Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, κατά κόσμον Γαλάτεια Κανακάκη



τοῦ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου  Ἱεροθέου

Στίς 20 Μαΐου 2021 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ μιά εὐλογημένη μοναχή, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, πού ἔμενε στό χωριό Πόμπια Μοιρῶν Ἡρακλείου Κρήτης. Ἡ κοίμησή της μέ συγκίνησε βαθύτατα, διότι τήν γνώριζα, διά μέσου τοῦ π. Ἀντωνίου Φραγκάκη Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης, πάνω ἀπό μιά δεκαετία καί εἶχα διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί της.

Τό θεωρῶ ἰδιαίτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πού τήν γνώρισα καί, κυρίως, διότι μέ θεωροῦσε ὡς παιδί της καί φυσικά καί ἐγώ τήν θεωροῦσα ὡς μητέρα μου. Μέχρι τώρα δέν μίλησα ποτέ δημοσίως γι' αὐτήν καί γιά τήν ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί της, παρά μόνον σέ μερικούς γνωστούς μου ἀνθρώπους, ἀλλά τώρα τό κάνω μετά τήν κοίμησή της.

Τήν πρώτη φορά συναντηθήκαμε στό Ἡράκλειο Κρήτης, ὅταν ἐκείνη ἦλθε νά μέ συναντήση τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2013, καί τήν δεύτερη φορά τήν ἐπισκέφθηκα στό σπίτι της, πού ἦταν σάν μοναχικό κελλί, πορευόμενος πρός τήν Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ καί εἴχαμε θεολογικές καί πνευματικές συζητήσεις.

Ὅμως, μιλούσαμε πολλές φορές στό τηλέφωνο γιά διάφορα πνευματικά ζητήματα. Τίς περισσότερες φορές ἐκείνη μέ ἔβλεπε σέ διάφορες φάσεις τῆς ζωῆς μου μέ τήν δική της «πνευματική τηλεόραση τῆς καρδιᾶς», ὅπως ἔλεγε χαριτολογώντας.

Ὁ Θεός τῆς χάρισε τό μεγάλο χάρισμα τῆς διοράσεως καί τῆς προορά­σεως πού ἦταν καρπός ἐμπειρικῶν καταστάσεων. Ἦταν σάν τόν ἅγιο Πορφύριο, γι' αὐτό κάποιος τήν ὀνόμαζε «Γερόντισσα Πορφυρία». Ἐκείνη τό ἐξηγοῦσε πολύ ταπεινά ὅτι ὁ Θεός ἔβλεπε ὅτι ἦταν κλεισμένη στό σπίτι της καί τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία νά βλέπη διάφορα γεγονότα γιά νά παρηγορῆται.

Συνήθως ἔλεγε στόν π. Ἀντώνιο ὅτι μέ ἔβλεπε νά ἐργάζομαι στό Γραφεῖο μου στήν Ἱερά Μητρόπολη, νά περπατῶ στό διάδρομο, νά προσεύχομαι, νά κοιμᾶμαι, νά λειτουργῶ σέ διάφορους Ναούς, ἀλλά ἔβλεπε καί πῶς λειτουργοῦσα καί τί ἄμφια φοροῦσα. Αἰσθανόμουν μεγάλη ἔκπληξη ὅταν πληροφορούμουν ὅλα αὐτά, γιατί ἀνταποκρίνονταν στήν πραγματικότητα.

Τήν ἀγαποῦσα καί τήν σεβόμουν πολύ, καί ἐκείνη μέ θεωροῦσε παιδί της καί αἰσθανόταν ἀπέναντί μου ὡς πνευματική μητέρα μου, γιατί μᾶς συνέδεαν πολλά. Στό τηλέφωνο μιλούσαμε γιά τόν Θεό καί γιά τήν νοερά προσευχή. Συνήθως τήν προκαλοῦσα νά μελετήση γιά τά θέματα αὐτά, τῆς ἔλεγα γιά τήν νοερά-καρδιακή προσευχή, καί ἐκείνη ἀπέφευγε νά μιλᾶ γιά τά θέματα αὐτά καί κυρίως ἔλεγε: «Ναί παιδί μου, ἔτσι εἶναι». Τήν χαρά της ἀπό τήν τηλεφωνική συζήτηση πού εἴχαμε τήν ἐξέφραζε ὅταν ὁ π. Ἀντώνιος πήγαινε στό σπίτι της.

Ἐπειδή στόν π. Ἀντώνιο τοῦ διηγεῖτο διάφορες πνευματικές καταστάσεις της γι’ αὐτό ἐκεῖνος τήν προέτρεπε νά μοῦ γράφη, γιά νά τῆς δίνω τίς θεολογικές ἐξηγήσεις. Ἔτσι, μοῦ ἔγραψε ἐννέα (9) γράμματα τό διάστημα ἀπό 22 Φεβρουαρίου 2014 μέχρι τήν 11 Σεπτεμβρίου 2015 καί πάντοτε τῆς ἀπαντοῦσα. Τά γράμματά της ἦταν καρδιακά καί ἀποκαλυπτικά. Ἔγραφε κάποιες ἐμπειρίες της μέ σκοπό νά τῆς πῶ τήν γνώμη μου, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν χρειαζόταν ἀπαντήσεις.

Πρόκειται γιά μιά θεολογική ἀλληλογραφία, πού ἐπεκτείνεται περίπου σέ τριάντα πέντε σελίδες, γιά τήν ὁποία δοξάζω τόν Θεό πού μέ ἀξίωσε νά ἔχω μαζί της. Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία ἔγραφε ἰδιόχειρα μέ ταπεινό φρό­νημα καί πολλή ἀγάπη, καί ὅλα τά γράμματά της προέρχονταν ἀπό τήν καθαρή καρδιά της.

Στόν κατάλληλο χρόνο ἡ θεολογική αὐτή ἀλληλογραφία θά δῆ τό φῶς τῆς δημοσιότητας γιά νά δοξασθῆ ὁ Θεός τῆς δόξης καί τοῦ Φωτός.

Μετά τήν τελευταία ἐπιστολή της (11-9-2015) δέν εἶχε δυνάμεις νά συνεχίση τήν ἀλληλογραφία, ἀργό­τερα ὑπέστη διάφορα ἐγκεφαλικά ἐπεισόδια, ἀλλά τελικά αὐτό τό διά­στημα τῆς ἀσθενείας της, δέν λειτουργοῦσε καλά τό μυαλό της, ἀλλά φάνηκε ἔντονα ἡ ἀνάσταση τῆς νοερᾶς ἐνέργειας τῆς ψυχῆς της, μέ τήν ὁποία ἔβλεπε τά πάντα καθαρά καί ἀποκάλυπτε στούς ἀνθρώπους πού τήν πλησίαζαν τά κεκρυμμένα ἐντός τους. Στήν ζωή της ἔβλεπε καθαρά τήν διάκριση πού κάνουν οἱ Πατέρες μεταξύ διανοίας καί νοῦ. Ἐνῶ ὁ ἐγκέφαλός της δέν λειτουργοῦσε καλά ἀπό ἐγκεφαλικά ἐπεισόδια, ἐν τούτοις ὁ νοῦς της ἦταν καθαρός ὡς ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, πού ἔβλεπε τά πάντα καθαρά.

Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀσθενείας της ἔλαβε καί τό μέγα ἀγγελικό σχῆμα, ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Γαλακτία, καί ἀνῆκε στήν Ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καλυβιανῆς.

Ὡς ἕνα πνευματικό μνημόσυνό της, πρός τό παρόν, θά δημοσιεύσω πρῶτον, μερικά σημεῖα ἀπό ἕνα κείμενο πού ἔγραψα μετά τήν συνάντηση πού εἶχα μαζί της στό Ἡράκλειο Κρήτης καί, δεύτερον, τμήματα ἀπό δύο ἐπιστολές της, ἤτοι τήν πρώτη καί τήν τελευταία.

1. Συνάντηση μέ τήν Γερόντισσα Γαλακτία

Ἄν καί τήν γνώριζα ἀπό πολύ καιρό, ἡ πρώτη συνάντηση μαζί της ἔγινε τήν 14 Ἀπριλίου 2013 σέ μιά δύσκολη περίοδο τῆς ζωῆς μου, ὅταν μέ συκοφαντοῦσαν δημόσια ὡς πολέμιο τοῦ μοναχισμοῦ, καί αὐτό ἔγινε σέ ἕναν Ναό ἔξω ἀπό τό Ἡράκλειο, ἀφοῦ ἐκείνη ἦρθε ἀπό τό χωριό Πόμπια, πού εἶναι στά νότια μέρη τῆς Κρήτης. Ἦταν δύσκολο νά μεταβῶ στήν οἰκία της, ὅπως τό ἐπιθυμοῦσα, γιά διάφορους λόγους ἀνεξάρτητους ἀπό τήν θέλησή μου. Ἔτσι, ἐκείνη, παρά τούς πόνους τοῦ σώματός της, ἔκανε ἕνα κοπιαστικό ταξίδι γιά νά μέ συναντήση, ὅπως τό ἐπιθυμούσαμε καί οἱ δυό.

Εἶχα δεῖ φωτογραφίες της καί μιλοῦσα πολλές φορές τηλεφωνικά. Τότε εἶδα μιά γερόντισσα μέ εὐγένεια καί ἀρχοντικούς τρόπους, μικρόσωμη καί ἀδύνατη, 32 κιλά, ὅπως ἡ ἴδια εἶπε. Ἀπό τήν συζήτηση καί τήν γενικότερη ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί της, παρατήρησα ὅτι ὁμοίαζε μέ τόν ἅγιο Πορφύριο.

Αἰσθανόμουν ὅτι εἶναι μιά πνευματική τηλεόραση, βλέπει ὅ,τι θέλει, ἀλλά ταυτόχρονα ἐκπέμπει καί μιά γλυκύτητα ἀπό τό στόμα της. Πολλές φορές στό τηλέφωνο μοῦ εἶπε ὅτι μέ βλέπει στό γραφεῖο μου νά διαβάζω, νά περνάω γρήγορα τίς σελίδες τῶν βιβλίων, ἔπειτα νά σταματῶ καί νά κρατῶ τό κεφάλι μου μέ τά χέρια μου, πού εἶναι ἀκουμπισμένα στό μπράτσο τῆς καρέκλας, καθώς ἐπίσης μέ βλέπει τό βράδυ στό κρεββάτι νά κοιμᾶμαι καί νά μουρμουρίζω, λέγοντας τήν εὐχή.

Ἡ συζήτηση αὐτή ἔχει βιντεοσκοπηθῆ ἀπό τόν π. Καλλίνικο Γεωργᾶτο, πού μέ συνόδευε, καί ἐδῶ γίνεται μιά ἁπλῆ καί σύντομη καταγραφή. Τά ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι ἀπολύτως δικά της λόγια, ἀπομαγνητοφωνημένα. 

Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως προσπαθοῦσε νά κρυφτῆ, νά μή φανερώση τά ὅσα γίνονται στόν ἐσωτερικό της κόσμο, χωρίς νά τό κατορθώνη, διότι ταυτοχρόνως ἀποκάλυπτε τά χαρίσματά της. Καταλάβαινα σαφέστατα ὅτι ἔχει μιά βαθειά αἴσθηση αὐτογνωσίας, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτωλή, πού δέν εἶναι ἄξια νά πίνη νερό ἀκόμη καί ἀπό τούς ὑπονόμους τῆς Νέας Ὑόρκης. «Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλότερη τοῦ κόσμου, γιατί ἔχω ἁμαρτίες καμωμένες, ἀλλά κάποια στιγμή εἶπα στόν ἑαυτό μου: "δέν ντρέπεσαι; νά πᾶς νά ζητήσης συγγνώμη ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά ἀλλάξης λίγο". Μετάνοια εἶναι ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, εἶναι ριζική ἀλλαγή. Ἐγώ λέω στόν Θεό: "δέν θέλω τίποτε ἄλλο, μόνον μετάνοια καί συγχώρηση"». 

Τήν νύχτα προσεύχεται γιά ὅλους. Πρῶτα προσεύχεται γιά τούς Ἱερωμένους. Μετά γιά τά ἀνδρόγυνα, τήν Πατρίδα της καί ὅλες τίς πατρίδες τοῦ κόσμου. Ταυτόχρονα μοῦ εἶπε ὅτι μέ βλέπει στήν Ναύπακτο ὄχι μέ τά μάτια τοῦ σώματος, γιατί αὐτό τό θεωρεῖ μεγάλο, ἀλλά μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, χωρίς νά καταλαβαίνη ὅτι αὐτό τό τελευταῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπό τό πρῶτο.

Μέ ἄκουσε στό ραδιόφωνο νά ὁμιλῶ στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Σπυρίδωνος Πειραιῶς στίς 12-12-2012, ἀλλά ταυτόχρονα μέ ἔβλεπε καί μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς της, καθώς ἐπίσης ἔβλεπε καί τί στολή φοροῦσα: «Ἔβαλα τό ράδιο νά ἀκούσω καί λειτουργούσατε στόν Πειραιᾶ. Ἐκεῖ σᾶς ἔβλεπα, στήν ὡραία Πύλη». «Τά μάτια τῆς ψυχῆς», ἔλεγε, «ἔχουν μεγάλη ὅραση, μεγάλη δύναμη». Ἴσως ὁ Θεός τῆς ἔδωσε αὐτό τό χάρισμα γιά νά βλέπη ὅ,τι θέλει, γιατί εἶναι κλεισμένη μέσα στό σπίτι της καί δέν μπορεῖ νά μετακινηθῆ.

Κατά τήν συνάντηση αὐτή μέ ἁπλότητα ἐξέφραζε τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Μίλησε γιά τήν καρδιά. Εἶπε ὅτι τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ὅλο τό σῶμα εἶναι καλυμμένο ἀπό τό Φῶς. Εἶπε: «Ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ (ἔδειξε στόν οὐρανό). Δέν ἔχει ἄκρη, δέν ἔχει τέλος, δέν ἔχει ... τίποτε». «Ναί, (ἡ καρδιά) ἔχει μάτια. Αὐτά τά μάτια (καί ἔδειξε τά σωματικά μάτια) εἶναι πικρά. Τῆς καρδιᾶς ὄχι». «Ἡ καρδιά εἶναι τό σπουδαιότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπου πού πλησιάζει στόν Θεό». «Καί ἡ λογική, ἀλλά κατόπιν τῆς καρδιᾶς. Αὐτή ὠθεῖ τά πάντα». «Τό βράδυ λέει ἡ καρδιά λόγια, ἀλλά τά ξεχνῶ τό πρωΐ, μόνον μένει ἡ ἀγαλλίαση».

Αὐτό τό Φῶς ἔχει λευκό χρῶμα πρός τό κυανοῦν - ἀνοικτό μώβ. «Ἀκόμη καί τά νύχια τοῦ σώματος εἶναι μέσα στό Φῶς». «Εἶναι χωρίς ὅριο, πῶς νά σοῦ πῶ, δέν εἶναι ὅσο εἶναι ὁ οὐρανός, εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο... Δέν βρίσκεις ὅριο. Εἶναι γαλάζιο καί λίγο πρός τό μώβ, ἀνοικτό μώβ ὅμως, πολύ ἀνοικτό μώβ. Δέν τά βλέπω, δέν βλέπω τίποτε, μέ τόν νοῦ, μέ τήν καρδιά τά βλέπω». Ἡ γνώση πού δίνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο κατά τήν ἐμπειρία εἶναι σάν μιά καρφίτσα, καί, ὅμως, ὅταν διηγῆται κανείς αὐτήν τήν ἐμπειρία, τό κάνει μέ πολλά λόγια.

Βλέπει τούς δαίμονες οἱ ὁποῖοι μυρίζουν - βρωμᾶνε. Μόλις, ὅμως, ἐπικαλεσθῆ τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, τήν εἰκόνα τοῦ ὁποίου ἔχει πάνω ἀπό τό κρεββάτι της, ἀμέσως φεύγουν.

«Ὅταν ἔρχωνται οἱ δαίμονες σέ πιάνει ταραχή, ἐμετό σοῦ 'ρχεται νά κάνης, ἀπ' τήν βρώμα. Δέν ἔχουν τίποτε καλό πάνω τους. Τέρατα. Ἐγώ μιλάω στόν Ἀρχάγγελο, χαϊδεύω τήν εἰκόνα του καί τοῦ λέω: τί στέκεις; Καί παίρνει τήν σπαθάρα του καί τούς διώχνει». Σέ ἐρώτησή μας γιά τό πῶς εἶναι ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀπάντησε ὅτι εἶναι «θηρίο», πανύψηλος, ὅτι τήν προστατεύει πάρα πολύ καί ὅτι ἔχει ἐπικοινωνία μαζί του πολλά χρόνια, ἀπό τό 1960.

Μοῦ εἶπε: «Σέ βλέπω σάν παιδί μου καί θεωρῶ τόν ἑαυτό μου ὡς μάνα σου». Τῆς εἶπα ὅτι αἰσθανόμουν καί ἐγώ τό ἴδιο μαζί της.

Μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ ἔχει δύναμη καί τήν προστατεύει. Μιά φορά ἄκουσε ἕνα ἀεροπλάνο πού πετοῦσε πάνω ἀπό τό χωριό της καί βογγοῦσαν οἱ μηχανές τους. Τότε κοίταξε στήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τοῦ εἶπε: «Τί κάθεσαι ἐδῶ καί φυλᾶς ἐμένα; Πήγαινε ἐκεῖ στόν πιλότο πού ἔχει ἀνάγκη». Ἀμέσως αἰσθάνθηκε νά φεύγη ἀπό τήν εἰκόνα μιά δύναμη, νά γίνεται ἕνας θόρυβος καί ἀμέσως νά σταματᾶ ὁ θόρυβος τοῦ ἀεροπλάνου. Τήν ἄλλη μέρα διάβασαν στίς ἐφημερίδες ὅτι διορθώθηκε ἡ μηχανή τοῦ ἀεροπλάνου κατά τήν πτήση καί δέν ἔπεσε.

Σέ ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες κάναμε γιά τό τί εἶναι ὁ Θεός, εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων, ὅτι βλέπει κανείς μέσα στό Φῶς τόν Χριστό, ἀλλά τόν Πατέρα δέν Τόν βλέπει, γιατί ἐκεῖ ὑπάρχει πολύ Φῶς. Δέν κάθονται σέ θρόνους ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός ὅπως παρουσιάζεται σέ μιά εἰκόνα, γιατί εἶναι μέσα στό Φῶς. Καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Φῶς καί κινεῖται συνεχῶς καί κάνει μιά βοή: «Ὁ Χριστός φαίνεται καί ἔχει τά αἵματα, ἐπειδή ὁ κόσμος Τόν εἶπε πλάνο καί μάγο. Δέν ἦταν πλάνος καί μάγος, ἦταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν φαίνεται καθόλου, γυρίζει ὅλο τόν κόσμο πάνω ἀπό τήν κεφαλή μας, μέ βοή, ἀλλά δέν τήν ἀκούει κανένας». «Ἀλλά πρέπει νά ἀκοῦμε καί ἐμεῖς τό Ἅγιον Πνεῦμα, γιά νά γίνουμε καί ἐμεῖς σωστοί. Γι' αὐτό γυρίζει ὅλο τόν κόσμο. Ὁ Μέγας Θεός δέν φαίνεται». «Καί εἶναι πάρα πολύ καλός. Ἀγάπη. Καί τούς ἁμαρτωλούς τούς ἀγαπάει καί τούς λυπᾶται κιόλας. Καί τούς ἀφήνει, τούς ἀφήνει, νά πέσουν σέ μετάνοια. Καί ὅταν πέσουν σέ μετάνοια, ὕστερα τούς ἀγαπάει πιό πολύ ἀπό τούς ἄλλους. Πιό πολύ ἀγαπάει τούς μετανοοῦντες».

 Ἐπίσης, μοῦ περιέγραψε τό μέγεθος τοῦ σώματος τῶν ἁγίων, ὅπως τοῦ ἁγίου Στεφάνου, τῆς ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας, τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τῆς ἁγίας Μαρίνας κλπ., ἀκόμη δέ περιέγραψε καί τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Ψάλαμε τό «Φῶς ἱλαρόν» καί τό ἐξαποστειλάριο «Φῶς ὁ Πατήρ, Φῶς ὁ Λόγος, Φῶς καί τό Ἅγιον Πνεῦμα».

Εἶπε γιά τό ἔργο τῶν Ἀρχιερέων:

«Ἐσεῖς εἶστε οἱ βοσκοί πού τραβᾶτε τό κοπάδι, δίνετε τό παράδειγμα στό κοπάδι, σᾶς ἀκοῦνε καί μετανοοῦν. Ἐγώ δέν θέλω καθόλου τά κουτσομπολιά, τήν κατάκριση. Μετάνοια γιά μένα καί προσευχή γιά τούς ἄλλους νά τούς δίνη ὁ Θεός μετάνοια, ὄχι κατάκριση». «Οἱ ποιμένες εἶναι κεφαλές, πού παραδόθηκαν στόν Θεό. Δέν μποροῦν νά ἀφήσουν τόν Θεό καί νά κοιτᾶνε ἀλλοῦ».

Ἀλλά καί γιά τούς ἀλλόθρησκους εἶπε: «Τούς ἀλλόθρησκους δέν θά τούς σώση ἡ πίστη τους, ἀλλά οἱ πράξεις τους».

Στό τηλέφωνο μετά ἀπό 12 ἡμέρες, δηλαδή στίς 25-4-2013, μοῦ εἶπε: «Καί γεννημένο νά σέ εἶχα, δέν ἔμπαινες τόσο στήν καρδιά μου. Νά σέ προστατεύουν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις. Στήν ἀρχή φοβόμουν πού θά σέ συναντήσω, ἐπειδή εἶσαι Δεσπότης. Ἀλλά μετά κατάλαβα ὅτι εἶσαι πιό ἁπλός ἀπό μένα ... Σοῦ φιλῶ καί τά δυό σου χέρια γονατιστή».

Νά σημειωθῆ ὅτι ἐκείνη τήν ἡμέρα συνάντησα καί δύο ἄλλους ἁγίους Γέροντες, μακαριστούς τώρα, ἤτοι τόν ἐρημίτη π. Θεόδωρο (Νεῖλο) καί τόν π. Ἀναστάσιο Κουδουμιανό, καί μόλις ἐπέστρεψα στήν Ναύπακτο ἔγραψα ἕνα κείμενο μέ τίτλο «Σημαντική συνάντηση μέ τρεῖς εὐλογημένους ἀνθρώπους στήν Κρήτη», τό ὁποῖο εἶναι ἀκόμη ἀνέκδοτο.

2. Τμήματα ἀπό τίς ἐπιστολές της

Ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία μοῦ ἔστειλε ἐννέα ἐπιστολές, οἱ ὁποῖες εἶναι ἰδιόχειρες, καί φυσικά τίς ἀπέστειλα καί ἀντίστοιχες ἀπαντήσεις. Πρόκειται γιά μιά θεολογική ἀλληλογραφία μαζί της, πού ἐπεκτείνεται σέ 35 σελίδες μεγάλου μεγέθους, ἡ ὁποία κάποτε θά δημοσιευθῆ, γιατί δείχνει ὅλη τήν ἐσωτερική της κατάσταση καί ὅτι ζοῦσε ἔντονα τόσο τήν ἡσυχαστική ζωή, ὅσο καί τίς ἀποκαλυπτικές ἐμπειρίες πού εἶχε.

Στήν συνέχεια θά δημοσιευθοῦν μερικά τμήματα ἀπό ἐπιστολές της, ἤτοι τήν πρώτη καί τήν τελευταία.

Ἡ πρώτη ἰδιόχειρη ἐπιστολή της ἐστάλη τό Ψυχοσάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014, καί ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Ψυχοσάββατον 22 Φεβρουαρίου 2014

Εἰς τό ὄνομα τοῦ ΠΑΤΡΟΣ καί τοῦ ΥΙΟΥ καί τοῦ Ἁγίου ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Ἅγιε Δέσποτά μου, Σεβαστέ καί Πολυαγαπητέ μου, Πάτερ ΙΕΡΟΘΕΕ.

Τήν εὐχή σου ζητῶ, παιδί μου. Στά γόνατα πεσμένη προσκυνῶ τήν ἁγιωσύνη σου, φιλῶ τά χεράκια σου. Συγνώμη πού σέ λέω παιδί μου. Ἐσύ εἶσαι Μητροπολίτης γεμάτος Πνεῦμα Ἅγιο, ἐγώ εἶμαι μιά γρηά γεμάτη ἁμαρτίες πού μέ ἄφησε ὁ Θεός μέχρι τά γεράματα γιά νά μετανοήσω. Ὅμως, νοιώθω ἀπέραντη μητρική ἀγάπη γιά σένα καί ἀφήνω τήν καρδιά μου ἐλεύθερα νά ἐκφρασθῆ. Εὐχαριστῶ πολύ γιά τίς ἐπισκέψεις σου, γιά τήν εὐλογία σου καί τήν διδασκαλία σου.

...

Γιά μένα, παιδί μου, νά εὔχεσαι νά μοῦ δώση ὁ Θεός ταπείνωση καί μετάνοια. Γι᾿ αὐτό μ᾿ ἔχει ὁ Θεός ἐδῶ ἀκόμα. Ἀλήθεια ποιό Θεό ἔχομε; Ἐμένα θά ἔπρεπε νά μοῦ δίδει νερό νά πίνω ἀπό τούς βόθρους τῆς Ν. Ὑόρκης γιατί τοῦ χωριοῦ μου καθαροί εἶναι οἱ βόθροι. Καί ὅμως μέ φροντίζει καί κάθε μέρα βλέπω τήν προστασία του καί τήν ἀγάπη του. Σάν νά εἶναι ἕνα μικρό παιδάκι καί τό στέλνω στίς παραγγελιές. Μόλις τοῦ ζητήσω κάτι ἀμέσως μοῦ τό στέλνει. Καμιά φορά καθυστερεῖ ἀλλά δέν ἀνησυχῶ, γιατί ξέρω πώς θάρθη. Νά εὔχεσαι νά ἀποκτήσω τήν Ἁγία μετάνοια καί πολλή εὐγνωμοσύνη στόν Θεό.

Τίς νύχτες καμιά φορά κάθομαι καί σκέφτομαι, εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά κάθεται σέ θρόνους καί σέ καρέκλες; Ὅταν, ὅμως, πονῶ γιά τίς ἁμαρτίες μου λέω: Πατέρα Ἐπουράνιε συχώρεσέ με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου Ἐλέησέ με. Ἅγιον Πνεῦμα μου, φώτισε με. Καί τότε ἔρχεται ἡ ἀπάντηση ἀπό ἄλλο τόπο, ὄχι ἀπό τήν κεφαλή πού εἶναι τρέλλες καί φαντασίες ἀλλά ἀπό τήν καρδιά πού τήν ὁδηγεῖ ὁ Θεός πού εἶναι γεμάτη Θεϊκά μηνύματα. Ὅλο τό σύμπαν δέν εἶναι οὔτε ἕνα μικρό μπαλάκι στά Ἅγια χέρια Του. Ὁ Νοῦς δέν χωράει καί γλώσσα δέν τά ἐκφράζει. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος. Ἄπλετον γαλαζόλευκο φῶς τῆς δόξας του. Ἕνα μόνο μποροῦμε νά ποῦμε. Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΕΟΣ εἶναι Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ. Καί γεμίζει τόν ἄνθρωπο μέ τό φῶς τῆς ἀγάπης Του ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά νύχια καί δέν ξέρεις ἀπό ποῦ βλέπεις. Νοιώθω σκουλήκι μετά καί κλαίω γιά τίς ἁμαρτίες μου. Ἀγαπῶ ὅλο τόν κόσμο καί τόν ἑαυτόν μου μισῶ. Μόνο τά Σωματικά μάτια τῶν Ἁγίων βλέπουν. Στούς ἁμαρτωλούς σάν καί μένα τό μηχάνημα τῆς καρδιᾶς γιά νά μᾶς γλυκάνη καί νά μετανοήσωμε. Σᾶς ἐξομολογοῦμαι γιά νά μήν ἔχετε ἄλλη ἐντύπωση γιά τόν ἑαυτό μου. Πόσο καλός εἶναι ὁ Θεός πού καί τά πιό τιποτένια πλάσματά Του σάν ἐμένα νά τούς καλοπιάνη στήν μετάνοια.

Εὔχομαι, Σεβασμιώτατε, νά ὑπάρχη μέσα σου πάντοτε αὐτό τό φῶς γιά νά καθοδηγῆς τόν ἀποστάτη κόσμο καί μένα στήν Φωτεινή Βασιλεία τοῦ ΘΕΟΥ.

Ἀσπάζομαι καί τά δυό σου χέρια καί ζητῶ τήν εὐχή σου.

Μέ ἀπέραντο Σεβασμό καί ἀγάπη

Γερόντισσα Γαλάτεια».

Θά χρειάζονταν πολλές σελίδες γιά νά ἀναλυθῆ αὐτή ἡ θαυμάσια ἐπιστολή, στήν ὁποία φαίνεται ἡ μετάνοιά της καί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σέ αὐτή, μέσα ἀπό τό μηχανάκι τῆς καρδιᾶς, ἀφοῦ τότε ὅλες οἱ αἰσθήσεις γίνονται μία αἴσθηση καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διαπορθμεύεται σέ ὅλο τό σῶμα καί τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται πραγματικό μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.

Ἄλλες ἐπιστολές τελείωνε μέ τήν φράση: «Μέ ἀπέραντο σεβασμό καί μητρική ἀγάπη».

Ἡ τελευταία ἐπιστολή της, καί αὐτή ἰδιόχειρη, μοῦ ἀπεστάλη στίς 11 Σεπτεμβρίου 2015, καί μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει:

«Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

11-9-2015

Πάτερ Ἱερόθεε, Ἅγιε Δέσποτα τῆς Ἐκκλησίας.

Τήν εὐχή σου ζητῶ.

Ἤθελα νά ἐπικοινωνήσουμε, νά σοῦ ἀνοίξω τήν καρδιά μου. Νοιώθω πώς μέ καταλαβαίνεις καί δέν θά σκανδαλισθεῖς, σ' ὅλους τούς ἄλλους σιωπῶ γιά νά μή δημιουργοῦνται πλάνες ἐντυπώσεις γιά μένα. Παρά τά γεράματά μου μ' ἔχει ἀκόμα ὁ Θεός καί ζῶ. Χίλιες δόξες νά 'χει τό ὄνομά Του. περιμένει τήν μετάνοιά μου. δέν θέλω νά λέω ὅτι εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτωλή, γιατί πολλοί τό λένε καί κρύβουν τό μεγαλύτερο ἐγωϊσμό. ἐγώ τό νοιώθω, παιδί μου. Μέσα στά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, πού ὁ νοῦς δέν χωρεῖ καί γλώσσα δέν διηγᾶται, ἐγώ νοιώθω χειρότερη ἀπό κοπρηά. νοιώθω πώς ἔχω κάμει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ταυτίζομε μέ ὅλο τόν ἁμαρτωλόν κόσμον. Κλαίω καί ζητῶ ἔλεος ἀλλά ὁ Πανάγαθος Θεός μέ λυπᾶται καί μοῦ στέλνει καρδιακές παρηγοριές πού ὁ νοῦς δέν χωρεῖ. Τόσο καλός εἶναι ὁ Θεός μας. ἔχω φοβερούς πόνους ἀλλά μοῦ δίνει δύναμη καί ἀντέχω.

Τώρα τελευταῖα νοιώθω πώς ἔρχονται συμφορές. δέν μιλάω, ὅμως. Λέω μόνο γιά μετάνοια καί ἐπιστροφή στό Θεό. Μοῦ φαίνεται παιδί μου πώς γιά τίς βρωμιές μας θά μᾶς δικάσουν τά ζῶα. Εἶναι καί οἱ ἐκτρώσεις καί οἱ βλαστημιές. δέν ἀκούγεται καί ἀπό τούς κληρικούς πολύς λόγος γιά μετάνοια ἀλλά δέν θέλω νά κρίνω. μετά τήν ἀναμπουμπούλα ἔρχεται γαλήνη. Μεγάλη δόξα τῆς ὀρθοδοξίας. Ἐσύ, ἅγιε Δέσποτά μου, ... ...

Νά εὔχεσαι καί γιά μένα νά ἔχω καλό τέλος καί καλή ἀπολογία. Ἐξασθενεῖ ἡ μνήμη μου ἀλλά νά μήν ἐξασθενεῖ ποτέ ἡ καρδιά μου. Αὐτή πού γίνεται βαθειά σάν τό πηγάδι πού δέν ἔχει πάτο καί γνωρίζη τό Θεό. Σέ φιλῶ μητρικά σάν τήν μάνα σου καί τήν γιαγιά σου

φιλῶ τά χεράκια καί  ζητῶ τήν εὐχή σου

μέ σεβαμό καί ἀγάπη

γερόντισσα Γαλάτεια».

Καί στήν ἐπιστολή αὐτή φαίνεται ἡ μεγάλη αὐτομεμψία της καί ὅπου ὑπάρχει αὐτομεμψία ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά ἀντέξη καμμία πλάνη καί δαιμονική ἐνέργεια. Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία κάνει σαφέστατα τήν διάκριση μεταξύ τῆς ἐγκεφαλικῆς μνήμης καί τῆς καρδιακῆς μνήμης, πού τό βλέπουμε διάχυτα σέ ὅλη τήν φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία εἶχε ὀρθόδοξη καρδιά καί ἀγαποῦσε ὅλους, καθώς ἐπίσης συλλάμβανε πολλά μηνύματα καί ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ὅσο ἐπιθυμοῦσε τήν ἀφάνεια, τόσο τήν φανέρωνε ὁ Θεός.

Εἶναι ἐκπληκτικός ἕνας λόγος της γιά τήν νοερά προσευχή, τόν ὁποῖον εἶπε σέ κάποιον ἐπισκέπτη της πού τήν ρώτησε σχετικά: «Γιαγιά, ἀκοῦμε τόν πνευματικό μας καμμιά φορά νά κάνη λόγο γιά νοερά προσευχή. Τί εἶναι αὐτό;».

Γερόντισσα Γαλακτία: «Φλόγα εἶναι, παιδί μου. Φλόγα μέσα στήν καρδιά. Ἀκοίμητη. Γυρίζει γύρου γύρου (κυκλικά) καί μουρμουρίζει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ... Δέν προκάνει νά πέσι πράμα κακό ἐκιά μέσα, γιατί τό καίει... Σοῦ δείχνει ἐκειόνα τό φαναράκι πόσο γλυκός εἶναι ὁ Παράδεισος καί πόσο ἁμαρτωλός εἶναι ἐκειόσας πού τό νοιώθει... Σοῦ δείχνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐμεῖς μηδέν! Γι' αὐτό ἔχεις χαρά καί λύπη. Χαρά γιά τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί πόνο ἀβάσταχτο γιά τίς ἁμαρτίες σου. Ἐλπίζεις ὅμως, γιατί θωρεῖς ποιός εἶναι ὁ Χριστός... Ὅποιος τό ζήσει αὐτό καί καυχηθεῖ, δέν εἶναι πράμα... τοπάκι εἶναι στά πόδια τῶν κακῶν (δαιμόνων)... Λέω τοῦ π. Ἀντωνίου νά μή σᾶς μιλᾶ γι' αὐτά. Γιά τίς ἁμαρτίες νά λέη, γιά μετάνοια νά λέη καί νά λέτε ἥσυχα, ἥσυχα τό ὄνομά Του, τοῦ Χριστοῦ (Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με). Ἐδᾶ, παιδί μου, ζοῦνε οἱ ἄνθρωποι στσί ὑπονόμους... οὔτε κἄν πάνω στήν γῆ... οὔτε χοίροι δέν πᾶνε ὀμπρός τος. Ποῦ νά καταλάβουνε ἀπό τέτοιους ἥλιους...».

Αὐτός εἶναι ἕνας ἐμπειρικός ὁρισμός γιά τήν νοερά προσευχή, ὅπως τήν ζοῦσε ἡ ἴδια.

Στήν Γερόντισσα Γαλακτία δέν πρόσεχα τόσο πολύ στά ὅσα ἔλεγε γιά διάφορα γεγονότα πού θά συμβοῦν, ἀλλά μέ ἐνθουσίαζε πολύ ἡ βαθύτατη μετάνοιά της, ἡ αὐτομεμψία της, ἡ ταπείνωσή της, ἡ νοερά προσευχή στήν καρδιά της, ἡ διάκριση μεταξύ νοῦ καί λογικῆς. Ἐπίσης μέ ἐντυπωσίαζε ἡ διάκριση πού ἔκανε μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, δηλαδή ἤξερε νά ξεχωρίζη ποιό εἶναι τό ἄκτιστο καί ποιό εἶναι τό κτιστό, ποιό εἶναι τό θεϊκό καί ποιό εἶναι τό δαιμονικό καί αὐτό εἶναι ἡ οὐσία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.

Σέ μιά ἀπό τίς ἐπιστολές της μοῦ ἔγραφε:

«Νά εὔχεσαι, παιδί μου. Ἔχω πέσει πολύ. Νοιώθω ὅτι λίγος χρόνος μοῦ ἀπομένει νά ζῆσω ἀκόμη ἐδῶ. Ὅμως ὁ τριαδικός Θεός πού μᾶς καλεῖ κοντά Του εἶναι αἰώνιος. Ξεχνῶ λίγο ἀλλά ἡ κεφαλή τῆς καρδιᾶς δέν ξεχνᾶ. Δέν ξεχνῶ καί σένα, Ἅγιε ἀρχιερέα τοῦ Χριστοῦ, μή μέ ξεχάσης καί ἐσύ, παιδί μου, καί τώρα καί ὅταν θά φύγω γιά τόν οὐρανό.

μέ πολύ σεβασμό καί μητρική ἀγάπη γερόντισσα Γαλάτεια».

Εἶναι ἐκπληκτικός ὁ λόγος της γιά τήν «κεφαλή τῆς καρδιᾶς», πού δείχνει ἕναν ἄνθρωπο πού γνωρίζει πῶς λειτουργεῖ αὐτό τό «μηχανάκι τῆς καρδιᾶς», μέσα ἀπό τήν ὁποία ὁ νοῦς ἀνάγεται στήν θεωρία.

Καί σέ ἄλλη ἐπιστολή ἔγραφε:

«Δῶσε μου καί σύ τήν εὐχή σου νά ἔχω καλό τέλος, ἀγάπη ἀχόρταγη στό Χριστό, νά ἀγαπῶ ὅλα Του τά πλάσματα καί νά μισῶ μόνο τόν ἑαυτό μου τόν ἁμαρτωλό. Καί νά βρῶ ἕνα μικρό μικρό τοπαλάκι στήν Βασιλεία Του, ἀλλά νά βλέπω τό φῶς τοῦ προσώπου Του καί νά χαίρομαι. Νά μετανοήσω, παιδί μου. Φιλῶ καί πάλι τά χεράκια σου καί ζητῶ τήν εὐχή σου.

μέ σεβασμό καί μητρική ἀγάπη γερόντισσα Γαλάτεια».

Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία, ὅπως τήν γνώρισα, εἶχε «ἀγάπη ἀχόρταγη στόν Χριστό», συνδυασμένη μέ μεγάλη αὐτομεμψία, πού δείχνει γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα, γι' αὐτό ὁ Θεός θά τῆς ἔδωσε αὐτό πού ποθοῦσε, «νά βλέπη τό φῶς τοῦ προσώπου Του».

Ὅταν πληροφορήθηκα τήν κοίμησή της, ἔγραψα στόν π. Ἀντώνιο: «Ἡ Γερόντισσα Γαλακτία ἄνοιξε τά μάτια της στήν αἰωνιότητα καί δέν θά τά κλείση ποτέ. Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν Ἁγίων εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων, ἀμήν». Νά ἔχουμε τήν ἁγία εὐχή της.

 

Σχόλιο:Υποκλινόμαστε στο ευωδιαστό συναξάρι και την μαρτυρία με τα όσα γράφει ο Επίσκοπος Ιερόθεος για την Γερόντισα.Έχει χάρισμα .Εσείς φίλοι μας όμως τι λέτε ,μπορεί η σχέση του Ναυπάκτου με την οσιοτάτη Γερόντισσα Γαλακτία να ξεπλύνει την τεράστια πνευματικη ζημιά και το αλλοιωμένο ήθος που προκάλεσε με τον αλοπρόσαλο θεολογικό του λογο  τον τελευταίο χρόνο στην ταλαίπωρη διηκούσα Εκκλησια της Ελλάδας ως σύμβουλος;;Του ευχόμαστε με τις ευχές της μακαριστής, να φωτιστεί και να γίνει ο Ναυπάκτου που αγαπήσαμε ..διότι τώρα είναι ο Ναυπάκτου μεταλλαγμένος στην κυριολεξία όσο και ποιητικά και αν γράφει...

 ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Δύο ποιήματα τῆς ὁσίας Γερόντισσας Γαλακτίας τῆς Κρήτης


 

Τί εἶναι ὁ Θεός
(2012)

Θεέ μου, Πατέρα καί Δημιουργέ, Κυβερνήτη καί Πανσθενουργέ,ὅλοι μιλοῦν γιά Σένα, ὅλοι σέ ψάχνουν.

Ἄλλοι σέ φαντάστηκαν ἀπό τήν κεφαλή τους καί δημιούργησαν τή μορφή Σουὅπως ἐβόλευε τήν ζωή τους.

Εἶναι τά εἴδωλα τά σιχαμερά, δαιμόνων φαντάσματα καί μιαρά,πού θανατώνουν τήν ψυχή τους.

Κι ἀπ’ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν χριστιανοί καί μπήκανε μέσα στό σπίτι Σου καί στήν καρδιά Σου, ποτέ δέν σέ γνώρισαν πραγματικά,  γιατί ἀγνόησαν τά λόγια Σου καί τό Πανάγιο θέλημά Σου.

Ἄλλοι σέ φαντάστηκαν σάν γέρο πωγωνάτο καί λευκό σέ θρόνο νά κάθεσαι ὑψηλό, πάνω στά νέφη, ἄλλοι περιστεράκι θεώρησαν τό Πνεῦμα Σου νά φτερουγίζει στά κεφαλάκια τους καί μέ χαρά νά τούς γνέφει.

Μόνο τό Γιό Σου δέν φαντάσθηκαν, γιατί μᾶς ἔχει φανερωθεῖ, ἄν καί πολλοί Τοῦ κρυφτήκαμε καί δέν Τόν ἀφήσαμε, λυτρωτικά νά μᾶς καθοδηγεῖ.

Μόνο πού Ἐσύ εἶσαι Φῶς!  Φῶς ἄπλετον καί ἐκθαμβωτικόν!  Ἀσκίαστον καί νοερόν!  Ἄναρχον καί ὁμιλητικόν. Ἀπερινόητον καί ὑπαρκτόν! Τρίφωτον καί μοναδικόν (Μονάς ἡ Τριάς)!  Ἐσωκαρδίως ἐκχεόμενον καί διαστάσεις μή γνωριζόμενον!  Εἶσαι ὁ Πατέρας πού στοργικά ἀγκαλιάζει, πού πάντα ὑπομονεύεται κι ὅταν πρέπει διορθωτικά δοκιμάζει. Εἶσαι ἡ ἀκλόνητη σιγουριά σέ ὅσους ξέρουν τήν πρόνοιά Σου, τό γεμᾶτο ταμεῖο σέ ὅσους προσβλέπουνε στά ἀνεξάντλητα ἀγαθά Σου. Σέ λυπεῖ ἡ ἁμαρτία μας, γιατί μᾶς διώχνει μακριά Σου, σέ χαρήνει ἡ μετάνοια, γιατί μᾶς φέρνει καί πάλι κοντά Σου.

Τά λόγια τοῦ Γυιοῦ Σου φάρμακο, ὁ θάνατός Του Ζωή, ὁ Τάφος Του Ἀνάσταση καί χαρμονή. Ὁ Ἅδης τύψεις δικές μας, παρέα μέ τούς δαίμονες καί τούς ἐχθρούς σου, κάψιμο ἀφόρητο ἀπό τούς φωτεινούς ποταμούς Σου...  Τό Πνεῦμα Σου Φῶς, μιλεῖ καί σκέφτεται καί ἀγαπᾶ,  φωτίζει, καθαρίζει καί μεριμνᾶ.  Ὑπέρτατο Ὄν ὅπως κι οἱ Τρεῖς Σας.  Μέ κρότο κινεῖται στόν κόσμο αὐτό, κρότο ἀθόρυβο στά αὐτιά, δυνατότατο στήν καρδιά. Τήν ἁμαρτία σιχαίνεται, στήν μετάνοια ἀφήνεται. Αὐτό στόν Γυιό Σου μᾶς ὁδηγεῖ καί ὁ Γυιός Σου σ’ Ἐσένα! Καί γινόμαστε ὅλοι ἕνα! Μέσα στήν Βασιλεία Σου τήν ὑπέρλαμπρη καί ποθητή.  Πού μπαίνουμε χωρίς νά ξέρουμε τό πρόσωπό Σου (ἐνν. τό ἀμέθεκτο τῆς Θείας Οὐσίας) ἀλλά χαιρόμαστε παντοτινά τό γλυκύτατο δοξασμό Σου (ἐνν. τήν κατά Χάριν υἱοθεσία).  Ἐκεῖ δέξου με τήν ἐλεεινή, πού δέν ἔκαμα τίποτα στή ζωή μου γιά νά Σ’ εὐχαριστήσω ἀλλά καί δέν μπορῶ μακριά Σου νά ζήσω. Γιατί Σέ ἀγαπῶ...  Ἀμήν!  Ἀμήν!  Ἀμήν!

***

Τό  Κρινάκι
(21 Ἀπριλίου 1994)
 
Ἕνα κρινάκι ὁλόλευκο
φύτρωσε στήν αὐλή μου
πῶς θἄθελα νά τοῦ ‘μοιαζε
ἡ ἁμαρτωλή ψυχή μου
τά πέταλά του ἄνοιξε
στόν οὐρανό κοιτάζει
κι Αὐτόν πού τό ‘στειλε στήν γῆ
ὑμνεῖ καί Τόν δοξάζει.
 
Μέ τήν λευκή του φορεσιά
καί τήν ἁγνότητά του
γεμίζει τήν ψυχούλα μου
μέ τό λεπτό ἄρωμά του.
Σάν νά μοῦ λέει πώς κι ἐγώ
νά γίνω σάν ἐκεῖνο
καί ἡ ψυχή μου στόν Θεό
νά πάει ἄσπρο κρῖνο.

 

Εμπειρία με την Γερόντισσα της Κρήτης



Αδελφοί , σας στέλνω ένα κείμενό μου (εμπειρία με τη γερόντισσα της Κρήτης) με δύο εικόνες, προς δημοσίευση και προς δόξαν Θεού.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Π.ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ:  

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος . Αμήν.

Χριστός Ανέστη!

 

Ιούλιος του 2018. Είχα μεταβεἰ μετά της συζύγου απ’την πόλη διαμονής,  στη γενέτειρά μου την Κρήτη (Ηράκλειο) για καλοκαιρινές διακοπές.

Πρωί 18 Ιουλίου του 2018.

Εγώ (με συγχωρείτε  για το πρώτο πρόσωπο) στο μπαλκόνι του πατρικού μου   απολάμβανα τον πρωινό καφέ, με θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου.

Η σύζυγος με την μητέρα προετοίμαζαν το μεσημεριανό φαγητό στη κουζίνα.

Είχαμε φορτωμένο πρόγραμμα εκείνη την ημέρα.

Θα πεταγόμασταν για ένα γρήγορο μπάνιο  σε μια κοντινή παραλία και μετά γεύμα με γονείς , ξεκούραση και το απόγευμα εκδρομή-προσκύνημα. 

Θα πηγαίναμε να επισκεφτούμε μια γερόντισσα.

Δεν την είχα ποτέ ακούσει ξανά. Μια ευλογημένη ψυχή  (εγκάρδιος φίλος κι αδελφός) μου συνέστησε να πάω οπωσδήποτε να βρω μια ονομαστή  γερόντισσα. Δεν ήξερα όμως που βρίσκεται.

Αλλά μετά από έρευνα, ο αδελφός, μου απεκάλυψε τον τόπο που εγκαταβιούσε.

Ένα άγνωστο σε εμένα χωριό κοντά σε ένα μεγάλο κεφαλοχώρι τις Μοίρες.  

Το χωριό  Πόμπια,  εκεί στην κοιλάδα της Μεσαράς αντίκρυ απ’ το Λιβυκό Πέλαγος. Δίπλα στα Αστερούσια όρη , εκεί που Άγιος Αρσένιος μετέδωσε τη νοερά προσευχή στο Άγιον Όρος,  μέσω του Οσίου Γρηγορίου του Σιναϊτου. Τόπος Αγίων.

Εξήντα χιλιὀμετρα περίπου απ’το Ηράκλειο. Μια ώρα ορεινή διαδρομή.

Είμασταν πλέον έτοιμοι να πάμε, χωρίς βέβαια κάποια τηλεφωνική συνεννόηση πριν .

Στο άγνωστο. Δεν ξἐραμε εάν θα μπορέσουμε να δούμε την «άγνωστη» γερόντισσα , εάν θα μας δεχτούν.

Ένα περιστατικό όμως, γέννησε ένταση, κλόνισε την «ψυχολογία» της ημέρας  , τη διάθεση για οτιδήποτε.

Είχα πάρει την απόφαση να μην πάμε τελικά και την ανακοίνωσα στη σύζυγο, η οποία όμως –ευτυχώς- επέμενε για το αντίθετο. Ήθελε κατά ένα ανεξήγητο τρόπο όσο τίποτε άλλο  να πάμε. Στο τέλος, παρά τις αντιρρήσεις μου   έκανα υπακοή.

Νωρίς το απόγευμα ξεκινάμε για το «ταξείδι» , εγώ με ανάμεικτα συναισθήματα.

Μέσα απ΄τα βουνά της Κρήτης κατηφορίσαμε για το Νότο.

Φτάσαμε τελικά στο άγνωστο μέχρι τότε μικρό χωριό.

Τακτοποιήσαμε το αυτοκίνητο και ρωτήσαμε κάποιους ντόπιους, που  βρισκόταν η γερόντισσα.

Κατευθείαν αντιληφθήκαμε την Χάρη να διαπνέει τους κατοίκους εκείνου του μικρού χωριού. Καταλάβαμε αμέσως ότι κάτι υπερκόσμιο έχει κάμψει το κοσμικό  και φθαρτό χοϊκό φρόνημα των ανθρώπων της περιοχής.

Η επίδραση της γερόντισσας στη συμπεριφορά, στην έκφραση, στη ζωή  των κατοίκων ήταν εμφανής.

Ενημερωθήκαμε ότι πολύ κοντά από εκεί που ήμασταν, σε ένα σπίτι, είναι κλινήρης η γερόντισσα και διακονείται.

Ήδη  οι παλμοί της καρδιάς ανέβαιναν. Τα πόδια άρχισαν να τρέμουν. Πριν καν δούμε την Αγία του Θεού , πριν τη γνωρίσουμε ,τα  βιολογικά μας όργανα άρχισαν να αντιδρούν.

Άρχισαν να πάλλονται σε ένα ρυθμό υπερκόσμιο. Ανεξήγητο.

Πρωτοφανές συναίσθημα για εμάς τους αμαρτωλούς και αναξίους.

Βρήκαμε το σπίτι επιτέλους.

Δισταχτικά ρωτήσαμε εάν μπορούμε να δούμε τη γερόντισσα.

Μια κυρία μας υποδέχτηκε και μας έβαλε σε μια λιτή τραπεζαρία. Μας πρόσφερε δροσερό νερό (το πιο νόστιμο και «ξεδιψαστικό» νερό που είχα ποτέ πιει)  .

Τοίχοι δε φαίνονταν .Παντού άγιες εικόνες.

Ήρθε και ο πατήρ Αντώνιος και μας καλωσόρισε.

Περιμέναμε, καθότι η γερόντισσα είχε κόσμο στο διπλανό δωμάτιο.

Η αγωνία κορυφωνόταν.

Ήρθε και η στιγμή μας . «Ελάτε» μας είπαν.

Με αργό βήμα –τα πόδια δεν υπάκουαν- μπήκαμε , φιλήσαμε το χέρι της και καθίσαμε  δίπλα στο κρεβατάκι της. Εγώ ακριβώς απέναντι και την έβλεπα κατά πρόσωπο.

Όταν μπήκαμε  είπε στη σύζυγό μου. «Ήρθες επιτέλους;» Σαν να αντιλήφθηκε την μεγάλη της προσμονή που είχε   να την  επισκεφτεἰ . 

Η δεύτερη φράση της γερόντισσας στη σύζυγο (σε Κρητική διάλεκτο):

«Θα τσι της βρέξω (δείρω) μια ολιά (λίγο)» (μιλώντας για γνωστό μας πρόσωπο που ακύρωσε εξομολόγηση).

Το πρώτο «χτύπημα» στην καρδιά.

Εμένα με κοίταξε στα μάτια και με μια κίνηση των χεριών της (πάνω-κάτω)  μου έδειξε ότι έπρεπε να ηρεμήσω (αντιλαμβανόμενη αμέσως την ταραχή στην οποία είχα περιέλθει απ΄την αρχή της ημέρας).

Είχε ήδη διαβάσει την καρδιά μου. Είχε εισβάλλει στα άδυτα της ψυχής μου. Άπλωσε ήδη , η Αγία του Θεού , τα δίχτυα της εν Χριστώ αγάπης και είχε ψαρέψει το είναι μου.

Κάθισα λοιπόν απέναντι. Όσο την έβλεπα , να συνομιλεί  με τον κόσμο τόσο δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Προσπαθούσα να κρύψω τα δάκρυά μου.    

Όλη μου η ύπαρξη , όλο μου το είναι είχε συγκλονιστεί. Αυτά που διάβαζα σε βιβλία,  με προσκυνητές σύγχρονων αγίων , το βίωνα. Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός.

Ένιωθα τη κρυστάλλινη ματιά της όταν με κοίταζε ή μου μιλούσε,  να διαπερνά όλη μου την υπόσταση . Να τρυπά την καρδιά μου. Να απαλύνει τον πόνο. Να σβήνει κάθε ανησυχία.

Δεν έφταναν όμως όλα αυτά για την  Αγία του Θεού. Ήθελε να μας κάνει και άλλο δώρο.

Κάποια στιγμή γυρίζει και ρωτά μια κοπέλα πως τη λένε. Και όταν η κοπέλα απάντησε (είχε όνομα που έμοιαζε με το όνομα Αγίας στην οποία τάξαμε να δώσουμε το όνομά της  στο παιδί μας - πριν το αποκτήσουμε αν προκύψει κορίτσι) τότε η γερόντισσα της είπε:

«Ωραίο  όνομα το …» Το όνομα που είπε η γερόντισσα δεν ήταν το όνομα της κοπέλας αλλά το όνομα  της αγίας που τάξαμε το παιδί μας. Εγώ σκέφτηκα πως η γερόντισσα δεν άκουσε καλά. Το ίδιο και η κοπέλα που επανέλαβε το όνομά της.

Και η γερόντισσα τότε γυρίζοντας και κοιτώντας εμάς, είπε:

«Όχι όχι , ωραίο όνομα το …»  επαναλαμβάνοντας  το όνομα όχι της κοπέλας αλλά το άλλο.

Ένοιωσα εκείνη τη στιγμή  της καρδιά μου να σπάζει, το κόκαλά μου να ριγούν και να αποκολλώνται.

Έτρεμα σαν το μικρό πουλί στο χιονιά. Μα η Αγία του Θεού άπλωνε τος φτερούγες της και με σκέπαζε.

(Τώρα έχουμε αποκτήσει  κορίτσι με το «άλλο» όνομα)

Ο π Αντώνιος κάποια στιγμή μας διάβασε μια επιστολή που είχε κάποτε γράψει η γερόντισσα περί «ακτίστου φωτός» .  Αν έχεις διαβάσει περιγραφές άλλων αγίων , μοιάζει πολύ. Ξεκάθαρες οι εμπειρίες της αγίας.

Ζούσε από εδώ τον Παράδεισο.  Μεθόριος άνθρωπος. Στο σύνορο ουρανού-γης.  Με το ένα πόδι στη στρατευομένη Εκκλησία με το άλλο στη θριαμβεύουσα .

Ήρθε η ὠρα να φύγουμε. Δεν το θέλαμε με τίποτα. Πήραμε την ευχή της , φιλήσαμε τα άγια χεράκια της , (μας χάιδεψε στο μάγουλο αγαπητικά, ενισχυτικά)  και με βαριά καρδιά που φεύγαμε, αλλά και με φτερά στα πόδια και την ψυχή μας, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Είχαμε ζήσει κάτι συναρπαστικό. Κάτι μοναδικό.

Κάτι που το φλύαρο στόμα δεν μπορεί  -όσο φλύαρο και αν  είναι- να εκφράσει (τους παλμούς της καρδιάς).

Η χάρη του Αγίου Πνεύματος είχε μέσω της Αγίας του Θεού απαλύνει την ψυχή μας.

Η Αγία γερόντισσα , αστείρευτο δοχείο του Αγίου Πνεύματος , με το μεγάλο χάρισμα της διοράσεως και της προορά­σεως που ήταν καρπός εμπειρικών καταστάσεων,  Αγία του Θεού , πλήρης χαρισμάτων, με μεγάλη παρρησία στον Κύριο εκεί στο μικρό κι «ασήμαντο» χωριό του νομού Ηρακλείου. 

Διακονούσε τις βασανισμένες ψυχές. Ενεργούσε για την ανθρωπότητα.

Και ο Κύριος, η Παναγία , οι Άγγελοι, οι Άγιοι πάντα της παράστεκαν.

Η γερόντισσα της Κρήτης   Γαλακτία, (κατά κόσμον Γαλάτεια Κανακάκη)  αποτελεί –όπως κάθε άγιος  και αγία  στην εδώ ζωή–  την παρουσία της ουράνιας βασιλεἰας στη γη «εν ετέρα μορφή» .

Όπως και στην Ευαγγελική περικοπή (προς Εμμαούς) οι μαθητές συναντούν τον Κύριο  αλλά «εν ετέρα μορφή» χωρίς να τον αναγνωρίσουν και τελικά  τον  ανακαλύπτουν ξαφνικά και αυτονόητα, αλλά αφού αρχικά πλανηθούν,  έτσι και ο γράφων πλανήθηκε  κι εκεί σε μια ασήμαντη γωνιά της Κρήτης ανακάλυψε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος   «εν ετἐρα μορφή»,  να ενεργεί ποικιλοτρόπως  στο πρόσωπο της Αγίας γερόντισσας.

 

Εάν τώρα περιγράφω την εμπειρία μου, είναι ότι δεν είχα την ευχή του πατρός Αντωνίου να γράψω κάτι, όσο η γερόντισσα ήταν εν ζωή.

Τώρα όμως που εισήλθε στην όντως ΖΩΗ, μπορώ και έχω χρέος προς δόξαν Του μόνου και αληθινού Θεού, να πω λίγα (όσα έχω ευλογία από τους εμπλεκόμενους) από  αυτά που βίωσα εκείνη την ζεστή και  υγρή ημέρα του Ιουλίου του 2018.

Μπορεί να καταλαμβάνομαι πολλές φορές από πάθη που με αποσπούν απ’τον δρόμο της σωτηρίας. Μπορεί πολλές φορές λάθη να με ρίχνουν κατἀχαμα.

Όμως κάπου εκεί στην καρδιά μου ,υπάρχει ένα αποτύπωμα.

Ένα αποτύπωμα απ’το χάδι της Αγίας του Θεού που θα με συνοδεύει μέχρι την τελευτή μου.

Κι όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά και τα θυμάμαι  κλαίω. Κλαίω για τις αμαρτίες μου. Κλαίω για την ευλογία και το έλεος του Θεού να συναντήσω μια μεγάλη Αγία του αιώνα μας.

Εγώ ο ανάξιος.

Και μακαρίζω τη σύζυγό μου που επέμενε γι’ αυτό το ταξείδι ζωής.

Αδελφοί μου, δεν ταπεινολογώ.  Δεν το λέω προς προτροπή πίστεως. Ούτε για να αναδείξω κάτι προσωπικό.  Είναι χρέος προς τον Θεό.

Αυτή η εμπειρία είναι αποτυπωμένη και απ’τον πατέρα Αντώνιο μαζί με πολλές άλλες , άλλων προσκυνητών. Αναμένουμε απ’τους διακονητές  της γερόντισσας εκδόσεις βιβλίων για την Αγία του Θεού.  Προς όφελος των πιστών και προς δόξαν Θεού.

Δεν είναι ανάγκη να δούμε. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Ὀταν ὀμως δεις τότε δεν θα έχεις κανένα μα κανένα πλέον ελαφρυντικό, εάν δεν πιστέψεις .

 

Την ευχή της να έχουμε

 

Προς δόξαν του Αγίου και Τριαδικού Θεού

πηγη.τρελογιαννης

Νέα μαρτυρία για την γερόντισσα Γαλακτία – Το χειρουργείο που δεν έγινε …!


Μια μαρτυρία για την θαυματουργή παρέμβαση της Γερόντισσας Γαλακτίας και την περιπέτεια υγείας του άντρα της διηγείται η Δαριβιανάκη Μαρία

Χριστός Ανέστη. Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου να σας καταθέσω την προσωπική μου εμπειρία, το προσωπικό θαύμα που βίωσα, με την Αγία γερόντισσα Γαλακτία,ο θάνατος της οποίας με έχει συγκλονίσει από το άκουσμά του.

 

Την αγαπούσα πολύ και με την 1η ευκαιρία πήγαινα στην Πόμπια όπου κατοικούσε να πάρω την ευλογία της. Πηγαίναμε και με τον σύζυγό μου, Κώστα, συχνά να μας ευλογήσει και πάντα νιώθαμε ένα δέος και μια αγαλλίαση όποιο πρόβλημα και αν αντιμετωπίζαμε. Ξέραμε ότι στο Άγιο Σπίτι της θα βρίσκαμε τις απαντήσεις πάντα, όπως και την αγάπη της.

 

Σε μια επίσκεψή μας, ενώ ήδη δεν μιλούσε η γερόντισσα καλά και δύσκολα ακουγόταν, καθώς διένυε το τελευταίο διάστημα παραμονής της στην ζωή, μόλις είδε τον Κώστα τον παίνεψε αμέσως και του είπε χαρακτηριστικά, με καθαρή φωνή και επαναλαμβάνοντας:

 

‘Εσύ είσαι μάρτυρας, είσαι σαν άγγελος, ούτε πολύ ξανθός, ούτε πολύ μελαχρινός”. Του ζήτησε να αλλάξει μια λάμπα στο δωμάτιο. Ο σύζυγός μου μετά από αρκετό καιρό, τον Ιανουάριο του 2019, νόσησε με λευχαιμία. Ετών 39 τότε ο ίδιος.

 

Εγώ διένυα τον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης μου. Εκανε χημειοθεραπείες στο Νοσοκομείο. Λόγω ενός υφιστάμενου προβλήματος που βγήκε στην επιφάνεια (χαλασμένο δόντι) με τις χημειοθεραπείες, ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο. Λόγω φλεγμονής που παρουσιάστηκε από το δόντι η οποία ήταν ακατάσχετη και κατευθυνόταν στον εγκέφαλο και λόγω του ότι δεν είχε καθόλου άμυνα ο οργανισμός του δεν μπορούσε να δράσει με καμία αντιβίωση (ισχυρά κοκτέιλ αντιβιώσεων) και ο μόνος δρόμος ήταν το χειρουργείο.

 

Ναι, αλλά στο χειρουργείο υπήρχε ο κίνδυνος ακατάσχετης αιμορραγίας καθώς δεν είχε καθόλου λευκά αιμοπετάλια και ο αιματοκρίτης ήταν στα τάρταρα στην κυριολεξία. Ο γιατρός του κάτωχρος και φοβισμένος για τον μονόδρομο που είχε μπροστά του (το χειρουργείο) μας ενημερώσε ότι δεν είχε επιλογή άλλη περαν του χειρουργείου στο οποίο οι πιθανότητες, όμως, θανάτου υπερτερούσαν.

 

Το χειρουργείο θα γινόταν την επόμενη μέρα της ενημέρωσής μας. Το ίδιο εκείνο βροχερό βράδυ σηκώνομαι και πηγαίνω στην Πόμπια, όπου φτάνω αργά, για να ζητήσω την βοήθεια της γερόντισσας. Παρά το προχωρημένο της ώρας φάνηκε σα να με περίμενε. Χωρίς να μιλήσω καθόλου, έμεινα εκεί δίπλα της σιωπηλή, και κρατούσα τα χέρια της κλαίγοντας. Μείναμε εκεί σιωπηλες και οι δύο για αρκετή ώρα. Εκείνη μου χάιδευε το χέρι και την κοιλία μου, με σταύρωσε και με αγκάλιασε όπως η μάνα το παιδί της. Όταν έκανα να φύγω μου είπε 20 φορές, χωρίς υπερβολή:

 

Έτσι θα κάνεις στα χέρια του, δείχνοντάς μου τον τρόπο που χάιδευε τα χέρια μου, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο να χαιδέψω τα χέρια του Κώστα. Ένιωσα αμέσως δέος, απεριόριστο σεβασμό αλλά και έκπληξη πως διάβασε την σκέψη μου χωρίς να πω λέξη! Επέστρεψα στο Νοσοκομείο, αργά. Αν και προχωρημένη η ώρα πάντα με δεχόντουσαν και μου άνοιγαν λόγω του ότι ήμουν έγκυος.

 

Πήγα στον άντρα μου και του χάιδεψα τα χέρια. Εκείνος κοιμόταν και ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Την επομένη ημέρα, ώρα 11.00 π.μ., θα γινόταν το χειρουργείο. Στις 10.00 π.μ. είχε υποχωρήσει η φλεγμονή ολοσχερώς! Η ομάδα των γιατρών που θα τον επιμελούνταν και θα τον βάζανε στο χειρουργείο μας είπαν ευθέως ότι:

 

‘Εμείς εδώ μιλάμε για θαύμα, δεν μπορούμε να δώσουμε εξήγηση”. Ημουν σίγουρη ότι κανένα χειρουργείο δεν θα γινόταν. Αυτά ακούστηκαν μέσα στο Νοσοκομείο και αυτή ήταν η Άγια γερόντισσα Γαλακτία….Θα μου λείψει και πάντα θα την αναζητάω. Το γνωρίζει όμως αυτό γι’αυτό και εύχομαι να με έχει στην σκέψη της και στην αγκαλιά της όπως τότε…. Αυτό αρκεί. Υγεία και ευλογία σε όλους.

Δαριβιανάκη Μαρία

ΠΗΓΗ.ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΜΑΡΤΥΡΙΑ: «Ήλθε η σειρά μου να γνωρίσω από κοντά την Γερόντισσα»


 


Γράφει ο Γεώργιος Ε. Κρασανάκης*

  Ενθυμούμαι πάντα μια συμβουλή που μού έδωσε ένας καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Μού είπε: «Πριν ανοίξεις το στόμα σου να πεις κάτι για ένα θέμα, πρέπει να έχεις διαβάσει δεκαπέντε βιβλία σχετικά με το θέμα αυτό».

Λόγος μεγάλος, σοφός και μάλιστα διδακτικός, απευθυνόμενος κυρίως προς εκείνους που σπεύδουν να δογματίζουν περί θεμάτων σπουδαίων και πολύ πνευματικών.

Ένα από τα θέματα αυτά είναι και εκείνο πού αναφέρεται στην προσωπικότητα της αναπαυθείσης εν Κυρίω την 20ή Μαΐου 2021 Γερόντισσας Γαλακτίας, της γνωστής κατά κόσμον Γαλάτειας Κανακάκη, καταγόμενης από την Πόμπια Ηρακλείου και ανήκουσας ως μοναχή στην Αδελφότητα της Ιεράς Μονής «Παναγία Καλυβιανή».

Ανέφερα τον όρο προσωπικότητα, γιατί, λόγω της επιστημονικής μου ειδικότητας, περί αυτής πρέπει να ομιλήσω, όπως έχω πράξει και κατά το παρελθόν για άλλες τρεις μεγάλες προσωπικότητες της Εκκλησίας της Κρήτης.

Ο όρος προσωπικότητα αναφέρεται στα ιδιαίτερα ψυχικά γνωρίσματα κάθε ατόμου, που το κάνουν να ομοιάζει με τους άλλους, αλλά και να διαφέρει από αυτούς. Κάθε άτομο είναι και μία ξεχωριστή, ανεπανάληπτη προσωπικότητα, η οποία διαμορφώνεται καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του με κληρονομικές και περιβαλλοντικές συνεισφορές.

Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, και η μακαριστή Γερόντισσα Γαλακτία ήταν μια προσωπικότητα. Ποιά ήταν όμως αυτή η προσωπικότητα; Ποιά ήταν τα στοιχεία που συνέθεταν το ψυχογράφημα του προσώπου της;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά προϋποθέτουν συστηματικές ψυχολογικές αναλύσεις επαρκών δεδομένων, που πρέπει να έχουμε στη διάθεσή μας.

Αυτά λένε ότι ο γράφων, προκειμένου να ομιλήσει για την προσωπικότητα αυτή, έπρεπε να έχει συγκεντρώσει τα αναγκαία στοιχεία και να τα έχει αναλύσει συστηματικά. Έγινε όμως αυτό; Η απάντηση είναι αρνητική.

Δηλαδή όσα ακολουθούν δεν είναι προϊόντα συστηματικής ψυχολογικής έρευνας, αλλά είναι προσωπικές αξιολογικές κρίσεις του γράφοντος, ενισχυμένες και από πληροφορίες που κατά καιρούς έφθαναν σ’ αυτόν από άλλους ανθρώπους, κληρικούς και λαϊκούς, που γνώριζαν πολύ καλά τη μακαριστή Γερόντισσα. Όλοι ομιλούσαν για έναν άνθρωπο πνευματικό, με χαρίσματα διορατικά και προορατικά.

Εξομολογούμαι, με κάθε ειλικρίνεια, ότι σε όλα αυτά δεν έδιδα μεγάλη προσοχή, επηρεασμένος ίσως και από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Ήθελα, όμως, κάτι το συγκεκριμένο, κάτι δικό μου, κάτι μη αμφισβητήσιμο. Και αυτό ήλθε, μόνο του, κατά τρόπο φυσικό, ως ευλογία Θεού.

Ήλθε η σειρά μου, να γνωρίσω από κοντά την Γερόντισσα αυτή, ύστερα από προτροπή ενός φίλου μου. Στις παραμονές μιας εγχείρισης, που θα έκανα στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, ο φίλος μου με προέτρεψε να πάρω την ευχή της Γερόντισσας. Οπότε, την επισκεφθήκαμε μαζί στο σπίτι της, στο κελλάκι της, καλύτερα, στην Πόμπια.

Αντίκρισα τότε έκπληκτος μια ηλικιωμένη γυναίκα, κατάκοιτη, έχουσα δίπλα της ως φροντιστή και γηροκόμο τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Αντώνιο Φραγκάκη, και μερικές θεραπαινίδες, που με ζήλο ιεραποστολικό προσέφεραν τα δέοντα στη Γερόντισσα. Ο όλος διάκοσμος του σπιτιού ομοίαζε περισσότερο με μοναστηράκι, παρά με σύγχρονη οικία, με ανέσεις και πλούτο κοσμικό.

Μόλις με είδε η Γερόντισσα, επαναλαμβάνω ότι ήταν η πρώτη και η μοναδική φορά που συναντηθήκαμε, μού είπε: «Εσένα σε περίμενα τώρα και πολύ καιρό».

Έπειτα άρχισε να μού λέγει για την περίπτωση της αρρώστιας μου και για την επικείμενη εγχείριση, ακτινογραφώντας με, κατά κάποιο τρόπο, και βεβαιώνοντάς με ότι όλα θα πάνε καλά. Συνεχίζοντας, μού ομίλησε για δύο προαπελθόντα προσφιλή μου πρόσωπα. Είπε: «Έχεις δύο γυναίκες, αναπαυόμενες στο κοιμητήριο».

Αλλά το πλέον εντυπωσιακό ήταν η αναφορά που έκαμε σε ένα γεγονός, που είχε λάβει χώρα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πριν από πολλά χρόνια, σε μία κρίση ενός μέλους Δ.Ε.Π. Με ευγένεια είπε ότι φάνηκα τότε αυστηρός. Ίσως ακολούθησαν και άλλα, τα οποία δεν ενθυμούμαι.

Βιώνοντας όλα αυτά, και μένοντας ενεός, σιωπηλός και κατάπληκτος δίπλα στη Γερόντισσα, άκουα διαρκώς στα αυτιά μου τον Πατερικό λόγο : «Σιώπα και μη μέτρει σεαυτόν», δηλαδή να σιωπάς και να μη λογαριάζεις τον εαυτό σου. Το ίδιο έκανα και όταν συναντούσα στο κελλί Παναγούδα τον τότε αγιορείτη Γέροντα Παΐσιο. Μπροστά του ήμουν ένας μικρός μαθητής, δείχνοντας σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπό του. Καταλάβαινα τότε, όπως και τώρα, ότι ο άνθρωπος της άσκησης είναι ο άνθρωπος του Θεού. Η Γερόντισσα βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία με τον Θεό και τους αγίους της Εκκλησίας μας, με τους οποίους συνομιλούσε νύκτα και ημέρα. Ήταν το κατάλευκο «Κρινάκι», που είχε περιγράψει η ίδια σε ένα ποίημά της, ευχόμενη να γίνει σαν εκείνο και η ψυχή της, και στον Θεό να πάει ως άσπρο κρίνο. Και ήταν πράγματι κατάλευκη και ακηλίδωτη η ψυχή της, φωτισμένη από το Φως του Θεού της δόξας. Τί κι αν ήταν μικρόσωμη και ασθενής σωματικά; Ήταν υγιέστατη πνευματικά, με ορθάνοικτα τα μάτια της ψυχής της και ικανή να κατεβάζει τον Ουρανό στη γη.

Έκτοτε, πεπεισμένος περί της αξιόλογης πνευματικής αυτής προσωπικότητας, αποδεχόμουν όσα περί αυτής οι φίλοι και οι γνωστοί μου μού μετέφεραν. Είχα απολύτως πεισθεί ότι η Γερόντισσα Γαλακτία ήταν πράγματι ένα «σκεύος εκλογής» του Παναγάθου Θεού και του Αγίου Πνεύματος. Ήταν, ας μού επιτραπεί η έκφραση, ένα όργανο της Θείας Πρόνοιας, «εις διακονίαν αποστελλόμενον δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν».

Η παρουσίασή της ενίσχυσε και ενδυνάμωσε πολλούς.

Τα πολύτιμα αυτά πνευματικά αγαθά μόνον όσοι την έζησαν από κοντά μπορούν να μάς περιγράψουν λεπτομερώς. Και ήταν όντως πολλά τα αγαθά αυτά.

Η Γερόντισσα Γαλακτία ήταν ένας άνθρωπος, που ζούσε με την καρδιά και μιλούσε με την καρδιά. Όσα έλεγε, οι διαγνώσεις που έκανε, οι συμβουλές που έδιδε, ήταν προϊόντα αγίας ζωής και θερμής προσευχής. Δεν την οδηγούσε ο ορθός λόγος, που λαχανιάζει, αλλά η θερμή πίστη στον Θεό, που ουδέποτε εκπίπτει.

Η Γερόντισσα Γαλακτία ήταν μια προσωπικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που μάς αποκαλύπτουν οι ψυχολογικές έρευνες. Ήταν ένα πρόσωπο με τη σφραγίδα της δωρεάς, με τα χαρίσματα εκείνα που σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει σε άνθρωπο.

Η μελέτη της προσωπικότητάς της με δίδαξε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι διάγνωσης των γνωρισμάτων κάθε προσωπικότητας, πέραν από εκείνους που μάς διδάσκει η επιστήμη της Ψυχολογίας. Είναι εκείνοι που στηρίζονται στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια, που μόνον όσοι τη βιώνουν μπορούν να μάς βεβαιώσουν ότι πράγματι είναι «άνωθεν κατερχομένη».  Είναι τα κατάλευκα κρινάκια, με τα οποία επιθυμούσε να ομοιάσει και η μακαριστή Γερόντισσα. Και το πέτυχε, ώστε σήμερα να απολαμβάνει μακαριότητας.

Ο κ. Γεώργιος Ε. Κρασανάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

 πηγή
-ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ


Γερόντισσα Γαλακτία: Την επισκέφθηκαν οι επτά Αρχάγγελοι που μεταφέρουν τις  προσευχές των αγίων - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

Ονομάζομαι Μαρία Περιστέρη.  

Από τον Πρινιά Μαλεβυζίου. 

Δεν έχω πρόβλημα να ανέβω σε ένα βουνό με ένα τηλεβόα να φωνάξω όσα μου έκανε η Γερόντισσα. 

 Δεν με πειράζει που κάποιοι μεγάλοι της Εκκλησίας δεν τα πιστεύουν και ειρωνεύονται.  

Έτσι διάβασα πρόσφατα.  

Λυπάμαι. Λυπάμαι πολύ.  

Εγώ τα έζησα και αν λέω ψέματα θα λογοδοτήσω στο Θεό.  Μπροστά στην αλήθεια δεν σκιάζομαι κανένα.

Την Γερόντισσα Γαλακτία  γνώρισα το 2017.  Την άκουσα από την φιλόλογο Εύα Τορνεσάκη, πρώτη ξαδέλφη του π. Αντωνίου.  Ο π. Αντώνιος την έχει αδελφή του.  Πιστή και σοβαρή κοπέλα η Εύα.  Μου ιστορήθηκε τα θαυμαστά που έχει κάνει η γιαγιά Γαλακτία σε εκείνη και σε όλη την οικογένεια.  Επειδή είχα δύσκολο καρκίνο στο στήθος και ήμουν και αρραβωνιασμένη ζήτησα να πάω.  Πήγα και τί να δω!  Μία γιαγιούλα μια σταλιά πάνω στο κρεβάτι γεμάτη φως!  Έλαμπε, μοσχοβολούσε.  Δεν περιγράφονται αυτά που έζησα και δικαιολογώ κάπως όσους δεν τα πιστεύουν γιατί δεν τα έζησαν.  Τουλάχιστον να έχουνε καλή πρόθεση και να μην αμφισβητούν όσους τα έζησαν αυτά.  Τα μάτια μου έτρεχαν βροχή.  Πού να βρω δύναμη να μιλήσω.  Ζούσα στον παράδεισο! Η γιαγιά έκανε νόημα να πάω κοντά της.  Με έβαλε μέσα στην αγκάλη της, με έσφιξε πάνω της.  Μου είπε: «μη φοβάσαι παιδί μου.  Πράμα δεν έχεις.  Όταν σου βγάνουνε τσι πεταλούδες από τα χέρια να έρχεσαι εδώ να σε σταυρώνω.  Θα σε αναθέσω στην γειτόνισσά μου (Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου).  Όλα καλά...».  Έβγαλε το σχήμα της και το έβαλε στο στήθος μου.  Ίδρωσα γιατί ήταν καλοκαίρι και μοσχοβόλησε ο τόπος.  Μέσα στην ντουλάπα μου το πουκάμισο εκείνο ευωδίαζε αρκετό καιρό.  Όπως μυρόβλησε την ημέρα της κηδείας της ένα κομμάτι από το νυχτικό της που μου χάρισε η κυρία Ριρίκα!  Ο Δημήτρης ο αρραβωνιαστικός μου με ρώτησε: «τί μοσχοβολά έτσι; Έρχεται κύματα κύματα η ευωδία.  Θύμιασες;».  Του εξήγησα τι συνέβαινε και θαύμασε.

Όταν μετά την πρώτη συνάντηση πήγα στην Αθήνα, με βρήκανε τελείως καθαρή.  Είχε γίνει μια μικρή μετάσταση σε ένα σπόνδυλο.  Πήγα πάλι στη Γερόντισσα.  Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω τίποτα.  Πήρε μόνη της το σταυρό και τον πήγε στο στήθος.  Έπειτα μου είπε: «γύρισε και την πλάτη σου».  Έκπληκτη γύρισα.  Πήγε ακριβώς στο σημείο που ήταν η μετάσταση.  Με σταύρωσε πολύ ώρα.  Σαν να ξεκόλλησε κάτι σαν βεντούζα από εκείνο το μέρος.  Περιττό να πω ότι έγινα με ιατρική διαπίστωση τελείως καλά! 

Μετά από αρκετό καιρό πήγα στην Αθήνα και έκανα μια μαγνητική τομογραφία για να δω πώς πάω.  Η μαγνητική βγήκε χάλια.  Έδειξε πολλές μεταστάσεις.  Πάνω στον πανικό μου πήγα και βρήκα μια χαρτορίχτρα για να μου πει αν όντως έχω μεταστάσεις.  Φυσικά με βούλιαξε, με απογοήτευσε.  Γύρισα και πήγα αμέσως στη Γερόντισσα.  Μόλις με είδε μου είπε κάπως αυστηρά: «έλα ’δω. Πράμα δεν έχεις.  Μην ξαναπάς στις μάγισσες γιατί αλλοίμονό σου.  Θά ’ρχεσαι επαέ να τα λέμε...».  Θαύμασα και έκλαψα από χαρά.  Πού να τολμήσω να αμφισβητήσω την Γερόντισσα.  Μετά από λίγες μέρες μου τηλεφώνησαν από το νοσοκομείο ότι έγινε λάθος.  Οι εξετάσεις μου ήταν καθαρές τελείως!!!

Ήρθε εφέτος μία επίσκεψη της αρρώστιας στο συκώτι.  Δεν παντρεύτηκα το γρηγορότερο όπως ήθελε η Γερόντισσα και επέμενε και ο π. Αντώνιος...  Δεν σταμάτησα να την επισκέπτομαι.  Ήμουν πιά μέρος της οικογενείας.  Την τελευταία φορά με σταύρωσε και με ενθάρρυνε.  Πήρε το σταυρό για να με σταυρώσει και η προσευχή της ήταν πιο καθαρή από ποτέ.  Μόλις με σταύρωσε, με τσίμπησε στο σημείο στο ήπαρ και μου λέει πολύ καθαρά: «σου έβγαλα την ελιά»!  Αυτό και έφυγα.  Εκείνη την ημέρα ήταν η τελευταία φορά που την είδα από κοντά. 

Σε μία από τις επισκέψεις μου με απασχολούσε η καρκινοπάθεια μιας φίλης μου.  Είχε καρκίνο στα έντερα.  Βγάζω το κινητό μου και βρίσκω την φωτογραφία της.  Παρακάλεσα την Γερόντισσα:  «κάνε καλά την φίλη μου όπως βοήθησες και εμένα».  Την σταύρωσε στη φωτογραφία και είπε ότι θα γίνει καλά γιατί ταΐζει κόσμο...  Το μετέφερα στη φίλη μου και δεν το πίστεψε.  Εμφανίστηκε όμως η Γερόντισσα στον ύπνο μιας θείας της με τα καλογερικά της σχήματα, συστήθηκε και είπε: «η ανιψιά σου δεν θα χρειαστεί να κάνει εγχείρηση.  Είναι τελείως καθαρή.  Θα το διαπιστώσετε στην επόμενη εξέταση».  Έτσι ακριβώς έγινε.  Το πόσο θαύμασαν δεν λέγεται με λόγια.

Τις ημέρες που έφυγε για τα επουράνια είδα ένα όνειρο ολοζώντανο.  Τόσο ζωντανό, τόσο καθαρό που νόμιζα ότι το έζησα στην πραγματικότητα.  Μπήκα σε ένα δωμάτιο.  Είδα ένα παιδάκι γεμάτο πληγές και αίματα.  Όπως τα παιδάκια που βλέπουμε στις ειδήσεις να είναι βουτηγμένα στα αίματα εκεί που γίνονται πόλεμοι.  Τρόμαξα και του είπα: «έλα παιδάκι μου να βοηθήσω.  Πω, πω... πώς είσαι έτσι»!  Απάντησε: «εσύ θα με βοηθήσεις; Εγώ θα σε βοηθήσω», κρατούσε σταυρό και σταύρωσε τρείς φορές εκεί που είχα το πρόβλημα.

Ξαφνικά βλέπω την γιαγιά στα κατάλευκα!  Φαινόταν ότι με αποχαιρετούσε.  Με κάλεσε και μου είπε: «έλα παιδί μου να σου δώσω την ευχή μου»!  Με φίλησε στο μέτωπο και στα μάγουλα και μου είπε: «σ’ Αυτόν σε αναθέτω!  Είναι ο <κατάστικτος τοις μώλωψι και πανσθενουργός>!  Όλα καλά θα πάνε παιδί μου!  Μόνο κοντά Του νά ’σαι»!  Περιττό να πω ότι είμαι μια χαρά.  Τί άλλο να πω;  Γιαγιούλα μου!!!

Ανακομιδή Λειψάνων Γερόντισσας ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ της Ι.Μ. "Κυρά των Αγγέλων"