Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Ευθαλία Πατέρα


Η Ευθαλία Πατέρα γεννήθηκε στην Κόνιτσα το 1905. Γονείς της ήταν ο Χρήστος και η Βασιλική Πατέρα, άνθρωποι με θεοσέβεια. Μεγάλωσαν τα παιδιά τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· τους ενέπνευσαν πίστη και ευλάβεια προς τον Θεό. Η Ευθαλία ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά τους και ξεχώριζε για την ιδιαίτερη πίστη, αγάπη και αφοσίωσή της προς τον Θεό. Από μικρή δεν της άρεσαν τα παιχνίδια, προτιμούσε την προσευχή και την μελέτη των πνευματικών βιβλίων. Ήθελε όλο να προσεύχεται και να μαθαίνη για τον Θεό. Ο Κώστας ο Τζιάλλας, πολύτεκνος και παραδοσιακός, νεωκόρος και ιεροψάλτης, της έφερνε άρθρα από θρησκευτικά περιοδικά που εκείνη τα διάβαζε με ιδιαίτερη χαρά και προσοχή, και γέμιζε η ψυχή της Χριστό.

Το ντύσιμό της ήθελε να είναι σεμνό και ταπεινό· τα χρωματιστά φορέματα δεν τα ήθελε. Κάποτε, όταν ήταν μαθήτρια Δημοτικού, της έβαλαν άσπρο γιακά στην ποδιά της και δεν ήθελε να την φορέση. Είχε φυσική κλίση για ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό. Ζούμε με προσευχή και νηστεία. Δεν εσκέπτετο για επαγγελματική αποκατάσταση ούτε για δημιουργία οικογενείας. Ήταν άριστη μαθήτρια. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και ήθελε να γίνη δασκάλα. Την απασχολούσε όμως το γεγονός ότι, αν θα εγίνετο δασκάλα, θα επικοινωνούσε και θα συνεργάζετο και με άνδρες συναδέλφους. Έτσι άλλαξε γνώμη. «Τι δουλειά έχω εγώ με τους άνδρες;», έλεγε, και θυσίασε την μόρφωση για να ολοκληρώση απρόσκοπτα την αφιέρωσή της. Επισκέπτετο συχνά την Ιερά Μονή Στομίου και μάλιστα έμεινε περίπου ένα μήνα εκεί με τον θείο της τον Αλέξιο Φλώρο, τα αδέλφια της και άλλους συγγενείς. Ο Αλέξιος ήταν αδερφός της μητέρας της και επίτροπος στο Μοναστήρι. Σε κάποια επίσκεψή της πλησίασε μία γερόντισσα μοναχή και η Ευθαλία της ζήτησε να την κρατήση κοντά της να γίνη μοναχή. Εκείνη της είπε: «Εδώ στα βουνά υπάρχουν άγριοι άνθρωποι, ληστές. Εγώ είμαι γριά και θα πεθάνω. Πώς θα ζήσεις εδώ στην ερημιά μόνη σου;». Ήταν τότε μόλις δεκαέξι ετών και φοβισμένη επέστρεψε και προτίμησε να μείνη μέσα στο σπίτι της, ζώντας πνευματικά.

Η ζωή της κυλούσε με προσευχή, νηστεία και διακονία. Κύριο γνώρισμά της η αγάπη και η θυσία· ήθελε όλους να τους διακονή και να τους ευχαριστή. Τ’ αδέρφια της είχαν εμπορικό κατάστημα και εκείνη στο σπίτι ετοίμαζε τα πάντα. Στολισμένη με την ταπείνωση και την υπομονή έζησε και συνεργάσθηκε αρμονικά με την δεύτερη γυναίκα του μεγαλύτερου αδερφού της για πολλά χρόνια. Την πρώτη την προέπεμψε για την αιώνια ζωή με τα λόγια: «Άγγελος μας ήρθες, άγγελος μας έφυγες». Η πρώτη γυναίκα του αδερφού της Γιώργου πέθανε πάνω στη λοχεία και άφησε ορφανό το μόλις δεκαπέντε ημερών κοριτσάκι, την Άννα, την οποία μεγάλωσε με πολλή αγάπη και στοργή η Ευθαλία. Με την δεύτερη γυναίκα του Γιώργου, την Όλγα, έζησαν αγαπημένα πάνω από τριάντα χρόνια. Επίσης μεγάλωσε και τα έξι παιδιά της αδερφής της, της Χαρίκλειας, γιατί αυτή και ο άνδρας της αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας.

Η Ευθαλία ήταν για όλους επίγειος άγγελος. Στους γονείς της πρόσφερε την αγάπη, την διακονία με προθυμία και ευγνωμοσύνη· ειδικά με την μητέρα της, που χρειάσθηκε βοήθεια, την ετοίμαζε καθημερινά νωρίς το πρωί για να περάσουν τ’ αδέρφια της, που θα πήγαιναν για δουλειά, να την χαιρετήσουν. Τον εαυτό της δεν τον υπελόγιζε, το μόνο που ήθελε ήταν να δίνη και να θυσιάζεται για τους συναθρώπους της. Το σπίτι της ήταν αρχοντικό και η οικογένειά της φιλόξενη. Φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της πολλοί άνθρωποι, απλοί και επίσημοι, και κυρίως περιοδεύοντες ιεροκήρυκες. Εκείνη φρόντιζε πάντα να προσφέρη τις υπηρεσίες της χωρίς να φαίνεται. Ήθελε πάντα να ζη στην αφάνεια.

Από το σπίτι της δεν έβγαινε παρά μόνον για να συναντήση την εξαδέρφη της, την Κέτη (Πατέρα) και την Ντίνα Μόκορου· μ’ αυτές είχε πνευματικές συζητήσεις. Πήγαινε και στην Αργυρώ Παπαθεμιστοκλέους, την πρεσβυτέρα, και της έλεγε λόγια Θεού. Η πρεσβυτέρα πολύ εχαίρετο και ενισχύετο. Όταν περνούσε από το σπίτι της παπαδιάς ο Πνευματικός, παπα-Παύλος Ζησάκης, και την εύρισκε χαρούμενη και ειρηνική, την ρωτούσε: «Πέρασε η Ευθαλία από δω;». Γνώριζε ο παπάς ότι το πέρασμα της Ευθαλίας έφερνε την χαρά και την ειρήνη του Θεού.

Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές και όταν είχε θεία Λειτουργία, η Ευθαλία πήγαινε στην Εκκλησία και ζούσε τα μυστήρια του Θεού. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά και όταν τελείωνε η Εκκλησία έπιανε συζήτηση μαζί τους, τα εχαίρετο, και τα συμβούλευε. Βοήθησε πολλά νέα κορίτσια να μην ξεστρατίσουν.

Αγαπούσε και προσευχόταν για όλους τους ανθρώπους. Δεν κατέκρινε και δεν ήθελε συζητήσεις με σχόλια για την ζωή των άλλων. Κάποια φορά συζητήθηκε το ατόπημα ενός Ιερέα· εκείνη δεν είπε τίποτε παρά μόνον προσευχήθηκε θερμά για τον ιερέα και του έγραψε και ένα γράμμα για πνευματική βοήθεια.

Την αγάπη της και φιλανθρωπία της προς κάθε άνθρωπο την εκδήλωνε με κάθε τρόπο. Μένει αλησμόνητη η θυσιαστική προσφορά και αγάπη που έδειξε προς τους τραυματίες του ’40. Η Γεωργική Σχολή της Κόνιτσας είχε μεταβληθή σε νοσοκομείο που εδέχετο τους τραυματίες του πολέμου. Οι τραυματίες όμως ήταν πολλοί και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε και το σπίτι της Ευθαλίας Πατέρα, και μάλιστα στήθηκε εκεί και χειρουργείο. Η Ευθαλία μαζί με άλλες εθελόντριες αδελφές που είχαν έρθει από την Αθήνα, περιποιούντο τους τραυματίες, δείχνοντάς τους αγάπη και ανακουφίζοντας τον πόνο τους. Τους έδιναν λίγο γάλα και χυμό από πορτοκάλια. Από τα Γιάννενα έστειλαν κάποτε για το πατρικό σπίτι της Ευθαλίας ένα καλάθι πορτοκάλια και η Ευθαλία τα έκανε όλα χυμό για τους τραυματίες. Άλλοτε ετοίμασαν δέματα και μελομακάρονα για τον στρατό και πρότειναν στην Ευθαλία να τα παραδώση. Εκείνη όμως αρνήθηκε, γιατί δεν ήθελε να φαίνεται, ούτε να παραγκωνίζη άλλους, δημιουργώντας αντιπάθειες και αντιζηλίες, και είπε σ’ αυτούς που επέμεναν:

«Θέλω να γίνη το καλό
και ας το κάνη άλλος
αν φθονουσ’ αντιμαχώ
εγκληματώ μεγάλως».

Μαζί με την ανακούφιση και την αγάπη που έδειχνε στους τραυματίες τους έλεγε και λόγια Θεού, στηρίζοντας και παρηγορώντας τους.

Η Ευθαλία διατηρούσε ακόμη τον πόθο της να γίνη μοναχή. Την επιθυμία της την είπε σε κάποιον Πνευματικό-ιεροκήρυκα που φιλοξενήθηκε στο σπίτι της, αλλά τότε ζούσε ακόμη με τη μητέρα της, η οποία ήθελε βοήθεια, και με την προτροπή του έμεινε για να την υπηρετήση.

Η Ευθαλία γνώριζε τον γέροντα Παΐσιο, καθότι Κονιτσιώτισσα. Όταν ο Γέροντας εφιλοξενείτο στο πατρικό της Κέτης, φώναζε την Ευθαλία και προσηύχοντο μαζί, έκαναν Παρακλήσεις και πνευματική συζήτηση (τα σπίτια της Κέτης και της Ευθαλίας ήταν δίπλα-δίπλα). Όταν αργότερα ο Γέροντας εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Στομίου, η Ευθαλία τον επισκέπτετο συχνά. Ήταν μάλιστα παρούσα στην μετακίνηση του βράχου από τον Γέροντα Παΐσιο και όταν ο Γέροντας πέταξε το τηγάνι με τα ψάρια στον γκρεμό. Συμμετείχε στην φιλανθρωπική προσπάθεια με τους κουμπαράδες που είχε ο Γέροντας σε διάφορα σημεία της Κόνιτσας. Η ίδια, καθώς έλεγε με απλότητα, είχε αναλάβει μια πολύτεκνη φτωχή οικογένεια. Τους έδινε σιτάρι και καλαμπόκι για να έχουν το ψωμί. Καθημερινά όμως τους έδινε το γάλα που έπαιρνε από την αγελάδα και βέβαια πρώτα έδινε στα παιδιά αυτής της οικογένειας. Ήταν τέσσερα τα φτωχά και ορφανά. Μαζί με την τροφή φρόντιζε και για το ντύσιμό τους, πλέκοντας ζακέτες και κάλτσες.

Όταν έγινε στην Κόνιτσα Επίσκοπος ο π. Σεβαστιανός, γνώρισε την Ευθαλία, και ένα Σάββατο μετά τον Εσπερινό, στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, της είπε: «Ευθαλία, αναλαμβάνεις ν’ ανοίξουμε γηροκομείο;». Εκείνη με συστολή απάντησε: «Δεν είμαι ικανή για ένα τέτοιο μεγάλο έργο». Ο ενάρετος εκείνος Ιεράρχης, που εγνώριζε να αναθέτη στον Θεό όλα τα θέματα, της είπε: «Κάνε προσευχή και σε μία εβδομάδα θέλω να μου δώσης απάντηση!». Προσευχήθηκε και ο Επίσκοπος για να δείξη ο Θεός το θέλημά Του και να φωτίση η Παναγία. Διηγήθηκε η Ευθαλία: «Μία εβδομάδα έλιωσα σαν το κερί…Δεν τολμούσα να αναλάβω ένα τέτοιο μεγάλο έργο, ένιωθα αδύναμη και ανίκανη, γι’ αυτό μετά από μία εβδομάδα τρέμουσα μπροστά στον Δεσπότη είπα “Δεν μπορώ Σεβασμιώτατε νιώθω αδύναμη και ακατάλληλη για ένα τέτοιο μεγάλο έργο”».

Εκείνος τότε, έχοντας πληροφορία και εξουσία από τον Θεό, διηγείται η ίδια, με πήρε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και μου είπε «σε καλεί η Παναγία και όχι εγώ». Τότε έβαλα τα κλάμματα και είπα «πώς να αρνηθώ στην Παναγία;», και κάνοντας υπακοή στον επίσκοπο και του λέγω: «Με την ευχή σας, Σεβασμιώτατε…». Χωρίς καθυστέρηση μάζεψε τα ρουχαλάκια της σ’ έναν μποξά και πήγε στο Εκκλησιαστικό γηροκομείο «Η Θεοτόκος». Ήταν ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι, το οποίο δώρισε στην Μητρόπολη η εξαδέρφη της Κέτη Πατέρα. Από την πρώτη μέρα ήρθα τέσσερις γερόντισσες και την Κυριακή με την παρουσία του Σεβασμιωτάτου κ. Σεβαστιανού έκαναν αγιασμό.

Με το ξεκίνημα της λειτουργίας του Εκκλησιαστικού γηροκομείου άνοιξε η Ευθαλία μία νέα ζωή προσφοράς αγάπης. Μετά τον Θεό και την Παναγία είχε πνευματικό στήριγμα τον Επίσκοπο κ. Σεβαστιανό.

Το παράδειγμά της συγκίνησε όλους τους κατοίκους της Κόνιτσας, οι οποίοι έσπευσαν να προσφέρουν από το υστέρημά τους για να λειτουργήση το Ίδρυμα. Συγκροτήθηκε πενταμελής επιτροπή με Πρόεδρο τον Σεβασμιώτατο κ. Σεβαστιανό. Την κύρια και βασική ευθύνη για την λειτουργία του γηροκομείου είχε η Διευθύντρια πλέον, Ευθαλία Πατέρα. Καθημερινά σχεδόν συνεργάζετο με τον Γεώργιο Παπαχρηστίδη για όλα τα θέματα και ζητήματα του γηροκομείου. Η Ευθαλία είχε τις γιαγιάδες σαν αδελφές και μητέρες και τις περιποιείτο με πολλή αγάπη. Φρόντιζε και για την υλική και για την πνευματική τροφή τους. Γονατιστή μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ξεκινούσε την καθημερινή της διακονία. Στην αρχή ήταν και μαγείρισσα και πλύστρα και…Διευθύντρια. Κάθε πρωί συγκέντρωνε τις γερόντισσες στο καθιστικό και μαζί τους έκανε προσευχή· το απόγευμα έψελναν όλες μαζί την παράκληση στην Παναγία. Ήταν τελειόφοιτη Δημοτικού αλλά γνώριζε τα της λατρείας. Είχε μάθει και έψελνε πολλά τροπάρια και εξαποστειλάρια. Πολλές φορές ερχόταν και ο Σεβασμιώτατος, προσευχόταν και συνωμιλούσε με τις γερόντισσες, ενώ κάθε Κυριακή έτρωγε μαζί τους. Υπήρχε στο γηροκομείο μία ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα, όπου εύρισκαν τροφή και στέγη και κάθε άλλη φροντίδα ψυχές εγκαταλελειμμένες. Η Ευθαλία είχε διοικητικά χαρίσματα, και ήταν πολύ οικονόμα. Εκεί έζησε ως το τέλος της ζωής της. Όπως αποδείχθηκε εκ’ των υστέρων, η διεύθυνση και η διακονία του γηροκομείου δεν την εμπόδισε να καλλιεργήση τις μοναχικές αρετές με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαιτέρως την ακτημοσύνη, την προσευχή, τον εγκλεισμό, την αφάνεια, την υπακοή, την διάκριση και την υπομονή.

Τα πράγματα που μετέφερε από το σπίτι της στο γηροκομείο το 1968 ήταν ένας μποξάς· αυτή ήταν η περιουσία της· δυσκολεύτηκαν να βρουν ενδύματα για την κηδεία της, αφού όλα τα πράγματα της ήταν ένα παλτό, μία ζακέτα, δύο φούστες, πέντε-έξι αλλαξιές, μία οδοντόβουρτσα, μία χτένα, ένα πορτοφολάκι με λίγα ψιλά, μία ομπρέλλα, τα γυαλιά, το μπαστούνι της και τρία βιβλία.

Προσωπικό κελλί δεν είχε. Τα πρώτα χρόνια ζούσε στον ίδιο θάλαμο με τρεις γιαγιάδες. Όταν αυξήθηκε ο αριθμός των γιαγιάδων, έστρωνε δύο κουβέρτες στο καθιστικό για τον βραδινό της ύπνο και το πρωΐ τις μάζευε. Ούτε ντουλάπι ούτε κομοδίνο είχε δικό της.

Όταν δημιουργείτο καμμία παρεξήγηση με τις γιαγιάδες ή όταν δεν την άκουγαν και είχαν ιδιοτροπίες, υποχωρούσε. Πήγαινε στο καθιστικό, άναβε το θυμιατήρι, έψαλλε την παράκληση στην Παναγία και ο Θεός έδινε την λύση. Όταν επέστρεφε τις εύρισκε ειρηνικές και συνεργάσιμες. Με αυτόν τον πνευματικό τρόπο ενεργούσε πάντοτε.

Μελετούσε την Αγία Γραφή, τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τα συγγράμματα του Αγίου Νεκταρίου και βίους Αγίων. Μάλιστα τα βιβλία που μελετούσε είχαν φθαρή από την πολλή χρήση. Είχε κομβοσχοίνι και ασκούσε την νοερά προσευχή όπως την είχε διδάξει ο γέροντας Παΐσιος.

Η Ευθαλία αρχικά εξωμολογείτο στον παπα-Δημήτριο. Η ίδια ποθούσε την συχνή θεία Κοινωνία. Ο Πνευματικός της όμως της επέτρεπε να κοινωνή τρεις έως τέσσερες φορές τον χρόνο. Αν και δεν την ανέπαυε αυτό, έκανε όμως υπακοή. Αφ’ ότου όμως πήγε στο γηροκομείο, ήταν στην υπακοή του Σεβασμιωτάτου και κοινωνούσε μία με δύο φορές την εβδομάδα. Η τιμή και η αγάπη ήταν αμοιβαία μεταξύ του Σεβασμιωτάτου και της Ευθαλίας.

Για τελευταία φορά πέρασε από την αγορά της Κονίτσης το 1940, μεταφέροντας πορτοκάλια για να προσφέρη χυμό στους τραυματίες πολέμου. Έκτοτε ο μοναδικός δρόμος που γνώριζε ήταν ο δρόμος που ωδηγούσε στον Άγιο Νικόλαο. Από το 1968 που πήγε στο γηροκομείο, συνέχισε ένα διάστημα το ίδιο τυπικό, να βγαίνη μόνο για εκκλησιασμό στον Άγιο Νικόλαο. Αργότερα εκκλησιάζετο μόνο στο παρεκκλήσι των Ιδρυμάτων. Αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ δεν την έβλεπε κανείς ακόμα και στην αυλή.

Δεν ανέχετο ποτέ σχόλια και κουτσομπολιά για άλλους από τις κυρίες που εργάζοντο στο Ίδρυμα. «Αφήστε τον κόσμο να κάνη την δουλειά του», έλεγε επιτακτικά και έκοβε από την αρχή κάθε σχόλιο· η άλλοτε έλεγε: «Άντε, θα έχετε και καμμία δουλειά να κάνετε».

Διηγείτο η Ευθαλία για να δείξη πως η προσφορά μας οφείλει να είναι ανιδιοτελής και διακριτική, το εξής: «Κάποτε ένας Κονιτσιώτης αγόρασε παπούτσια σε ένα φτωχό ξυπόλητο παιδί. Κάθε φορά που το συναντούσε του έλεγε: «Πρόσεχε πως περπατάς μην χαλάσης τα παπούτσια». Άλλοτε: «Μην τα χτυπήσης, μην τα λερώσης» κ.λ.π. ώσπου μία μέρα σε μία παρατήρηση το παιδί αγανάκτησε, τα έβγαλε από τα πόδια του λέγοντας του: «Πάρτα, για να προχωρώ ελεύθερα, όπως θέλω».

Μια γιαγιά που την περιποιείτο η Ευθαλία με πολλή αγάπη και φροντίδα, της φιλούσε τα χέρια. «Σ’ έχω μάννα», της έλεγε, και ας ήταν μεγαλύτερη από την Ευθαλία. Η ίδια προέπλενε με τα χέρια της τα λερωμένα ρούχα των γιαγιάδων, για να τα πλύνουν στην συνέχεια οι κυρίες το πρωΐ.

Υπήρχε παλαιότερα η νοοτροπία ότι, αν κάποιος ήταν κατάκοιτος, είχε πολλές αμαρτίες. Η Ευθαλία, για να μη νιώθουν άσχημα οι κατάκοιτες με τον τρόπο της έκρυβε την κατάσταση κάθε κατάκοιτης γιαγιάς στους επισκέπτες. Ποτέ δεν είχε πει ότι έχουμε κατάκοιτες γιαγιάδες. Τις κατάκοιτες τις περιποιούντο η Ευθαλία και η Κλειώ.

Το πνεύμα της θυσίας το μετέδιδε και στο υπόλοιπο προσωπικό, που κατάφερνε να το διατηρή ενωμένο και αγαπημένο. Ήταν έντονη η παρουσία της βοήθειας του Θεού στο έργο του γηροκομείου την περίοδο που τα μέσα και τα άτομα του προσωπικού ήταν λίγα. Η παρουσία της Ευθαλίας ενέπνεε όλες τις κυρίες. Όπως έλεγε η Κλειώ «ήμασταν όλες μία ψυχή, μία καρδιά!». Έδειχνε κατανόηση στους συνεργάτες της και προσπαθούσε να βρίσκη τρόπους να τους ξεκουράση· π.χ. έλεγε στην Κλειώ, την υποδιευθύντρια του γηροκομείου: «Να πας, παιδί μου, στην αδερφή σου να την δης και να την χορτάσης, γιατί τώρα είμαι στο πόδι εγώ… άμα θα γεράσω δεν θα μπορείς να πας… πήγαινε τώρα στην αδερφή σου». Επίσης όσες φορές ήθελε η Κλειώ να πάη στα Γιάννενα, δεν της έφερνε αντίρρηση και καθόταν αυτή στην θέση της».

Όλοι εδιδάσκοντο και εμπνέοντο από τα λόγια και κυρίως από το παράδειγμα της Ευθαλίας. Εννοείται πως η Ευθαλία πρόσφερε τις υπηρεσίες της χωρίς καμμία υλική αμοιβή. Συνεχώς, σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο εργαζόταν και φρόντιζε για όλα. Από τις πρώτες γυναίκες που συνεργάσθηκαν μαζί της ήταν η κ. Πολυξένη Ζδράβου, τίμια, εργατική και μεγάλης εμπιστοσύνης άνθρωπος. Στην συνέχεια αυξήθηκαν οι δουλειές και χρειάσθηκε να προσλάβουν την κ. Σταθούλα Κίτσιου και την κ. Σοφία. Όλες πολύ καλές και αφοσιωμένες στο θεάρεστο έργο τους. Είχαν ζωντανό παράδειγμα προσφοράς και θυσίας την κυρά-Ευθαλία, όπως την αποκαλούσαν. Σε όλους έδινε όλη της την αγάπη, η οποία εζωγραφίζετο στο ήρεμο και καλωσυνάτο πρόσωπό της και στο ειλικρινές χαμόγελό της. Στους επισκέπτες του γηροκομείου ήταν ευγενέστατη και όσους φιλοξενούσε κάποιες ημέρες τους έκανε να αισθάνωνται πραγματικά σαν το σπίτι τους, αφού της πήγαινε τόσο πολύ ο ρόλος της μητέρας. Ο λογισμός της ήταν καλός για όλους. Το μέγεθος και η ανιδιοτελής αγάπη της Ευθαλίας προς τις γιαγιάδες φαίνεται και από μία περίπτωση μιας γιαγιάς που ξεκίνησε με καρκίνο στο βλέφαρο και δημιούργησε πληγή σε όλο το πρόσωπό της. Το θέαμα ήταν φρικτό, οι πόνοι αφόρητοι, η περιποίηση και απαραίτητη φροντίδα για να γίνη απαιτούσε μεγάλη αγάπη και υπομονή. Αυτά τα διέθετε μόνο η Ευθαλία. Καθώς την φρόντιζε και της μιλούσε με τρυφερότητα, εκείνη (η κυρά-Γίτσα) την αποκαλούσε «μάννα». Η όλη εικόνα ήταν ιεροτελεστία, η αγάπη και η θυσία σε μία γνήσια και αυθεντική έκφραση. Πάνω από δύο δεκαετίες υπηρέτησε η Ευθαλία γερόντισσες πονεμένες και κατάκοιτες.

Όταν πέθανε κάποια γερόντισσα η Ευθαλία ξενυχτούσε και διάβαζε το Ψαλτήρι. Τους υπόλοιπους του προσωπικού του γηροκομείου τους έστελνε για να ξεκουραστούν.

Είχε στην ευθύνη της όλη την λειτουργία του γηροκομείου και ο Θεός της έστελνε καθημερινά ευλογίες. Κάποτε που δεν είχε τυρί, ούτε φρούτα, έκανε προσευχή και σε λίγο εμφανίσθηκε η Δημητρούλα Καπάϊου με δύο τελάρα σταφύλια και δύο πλάκες τυρί. Η Ευθαλία συγκινημένη δόξαζε όλη την ημέρα τον Θεό, ενώ η Πολυξένη Ζδράβου, η μαγείρισσα, απορούσε και θαύμαζε!

Στην αγορά η Ευθαλία δεν κατέβαινε, είχε όμως τον τρόπο της και επικοινωνούσε με τους ανθρώπους που ήθελαν να προσφέρουν. Όλοι ήταν συγκινημένοι από την πηγαία αγάπη και ευγένειά της.

Η Ευθαλία δεν ήταν μόνο μάννα για τις γερόντισσες του Εκκλησιαστικού γηροκομείου, αλλά και για τα παιδιά του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου Αρρένων «Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός». Έδειχνε την αγάπη της παντοιοτρόπως. «Ντυθήτε για να μην αρρωστήσετε», «έλα, παιδί μου, να πιης ένα τσάϊ, σ’ ακούω να βήχεις». Όλοι οι οικότροφοι ενθυμούνται με πολύ σεβασμό και ευγνωμοσύνη την κυρά-Ευθαλία.

Κάποιος της είπε: «Ευθαλία, άσκοπα κουράζεσαι με τα παιδιά του Οικοτροφείου. Ελάχιστα παιδιά γίνονται ιερείς, οι υπόλοιποι φεύγουν και τα ξεχνούν όλα». Απάντησε: «Το σφουγγάρι βγάζοντας το από το νερό, όσο και να το στύψης, θα μείνει υγρό».

Αφ’ ότου έφυγε από το πατρικό της το 1968, σπίτι της πλέον ήταν το γηροκομείο. Μόνο στα πρώτα δέκα χρόνια περίπου πήγαινε μία φορά την εβδομάδα, για να ζυμώση πρόσφορα. Αξίζει να αναφερθή ο θαυμαστός τρόπος που έκανε το προζύμι για τα πρόσφορα. Έβραζε Βασιλικό από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και με τον νερό αυτό έπιανε το προζύμι χωρίς να προσθέση τίποτε άλλο. Με αυτό το προζύμι ζύμωνε τα πρόσφορα όλο τον χρόνο. Μερικές φορές έφτιαχνε και ζυμωτό ψωμί για να ευχαριστήση τις γιαγιάδες.

Η Ευθαλία ήταν άνθρωπος πίστεως και υπομονής· είχε διάκριση, δεν έλεγε πολλά. Ήξερε να φέρεται και να μιλά στον καθένα, όπως έπρεπε, με καλό τρόπο και με αγάπη. Από τις αρχές της και το πνευματικό πρόγραμμα δεν έβγαινε (νηστείες, προσευχές). Έτρωγε την Κυριακή μόνο λίγο κρέας και την Τρίτη λίγο ψάρι. Τις υπόλοιπες μέρες το φαγητό της ήταν πολύ λίγο και απλό. Έκανε το τριήμερο και κρατούσε τις νηστείες με χαρά. Εάν κάποιος της έλεγε ότι έπρεπε να φάη κάτι περισσότερο, έλεγε χαριτολογώντας: «δεν με αφήνει η Μάννα μου». Αργότερα σε μία καινούργια πτέρυγα των φιλανθρωπικών αυτών Ιδρυμάτων ενσωματώθηκε και ένα Εκκλησάκι και σχεδόν κάθε Σάββατο εγίνετο θεία Λειτουργία. Η Ευθαλία έκλαιγε από χαρά, γιατί έτσι ωλοκληρώθηκε η πνευματική τροφή όλων των τροφίμων, και του γηροκομείου και του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου.

Μεγάλη ανακούφιση και βοήθεια είχε η Ευθαλία από το 1973, όταν ήρθε η Κλειώ Ρόκου, μία ψυχή απλή με πολλή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Αφιερωμένη κι εκείνη στον Θεό και στην υπηρεσία του πλησίον συνεργάσθηκε με την κυρά-Ευθαλία όλα τα χρόνια αρμονικά, σαν μάννα με κόρη υπηρετώντας τις γιαγιάδες. «Μεγάλο δώρο μου έστειλε ο Θεός», έλεγε η Ευθαλία για την Κλειώ.

Η μέριμνα και η φροντίδα για τα άπορα παιδιά ήταν κανόνας στην ζωή της. Κάποιος θείος της της έστελνε χρήματα και εκείνη, ενώ θα μπορούσε να τα διαθέση για τις ανάγκες του Εκκλησιαστικού γηροκομείου, τα έδινε σε ορφανά και φτωχά παιδιά. Είχε αναλάβει τα ορφανά εγγόνια μιας γερόντισσας, η οποία ήταν στο Εκκλησιαστικό γηροκομείο.

Τα δύο τελευταία χρόνια η Ευθαλία εξ αιτίας της οστεοπόρωσης έπεσε κατάκοιτη σε κρεββάτι και η Κλειώ την φρόντιζε με παραδειγματική αφοσίωση και αγάπη, ως κόρη γνήσια. Σε μία επίσκεψη ο Σεβασμιώτατος της είπε:

– Κυρία Ευθαλία, εκεί που θα πας να μας θυμάσαι, μη μας ξεχάσης.

– Σεβασμιώτατε, πρώτα θα πάτε εσείς και ύστερα εγώ.

Και πράγματι· ενώ ήταν υγιής τότε ο Σεβασμιώτατος κλονίστηκε η υγεία του και εκοιμήθη στις 12 Δεκεμβρίου του 1994, ενώ η Ευθαλία εκοιμήθη δώδεκα ημέρες αργότερα στις 24-12-1994.

Η γερόντισσα Ευθαλία ήταν προικισμένη από τον Θεό με πάρα πολλά χαρίσματα πνευματικά και διανοητικά, τα οποία πολλαπλασίασε ενώ συστηματικά τα έκρυβε. Μας δίδαξε όχι τόσο με τα λόγια της, αλλά κυρίως και προπαντός με το παράδειγμά της με ένα ιδιαίτερο μυστικό τρόπο, με όλην την ζωή της, με την αστείρευτη αγάπη της, την εμπιστοσύνη της στην πρόνοια του Θεού, την ακλόνητη πίστη, την απόλυτη ακτημοσύνη της, την ταπείνωση της, την αφάνειά της και την διάκριση· με την εμπνευσμένη καθοδήγηση και διοίκηση του Ιδρύματος, με την προσφορά αβραμιαίας φιλοξενίας. Μας δίδαξε με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μίκραινε και διέλυε τα τυχόν προβλήματα που εδημιουργούντο, με την θυσία, την καρτερία και την υπομονή που έδειχνε σε όλα, αλλά και την σιωπή, και με την αδιάκριτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, με την υποδειγματική της υπακοή στον Πνευματικό της, τον Σεβασμιώτατο, με την σοφία που την χαρακτήριζε. Τους ιδιαίτερους αγώνες της τους γνωρίζει η ίδια και ο Θεός. Κατάφερε να μείνη άγνωστη στους πολλούς ανθρώπους, αλλά γνωστή στο Θεό.

Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.

(“Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄“, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosgeorgioskorydallou.gr)

Η Ηπειρώτισσα μάνα...



Γράφει ο Χρήστος Α.Τούμπουρος

(Με αφορμή τη γιορτή της μητέρα, αυτές οι αράδες ας θεωρηθούν ένας φόρος τιμής στην ηπειρώτισσα μάνα, στην πουτσαρίνα αυτή που κράτησε όρθια την Ήπειρο)

"Η Ηπειρώτισσα μάνα μια διαρκής παρακαταθήκη αξιών"
Ηπειρώτισσα μάνα, λεβέντισσα που καβάλ’σε τη φτώχια, την ορφάνια, την ξενιτιά.

Που αμπήδ’σε βάσανα πίκρες και στενοχώριες.
Που πάλεψε και νίκησε τον φασισμό και τον έστειλε στα γκρεμοτσακίδια.
Που πίστεψε στον τόπο της και μεγάλωσε τη φαμπλιά της με αξιοπρέπεια ήθος και φιλότιμο.
Που το πλατύ σαν ήλιος χαμόγελό της και η φεγγαροστόλιστη ματιά της δεν μπορεί να συγκριθεί με όλο το χρυσάφι του ντουνιά.
Ηπειρώτισσα !!!
Η γυναίκα που αγκομαχώντας στις γιδόστρατες, κρεμασμένη στα καταράχια, ανηφορίζοντας χωρίς σταματημό, με ρυτιδιασμένο, αλλά καθάριο πρόσωπο κι ολάνθιστη την καρδιά της -πάντα με χαμόγελο αισιοδοξίας- κράτησε αλύγιστη και ατόφια την ΗΠΕΙΡΟ.

Αν έζησε η Ήπειρος και έθρεψε γενιές ολόκληρες και απόδιωξε όλους τους σιαταναρέους, φασίστες επιδρομείς και κατακτητές, εντός και εκτός εισαγωγικών, έβαλε πλάτη η Ηπειρώτισσα μάνα.

Όμορφη, αγία και σεπτή αντιμετώπισε και ξεπέρασε τις δοκιμασίες και τις περιπέτειες ψύχραιμα, αξιόπρεπα, με άγρυπνη τη συνείδησή της, που όριζε το ύψος και το ήθος της ύπαρξής της.

Κράτησε τα μυστικά της ψυχής του λαού μας, τα σμίλεψε με ομορφιά και τα βάφτισε στη γλύκα που εκπέμπει ο αντίλαλος της Ηπειρώτικης φυσικής μελωδίας. Μπροστά στην πανδαισία της φυσικής και μελωδικής χαρμονής του τόπου τους, στάθηκαν οι Ηπειρώτισσες παντεπόπτριες και διαφεντεύτρες της ολόφωτης και απρόσμενης ομορφιάς. 
Αυθεντική, ατόφια, αφκιασίδωτη και αγνή και με το άρωμα της ελληνικής λεβεντιάς στην καρδιά και στο κορμί της εξέπεμψε έναν αυτογενή δυναμισμό ανθρωπισμού και μάγεψε φανερώνοντας την ακμή και την αρχοντιά της Ηπειρώτικης ψυχής. 
Με ψυχή αγνή, ταπεινή και άδολη σε φύση πλανεύτρα και γη σκληρή, ιδιότροπη και ανυπάκουη στο αλέτρι και στο τσαπί μπάζωσε τις ρίπες κι έφκιαξε τα χωραφάκια της, με σεβασμό στη φύση και στην Δημιουργία. 
Και με όλα αυτά και άλλα αναρίθμητα προβλήματα άντεξε, δόμησε την Ηπειρώτικη κοινωνία, αντιμετώπισε εισβολείς -παντός είδους- και δίδαξε ανθρωπισμό, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΗΘΟΣ.

Τα χέρια της ήταν πάντα χρυσωμένα και το τίμιο πρόσωπό της λαμπερό και χαρούμενο. 
Αν τιμάμε την Ηπειρώτισσα γυναίκα είναι γιατί η ιστορία και το παράδειγμά της, έχει πολλά να μας προσφέρει. 

Αδούλωτες, ασκλάβωτες, ελεύθερες! Ξεδίπλωσε όλες τις δυνάμεις της και ρίχτηκε στον αγώνα για τη ζωή, τη λευτεριά.
Η σημερινή πραγματικότητα στην Ήπειρο είναι τουλάχιστον καταθλιπτική. 

Η εσωτερική μετανάστευση και η πλειοδοσία των πολιτικών στον διορισμό, ερήμωσαν την Ήπειρο. Ερημιά παντού. 
Και αυτή η ερημιά έχει και τη μετενέργειά της στον πολιτισμό. 
Δεν κατοικούνται πλέον τα χωριά από παραγωγικές ηλικίες και ως εκ τούτου δεν παράγεται και δεν προάγεται τοπικός πολιτισμός. Πολιτιστικά άφωνα και άλαλα υπέκυψαν στον αρμαγεδόνα του υλοζωισμού, που χτύπησε την πόρτα συλλήβδην της ελληνικής κοινωνίας και την παραβίασε με το αποκριάτικο προσωπείο της δήθεν προοδευτικότητας και του ξενότροπου και ξενόφερτου μιμητισμού. 
Οι σημερινοί καιροί έχουν χάσει κάθε γεύση από το παρελθόν, η αξία του οποίου δεν αναγνωρίζεται . 
Αγωνίζεται και αντιστέκονται οι πολιτιστικοί σύλλογοι, για να σώσουν πολιτιστικά ό,τι σώζεται. Με μεγάλη επιτυχία θα έλεγα. 
Στις σημερινές δύσκολες -απαράδεκτα δύσκολες- συνθήκες, εάν δεν νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας πάνω σε ακέραιες και δοκιμασμένες αξίες και αρχές, θα μας πνίξει η κατεβασιά, που ασφαλώς είναι απείρως χειρότερη κι από αυτή του Αράχθου. Εάν δεν αντισταθούμε και δεν δώσουμε απάντηση ουσιαστική και με περιεχόμενο, θα ωχριά η κατεβασιά του Ταμερλάνου και του Τσεγκίς Χαν μπροστά στην επαπειλούμενη καταστροφή.

Η Ηπειρώτισσα μάνα μάς δείχνει το δρόμο.
Μέσα στη φθισικιά «ενεργητικότητα» της Αθήνας, παρέα με τον πανζουρλισμό που μεταφράζεται σε χαράτσια, δόσεις, κουτσουρεμένες συντάξεις, ενέργειες, μετενέργειες και προβλήματα μέχρι «τω δόξα πατρί», καλούμαστε να χαμογελάσουμε, να «βιοπαλέψουμε με το βίο της ζωής», όπως έλεγε και ένας καλόβουλος χωριανός μου, να ονειρευτούμε ∙ τουτέστιν να ζήσουμε. 
Στην ηπειρώτισσα μάνα κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ και τουλάχιστον λέμε ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
ΠΗΓΗ.ROMIANEWS

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Ελένη Ιωαννίδη.Μάνα του Έπους του ΄40





Ανδριανή Κυριάκου«Η τυφλή και ορώσα το Θεό»




Ανδριανή Κυριάκου«Η τυφλή και ορώσα το Θεό»


Στο βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου για τον Άγιο Νεκτάριο, ὑπάρχει καί ἡ φωτογραφία τῆς πρώτης ἡγουμένης τῆς Ἁγίας Τριάδος, κάτω ἀπό τήν ὁποία γράφει: «Ἡ πρώτη ἡγουμένη τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὄντως ὁσία Ξένη, ἡ τυφλή καί ὁρῶσα τόν Θεό». Αὐτό θυμήθηκα καί αἰσθάνθηκα ἐπισκεφτόμενος γιά πρώτη φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2011 τή γιαγιά Ἀνδριανοῦ, στο σπίτι τῆς κόρης της στά Λειβάδια.
Μ' ἕνα κομποσχοίνι στο χέρι, χωρίς μιζέρια, μέ τό συνεχές «Δόξα σοι ὁ Θεός!», να βιώνει τήν τυφλότητα ὡς δυνατότητα «θέας Θεοῦ». Φαίνεται πώς ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου κρύβει το μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἀκατανόητος στούς ἄλλους, ἀποκαλυπτικός σ᾿ αὐτόν πού τό σηκώνει.
Σκοπός τῆς ἐπίσκεψής μου ἦταν να μπορέσω να γνωρίσω, ὅσο εἶναι δυνατό, τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ της, πού τήν κάνει νά ἐκπέμπει χαρά καί νά θέλουν οἱ ἄλλοι – συγγενεῖς, φίλοι, γνωστοί καί ἄγνωστοι - νά εἶναι κοντά της. Αὐτή ἡ γνώση γίνεται μέ τό λόγο καί τή σιωπή. Ἴσως πιο πολύ αυτή ν' ἀποκαλύπτει το μυστήριο, πού ὄντως, γνωρίζεται - ὅπως ὅλα τά μυστήρια «ἐν σιωπῇ».
– Πῶς πάεις;
- Καλά, πάτερ Ανδρέα, καλά. Δόξα σοι ὁ Θεός! Καλύτερα δέν γίνεται ἀπὸ δῶ καί πέρα. Νά πάρω τήν εὐχή σου, ἴσως καί γίνει ἡ μέρα καλύτερα.
– Γιατί εἶναι ἄσχημη ἡ μέρα;
- Ἐξαρτᾶται ἀπό τό τί θά κάνουμε ἐμεῖς, ἐν νά πάει καλύτερα.
Το κομποσχοίνι πού ἔχει στο χέρι της είναι προσευχές «ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου», ἀρχίζοντας ἀπό τούς «οἰκείους». Προσευχές πού πηγάζουν ἀπό τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία γιά τήν ἴδια, ὅπως μᾶς λέει, «ἦταν πάντα στην καρδιά της» χωρίς νά ξέρει πῶς τήν ἀπόκτησε. Τό ἀποδίδει, ὡστόσο, στον πατέρα της Μανώλη που «ἦταν ἄνθρωπος πού ἀγαποῦσε ὅλο τόν κόσμο». Αὐτό το καταλάβαινε καί τό ἔβλεπε από μικρή, ὅταν «τήν ἐποχή πού νοικιάζαμε περβόλια κι ἦταν ὁ καιρός πού βγαίνουν τα σύκα καί τά χρυσόμηλα, την πρώτη δόση πού ἔκοβε, τήν ἔδινε στους φίλους και γνωστούς του.
Ἔβαζε τή μητέρα μου νά τοῦ κάνει μικρά καλαθάκια καί τά γέμιζε λέγοντας “αὐτό εἶναι τοῦ τάδε... τοῦ τάδε...”
Ἀγαποῦσε ὅλο τόν κόσμο κι ἔτσι πιάσαμε τό σύστημα».
Το να σκέφτεται πρῶτα τούς ἄλλους καί μετά τόν ἑαυτό του, δέν ἦταν κάτι τό περιστασιακό ἀλλά συνηθισμένο. Κάθε πού ἑτοιμάζονταν γιά νά καθίσουν στό τραπέζι, πρίν βάλει φαγητό στο δικό του πιάτο, ἔστελλε πρῶτα στις γιαγιάδες, στούς ἐμπερίστατους γείτονες.
Ἡ δέ μητέρα Εὐρυδίκη, συμπορευόμενη μέ τό σύζυγό της, ποτέ δέν τσακώθηκε μέ κανέναν, ἀγαποῦσε τόν κόσμο, πήγαινε τακτικά ἐκκλησία.
Τήν ἀγάπη πού ἔχει στήν καρδιά της γιά ὅλους, τήν αἰσθάνεται ὡς «κληρονομική», ὅτι τήν πῆρε ὡς «προῖκα» ἀπό τούς γονεῖς της. Αὐτή θεωρεῖ ὡς βάση γιά τήν εἰρήνη που νιώθει στήν καρδιά της, παρόλο ὅτι γιά 30 - 40 χρόνια βλέπει μόνο σκοτάδι. Ὅταν, μάλιστα, ξέρει τί σημαίνει νά βλέπεις τόν κόσμο, τούς ἀνθρώπους, τή φύση. Χωρίς να δυσανασχετεῖ, χωρίς νά ἔχει μέσα της άναστάτωση. Βέβαια, προσεύχεται καθημερινά καθώς μᾶς εἶπε, γιά νά τῆς δίνει ὁ Κύριος ὑπομονή καί ταπείνωση.
- Τί εἶναι ταπείνωση; Πῶς ἀποκτᾶται;
- Μόνο μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποκτῶνται ὅλα.
Ὅταν εἶσαι ἐγωιστής, όταν νομίζεις ὅτι ἐσύ εἶσαι καί κανένας ἄλλος τίποτα δεν γίνεται.
· Καλά, ὁ ἄνθρωπος νά μήν κάνει τίποτα; Όλα
ἀπό τό Θεό;
- Ὁ Θεός ὅταν εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο καί ὁ
ἄνθρωπος ἐλπίζει στό Θεό, ὁ Θεός θά τα κάνει όλα ὅταν, βέβαια, θέλει καί ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ Ὀρθοδοξία δέν γνωρίζει μόνο Πατέρες, αλλά καί Μητέρες, πού μέ τό λόγο τους τόν ἐμπειρικό καί γεμάτο Πνεῦμα ἅγιο, γεννοῦν ἀναγεννοῦν τέκνα γιά τή Βασιλεία. Μπροστά μας βρισκόταν μία τέτοια Μητέρα πού μποροῦσε ἀθόρυβα καί ἀληθινά ν᾿ ἀποκαλύψει «ὁδόν σωτηρίας».
- Μέ ποιόν τρόπο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ν᾿ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς; Ποιό εἶναι τό σημαντικό πού χρειάζεται νά κάνει, γιά νά ἔχει τέτοιο καρπό;
- Πρῶτα πρέπει ν' ἀγαπήσει τό Θεό καί μετά τόν κόσμο. Ὅταν ἀγαπᾶς τό Χριστό, τήν Παναγία καί τό Θεό, ἀπό κεῖ καί πέρα εἶναι ὅπως τό νερό όταν το βάζεις στο αὐλάκι καί πάει. Νά ἀγαπᾶς ὅλο τόν κόσμο· καί αὐτούς πού σοῦ φταῖνε καί αὐτούς πού δέν σοῦ φταῖνε. Ἀκόμη καί αὐτούς πού δέν σε θέλουν. Τούς ἀγαπᾶς ὅλους.



Βιβλιογραφία
Συναντήσεις - Αναζητήσεις - Αποκαλύψεις.
Πατήρ Ανδρέας  Αγαθοκλέους!!!

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

H Δημήτρω...



Δεν είχε πολλά. Τρία τέσσερα ζωντανά όλο κι όλο.
Τρεις γίδες και μια προβατίνα. Το μανάρι της!!
Έτσι την φώναζε. Μανάρι.
Άλλα δεν ήθελε...αυτά της φτάνανε της Δημήτρως.
Μόνη της ήταν.
Οικογένεια δεν είχε. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Προκομμένη κι άξια ήταν και μέσα σ όλα πρώτη στο χωριό.
Αλλά εκείνο το κουσουράκι που'χε την εμπόδιζε να παντρευτεί.
Το'να μάτι της δεν έκλεινε καλά. Μέχρι τη μέση έφτανε το βλέφαρο και στα χωριά αυτά τα κοιτούσαν πολύ κι ας ήσουν άξια και προκομμένη..
Η καρδιά της χτύπησε για κάποιον από το δίπλα χωριό.
Είχε και κείνος το παθηματάκι του..
Το ένα χέρι του ήταν πιο κοντό από το άλλο μα όλες τις δουλειές τις έκανε.
Φαντάστηκε η Δημήτρω πως θα μπορούσε να κάνουν οικογένεια
κι άρχισε να ονειρεύεται. Ανύπαντρος και κείνος και κάπως μεγαλούτσικος μα δεν την ένοιαξε ποτέ ετούτο.
Είχε μια φίλη στο χωριό του και πήγαινε συχνά μήπως και τον δει μήπως και την προσέξει κι όταν τον αντάμωνε δεν γύριζε να την κοιτάξει.
Απογοητεύτηκε κι η φιλενάδα της το κατάλαβε και όλο την ρωτάει τι έχει. Κουβέντα η Δημήτρω.
Και τι να πει? Ντρεπόταν που 'χε το μυαλό της σ έναν άντρα.
Ήταν ντροπή εκείνα τα χρόνια να θέλεις κάποιον.
Όλα στα μουλωχτά γινόταν...
Κι άντε...να θέλει άντρας μια γυναίκα στέλνει προξενιό.
Η γυναίκα τι να κάνει? Ντροπής πράματα τούτα...
Μια μέρα που πήγε πάλι στη φιλενάδα καθότανε οι δυο τους στο τοιχάκι της αυλής και περνάει ο Γιώργης χαιρετάει κι έχασε τα λόγια της και κοκκίνησε.
Την πήρε χαμπάρι η φίλη της και κρένει του Γιώργη τάχα μου να δει τον τοίχο. Σα να'θέλει λίγο κάποια μαστορέματα του είπε.
Έντιμος ο Γιώργης αφού έριξε μια ματιά της είπε πως ο τοίχος είναι μια χαρά.
Μόνο ένα βαψιματάκι θέλει και τίποτα άλλο και κανονίστηκε να πάει να τον βάψει.
Κι όλο να του λέει για την φίλη της τι προκομμένη γυναίκα είναι
κι όλο να την παινεύει κι όλο να προσπαθεί να πάρει μια κουβέντα του Γιώργη μα τίποτα αυτός.
Μούγκα...
Είδε κι απόειδε...από δω σ έχω από κει σε πάω όλο ξεγλίστραγε ο Γιώργης.
Παίρνει μια ανάσα και του το'πε στα ίσια..
Κι αφήνει το πινέλο κάτω εκείνος και της λέει. Καλή και προκομμένη η Δημήτρω μα σκιάζομαι μη βγουν τα παιδιά με μάτια που δεν κλειούν.
Κατάπιε τη γλώσσα της η φιλενάδα δεν περίμενε τούτα τα λόγια μόνο του είπε πως η Δημήτρω δεν ήταν από γεννησιμιού έτσι αλλά χτύπησε μικρή από κει το'χει τούτο το κουσούρι.
Και θέλησε η καψερή να το πει στη Δημήτρω γιατί την έτρωγε το μαράζι. Έλιωνε από έρωτα μπας και τον βγάλει απ το μυαλό της.
Αλλά τίποτα..Χειρότερα τα κανε τα πράματα.
Δεν ξαναπάτησε το πόδι της στο χωριό.
Δεν ξαναπήγε στην φιλενάδα η Δημήτρω. Δεν της κάκιωσε όχι για καλό έκανε ό,τι έκανε μα δεν ήθελε ν ανταμώσει τον Γιώργη ποτέ ξανά. Και πέρασε ο καιρός..
Παρέα με τα ζωντανά της με το νοικοκυριό της με τα χωραφάκια της με τον αργαλειό της και τα υφαντά της.
Ξακουστή στα γύρω χωριά έφτιανε προίκες για τις νύφες.
Τι βελέντζες τι φλοκάτες τι καραμηλωτές!!
Τα χέρια της πιάνανε...
Όσο για την δική της προίκα δυο γιούκους ψηλούς μέχρι το ταβάνι. Αλλά τι τα θες..Άτυχη..
Βαριά το πήρε. Πολύ βαριά κι έχασε τον ύπνο της για πολύ καιρό.
Ακούς εκεί να μην κλειούν τα μάτια..
Ήθελε να το γυρίσει πίσω τούτο το λόγο. Την έτρωγε...
Αλλά έλεγε εγώ να'μαι καλά και τα ζωντανά μου!!
Έκανε καλό κομπόδεμα και μια και δυο πήγε στην Αθήνα σε μια μακρινή ξαδέρφη της.
Της είπε πως θέλει να φιάκει το μάτι της βρήκε ένα καλό γιατρό και αποφάσισε να κάνει το μάτι να κλείνει.
Και το'κανε!! Και γύρισε πίσω με μάτι που κλείνει.
Αλλά τα χρόνια είχαν περάσει και δεν ήθελε μπλιο γάμους η Δημήτρω μήτε προξενιά και παιδιά.
Είχε τα ζωντανά της...
Ήταν μεσημέρι κι ειχε αποκάμει στον αργαλειό απ το πρωί. Έγειρε λίγο να ισιώσει την μέση της μα δεν πρόλαβε.
Κάποιος χτύπαγε την πόρτα.
Πάει ν ανοίξει και τι να δει? Ο Γιώργης.
Πέρασε μέσα του είπε. Εσύ για να'ρθεις μέχρι εδώ κάτι θέλεις.
Σου φτιάνω καφέ και μου λες..
Του πάει τον καφέ και το νεράκι δροσερό δροσερό απ τον μαστραπά στον δίσκο στρωμένο το σεμεδάκι.
Νοικοκυρεμένα πράματα.. Ο Γιώργης δεν ματάειδε τέτοια νοικοκυροσύνη και σκέφτηκε πως έκανε λάθος τότε..
Μα τώρα θα το πάρει πίσω για τούτο ήρθε να της πει πως θα το'θελε...Πέρασαν και τα χρόνια..
Μόνοι κι οι δυο.. Μεγάλοι πια..Παιδιά δεν θα κάνανε..
Έφιακε και το μάτι..
Ήπιε τον καφέ ο Γιώργης ήπιε και την πίκρα.
Του το φύλαγε η Δημήτρω κι ήρθε η ώρα να το γυρίσει πίσω.
Δεν με πήραν δα και τα χρόνια Γιώργη του είπε.
Μπορώ ακόμα να κάμω παιδιά αλλά σκιάζομαι να τα κάνω μαζί σου μη μου βγουν κοντόχερα.
Μούγγα ο Γιώργης. Δεν έβρισκε την πόρτα να φύγει..
Κι η Δημήτρω ξαλάφρωσε...
Ακούς εκεί να μην κλειούν τα μάτια...
Έχω τα ζωντανά μου είπε κι έγειρε να ισιώσει την μέση της.
Και πέρασαν τα χρόνια...Και γέρασε η Δημήτρω
Και ξανάπιακε πέντε έξι φορές τα ζωντανά της.
Μα μια φορά μια γίδα δεν έκλεινε καλά το μάτι της και γέλασε η Δημήτρω και της είπε καψερή μου,ανύπαντρη θα μείνεις και συ..
Ακούς εκεί να σκιάζεται να μην κλειούν τα μάτια..
Ελευθερία Λάππα

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Θεοπίστη Οικονομίδου



Ἡ Θεοπίστη γεννήθηκε στίς 17 Νοεμβρίου τοῦ 1917 σέ ἕνα πολύ μικρό χωριό τῆς ἐπαρχίας Πάφου, τίς πάνω Ἀκουρδάλιες. Σέ ἡλικία πέντε μόλις ἐτῶν ἔχασε τήν μητέρα της ἡ ὁποία πέθανε στήν γέννα της στό τρίτο της μωρό.

Ὁ πατέρας της πλήρωνε μία παραμάνα σέ διπλανό χωριό, μαζί μέ τό μωρό της νά θηλάζη καί τό μικρό ὀρφανό, ἀλλά τελικά πέθανε κι αὐτό. Ἔτσι ἡ Θεοπίστη ἀπό μικρή γεύτηκε τό πικρό ποτήριο τοῦ θανάτου μένοντας μόνη, μέ τόν κατά ἕνα χρόνο μικρότερο ἀδελφό της καί τόν πατέρα της.
Ἡ γιαγιά της ἀπό τήν μητέρα της καί αὐτή χήρα μέ 4 παιδιά πήγαινε στό σπίτι γιά νά κοιτάζη τά ὀρφανα τῆς κόρης της. Ἡ γιαγιά θέλοντας νά ἀποφύγη τά κουτσομπολιά καί τά σχόλια στό χωριό, ἐπειδή σύχναζε στό σπίτι τοῦ γαμπροῦ της γιά νά βοηθᾶ σκέφτηκε ὡς δυναμικός ἄνθρωπος πού ἦταν, ὅπως ἔλεγε ἡ Θεοπίστη, νά βρῆ γυναῖκα γιά νά ξαναπαντρευτῆ ὁ γαμπρός της. Αὐθημερόν κλείνει τά ὀρφανά ὅλα, τά δικά της καί αὐτά τοῦ γαμπροῦ της σέ ἕνα σπίτι, ἀφήνει τήν μεγάλη της κόρη νά ἐπιβλέπη καί φεύγη μαζί μέ τόν γαμπρό της γιά ἕνα κοντινό χωριό. Σέ ἐρώτηση τῶν παιδιῶν «ποῦ θά πᾶτε;», ἡ γιαγιά ἀπαντᾶ: «Πᾶμε νά σᾶς φέρωμε μάννα!»

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

Οσία Μαρίνα της Ραϊθού, το άνθος της ερήμου του Σινά


Σιναΐτες Άγιοι_All Saints of Mount Sinai_Святые отцы Синайской горы_σιναιτεσ sinaxi_sinaiton_pateronΗ οσία Μαρίνα έζησε και ασκήτεψε στη έρημο της Ραϊθού, όπου εκοιμήθη οσιακά. Τα ιερά λείψανα της βρίσκονται στο μετόχι του Σινά, στην Μονή της Θεοτόκου όπου μένουν σιναΐτες πατέρες.

Στην ακολουθία του Οσίου Φιλοθέου του Αγιορείτη (βλέπε ίδια ημέρα) που συνέγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (Ἔγκρισις Ἱ. Συνόδου: 4188/79. Ἐκδόσεις Παρουσία, Ἱ. Μ. Φιλίππων, Νεαπόλεως & Θάσου, χ.χ.) αναφέρει για την Αγία Μαρίνα:
«Αύτη η Μαρίνα η πάνσεμνος παρθένος, σήμερον προς την άνω εισάγεται ζωήν· των δαιμόνων τας ορμάς καταβαλούσα, και πόνους διά τον Χριστόν υπομείνασα, τον σκολιόν δράκοντα τελείως απώλεσε, την λαμπάδα άσβεστον τηρήσασα· ένθα νυν μετ’ Αγίων Αγγέλων ευφραίνεται, η δε λάρνακα έχει την τιμίαν αυτής σορόν των λειψάνων· ην εν τω μετοχίω ένθα νυν κατοικούσιν οι Πατέρες οι Σιναϊται, εις την Μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, σιμά της θαλάσσης· ένθα και φιλόχρηστοι κοσμικοί κατοικούσιν».

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΙΑ ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για Αγία Πουλχερία

       Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μια από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.
       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 399. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408) και της Ευδοξίας και αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Είχε δε την τιμή να λάβει το άγιο Βάπτισμα από τον ιερό Χρυσόστομο. Αν και βρέθηκε μέσα στην χλιδή των ανακτόρων και συναναστρέφονταν και με ραδιούργους παλατιανούς, είχε καλλιεργήσει στην ψυχή της βαθειά πίστη στο Θεό και απόκτησε σπάνιες αρετές.
      Μετά το θάνατο του πατέρα της Αρκαδίου, το 408, η Πουλχερία, εννέα μόλις ετών, ανάλαβε την κηδεμονία του επτάχρονου αδελφού της Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ανάλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο, ως ο νόμιμος διάδοχος του πατέρα τους. Παρά το παιδικό της ηλικίας της, τη διέκρινε σπάνια ωριμότητα και σωφροσύνη. Το πρώτο, που έκαμε ήταν να διαπλάσει το χαρακτήρα του αδελφού της, ώστε να βασιλέψει θεοφιλώς. Του παραστάθηκε με αφοσίωση και προσπάθησε να σταλάξει στην ψυχή του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και να του καλλιεργήσει τις ευαγγελικές αρετές. Τον ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους ηγεμόνες της εποχής του, οι οποίοι μεθούσαν από την εξουσία και συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και τυραννία στους υπηκόους τους. Θεωρούσε την βασιλική και κάθε άλλη εξουσία ως διακονία, έχοντας υπόψη της τα λόγια του Χριστού: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44).
      Όμως ο Θεοδόσιος δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να επιτελέσει τα υψηλά του καθήκοντα, σε αντίθεση με την Πουλχερία, η οποία διακρινόταν για την δυναμικότητά της, τη σωφροσύνη της και την αξιολογότατη μόρφωσή της. Διέθετε μια σπάνια σωματική ομορφιά και έναν πλουσιότατο ψυχικό κόσμο. Σπούδασε τις επιστήμες της εποχής της και μιλούσε, εκτός από τη λατινική γλώσσα, και την ελληνική. Θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό και μελετούσε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Ήταν αξιολάτρευτη για την πραότητά της, την ευγένειά της,  την ανεκτικότητά της, τη σεμνότητά της και την έκδηλη αγάπη της για το λαό.
       Το 414, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών αναδείχτηκε Αυγούστα, με τη θέληση του αδελφού της Θεοδοσίου.  Υπήρξε δε πραγματικός ηγεμόνας του απέραντου βυζαντινού κράτος, ως το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου (450), το οποίο σημείωσε ημέρες δόξας, χάρις στην συγκυβέρνηση με την δυναμική και σώφρονα Πουλχερία. Η ίδια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και στο λαό. Αποφάσισε να μείνει σε όλη τη στη ζωή παρθένος και γι’ αυτό φορούσε συνεχώς τη  μοναχική καλύπτρα. Προσευχόταν και νήστευε, μη συμμετέχοντας στα πολυτελή τραπέζια του παλατίου. Παράλληλα άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους με την εποπτεία της. Αναδιοργάνωσε το στρατό, εξασφαλίζοντας εξωτερική ασφάλεια και ευημερία στους υπηκόους. Σε κάθε της απόφαση προηγούνταν θερμή προσευχή στο Θεό. Φρόντισε δε να έχει κοντά της ευσεβείς και ειδήμονες συμβούλους όλα τα χρόνια της εξουσία της.
       Ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο, στερούμενος, όπως προαναφέραμε, προσόντων και αποφασιστικότητας, στην οποία άκουε και υπολήπτονταν και έτρεφε για το πρόσωπό της απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο δε λαός την υπεραγαπούσε, για τη συνετή και φιλολαϊκή της διακυβέρνηση.
       Η αγάπη της για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό την ώθησε να νυμφεύσει τον Θεοδόσιο, με τη λόγια κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Ηρακλείτου Αθηναΐδα, η οποία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Ευδοκία. Σκοπός της Πουλχερίας ήταν να μεταλαμπαδευτεί στη Βασιλεύουσα ο ελληνικός πολιτισμός. Και πράγματι, η Αθηναΐδα έφερε μαζί της εκατοντάδες φιλοσόφους και διδασκάλους, οι οποίοι μετέβαλαν την Κωνσταντινούπολη σε «μικρή Αθήνα». Μεγάλης σημασίας γεγονός υπήρξε η ίδρυση, το 425, με τη φροντίδα της Πουλχερίας και την αρωγή της Ευδοκίας, το φημισμένο «Πανδιδακτήριο» (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως, το πρώτο οργανωμένο πανεπιστήμιο της Ευρώπης και του κόσμου! Επίσης σημαντικό γεγονός υπήρξε και η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Τα δύο αυτά μεγάλα γεγονότα υπήρξαν η απαρχή για τον εξελληνισμό του Ρωμαϊκού κράτους. 
        Η Πουλχερία πρωτοστάτησε και για την περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως. Με δική της δυναμική παρέμβαση, πέτυχε να πείσει τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Φρόντισε ακόμα να χτίσει λαμπρούς ναούς, όπως το ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη  και μοναστήρια, όπως τις Μονές Εσφιγμένου και Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος. Ίδρυσε πλήθος ευαγών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, κλπ), όπου έβρισκαν ανακούφιση χιλιάδες ενδεείς. Το 438 φρόντισε να αρθεί μια μεγάλη αδικία που διέπραξαν οι γονείς της Αρκάδιος και Ευδοξία. Να αποκαταστήσει τη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και να μεταφέρει τα λείψανά του στη Βασιλεύουσα, παρακαλώντας γονατιστή τον άγιο να συγχωρήσει τους διώκτες του γονείς της.
       Οι αιρετικοί νεστοριανοί την μισούσαν θανάσιμα και πέτυχαν με συκοφαντίες, να την απομακρύνουν από το θρόνο, αλλά για λίγο, διότι το 450 πέθανε ο Θεοδόσιος και έμεινε αυτή, ως η μόνη νόμιμη διάδοχος του θρόνου. Όντας 52 ετών νυμφεύτηκε τον ευσεβή συγκλητικό Μαρκιανό (450-457), στον οποίο παρέδωσε το θρόνο, με την προϋπόθεση να σεβαστεί την απόφασή της να μείνει παρθένα. Εκείνος σεβάστηκε την απόφασή της, διότι ήταν το ίδιο θεοσεβής με την Πουλχερία. Το 451 συγκάλεσαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν μια σύντομη βασιλεία, την οποία αφιέρωσαν στη στήριξη της Ορθοδοξίας και στην φιλανθρωπία.

      Το 453 σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών κοιμήθηκε ειρηνικά η Πουλχερία, αφιερώνοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Τη θρήνησε ολόκληρη η αυτοκρατορία και η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μαρκιανός κοιμήθηκε το 457 και ανακηρύχτηκε και αυτός άγιος.