογρέζα” σημαίνει “μοναχή” στην αρβανίτικη διάλεκτο.
Επιδίωξη της αγίας ήταν η τόνωση του ορθόδοξου ιδεώδους και η διατήρηση της ελληνικής συνείδησης. Το έργο της, κατά βάση εθνικό και θρησκευτικό, έγινε γνωστό σε όλη την Ελλάδα, με ιστορική επιβεβαίωση την αλληλογραφία της με τη Γερουσία της Βενετίας (1583), από την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια.
Οι κύριοι των γυναικών που είχε φυγαδεύσει η Φιλοθέη όρμησαν σύντομα στο κελί της και την οδήγησαν στο διοικητή της πόλης, ο οποίος την φυλάκισε και ζήτησε επίμονα να μάθει που ήταν οι γυναίκες κρυμμένες. Η αγία Φιλοθέη αρνήθηκε να προδώσει τις κατατρεγμένες γυναίκες, χωρίς να δειλιάσει μπροστά στην απειλή του θανάτου. Ο διοικητής την πίεσε να αλλαξοπιστήσει, αλλά βλέποντας σταθερή την πίστη της, υπέγραψε την καταδίκη της. Τότε χριστιανοί αξιωματούχοι έσπευσαν και γλύτωσαν την αγία, η οποία μπόρεσε να επιστρέψει στο μοναστήρι και στο έργο της.
 Μία νύχτα του Οκτώβρη το έτος 1588 κατά τη διάρκεια ολονυκτίας  προς τιμή του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη, πολιούχου της Αθήνας στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, της σημερινής οδού Λευκωσίας στα Πατήσια, οι Τούρκοι όρμησαν και αφού την βασάνισαν, την εγκατέλειψαν ημιθανή. Η κολώνα όπου δέθηκε και μαστιγώθηκε η αγία σώζεται ακόμα μπροστά στο τέμπλο του ναού. Οι μοναχές ήταν εκείνες που τη φρόντισαν στην κρύπτη της μονής Καλογρέζας. Η ίδια ευχαριστούσε το Θεό που την αξίωσε να ταλαιπωρηθεί για την αγάπη Του. Το σημαντικό είναι πως ακόμα και εκείνη τη στιγμή δεν ξέχασε της αδελφές της και με παρήγορα λόγια τις νουθετούσε. Ύστερα από λίγες ημέρες, στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 υπέκυψε στα βαριά τραύματά της. Ενταφιάστηκε στο δεξιό μέρος του ιερού βήματος του Αγίου Ανδρέα, ενώ είκοσι ημέρες μετά την κοίμησή της άρχισε να ευωδιάζει ο τάφος της. Αιώνες αργότερα το σκήνωμα της ακέραιο μεταφέρθηκε στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου φυλάσσεται σε χρυσή λάρνακα. Στο μέρος όπου παρέδωσε το πνεύμα της, στην περιοχή της Καλογρέζας, υψώνεται ο Ι. Ν. της Αγίας Φιλοθέης, ενώ το όνομά της φέρει και ολόκληρο το γνωστό προάστιο των Αθηνών.
 πηγή

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η χήρα μάνα και το καλάθι



site analysis

Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, άπ’ τον καημό της αποφάσισε να το σπουδάσει. Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσέ με εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου». Έτσι με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.
Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που είχε πιά γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιό της και του λέει: «Σήκω, γιέ μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου. Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.
Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;» Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες να ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι να μου φέρεις νερό. «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα»; λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ο,τι θέλει ας γίνει».
Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ’δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός. «Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το ’δωσα»; Απαντάει η μάνα. «Έ ναί, μόνο που είναι βρεγμένο». «Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ’δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ’φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη άπ’ τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.
Τότε κατάλαβε ο γιατρός ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Η μητέρα του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...



site analysis




Tο διηγήθηκε μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:

Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.

Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. H γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.

Και να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε ή γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντι του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε. Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτρέτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, Ξέρεις, τι λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.
Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

Δημητρίου Ντουτκο, ιερέως. Από το βιβλίο του (Στο σταυροδρόμι), Μόσχα 199

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Η ΧΑΝΑΝΑΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ



site analysis












  Τρεις ανατροπές στις αντιλήψεις των ανθρώπων για το Θεό διαπιστώνουμε στην θαυματουργική θεραπεία από το Χριστό της κόρης μιας Χαναναίας. Η πρώτη ανατροπή έχει να κάνει με την ίδια την επίσκεψη του Χριστού στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Η Χαναναία ήταν ειδωλολάτρης και κατοικούσε σε έναν τόπο όπου οι κάτοικοι, εκτός από την λατρεία των ειδώλων, επιδίδονταν στην μαγεία. Χωρίς να το γνωρίζουν, είχαν παραδώσει τους εαυτούς τους στο πνεύμα του πονηρού. Ο Χριστός όμως, επισκεπτόμενος την περιοχή, δείχνει ότι ήρθε στον κόσμο για να φέρει το μήνυμα της Βασιλείας των Ουρανών κηρύσσοντας μετάνοια   ανάμεσα στους αμαρτωλούς.
         Η δεύτερη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με την αντίδραση του Χριστού στη στάση  της Χαναναίας. Εκείνη είχε αγωνία για την κόρη της, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνιο, κάτι που φαίνεται να υπονοεί ότι η μητέρα της δεν ελεύθερη από τις επιδράσεις του διαβόλου και της ειδωλολατρίας και γι’ αυτό την πείραζε ο διάβολος. Μέσα στην αγωνία για το παιδί της στρέφεται προς το Χριστό  και ζητά το έλεός Του. Τον αποκαλεί «Υιό Δαβίδ». Μπορεί να γνώριζε τι σήμαινε η φράση αυτή. Ότι ο Ιησούς ανήκε στη γενιά από την οποία θα σώζονταν ο λαός του Ισραήλ. Μπορεί και να ρώτησε και να της είπαν ότι έτσι τον προσφωνούσαν. Όμως η θέα του προσώπου του Κυρίου κάνει την ψυχή της να γεμίσει με πίστη και την οδηγεί στο να απευθύνει το αίτημά της προς Αυτόν χωρίς να υπολογίσει τίποτε, ούτε την ειδωλολατρική της ταυτότητα ούτε την απόρριψη που πιθανότατα θα υφίστατο από όσους συνόδευαν το Χριστό. Κραυγάζει. Και οι μαθητές του Χριστού αντιδρούν αμέσως, προτρέποντάς τον να την διώξει, για να απαλλαγούν από την επιμονή και την ένταση της φωνής της. «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ.  15, 23). Ο Χριστός όμως, δεν κάνει αυτό που αναμένουν οι άνθρωποι, αλλά ανοίγει διάλογο μαζί της.
           Η τρίτη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός απευθύνεται στη Χαναναία. Αντί να την ρωτήσει για τη δοκιμασία της ή να την νουθετήσει ή να δείξει ευσπλαχνία, της απαντά με τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι την απορρίπτει. Της δείχνει ότι δεν θέλει να έχει σχέση με τους ειδωλολάτρες, αλλά μόνο με τους Ισραηλίτες. Φαίνεται να ικανοποιεί έτσι τους φανατικούς Ισραηλίτες που πιθανόν να ήταν στη συνοδεία του. Όμως εκείνη επιμένει. Και στην δεύτερη παράκληση, στην οποία το προσωνύμιο πλέον γίνεται «Κύριε», δεν μένει δηλαδή στο γενικό χαρακτηρισμό που περιέγραφε τι προσδοκούσαν οι Ισραηλίτες από το Χριστό, αλλά του δείχνει τι είναι για την ίδια ο Χριστός, «ο Κύριος και Θεός», και πάλι ο Χριστός αρνείται να την βοηθήσει και της μιλά περιφρονητικά, αποκαλώντας την «κυνάριον». Και βλέποντας την επιμονή, την εξυπνάδα και την ταπείνωσή της να αποδέχεται ακόμη και τον χαρακτηρισμό, αρκεί να χορτάσει κοντά Του την ευσπλαχνία και την αγάπη, ο Χριστός θαυμάζει την πίστη της και κάνει το θαύμα. Σκληρότητα, δοκιμασία της πίστης και αποδοχή του αιτήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιδρά, μη κάνοντας αυτό που θα περιμέναμε.
              Δεν μπαίνει ο Θεός στα ανθρώπινα καλούπια. Δεν κάνει όπως περιμένουν οι άνθρωποι. Δεν λειτουργεί με τα δικά μας κριτήρια. Δεν είναι ένας Θεός που αρκείται σ’ αυτούς που Τον ακολουθούν. Τολμά και βγαίνει από τα όρια του περιούσιου λαού. Τολμά και βγαίνει από τα συνηθισμένα, προκειμένου να κηρύξει μετάνοια και να δώσει ελπίδα και νόημα σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, δεν κάνει ό,τι ευχαριστεί τους δικούς Του. Δεν απολύει κανέναν που Τον αναζητά μόνο και μόνο γιατί δεν είναι όπως θέλουν όσοι νομίζουν ότι Τον γνωρίζουν και προσαρμόζουν το Ευαγγέλιο Του στον δικό τους τρόπο σκέψης. Αλλά και δεν βιάζεται πάντα να κάνει αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν. Να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, αλλά τους αφήνει να ανοίξουν αληθινά την καρδιά τους. Να επιμείνουν και να φανερώσουν πόσο πιστεύουν. Έχει τη δύναμη να εκπληρώσει τα πάντα. Αλλά θέλει και την συνέργεια του ανθρώπου. Ζητά την πίστη. Την δοκιμάζει. Ζητά την εξυπνάδα και το χάρισμα του ανθρώπου. Ζητά την μετάνοια και την ταπείνωσή του. Όχι γιατί ο Ίδιος ως Θεός έχει ανάγκη αυτά. Αλλά γιατί έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται αληθινά, να μετανοεί για τον τρόπο της ζωής του και να συνειδητοποιεί την επίδραση του κακού και πώς μπορεί μέσα από την πίστη να την αποτινάξει.
            Η στάση του Χριστού είναι για εμάς τους χριστιανούς ένα μήνυμα υπέρβασης των πάγιων αντιλήψεων που έχουμε για Εκείνον και την πίστη. Είναι μία πρόκληση εξόδου μας από τα συνηθισμένα. Από την αίσθηση της αυτάρκειάς μας και την επανάπαυση ότι είμαστε υπεύθυνοι μόνο για την δική μας σωτηρία. Είναι μία πρόκληση να μην απορρίπτουμε, να μην απολύουμε κανέναν γιατί δεν φέρεται όπως εμείς πιστεύουμε ότι θα πρέπει να φέρεται. Είναι μία πρόκληση να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε την σκέψη και τα έργα του Θεού, αλλά να επιμένουμε με την προσευχή, την αξιοποίηση των χαρισμάτων μας και την ταπεινότητα στο να βρισκόμαστε κοντά Του και να Τον αναγνωρίζουμε ως τον Κύριό μας.
            Ζούμε σε έναν κόσμο που όλα τα θέλει σύμφωνα με τα δικά του μέτρα, «εδώ και τώρα». Που δεν δίνει ευκαιρία σε όσους μπορεί να φαίνεται ότι είναι μακριά από το Θεό, όμως η ψυχή τους στη θέα του Προσώπου Του, όπως κι αν Αυτό εμφανίζεται, είτε δια της δοκιμασίας και της λύπης, είτε δια της αισθήσεως του κακού και της απογοητεύσεως από την κυριαρχία του επάνω μας, μετανοεί και αλλάζει, κρίνοντάς μας με την δύναμη της πίστης που επιδεικνύουν. Που παραμένει στην δική του αυτάρκεια, στην αίσθηση ότι είναι αρκετή η δική μας πρόοδος και δεν υπάρχει λόγος να βγαίνουμε από τα δικά μας μέτρα και όρια. Ζώντας λοιπόν σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το παράδειγμα της Χαναναίας και η ανατρεπτική στάση του Χριστού μας καλούν να ξαναδούμε την χριστιανική μας αυτοσυνειδησία και αποστολή και να ελέγξουμε τον εαυτό μας για το πόσο και πώς πιστεύουμε. Και ο Κύριός μας θα μας δώσει τη δύναμη σε κάθε σταυρό και δοκιμασία της ζωής μας να Τον αναζητήσουμε και να γίνει και σε μας το θέλημά Του

Η Ζωή της Οσίας Ξένης (24 Ιανουαρίου)



site analysis



ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΞΕΝΗΣ


  ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 
Μέσα στους αιώνες που κύλισαν είναι πολλές οι ψυχές που αγάπησαν το θείο Διδάσκαλο και έζησαν όπως εκείνος παραγγέλει. Αυτές οι ψυχές γίνονται , ιδιαίτερα στις μέρες μας φάροι πνευματικοί.
Μια από αυτές τις ψυχές είναι και η Οσία Ξένη.
Στα ίχνη του Ιησού,που ξενιτεύτηκε από τον ουρανό στη γη, αναχώρησε και η οσία με τις δύο θεαραπαινίδες της σε ξένη χώρα για να μπορεί εκεί να προσφέρει τη λατρεία της στο Χριστό και τη διακονία της στον συνάνθρωπο.
Στη ζωή της συνάντησε πολλές δυσκολίες. Δεν λύγισε όμως. Έμεινε όρθια και σαν λαμπάδα έλιωνε στο βωμό της αγάπης και της προσφοράς, για να φωτίζει αιώνια κάθε ψυχή που θέλει να ακολουθήσει τη δική της ζωή.
Αυτή τη ζωή της,  ζωή  αγάπης και  διακονίας, αγωνίζεται να υλοποιήσει  η Αδελφότητά μας. Και προσπαθεί να το επιτυγχάνει κάθε φορά και περισσότερο, κάθε φορά και καλύτερα.
είθε η Οσία Ξένη, να γίνει το φωτεινό παράδειγμα που θα μας εμπνέει πάντοτε, ώσπου να έρθει η ώρα και της δικής μας αποδημίας από τη γη στον ουρανό, όπου ευφραίνεται η Οσία μας με άπειρες άλλες ψυχές που αγάπησαν και ακολούθησαν τα ίχνη του Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει κάθε τιμή και δόξα.

 
Η ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ

Βρισκόμαστε στον Ε΄ μ.Χ. αιώνα. Η Ρώμη εξακολουθεί να παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον από το παλιό της μεγαλείο.
Η Ρώμη θα θυμίζει πάντοτε τις πιο ευγενικές μορφές που έζησαν στην πόλη αυτή τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Θα θυμίζει ένα Σεβαστιανό και έναν Παγκράτιο μια Αγνή και μια Καικιλία και πλήθος άλλων μαρτύρων.

Η ΝΕΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ
 
Αλλά και μετά την εποχή των διωγμών η πόλη δεν έπαψε να γεννά ευγενικές και εκλεκτές ψυχές. Μια τέτοια ψυχή είναι η Οσία Ξένη. Ευσεβία ήταν το πρώτο της όνομα. Οι γονείς της ήταν ειδωλολάτρες επιφανείς και πλούσιοι.Γι’ αυτό φρόντισαν να δώσουν στην κόρη  τους ανάλογη αγωγή και μόρφωση. Η Ευσεβία, όσο ήταν δυνατό σε μια κοπέλα της εποχής της, αγάπησε τα γράμματα, αλλά περισσότερο αγάπησε την αρετή. Ήταν ψυχή ενάρετη, ήταν όμως ειδωλολάτρισσα.
Αλλά μια τόσο καλοπροαίρετη ψυχή ήταν αδύνατο να μείνει μακριά από τη χριστιανική πίστη. Μέσα στο αρχοντικό της υπήρχαν πολλές δούλες και δύο από αυτές ήταν χριστιανές. Αυτές οι δύο ανέλαβαν, με πολλή προσευχή, αγάπη και υπομονή να κατηχήσουν τη νεαρή Ευσεβία, που έγινε μια πιστή και αφοσιωμένη μαθήτρια του Ιησού. Η καρδιά της ήταν «γη αγαθή»,και ο σπόρος του Θείου Λόγου ρίζωσε και καρποφόρησε πλούσια.
 
ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ
 
Όταν η χριστιανή Ευσεβία ενηλικιώθηκε, διέθετε πολλά προσόντα. Είχε ευγενική καταγωγή, μόρφωση, ομορφιά και ήταν πλούσια. Γι’ αυτό πολλοί επιφανείς Ρωμαίοι τη ζήτησαν σε γάμο. Οι γονείς της διάλεξαν τον επιφανέστερο. Η κόρη όμως δυσαρεστήθηκε, γιατί στην καρδιά της είχε ανάψει η φλόγα της αγάπης στον Ιησού. Προτιμούσε να γίνει νύμφη Χριστού και όχι ενός Ρωμαίου άρχοντα. Ωστόσο οι γονείς της γίνονταν καθημερινά φορτικοί και επέμεναν στο γάμο. Έτσι η Ευσεβία αποφάσισε να φύγει κρυφά σε άγνωστο μέρος, όπου θα μπορούσε ελεύθερη και απερίσπαστη να δοθεί ολοκληρωτικά στα δύο μεγάλα της ιδανικά: Στη λατρεία του Ιησού και στη διακονία του πλησίον.
 
Αλλά μόνη της πού θα πήγαινε; Αποφάσισε λοιπόν να εμπιστευθεί την απόφασή της στις δύο χριστιανές θεραπαινίδες της και να τις καλέσει στο δικό της τρόπο ζωής λέγοντάς τους την απόφασή της: «Επιθυμώ να σας εμπιστευθώ ένα μυστικό της καρδιάς μου. Σας εξορκίζω όμως να μην αποκαλύψετε τίποτε και σε κανέναν. Επιπλέον σας παρακαλώ να με ακολουθήσετε, για να με βοηθήσετε στον ιερό σκοπό μου, αλλά κι εσείς να σώσετε τις ψυχές σας».
Ύστερα από αυτά πρόσθεσαν και εκείνες: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου. Προτιμούμε να πεθάνουμε μαζί σου παρά να βασιλεύσουμε μακριά σου».
 
              ΑΠΟΔΗΜΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 
Η Ευσεβία ευχαρίστησε το Θεό για την κατανόηση που βρήκε από τις δύο πιστές θεραπαινίδες και επιδόθηκε στην προετοιμασία του μεγάλου εγχειρήματος. Μοίρασε στους φτωχούς της πόλης όλα τα χρυσά και ασημένια στολίδια της, ενώ για τον εαυτό της κράτησε όσα χρήματα της ήταν αναγκαία. Πώς όμως θα έφευγε από το σπίτι της , χωρίς να γίνει αντιληπτή η αναχώρησή της; Προσευχήθηκε πολύ στον Κύριο και αποφάσισε να αναχωρήσουν νύχτα από το σπίτι της.Και για να μη δώσουν υποψία σε κανένα φόρεσαν ανδρικές στολές.
 
Φωτισμένες από την προσευχή κατέβηκαν στο επίνειο της Ρώμης, την Όστια. Εκεί ένα πλοίο ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για την Αλεξάνδρεια. Ανέβηκαν στο καράβι και ξεκίνησαν για την Αλεξάνδρεια.
 
Το ταξίδι ήταν κοπιαστικό και επικίνδυνο, η Ευσεβία όμως δεν ανησυχούσε γι’ αυτό. Ήταν πρόθυμη να υποστεί κάθε ταλαιπωρία και είχε πλήρη εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον για τον οποίο επιχειρούσε την περιπέτεια αυτή.


                                             ΣΤΗΝ ΚΩ
 
Στην Αλεξάνδρεια η Ευσεβία δεν ησύχασε. Σε μια μεγάλη πόλη υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να γίνει αντιληπτή η παρουσία της από του πατέρα της, που σίγουρα θα κινούσαν γη και ουρανό για να την βρουν. Γι’ αυτό επιβιβάζεται για δεύτερη φορά σ’ ένα πλοίο, με κατεύθυνση τη νήσο Κω. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού η Ευσεβία σκέφτηκε ότι οι άνθρωποι που θα έστελνε ο πατέρας της για να τη βρουν θα την αναζητούσαν με το όνομα Ευσεβία.
Έτσι αποφάσισε να αλλάξει το όνομά της με κάποιο άλλο που θα ήταν σχετικό με την περιπέτειά της και θα εξέφραζε τον ψυχικό της κόσμο. Κι αυτό το όνομα ήταν το όνομα Ξένη.
 
 Ξένη, γιατί ξένη ήταν στα μέρη που ταξίδευε, Ξένη, γιατί ξενιτεύθηκε. Πολλοί Ρωμαίοι και Ρωμαίες ξενιτεύονταν τότε εξαιτίας του εμπορίου, για να γνωρίσουν άλλα μέρη ή να διασκεδάσουν την ανία τους. Η Ξένη όμως ξενιτεύθηκε για να μπορεί να επιδοθεί απερίσπαστα στη λατρεία του Ιησού και στη διακονία των ανθρώπων.
 
Ξένη, γιατί ήθελε να παραμείνει ξένη μέσα στον κόσμο, απαρατήρητη, αφανής. Αγάπησε πολύ την ταπεινοφροσύνη η Οσία Ξένη. Όνειρό της ήταν να παραμείνει για πάντα μια ταπεινή ψυχή. Το καινούριο της λοιπόν όνομα θα της υπενθύμιζε την επιδίωξή της αυτή.
 
Ξένη, γιατί έπρεπε να είναι ξένη προς τον κόσμο της αμαρτίας, ξένη προς την κακία. Το μίσος δεν είχε θέση στην καρδιά της ούτε ο φθόνος ούτε η ζήλεια. Μέσα στην καρδιά της υπήρχε μόνο φλογερή αγάπη. Αγάπη για τον Χριστό και για τον κόσμο. Δεν είχε καρδιά που να εχθρεύεται. Ήταν μια αληθινή νύμφη του Νυμφίου Ιησού.
 
Ξένη, για να μη ξεχάσει ποτέ ότι ήταν ξένη στη γη αυτή. Ξένη, για να μην επηρεασθεί από τα πράγματα του κόσμου αυτού.
Ξένη, για να θυμάται το χρέος της ξενίας, της φιλοξενίας προς τους ανθρώπους. Η Οσία Ξένη σκεφτόταν ότι όταν θα τακτοποιούνταν οριστικά, θα έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη για τους ξένους. Θα έχτιζε ιδιαίτερο ξενώνα γι’ αυτούς και θα ασκούσε τη φιλοξενία όπως ο Αβραάμ, ο Λωτ και άλλες φιλόξενες ψυχές.
Ξένη, για να της θυμίζει το όνομα αυτό την ουράνια φιλοξενία, για την οποία έκανε λόγο ο Κύριος τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής του.
Την απόφασή της για το καινούριο όνομα η Οσία Ξένη την έκανε γνωστή στις δύο θεραπαινίδες,οι οποίες άκουσαν με θαυμασμό την έμπνευση της αυτή.

                ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΠΟΙΜΑΙΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ;
 
Παράλληλα με τον τόπο της οριστικής τους διαμονής τις τρεις αποδημήτριες του Χριστού τις απασχολεί η έλλειψη πνευματικού οδηγού. Πού να πάνε να μείνουν για πάντα μόνες; Ποιος θα τις συμβουλεύει; Ποιος θα τις προτρέπει στο καλύτερο; Ποιος θα τις επιπλήττει για τα σφάλματά τους; Ποιος θα τις ενισχύει στις  δύσκολες στιγμές, στις στιγμές των ποικίλων πειρασμών; Ποιο πατρικό χέρι θα τις σηκώνει από τις πνευματικές τους πτώσεις;
Είναι πρόβατα του Χριστού. Πρόβατα χωρίς ποιμένα γίνεται; Ποιος θα τις ποιμαίνει; Υπάρχουν λύκοι παντού, που ζητούν, να κατασπαράξουν τα πρόβατα του Χριστού. Ποιος λοιπόν, θα τις προστατεύσει απ’ αυτούς τους λύκους;
Αναζητούν λοιπόν οδηγό, ποιμένα για τον πνευματικό τους καταρτισμό, για την πνευματική τους ασφάλεια και για   να ασκηθούν στην υπακοή.

 
                                            Ο ΠΑΥΛΟΣ
 
Από το λιμάνι της Κω περνούσαν πολλά πλοία, που πήγαιναν σε όλα τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Εκατοντάδες άνθρωποι ταξίδευαν από το ένα μέρος στο άλλο. Εκεί, παράμερα από το λιμάνι , βλέπουν από μακριά, κάποιο κληρικό. Ήταν μια σεβάσμια μορφή με πρόσωπο αγγελικό. Ήταν ταξιδιώτης, ερχόταν από τα Ιεροσόλυμα. Είχε πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους που κάποτε περπάτησαν τα πόδια του Χριστού. Τώρα επέστρεφε στα Μύλασα της Καρίας, απέναντι στη Μικρασιατική γη,στο Μοναστήρι του Αγίου Απόστολου Ανδρέα, στο οποίο ήταν ηγούμενος. Το όνομά του ήταν Παύλος, ιερομόναχος.

                                   Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ ΣΤΑ ΜΥΛΑΣΑ
 
Οι τρεις αμνάδες του Ιησού, ακολουθώντας τον πνευματικό τους ποιμένα, που τους έστειλε Εκείνος, φθάνουν στα Μύλασα. Ο Παύλος φροντίζει πολύ για τις ψυχές αυτές. Αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην οριστική τακτοποίησή τους. Φωτίζεται από το Θεό και διαπιστώνει στις ψυχές τους δύο μεγάλους πόθους, τον πόθο της αγιότητας και τον πόθο για δράση. Να κάνουν καλό στον κόσμο, να φανούν χρήσιμες στον πλησίον. Να διακονήσουν πιστά και πρόθυμα τον Κύριο, παντού, όπου τις προστάξει ο Παύλος τους. Να αξιωθούν να γίνουν τρεις σεμνές και ταπεινές διακόνισσες Εκείνου.
                                                
                                   ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ
 
Από εδώ και πέρα η διακονία της Οσίας Ξένης γίνεται πιο εντατική και κοπιαστική. Δεν είχε πια μόνο το Κοινόβιό της αλλά και το έργο και την αποστολή της Διακόνισσας της Εκκλησίας. Πρώτη αυτή, και ύστερα ένας αριθμός ευλαβών ψυχών, αφιερωμένων παρθένων, αποτελούσαν , πλάι στον καλό και ευλαβή επίσκοπο Παύλο , έναν όμιλο, σαν τον όμιλο των γυναικών που ακολουθούσαν τον Ιησού και τον διακονούσαν…
Σαν ένας άγγελος του Θεού έδινε το παρών στους φτωχούς, στους αρρώστους και στους φυλακισμένους. Φρόντιζε για τη φιλοξενία των γυναικών, για την επιτήρηση των θυρών του Ναού κατά την ώρα της λατρείας και είχε την επίβλεψη των χριστιανών γυναικών, τις οποίες συμβούλευε και νουθετούσε σαν Διακόνισσα. Κατηχούσε τις νέες και τις γυναίκες και έπαιρνε ενεργό μέρος στο Μυστήριο του Βαπτίσματος. Αλλά η πιο υψηλή διακονία ήταν η μεταφορά της Θείας Ευχαριστίας σε άρρωστες, γυναίκες, που δεν μπορούσαν να εκκλησιαστούν
Στην κοπιαστική της διακονία θυμόταν πάντοτε τον Νυμφίο της και Σωτήρα Χριστό, που δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται για τη σωτηρία των ψυχών.
Η Οσία Ξένη, μεθυσμένη από την πνευματική της διακονία , ξέχασε το νόημα της λέξης ανάπαυση. Βιαζόταν να κάνει καλό στον κόσμο. Πονούσε να βλέπει άλλες ψυχές να ζουν στην άγνοια και στην αμαρτία, και άλλες να έχουν ανάγκη από οποιαδήποτε βοήθεια.
 
Στη διακονία της συχνά θυμόταν τα ολοκαυτώματα της Παλαιάς Διαθήκης. Θυμόταν τα περιστέρια, που καίγονταν ολόκληρα πάνω στα θυσιαστήρια, για να γίνουν οσμή ευωδίας στον Κύριο. Περιστερά κι’ αυτή του Χριστού, ήθελε να θυσιαστεί ολόκληρη πάνω στην ωραία της αποστολή.
 
Θυσιαστήρια, πάνω στα οποία καιγόταν καθημερινά, ήταν πολλά. Θυσιαστήρια ήταν οι αδελφές του Κοινοβίου της. Κάθε αδελφή ήταν για την Οσία Ξένη κι’ ένα θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο θυσίαζε κάθε φορά και κάτι περισσότερο από τη ζωή της.Η αγωνία για την πνευματική τους προκοπή, η ανησυχία τους για την σωτηρία των ψυχών τους, ήταν μια φλόγα που κάλυπτε ολόκληρο το είναι της.
 
Θυσιαστήριο ήταν κάθε κατηχούμενη. Η σκέψη ότι γι’ αυτή την ψυχή ο Ιησούς με αγωνία προσευχόταν στον κήπο της Γεθσημανής την έκανε να συμμετέχει στην αγωνία του Ιησού, στην αγωνία για τη σωτηρία της ψυχής που κατηχούσε, έργο, το οποίο της ανέθεσε η Εκκλησία με τον πνευματικό της πατέρα, τον επίσκοπο των Μυλάσων, τον Παύλο.
 
Θυσιαστήριο ήταν κάθε πονεμένη ψυχή που ζητούσε δύο λόγια παρηγοριάς και λίγο κουράγιο, για να συνεχίσει την πορεία της σε κάποιο Γολγοθά της ζωής της. Η Οσία Ξένη πονούσε με όλες τις πονεμένες ψυχές, γιατί τις αγαπούσε όλες. Όλοι οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά της για οποιοδήποτε πνευματικό θέμα, ήταν θυσιαστήρια για την καλή και ακαταπόνητη Διακόνισσα της επισκοπής των Μυλάσων.
Η ζωή της ήταν μια λαμπάδα. Και όπως η λαμπάδα λιώνει όσο καίει, έτσι και εκείνη. Σαν μια πνευματική λαμπάδα έλιωνε κάθε μέρα όλο και περισσότερο, ώσπου έφθασε το τέλος.
                                                            
                                    ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΣΤΕΦΑΝΙ
 
Όλες οι αδελφές του κοινοβίου των Μυλάσων συγκεντρώθηκαν,τότε, γύρω από το σεπτό σκήνωμα της Οσίας Ξένης με βαθιά οδύνη στην καρδιά και με δάκρυα στα μάτια. Την έκλαψαν πολύ την πνευματική τους μητέρα. Την έκλαψαν όσο την πόνεσαν. Την έκλαψαν όσο την αγάπησαν στη ζωή τους.
Εκεί πλάι, με το βλέμμα τους στραμμένο στη θεία μορφή της, άφησαν την σκέψη τους να πάει στα περασμένα. Η κάθε αδελφή θυμόταν τη δική της ιστορία, που σχετιζόταν με τη γερόντισσα αυτή, και άρχιζε την ώρα που ο Κύριος οδήγησε τα βήματά της στο Κοινόβιο της Καρίας .Στην αναμόχλευση της όμορφης αυτής ιστορίας τους, έβλεπαν για μια ακόμα φορά την απέραντη αγάπη που έτρεφε η μεγάλη νεκρή τους, όσο ζούσε στις ψυχές τους. Μια αγάπη που εκδηλωνόταν άλλοτε με γλυκύτητα, άλλοτε με αυστηρότητα, άλλοτε με επιπλήξεις κι άλλοτε με κάποιον άλλο τρόπο που τον ενέπνεε η αγάπη της και ο Ιησούς.
 
Στη συνείδηση των αδελφών η προεστώσα τους είχε επιβληθεί σαν αγία. Αυτό το διακήρυξε και ο Θεός την ημέρα της κοιμήσεώς της με τον πιο εντυπωσιακό και θαυμαστό τρόπο. Ήταν μεσημέρι, κανένα σύννεφο δεν σκίαζε τον ορίζοντα των Μυλάσων και ο ήλιος έλαμπε. Τότε ακριβώς φάνηκε στον ουρανό ένα στεφάνι από αστέρια, που στο κέντρο είχε ένα σταυρό λαμπρό, από αστέρια κι’ αυτό.
 
Το θαυμάσιο αυτό φαινόμενο το είδαν όλοι οι κάτοικοι των Μυλάσων και των περιχώρων. Το παρατήρησαν με προσοχή και με δέος χωρίς όμως να καταλαβαίνουν τη σημασία του. Εκείνη την ημέρα γιόρταζε το χωριό Λευκή, προάστιο των Μυλάσων, τη μνήμη του Αγίου Εφραίμ, που έζησε και κοιμήθηκε στα Μύλασα. Οι προσκυνητές, που ήταν πολλοί, είδαν και αυτοί τα λαμπρό στεφάνι με το ίδιο δέος και την ίδια συγκίνηση, αλλά και με την ίδια απορία που το έβλεπαν και οι εκεί κάτοικοι. Την εξήγηση έδωσε ο επίσκοπος Παύλος, που ήταν παρών στην πανήγυρη του Αγίου: «Η κυρία Ξένη κοιμήθηκε και γι’ αυτό φάνηκε τέτοιο σημάδι θαυμαστό».
 
Η εξήγηση αυτή συγκλόνισε τους χριστιανούς. Επίσκοπος και λαός αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία έτρεξαν στο Κοινόβιο των Μυλάσων. Όλος αυτός ο κόσμος δόξαζε το Θεό, που με το θαυμαστό στεφάνι διακήρυττε την αγιότητα της καλής Διακόνισσας. Οι ευλαβείς γυναίκες των Μυλάσων παρακαλούσαν θερμά τον επίσκοπό τους: «Μη κρύψεις το μαργαριτάρι Δέσποτα. Μη θάψεις το θυσαυρό. Μη καλύψεις τον έπαινο και τη δόξα της πόλης. Ας δουν όλοι ποιου Δεσπότη Χριστού είμαστε δούλοι. Ας δουν οι άπιστοι το μυστήριο και ας ντραπούν. Ας δουν οι Ιουδαίοι το σημείο του Σταυρού και ας γνωρίσουν ότι ο Σταυρωθείς απ’ αυτούς, Θεός ήταν.Ας δουν όλοι την Ξένη ποια δόξα αξιώθηκε από το Θεό. Ας δουν όλοι ποια δωρεά και χάρη αξιώθηκε η πόλη μας…»

Ο καλός εκείνος επίσκοπος άκουσε την παράκληση των πιστών και έκανε όπως του είπαν. Όταν έφθασαν στο Κοινόβιο, προσκύνησαν με ευλάβεια το λείψανο της Οσίας και ύστερα σχηματίστηκε μεγάλη πομπή με το λείψανό της. Μπροστά ήταν ο κλήρος και πίσω ακολουθούσε ο λαός με αναμμένες λαμπάδες. Η πομπή πέρασε μέσα από τα Μύλασα, για να δουν όλοι τη δόξα που αξιώθηκε από τον Θεό η Οσία Ξένη.Το παράδοξο ουράνιο στεφάνι με το σταυρό ακολουθούσε πάνω από την πομπή και ακριβώς πάνω από το άγιο λείψανο. Και κάθε φορά που η πομπή σταματούσε μπροστά σε κάθε εκκλησία , για να γίνει δέηση, σταματούσε και το στεφάνι. Όλοι έτρεξαν να δουν από κοντά αυτό το θαύμα. Ακόμα και οι Ιουδαίοι αναγκάσθηκαν να αναγνωρίσουν το θαύμα εκείνης της ημέρας. Η πομπή κατέληξε στο μοναστήρι και κανένας χριστιανός δεν γύρισε το βράδυ σπίτι του. Έμειναν κοντά στο επίσκοπο και στις αδελφές του Κοινοβίου ξάγρυπνοι και προσευχόμενοι.
 
Θεραπείες ασθενειών
 
Ανάμεσα στο πλήθος που αγρύπνησε εκείνη τη νύχτα στο Μοναστήρι της Οσίας Ξένης, ήταν και αρκετοί άρρωστοι. Το παράδοξο ουράνιο στεφάνι, που διακήρυττε την αγιότητα της Ξένης των Μυλάσων, έκανε πολλούς αρρώστους να φθάσουν στο Μοναστήρι. Άρρωστοι, που δεν γίνονταν καλά με βότανα και φάρμακα, πίστευαν ότι θα γίνουν καλά με τη χάρη της και έτσι γινόταν. Μόλις οι άρρωστοι άγγιζαν το άγιο λείψανο, γίνονταν καλά.Κόσμος πολύς που υπέφερε από χρόνιες και ανίατες παθήσεις, εκείνο το βράδυ βρήκε τη θεραπεία του, γεγονός για το οποίο όλοι δόξαζαν το Θεό.

                                       ΣΤΟΝ ΣΙΚΙΝΙΟ ΤΟΠΟ
 
Επιθυμία της Οσίας ήταν να ενταφιαστεί στον Σικίνιο τόπο. Το ήξεραν αυτό οι αδελφές του Κοινοβίου γι’ αυτό και ο επίσκοπος δέχτηκε να ταφεί εκεί. Έτσι μετά την αγρυπνία και τη νεκρώσιμη ακολουθία μετέφεραν το άγιο λείψανο με πομπή στον Σικίνιο τόπο στο νότιο μέρος των Μυλάσων
Το ουράνιο στεφάνι ακολουθούσε και τώρα την πομπή και μόνο όταν το άγιο λείψανο τοποθετήθηκε στον τάφο, μόνο τότε εξαφανίστηκε από τον ουρανό, ώστε να μην αμφιβάλλει κανείς ότι για την Οσία Ξένη είχε φανεί. Εκεί στο μνήμα του Σικινίου ο επίσκοπος Παύλος πήρε τα σεντόνια που ήταν στο φέρετρο της Οσίας, τα έκοψε σε τεμάχια και τα μοίρασε όλα στους πιστούς. Τα τεμάχια αυτά θα ήταν φυλαχτά, αλλά και μια διαρκής ανάμνηση εκείνης που, ύστερα από το Χριστό, έδωσε την καρδιά της στο λαό αυτό του Θεού.

                           ΕΥΛΑΒΙΚΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ
 

Το ιερό σκήνωμα εναποτέθηκε στον τάφο του Σικίνιου τόπου, ενώ η ψυχή της είχε πάρει θέση στην πόλη, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός. Εκείνος στον οποίο έδωσε όλη της την αγάπη και τη λατρεία, όλη της την καρδιά, της έδωσε τα φτερά, για να πετάξει και να αναπαυθεί κοντά του. Την πρώτη φορά πέταξε από τη Ρώμη στα Μύλασα. Αυτή τη φορά πέταξε από τα Μύλασα στον ουρανό. Αποδήμησε από τη γη στα ουράνια σκηνώματα.
Η Οσία Ξένη, με την κοίμησή της, έπαψε να είναι σωματικά παρούσα ανάμεσα στις αδελφές του Κοινοβίου και ανάμεσα στο λαό του Θεού που την αγαπούσε. Ήταν όμως παρούσα πνευματικά. Χάρη στην παρρησία που βρήκε κοντά στον Κύριο, ήταν γι’ αυτές τις ψυχές μια αιώνια μεσίτρια. Δεν έπαψε ποτέ να προσεύχεται στον Κύριο για τους πιστούς που αγάπησε και διακόνησε, όσο ζούσε, κάτω στη γη. Αλλά και οι πιστοί , μάλιστα δε οι αδελφές του Κοινοβίου, έστρεφαν διαρκώς τη σκέψη τους σ’ εκείνην και έκαναν παράκληση στη χάρη της να μεσιτεύει γι’ αυτές στο Θεό.
Ο τάφος της Οσίας έγινε προσκύνημα. Καθημερινά οι πιστοί έρχονταν στον τάφο και εκεί γονατιστοί παρακαλούσαν την Οσία να μεσιτεύει στο Θεό γι’ αυτούς. Πολλοί από τους προσκυνητές, που ήταν άρρωστοι και υπέφεραν από διάφορες παθήσεις, με την πίστη που τους διέκρινε, γίνονταν καλά. Κι αυτοί ήταν εκείνοι, που περισσότερο από όλους μιλούσαν με παλμό για την Οσία, ώστε η φήμη της να φθάσει παντού.

                  ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ                    

Το ιερό λείψανο έμεινε πολλά χρόνια στη γη της Καρίας. Κάποτε όμως, στα μεταγενέστερα χρόνια, παρέστη ανάγκη να γίνει μετακομιδή. Έτσι το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης, σε χρόνο που δεν είναι γνωστός, μεταφέρθηκε στη Θρακική πόλη Σηλυβρία, στον εκεί Μητροπολιτικό Ναό.


    ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΩΝ ΜΥΛΑΣΩΝ
 
Ακολούθησαν χρόνια δύσκολα για τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας. Στα 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή και ακολούθησε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι Έλληνες χριστιανοί εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν στο πάτριο έδαφος της κυρίως  Ελλάδας. Μαζί τους πήραν πρώτα τα ιερά λείψανα κι ό,τι άλλο μπορούσαν. Έτσι το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης από τη Σηλυβρία μεταφέρθηκε στην Καβάλα, όπου και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο ναό του Αγίου Ιωάννου, και από τα Μύλασα στη σημερινή Νίκαια του Πειραιά. Εδώ, στη Νίκαια, οι Μυλασείς, με πρωτοβουλία του από τον Πόντο Επισκόπου Σεβαστείας Γερβασίου, που το 1934 πήρε προαγωγή ως Μητροπολίτης Γρεβενών, και του Αρχιμ. Φιλαρέτου, ανήγειραν ναό στο όνομα της Οσίας, όπου και εναπόθεσαν το τεμάχιο από το ιερό λείψανο της Οσίας Ξένης.

                    ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ                                        
 
Αυτή ήταν η ζωή της Οσίας Ξένης και των δύο θεραπαινίδων της. Αλλά ποια είναι η δική μας ζωή; Όποια κι’ αν είναι, μπορεί να γίνει καλή και από καλή καλύτερη. Τα μυστικά μάς τα αποκαλύπτει η Οσία μας.
 
Πρώτο μυστικό: Να αγαπήσουμε το Χριστό, έτσι όπως μας το ζητά ο ίδιος, με όλη μας την ψυχή, με όλη μας τη διάνοια, με όλη μας τη δύναμη. Έτσι τον αγάπησε η Οσία μας και οι θεραπαινίδες, έτσι τον αγάπησαν όλες οι άγιες ψυχές. Και όταν έτσι τον αγαπήσουμε, τότε δε θα μπορεί καμιά δύναμη στον κόσμο να μας χωρίσει από το Χριστό.
 
Δεύτερο μυστικό: Να καλλιεργήσουμε την πνευματική ενότητα με όσες ψυχές έχουν τα ίδια με εμάς πνευματικά ενδιαφέροντα. Με τις αδελφές ψυχές, μ’ αυτές που αγαπούν όπως κι εμείς το Χριστό, με τις αγωνίστριες ψυχές. Ο Ιησούς ζητά επίμονα την ενότητα αυτή.
Τρίτο μυστικό: Να καταρτιζόμαστε πνευματικά. Η συχνή και θερμή προσευχή,  η μελέτη της Αγ. Γραφής και άλλων πατερικών βιβλίων, η τακτική Θεία Κοινωνία και η καθημερινή περισυλλογή θα μας βοηθήσουν σημαντικά στον πνευματικό μας καταρτισμό.
Τέταρτο μυστικό: Να αγαπήσουμε τη διακονία, την προσφορά. Ο Ιησούς έδωσε τη ζωή του. Ας δώσουμε και εμείς τη δική μας. Έ μ β λ η μ ά   μ α ς   α ς   ε ί ν α ι   τ ο   Λ έ ν τ ι ο   τ η ς   Μ.   Π έ μ π τ η ς.

Μακάρι να βρεθούν ψυχές, πολλές ψυχές, που να ενσαρκώσουν τη ζωή και το πνεύμα της Οσίας Ξένης, να δώσουν τη μαρτυρία του Ιησού στο σύγχρονο κόσμο και να πράξουν ό,τι καλό και ωραίο για το καλό των συνανθρώπων μας και για τη δόξα του Κυρίου μας. Αμήν.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

“Η Ελληνίδα μητέρα”: ποίημα του Διονυσίου Σολωμού



site analysis

Σε ρεαλιστικό επίπεδο η «Ελληνίδα μητέρα» έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γυναίκας που γαλουχήθηκε με τις αξίες που συνιστούν την ελληνικότητα, μια δηλαδή ιδιότητα που ορίζει τον οικουμενικό άνθρωπο, μ’ άλλα λόγια τον Ελληνα. Διαθέτει λοιπόν συνείδηση της ιστορίας του έθνους της, δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση για τη μοίρα της και έχει πλήρη επίγνωση της αποστολής της. (στοιχεία από εδώ)
(αλλού, το ποίημα συναντάται με τον τίτλο:” Η Ελληνίδα μάνα“) 
Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου, αλλά το χέρι δεν είναι που το ’σφιγγε στη νίκη.
Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.
Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.
αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι                                  
αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,
και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.
Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,
που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.
Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,                       
τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.
Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,
κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.
φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.
Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,                               
σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου
εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.
Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω
δε θα ’ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.
Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,                           
κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως
της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.
Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.
Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,
κι εμπρός! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη!
Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,
και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.
Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.
Κοίτα τους λάκκους! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;
Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.                        
πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,
και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,
που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,
που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,
που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει. 
Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ’ρθει!
Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ’ναι τούτη
που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν
το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα
αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.
Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω
για μια στιγμή γοργά ’π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.
θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ’γγίξει,
πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα. 
Μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου (1849-1902), «Διονυσίου Σολωμού τα Ιταλικά ποιήματα», Εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1921 – Γ. Καλαματιανού, Μ. Σταθοπούλου-Χριστοφέλλη, Ν. Κοντόπουλου, Ευ. Φωτιάδη, Ηλ. Μηνιάτη «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978, σ. 95-96) 

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα



site analysis


O Άγιος Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στην κοινότητα Άσσιας, ένα χωριό της κεντρικής Μεσαορίας στην επαρχία Αμμοχώστου. Ο Σπυρίδωνας νυμφεύθηκε μία ευσεβή γυναίκα, με την οποία έφερε στον κόσμο παιδιά. Μεταξύ αυτών και την Ειρήνη. Η σύζυγός του, όμως, κοιμήθηκε νωρίς, γι'αυτό και ο Άγιος ανέλαβε την ανατροφή των παιδιών του εξολοκλήρου. Η ζωή του αγίου Σπυρίδωνα ήταν γεμάτη από δοκιμασίες. Ο θάνατος της κόρης του Ειρήνης ήταν από τα πιο θλιβερά περιστατικά στη ζωή του.
Η κόρη του πέθανε ενώ ο Άγιος βρίσκονταν στην Σύνοδο της Νικαίας. Κατά την επιστροφή του στην Κύπρο τον επισκέφθηκε κάποια γυναίκα, η οποία με μεγάλη ταραχή του ανάφερε ότι είχε δώσει, στην κόρη του ένα κόσμημα πολύτιμο για να το φυλάξει, εν τω μεταξύ όμως πέθανε η Ειρήνη χωρίς να το επιστρέψει ή να φανέρωση τον τόπο όπου το είχε κρύψει. Ο Άγιος πήγε στον τάφο της κόρης του, ακολουθούμενος από πολλούς άλλους και εκεί, απευθυνόμενος προς την νεκρά, ως να ζούσε, την ρώτησε πού έχει φυλαγμένο το ξένο κόσμημα. Εκείνη δε, αφού ανέκτησε προς στιγμήν την ζωή και ανακοίνωσε στον πατέρα της τον τόπο, κοιμήθηκε και πάλι. Ο δε Άγιος επέστρεψε στην γυναίκα το κόσμημα.
Η Αγία Ειρήνη η θυγατέρα του Αγίου Σπυρίδωνα δεν αναφέρεται από τους Συναξαριστές. Καταριθμείται όμως, μεταξύ των Αγίων της Κυπριακής Εκκλησίας. Τοιχογραφία της Αγίας υπάρχει στο νάρθηκα του ναού της Παναγίας της Ασίνου που ζωγραφίστηκε μεταξύ του 1332/1333.