Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ελένη Πολυβίου- Ελού: η Κύπρια μάνα του αγνοούμενου, που αγάπησε ακόμα και τους εχθρούς…



site analysis


Ελένη-Πολυβίου_1
Απόσπασμα από το βιβλίο: 
Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β’ , Άγιον Όρος, έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου “Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος”,  Μεταμόρφωση Χαλκιδικής

“Η Ελού αγάπησε καί πόνεσε πολύ στην ζωή της. 
Ο μεγα­λύτερος πόνος της, ανάμεσα στίς πολλές θλίψεις πού δοκίμασε κατά τόν επίγειο βίο της, ήταν ή απώλεια του πρωτόκου γυιου της Γεωργίου, κατά τήν τουρκι­κή εισβολή στην Κύπρο, τό καλοκαίρι του 1974
Έ­νας πόνος, πού μέσα από τήν πίστη, μεταμορφώθηκε σέ αληθινή αγάπη καί προσευχή γιά όλους.
Έμαθε τόν πόνο καί τήν θλίψη της πού είχε λό­γω του αγνοούμενου γυιου της, νά τόν κάνη προσευ­χή καί όχι κατάθλιψη καί απελπισία.
Καί άρχισε μέ τήν συμβουλή ενός καλού Πνευματικού πού είχε, νά κάνη κάθε Σάββατο πρόσφορο. 
Καί τό πήγαινε πρωί-πρωί, από τό χάραμα, στό Μοναστήρι καί έλεγε: 
«Οι υπόλοιπες γυναίκες, όταν τελειώνη ή Λειτουργία του Σαββάτου, θά πάνε στον τάφο του παιδιού τους, στον τάφο του ανδρός τους νά κάνουν τρισάγιο. 
Εγώ ούτε τάφο δεν έχω γιά τόν γυιό μου. Ούτε ξέρω αν πέθανε. 
Γι αυτό κάνω αυτό τό πρόσφορο καί τό προσφέρω στον ιερέα γιά νά τό προσφέρη στον Χριστό μας. Καί θά τόν παρακαλώ: “Χριστέ μου, αν ό γυιός μου ζή, φώ­τισε τον νά κρατηθή στην πίστη του. 
Εκεί πού βρίσκε­ται νά είναι κοντά Σου. ‘
Αν έχη κοιμηθή, φώτισε τον αιώνια καί φώτισε μας καί εμάς νά τόν μνημονεύουμε.
Εσύ ξέρεις αν είναι ζωντανός ή κεκοιμημένος”».
Κάποια φορά έγραψαν κάποιες εφημερίδες ότι μερικοί αγνοούμενοι ζούνε καί μερικούς από αυτούς τους υποχρέωσαν οι Τούρκοι νά παντρευτούν Τουρκάλες. 
Τό διάβασε αυτό ή γιαγιά ή Ελού καί θορυβήθηκε καί είπε στον π. Νεόφυτο: 
«Νά κάνης μία Παράκληση στον Άγιο Γεώργιο γιά τον Γιώρκο μου. “Ώς των αιχμαλώτων ελευθερωτής…” δεν είναι; “Αν ο γυιός μου είναι ζωντανός καί αλλαξοπίστησε καλύτερα νά τόν θερίση από αυτήν τήν ζωή. Εγώ τον θέλω τον γυιο μου ζωντανό, αλλά Ορθόδοξο».
Φτωχή γυναίκα ήταν, ενα πρόσφορο έκανε, καί έκανε καί τήν δική της καρδιά πρόσφορο, τήν προσέφερε στό Χριστό καί ό Χριστός έκανε τόν πόνο της χαρά καί οποίος τήν επλησίαζε εισέπραττε αυτή τήν χαρά άπό τήν Έλού. Καί έφευγε από κοντά της αναπαυμένος καί χαρούμενος. Γι’ αυτό καί ήταν μαγνήτης.
.
Σιγά-σιγά αυτή ή γυναίκα απόκτησε πολλή χαρά. Τόση χαρά απόκτησε πού έλεγε: 
«Κύριε, ελέησον. Μά πόση χαρά εχω μέσα στην καρδιά μου. Ιδιαίτερα στην θεία Λειτουργία! Εκείνη τήν ώρα γεμίζει φως ό νους μου καί βλέπω μέσα μου χιλιάδες ονόματα. Καί αρχίζω καί τά διαβάζω. Συλλαβιστά-συλλαβιστά, όπως μπορώ, νά διαβάζω».
Αποτέλεσμα αυτής της χαράς πού ζούσε, άρχισε νά μοιράζη ή ίδια χαρά στους πιστούς. Τήν πλησίαζαν νέοι πού κατάλαβαν τήν αρετή της, καί πήγαιναν καί τήν φιλούσαν τό χέρι. Καί τους έλεγε: 
«Γυιέ μου, εκατομμύρια ευχές νά έχετε. Εκατομμύρια εκατομμυρίων».
Μέσα στην Εκκλησία έβλεπες όλες τίς γυναίκες νά είναι γύρω από τήν Έλού. Οι νέες νά τήν έχουν κοντά τους, να τήν παίρνουν στίς αγρυπνίες, να τήν δείχνουν πολύ σεβασμό καί να τήν έχουν ώς ενα πρότυπο χαριτωμένης γυναίκας.
Κάθε Σάββατο, αλλά καί άλλες μέρες, πήγαινε μέ τά πόδια στό μοναστήρι τοϋ Αγίου Γεωργίου του Κοντού στην Λάρνακα, γιά νά καθαρίση τό ναό. Ό μακαριστός πατήρ Νικόλαος, ιερέας του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, ανέφερε στή νύφη της Στέφη ότι καθάριζε τό ναό περισσότερο μέ τά ρούχα της, Αφού ήταν γονατιστή όσο καθάριζε τό πάτωμα. Όταν η ηλικία καί η υγεία της δέν της επέτρεπαν νά πηγαίνη περπατητή στον Αγιο Γεώργιο, ξεκινούσε καί στον δρόμο πάντοτε κάποιον εύρισκε, γνωστό η άγνωστο, που τήν μετέφερε. 
Όταν έφθανε στην πόρτα του ναού, γονάτιζε καί πήγαινε γονατιστή μέχρι τήν εικόνα του Αγίου, όπου τόν παρακαλούσε γιά τόν αγνοούμενο γυιό της. 
Είχε αποθέσει όλες τίς ελπίδες της γιά τήν ανεύρεση του γυιου της στον άγιο Γεώργιο, καί ό Άγιος δέν έμεινε απαθής από αυτή τήν συνεχή παράκληση της πονεμένης μάνας. 
Μία μέρα καθώς ευρίσκετο στό Μοναστήρι, είδε τόν Άγιο καβάλα στό άλογο του φέρνοντας μαζί του τό αγνοούμενο παιδί της γιά νά τό δη ή Ελένη. Αυτό τό ανέφερε σε μία γνωστή της, τήν οποία παρακάλεσε νά μήν τό πή στή νύφη της γιά νά μήν στενοχωρηθή.
Μετά τόν πόλεμο του 1974 κρατούσαν αρκετούς Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους σε ένα γειτονικό σχολείο. 
Ή γιαγιά Ελένη, παρά τόν πόνο του χαμένου παιδιού της, φιλοξενούσε τίς Τουρκοκύπριες πού πήγαιναν νά δουν τους δικούς τους. 
Όχι μόνο δέν μνησικακούσε, αλλά τους έδινε νερό καί τρόφιμα νά πάνε στους αιχμαλώτους συγγενείς. 
Αρκετές ήταν οι φορές πού ή ίδια μαζί με τον σύζυγο της επεσκέπτοντο τους αιχμαλώτους.”

.για την αντιγραφή: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου