Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

Η Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Ὁσίων Ἠλιού τοῦ Νέου καί Φιλαρέτου τοῦ Κηπουροῦ, ἐν Σεμινάρᾳ, Στεφανία μοναχή.



Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο~

Όλος ο ελληνισμός χρωστάει ευγνωμοσύνη και σεβασμό στην μοναχή αυτή από το Μαυροβούνιο, που για δώδεκα χρόνια παραμένει ολομόναχη να ανάβει το καντήλι των Αγίων Ηλιού και Φιλαρέτου στην Σεμινάρα. 



Θυσιάζει τη ζωή της στα άγρια βουνά της Καλαβρίας από αγάπη για τον ελληνισμό και τους αγίους της Νοτίου Ιταλίας. Φέρνει ιερείς και προσκυνητές, κάνει λειτουργίες στα σπήλαια που έζησαν οι όσιοι πατέρες μας, επισκέπτεται και στηρίζει πνευματικά τα ελληνόφωνα χωριά μας. 



Χτίζει το μοναστήρι με έξοδα των συγγενών και των φίλων της. Μέσα από αφάνταστες δυσκολίες. Πού είναι οι Έλληνες μοναχοί και μοναχές; Όλοι στο Πανόραμα και στα VIP μοναστήρια των βορείων προαστίων; 
Ποιός θα φυλάξει αυτά τα ιερά και τα όσια της φυλής μας. 



Οι αδελφοί μας οι Ρουμάνοι ήρθαν στην Καλαβρία. Έρχονται και οι Ρώσοι.



 Εμείς συνέλληνες - νεοέλληνες πότε θα νοιαστούμε; 



Αγνοούμε την Μεγάλη Ελλάδα και την τεράστια ιστορία και σημασία της για τον ελληνισμό, όπως αγνοούμε και αφήσαμε στην μοίρα τους την Βόρειο Ήπειρο και την Κύπρο. Την Ίμβρο και την Τένεδο, το Σινά και τους Αγίους Τόπους...
Για αυτό σε λίγο κάποιοι θα αγνοούν και εμάς... 
Άξια Γερόντισσα Στεφανία! Φιλούμε τα σκονισμένα από την ελληνική γη της Καλαβρίας πόδια σου!

~L'Igumena del Monastero dei SS Elia il Nuovo e Filareto l’Ortolano di Seminara, monaca Stefania.
La monaca Stefania è la prima Igumena ortodossa a ricoprire questo alto incarico ecclesiastico e spirituale, dopo numerosi secoli, in questa gloriosa regione bizantina.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Μνήμη της αοιδίμου και παμμακαρίστου βασιλίσσης Ειρήνης, της μετονομασθείσης Ξένης μοναχής († 13 Αυγούστου)



site analysis



Η Παναγία με τον Χριστό ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ και την σύζυγό του Ειρήνη. Ψηφιδωτό στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης (1118).
Η Παναγία με τον Χριστό ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ και την σύζυγό του Ειρήνη. Ψηφιδωτό στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης (1118).
Έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ. και ήταν κόρη ωραία και ενάρετη. Αυτό το παρατήρησε ο βασιλιάς Αλέξιος ο Κομνηνός και την πάντρεψε με το γιο του Ιωάννη, τον επονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω των πολλών του αρετών. Η ενάρετη λοιπόν βασίλισσα Ειρήνη, ξόδευε με απλοχεριά σε φιλανθρωπικά έργα, μόνη μάλιστα πήγαινε σε φτωχικές καλύβες, για να δώσει όχι μόνο χρήματα, αλλά και ανώτερη ενίσχυση και παρηγοριά της ελπίδας στο Χριστό. Επίσης έκτισε γηροκομεία και ξενώνες, και άφησε σ’ αυτά μεγάλα χρηματικά ποσά για την ασφαλή και άνετη συντήρηση τους. Στη συνέχεια όμως, η Ειρήνη δοκίμασε μεγάλες θλίψεις. Ο άντρας της σε μια εκστρατεία του στη Συρία το 1143, πέθανε. Αργότερα το ίδιο συνέβη και με τα δύο από τα τέσσερα παιδιά της. Τότε η Ειρήνη, θέλησε να βρει ανακούφιση στις θλίψεις της μέσα στη μοναχική ζωή. Αφού λοιπόν πήρε και τη συγκατάθεση του βασιλιά γιου της Μανουήλ, αποσύρθηκε στη μονή Παντοκράτορος, όπου και έγινε μοναχή, μετονομασθείσα Ξένη. Εκεί τη βρήκε ο θάνατος και την κήδευσαν με μεγάλη απλότητα, όπως η ίδια το επιθυμούσε. Διότι λίγο πριν πεθάνει έλεγε, ότι η βασίλισσα Ειρήνη είχε πεθάνει προ πολλού, και δεν έμενε πλέον παρά μόνο η μοναχή Ξένη.

Η Αγία Ευδοκία η Βασίλισσα († 13 Αυγούστου)



site analysis



Η αγία αυτοκράτειρα Ευδοκία. Εικόνα του 10ου αιώνα. Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης.
Η αγία αυτοκράτειρα Ευδοκία. Λεπτομέρεια εικόνας του 10ου αιώνα. Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης.
Ήταν κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου και γεννήθηκε το 401 μ.Χ. Σπούδασε κατά τον καλύτερο τρόπο τη γραμματική, τη ρητορική και τη φιλοσοφία. Όταν πέθανε ο Λεόντιος, άφησε όλη την περιουσία του στους γιους του, και σ’ αυτή άφησε μόνο 100 χρυσά νομίσματα. Όταν, λοιπόν, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να διεκδικήσει τα κληρονομικά της δικαιώματα, παντρεύτηκε τον Θεοδόσιο τον Β’, μέσω της αδελφής του Πουλχερίας, που είχε κατενθουσιαστεί από τα σπάνια χαρίσματα της αθηναίας κόρης. Έτσι βαπτίστηκε χριστιανή και πήρε το όνομα Ευδοκία, από Αθηναΐδα που την έλεγαν πρώτα. Η Ευδοκία από τη φύση της γυναίκα σεμνή, δεν ανακατεύθηκε καθόλου με τις βασιλικές υποθέσεις. Την είλκυσε περισσότερο η αλήθεια του Χριστού, γι’ αυτό και επεδίωξε να επισκεφθεί τους Άγιους Τόπους. Όταν ο σκοπός της πραγματοποιήθηκε, αισθάνθηκε την ψυχή της να φτερουγίζει στο θρόνο του Θεού. Η επιστροφή της, όμως, στη Βασιλεύουσα, επεφύλασσε εκπλήξεις. Οι σχέσεις της με τον Θεοδόσιο ψυχράνθηκαν, λόγω συκοφαντιών. Γι’ αυτό, με την άδεια του επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, όπου ίδρυσε πολλά μοναστήρια. Και με προσευχή, μελέτη και «εν πάση ευσέβεια και σεμνότητι», τελείωσε τη ζωή της.

Η Παναγία, το Λάδι και το Ψωμί…



site analysis

Γιάννη Πρόφη λαογράφου-συγγραφέα 

Ἡ κυρα-Μαρία, ἡ «Καραβίδαινα», νεωκόρος, «κλησάρισσα» στὴν ἐνορία τῆς «Παναγίας τοῦ Κουρσαλᾶ» στὸ Κορωπί, μπῆκε στὴν παγωμένη ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ βροχερὸ χειμωνιάτικο ἀπόγευμα τῆς Κατοχῆς. Ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔρημη. Τὸ λιγοστὸ φῶς ποὺ ἔμπαινε ἀπὸ τὰ πλαϊνὰ παράθυρα δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ μέσα μέρος της, στὴ μεριὰ τοῦ τέμπλου. Οὔτε καντήλι οὔτε κερὶ ὑπῆρχε ἀναμμένο. Ποῦ νὰ βρεθεῖ λάδι;

Εἶχε περάσει σχεδὸν μία βδομάδα καὶ τὰ καντήλια ἦταν ὅλα σβηστά. Κι ἡ ἴδια ἡ κλησάρισσα, χήρα γυναῖκα, ἤτανε νηστικιὰ ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες. Δὲν εἶχε λίγο ψωμὶ νὰ βάλει στὸ στόμα της, οὔτε ξεροκόμματο.

Καμμιὰ δουλειὰ δὲν εἶχε νὰ κάνει στὴν ἐκκλησιὰ ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα ἡ κυρὰ-Μαρία. Τὶς δουλειὲς τὶς εἶχε κάνει ὅλες ἀπὸ τὸ πρωί. Στὴν ἐκκλησιὰ μπῆκε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει παρέα στὴ φιλενάδα της, τὴν Παναγία τοῦ τέμπλου, καὶ νὰ κλάψει τὸν πόνο της.

Πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθισε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα καὶ βυθίστηκε στὶς σκέψεις της. Ἡ εἰκόνα ἤτανε σκοτεινή, μόνο ἕνα ἀντιφέγγισμα στὸ ἀσημένιο της φωτοστέφανο φαινόταν. Κι ἄλλες φορὲς εἶχε καθίσει ἔτσι κοντὰ στὴν Παναγία, ἀλλὰ τότε ἡ εἰκόνα ἤτανε φλύαρη, τῆς μιλοῦσε καὶ τῆς ἔλεγε πολλά.

Σήμερα ὅμως ἦταν ἐντελῶς σιωπηλὴ καὶ ἀμίλητη. Ἡ κυρα-Μαρία κατάλαβε: Ἡ Παναγία ἤτανε στενοχωρημένη, γιατί τὸ καντήλι της ἤτανε σβηστό. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ καὶ γονάτισε μπροστά Της. Σὰ βρύση τρέξανε ἀπὸ τὰ μάτια τῆς τὰ δάκρυα.

«Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια (1) , ψιθύρισε, κᾶνε τὸ θᾶμα σου! Στεῖλε μου λίγο λάδι νὰ σ΄ ἀνάψω τὸ καντήλι σου, γιατί κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σὲ βλέπω νἆσαι μέσα στὸ σκοτάδι. Μοῦ μαυρίζει ἡ καρδιά μου… Ὅσο γιὰ μένα, ἕνα μικρὸ κομματάκι ψωμὶ μοῦ φτάνει… Ἐσὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, κᾶνε τὸ θᾶμα σου!…»

Ἐδῶ ἡ κυρα-Μαρία τελείωσε τὴν προσευχή της, σηκώθηκε ὄρθια, σκούπισε τὰ δάκρυά της καὶ περίμενε ἀπόκριση. Περίμενε, περίμενε, ἀλλὰ τίποτα, ἄκρα σιωπή, οὔτε ἕνας ψίθυρος δὲν ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα.

Ἀπελπίστηκε ἡ κυρα-Μαρία. Ἔπιασε τὸ κεφάλι της ἀνάμεσα στὶς παλάμες της καὶ θρήνησε: «Ἄχ, Παναγιά μου ἀσημένια, ξανάπε, μόι! πῶς καταντήσαμε ἔτσι ἐμεῖς οἱ δύο; Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί (2) …» Πῆγε καὶ ξανακάθισε στὸ σκαμνὶ καὶ περίμενε μήπως ἀκούσει κάτι.

Κι ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα τόσο τὴν ἔπνιγε ἡ ἀπελπισία. «Δὲν μπορεῖ, κάτι θὰ γίνει», σκέφτηκε σὲ μία στιγμή, γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν ἑαυτό της. Καὶ νά, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σιωπή, κάτι τῆς φάνηκε ὅτι ἄκουσε, σὰν κάποιος νὰ γύρισε τὸ χερούλι τῆς πόρτας.

Ἀλλὰ ὁ ἦχος ἤτανε τόσο ἐλαφρὺς καὶ σιγανός, ποὺ νόμισε ὅτι τ’ ἀφτί της τὴν ξεγέλασε. Δὲν ἔδωσε σημασία καὶ παραδόθηκε καὶ πάλι στὶς μαῦρες σκέψεις της. Ὅμως τώρα τῆς φάνηκε πὼς ἄκουσε μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἀνάλαφρα βήματα, σιγανὰ καὶ ἤρεμα, ποὔρχονταν πρὸς τὸ μέρος της.

Γύρισε καὶ κοίταξε πίσω της. Εἶδε μία σκοτεινὴ γυναικεία μορφὴ μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι. Τρόμαξε λίγο, μὰ ἀμέσως μπόρεσε νὰ ξεχωρίσει στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας ἕνα μικρὸ χαμόγελο καὶ ἡσύχασε.

«Κάποια γνωστὴ θἆναι», σκέφτηκε κι ἀμέσως ρώτησε: «Ποιά εἶσαι, θέλεις τίποτα;»

Ἡ ἀπόκριση ἦρθε ἀμέσως: «Ἡ Κοῦλα εἶμαι, Μαρία μου… Ἡ Κοῦλα τοῦ Ἠλία τοῦ Πρόφη… Εἶναι σκοτάδι ἐδῶ μέσα, γι’ αὐτὸ δὲν μὲ γνώρισες…»

«Ἄ, ἡ Κοῦλα εἶσαι; Καλῶς τηνε…», τῆς εἶπε ἡ κλησσάρισσα καὶ συνέχισε: «Καὶ πῶς ἦρθες τέτοια ὥρα ἐδῶ, μόι Κοῦλα; Ἀπόψε δὲν ἔχουμε λειτουργία…».

«Τὸ ξέρω, ἀλλὰ ἦρθα νὰ σοῦ φέρω αὐτά», εἶπε ἡ γυναῖκα κι ἀμέσως ξεκρέμασε ἕνα μικρὸ ταγάρι ποὖχε στὸν ὦμο της καὶ τὄδωσε στὴν κλησάρισσα.

«Καὶ τί ’ναι αὐτὰ ποὺ ἔφερες;», ξαναρώτησε αὐτὴ μὲ λαχτάρα καὶ τὸ μυαλό της πῆγε στὸ λάδι καὶ στὸ ψωμί.

«Σοῦ ‘φερα ἕνα μικρὸ μπουκάλι μὲ λάδι καὶ μισὸ καρβέλι ψωμί, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔψησα σήμερα στὸ φοῦρνο», ἀπάντησε ἡ Κοῦλα.

«Καὶ πῶς σηκώθηκες νἄρθεις ἐδῶ, μόι Κοῦλα, μὲ τέτοιο νερόχιονο ποὺ ρίχνει ἔξω;», ρώτησε αὐτὴ παίρνοντας στὰ χέρια της τὸ ταγάρι.

Ἡ Κοῦλα κάθησε καὶ σκέφτηκε, δὲν εἶχε ἕτοιμη ἀπάντηση νὰ δώσει, ἀλλὰ στὸ τέλος τὴ βρῆκε: «Δὲν ξέρω, ἀλλὰ νά, ἐκεῖ ποὺ καθόμουνα στὸ τζάκι μόνη μου, σὰν κάποιος νὰ μὲ ἔσπρωξε καὶ νὰ μοῦ ’πε: Σήκω καὶ πήγαινε στὴν Παναγία, νὰ δώσεις λάδι καὶ ψωμὶ στὴ Μαρία τὴν κλησάρισσα. Γι’ αὐτὸ σοῦ τὰ ἔφερα…».

Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ἡ κυρα- Μαρία ταράχτηκε. Τὰ μάτια της πλημμύρισαν καὶ πάλι μὲ δάκρυα. Πῆγε μπροστὰ στὴν εἰκόνα κι ἔκανε ἀμέτρητα σταυροκοπήματα. Κι εὐχαριστοῦσε τὴν Παναγία μὲ λόγια ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει κανείς.

Κι ὅταν τελείωσε, γύρισε καὶ εἶπε στὴν Κοῦλα: «Ἐγὼ ξέρω, μόι Κοῦλα, ποιός σ’ ἔστειλε. Νά, αὐτὴ ἡ Παναγία, ἡ Ἀσημένια, σ’ ἔστειλε.

Τὴν ὥρα ποὺ ἐσὺ καθόσουνα στὸ τζάκι, ἐγὼ ἔκανα προσευχὲς καὶ τῆς ζητοῦσα νὰ κάνει τὸ θᾶμα Της, νὰ στείλει λίγο λάδι ν’ ἀνάψω τὸ καντήλι Της καὶ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ νὰ φάω κι ἐγώ… Καὶ νὰ ποὺ ἔκανε τὸ θᾶμα… Ἔστειλε ἐσένα νὰ τὰ φέρεις… Σ’ εὐχαριστῶ, Παναγία μου, καὶ σένα Κοῦλα μου!».

Ἡ Κοῦλα δάκρυσε τώρα ἀπὸ χαρά. Δὲν τολμοῦσε οὔτε νὰ τὸ φανταστεῖ πὼς ἡ Παναγία τὴν εἶχε διαλέξει νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία Της. Ἤτανε πολὺ μεγάλη αὐτὴ ἡ τιμὴ ποὺ τῆς ἔκανε. Πῆγε καὶ γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ τὴ μελωδική της φωνὴ ἔψαλε ταπεινὰ μία προσευχή: «Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι…».

«Ἔλα τώρα ν’ ἀνάψουμε τὸ καντήλι της, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν ἔχουμε σπίρτα», εἶπε τώρα ἡ κλησάρισσα στὴν Κοῦλα.

«Φέρε ἐσὺ τὸ καντήλι καὶ σπίρτα ἔχω ἐγὼ μαζί μου», ἀπάντησε αὐτή.

Ἔβαλε ἡ κυρὰ Μαρία τὸ σκαμνὶ κάτω ἀπὸ τὴν καντῆλα, ἀνέβηκε πάνω καὶ κατέβασε τὸ ποτῆρι τοῦ καντηλιοῦ. Ἡ Κοῦλα τὸ γέμισε μὲ λάδι. Βάλανε καινούργιο λουμίνι, τὸ ἀνάψανε καὶ ἡ κυρα-Μαρία ἀνέβηκε καὶ πάλι πάνω στὸ σκαμνὶ καὶ ξανάβαλε τὸ ποτήρι στὴ θέση του.

Ἀνάψανε μετὰ καὶ τὸ καντήλι τοῦ Χριστοῦ, δεξιὰ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Ἡ ἐκκλησιὰ φωτίστηκε ὁλόκληρη. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὴν εἴχανε δεῖ τόσο φωτισμένη. Ἡ Παναγιὰ στὴν εἰκόνα τῆς φαινότανε τώρα εὐχαριστημένη. Στὰ χείλη τῆς διακρίνανε ἕνα μικρὸ χαμόγελο. Ἡ ἐκκλησιὰ ζεστάθηκε ἀπότομα κι ἡ παγωνιὰ κι ἡ θλίψη ἐξαφανίστηκαν.

Οἱ δύο γυναῖκες γονάτισαν τώρα μαζὶ μπροστὰ στὴν Παναγιὰ καὶ ψιθύριζαν προσευχές. Ἔψαλαν στὸ τέλος, «Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Σηκώθηκαν μετὰ ὄρθιες, φίλησαν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ στάθηκαν ἀρκετὴ ὥρα νὰ τὶς κοιτάζουν. «Τώρα ἂς πηγαίνουμε», εἶπε σὲ κάποια στιγμὴ ἡ κυρα-Μαρία.

Κάνανε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ σταυρό τους, προχώρησαν μαζὶ πρὸς τὰ ἔξω κι ἔκλεισαν τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς. Τώρα ἔξω εἶχε σκοτεινιάσει ἐντελῶς. Χαιρετηθήκανε, φιληθήκανε κι ἡ κάθε μία ἑτοιμάστηκε ν’ ἀναχωρήσει γιὰ τὸ σπίτι της.

«Νἆσαι καλά, μόι Κοῦλα, ποὺ ἦρθες, γιατί πῆρες ἀπὸ πάνω μου μεγάλη σταναχώρια. Ἀπόψε θὰ κοιμηθῶ ἥσυχη», εἶπε ἡ κλησάρισσα.

«Δὲν ἔκανα καὶ τίποτα σπουδαῖο, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴν πεῖς σὲ κανένα τίποτα», ἀπάντησε ἡ ἄλλη φεύγοντας.

«Ἔννοιά σου καὶ δὲν θὰ τὸ πῶ», τὴν καθησύχασε ἡ κυρα-Μαρία.

Ἡ κλησάρισσα δὲν κράτησε τὸν λόγο της. Κάποτε διηγήθηκε αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ θεῖτσα Ἑλένη τοῦ Λουκᾶ τοῦ Πρόφη. Κι ἐκείνη τὸ εἶπε στὶς κόρες της.

Κι οἱ κόρες της μᾶς τὸ διηγήθηκαν ὅταν ἔγινε τὸ μνημόσυνο τῆς μαμᾶς, σαράντα μέρες μετὰ τὸν θάνατό της καὶ πενήντα χρόνια μετὰ τὸ γεγονός. Ὅλοι τότε νιώσαμε νὰ γεμίζει ὁ ἀέρας γύρω μας μὲ μίαν «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς».

1. Ἀρβανίτικα: Shërmëri ergjënde= Παναγία ἀσημένια.
2. Ἀρβανίτικα: Ti pa val edhe u pa bukë= Ἐσὺ χωρὶς λάδι κι ἐγὼ χωρὶς ψωμί.


Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Μια βασίλισσα πραγματικά ελεύθερη



site analysis



ren
Μια  φορά και έναν καιρό σ’ ένα βασίλειο της Αραβίας ζούσε μια βασίλισσα που ονομαζόταν Λάιλα. Η σοφία της φώτιζε τη γη σαν τον ήλιο, η ομορφιά της τύφλωνε τους άντρες και τα πλούτη της ήταν αμύθητα.
Ένα πρωινό, ο επικεφαλής σύμβουλός της ζήτησε να την δει και της είπε:
– Μεγαλειοτάτη! Είστε η σοφότερη, η ομορφότερη και πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο. Αλλά έχω ακούσει δυσάρεστα πράγματα για Σας. Μερικοί υπήκοοί σας γελούν ή διαμαρτύρονται για τις αποφάσεις σας. Γιατί, παρά τα όσα έχετε προσφέρει για το βασίλειό σας, δεν είναι ακόμα ικανοποιημένοι.
Η βασίλισσα χαμογέλασε και του απάντησε:
– Πιστέ μου σύμβουλε, γνωρίζεις πόσα έκανα για το βασίλειό μου. Όλοι οι πολίτες των επτά επαρχιών, που βρίσκονται υπό τον έλεγχό μου, απολαμβάνουν την ειρήνη και την ευημερία. Σε όλες τις πόλεις, οι αποφάσεις του δικαστών μου είναι δίκαιες και εμπνευσμένες. Μπορώ να κάνω σχεδόν ό,τι θέλω. Μπορώ να διατάξω να κλείσουν  τα σύνορα, να αμπαρώσω τις πύλες του ανακτόρου, να σφραγίσω   όλα τα θησαυροφυλάκια επ’ αόριστον. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να κάνω: να αναγκάσω  τους ανθρώπους του βασιλείου μου να κλείσουν το στόμα τους. Δεν έχει σημασία τι και πόσα ψέματα λένε οι άνθρωποι. Το σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που θεωρούμε σωστό, δίκαιο και  αληθινό.
Paulo Coelho ( μετάφραση από τα αγγλικά: Αθαν. Αστ. Γκάτζιος)

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Ἡ ἀσθενὴς γυναίκα μὲ τὰ ἀφροδισιακὰ ποὺ ἤθελε νὰ βαπτισθεῖ…



site analysis


Δημήτριος Παναγόπουλος Ἱεροκήρυκας
Στὰ πρῶτα χρόνια του Χριστιανισμοῦ ἔλαβε χώρα τὸ ἑξῆς γεγονός: Σὲ ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ νοσηλεύονταν ἀφροδισιακὰ περιστατικά, ὑπῆρχε καὶ μία ἀσθενής, ποὺ ἤθελε νὰ Βαπτιστεῖ, ἀλλὰ ντρεπόταν, διότι οἱ ἄλλες ἄρρωστες τὴν κοροϊδεύανε καὶ τὴν λέγανε: 
– Δὲν ντρέπεσαι ἐσὺ ποὺ ἔκανες τόσες ἁμαρτίες καὶ τόσες βρωμιές, νὰ προσέλθεις νὰ Βαπτιστεῖς; Τὸ Βάπτισμα εἶναι γιὰ τοὺς καθαρούς, γιὰ τοὺς Ἁγίους ἀνθρώπους, δὲν εἶναι γιὰ σένα… 
Μία μέρα ὅμως, ἐμφανίζεται στὸ δωμάτιό της ἕνας ψηλὸς εὐπαρουσίαστος κύριος καὶ τῆς λέει: 
– Ἔμαθα ὅτι θέλεις νὰ Βαπτιστεῖς, ἀληθεύει; 
Καὶ αὐτὴ τοῦ ἀπάντησε: 
– Ναὶ πράγματι, ἀληθεύει, ἀλλὰ ἐγὼ μὲ τὶς τόσες πολλὲς ἁμαρτίες ποὺ ἔχω, δὲν εἶμαι ἄξια νὰ Βαπτιστῶ. Ἔχουν δίκαιο οἱ γυναῖκες ποὺ μὲ κατηγοροῦν, γιὰ τὰ τόσα κακὰ ποὺ…
προξένησα στὸν κόσμο. Δὲν εἶμαι ἄξια, νὰ γίνω ὀπαδὸς τοῦ Χριστοῦ!
– Ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχεις κάνει μέχρι σήμερα καὶ ἐφόσον θέλεις νὰ Βαπτιστεῖς, θὰ ἔρθω τὸ βράδυ μὲ ἕναν ἱερέα καὶ μία κολυμβήθρα, γιὰ νὰ Βαπτιστεῖς. Νὰ μὲ περιμένεις… 
Αὐτὴ τὸν εὐχαρίστησε, ἀλλὰ καὶ ἀπόρησε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνέλπιστη ἐξέλιξη. Τὸ βράδυ χτυπάει ἡ πόρτα τοῦ δωματίου της, ἀνοίγει καὶ μπαίνουν μέσα ὁ ἱερέας μὲ τὸν….κύριο, νὰ κρατᾶνε μία κολυμβήθρα. Ἐφόσον ἔγιναν τὰ ἀπαραίτητα διαδικαστικὰ γιὰ τὸ Μυστήριο, ἄρχισε τὸ τελετουργικὸ καὶ ὅταν ἔφτασαν στὸ σημεῖο ὁ ἱερέας νὰ πεῖ: 
– Καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς…. 
– Μαρία ἀπάντησε ὁ κύριος. 
Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀναδόχου; ρώτησε ὁ ἱερέας: 
– Ἀρχάγγελος Μιχαήλ! ἀκούστηκε ἀπὸ τὸ νέο καὶ ἔγινε ἀμέσως ἄφαντος… Κόκκαλο ὁ παππάς! Ὅταν τελείωσαν τὸ Βάπτισμα, ὁ ἱερέας δὲν ἔφευγε. Ἤθελε νὰ μάθει, τί ἀκριβῶς ἔγινε καὶ ἐμφανίστηκε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ὡς νονός. Ἄρχισε νὰ τὴν ρωτάει τὰ πάντα γιὰ τὴ ζωή της: 
– Τί καλὰ ἔργα ἔχεις κάνει στὴ ζωή σου παιδί μου; 
– Μόνο κακὰ ἔργα ἔχω κάνει, ἀπάντησε ἐκείνη. Νέους διέφθειρα, οἰκογένειες διέλυσα, χρήματα ἔκλεψα καὶ γενικὰ ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει, τὸ ἔχω διαπράξει… 
– Δὲν μπορεῖ, γιὰ σκέψου, κάτι καλὸ πρέπει νὰ ἔχεις κάνει στὴ ζωή σου, ἐπέμενε ὁ παππᾶς. 
Ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ ἐκεῖ, σκέφτηκε αὐτὴ καὶ ξανασκέφτηκε καὶ στὸ τέλος θυμήθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικὸ ἀπὸ τὴν ζωή της: 
– Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας μου, μὲ ἄφησε προίκα 100 νομίσματα. Μία μέρα καθὼς περπατοῦσα στὸ περιβόλι, εἶδε στὴν ἄκρη τοῦ τοίχου ἑνὸς σπιτιοῦ, ἕναν ἄνθρωπο, νὰ ἔχει κρεμάσει ἕνα σχοινὶ γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ κρεμαστεῖ στὸ δέντρο. Τότε ἀμέσως τὸν πλησίασε καὶ τὸν ρώτησα, γιατί τὸ κάνει αὐτό. Αὐτὸς δὲν δεχόταν διάλογο μαζί μου, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ἐπιμονή μου, μὲ ἀποκάλυψε, ὅτι ἐπειδὴ χρωστοῦσε 80 νομίσματα καὶ δὲν τὰ εἶχε χρήματα, τὸν πουλοῦσαν αὐτὸν καὶ ὅλη τὴν οἰκογένειά του. Ἔτσι ἀπελπίστηκε καὶ θέλησε νὰ βάλει τέρμα στὴ ζωή του. Προθυμοποιήθηκα νὰ τὸν βοηθήσω καὶ ἔτσι ξεχρέωσε καὶ σώθηκε αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Ἀργότερα ὅμως λόγω τῆς φτώχειας στὴν ὁποία ὑπέπεσα, ἀναγκάστηκα καὶ ἔγινε πόρνη… 
Ἔτσι εἶναι! Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέτει τὸν ἑαυτὸν στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἄλλου, μὲ σκοπὸ νὰ τὸν βοηθήσει καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, τότε ὄχι μόνο ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις εἶναι στὴ διάθεση αὐτοῦ του ἀνθρώπου, νὰ τὸν βοηθήσουν καὶ νὰ τοῦ συμπαρασταθοῦν στὶς ἀνάγκες του…

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Ασκητές μέσα στον κόσμο.H Bασιλική απο το Μεσολόγγι.



site analysis

 Διάβαζε και εφάρμοζε το Ευαγγέλιο

Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο Καλαντζή, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυό πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι. Όταν η Βασιλική ήταν νέα, την ημέρα των Θεοφανείων «είδε τους ουρανούς ανεωγμένους» και τους Αγγέλους του Θεού να ψάλλουν. Γι’ αυτό έλεγε: «Αυτή την ημέρα μην φεύγης από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι που κατοικούσαν ήταν ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο. Όταν έβρεχε γέμιζε νερό που έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα “γκιούμι” άδειαζαν το νερό. Τον χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδα για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά. Αλλά μέσα σ’ αυτό το παγωμένο σπίτι η καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Η θεία Χάρι τους φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.
Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιές τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.
Η Βασιλική είχε μία αδελφή, την Γεωργία, η οποία χήρεψε από τα 37 της χρόνια με έξι παιδιά. Οι ανάγκες τους ήταν πολλές και αυτή ήταν πολύ φτωχή. Πήγαινε τότε στον γαμπρό της Δημήτρη, τον ψαρά που ήταν πολύ ελεήμων. Τον ρωτούσε αν έπιασε ψάρια. Όταν απαντούσε ότι έπιασε, η Γεωργία έβαζε το χέρι της στην τσέπη του και έπαιρνε όσα χρήματα είχε ανάγκη. Αυτός χαμογελούσε και της έλεγε: «Ήσυχα-ήσυχα, Γεωργία», τίποτε άλλο και την άφηνε να παίρνη όσα χρήματα ήθελε.
Όταν εκοιμήθη ο Δημήτριος, η σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζη τα υπάρχοντά της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στην μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως-ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ο γυιός της τι τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου». Μία Κυριακή πήγε κατά την συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της που έμενε δίπλα, λέγοντάς της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον Οποίον τόσο αγάπησε εκ νεότητάς της και ετήρησε πιστά τις εντολές Του. Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.
Όταν έγινε γνωστή η κοίμησή της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ο ένας έλεγε «έμενα μου έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ’ την», ο άλλος έλεγε «μου έδωσε πιάτα», ο άλλος «ποτήρια», ο άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμησή της που πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματά της.
Όσο ζούσε την επισκεπτόταν η αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Η συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζης, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».
Αιωνία η μνήμη του Δημητρίου και της Βασιλικής Καλαντζή. Αμήν.

(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», τόμος Α’, και την ενότητα: «Θαυμαστά και διδακτικά περιστατικά». Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, 2008)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: orp.gr)

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Η αγία Φωτεινή (Φωτού) η Κυπρία (2/8)



site analysis





Αρχιμανδρίτης Φώτιος Ιωακείμ
Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ὁσιακῶν μορφῶν, ποὺ μὲ τοὺς ἀσκητικοὺς  ἱδρῶτες, τὰ ρεύματα τῶν δακρύων τῆς κατανύξεως καὶ τοὺς λοιποὺς θεοφιλεῖς καμάτους τους ἄρδευσαν καὶ ἁγίασαν, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη, τὴ φιλάγια τῆς Κύπρου γῆ, εἶναι γνωστὴ καὶ μία μικρὴ σὲ ἀριθμὸ ὁμάδα ἁγίων γυναικῶν.
Καὶ γι’ αὐτὲς πάλιν ἐλάχιστα κατὰ κανόνα εἶναι τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, ποὺ ἔφθασαν μέχρις ἐμᾶς, ὅσα, Προνοίᾳ Θεοῦ, διασώθηκαν ἀπὸ τὸν πανδαμάτορα χρόνο καὶ τὶς ποικίλες  ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ πολύπαθου  νησιοῦ μας.
Ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσά τους, μὲ μιὰ παγκύπρια τιμὴ καὶ ἀκτινοβολία, κατέχει ἀναμφίβολα ἡ ἁγία Φωτεινὴ ἡ Καρπασίτιδα, ἡ γνωστὴ στὸν λαὸ καὶ ὡς ἁγία Φωτοῦ¹, ποὺ ἔζησε κατὰ τὴν πρώιμη μᾶλλον βυζαντινὴ ἐποχή², ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε σήμερα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο της.
Σύμφωνα μὲ τοπικὴ παράδοση, ἡ φωτώνυμη αὐτὴ ὁσία καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη τοῦ Καρπασίου. Αὐτό, ποὺ μὲ βεβαιότητα γνωρίζουμε, εἶναι  ὅτι διῆλθε  τὸν ἀσκητικό της βίο σ’ ἕνα εὐρύχωρο λαξευτὸ ὑπόγειο σπήλαιο  μέσα στὸ σημερινὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος Καρπασίας. Τὸ σπήλαιο τοῦτο, ποὺ διατηρεῖται σὲ ἐξαίρετη γενικὰ κατάσταση μέχρι καὶ τὶς μέρες μας, εἶναι  πιθανὸν νὰ προϋπῆρξε τῆς ἁγίας Φωτεινῆς, καὶ ἴσως παραπέμπει σὲ πρωτοχριστιανικοὺς ἢ καὶ πρωτοβυζαντινοὺς χρόνους. Σ’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἐσωτερικὲς προεκτάσεις, ὑπὸ μορφὴ σηράγγων, διασώζονται δὲ καὶ λαξευμένες  ἐσοχὲς στὰ τοιχώματα γιὰ τὴν τοποθέτηση λύχνων.
Ἀξίζει στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ τονισθεῖ πὼς τὸ ἀσκητήριο-σπήλαιο τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο χῶρο ἢ γεγονός, ἀλλὰ ἐντάσσεται σὲ σύμπλεγμα ἀσκητηρίων τῆς εὐρύτερης ἐκεῖ περιοχῆς. Σ’ αὐτὰ περιλαμβάνονται οἱ γνωστοὶ βυζαντινοὶ ναοὶ τῆς Ἁγίας Σολομονῆς ἔξω ἀπὸ τὴν Κώμα τοῦ Γιαλοῦ (9ου αἰώνα), τῆς Ἁγίας Παύλης στὴν Ἁγία Τριάδα Γιαλούσας, τῆς Ἁγίας Θέκλης στὴ Γιαλοῦσα, καὶ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας πλησίον τῆς Κορόβειας (8ου αἰώνα). Κάτω ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους αὐτοὺς ναοὺς ὑπάρχουν λαξευτοὶ ταφικοὶ θάλαμοι μὲ ἀρκοσόλια3, ἐνῶ πλησίον τοῦ τελευταίου (τῆς Ἁγίας Βαρβάρας) εὑρίσκονται λαξευτὰ σπήλαια, ποὺ λειτούργησαν ὡς ἀσκητήρια,  ἐνδεικτικὰ  πιθανώτατα τῆς κατὰ τὴ μεσοβυζαντινὴ τουλάχιστον περίοδο ἀκμῆς στὴν περιοχὴ τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ, ἐὰν κρίνουμε ἀπὸ τὴν ἀφιέρωση τῶν ὡς ἄνω ναῶν σὲ γυναῖκες ἁγίες.
Στὸ πιὸ πάνω λοιπὸν σπήλαιο στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀγωνίσθηκε ἀσκητικὰ ἡ ὁσία Φωτεινὴ μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ἁγνότητα, ταπεινοφροσύνη, ὑπομονὴ καὶ τὶς ἄλλες εὐαγγελικὲς ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες κατέστη πάμφωτο σκεῦος Θεοῦ, δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φωτοφόρα καὶ φωτόμορφη. Κατάμεστη λοιπὸν τῶν καρπῶν τῆς ἁγιότητας,  κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ καὶ τάφηκε στὸ ἀσκητήριό της. Ὁ τάφος της, ποὺ βρίσκεται στὸ δυτικὸ μέρος τοῦ σπηλαίου, παρέμεινε γιὰ αἰῶνες ἀγνοημένος.
Γιὰ πρώτη φορὰ ἐντοπίσθηκε μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη κατὰ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 15ου αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὴ σύγχρονη μαρτυρία τοῦ γνωστοῦ Κυπρίου μεσαιωνικοῦ χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρᾶ. Τοῦτο ἦταν ἀσφαλῶς οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ παρηγορήσει τοὺς ὑπόδουλους τότε στοὺς Φράγκους παπικοὺς κατακτητὲς Κυπρίους καὶ νὰ τοὺς στηρίξει στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ ἀναφορὰ  αὐτὴ τοῦ Μαχαιρᾶ, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀρχαιότερη γνωστὴ γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ὁσία Φωτεινή, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀποδίδουμε τὸ κείμενο σὲ μετάφραση, θέτοντας σὲ παρένθεση ἐπεξηγηματικὲς-διασαφηνιστικὲς λέξεις/φράσεις):
«Ἀκόμηβρίσκεταιστὴν(περιοχὴ) Ἀκρωτίκη, στὴνκώμητοῦἉγίουἈνδρονίκουτῆςΚανακαριᾶς—ἔχειλίγοκαιρὸκαὶβρέθηκεμὲἀποκάλυψη  Θεοῦ— (μίαἄλληἁγία), ποὺτὴνὀνομάζουνἁγίαΦωτεινή, καὶὁτάφοςτηςεἶναικάτωἀπὸτὴγῆ(σὲσπήλαιο). (Ἐκεῖ) ὑπάρχει (ἅγιο) Βῆμα καὶ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐπίσης ἐκεῖ ὑπάρχει νερὸ-ἁγίασμα, καὶ (στὸ πηγάδι ποὺ βρίσκεται) ἔχει πολὺ βάθος τὸ νερό, καὶ στὸ γύρισμα τοῦ φεγγαριοῦ πήζει ἐπάνω τὸ νερὸ (ἁγίασμα), ὅπως πήζει ὁ πάγος, καὶ γίνεται μία τσίππα. Καὶ τὴ βγάζουν (ἀπὸ τὸ πηγάδι) σὰν μιὰ πλάκα πάγου. Κι ἅμα ἀρχίζει νὰ λυώνει, γίνεται λεπτὸ σὰν σκόνη, καὶ τὴ βάζουν στὰ μάτια τους οἱ τυφλοὶ καὶ θεραπεύονται»4
Ἔκτοτε ἡ ἁγία Φωτεινή, καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, ἐνεργεῖ πλεῖστα ὅσα θαύματα σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη προσέρχονται καὶ προσεύχονται σ’ αὐτήν. Κατ’ ἐξαίρεση ἔλαβε, κατὰ τὴν ἐπωνυμία της, τὴ Χάρη τῆς θεραπείας τῶν ποικίλων ὀφθαλμικῶν παθήσεων, μάλιστα τῶν τυφλώσεων, χορηγώντας ἄφθονα τὶς ἰάσεις μὲ τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματός της5. Τὸ πηγάδι τοῦ περιωνύμου αὐτοῦ ἁγιάσματος, πού, ὅπως εἴδαμε, ἀναφέρει καὶ ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς, βρίσκεται στὸ ἄκρο λαξευμένης πρὸς τὰ βόρεια τοῦ σπηλαίου σήραγγας. Σύμφωνα μὲ ἔγκυρες πληροφορίες, τὸ ἁγίασμα αὐτὸ στέρεψε τὸ 1974, μετὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολή,  ἕνεκα τῆς βεβήλωσης τοῦ χώρου ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
Πέραν τῆς μαρτυρουμένης χρήσης τοῦ σπηλαίου τούτου ὡς ναοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας, ἀλλὰ καὶ μέχρι πρόσφατα (τὸ ἔτος 1974), ὁ χῶρος αὐτὸς λειτούργησε πιθανώτατα καὶ ὡς Μονή. Ἀργότερα (ἴσως ἐπὶ τουρκοκρατίας) λειτούργησε ἐπάνω καὶ πέριξ τοῦ σπηλαίου μικρὴ ἀνδρώα Μονή, ποὺ διαλύθηκε περὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰώνα6. Ὁ ναός, ποὺ βρίσκεται  σήμερα πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, κτίσθηκε ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσάνθου (1767-1810), λειτουργοῦσε δὲ πρὸ τῆς εἰσβολῆς ὡς ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Ἀνδρόνικος7.
Ἐξαιτίας τῶν ποικίλων ἱστορικῶν τῆς Κύπρου περιστάσεων, ὁ τάφος τῆς ὁσίας προφανῶς καλύφθηκε καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἀνωτέρω εὕρεσή του, πρὸς ἀποφυγὴ σύλησης τοῦ ἱεροῦ της λειψάνου, καὶ μὲ τὰ χρόνια καὶ πάλιν  λησμονήθηκε. Γιὰ δεύτερη φορὰ ἀνευρέθη ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Σιλβέστρου (1718-1733) ἀπὸ τὸν τότε ἐπιστάτη  τῆς Μονῆς τῆς Ὁσίας, οἰκονόμο Ἄνθιμο. Ἐπιθυμώντας δηλαδὴ αὐτὸς νὰ εὐρυχωρήσει τὸ σπήλαιο, ἔσκαψε πρὸς τὰ δυτικά, ὅπου βρῆκε ξανὰ τὸν τάφο καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ἁγίας, πάνω στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε μαρμάρινος σταυρός, ποὺ ἔφερε τὴν ἐπιγραφή, «Φωτεινὴ ὁσία, νύμφη Χριστοῦ». Τοῦτο ὑπῆρξε καὶ πάλιν ἔργο τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ στήριξη τοῦ τουρκοκρατουμένου καὶ δεινοπαθοῦντος πιστοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου. Ἀφοῦ τότε εἰδοποιήθηκε σχετικὰ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος, πρόσταξε καὶ ἀσφάλισαν τὸ ἅγιο λείψανο μέσα στὸν τάφο. Ἀργότερα ἀνακομίσθησαν ἀπὸ ἐκεῖ τὰ ἱερὰ αὐτὰ
λείψανα, κατὰ δὲ τὸ 1974 μετακομίσθηκαν στὴν ἱερὰ ἀρχιεπισκοπὴ  Κύπρου.
Ναοὶ ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς βρίσκονται καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς Κύπρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι γνωστὸ ἐὰν ἐτιμᾶτο ἐκεῖ ἀρχικὰ ἡ Κυπρία ὁσία, ἡ Καρπασίτιδα ἢ ἡ ὁμώνυμη Μεγαλομάρτυς, ἡ Σαμαρείτιδα. Πιθανώτατα ὅμως στοὺς παλαιοὺς ναοὺς στὴν Ἀμμόχωστο καὶ τὸν Γερόλακκο νὰ ἐτιμᾶτο ἡ Κυπρία Φωτεινή, ὅπως καὶ στὸ (μεταγενεστέρως τουρκοκυπριακὸ) χωριὸ Φῶττα (ἢ Φότα), ποὺ ἀρχικὰ ἐκαλεῖτο Ἁγία Φωτεινή, μετονομάσθηκε δὲ ἔτσι ἀπὸ τοὺς Τουρκοκυπρίους8.
Παλαιότερη  γνωστὴ φορητὴ εἰκόνα τῆς ὁσίας εἶναι μία τοῦ ἔτους 1811, ἔργο τοῦ γνωστοῦ ζωγράφου ἱερομονάχου Λαυρεντίου, ποὺ κλάπηκε κατὰ τὴν εἰσβολὴ ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ πωλήθηκε στὴν Εὐρώπη9. Αὐτή, ὅπως καὶ οἱ σωζόμενες νεώτερες εἰκόνες, παριστοῦν τὴν ἁγία μὲ μοναχικὴ ἐνδυμασία καὶ νὰ φέρει στὸ δεξί της χέρι Σταυρό.
Ἡ μνήμη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς ἑορτάζεται στὶς 2 Αὐγούστου10, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία, μέχρι καὶ πρὶν τὴν τουρκικὴ εἰσβολή τοῦ 1974, ἐτελεῖτο μεγάλη πανήγυρη στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος Καρπασίας, στὴν ὁποία μετέβαινε κατὰ κανόνα καὶ ὁ ἑκάστοτε ἀρχιεπίσκοπος  Κύπρου11.
Ταῖς τῆς φωτοφόρου καὶ φωτωνύμου ὁσίας ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, φώτισον καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος Οἰκτίρμων. Ἀμήν!
Ἐπισημειώσεις
1. Τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Φωτοῦ παράχθηκε ἀπὸ τὴ γενικὴ τοῦ συγγενικοῦ ὀνόματος τῆς ἁγίας, ἡ Φωτὼ (τῆς Φωτοῦς), ἀποτελεῖ δὲ σύνηθες γλωσσικὸ φαινόμενο ἀναγόμενο στὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ (τῆς ἀποδόσεως δηλ. θηλυκῶν κυρίων προσηγορικῶν ὀνομάτων εἰς -οῦ, π.χ. Σωφρονοῦ, Κυριακοῦ, Παρασκευοῦ  κ.λπ.).
2. Ὄχι μόνο ὁ χῶρος ἀσκήσεως τῆς ὁσίας, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος τοῦ τάφου της, πού, παρὰ τὶς μεταγενέστερες ἐπεμβάσεις (κατὰ τὶς δύο ἀνευρέσεις του), διακρίνεται ἐμφανῶς ὅτι ἦταν ἀρκοσόλιο (βλ. ἑπόμενη σημ.), παραπέμπουν στὴν παλαιοχριστιανικὴ περίοδο.
3. Ἡ λ. ἀρκοσόλιο (ἀπὸ τὸ λατινικὸ arcosolium, προερχόμενο ἀπὸ τὶς λ. arcus=τόξο καὶ solium=σορός, θήκη, τάφος), δηλώνει τοὺς τοξωτοὺς τάφους, ποὺ κατασκευάζονταν κατὰ τὴ ρωμαϊκὴ-παλαιοχριστιανικὴ περίοδο. Ὁ τάφος τοῦ τύπου τούτου, ποὺ προεξεῖχε λίγο ἀπὸ τὸ δάπεδο, ἐπιστεγαζόταν ἀπὸ τοξωτὴ ὀροφή, δίνοντας ἔτσι ἕνα πλαστικὸ βάθος στὴν κατασκευή. Τὰ ἀρκοσόλια τῶν Ἁγίων διακοσμοῦνταν συνήθως μὲ ποικίλες παραστάσεις (νωπογραφίες).
4. ΛεοντίουΜαχαιρᾶ, Χρονικόν, στό: R. M. Dawkins (ἐπιμ.), Leontios Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled ‘Chronicle’, Ὀξφόρδη1932, τόμ. I, §34, σσ. 32-35. ΤὰτοῦΜαχαιρᾶπεριληπτικὰἀναφέρουν  καὶοἱD. Strambaldi (Chronicha, σ. 14), Fl. Bustron (Historia, σ. 34) καὶἀρχιμανδρίτηςΚυπριανὸς(Ἱστορίαχρονολογική, σ. 352).
5.  Ἡ καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ὁσίας Φωτεινῆς ἀπορρέουσα θαυματουργικὴ Χάρη τῆς θεραπείας τῶν ὀφθαλμικῶν παθήσεων ἔχει ἀντίστοιχη περίπτωση τὰ μετὰ θάνατον θαύματα τῆς ὁμώνυμης μεγαλομάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μάλιστα ὑπῆρχε καὶ ἁγίασμα, θεραπευτικὸ τῶν ἀσθενειῶν (βλ. «Ἡ εὕρεσις  τῶν λειψάνων  τῆς ἁγίας  μεγαλομάρτυρος  Φωτεινῆς καὶ μερικὴ ταύτης θαυμάτων ἐξήγησις», στό: Fr. Halkin, Hagiographica Inedita Decem, Corpus Christianorum Series Graeca, No. 21, Louvain 1989, σσ. 111-125 [κείμενο], καὶ σχετικὰ σχόλια στό: Alice-Mary Talbot, «The posthumous miracles of St. Photeine», Analecta Bollandiana, 112 [1994], σσ. 85-104).
6. Γιὰ τὴ μικρὴ αὐτὴ Μονὴ τῆς Ὁσίας βλ. στό: Ν. Γ. Κυριαζῆς, Τὰ Μοναστήρια  ἐν Κύπρῳ, Λάρνακα 1950, σ. 99 καί, Κωστῆς Κοκκινόφτας-Θεοχαρίδης Ἰωάννης, «Μοναστηριακὰ δεδομένα σύμφωνα μὲ τὸ Κατάστιχο VΙ τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου (1825)», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν Ἱ. Μ. Κύκκου, 4, σσ. 241-309, μάλιστα Πίν. 1-3 καὶ Χάρτης 3.
7. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τῶν ἐγχωρίων, στὴν τουρκοκυπριακὴ συνοικία (τουρκομαχαλλᾶ) τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου, ὑπῆρχε ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου, ἐρειπωμένος σήμερα.
8. Τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἁγιώνυμα τοπωνύμια στὴν Κύπρο, Ἁγία Φωτεινὴ καὶ Ἁγία Φωτοῦ, βλ. στά: Christodoulou Menelaos and Konstantinides Konstantinos, A complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 1987, σ. 20, καὶ Jack Goodwin, An Historical Toponymy of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 51985, σ. 299. Ἂς σημειωθεῖ πὼς ὁ ναὸς τῆς Ὁσίας στὴν Ἀκανθοῦ (19ου[;] αἰ.) ἦταν ὁ κοιμητηριακὸς τοῦ χωριοῦ, ὑπῆρχε δὲ παλαιότερα ναός της καὶ στὴν Κυθρέα.
9. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς ὁσίας, μαζὶ μὲ ἄλλες εἰκόνες ἀπὸ τὴν Κύπρο, κλεμμένες μετὰ τὴν εἰσβολὴ ἀπὸ Τούρκους ἐμπόρους ἀρχαιοτήτων, παρουσιάσθηκαν σὲ ἔκθεση στὴ Γερμανία καὶ τιτλοφορήθηκαν ὡς προερχόμενες ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος (!), μετὰ δὲ ἐξαφανίσθηκαν (βλ. Κατάλογο τῆς Ἐκθέσεως, Ikonen des Ostens. Kultbilder aus fünf Jahrhunderten, St. Otto-Verlag Bemberg, Germany, No. 30, σ. 124, «Heilige Fotinia»).
10. Παλαιότερη  σωζόμενη Ἀκολουθία τῆς ὁσίας, ποὺ ἀσφαλῶς σχετίζεται μὲ τὴν ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Σιλβέστρου ἐπανεύρεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου της, εἶναι ἡ συμπιληθεῖσα ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἀκάκιο στὸ γνωστό του χγφ. Πεντέορτον (1732/1733), ποὺ δημοσιεύθηκε στό: Κυπριακαὶ  Σπουδαί, ΙΑ΄ (1947), σσ. 77-97, μὲ σχετικὰ προλεγόμενα στὶς σσ. κη΄-κθ΄ (τὸ Συναξάριο εἶχε προδημοσιευθεῖ  ἀπὸ τὸν Ἰω. Συκουτρῆ στὰ Κυπριακὰ Χρονικά, Β΄ [1924], σσ. 238-240). Ἡ αὐτὴ σχεδὸν Ἀκολουθία (μὲ μικρὲς διαφορὲς) βρίσκεται στὸ γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀντώνιο Τεϊρμεντζόγλου χγφ. Ἱ. Μητροπόλεως Κιτίου 25 (ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰ.), σσ. 246-287. Ἀμφότερες στεροῦνται ὁποιασδήποτε πρωτοτυπίας (ὡς καὶ οἱ μεταγενέστερες ὑπὸ τῶν Μαχαιριωτῶν Ἰγνατίου [1881] καὶ Μητροφάνους [1899]). Ἰδιαίτερο  ἐνδιαφέρον  παρουσιάζει τὸ Συναξάριό τους, ποὺ στὸν Τεϊρμεντζόγλου ἀποδίδεται μὲ διαφορές, ἀλλὰ περιέχει τὰ αὐτὰ βασικὰ  στοιχεῖα. Ἀξιοσημείωτο ὅτι σ’ αὐτὸ (τοῦ Τεϊρμεντζόγλου) γίνεται τὸ πρῶτον ἀναφορὰ στὴν ἐπὶ Σιλβέστρου ἀνεύρεση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας —στὸν Ἀκάκιο ὑπονοεῖται, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ρητὰ— ἀπὸ τὸν οἰκονόμο Ἄνθιμο (καὶ ὄχι Νικόδημο, ὅπως βραδύτερα ἐπεκράτησε), καὶ ὅτι τότε (περίπου τέλη 18ου/ἀρχὲς 19ου αἰ.) τὸ λείψανο βρισκόταν ἀκέραιο μέσα στὸν τάφο. Νέα ᾀσματικὴ Ἀκολουθία, ποίημα τοῦ Ὑμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια, περιλήφθηκε (μαζὶ μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία) στὰ Κύπρια Μηναῖα, Ι΄ (Αὔγουστος), σσ. 21-38.
11. Ὡς γνωστό, μὲ τὴν Bulla Cypria τοῦ πάπα Ἀλεξάνδρου Δ΄ (1260) καταργήθηκε ὁ τίτλος καὶ θεσμὸς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, οἱ δὲ ἐπισκοπὲς τῆς νήσου περιορίσθηκαν ἀπὸ 14 σὲ 4. Μεταξὺ τῶν ἐπισκοπῶν αὐτῶν ποὺ καταργήθηκαν ἦταν καὶ αὐτὴ τοῦ Καρπασίου, ὅπου ἐξορίσθηκε ὁ ἐπίσκοπος Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου. Μὲ τὴν ἀνασύσταση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας  Κύπρου μετὰ τὴν κατάληψη τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς Τούρκους (1570/1571), ἡ ἐπισκοπὴ Καρπασίου (καθὼς καὶ ἡ τῆς Ἀμμοχώστου) περιέρχεται ὑπὸ τὴ δικαιοδοσία τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου. Πρόσφατα (2007), μὲ τὴ διεύρυνση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, ἀνασυνεστήθη ἡ ἐπισκοπὴ Καρπασίου καὶ ἐξελέγη καὶ χωρεπίσκοπος Καρπασίας ὁ κ. Χριστοφόρος..

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη και η θυγατέρα της οσία Θεοπίστη



site analysis


 Μητέρα και κόρη που αγίασαν μαζί!

(† 3 Αυγούστου)



Δόξα και καύχημα της ορθόδοξης  χριστιανικής πατρίδας μας είναι η αγιοτόκος ΘεσσαλονίκηΗ ένδοξη  αυτή πόλη ανέδειξε πολλούς αγίους, οσίους, μάρτυρες, νεομάρτυρες και ομολογητές της πίστεως.
Μεταξύ των πρώτων αγίων που λαμπρύνουν την  Εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι και η οσία Θεοδώρα η μυροβλύτις (εορτάζει στις 3 Αυγούστου, αλλά και στις 5 Απριλίου). 
Ο βίος    Η όσια Θεοδώρα γεννήθηκε περί το 812 στήν Αίγινα. Η μητέρα της απεβίωσε λίγο μετά τον τοκετό καί ο πατέρας της, που ήταν πρεσβύτερος, εμπιστεύθηκε την κόρη του στήν ανάδοχο της για να τήν αναθρέψει και έκάρη μοναχός. Ή Θεοδώρα μεγάλωσε με σοφία και φόβο Θεού, και ήδη από τήν παιδική της ηλικία αρραβωνιάστηκε με έναν από τους πλέον περιζήτητους νέους του νησιού.

Κατά τήν διάρκεια μιας έπιδρομής Σαρακηνών πειρατών σφαγιάστηκε ο αδελφός της και η Θεοδώρα κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη μαζί με όλη την οικογένεια της.Μόλις έφθασε σέ νόμιμο ηλικία, τελέστηκαν οι γάμοι και λίγο αργότερα έφερε στον κόσμο μια κόρη, κατόπιν δέ και άλλα δύο παιδιά που πέθαναν σέ βρεφική ηλικία. Η Θεοδώρα δεν υπέκυψε στην θλίψη, παρηγόρησε τον σύζυγο της και του πρότεινε νά αφιερώσουν την εξάχρονη πρωτότοκη κόρη τους, Θεοπίστη, στον Κύριο, σάν απαρχή, στήν Μονή του Άγιου Λουκά.
Οταν απεβίωσε ο σύζυγος της, εγκατέλειψε και εκείνη τά εγκόσμια και ζήτησε νά γίνει δεκτή στήν Μονή του Αγίου Στεφάνου, ηγουμένη της οποίας ήταν μιά συγγενής της, ή Άννα, πού είχε υποστεί βασανιστήρια ώς υπέρμαχος της τιμής των σεπτών εικόνων. Φοβούμενη ότι ή νεαρά χήρα θά υπαναχωρούσε στήν απόφαση της και θά επέστρεφε στον κόσμο ήδη μετά τις πρώτες μοναχικές δοκιμασίες, ή Άννα ήταν κατ’ αρχάς διστακτική. Τελικά όμως ενέδωσε στο αίτημα της Θεοδώρας, τήν δέχθηκε στήν αδελφότητα και τήν υπέβαλε σέ κάθε λογής δοκιμασία γιά νά πιστοποιήσει τό ακλόνητο της απόφασης της. Ή Θεοδώρα επέδειξε αξιόλογο ζήλο στήν απόκτηση τών αρετών και διακρινόταν ιδίως γιά τήν πλήρη και δίχως ενδοιασμούς υπακοή της προς τήν ηγουμένη και προς τις άλλες αδελφές, τίς όποιες υπηρετούσε άγόγγυστα, αναλαμβάνοντας τά πιο ταπεινά διακονήματα. Διά της άμεσηςεξομολόγησης απωθούσε όλους τους λογισμούς πού τίς υπέβαλλε ό μισόκαλος γιά νά τήν φέρει πίσω στον κόσμο, και στοχαζόμενη τίς τιμωρίες τής κολάσεως θεωρούσε ότι ήταν ή πλέον άχρηστη όλης τής άδελφότητος.
Όταν έκοιμήθη ή ηγουμένη τής Μονής του Αγίου Λουκά πού τήν είχε δεχθεί στήν αδελφότητα, ή Θεοπίστη έγινε δεκτή στήν Μονή του Αγίου Στεφάνου και μοιραζόταν τό κελλί με τήν κατά σάρκα μητέρα της. Αρπαξε τότε τήν ευκαιρία ό μισόκαλος και αναζωπύρωσε στήν καρδία τής Θεοδώρας τά μητρικά συναισθήματα. Ή ηγουμένη Αννα αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο γιά πειρασμό ό όποιος ήταν ικανός νά αποπλανήσει τίς δύο μοναχές άπό τήν ιερή τους κλήση, και μία ημέρα πού βρήκε τήν Θεοδώρα νά συμμαζεύει τά ενδύματα τής κόρης της, είπε αυστηρά:
«Θεοδώρα, τί σοι έστι ή κορασίς αύτη;» και υπενθυμίζοντας τον λόγο του Κυρίου: ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος• και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος! (Ματθ. 10, 37), τους απαγόρευσε κάθε συναναστροφή και κάθε συνομιλία. Έπί δεκαπέντε χρόνια, ή Θεοδώρα και ή κόρη της τηρούσαν πιστά τήν εντολή, ένώ εξακολουθούσαν να έγκαταβιώνουν στο ίδιο κελλί, να εργάζονται και να γευματίζουν μαζί.
Αργότερα, ή Θεοδώρα ασθένησε σοβαρά- ή ηγουμένη ενέδωσε τότε στίς εκκλήσεις των άλλων μοναζουσών, ήρε τήν απαγόρευση καί ή Θεοδώρα μπορούσε πλέον νά συνομιλεί μέ τήν κόρη της. Μητέρα καί κόρη διαπίστωσαν τότε δτι δεν αισθάνονταν πλέον κάποια ιδιαίτερη στοργή εξαιτίας των δεσμών της σαρκικής συγγενείας καί ότι έβλεπε ή μία τήν άλλη ως έν Χριστώ αδελφή, δίχως κανένα πάθος, ακριβώς όπως οι άλλες μοναχές της αδελφότητας. Οταν ή Θεοδώρα έφθασε σέ ηλικία πενήντα εξι ετών, ή κόρη της Θεοπίστη ορίσθηκε άπό τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης νά διαδεχθεί στήν ήγουμενία τήν “Αννα, που ήταν πολύ ηλικιωμένη καί έπασχε άπό νοητική ανεπάρκεια. Ή Θεοδώρα, πνευματική κόρη της ίδιας της της θυγατέρας, επέδειξε προς αυτήν τήν ίδια υπακοή καί άγόγγυστα ανέλαβε νά γηροκομήσει τήν Αννα, πού ή αρρώστια τήν είχε κάνει δύστροπη. Σέ ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, ή Θεοδώρα απαλλάχθηκε άπό κάθε διακόνημα, εξακολούθησε ωστόσο νά υπηρετεί τις αδελφές, φέρνοντας κρυφά στάμνες γεμάτες νερό κάτω άπό τον μανδύα της ή πλέκοντας σχοινιά άπό τά ξέφτια του λιναριού πού άφηναν οί άλλες μοναχές, γιατί θυμόταν μέ φόβο τον λόγο του Αποστόλου: Ει τις ού θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω (Β’ Θεσσ. 3, 1θ).
Οταν έκοιμήθη έν ειρήνη τό 892, παρουσία όλης της άδελφότητος, τό γερασμένο καί ρυτιδιασμένο πρόσωπο της έλαμψε αίφνης μέ τήν λάμψη της νεότητος, ενώ ουράνια εύωδία γέμισε τό κελλί. Λίγο κατόπιν, τό λάδι της κανδήλας πού είχαν κρεμάσει στον τάφο της άρχισε νά ξεχειλίζει καί νά ρέει άφθονο, επιτελώντας θαύματα σέ όσους πιστούς χρίονταν μέ αυτό. Καί ή εικόνα της οσίας άνέβλυζε επίσης μύρο εύωδιάζον, καί γιά τον λόγο αυτό, ή όσια Θεοδώρα έλαβε τήν προσωνυμία «μυροβλύτις», όπως ό πολιούχος άγιος Δημήτριος.
Κατά τήν άλωση της Θεσσαλονίκης (1430), οί Όθωμανοί παραβίασαν τήν πολύτιμη σαρκοφάγο καί κομμάτιασαν τό ιερό λείψανο, τό όποιο είχε παραμείνει άφθορο. Οί χριστιανοί μπόρεσαν ωστόσο νά συναρμόσουν τά κομμάτια, καί τό τίμιο λείψανο τιμάται μέχρι τίς ήμερες μας στήν μονή τής όσιας, ή όποια αφιερώθηκε πλέον στήν μνήμη της. Διηγούνται επίσης γιά τήν όσία Θεοδώρα —έκτος αν πρόκειται γιά άλλη συνώνυμη άγια— ότι όταν άνοιξαν τον τάφο της γιά νά καταθέσουν τήν σορό τής ηγουμένης, πού έκοιμήθη λίγο μετά τήν όσία, τό λείψανο τής μοναχής έκανε υπακοή ακόμη καί μετά θάνατον καί στριμώχθηκε σέ μιά γωνιά γιά νά χωρέσει τό σκήνωμα τής ηγουμένης.
Πηγή: Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδόσεις Ίνδικτος εδώ
agiatheod343
Η πρώτη μυροβλύτισσα αγία της Θεσσαλονίκης
Τόπος γαλήνης, ηρεμίας και λατρείας. Εδώ και αιώνες η Ιερά μονή της Αγίας Θεοδώρας αποτελεί σημαντικό κέντρο της ορθόδοξης πίστης και της πνευματικής ζωής στη Θεσσαλονίκη. Δεσπόζει στο κέντρο της πόλης, καθώς βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την πλατεία Αριστοτέλους, στην οδό Ερμού. Ο επισκέπτης, αφού περάσει την πύλη του μοναστηριού και βρεθεί στο εσωτερικό του, ξεχνά αμέσως το βουητό των αυτοκινήτων. Αισθάνεται αγαλλίαση και προσευχόμενος μπροστά από τη λάρνακα όπου φυλάσσονται τα λείψανα της αγίας νιώθει να προσεγγίζει τον Θεό.
Η αγία Θεοδώρα είναι η πρώτη μυροβλύτισσα αγία που εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη, μια και η μυροβλυσία του λειψάνου της προηγείται της πρώτης μαρτυρίας που υπάρχει για μυροβλυσία του αγίου Δημητρίου. Σε πολλά μυροδοχεία που ανακαλύφθηκαν στη μία πλευρά υπάρχει η μορφή του αγίου Δημητρίου και στην άλλη της αγίας Θεοδώρας, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε συλλατρεία των δύο μυροβλυτών αγίων της Θεσσαλονίκης.
«Η ιστορική Ιερά Μονή της Αγίας Θεοδώρας από τον 8ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και σήμερα αποτελεί για τη Θεσσαλονίκη σημαντικό κέντρο της ορθόδοξης πίστης και φωτεινό πνευματικό φάρο» τονίζει στη «δημοκρατία» ο ηγούμενος της μονής, αρχιμανδρίτης Δαβίδ Τζιουμάκας. Προσθέτει ότι η αγία Θεοδώρα θεωρείται κι αυτή προστάτιδα της Θεσσαλονίκης και στο καθολικό της μονής φυλάσσεται το μυρόβλυτο άγιο λείψανό της, που αποτελεί προσκύνημα για χιλιάδες πιστούς από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Στο καθολικό της μονής φυλάσσονται επίσης τα λείψανα του οσίου Δαβίδ.
Ο τάφος της αγίας 
Τον Αύγουστο του 2010(δική μας διόρθωση ) σε οικόπεδο δίπλα από τη μονή ανακαλύφθηκε ένας τάφος που εκτιμήθηκε ότι ανήκει στην αγία Θεοδώρα. «Στο σημείο βρέθηκαν δοχεία για τη συγκέντρωση μύρου και οι αρχαιολόγοι συνέκλιναν στην άποψη πως εκεί είχε ενταφιαστεί η αγία» σημειώνει ο ηγούμενος. Ο τάφος μεταφέρθηκε στον αύλειο χώρο της μονής και σήμερα φυλάσσεται καλυμμένος, αλλά σύντομα θα εκτεθεί και θα αποτελεί σημείο προσκυνήματος. Από το εύρημα σύμφωνα με τους αρχαιολόγους σώζονται η οροφή του, μια καμάρα, τέσσερις τοίχοι, η οπή της καθόδου, το δάπεδο του τάφου, ο διάκοσμος και ένας χώρος στο προσκεφάλι που φαίνεται ότι δεχόταν κάποιο υγρό. Να σημειωθεί ότι τα λείψανα της αγίας είχαν μετατεθεί με θαυματουργό τρόπο έναν χρόνο μετά την κοίμηση της.
Η ιερά μονή
Οι πρώτες πληροφορίες για την ιστορία της μονής της Αγίας Θεοδώρας προέρχονται από τον βίο της. Οταν σε ηλικία 25 ετών κατέφυγε εκεί για να μονάσει, το 837 μ.Χ., η μονή ήταν αφιερωμένη στο όνομα του πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Μετά τη μετακομιδή του λειψάνου της αγίας Θεοδώρας, τον Αύγουστο του 893, η μονή μετονομάστηκε σε Ιερά Μονή της Αγίας Θεοδώρας. Το 1430 με την άλωση της Θεσσαλονίκης οι Τούρκοι κατατεμάχισαν το λείψανο της αγίας. Ωστόσο η μονή δεν δημεύτηκε ούτε μετατράπηκε σε τζαμί. Εκείνη την περίοδο ήταν μία από τις τρεις μονές που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη και αριθμούσε 200 μοναχές. Η μονή ονομαζόταν στα τουρκικά Kizlar Manastir (μοναστήρι των κοριτσιών) και βρισκόταν σε μία από τις 12 χριστιανικές συνοικίες της πόλης. Το καθολικό της μονής καταστράφηκε ολοκληρωτικά στην πυρκαγιά του 1917. Το μόνο κτίσμα που διασώθηκε ήταν το κωδωνοστάσιο. Ο νέος ναός χτίστηκε δίπλα στον κατεστραμμένο το 1935. Από το 1974 λειτουργεί ως ανδρική μονή, ενώ το 1989 ιδρύθηκε στον χώρο της μονής το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης.
Εχει πέντε μετόχια, τον ναό του Αγίου Αντωνίου, το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του Τρανού, τον ναό του Αγίου Παντελεήμονος, το παρεκκλήσιο της Παναγίας Ελεούσης και τον ναό του Οσίου Δαβίδ. 
Θάνος Χερχελετζής.

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη τηςΘεοπίστη. Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.
       Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε, λίγο μετά τον τοκετό της, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό του και εκείνος ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα ανατράφηκε με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού και στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο σωματικό κάλλος.
     Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο, περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή. Βάρβαροι Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους κατοίκους, σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό. Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στηΘεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.

      Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν στον κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά τα οποία πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε θλίψη, αλλά η ευσεβής Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την στο Θεό. Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά.
      Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα. Ο σύζυγός της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της, ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη Μονή. Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής και είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων (βρισκόμαστε στην εποχή της εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της, φοβούμενη πως κάποια στιγμή θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε το μοναχικό βίο. Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε, τη δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς την σε διάφορες δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.
      Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία κάθε διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις αγάπης με την υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό πνευματικό της αγώνα. Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να αποκρούει τους πειρασμούς του διαβόλου, ο οποίος  πάσχισε, με δόλιους λογισμούς να την αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από τη Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία στην απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης, θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό άνθρωπο του κόσμου. Συχνά εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά για τα δεινά που την περίμεναν!
      Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά, η οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση να πάει να
μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη δεχτούν στη Μονή Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα την έβαλε να συγκατοικεί στο ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.     
       Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή και την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα τους ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο, το οποίο επισκίασε την πνευματική τους σχέση. Αυτό το παρατήρησε η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα βρήκε τη Θεοδώρα να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα, τίνος είναι το κορίτσι αυτό;».  Την επέπληξε και της υπενθύμισε το λόγο του Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει τις χώρισε και τους απαγόρευσε να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν και για δεκαπέντε χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια Μονή, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί.
      Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα, κατόπιν παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια στην Θεοπίστη να συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές της αδελφότητας.
       Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της και είχε ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη Άννα είχε  φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια, μη μπορώντας πια να ασκήσει τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως ηγουμένη της Μονής την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει υποτακτικός της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με υπακοή και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε το δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη Άννα και να υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της.
       Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών, απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε και γι’ αυτό εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τιε αδελφές. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού κάλεσε όλη την αδελφότητα να την αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή της φτερούγισε στον ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της έλαμψε σαν τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία. Το λάδι από το κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε, χαρίζοντας ιάματα σε πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό. Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία«Μυροβλύτισσα». Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους μυροβλύτες, τον Δημήτριο και τη ΘεοδώραΤο 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν το ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη λάρνακα και μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα λειτουργεί ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. 
     Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τη λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της. Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια, προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.
    Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου, ημέρα μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.  

Ο βίος της εξαδέλφης της Παναγίας



site analysis

Ο βίος της εξαδέλφης της Παναγίας
Η Αγία Σαλώμη η Μυροφόρος που τιμάται σήμερα, ήταν πρώτη εξαδέλφη της Παναγίας, μητέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είχε σύζυγο τον Ζεβεδαίο και γιους τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Προικισμένη και η ίδια με ένθερμη ευσέβεια, ήταν από τις γυναίκες που ακολουθούσαν τον Χριστό, και συνεισέφεραν στο ταμείο της αποστολικής αδελφότητας.
Η Σαλώμη ήταν εκείνη, παρακινούμενη από μητρική φιλοστοργία, που παρακάλεσε τον Κύριο όταν Αυτός πήγαινε για τελευταία φορά στην Ιερουσαλήμ, να τιμηθούν οι γιοί της με πρωτεύοντα αξιώματα. Διότι είχε την ιδέα, ότι ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ έμελλε να αναστήσει το θρόνο του Δαβίδ. Όμως η Σαλώμη, τις στιγμές του φρικτού πάθους του Κυρίου, και ενώ μαθητές και φίλοι από φόβο είχαν διασκορπιστεί, αυτή, μαζί με μερικές άλλες πιστές γυναίκες ήταν εκεί και κτυπούσαν από λύπη τα στήθη τους. Επίσης η Σαλώμη, αξιώθηκε να είναι μια από τις μυροφόρες, στις όποιες ο άγγελος γνωστοποίησε την ανάσταση του Ιησού.
Μετά την ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, η Σαλώμη εξακολούθησε να διακρίνεται για το ζήλο και τις ελεημοσύνες της. Ο διωγμός εναντίον της εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη στη Σαλώμη. Η καρδιά της υπέστη μεγάλο σπαραγμό την ήμερα, που ο Ηρώδης αποκεφάλισε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο. Αλλά η ελπίδα στον Χριστό την ενίσχυσε και με την προσδοκία των αιωνίων αγαθών παρέδωσε την ψυχή της ειρηνικά.
πηγή